Menu

EAGAINST.com

Γιάννης Ταμτάκος – Αναμνήσεις μιας ζωής στο επαναστατικό κίνημα

Γεννήθηκε το 1908 στις Φώκιες της Μικράς Ασίας και το 1914 βρέθηκε πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη, πουλώντας κουλούρια και κάνοντας τον λούστρο. Από τα εφηβικά του χρόνια εντάχθηκε στο εργατικό κίνημα. Πήρε μέρος σ’ όλους τους απεργιακούς αγώνες με την ιδιότητα του εκλεγμένου συμβούλου και του γραμματέα του σωματείου υποδηματεργατών της Θεσσαλονίκης. Αρχικά συμμετείχε στο κίνημα των αρχειομαρξιστών και στη συνέχεια στην τροτσκιστική ομάδα του Παντελή Πουλιόπουλου.

Υπήρξε από τους πρωτεργάτες της εξέγερσης του Μάη του ’36, συνελήφθη και μαζί με άλλους 52 εργάτες στάλθηκε εξορία στην Ακροναυπλία και τη Γαύδο από το 1937 έως το 1942. Τα χρόνια της εξορίας αποχώρησε από την ομάδα Πουλιόπουλου και εντάχθηκε στην τροτσκιστική ομάδα του Άγη Στίνα. Πολλοί από τους συντρόφους του στη Γαύδο εκτελέστηκαν από τους κατακτητές στο σκοπευτήριο της Καισαριανής και στο Νεζερό της Λάρισας. Ο ίδιος δραπέτευσε από την Καισαριανή και γλύτωσε την εκτέλεση.

Ως επαναστάτης σοσιαλιστής δεν εντάχθηκε στο ΕΑΜ κατά τη διάρκεια της κατοχής, γιατί το θεωρούσε ως εξάρτημα των Άγγλων. Μαζί με τους συντρόφους του Στίνα, Βουρσούκη, Μακρή, Κρόκο, Καστοριάδη κ.ά. καλλιεργούσε τον επαναστατικό διεθνισμό για μια κοινωνία αυτόνομη, αυτοδιαχειριζόμενη, διακηρύσσοντας τη συναδέλφωση των εμπόλεμων στρατιωτών. Για τη δράση του αυτή καταδιώχθηκε από αστούς, φασίστες και τους σταλινικούς της Ο.Π.Λ.Α.

Το 1951 φεύγει μετανάστης στην Αυστραλία και το 1966 επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους παλιούς του συντρόφους Άγη Στίνα και Κορνήλιο Καστοριάδη, ενώ συμμετέχει ενεργά σε εκδηλώσεις του αντιεξουσιαστικού χώρου.

Ο Γιάννης Ταμτάκος, όπως και όλα τα μέλη της ομάδας Στίνα, υπήρξε παράδειγμα επαναστατικού ήθους, τιμιότητας και αφοσίωσης στο ιδανικό της χειραφέτησης της κοινωνίας. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 4 Ιανουαρίου 2008 και τάφηκε στο νεκροταφείο της Μαλακοπής, τυλιγμένος με την κοκκινόμαυρη σημαία.

Οι Αναρχικοί και οι εκλογές

Η αναρχική Emma Goldman είπε πως «αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο, θα ήταν παράνομες». Εμείς επαυξάνουμε λέγοντας πως αν ο κόσμος μπορέσει να ξεπεράσει τις εκλογές και να στραφεί προς την αυτοδιεύθυνση του, τότε θα έχουμε επανάσταση. Καθώς τα κοινοβουλευτικά πολιτικά κόμματα, δεν φαίνεται να είναι σε θέση να αναλάβουν την εξουσία για λογαριασμό μας, ήρθε η ώρα να αναλάβουμε εμείς τη διαχείριση της ζωής μας. Μιλάμε συνεχώς για εξέγερση, ανατροπή σαν να είναι λέξεις-ευχολόγια, νεανικά τσιτάτα χωρίς νόημα. Αδυνατούμε ν’ αντιληφθούμε πως καλύτερη ευκαιρία από τη σημερινή για αυτοοργάνωση δεν θα παρουσιαστεί στο σύντομο μέλλον; Γιατί, λοιπόν, να μην στήσουμε συνελεύσεις και μεταξύ τους δίκτυα σε όλη τη χώρα, να συμμετέχουμε όλοι στη διαμόρφωση ενός νέου κοινωνικού συμφώνου, μιας συλλογικής διακήρυξης για την κοινωνική, πολιτική, οικονομική και πολιτιστική θέσμιση της επόμενης ημέρας; Καταργώντας εμείς οι ίδιοι, κάθε καταπιεστικό θεσμό και αναδιοργανώνοντας την κοινωνία μας με βάση την ελεύθερη δημιουργία προτάσσοντας την αποανάπτυξη, και όχι την πολυδιαφημισμένη οικονομική ανάπτυξη.

