Menu

EAGAINST.com

Emma Goldman: Διανοούμενοι Προλετάριοι

Emma_GoldmanTo άρθρο στα Αγγλικά

Η προλεταριοποίηση στην εποχή μας εκτείνεται πολύ πέραν της χειρωνακτικής εργασίας. Στην πραγματικότητα όλοι όσοι δουλεύουν για τα προς το ζην, είτε με τα χέρια είτε με το μυαλό, όλοι όσοι πρέπει να πουλήσουν τις δεξιότητες, τη γνώση τους, την εμπειρία και τις ικανότητές τους, είναι προλετάριοι. Από αυτή την άποψη όλοι, με εξαίρεση, μία πολύ μικρή τάξη, έχουν προλεταριοποιηθεί.

Ολόκληρος ο κοινωνικός ιστός διατηρείται μέσω της χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας. Ως αντάλλαγμα, οι προλετάριοι διανοούμενοι, όπως και οι ανθρακωρύχοι και οι υπάλληλοι καταστημάτων, τα βγάζουν πέρα δύσκολα και μέσα στην ανασφάλεια, και εξαρτώνται από τα αφεντικά τους περισσότερο απ’ ό,τι οι χειρώνακτες.

Χωρίς αμφιβολία υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο ετήσιο εισόδημα του Brisbane κι ενός ανθρακωρύχου στην Πενσυλβάνια. Ο πρώτος, μπορεί να είναι με τους συναδέλφους του στην εφημερίδα, να πηγαίνει στο θέατρο, στο κολέγιο και στο πανεπιστήμιο, μπορεί να απολαμβάνει υλική άνεση και κοινωνική θέση, αλλά παρ’ όλα αυτά παραμένει προλετάριος, όσο είναι δουλικά εξαρτώμενος από τον κάθε Hearst, τα Pulitzer, τις θεατρικές επιχειρήσεις, τους εκδότες και πάνω απ’ όλα από μια ανόητη και αμόρφωτη κοινή γνώμη. Η φοβερή αυτή εξάρτηση από όλους όσους χρηματοδοτούν και υπαγορεύουν τους όρους της πνευματικής εργασίας είναι πολύ πιο διαβρωτική από τη δουλειά ενός εργάτη σε οποιαδήποτε θέση. Στην περίπτωση αυτή το πρόβλημα είναι ότι όλοι όσοι ασχολούνται με διανοητικές δραστηριότητες, ακόμη κι αν στην αρχή είναι ευασθητοποιημένοι, καταλήγουν αδίστακτοι, κυνικοί, αποξενωμένοι. Αυτό ακριβώς συνέβη και στον Brisbane, οι γονείς του οποίου ήταν ιδεολόγοι και είχαν εργαστεί με τον Φουριέ, στα πρώτα συνεργατικά εγχειρήματα. Και ο ίδιος ο Brisbane ξεκίνησε ως ένας ιδεολόγος, ο οποίος όμως αλλοτριώθηκε τόσο πολύ από την επιτυχία, που πρόδωσε τις αρχές της νιότης του.

Δε θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς. Η επιτυχία που κατακτάται με τα πιο αξιοκαταφρόνητα μέσα καταστρέφει την ψυχή. Ακόμη και σήμερα αυτό συμβαίνει.
Καλύπτει την εσωτερική διαφθορά και σταδιακά αδρανοποιεί τις ηθικές αξίες, έτσι ώστε όσοι ξεκινούν με μεγάλες φιλοδοξίες δεν μπορούν, ακόμη κι αν επρόκειτο να το κάνουν, να προσφέρουν τίποτε δημιουργικό.

Με άλλα λόγια όσοι αναλαμβάνουν θέσεις που απαιτούν την παράδοση της προσωπικότητας, την αυστηρή συμμόρφωση για τη χάραξη κατευθυντήριων πολιτικών και γραμμών, πρέπει να γίνουν πιο μηχανικοί, να χάσουν κάθε ικανότητα να προσφέρουν κάτι πραγματικά πρωτότυπο. Ο κόσμος είναι γεμάτος από τέτοιους δυστυχείς ανάπηρους. Το όνειρό τους είναι να «φτάσουν», με κάθε κόστος. Αν αναλογιζόμασταν λίγο τι σημαίνει «φτασμένος» θα τους λυπόμασταν τους κακομοίρηδες. Αντί γι’ αυτό, αντιμετωπίζουμε τους καλλιτέχνες, τους ποιητές, τους συγγραφείς, τους ανθρώπους του θεάτρου και τους διανοούμενους, που έχουν «φτάσει», ως αυθεντίες σε όλα τα ζητήματα, ενώ στην πραγματικότητα το «φτάσιμο» είναι συνώνυμο της μετριότητας και ισοδυναμεί με την άρνηση και την προδοσία όλων όσα στην αρχή μπορεί να φάνταζαν πραγματικά και ιδεώδη. Οι «φτασμένοι» καλλιτέχνες είναι νεκρές ψυχές στον πνευματικό χάρτη. Τα ασυμβίβαστα και τολμηρά πνεύματα ποτέ δε «φτάνουν». Η ζωή τους είναι μια αδιάκοπη μάχη με την ανοησία και την πνευματική αδράνεια της εποχής τους. Παραμένουν αυτό που ονόμαζε ο Νίτσε «ανεπίκαιρος», γιατί οποιοσδήποτε αγωνίζεται για μια νέα μορφή, μια νέα έκφραση ή νέες αξίες είναι πάντα καταδικασμένος να είναι «ανεπίκαιρος».

Οι πραγματικά πρωτοπόροι στις ιδέες, στην τέχνη και στη λογοτεχνία παρέμειναν ξένοι για την εποχή τους, παρεξηγημένοι και αποκηρυγμένοι. Και εάν, όπως στην περίπτωση του Ζολά, του Ίψεν και του Τολστόι, γνώρισαν αναγκαστικά την αποδοχή, αυτό έγινε επειδή οι άνθρωποι αυτοί ήταν εξαιρετικά πνεύματα και ακόμη περισσότερο επειδή ενέπνευσαν και υποστήριξαν ιδεολογικά νέες αλήθειες, τις οποίες μια μικρή μειονότητα αναζητούσε. Ακόμη και σήμερα ο Ίψεν δεν είναι καθόλου δημοφιλής, ενώ ο Πόε, ο Ουίτμαν και ο Στρίμπεργκ δεν υπήρξαν ποτέ «φτασμένοι».

Κατά συνέπεια, αυτοί που δεν υποκύπτουν στις σειρήνες του χρήματος δεν έχουν ανάγκη για αναγνώριση. Από την άλλη πλευρά, δε θα χρειαστεί επίσης να υιοθετήσουν ιδέες άλλων ή να σηκώσουν ξένες πολιτικές σημαίες. Δε θα χρειαστεί να αποδεχτούν ως αληθινό το ψεύτικο ούτε να επικροτήσουν ως ανθρώπινο το κτηνώδες. Πιστεύω ότι όσοι έχουν το σθένος να αποκρούσουν τις οικονομικές και κοινωνικές επιθέσεις είναι ελάχιστοι κι εμείς πρέπει να ασχοληθούμε με τους πολλούς.

Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι διανοούμενοι προλετάριοι είναι ένα γρανάζι στον οικονομικό τροχό και έχουν λιγότερη ελευθερία από αυτούς που δουλεύουν σε μαγαζιά ή στα ορυχεία. Αντίθετα από τους τελευταίους δεν μπορούν να πάρουν το καπελάκι τους και να φύγουν για την επόμενη πόλη αναζητώντας δουλειά. Αυτοί έχουν ξοδέψει μια ολόκληρη ζωή σε ένα επάγγελμα, εις βάρος όλων των άλλων τους ταλέντων. Κατά συνέπεια είναι ακατάλληλοι για οποιαδήποτε άλλη δουλειά εκτός από ένα και μόνο πράγμα, το οποίο, σαν παπαγάλοι, έχουν μάθει να επαναλαμβάνουν. Όλοι γνωρίζουμε πόσο εξαιρετικά δύσκολο είναι να βρει κανείς οποιαδήποτε δουλειά. Όμως, το να έρθει σε μια καινούρια πόλη, χωρίς διασυνδέσεις και να βρει μια θέση ως δάσκαλος, συγγραφέας, μουσικός, βιβλιοπώλης, ηθοποιός ή νοσοκόμος είναι σχεδόν απίθανο. Ωστόσο, εάν ο διανοούμενος προλετάριος έχει διασυνδέσεις, πρέπει να κάνει μια κόσμια εμφάνιση· να κρατήσει τα προσχήματα. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχει τον τρόπο του – όμως οι περισσότεροι διανοούμενοι έχουν τόσα λίγα όσο και οι εργάτες, γιατί ακόμη και στις καλές μέρες ίσα ίσα που τα βγάζουν πέρα.

Επίσης, υπάρχουν και οι συνήθειες των διανοούμενων, το γεγονός ότι κατά παράδοση πρέπει να μένουν σε μια συγκεκριμένη γειτονιά, να ζουν με ανέσεις, να αγοράζουν ρούχα μιας συγκεκριμένης ποιότητας. Όλα αυτά τους έχουν ευνουχίσει, τους έχουν κάνει ανίκανους να ζήσουν τη ζωή ενός μποέμ. Εάν πιουν ποτό ή καφέ τη νύχτα δε θα μπορούν να κοιμηθούν. Ένα μείνουν ξύπνιοι λίγο αργότερα απ’ το κανονικό δε θα μπορούν να δουλέψουν την επομένη. Στερούνται ζωντάνιας και δεν μπορούν, σε αντίθεση με τους χειρώνακτες, να αντιμετωπίσουν πρακτικές δυσκολίες. Με λίγα λόγια είναι αλυσοδεμένοι στις πιο ταπεινωτικές, εξευτελιστικές συνθήκες, αλλά αδυνατούν να δουν τη δική τους κατάσταση, τόσο πολύ που θεωρούν τον εαυτό τους ανώτερο, καλύτερο και πιο τυχερό από τους υπόλοιπους εργαζόμενους.