Ανεξάρτητα από τα επικοινωνιακά παιχνίδια της πολιτικής τάξης, κλείνοντας τ’ αυτιά μας στις εντολές των οικονομικών ελίτ, ας σταματήσουμε να περιμένουμε μια ασαφή και αόριστη «ωριμότητα της κοινωνίας» και ας ωριμάσουμε την ιδέα της επανάστασης, ξεκινώντας την. Σήμερα…γιατί σε λίγο θ’ αναζητούμε και πάλι αφορμές. Η αφορμή είναι η κάθε μας μέρα, η πρωτοβουλία ανήκει στον κάθε ένα από εμάς.

Χάνα Άρεντ – Εμείς οι πρόσφυγες (Μέρος Γ)

jewish-orphan-home-1922

Κυκλοφόρησε το 1943 σε ένα μικρό εβραϊκό περιοδικό, το The Menorah Journal
Μετάφραση: Κώστας Δεσποινιάδης, από το 13ο τεύχος του Τετραδίου Ολικής Αντιπαράθεσης, ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ
Διαβάστε εδώ το Α Μέρος κι εδώ το ΜΕΡΟΣ Β

Όσο λιγότερο είμαστε ελεύθεροι να αποφασίσουμε ποιοι είμαστε ή να ζήσουμε όπως θέλουμε τόσο περισσότερο προσπαθούμε να παρουσιάσουμε ένα προσωπείο, να κρύψουμε τα γεγονότα και να παίξουμε ρόλους. Μας εξόρισαν από τη Γερμανία επειδή ήμασταν Εβραίοι. Αλλά μόλις περάσαμε τη γραμμή των συνόρων με τη Γαλλία μετατραπήκαμε σε boches. Μας είπαν μάλιστα ότι πρέπει να αποδεχτούμε αυτό τον χαρακτηρισμό αν πραγματικά ήμασταν αντίθετοι στις φυλετικές θεωρίες του Χίτλερ. Για εφτά χρόνια παίζαμε τον γελοίο ρόλο του να προσπαθούμε να γίνουμε Γάλλοι – τουλάχιστον, επίδοξοι πολίτες· παρόλα αυτά, με το ξέσπασμα του πολέμου φυλακιστήκαμε ως boches. Στο μεταξύ, ωστόσο, οι περισσότεροι από εμάς είχαν γίνει τόσο νομιμόφρονες Γάλλοι ώστε δεν μπορούσαμε να αμφισβητήσουμε ούτε ένα κυβερνητικό διάταγμα· έτσι, δηλώναμε ότι ήταν σωστό που μας είχαν έγκλειστους. Ήμασταν οι πρώτοι εθελοντές φυλακισμένοι της ιστορίας. Αφότου εισέβαλαν οι Γερμανοί στη χώρα, η γαλλική κυβέρνηση έπρεπε απλώς να αλλάξει τη φίρμα· αρχικά είχαμε φυλακιστεί επειδή ήμασταν Γερμανοί, τώρα δεν μας αποφυλάκιζαν επειδή ήμασταν Εβραίοι.

Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά σε ολόκληρο τον πλανήτη. Στην Ευρώπη οι Ναζί δήμευσαν τις περιουσίες μας· στη Βραζιλία όμως έπρεπε να πληρώσουμε το 30% των εισοδημάτων μας, όπως τα περισσότερα αφοσοιωμένα μέλη του Bund der Auslandsdeutschen. Στο Παρίσι δεν μπορούσαμε να βγούμε από τα σπίτια μας μετά τις οχτώ, επειδή ήμασταν Εβραίοι· στο Λος Άτζελες όμως ήμασταν υπό περιορισμό γιατί ήμασταν «εχθρικοί ξένοι». Η ταυτότητά μας αλλάζει τόσο συχνά ώστε κανείς δεν μπορεί να βρει ποιοι πραγματικά είμαστε.

Δυστυχώς, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα όταν συναντιόμαστε με Εβραίους. Οι Εβραίοι της Γαλλίας ήταν απολύτως πεπεισμένοι ότι όλοι οι Εβραίοι που είχαν καταγωγή από τις πέραν του Ρήνου περιοχές ήταν αυτό που λέγαμε Polaks – αυτό δηλαδή που οι Γερμανοί Εβραίοι αποκαλούν Ostjuden. Αυτοί οι Εβραίοι όμως που πραγματικά κατάγονταν από την Ανατολική Ευρώπη δεν θα μπορούσαν να συμφωνήσουμε με τους Γάλλους αδελφούς τους και να μας αποκαλούν Jaeckes. Οι γιοί αυτών – η δεύτερη γενικά που έχει γεννηθεί στη Γαλλία και είναι ήδη δεόντως αφομοιωμένοι – ασπάζονται την άποψη των Γαλλοεβραίων των ανώτερων τάξεων. Έτσι, μέσα στην ίδια οικογένεια, μπορεί να σε αποκαλεί Jaecke ο πατέρας και Polak ο γιος.

Μετά το ξέσπασμα του πολέμου και την καταστροφή που υπέστη ο Ευρωπαϊκός Εβραϊσμός, το απλό γεγονός του είναι να είσαι πρόσφυγας απέτρεπε τον συγχρωτισμό με την ντόπια εβραϊκή κοινωνία, και οι όποιες εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αυτοί οι άγραφοι κοινωνικοί νόμοι, μολονότι ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν δημοσίως, είχαν τη μεγάλη υποστήριξη της κοινής γνώμης. Και μια τέτοια σιωπηλή γνώμη και πρακτική είναι περισσότερο σημαντική για τις καθημερινές μας ζωές από όλες τις επίσημες εξαγγελίες φιλοξενίας και καλής διάθεσης.

Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ζώο και η ζωή δεν είναι εύκολη γι’ αυτόν όταν κόβονται οι κοινωνικοί δεσμοί. Τα ηθικά πρότυπα τηρούνται πιο εύκολα μέσα στη δομή της κοινωνίας. Πολύ λίγα άτομα έχουν τη δύναμη να διατηρήσουν την ακεραιότητά τους αν η κοινωνική, πολιτική και νομική τους θέση είναι εντελώς συγκεχυμένη. Μη έχοντας το κουράγιο να παλέψουμε για κάποια αλλαγή της κοινωνικής και νομικής μας θέσης, αντ’ αυτού, πολλοί από εμάς, έχουμε αποφασίσει να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε ταυτότητα. Και τούτη η περίεργη συμπεριφορά κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα. Η σύγχυση μέσα στην οποία ζούμε είναι εν μέρει δικό μας έργο.