Είναι και οι γυναίκες που υπερηφανεύονται για τις αξιοθαύμαστες οικονομικές τους επιτυχίες και για το ότι τώρα μπορούν να στηρίζουν τον εαυτό τους. Κάθε χρόνο τα σχολεία και τα κολέγια βγάζουν εκατοντάδες αποφοίτους που ανταγωνίζονται στην αγορά του πνεύματος και παντού η προσφορά είναι μεγαλύτερη από τη ζήτηση. Για να επιβιώσουν πρέπει να συρθούν, να γλείψουν και να παρακαλέσουν για μία θέση. Οι γυναίκες συνωστίζονται στα γραφεία με τις ώρες, εξαντλούνται αναζητώντας δουλειά και πάλι αυταπατώνται ότι είναι ανώτερες από κάθε εργαζόμενο κορίτσι ή ότι έχουν οικονομική ανεξαρτησία.

Έχουν φάει τα νιάτα τους για να αποκτήσουν μια εξειδίκευση για να καταλήξουν στο τέλος να εξαρτώνται από το συμβούλιο των καθηγητών, τον αρχισυντάκτη, τον τοπικό εκδότη, το θεατρικό επιχειρηματία. Η χειραφετημένη γυναίκα αποδρά από το ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον μόνο και μόνο για να πηγαινοέρχεται από το γραφείο της στον ατζέντη. Μιλά με απαξίωση για το κορίτσι που δουλεύει στην κακόφημη γειτονιά, αγνοώντας ότι εκείνη πρέπει να τραγουδάει, να χορεύει, να γράφει και να πρωταγωνιστεί, με άλλα λόγια να πουλά τον εαυτό της χιλιάδες φορές για να βγάλει τα προς το ζην. Πράγματι, η μοναδική διαφορά ανάμεσα στο εργαζόμενο κορίτσι και στην διανοούμενη γυναίκα ή τον άντρα είναι ο χρόνος. Η πρώτη στέκεται στις 5 το πρωί στην ουρά περιμένοντας να τη φωνάξουν για δουλειά και συχνά έρχεται αντιμέτωπη με κάποιον που της δείχνει την ταμπέλα «δε χρειάζονται άλλα χέρια», ενώ η διανοούμενη περιμένει στις 9 το πρωί για να της πουν: «δε χρειάζονται άλλα μυαλά».

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, σε τι συνίσταται η υψηλή αποστολή των διανοουμένων, των ποιητών, των συγγραφέων, των συνθετών; Τι κάνουν για να απελευθερωθούν από τις αλυσίδες τους και πώς τολμούν να περηφανεύονται ότι βοηθούν τις μάζες; Εντούτοις, θεωρείται ότι επιτελούν ανώτερο έργο. Τι φάρσα! Είναι τόσο θλιβεροί και ποταποί μέσα στις αλυσίδες τους, τόσο εξαρτημένοι και ανήμποροι! Στην πράξη οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτε να διδαχτούν από την τάξη των διανοουμένων, έχουν πάρα πολλά να τους δώσουν. Μακάρι οι διανοούμενοι να κατέβαιναν από το ψηλό βάθρο τους και να αντιλαμβάνονταν πόσο στενά συνδεδεμένοι είναι με τους υπόλοιπους! Όμως δε θα το κάνουν, ακόμη κι οι πιο φωτισμένοι και ριζοσπάστες.

Τα τελευταία δέκα χρόνια διανοούμενοι προλετάριοι –πολύ καλά μυαλά– έχουν προσχωρήσει σε διάφορα ριζοσπαστικά κινήματα. Θα μπορούσαν, εάν ήθελαν, να φανούν πάρα πολύ χρήσιμοι στους εργάτες. Όμως, παραμένουν μέχρι τώρα χωρίς ξεκάθαρο όραμα, ουσιαστικές ιδέες και πραγματική τόλμη να αντιμετωπίσουν τον κόσμο. Κι αυτό όχι γιατί δεν αισθάνονται βαθιά μέσα τους τα καταστροφικά αποτελέσματα –στο μυαλό και την ψυχή– του συμβιβασμού ή επειδή δε γνωρίζουν τη διαφθορά, την υποβάθμιση της κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής και οικογενειακής ζωής. Αν τους μιλήσεις σε ιδιωτικές συναθροίσεις ή όταν είναι μόνοι τους θα παραδεχτούν ότι δεν υπάρχει ούτε ένας θεσμός που αξίζει να διατηρηθεί. Όμως μόνο κατ’ ιδίαν. Δημόσια, συνεχίζουν στον ίδιο δρόμο με τους συντηρητικούς συναδέλφους τους. Γράφουν αυτά που πρόκειται να πουλήσουν και δεν ξεφεύγουν ούτε χιλιοστό από όσα η κοινή γνώμη επιτρέπει. Λένε τις απόψεις τους, προσεκτικά, έτσι ώστε να μην προσβάλουν κανένα και ζουν σύμφωνα με τις πιο ηλίθιες καθημερινές συμβάσεις. Έτσι βρίσκουμε νομικούς που απαξιώνουν την εξουσία, όμως προσβλέπουν στην τρυφηλή ζωή που υπόσχεται η θέση του δικαστή. Κάποιους που γνωρίζουν τη διαφθορά της πολιτικής, όμως ανήκουν σε πολιτικά κόμματα και είναι υπέρμαχοι του Ρούσβελτ. Άλλους που αντιλαμβάνονται την πνευματική εκπόρνευση που κυριαρχεί στο χώρο του Τύπου, εντούτοις έχουν υπεύθυνες θέσεις εκεί μέσα. Γυναίκες που βαθιά μέσα τους αισθάνονται τους περιορισμούς που επιβάλλει ο θεσμός του γάμου και την αναξιοπρέπεια των ηθικών παραινέσεων, όμως υποχωρούν και στα δύο. Είτε καταπνίγουν την επιθυμία τους είτε κάνουν παράνομες σχέσεις όμως –Θεός φυλάξοι – σε κοιτάζουν καταπρόσωπο και σου λένε: «Κοίτα τη δουλειά σου!».

Ακόμη κι αν είναι φιλικοί απέναντι στην εργατική τάξη –και ορισμένοι είναι πραγματικά– οι διανοούμενοι προλετάριοι δεν παύουν να ανήκουν στη μεσαία τάξη, ευυπόληπτοι και αποστασιοποιημένοι. Αυτό μπορεί να φαίνεται απόλυτο και άδικο, όμως όσοι γνωρίζουν τέτοιες ομάδες θα καταλάβουν ότι δεν υπερβάλλω. Γυναίκες από διάφορους επαγγελματικούς χώρους έχουν συρρεύσει μαζικά στο Λόρενς, στο Λιτλ Φολς στο Πάτερσον και στις γειτονιές της πόλης όπου γίνονται απεργίες· εν μέρει από περιέργεια εν μέρει από ενδιαφέρον. Όμως ποτέ δεν ξεχνούν τις μεσοαστικές συνήθειές τους. Και πάντα εξαπατούν τον εαυτό τους και τους εργάτες λέγοντας ότι πρέπει να δώσουν στην απεργία μια νότα ευπρέπειας, να συμβάλουν κι αυτές.

Στην απεργία των εργατριών στις βιοτεχνίες ενδυμάτων ζήτησαν από τις γυναίκες αυτές να βγάλουν τις ακριβές γούνες τους και τα πολύτιμα χρυσαφικά τους εάν ήθελαν να βοηθήσουν τις εργάτριες. Χρειάζεται να πούμε ότι, ενώ οι εργάτριες σύρονταν βίαια στα αστυνομικά τμήματα, στις καλοντυμένες αυτές διαδηλώτριες φέρονταν με σεβασμό και τους επέτρεπαν να πάνε στα σπίτια τους; Έτσι είχαν τον ενθουσιασμό τους και ίσα που άγγιξαν τον αγώνα των εργατριών.

Οι αστυνομικοί είναι πράγματι ηλίθιοι, αλλά όχι τόσο ηλίθιοι ώστε να μη γνωρίζουν ότι όσοι απεργούν από ανάγκη είναι διαφορετικά επικίνδυνοι για τους ίδιους και τα αφεντικά απ’ αυτούς που κάνουν απεργία από χόμπι ή από μιμητισμό. Η διαφορά αυτή δεν προέρχεται από την ένταση του συναισθήματος ούτε από τα ρούχα, αλλά από το κίνητρο και το σθένος· και όλοι όσοι είναι δέσμιοι της εξωτερικής εμφάνισης δεν έχουν σθένος.

Η αστυνομία, οι δικαστικές Αρχές, το σωφρονιστικό σύστημα, ο Τύπος γνωρίζουν πάρα πολύ καλά ότι οι φιλελεύθεροι διανοούμενοι, ακριβώς όπως και οι συντηρητικοί είναι δούλοι της εμφάνισης. Γι’ αυτό το λόγο τα κουτσομπολιά τους, οι έρευνές τους, οι καλές σχέσεις τους με τους εργάτες δεν αντιμετωπίζονται ποτέ με σοβαρότητα. Στην πραγματικότητα, είναι καλοδεχούμενοι από τον Τύπο γιατί το αναγνωστικό κοινό λατρεύει τις αισθηματικές ιστορίες, γι’ αυτό και ο σκανδαλοθήρας είναι μια καλή επένδυση. Όμως όταν η άρχουσα τάξη κινδυνεύει ο λόγος τους είναι σαν παιδικές λεξούλες.

Ο κύριος Sinclair θα είχε πεθάνει στην αφάνεια αν δεν ήταν η «Ζούγκλα», που δεν πείραξε ούτε μια τρίχα από το κεφάλι της άρχουσας τάξης, όμως απέφερε στο συγγραφέα ένα σεβαστό ποσό και ένα καλό όνομα. Τώρα μπορεί να γράψει και τη μεγαλύτερη ανοησία σίγουρος ότι θα έχει κοινό. Ωστόσο, δεν υπάρχει ούτε ένας εργαζόμενος τόσο δουλοπρεπής και καθωσπρέπει όσο αυτός.

Ο κύριος Kibb Turner θα είχε παραμείνει ένας συγγραφέας της πεντάρας – ας όψεται που οι λασπολόγοι τον χρησιμοποίησαν ενάντια στην οργάνωση Tammany Hall. Όμως, και ο πιο κακοπληρωμένος εργάτης είναι πιο ανεξάρτητος από τον κ. Turner και σίγουρα πιο έντιμος από εκείνον.

Ο κ. Hillquit θα ήταν ακόμη ο μαχητικός επαναστάτης που γνώρισα είκοσι τέσσερα χρόνια πριν αν δεν ήταν οι εργάτες που τον βοήθησαν στη νομική του καριέρα. Ωστόσο, δεν υπάρχει ούτε ένας Ρώσος εργάτης στην Ανατολική Ακτή πιο βαθιά χωμένος μέσα στον καθωσπρεπισμό και πιο εξαρτημένος από την κοινή γνώμη απ’ ό,τι αυτός.