Κάποια μέρα κάποιος θα γράψει την αληθινή ιστορία της μετανάστευσης των Εβραίων από τη Γερμανία· και θα πρέπει να αρχίσει με μια περιγραφή αυτού του κ. Cohn από το Βερολίνο, που πάντα ήταν 150% Γερμανός, ένας Γερμανός υπερπατριώτης. Το 1933 ο κ. Cohn βρήκε καταφύγιο στην Πράγα και πολύ γρήγορα έγινε ένας πεπεισμένος Τσέχος πατριώτης – τόσο πιστός και τόσο αληθινός Τσέχος πατριώτης όσο ήταν και Γερμανός πατριώτης. Ο καιρός περνούσε και γύρω στο 1937 η Τσέχικη κυβέρνηση, ευρισκόμενη ήδη κάτω από κάποια ναζιστική πίεση, άρχισε να εξορίζει τους Εβραίους πρόσφυγές της, αψηφώντας το γεγονός ότι αυτοί αισθάνονταν τόσο ισχυρά επίδοξοι Τσέχοι πολίτες. Έπειτα ο κ. Cohn μας πήγε στη Βιέννη· για να προσαρμοστεί κανείς εκεί απαιτούνταν ένας σαφής αυστριακός πατριωτισμός. Η γερμανική εισβολή ανάγκασε τον κ. Cohn να φύγει από αυτή τη χώρα. Έφτασε στο Παρίσι σε μια κακή εποχή και δεν έλαβε κανονική άδεια παραμονής. Έχοντας αποκτήσει ήδη μια μεγάλη ικανότητα στο να τρέφει ευσεβείς πόθους, αρνήθηκε να πάρει στα σοβαρά τα απλά διοικητικά μέτρα, πεπεισμένος ότι θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στη Γαλλία. Συνεπώς, προετοίμαζε την προσαρμογή του στο Γαλλικό έθνος ταυτιζόμενος με τον πρόγονό «μας» Verchingetorix. Νομίζω πως είναι καλύτερα να μην επεκταθώ στις περαιτέρω ιστορίες του κ. Cohn. Εφόσον ο κ. Cohn δεν μπορεί να γίνει αυτό που πραγματικά είναι, Εβραίος, κανείς δεν μπορεί να προειπεί όλες τις παλαβές αλλαγές τις οποίες θα υποστεί.

Ένας άνθρωπος που θέλει να χάσει τον εαυτό του ανακαλύπτει, πράγματι, τις πιθανότητες της ανθρώπινης ύπαρξης, που είναι άπειρες, τόσο άπειρες όσο και η δημιουργία. Όμως η εκ νέου απόκτηση μιας καινούριας προσωπικότητας είναι τόσο δύσκολη – και τόσο απέλπιδη – όσο μια νέα δημιουργία του κόσμου. Ό,τι κι αν κάνουμε, ό,τι κι αν παριστάνουμε πως είμαστε, δεν αποκαλύπτουμε τίποτα άλλο παρά την παράλογη επιθυμία μας να αλλάξουμε, να μην είμαστε Εβραίοι. Όλες οι ενέργειές μας στρέφονται στην επίτευξη αυτού του στόχου: δεν θέλουμε να είμαστε πρόσφυγες, δεδομένου ότι δεν θέλουμε να είμαστε Εβραίοι· προσποιούμαστε ότι είμαστε αγγλόφωνος λαός, δεδομένου ότι οι γερμανόφωνοι μετανάστες των τελευταίων χρόνων είναι σημαδεμένοι ως Εβραίοι· δεν αποκαλούμε τους εαυτούς μας απάτριδες, δεδομένου ότι η πλειονότητα των απάτριδων στον κόσμο είναι Εβραίοι· θέλουμε να γίνουμε νομιμόφρονες Οττεντότοι, μόνο και μόνο για να κρύψουμε το γεγονός ότι είμαστε Εβραίοι. Δεν τα καταφέρνουμε και δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε· κάτω από την «αισιοδοξία» μας μπορεί εύκολα να εντοπίσει κανείς την απεγνωσμένη θλίψη των αφομοιωμένων.

Με εμάς από τη Γερμανία η λέξη «αφομοίωση» παίρνει ένα «βαθύ» φιλοσοφικό νόημα. Δύσκολα μπορείτε να συνειδητοποιήσετε πόσο σοβαροί ήμασταν σχετικά μ’ αυτό. Αφομοίωση δεν σημαίνει την απαραίτητη προσαρμογή στη χώρα όπου έτυχε να γεννηθούμε και στο λαό του οποίου τη γλώσσα έτυχε να μιλάμε. Προσαρμοζόμαστε κατ’ αρχήν σε όλα και σε όλους. Αυτή η νοοτροπία μου έγινε κάποτε αρκετά ξεκάθαρη από τα λόγια ενός συμπατριώτη μου ο οποίος, προφανώς, ήξερε πώς να εκφράσει τα συναισθήματά του. Έχοντας μόλις φτάσει στη Γαλλία, ίδρυσε έναν από εκείνους τους συλλόγους προσαρμογής όπου οι Γερμανοεβαραίοι διαβεβαίωναν ο ένας τον άλλο ότι είναι ήδη Γάλλοι. Στην πρώτη του ομιλία είπε: «Υπήρξαμε καλοί Γερμανοί στη Γερμανία και συνεπώς θα γίνουμε καλοί Γάλλοι στη Γαλλία». Το κοινό χειροκρότησε με ενθουσιασμό και κανείς δεν γέλασε: ήμασταν ευτυχισμένοι που μάθαμε πως να αποδείξουμε τη νομιμοφροσύνη μας.