Με όλα αυτά τα παραδείγματα θέλω να αποδείξω ότι οι διανοούμενοι, αν και είναι πραγματικά προλετάριοι, είναι τόσο βουτηγμένοι στις μικροαστικές συνήθειες και τις συμβάσεις, τόσο εγκλωβισμένοι μέσα σε αυτές, που δεν τολμούν να κάνουν ένα βήμα.

Αυτό οφείλεται, νομίζω, στο γεγονός ότι οι διανοούμενοι της Αμερικής δεν έχουν ακόμη ανακαλύψει τι τους συνδέει με τους εργαζόμενους, δεν έχουν βρει τα επαναστατικά αυτά στοιχεία που μπορούν να εμπνεύσουν τους διανοούμενους κάθε χώρας και εποχής. Φαίνεται να πιστεύουν ότι αυτοί και όχι οι εργαζόμενοι είναι οι δημιουργοί του πολιτισμού. Αυτό όμως είναι ένα καταστροφικό λάθος, όπως έχει αποδειχτεί παντού. Στην Ευρώπη μόνο όταν οι δυνάμεις της διανόησης συγκρότησαν ένα κοινό μέτωπο με τις αγωνιζόμενες μάζες, μόνο όταν πλησίασαν τον πυρήνα της κοινωνίας, έδωσαν στην ανθρωπότητα πραγματικό πολιτισμό.

Τα ζητήματα αυτά για τους διανοούμενους δεν είναι παρά αφορμή για κουβεντούλα, για κάνα άρθρο στις εφημερίδες και πολύ σπάνια για έκφραση συμπάθειας σε ακαδημαϊκό επίπεδο. Ποτέ δεν κατάφεραν να τους κινητοποιήσουν ή να τους αποσπάσουν από το περιβάλλον και τις συνήθειές τους. Απεργίες, συγκρούσεις, η χρήση δυναμίτη ή οι προσπάθειες του Παγκόσμιου Συνδικάτου των Βιομηχανικών Εργατών (I.W.W.) μπορεί να ενθουσιάζουν τους διανοούμενους προλετάριους, στο τέλος όμως, με μια πιο λογική και ψύχραιμη προσέγγιση, αποδεικνύονται ανούσια. Βέβαια συμπάσχουν με τους εργάτες όταν τους χτυπάνε και τους κυνηγάνε ή με τους Μακναμάρα, όταν ανέτρεψαν τη θολή αντίληψη ότι στην Αμερική η βία είναι περιττή. Οι διανοούμενοι δεν αντέχουν να μην εκφράσουν τη συμπαράστασή τους. Όμως η συμπαράσταση δεν αρκεί για να χτίσει την αλληλεγγύη ανάμεσα σε αυτούς και τους απόκληρους. Είναι μια συμπαράσταση εξ αποστάσεως, τεχνητή.

Με άλλα λόγια, είναι μια ακαδημαϊκή συμπαράσταση, απ’ όλους όσοι απολαμβάνουν ακόμη ένα ορισμένο επίπεδο άνεσης και ως εκ τούτου δεν μπορούν να φανταστούν γιατί κάποιος μπορεί να τα σπάει σε ένα μοδάτο εστιατόριο. Είναι το είδος της συμπαράστασης που δείχνει η κ. Belmont όταν πηγαίνει στα δικαστήρια ή κάποιοι άλλοι όταν φυλακίζονται για μερικές μέρες. Είναι η συμπαράσταση ενός εκατομμυριούχου σοσιαλιστή που μιλά για «οικονομικό ντετερμινισμό».

Οι φιλελεύθεροι και ριζοσπάστες διανοούμενοι προλετάριοι παραμένουν ακόμη μέρος του συστήματος, στο βαθμό που η συμπαράστασή τους στους εργάτες είναι επιφανειακή και περιορίζεται στα επονομαζόμενα «σαλόνια» και στο Γκρίνουιτς. Κατά έναν τρόπο μπορεί να συγκριθεί με την πρώιμη περίοδο της ρωσικής διανόησης, όπως παρουσιάζεται στο έργο του Τουργκένιεφ «Πατέρες και παιδιά».

Οι διανοούμενοι εκείνης της περιόδου, αν και ποτέ δεν ήταν τόσο επιφανειακοί όσο αυτοί που περιγράφω, ασπάστηκαν τις επαναστατικές ιδέες, έφτιαχναν τη χωρίστρα τους νωρίς το πρωί, φιλοσοφούσαν επί παντός επιστητού και επιδείκνυαν την ανωτερότητά τους σε ανθρώπους βαθιά ριζωμένους στο παλιό καθεστώς. Βεβαίως και απέτυχαν. Ήταν οργισμένοι με τον Τουργκένιεφ και τον θεωρούσαν προδότη της Ρωσίας. Όμως αυτός είχε δίκιο. Μόνο όταν οι Ρώσοι διανοούμενοι έσπασαν ολοκληρωτικά τα δεσμά τους με την παράδοση, μόνο όταν συνειδητοποίησαν ότι η κοινωνία στηρίζεται πάνω στο ψέμα και ότι πρέπει να παραδοθούν στο καινούριο, απόλυτα και χωρίς επιφυλάξεις, μόνο τότε έγιναν υπολογίσιμη δύναμη στην κοινωνία. Άνθρωποι σαν τον Κροπότκιν, την Περόφσκαγια και την Μπρεσκόφσκαγια αρνήθηκαν τον πλούτο και την κοινωνική θέση και δε δέχτηκαν να υπηρετήσουν το θεό του χρήματος. Έγιναν μέρος του λαού όχι για να τον εξυψώσουν αλλά για να εξυψωθούν οι ίδιοι, να διδαχτούν και σε ανταπόδοση να θέσουν τον εαυτό τους εξ ολοκλήρου στην υπηρεσία του λαού. Αυτό εξηγεί τον ηρωισμό, την τέχνη, τη λογοτεχνία της Ρωσίας, την ενότητα του λαού, των μουζίκων και των διανοουμένων. Ως ένα βαθμό αυτό εξηγεί τη λογοτεχνία σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, το ότι δηλαδή διανοούμενοι σαν τον Στρίντμπεργκ, τον Χάουπτμαν, τον Βέντεκιντ, τον Μπριέ, τον Μιραμπό και τον Ροντέν ποτέ δεν αποκόπηκαν από το λαό.

Θα γίνει αυτό ποτέ στην Αμερική; Οι Αμερικάνοι διανοούμενοι θα αγαπήσουν ποτέ την ουτοπία περισσότερο από τις ανέσεις τους, θα είναι ποτέ πρόθυμοι να εγκαταλείψουν την εξωτερική επιτυχία για χάρη του ουσιαστικού νοήματος της ζωής; Πιστεύω ότι ναι και αυτό για δύο λόγους. Πρώτον, η προλεταριοποίηση των διανοουμένων θα τους ωθήσει να έρθουν πιο κοντά στην εργατική τάξη. Δεύτερον, εξαιτίας του πουριτανισμού, που πυροδοτεί τρομακτικές αντιδράσεις ενάντια στις συμβάσεις και στην ηθικολογία. Στρατευμένοι καλλιτέχνες, συγγραφείς και δραματουργοί που διψούν να δημιουργήσουν κάτι άξιο λόγου συμβάλλουν στην ανατροπή των συμβάσεων. Γυναίκες που θέλουν να ζήσουν τη ζωή τους παραμερίζουν την ηθικολογία και αγνοούν με δυναμισμό τους καθωσπρέπει κανόνες. Μόνοι τους οι διανοούμενοι δεν μπορούν να πετύχουν πολλά. Έχουν ανάγκη την τολμηρή απαξίωση και το σθένος των εργατών, που έχουν αποτινάξει από πάνω τους όλη αυτή τη σαβούρα. Μέσα από τη συνεργασία λοιπόν μεταξύ των διανοουμένων προλετάριων, που ψάχνουν τρόπους να εκφραστούν, και των επαναστατών προλετάριων, που προσπαθούν να ξαναστήσουν τη ζωή τους, θα εδραιωθεί μια πραγματική ενότητα και μέσω αυτής μια επιτυχημένη πάλη εναντίον της σημερινής κοινωνίας.

Ερρίκο Μαλατέστα, Όταν χτυπάμε την τωρινή κοινωνία, αντιπαραθέτουμε στην ατομιστική αστική ηθική την ηθική της αλληλεγγύης

enrico-malatestaΟ αριθμός αυτών που δηλώνουν αναρχικοί σήμερα είναι τόσο μεγάλος και κάτω από το όνομα αναρχία κρύβονται θεωρίες τόσο διαφορετικές και αντιφατικές, ώστε θα είχαμε πραγματικά άδικο αν τα χάναμε όταν το κοινό, που δεν είναι εξοικειωμένο με τις ιδέες μας, που δεν μπορεί να ξεχωρίσει αμέσως τις μεγάλες διαφορές που κρύβονται κάτω από την ίδια τη λέξη, μένει αδιάφορο στη προπαγάνδα μας και μας περιφρονεί. Δεν μπορούμε φυσικά να εμποδίσουμε τους άλλους να χρησιμοποιούν όποιο όνομα θέλουν όσο για το να σταματήσουμε εμείς να λεγόμαστε αναρχικοί. Αυτό δεν θα βοηθούσε σε τίποτα, γιατί ο κόσμος θα πίστευε απλούστατα ότι αλλάξαμε απόψεις.

Αυτό που όλο και όλο μπορούμε και πρέπει να κάνουμε, είναι να διαχωρίζουμε ξεκάθαρα τη θέση μας από όσους έχουν διαφορετική αντίληψη για την αναρχία και από όσους, αν και έχουν τις ίδιες θεωρητικές απόψεις με μας, βγάζουν από αυτές πρακτικά συμπεράσματα διαφορετικά από τα δικά μας. Ο διαχωρισμός της θέσης μας πρέπει να είναι αποτέλεσμα μιας ξεκάθαρης έκθεσης των ιδεών μας και της ειλικρινούς και αδιάκοπης επανάληψης των απόψεων μας για όλα τα γεγονότα που έρχονται σε αντίθεση με τις ιδέες και την ηθική μας, χωρίς να έχουμε στο μυαλό μας την υπεράσπιση κάποιου συγκεκριμένου προσώπου ή χώρου. Γιατί αυτή η δήθεν αλληλεγγύη ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ανήκουν και δεν θα μπορούσαν να ανήκουν στον ίδιο χώρο, υπήρξε ακριβώς ένα από τα βασικά αίτια της σύγχυσης.