Αν ο πατριωτισμός ήταν ένα ζήτημα ρουτίνας ή εξάσκησης, θα έπρεπε να είμαστε οι περισσότερο πατριώτες άνθρωποι στον κόσμο. Ας επιστρέψουμε στον κ.Cohn μας· σίγουρα έχει σπάσει όλα τα ρεκόρ. Είναι αυτός ο ιδανικός μετανάστης που πάντα, και σε κάθε χώρα όπου τον οδηγεί η τρομερή του μοίρα, αμέσως βλέπει και αγαπά τα ντόπια βουνά. Αλλά δεδομένου ότι ο πατριωτισμός δεν θεωρείται ακόμα ένα ζήτημα εξάσκησης, είναι δύσκολο να πείσουμε τους ανθρώπους για την ειλικρίνεια των συνεχόμενων μεταμορφώσεών μας. Αυτός ο αγώνας κάνει τη δική μας κοινωνία τόσο λίγο ανεκτική. Απαιτούμε πλήρη αφομοίωση δίχως τη δικιά μας ομάδα γιατί δεν είμαστε σε θέση να την αποκτήσουμε από τους γηγενείς. Οι γηγενείς αντιμέτωποι με τόσο παράξενα όντα όπως εμείς, γίνονται καχύποπτοι· από τη δική μας οπτική, κατά κανόνα, θα ήταν κατανοητή μόνο μια αφοσίωση στις παλιές μας πατρίδες. Αυτό καθιστά τη ζωή πολύ μικρή για εμάς. Ενδεχομένως θα ξεφεύγαμε από αυτή την υποψία αν εξηγούσαμε ότι, όντας Εβραίοι, ο πατριωτισμός μας στις αρχικές μας χώρες είχε μια μάλλον αλλόκοτη όψη. Μολονότι ήταν πράγματι ειλικρινής και βαθιά ριζωμένος. Γράψαμε πολυσέλιδους τόμους για να τον αποδείξουμε· πληρώσαμε μια ολόκληρη γραφειοκρατία για να εξερευνήσει την παλαιότητά του και να τον εξηγήσει στατιστικά. Είχαμε λόγιους που έγραψαν φιλοσοφικές πραγματείες σχετικά με την αναπόφευκτη αρμονικότητα Εβραίων και Γάλλων, Εβραίων και Γερμανών, Εβραίων και Ούγγρων, Εβραίων και… Η τόσο συχνά αμφισβητούμενη σήμερα νομιμοφροσύνη, είχε πίσω της μακρά ιστορία. Είναι η ιστορία των 150 χρόνων των αφομοιωμένων Εβραίων που κατάφεραν ένα άνευ προηγουμένου επίτευγμα: μολονότι αποδείκνυαν όλη την ώρα την μη Εβραϊκότητά τους, κατάφερναν μολαταύτα να παραμένουν Εβραίοι.

Η απελπισμένη σύγχυση όλων αυτών των περιπλανώμενων Οδυσσέων οι οποίοι, σε αντίθεση με το σπουδαίο πρότυπό τους, δεν ξέρουν ποιοί είναι, εύκολα εξηγείται από την απόλυτη μανία τους να αρνηθούν και να κρατήσουν την ταυτότητά τους. Αυτή η μανια είναι πολύ παλιά και δεν αφορά τα 10 τελευταία χρόνια, που αποκάλυψαν τον έντονο παραλογισμό της ύπαρξής μας. Μοιάζουμε με ανθρώπους με μια παγιωμένη ιδέα που δεν μπορούν συνεχώς να προσπαθούν να συγκαλύψουν ένα φανταστικό στίγμα. Έτσι, είμαστε ενθουσιωδώς υπέρ κάθε νέας δυνατότητας που, επειδή είναι καινούρια, δείχνει ότι μπορεί να κάνει θαύματα. Καταγοητευόμαστε από κάθε καινούρια εθνικότητα με τον ίδιο τρόπο που μια εύσωμη κυρία είναι ευχαριστημένη με κάθε καινούριο φόρεμα που υπόσχεται να τις δώσει την επιθυμητή περιφέρεια μέσης. Το καινούριο φόρεμα, όμως, της αρέσει μόνο για όσο καιρό πιστεύει στις θαυματουργές του ικανότητες, και θα το πετάξει μόλις ανακαλύψει ότι δεν αλλάζει το παράστημά της – ούτε άλλωστε και την κοινωνική της θέση.