Έχουμε φτάσει στο σημείο πολλοί να εξυμνούν στους συντρόφους τα ίδια πράγματα που καταδικάζουν στους αστούς και φαίνεται ότι το μοναδικό τους κριτήριο για το αν μια πράξη είναι καλή ή κακή, είναι το αν αυτός που την έκανε δηλώνει αναρχικός ή όχι. Πολλά σφάλματα έχουν φέρει τους μεν στο σημείο να αντιφάσκει ανοιχτά η πρακτική τους με τις αρχές που διακηρύσσουν θεωρητικά και τους δε να μην ανέχονται τέτοιες αντιφάσεις. Παρόμοια πολλοί λόγοι έχουν φέρει κοντά μας ανθρώπους που στο βάθος αδιαφορούν για την αναρχία και για όλα ξεπερνούν τα στενά τους ατομικά συμφέροντα. Δεν μπορώ να παραθέσω εδώ μια μεθοδική και εξαντλητική μελέτη όλων αυτών των σφαλμάτων, θα αρκεστώ να μιλήσω για αυτά που με έχουν εντυπωσιάσει περισσότερο. Ας μιλήσουμε για την ηθική.

Δεν είναι σπάνιο να συναντάμε αναρχικούς που αρνούνται την ηθική. Στην αρχή λένε απλώς ότι σαν θεωρητική άποψη δεν παραδέχονται καμία απόλυτη, αιώνια και αμετακίνητη ηθική και στην πράξη επαναστατούν εναντίον της αστικής ηθικής, που επιδοκιμάζει την εκμετάλλευση των μαζών και καταφέρεται εναντίον όλων των πράξεων που βλάπτουν ή απειλούν τα συμφέροντα των προνομιούχων. Έπειτα σιγά-σιγά όπως συμβαίνει σε τόσες και τόσες περιπτώσεις παίρνουν το σχήμα του λόγου για επακριβή έκφραση της αλήθειας.

Λησμονούν ότι στην τωρινή ηθική πλάι στους κανόνες που προβάλουν οι παπάδες και τα αφεντιά για να κατοχυρώσουν τη κυριαρχία τους βρίσκονται και άλλοι, περισσότεροι και ουσιαστικότεροι που χωρίς αυτούς θα ήταν αδύνατη κάθε κοινωνική συμβίωση. Λησμονούν ότι το να επαναστατείς εναντίον κάθε κανόνα που επιβάλλεται με τη βία δεν σημαίνει καθόλου ότι πρέπει να μην έχεις κανένα συναίσθημα υποχρέωσης και καμία ντροπή απέναντι στους άλλους. Λησμονούν ότι για να καταπολεμήσεις σωστά μια ηθική πρέπει να τις αντιπαραθέσεις, τόσο στη θεωρία όσο και στη πράξη μια ηθική ανώτερη. Και καταλήγουν με τη βοήθεια της ιδιοσυγκρασίας τους να και των περιστάσεων να γίνουν ανήθικοι με όλη τη σημασία της λέξης, άνθρωποι χωρίς κανόνες συμπεριφοράς, χωρίς κριτήριο που να καθοδηγεί τις πράξεις τους, που υποκύπτουν παθητικά στη παρόρμηση της στιγμής. Σήμερα στερούνται το ψωμί τους για να βοηθήσουν ένα σύντροφο αύριο θα σκοτώσουν έναν άνθρωπο για να πάνε στις πουτάνες.

Η ηθική είναι το σύνολο των κανόνων συμπεριφοράς που θεωρεί καλό κάποιος άνθρωπος. Μπορεί να βρίσκει κανείς κακή την κρατούσα ηθική μιας συγκεκριμένης εποχής μιας χώρας ή μιας κοινωνίας και πράγματι η αστική ηθική είναι κάτι παραπάνω από κακή, όμως δεν μπορούμε να διανοηθούμε μια κοινωνία χωρίς καμία ηθική ούτε ένα συνειδητό άνθρωπο χωρίς κανένα κριτήριο για το τι είναι καλό και κακό για τον εαυτό του και τους άλλους.

Όταν χτυπάμε την τωρινή κοινωνία, αντιπαραθέτουμε στην ατομιστική αστική ηθική την ηθική της αλληλεγγύης και προσπαθούμε να εγκαθιδρύσουμε θεσμούς που ανταποκρίνονται στο πως εμείς κάνουμε τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Αν δεν κάναμε αυτό το πράγμα πως θα μπορούσαμε να βρούμε ότι τα αφεντικά εκμεταλλεύονται το λαό;

Μια άλλη απαράδεκτη άποψη που μερικοί την υποστηρίζουν ειλικρινά και άλλοι την χρησιμοποιούν σα δικαιολογία είναι ότι το σημερινό κοινωνικό περιβάλλον δεν σου επιτρέπει να είσαι ηθικός και ότι κατά συνέπεια μάταια πασχίζεις όταν οι προσπάθειες σου είναι εκ των προτέρων καταδικασμένες σε αποτυχία, το καλύτερο είναι να εκμεταλλευόμαστε όσο μπορούμε τις περιστάσεις προς όφελος μας και να μη νοιαζόμαστε για τους άλλους, θα αλλάξουμε ζωή όταν αλλάξει η οργάνωση της κοινωνίας. Βέβαια κάθε αναρχικός καταλαβαίνει σήμερα ότι η αδυσώπητη οικονομική κατάσταση επιβάλει στον άνθρωπο να παλεύει εναντίον των άλλων ανθρώπων και βλέπει σα καλός παρατηρητής πόσο ανίσχυρη είναι η προσωπική επανάσταση ενάντια στο πανίσχυρο κοινωνικό περιβάλλον. Ένα όμως είναι εξίσου αληθινό, ότι χωρίς την προσωπική επανάσταση και χωρίς την συνεργασία με άλλους ανθρώπους επαναστατημένους με σκοπό την αντίσταση στη δύναμη του κοινωνικού περιβάλλοντος και στην προσπάθεια για μετασχηματισμό του, αυτό το κοινωνικό περιβάλλον δεν θα άλλαζε ποτέ.

Είμαστε όλοι χωρίς εξαίρεση, υποχρεωμένοι να ζούμε λίγο πολύ σε αντίθεση με τις ιδέες μας είμαστε όμως αναρχικοί ακριβώς στο μέτρο που βασανιζόμαστε από αυτή την αντίθεση και προσπαθούμε όσο είναι δυνατόν να τη μικρύνουμε. Τη μέρα που δεν θα προσαρμοζόμασταν στο περιβάλλον, δεν θα είχαμε πια τη λαχτάρα να το μετασχηματίσουμε και θα γινόμασταν και εμείς αστοί.

Άφραγκοι ίσως, αλλά όχι λιγότερο αστοί στα έργα και στις επιδιώξεις μας.

Via: Βραχόκηπος

Συνέντευξη του Αντρέ Γκόρζ: Άτομο, κοινωνία, κράτος (I)

Via: Ερανιστής

Ο ΓΑΛΛΟΣ φιλόσοφος Αντρέ Γκορζ, ο συνιδρυτής του «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» το 1964, έφυγε από την ζωή σε ηλικία 84 ετών αυτοκτονώντας με την σύντροφο της ζωής του Ντορίν στην κατοικία τους στο Βοσνόν (στ’ ανατολικά του Παρισιού) – μετά από μία αρμονική συμβίωση 58 ετών. Ο Αντρέ Γκορζ ήταν 84 ετών, ενώ η σύζυγος Ντορίν ήταν 83, ήταν αγγλικής καταγωγής, έπασχε δε από ανίατη ασθένεια τα τελευταία έτη της ζωής της. Ο Γκορζ γεννήθηκε τον Φεβρουάριο 1923, στη Βιέννη, και έλαβε τη γαλλική υποκοότητα στη διάρκεια του 1954 όπως και το νέο του ληξιαρχικό ονοματεπώνυμο: Ζεράρ Χορστ. Διέπρεψε στην πολιτική οικολογική θεωρία ενώ βασικά έργα του θεμελιώνονται στον «αντι-καπιταλισμό». «Οικολογία και Πολιτική», «Οικολογία και Ελευθερία», «Αντίο στο Προλεταριάτο», «Μεταμορφώσεις της Εργασίας» είναι σπουδαία έργα του. Με το ψευδώνυμο «Μισέλ Μποσκέ» υπήρξε συνιδρυτής το 1964 του παρισινού εβδομαδιαίου πολιτικού περιοδικού «Νουβέλ Ομπσερβατέρ». Το 1983 συνταξιοδοτήθηκε. Ακολούθως, πολύ αφοσιωμένος στην Ντορίν, έζησε μαζί της κυρίως στα όρια της κατοικίας που τότε επέλεξαν, στο Βοσνόν, σχετικά κοντά στο Παρίσι, ως «φιλόξενοι και απλοί χωρικοί», όπως δήλωναν στους γείτονες τους. Μία στενή φίλη αντιλήφθηκε το δραματικό τέλος της 58χρονης κοινής ζωής του αγαπημένου ζευγαριού την Δευτέρα το πρωί. Μάλιστα πάνω στην κεντρική θύρα του σπιτιού τους υπήρχε η επιγραφή με την ένδειξη «ειδοποιείστε την χωροφυλακή». Τα πτώματα βρέθηκαν το ένα πλάι στο άλλο, κοντά βρέθηκαν και γράμματα με αποδέκτες οικείους. Προ ημερών, ο Γκορζ εκμυστηρεύθηκε σε στενή φίλη ότι τον προβλημάτιζε πολύ η ραγδαία επιδείνωση της υγείας της Ντορίν. Πηγή: Καθημερινή


Πότε μπορούμε να πούμε για κάποιο άτομο πως είναι αυτόνομο; Πώς εκδηλώνεται η αυτονομία του στις σχέσεις του με την κοινωνία:

Όταν κάποιος συλλαμβάνει και υλοποιεί ένα προσωπικό σχέδιο με κατεύθυνση στόχους που έχει ο ίδιος επινοήσει και σύμφωνα με κριτήρια επιτυχίας που δεν είναι κοινωνικά προκαθορισμένα, τότε λέμε ότι είναι αυτόνομος. Ο όρος προέρχεται από τα ελληνικά: «Αυτός που ακολουθεί τον δικό του νόμο». Από την φύση της, η αυτόνομη συμπεριφορά δεν υπακούει σε κοινωνιολογικές ερμη­νείες. Φυσικά ξεδιπλώνεται πάντα σ’ ένα κοινωνικά καθορισμένο πεδίο, με εργαλεία που έχουν διαμορφωθεί κοινωνικά. Αλλά αυτό το πεδίο και αυτά τα εργαλεία ξεπερνιούνται και υποτάσσονται σε προσωπικούς σκοπούς και στην προσωπική περιπέτεια του καθε­νός.