Μπορεί κανείς να εκπλαγεί που η προφανής έλλειψη χρησιμότητας, όλων των αλλόκοτων μεταμορφώσεων μας δεν έχει σταθεί ικανή να μας αποθαρρύνει. Αν είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι σπανίως διδάσκονται από την ιστορία, είναι επίσης αλήθεια ότι ίσως διδαχθούν από την προσωπική τους εμπειρία η οποία, όπως στη δική μας περίπτωση, επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Προτού όμως ρίξετε τον πρώτο λίθο εναντίον μας, θυμηθείτε ότι το να είναι κανείς Εβραίος δεν προσφέρει κανένα νομικό στάτους σε αυτό τον κόσμο. Αν αρχίσουμε να λέμε την αλήθεια, ότι δηλαδή δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά Εβραίοι, αυτό θα σήμαινε ότι εκθέτουμε τους εαυτούς μας στη μοίρα των ανθρώπινων όντως τα οποία, απροστάτευτα από κάποιον συγκεκριμένο νόμο, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ανθρώπινα όντα. Δύσκολα μπορώ να φανταστώ μια συμπεριφορά περισσότερο επικίνδυνη, δεδομένου ότι στην πραγματικότητα ζούμε σε έναν κόσμο στον οποίο τα ανθρώπινα όντα ως τέτοια έχουν πάψει να υφίστανται εδώ και καιρό· από τη στιγμή που η κοινωνία έχει ανακαλύψει τις διακρίσεις ως το μεγάλο κοινωνικό όπλο με το οποίος μπορεί κανείς να σκοτώσει τους ανθρώπους δίχως αιματοχυσίες· απ’ τη στιγμή που τα διαβατήρια και τα πιστοποιητικά γέννησης, και μερικές φορές ακόμα και οι αποδείξεις φόρου εισοδήματος δεν είναι πλέον επίσημα χαρτιά αλλά ζητήματα κοινωνικών διακρίσεων. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι από εμάς εξαρτιόμαστε εξολοκλήρου από τα κοινωνικά κριτήρια· χάνουμε την αυτοπεποίθησή μας αν η κοινωνία δεν μας επιδοκιμάζει· είμαστε έτοιμοι – και πάντοτε ήμασταν – να πληρώσουμε οποιοδήποτε τίμημα προκειμένου να γίνουμε αποδεκτοί από την κοινωνία. Είναι όμως εξίσου αλήθεια ότι οι λιγοστοί ανάμεσά μας που προσπάθησαν να πορευτούν δίχως όλα αυτά τα κόλα ξκαι τα τεχνάσματα της προσαρμογής και της αφομοίωσης, πλήρωσαν ένα πολύ υψηλότερο τίμημα από ό,τι θα μπορούσαν να αντέξουν: διακινδύνευσαν τις λιγοστές ευκαιρίες που ακόμα και οι παράνομοι έχουν σε ένα χαώδη κόσμο.