Αυτό ισχύει κυρίως -αλλά όχι μόνο- για εκείνους που αποκα­λούμε «δημιουργικούς»· και οι οποίοι, είτε είναι καλλιτέχνες είτε μαθηματικοί, εφευρέτες, επιχειρηματίες, φιλόσοφοι, είτε παλεύουν για νέους τρόπους ζωής, νέα παιδαγωγικά μοντέλα, κλπ., βρίσκο­νται πάντα σε ρήξη με τους κανόνες και τους κώδικες της κοινωνίας τους. Και είναι αυτό ακριβώς για το οποίο τους κατηγορεί η κοινω­νία, όταν είναι έντονα συγκεντροποιημένη, ή το ολοκληρωτικό κράτος: χαρακτηρίζονται «ακοινωνικοί»», «ανήθικοι»», επικίνδυνοι για την καθεστηκυία τάξη, κλπ., και διώκονται.

Η αυτονομία συνεπάγεται υποχρεωτικά την μοναξιά, με την υ­παρξιακή έννοια, δηλαδή τη συνείδηση, που οι φαινομενολόγοι ονομάζουν «cogito», ότι είναι αδύνατο να μοιραστώ τις προσωπικές μου αβεβαιότητες με τους άλλους και, αντίστροφα, πως οι αποφά­σεις μου σαν κοινωνικό άτομο είναι αδύνατο να εσωτερικευτούν και να βιωθούν σαν προσωπικές αλήθειες. Με λίγα λόγια, η κοινω­νική ύπαρξη εμπεριέχει υποχρεωτικά ένα ποσοστό αλλοτρίωσης γιατί η κοινωνία δεν μπόρεσε ποτέ και δεν μπορεί να παραχθεί και να αναγνωριστεί από τον καθένα σαν το έργο που δημιούργησε ελεύθερα, σε εθελοντική σύμπραξη με όλους τους υπόλοιπους.

Στην αρχή του βιβλίου του Μαλρώ, Οι κατακτητές, υπάρχει ο αστυνομικός φάκελος ενός επαγγελματία επαναστάτη, του Γκάριν, με την παρακάτω σημείωσή του: «Είμαι ακοινωνικός όπως είμαι άθεος»·. Μου αρέσει πολύ αυτή η διατύπωση. Γιατί ο πιστός πι­στεύει ότι, πέρα από τη σκέψη του, υπάρχει μια απόλυτη και αληθι­νή σκέψη που τον διαλογίζεται και με την οποία προσπαθεί απεγνω­σμένα να συμπέσει. Όμοια, οι άνθρωποι που συμπεριφέρονται σύμ­φωνα με τους κανόνες και τις αξίες που κυριαρχούν στον κοινωνικό τους περίγυρο, θεωρούν την κοινωνία ένα ολιστικό υποκείμενο που τους διαλογίζεται σύμφωνα με μια αλήθεια που τους υπερβαίνει. Υπάρχει θρησκευτικότητα σε κάθε συμπεριφορά που πιστεύει πως τα άτομα πρέπει να υπηρετούν την κοινωνία και να αποτελούν τα εργαλεία της ακεραιότητάς της. Αυτές οι συμπεριφορές έχουν πά­ντα κάτι το «άνομο»»: οι αξίες, το Καλό, το Αληθινό, αντιμετωπίζο­νται σαν άπιαστα δεδομένα στα οποία υποτασσόμαστε από ένα πα­θητικό ή συναγωνιστικό κονφορμισμό. Αντίστροφα, εκείνος που νιώθει τον εαυτό του μοναδικό κριτή, «στην ψυχή και τη συνείδησή του»» όπως λένε, του Καλού και του Αληθινού, είναι «ακοινωνικός όπως είναι και άθεος»: πιστεύει πως η κοινωνία πρέπει να μπαίνει στην υπηρεσία της ολόπλευρης ανάπτυξης των ανθρώπων μέσα από τον πλούτο των εργαλείων και των χώρων που προσφέρει στη δημιουργικότητά τους.

Πώς όμως εξηγείται το γεγονός ότι υπάρχουν άτομα πιο αυτόνομα από άλλα:

Πριν απ’ όλα από το οικογενειακό περιβάλλον. Υπάρχει αυτή η περίφημη έρευνα του Κορνχάουζερ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, που δείχνει πως τα άτομα είναι τόσο πιο «άνομα» (δηλαδή στερούνται αυτονομίας και σέβονται την ιεραρχία) όσο περισσότερο η εργασία τους είναι επαναληπτική και χωρίς πρωτοβουλία. Αλλά αυτός ο φαινομενικός κοινωνικός ντετερμινισμός έχει προφανή όρια. Υ­πάρχουν κατ’ αρχήν όλοι αυτοί που κάνουν επαναληπτική δουλειά ανειδίκευτου εργάτη προσωρινά, για να βγάλουν κάποια χρήματα που θα τους επιτρέψουν να υλοποιήσουν κάποιο προσωπικό στόχο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ιδιαίτερα πολυάριθμοι στις Ηνωμένες Πο­λιτείες όπου δεν είναι σπάνιο να δουλεύει κανείς σε εργοστάσιο ή σαν χειρώνακτας για να πληρώσει τις σπουδές του. Ο Αντρέ Σβαρτς-Μπαρτ, στη Γαλλία, δούλεψε σαν ανειδίκευτος εργάτης στη Ρενώ για να μπορέσει να γράψει τον Τελευταίο των Δικαίων.

Από την άλλη πλευρά, από τότε που ο Κορνχάουζερ δημοσίευσε την έρευνά του, είδαμε να αναπτύσσεται σ’ όλο τον κόσμο η εξέ­γερση των ανειδίκευτων εργατών, ιδιαίτερα στους νέους. Εδώ το κοινωνικό δεν εξηγεί πολλά πράγματα: υπήρξε μια πολιτιστική μεταλλαγή, δηλαδή άλλαξε η αντίληψη για την εργασία, για την κατάσταση του εργάτη, γι’ αυτό που είναι αποδεκτό κι εκείνο που δεν είναι. Αλλά αυτή η πολιτιστική σχέση των ατόμων προς το κοινωνικό σύμπαν διαμορφώνεται πριν απ’ όλα στο οικογενειακό περιβάλλον: πιο συχνά σε αντίδραση προς αυτό παρά σε συμφωνία μαζί του. Όσο πιο αντιφατικό είναι ένα οικογενειακό περιβάλλον, τόσο πιο αδύνατο γίνεται να προσχωρήσει κανείς στις αξίες του, ή να τις δει έστω σαν αξίες , τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να νιώσει το παιδί καταδικασμένο στην αυτονομία. Για να την πραγματώσει αυτή την αυτονομία θα του χρειαστούν ακόμα πολιτι­σμικά μέσα που, στις κοινωνίες μας, μπορούν να προσφέρουν μονά­χα οι γονείς ή αυτοί που τους αντικαθιστούν. Χοντρικά, τα αυτόνο­μα άτομα, και κυρίως οι δημιουργοί, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμε­νοι, κλπ., προέρχονται τις περισσότερες φορές από οικογένειες όπου η πατρική εξουσία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη ή ελλιπής και όπου κάποιος άλλος είχε μια προτίμηση στις ιδέες, τα βιβλία, την τέχνη ή απλά μια αφυπνισμένη περιέργεια.

«Όσο πιο αντιφατικό είναι ένα οικογενειακό περιβάλλον, τόσο πιο αδύνατο γίνεται να προσχωρήσει κανείς στις αξίες του, ή να τις δει έστω σαν αξίες , τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να νιώσει το παιδί καταδικασμένο στην αυτονομία. Για να την πραγματώσει αυτή την αυτονομία θα του χρειαστούν ακόμα πολιτι σμικά μέσα που, στις κοινωνίες μας, μπορούν να προσφέρουν μονά χα οι γονείς ή αυτοί που τους αντικαθιστούν. Χοντρικά, τα αυτόνο μα άτομα, και κυρίως οι δημιουργοί, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμε νοι, κλπ., προέρχονται τις περισσότερες φορές από οικογένειες όπου η πατρική εξουσία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη ή ελλιπής και όπου κάποιος άλλος είχε μια προτίμηση στις ιδέες, τα βιβλία, την τέχνη ή απλά μια αφυπνισμένη περιέργεια.» Αντρέ Γκορζ.

Με μια λέξη, τα αυτόνομα άτομα είναι άτομα στα οποία η κοινω­νικοποίηση παρέμεινε ελλιπής: σ’ αυτούς το κομμάτι της μη κοι­νωνικοποιημένης ύπαρξης υπερτερεί πάνω στο κοινωνικοποιημένο κομμάτι. Η κοινωνία, η κάθε κοινωνία, τους εμφανίζεται σαν τυχαία, σχεδόν συμπτωματική, μάλλον παράλογη και σε κάθε περί­πτωση εξωτερική. Έχουν μόνιμα συνείδηση ότι οι κανόνες και οι νόμοι λειτουργίας της κοινωνίας δεν συμπίπτουν με την ίδια την απαίτηση, ηθική ή αισθητική, του ατόμου και των σχέσεων ανάμε­σα στα άτομα. Υπάρχει μια αξεπέραστη αλλοτρίωση, όποιος και αν είναι ο τύπος της κοινωνίας.