Η στάση αυτών των λίγων τους οποίους, ακολουθώντας τον Μπερνάρ Λαζάρ, μπορούμε να τους ονομάσουμε «συνειδητούς παρίες», μπορεί τόσο λίγο να εξηγηθεί από τα πρόσφατα γεγονότα όσο και η στάση του κ. Cohn  που προσπαθεί να αναρριχηθεί με κάθε τρόπο. Αμφότεροι είναι παιδιά του 19ου αιώνα ο οποίος, μή γνωρίζοντας από νομικούς ή πολιτικούς παράνομους, ήξερε μόνο πολύ καλά από κοινωνικούς παρίες και από το αντίστροφό τους, τους κοινωνικούς νεόπλουτους. Η σύγχρονη εβραϊκή ιστορία, έχοντας ξεκινήσει με τους αριστοκράτες Εβραίους και συνεχίζοντας με τους Εβραίους εκατομμυριούχους και φιλάνθρωπους, έχει την τάση να ξεχνάει το άλλο νήμα της εβραϊκής παράδοσης – την παράδοση του Χάινε, της Rachel Varnhagen, του Sholom Alechem, του Μπερνάν Λαζάρ, του Φραντς Κάφκα ή ακόμα και του Τσάρλι Τσάπλιν. Είναι η παράδοση μιας μειοψηφίας Εβραίων που δεν θέλησαν να γίνουν αναρριχόμενοι, που προτίμησαν τη θέση του «συνειδητού παρία». Όλες οι διατυμπανιζόμενες εβραϊκές αρετές – η «εβραϊκή καρδιά», η ανθρωπιά, το χιούμορ, η ανιδιοτελής ευφυΐα – είναι αρετές των παρίων. Όλα τα εβραικά μειονεκτήματα – η έλλειψη αβρότητας, η πολιτική βλακεία, τα κόμπλεξ κατωτερότητας και η φιλοχρηματία – είναι χαρακτηριστικά των αναρριχόμενων.

Πάντοτε υπήρχαν Εβραίοι που δεν θεωρούσαν ότι άξιζε τον κόπο να αλλάξουν την ανθρώπινη συμπεριφορά τους και τη φυσική τους οξυδέρκεια στον πραγματικό κόσμο για χάρη της στενότητας του πνεύματος της κάστας ή την ουσιαστική ανυπαρξία των οικονομικών συναλλαγών.

Η ιστορία έχει επιβάλει την κατάσταση του παράνομου και στους δύο, και στους παρίες και στους νεόπλουτους, με τον ίδιο τρόπο. Οι τελευταίοι δεν έχουν αποδεχθεί ακόμα τη σπουδαία σοφία του Μπαλζακικού: «On ne parvient pas deux fois» [Δεν τα καταφέρνει κανείς δυο φορές]· έτσι δεν κατανοούν τα άγρια όνειρα των πρώτων και αισθάνονταν ταπεινωμένοι επειδή μοιράζονται μαζί τους κοινή μοίρα. Οι λίγοι αυτοί πρόσφυγες που επιμένουν να λένε την αλήθεια, ακόμα και σε βαθμό «απρέπειας», κερδίζουν ως αντάλλαγμα για το ότι δεν είναι δημοφιλείς ένα ανεκτίμητο πλεονέκτημα: η ιστορία δεν είναι πλέον γι’ αυτούς ένα κλειστό βιβλίο και η πολιτική δεν είναι το προνόμιο των μη Εβραίων. Ξέρουν ότι την παρανομία του εβραϊκού λαού στην Ευρώπη ακολούθησε η παρανομία των περισσότερων ευρωπαϊκών εθνών. Οι πρόσφυγες που αναγκαστικά μετακινούνται από χώρα σε χώρα αντιπροσωπεύουν την πρωτοπορία του λαού τους – αν κρατήσουν την ταυτότητά τους. Για πρώτη φορά η εβραϊκή ιστορία δεν είναι διαχωρισμένη από την ιστορία όλων των άλλων εθνών, αλλά συνδεδεμένη με αυτήν. Η αμοιβαία αναγνώριση κι ο σεβασμός των ευρωπαϊκών λαών έγινε κομμάτια όταν, και επειδή, επέτρεψε να αποκλειστούν και να διωχθούν τα πιο αδύναμα μέλη της.