Και θεωρείς πως αυτή η αλλοτρίωση δεν μπορεί να εξαλειφθεί:

Μπορούμε να την μειώσουμε, να περιορίσουμε τη σημασία της στο χρόνο και τον χώρο, αλλά όχι να την εξαλείψουμε πλήρως. Αντίθετα, πιστεύω πως ο ισχυρισμός ότι θα εξαλειφθεί πλήρως οδηγεί μονάχα στο να την αρνούμαστε και αυτή η άρνηση είναι ίδιον του ολοκληρωτισμού, συμπεριλαμβανομένου ιδιαίτερα, του σοσιαλιστικού ολοκληρωτισμού. Αυτός, με τον ένα ή άλλο τρόπο, λέει πάντα στα άτομα: «Βρισκόμαστε στην καλύτερη δυνατή κοινωνία, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και αδερφοί, άρα αν εσύ δεν είσαι ευτυχισμένος, αν δεν ταυτίζεσαι ανεπιφύλακτα με τον κοινωνικό σου ρόλο, είναι γιατί είσαι άτομο διεστραμμένο, κακό, εγκληματι­κό ή τρελό, ή ακόμα ένας εχθρός του λαού πληρωμένος από τους ιμπεριαλιστές».

Αλλά όποιο και αν είναι το πολιτικό καθεστώς, η κάθε κοινωνία είναι από μερικές πλευρές μια μεγάλη μηχανή, για την καλή λει­τουργία της οποίας απαιτείται από τα άτομα να υποτάσσονται κά­ποιες στιγμές σε τεχνικές επιταγές που η εκτέλεσή τους δεν έχει τίποτα το ενθουσιαστικό ή το ευεργετικό. Στην Κίνα, για παράδειγ­μα, μια από αυτές τις επιταγές είναι να ρίξουν σαν λίπασμα στα χωράφια τα ανθρώπινα κόπρανα. Μπροστά σ’ αυτή την αναγκαιό­τητα υπάρχουν δύο δυνατές στάσεις:

—μπορεί κανείς να πει, εντάξει, είναι μια απαίσια αγγαρεία που κανένας δεν έχει όρεξη να αναλάβει. Θα την μοιραστούμε λοιπόν έτσι ώστε ό καθένας ν’ ασχοληθεί μ’ αυτό τον λιγότερο δυνατό χρόνο·

—μπορούμε όμως επίσης, πράγμα που-έγινε στην Κίνα, να ξεκι­νήσουμε από την αρχή ότι το συλλογικό συμφέρον του θριάμβου της Μεγάλης Προλεταριακής Επανάστασης απαιτεί από τον καθέ­να να ταυτιστεί με τη συλλογική υπόθεση και να αρνηθεί την προ­σωπική του απαίτηση, για να υπηρετήσει καλύτερα την κοινωνία. Έτσι ο καλός πολίτης χαρακτηρίζεται ήρωας που θυσιάζεται ευχα­ρίστως για την Επανάσταση και που βρίσκει τη μεγαλύτερη προ­σωπική του ικανοποίηση στη λίπανση των αγρών.

Αυτή η εργασία παρουσιάζεται όχι πια σαν αγγαρεία αλλά σαν ένα ηθικό και πα­τριωτικό καθήκον. Για να είναι κανείς καλός πολίτης πρέπει να του αρέσει αυτή η δουλειά. Και καθώς υπάρχουν άνθρωποι, οι διανοού­μενοι, για τους οποίους έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι δεν τους αρέσει αυτή η δουλειά, θα τους στείλουμε σ’ αυτή πριν απ’ όλους και από πάνω θα τους ζητήσουμε να την εξυμνήσουν και να ευχαριστήσουν τον Μεγάλο Τιμονιέρη που τους βοήθησε ν’ ανα­καλύψουν τη χαρά αυτής της ασκητικής ζωής.

Μέχρι τώρα, όλα τα σοσιαλιστικά καθεστώτα επέβαλαν αυτή τη θρησκεία της εργασίας και την εξυμνούσαν αρνούμενοι την αλλο­τρίωση που εμπεριέχει. Αν η εργασία ήταν πράγματι ευχάριστη και ευεργετική, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να εξυμνείται. Στην πραγματικότητα, ξέρουμε πως δεν έχει αλλάξει και πως, σοσιαλι­στική ή καπιταλιστική, μια κοινωνία μεγάλων μονάδων παραγωγής διατηρεί την πλευρά μεγάλη μηχανή και βάζει τους ανθρώπους στην υπηρεσία της λειτουργίας των μεγάλων υλικών συστημάτων αντί τα υλικά συστήματα να χρησιμεύουν στην ολόπλευρη ανάπτυ­ξη του καθένα και όλων.

Ωστόσο, αναπτύσσοντας την αυτόνομη εργασία, δεν σκοπεύουμε α­κριβώς σε μια υλική αναδιοργάνωση της κοινωνίας που θα της αφαιρεί αυτή την πλευρά της μεγάλης μηχανής; Ο σκοπός δεν είναι να κομματια­στεί όλο αυτό που, εξαιτίας των μεγάλων του διαστάσεων, δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο αυτοδιαχείρισης, ώστε να ανακαλύψουμε ξανά την αυ­τόνομη εργασία; Μέσα στην ιδέα της αυτόνομης εργασίας, ενυπάρχει σαφώς η ιδέα της επιστροφής σε μια σχέση κατανοητή και βιωμένη ανάμεσα στις ανάγκες του ατόμου και της ομάδας από τη μια και την παραγωγή του, τις ανταλλαγές του με τους άλλους από την άλλη. Μέχρι πού λοιπόν μπορεί να φτάσει αυτή η σφαίρα της αυτονομίας; Για ποιους οικονομικούς, κοινωνικούς ή πολιτικούς λόγους Θα εξακολουθεί να συ­ναντά αξεπέραστα όρια, ανεξάρτητα από την κατεύθυνση της ιστορίας;

Αν επιμένω στο γεγονός ότι κάθε κοινωνία έχει την πλευρά μεγά­λη μηχανή και αποτελεί για τα άτομα μια κάποια κοινωνική αλλο­τρίωση, το κάνω γιατί πρέπει, ξεκινώντας από την αναγνώριση αυτού του γεγονότος, να προσπαθήσουμε να περιορίσουμε στο ελά­χιστο τους θεσμούς, τα «εργαλεία», με την έννοια που τους δίνει ο Ίλλιτς, και τις δραστηριότητες που προϋποθέτουν και διατηρούν αυτή τη λειτουργία μεγάλης μηχανής. Αλλά δεν πρόκειται να τα εξαλείψουμε ολοσχερώς: για να μην υπάρχουν εξωτερικά όρια στη σφαίρα των αυτόνομων δραστηριοτήτων, θα έπρεπε ο κόσμος ν’αποτελείται αποκλειστικά από μικρο-επιχειρήσεις, αυτοδιαχειριζόμενες από τα μέλη τους, που θα ενώνονται εθελοντικά και, ακόμα, αυτές οι μικρο-επιχειρήσεις να είναι τέλειες νησίδες. Πράγμα που, χοντρικά, αντιστοιχεί στο στάδιο των κοινωνιών των φυλών, τέ­τοιων που υπήρχαν μέχρι πρόσφατα ακόμα στην Αμαζονία, εντε­λώς απομονωμένες η μία από την άλλη.

Η αυτόνομη παραγωγή είναι στην ουσία της μια βιοτεχνική πα­ραγωγή στην οποία το άτομο ή η συμβιωτική ομάδα έχει τον έλεγ­χο των μέσων παραγωγής, της εργασιακής διαδικασίας και του προϊόντος τόσο στη σύλληψη όσο και στην ποιότητά του. Αλλά φυσικά, το ζήτημα δεν είναι να επιστρέψουμε στον τροχό, τον νε­ρόμυλο και την οικιακή οικονομία ή την οικονομία του χωριού για να καλύψουμε το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών. Η αυτόνομη παραγωγή, έτσι όπως την αντιμετωπίζουμε σήμερα, γίνε­ται ή θα γίνεται με μια πλειοψηφία πολύ τελειοποιημένων και εξε­ζητημένων εργαλείων, εργαλεία που μπορεί να ελέγχει κάθε άτομο ή ομάδα αλλά που δεν μπορούν να κατασκευαστούν στην κλίμακα της ομάδας ή της κοινότητας. Για παράδειγμα, οι μικροϋπολογι­στές και τα περιφερειακά τους, ακόμα και τα ποδήλατα ή τα συστα­τικά στοιχεία ενός ηλιακού θερμοσίφωνα (και πολύ περισσότερο μιας ηλιακής μπαταρίας), απαιτούν ένα καταμερισμό εργασίας στην κλίμακα μιας χώρας ή μιας ηπείρου. Χρειάζεται μια ιδιαίτερα εξελιγμένη λεπτή μεταλλουργία, όργανα οπτικά, λεπτής χημείας, ηλεκτροχημείας, εργοστάσια για ρουλεμάν με τις ειδικές μηχανές τους, κλπ.

Κανένα άτομο και καμιά ομάδα δεν μπορεί να ελέγχει το σύνολο των γνώσεων και των τεχνολογιών που χρειάζονται για να κατα­σκευαστεί ένα ποδήλατο ή ένα μικρό ρομπότ. Επομένως, για να διατίθενται αυτά τα εργαλεία, χρειάζονται μονάδες παραγωγής και άνθρωποι ειδικευμένοι στην κατασκευή και τον σχεδιασμό των κομματιών και των οργάνων που δεν έχουν σαν τέτοια κάποια αξία χρήσης: για παράδειγμα, μονάδες μνήμης ή αλυσίδες ποδηλάτων. Συνεπώς, ο έλεγχος του τελικού προϊόντος αναπόφευκτα τους δια­φεύγει. Παράγουν για ένα ευρύτερο σύνολο πάνω στο οποίο, κατά την εργασία τους, δεν έχουν κανένα έλεγχο. Αυτή η εργασία μπορεί να παρουσιάζει όψεις περιορισμένης αυτονομίας, μπορεί να είναι έξυπνη, όχι δυσάρεστη, κλπ., αλλά δεν θα γίνει ποτέ αυτόνομη δρα­στηριότητα. Προορίζεται εξαρχής για την αγορά και όχι για ανθρώ­πους με τους οποίους έρχεται κανείς σε σχέση. Μ’ αυτό θέλω να πω πως θα αμειφθεί ανάλογα με την αξία της, με την έννοια που δίνει ο Μαρξ: ανταλλάσσονται ώρες εργασίας και όχι αξίες χρήσης. Για τις ώρες δουλειάς μου εισπράττω ένα μισθό που, αν καταργηθεί η εκμετάλλευση, θα μου επιτρέψει να αγοράσω πράγματα που αντι­προσωπεύουν τόσες ώρες εργασίας όσες εργάστηκα. Έτσι λοιπόν οι εμπορευματικές σχέσεις δεν καταργούνται, ούτε η αλλοτρίωση του μισθού, ούτε ο εξωτερικός προσδιορισμός της φύσης και των ιδιαιτεροτήτων των προϊόντων τα οποία βοηθάω να παραχθούν. Ο σοσιαλισμός δεν αλλάζει τίποτε σ’ αυτό. Στην καλύτερη περίπτω­ση μπορεί να επιτρέψει στους εργαζόμενους να αυτοκαθορίσουν τις συνθήκες εργασίας με την ευρύτερη έννοια.

Έτσι λοιπόν, η σφαίρα της αυτονομίας, στην πράξη, αφαιρείται πάντα από τη σφαίρα της κοινωνικοποιημένης ετερόνομης παρα­γωγής. Γιατί χάρη στην αποτελεσματικότητα, την παραγωγικότητα της τελευταίας μπορούμε να έχουμε στη διάθεσή μας εργαλεία και χρόνο που να επιτρέπουν μια αυξανόμενη αυτονομία και ένα μεγά­λο πλούτο και ποικιλία δυνατών δραστηριοτήτων. Δίχως τη σφαίρα της κοινωνικής παραγωγής με τον καταμερισμό εργασίας που απαι­τεί και τις σχετικά μεγάλες και σύνθετες μονάδες παραγωγής, θα έπρεπε να δουλεύουμε πολύ περισσότερο για να παράγουμε το απο­λύτως αναγκαίο.

Ποιά θα ήταν όμως η φύση αυτής της εργασίας; Δεν θα ήταν ακριβώς περισσότερο αυτόνομη;

Και ναι και όχι. Στην αγροτική-βιοτεχνική κοινωνία, οι άνθρω­ποι ήταν πιο αυτόνομοι στον βαθμό που έλεγχαν τον χρόνο τους, τον ρυθμό της εργασίας τους και τις μεθόδους της. Ωστόσο αυτή η αυτονομία δεν βιωνόταν σαν τέτοια εφόσον εργάζονταν από τα χαράματα μέχρι το δειλινό για να παράγουν τα μέσα διαβίωσής τους, συχνά χωρίς κανένα περιθώριο ασφαλείας. Ο ευεργετικός χαρακτήρας που έχουν σήμερα οι αυτόνομες δραστηριότητες που διεξάγονται με συμβιωτικές τεχνολογίες, βρίσκεται στο ότι μας ξεκουράζουν από την ετερόνομη εργασία και έχουν δημιουργικό ανατρεπτικό χαρακτήρα: σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί η μεγάλη εμπορευματική παραγωγή, οριοθετούμε νησίδες που συνιστούν ε­ναλλακτικά πολιτιστικά και κοινωνικά πρότυπα. Αν αυτά τα πρότυ­πα ήταν κυρίαρχα, αν είμαστε από το νόμο υποχρεωμένοι να δου­λεύουμε κύρια με ήπιες τεχνολογίες σε οικιακή ή κοινοτική κλίμα­κα, δεν θα το θεωρούσαμε αυτό ούτε δημιουργικό ούτε ευεργετικό.

Η συνέχεια στο δεύτερο μέρος.

*H συνέντευξη  του Αντρέ Γκορζ δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Αυτοδιαχειρίσεις, τεύχος 8/9, την άνοιξη του 1982 και  πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία των Ολιβιέ Κορπέ, Ζοσλίν Γκοντέν, Μίκαελ Γκρουπ και Μπρούνο Ματέι. Το κείμενο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Οι δρόμοι του Παραδείσου που κυκλοφόρησε το 1986 από τις εκδόσεις Κομμούνα. Τη μετάφραση έκανε η Χριστίνα Σταματοπούλου.

Καστοριάδης: Λόμπι και Χόμπι

Τίθεται το ερώτημα αν μπορούν ακόμα οι δυτικές κοινωνίες να κατασκευάσουν το είδος εκείνο του ατόμου που είναι απαραίτητο για τη συνέχιση της λειτουργίας τους.

Το πρώτο και κύριο εργαστήριο κατασκευής σύμμορφων προς την κοινωνία ατόμων είναι η οικογένεια. Η κρίση της σύγχρονης οικογένειας δεν έγκειται μόνο ούτε κυρίως στη στατιστική της διάλυση· το βασικό είναι ο θρυμματισμός και η αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων -άντρας, γυναίκα, γονείς, παιδιά– και η συνέπειά τους: ο άμορφος αποπροσανατολισμός των νέων γενεών.

‘Όσα είπαμε προηγουμένως για τα κινήματα των τελευταίων είκοσι χρόνων ισχύουν και για αυτόν τον τομέα (αν και, στην περίπτωση της οικογένειας, η διαδικασία χρονολογείται από πολύ παλιότερα. Έχει αρχίσει, προκειμένου για τις πιο «εξελιγμένες» χώρες, εδώ και τρία τέταρτα του αιώνα). Η αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων αντανακλά τη ροπή των ατόμων προς την αυτονομία και περιέχει σπέρματα χειραφέτησης. Έχω όμως επισημάνει από παλιά την αμφισημία των συνεπειών της. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο δικαιούμαστε ν’ αμφιβάλλουμε κατά πόσον η διαδικασία αυτή οδηγεί στην εκκόλαψη νέων τροπών ζωής και όχι στον αποπροσανατολισμό και την ανομία.

Ένα κοινωνικό σύστημα όπου ο ρόλος της οικογένειας περνά σε δεύτερη μοίρα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται ο ρόλος άλλων θεσμών ανατροφής και διάπλασης, δεν έχει τίποτα το αδιανόητο. Πολλές αρχαϊκές φυλές, όπως άλλωστε και η Σπάρτη, διαμόρφωσαν τέτοια συστήματα. Στη Δύση, από μια περίοδο και μετά, το ρόλο αυτό τον έπαιξε όλο και περισσότερο από τη μια το εκπαιδευτικό σύστημα και από την άλλη η περιρρέουσα κουλτούρα -γενική και ειδική (τοπική: χωριό· η δεμένη με τη δουλειά: εργοστάσιο κ.λπ.).

To δυτικό όμως εκπαιδευτικό σύστημα έχει μπει εδώ και είκοσι χρόνια σε φάση επιταχυνόμενης διάλυσης. Υφίσταται κρίση περιεχομένου: τι μεταδίδεται, και τι πρέπει να μεταδίδεται, και με βάση ποια κριτήρια; Δηλαδή: κρίση των «προγραμμάτων» και κρίση του στόχου προς τον οποίο καταρτίζονται τα προγράμματα. Διέρχεται επίσης κρίση της εκπαιδευτικής σχέσης: ο παραδοσιακός τύπος της αναντίρρητης αυθεντίας έχει γκρεμιστεί, και νέοι τύποι -ο δάσκαλος-συμμαθητής, για παράδειγμα- δεν καταφέρνουν ούτε να διαμορφωθούν, ούτε να αναγνωριστούν, ούτε να διαδοθούν.

Όμως όλες αυτές οι διαπιστώσεις θα παρέμεναν αφηρημένες, αν δεν τις συσχετίζαμε με την πιο εξόφθαλμη και εκτυφλωτική εκδήλωση της κρίσης του εκπαιδευτικού συστήματος, που κανείς δεν τολμά καν να την αναφέρει. Ούτε οι μαθητές ούτε οι δάσκαλοι ενδιαφέρονται πια γι’ αυτό που συμβαίνει μέσα στο σχολείο σαν τέτοιο, και οι μετέχοντες δεν επενδύουν πια στην παιδεία ως παιδεία. Για τους εκπαιδευτικούς έχει γίνει αγγαρεία το προς το ζην, ενώ για τους μαθητές, για τους οποίους έχει πάψει να είναι το μοναδικό άνοιγμα προς τον εξωοικογενειακό κόσμο, και οι οποίοι δεν έχουν ακόμα την απαιτούμενη ηλικία (ή ψυχική δομή) ώστε να μπορούν να τη δουν ως εργαλειακή επένδυση (ολοένα προβληματικότερης άλλωστε αποδοτικότητας), έχει καταντήσει μια βαρετή υποχρέωση.

Με δυο λόγια, το ζητούμενο είναι η απόκτηση ενός «χαρτιού» που θα επιτρέπει την άσκηση ενός επαγγέλματος (εφόσον βρει κανείς δουλειά). Θα μας απαντήσουν ότι, στην ουσία, πάντα έτσι ήταν. Ίσως. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Άλλοτε -έως πρόσφατα- όλες οι διαστάσεις του εκπαιδευτικού συστήματος (και οι αξίες στις όποιες παρέπεμπαν) ήταν αδιαμφισβήτητες· τώρα δεν είναι πια.

Το νεαρό άτομο προέρχεται από μια παραπαίουσα οικογένεια, συχνάζει -ή και όχι- σ’ ένα σχολείο που το βλέπει σαν αγγαρεία, βρίσκεται τέλος μπροστά σε μια κοινωνία, στην οποία όλες οι «αξίες» και οι «νόρμες» έχουν λίγο πολύ αντικατασταθεί από το «βιοτικό επίπεδο», την «οικονομική επιφάνεια», τις ανέσεις και την κατανάλωση. Ούτε θρησκεία, ούτε «πολιτικές» ιδέες, ούτε κοινωνική αλληλεγγύη με κάποια τοπική ή εργασιακή κοινότητα, με κάποιους «ταξικούς συντρόφους». Αν δεν περιθωριοποιηθεί (ναρκωτικά, εγκληματικότητα, «χαρακτηρολογική» αστάθεια), του μένει η βασιλική οδός της ιδιώτευσης, που μπορεί αν θέλει να την εμπλουτίσει με μία ή περισσότερες προσωπικές μανίες. Ζούμε στην κοινωνία των λόμπι και των χόμπι,

Κορνήλιος Καστοριάδης – Η άνοδος της ασημαντότητας (εκδ. Ύψιλον, 2000, μετάφραση Κώστα Κουρεμένου). Εδώ μπορείτε να ξεφυλλίσετε ή να διαβάσετε το βιβλίο.