 

Ζιλ Ντελέζ, Φελιξ Γκουατταρί – Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια: ο Αντι-οιδίπους

Από τις πιο πολυδιαβασμένες μελέτες των τελευταίων ετών στη Γαλλία, στο βιβλίο αυτό οι Ντελέζ-Γκουατταρί αναλύουν μέσα από ψυχαναλυτικές, οικονομικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις, τη σχέση της επιθυμίας με την πραγματικότητα και ειδικότερα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο Αντι-Οιδίποδας χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες: στην πρώτη οι συγγραφείς ερμηνεύουν πώς η «υλιστική ψυχιατρική» διαμορφώνεται στο ασυνείδητο αναφορικά με σχέση της με την κοινωνία και τις παραγωγικές της διαδικασίες . Στη δεύτερη ενότητα θα δούμε μια κριτική της ψυχανάλυσης του Σίγκμουντ Φρόιντ, αναφορικά με το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, ενώ στην τρίτη επιχειρείται μια νέα προσέγγιση πάνω στην υλιστική θεωρία του Καρλ Μαρξ για την ιστορία και την κοινωνίας της παραγωγής. Στο τελευταίο κεφάλαιο αναπτύσεται το κριτικό πεδίο που αποκαλούν «σχιζοανάλυση».

Οι συγγραφείς αντλούν ενδιαφέρον από πολλούς στοχαστές (τους οποίους ταυτόχρονα και επικρίνουν), όπως οι Louis Althusser, Michel Foucault, Ζακ Λακάν, Wilhelm Reich, RD Laing, David Cooper, Carl Jung, Melanie Klein, Jean Oury, Georges Bataille, Karl Jaspers, Louis Hjelmslev, Charles Sanders Peirce, Gregory Bateson, Pierre Clastres, Claude Levi – Strauss, Pierre Klossowski, Jean – François Lyotard, Jacques Monod, Lewis Mumford, Victor Turner και Baruch Spinoza. 

Αναμφισβήτητα κανείς πλέον δεν μπορεί να αγνοήσει πόσο έχουν πληθύνει οι αναφορές σ’ αυτό το ενδιαφέρον. Είναι αλήθεια ότι, την εποχή της κυκλοφορίας της, αυτή η μελέτη πήγαινε κόντρα στην κυριαρχία της σκέψης του Φρόυντ και του Μαρξ στην επιστημολογία των ανθρωπιστικών σπουδών. Δεν ήταν εύκολο να υποστηρίζει κανείς τότε ότι το οιδιπόδειο είναι: «Η ιστορία μιας μακρόχρονης πλάνης, που μπλοκάρει τις παραγωγικές δυνάμεις του ασυνείδητου, τις κάνει να παίζουν σ’ ένα θέατρο σκιών όπου χάνεται η επαναστατική δύναμη της επιθυμίας, τις φυλακίζει μέσα στο σύστημα της οικογένειας».

Walter Benjamin – Δοκίμια για την τέχνη

Για όσους δεν γνωρίζουν, o Walter Benjamin υπήρξε Γερμανός κριτικός λογοτεχνίας, φιλόσοφος, μεταφραστής, ραδιοφωνικός παραγωγός και δοκιμιογράφος. Στο έργο του συνδυάζει στοιχεία από τον γερμανικό ιδεαλισμό, τον ρομαντισμό, τον ιστορικό υλισμό και τον εβραϊκό μυστικισμό. Κυρίως όμως ασχολήθηκε με τη διαρκή και ισχυρή συμβολή στην αισθητική θεωρία και το Δυτικό μαρξισμό, όντας συνδεμένος με τη Σχολή της Φρανκφούρτης.

Γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1892 όπου τελείωσε και τις σπουδές του. Γρήγορα όμως συνδέθηκε με την σχολή της Φρανκφούρτης, τον Μαξ Χορκχάιμερ, αλλά και τον Τεόντορ Αντόρνο, με τους οποίους αλληλογραφούσε συστηματικά. Εκτός από το συγκεκριμένο δοκίμιο έχει γράψει και μια σειρά πολύ σημαντικά έργα όπως το “για μια κριτική της βίας (1921)“, και το “πάνω στην έννοια της ιστορίας (1939)”. Σε αντίθεση με άλλους διανοητές της εποχής του, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν δεν κατάφερε να διαφύγει την περίοδο που το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα βρίσκονταν ήδη στην εξουσία. Αυτοκτόνησε στο Πορτμπού στην μεθόριο Ισπανίας-Γαλλίας, ενώ επιχειρούσε να αποδράσει προκειμένου να αποφύγει τις διώξεις των ναζί το 1940.