Κώστας Αξελός «Η έλλειψη οράματος, ήταν κάτι που με πονούσε αφάνταστα»

Γεννήθηκα σε μια μεγαλοαστική οικογένεια, γνώρισα την οικογενειακή θαλπωρή και μαζί και την οικογενειακή ασφυξία. Από παιδί ήταν κάτι που με έσπρωχνε πέρα από την οικογένεια, πέρα από τον τόπο. Ποιο είναι το πολύτιμο στοιχείο της παιδικής ηλικίας: το πολύτιμο στοιχείο της παιδικής ηλικίας θα ‘λεγα αυτή η θαλπωρή, για τα παιδιά που μπόρεσαν βέβαια να την γνωρίσουν – εκατομμύρια παιδιά δεν την γνωρίζουν – αλλά και ο κλοιός μέσα στον οποίον κλείνει τον νέον άνθρωπο, το παιδί, και τον σπρώχνει στην εφηβεία.

Από την παιδική μου ηλικία θυμάμαι δύο πράγματα πιο πολύ: τη σχέση μου με τον αδελφό του πατέρα μου, τον ζωγράφο Μιχαήλ Αξελό, ο οποίος μαζί με τη γυναίκα του και την ξαδέλφη μου την Άννα Αξελού, τόσο συχνά με φιλοξένησαν σπίτι τους, την εποχή που διωκόμενος δεν είχα πού να σταθώ, και τη ζωή στο Φάληρο κοντά στην οικογένεια της μητέρας μου, στη γιαγιά μου που είχε κι ένα εκκλησάκι στο κτήμα της.

Η παιδική ζωή έγινε γρήγορα εφηβική, θα ‘λεγα ότι η παιδική ανησυχία την έσπρωχνε να γίνει εφηβική, αλλά και στην εφηβεία η μεγαλοαστική τάξη που με περιέβαλλε, και η μικροαστική ηθική που κυριαρχούσε γύρω σε όλο τον τόπο – εννοώ την Ελλάδα –, ο ασφυκτικός κλοιός της νεότερης Ελλάδας, η έλλειψη οράματος, ήταν κάτι που με πονούσε αφάνταστα.

Γι αυτό στράφηκα στην εφηβεία μ’ έναν ιδιαίτερο ενθουσιασμό προς την Αντίσταση. Στην Αντίσταση δεν με ενδιέφερε τόσο, θα ‘λεγα δεν με ενδιέφερε το εθνικιστικό, σωβινιστικό της κήρυγμα. Μ’ ενδιέφερε το  μαρξιστικό κίνημα, το όραμα μιας άλλης πολιτείας, μιας πολιτείας που δε μένεις με μια θεωρητική σκέψη, και με μια φωτισμένη πολιτική θα μπορούσε να αλλάξει την ιστορική μοίρα των ανθρώπων πανανθρώπινα, και να δημιουργήσει ένα καινούργιο στυλ ζωής.

Ο ενθουσιασμός αυτός των πρώτων χρόνων της Αντίστασης, των δύο-τριών πρώτων χρόνων, περιείχε σύγχρονα αφάνταστα πλήγματα, γιατί μέσα από την Αντίσταση, μέσα απ’ την κυριαρχία της Αντίστασης απ’ το Κομμουνιστικό Κόμμα, που αυτό και εμψύχωνε και σύγχρονα έσφαζε την Αντίσταση, είδα τι σημαίνει ο περιορισμός του ανθρώπινου οράματος από κυρίαρχα κόμματα με κυρίαρχες ιδεολογίες, με μια προεκτεινόμενη μικροαστική ηθική, με πράξεις βίας όχι μόνο προς τους αντιπάλους αλλά και τους οπαδούς.

Δεν ήταν τόσο οι πράξεις βίας που με ξένιζαν, όσο το τυφλό της βίας, και ιδιαίτερα στο Δεκέμβριο μού κόστισε πολύ η σχιζοφρενική καθοδήγηση του Δεκέμβρη  από την ηγεσία και η απόκρυψη του γεγονότος, η εγκληματική απόκρυψη του γεγονότος, ότι η Ελλάδα είχε ήδη δοθεί σαν σφαίρα επιρροής στους αγγλοαμερικάνους.

Έτσι, παρ’ όλο που η Αντίσταση και το κομμουνιστικό κίνημα εμψύχωσαν την εφηβεία μου σύγχρονα, με έκαναν να θέλω να βλέπω πιο μακριά – αυτό που έκανα πάντα από παιδί.

Θυμάμαι νέος – θα ‘πρεπε να ‘μουνα τότε δεκαπέντε χρονών ίσως, με είχε πάρει η μητέρα μου στο Εθνικό Θέατρο, σε ένα έργο ενός συγγραφέα με αρκετό ταλέντο, αν και όχι μεγαλοφυή, ένα έργο του Ο’ Νηλ, που λεγότανε Πέρα από τον ορίζοντα. Δεν θυμάμαι βέβαια την πλοκή του έργου – δεν το διάβασα από τότε – αλλά ήτανε μια μικρή οικογένεια σ’ ένα κτήμα και ήταν ένας από τους γιους που έβλεπε διαρκώς πέρα από τον ορίζοντα.

Αυτό το πέρα απ’ τον κλειστό ασφυκτικό ορίζοντα της μεγαλοαστικής Ελλάδας, της μικροαστικής Ελλάδας, του κομμουνιστικού  κινήματος, αυτή η τριπλή ασφυξία, μ’ έκαναν να θέλω να φύγω, όχι από πόθο φυγής αλλά για να ζήσω μ’ έναν άλλο τρόπο ένα όραμα που ‘χε πάψει να είναι δογματικά μαρξιστικό, που ‘χε πάψει να θέλει να ενσωματωθεί σ’ ένα χώρο κι ένα χρόνο συγκεκριμένο, κάτω από την καθοδήγηση ενός κομμουνιστικού κόμματος, μια κίνηση προς τον κόσμο, όχι προς τα έξω, όχι προς την Ευρώπη, αλλά προς τον κόσμο.

Τότε, σε ηλικία είκοσι περίπου χρονών, άρχισα να ξανακαταλαβαίνω πράγματα που ‘χα καταλάβει στα δεκατέσσερά μου χρόνια, και που είχα ξεχάσει εν τω μεταξύ: ότι η σκέψη, η δημιουργική σκέψη, η ποιητική σκέψη, ο Ηράκλειτος, ο Χέγκελ, ο Νίτσε, το νεανικό έργο του Μαρξ, ο Φρόυντ, ανοίγουν τα μάτια ενός ανθρώπου, και λέγοντας ανοίγουν τα μάτια εννοώ και τον ψυχισμό του, γιατί δεν σκέφτεται κανείς μόνο με το κεφάλι, για να επιτελέσω ένα έργο φιλοσοφικό που βασικά με ενδιέφερε.

Και έτσι διωγμένος απ’ το Κομμουνιστικό Κόμμα, διωγμένος από την επίσημη δεξιά κυβέρνηση, έφυγα για το Παρίσι θέλοντας εκεί να αρχίσω να μπορώ να ξετυλίγω μια καθαυτό φιλοσοφική δουλειά – τότε την ονόμαζα φιλοσοφική, τώρα την ονομάζω, πιο σεμνά, στοχαστική -, που επεξεργάζομαι τώρα και τριανταπέντε χρόνια.

Στην Αθήνα είχα αρχίσει μόνον να σπουδάζω Νομικά, δηλαδή απλώς γράφτηκα στη Νομική Σχολή, και η αντιστασιακή, και μετά συνομωτική, δράση έθεσε ένα τέλος στις αρχινισμένες σπουδές και βασικά διάβαζα για τον εαυτό μου, δηλαδή για τον κόσμο.

Μετά, άμα έφθασα στο Παρίσι, γράφτηκα κανονικά στη Sorbonne σπούδασα φιλοσοφία και έκανα τις δύο διδακτορικές μου διατριβές: τη μία για τον Ηράκλειτο, και την άλλη για τον Μαρξ. Φθάνοντας στο Παρίσι, θα ‘λεγα μετά την απογοήτευση της οικογενειακής ζωής, μετά την απογοήτευση της εφηβικής αντιστασιακής ζωής, υπήρξε η απογοήτευση του παρισινού πανεπιστημίου της Sorbonne.

Κυριαρχούσε μια σχολικότητα, μια πανεπιστημιακότητα, ένας ακαδημαϊσμός, που δεν άφηναν να εκδηλωθεί μια βασική σκέψη.  Κατάλαβα πάλι κάτι που είχα αρχίσει να καταλαβαίνω στα δεκατέσσερά μου χρόνια διαβάζοντας Νίτσε: ότι οι μεγάλες σκέψεις είναι κάτι το πάρα πολύ σπάνιο και δεν τρέχουνε ούτε στους δρόμους, ούτε βρίσκονται οργανωμένες από τα κόμματα, ούτε κυριαρχούν στα πανεπιστήμια.

Ο Μάιος του ’68 μού θύμισε ορισμένα στοιχεία της Αντίστασης με τον ενθουσιασμό του, με την αμφισβήτηση, αλλά η αμφισβήτηση ήτανε μερική:

τα παιδιά ήθελαν πολύ μερικά αιτήματα, δεν είχανε ολική θέα του όλου θέματος, και επιπλέον δεν φαινόντουσαν να ενδιαφέρονται να κινούνται από μια συνθετική ολική σκέψη, μια ριζική σκέψη, μια σκέψη συνδεμένη με μια ποίηση, και ακόμα περισσότερο από τη γραφτή ή την προφορική ποίηση, με την ποιητικότητα του ίδιου του κόσμου.

Οι τρεις αυτές ανησυχίες, η παιδική, η εφηβική, η σπουδαστική, δεν είναι απλώς ψυχολογικά – ή θα ‘λεγα ακόμα και ψυχοπαθολογικά χαρακτηριστικά -, αλλά δείχνουνε πόσο όλοι οι κόσμοι είναι ο κόσμος ο μικρός, είναι οι κόσμοι οι μικροί, και πως σπάνια κατορθώνουμε να υπερβούμε το τείχος του ήχου να ανοιχτούμε στον Κόσμο με κάπα κεφαλαίο.

Από τα δεκατέσσερά μου χρόνια με ενδιέφερε όχι η μέση λογοτεχνία, η μέση ποίηση, η μέση πολιτική, η μέση σκέψη, αλλά οι κορυφές έστω αν και αυτές δεν μπορεί να τις ζει κανείς καθημερινά στη ζωή του και δημιουργούνε μια επώδυνη σχέση με αυτό που λέμε ζωή.

*Αυτοβιογραφικό κείμενο από απομαγνητοφώνηση συνέντευξης, του Κώστα Αξελού (1924-2010) στην εκπομπή της ΕΤ1 Παρασκήνιο (παραγωγή: 1983), δημοσιευμένο στο k-m-autobiographies.blogspot.gr