Menu

EAGAINST.com

Κάναμε λάθος; Ένα δοκίμιο του Murray Bookchin.

Στο δοκίμιό του, «Κάναμε λάθος;», ο Murray Bookchin πραγματεύεται τη φύση των επαναστάσεων που έχουν μείνει στην ιστορία ως αστικές, προσπαθώντας να διαψεύσει και την αστικότητα των επαναστάσεων, αλλά και την επαναστατικότητα των αστών, θέλοντας να οδηγήσει τον αναγνώστη σε μία ουσιαστική αποδέσμευση από το μεγαλείο των επαναστάσεων του παρελθόντος, υπονοώντας ίσως πως είναι καιρός για κάτι καινούργιο.

Το αρχικό κείμενο δημοσιεύτηκε στο libcom, με τίτλο «Were we wrong?«
Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τη μεταφραστική ομάδα: blackuroi.gr

Murray Bookchin: Σκέψεις πάνω στον ελευθεριακό δημοτισμό

To παρόν άρθρο αποτέλεσε την κεντρική ομιλία στο συνέδριο “Η πολιτική της κοινωνικής οικολογίας: ο ελευθεριακός δημοτισμός”, το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Plainfield του Βέρμοντ (Η.Π.Α.) στις 26-29 Αυγούστου του 1999. η ομιλία έχει αναθεωρηθεί για τους σκοπούς της δημοσίευσης. Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο Left Green Perspectives (Νο 40, Ιανουάριος 2000). Αναδημοσιεύετε από τη σελίδα της Δημοτοπίας

bookchin005

Η ηλικία μου, οι χρόνιες παθήσεις και ο καλοκαιρινός καύσωνας με ανάγκασαν να παραμείνω σπίτι – γι’ αυτό ζητάω συγγνώμη που δεν μπορώ να συμμετέχω στο συνέδριό σας για τον ελευθεριακό δημοτισμό. Θα ήθελα, παρ’ όλα αυτά –χάρη στη Τζάνετ Μπήλ, η οποία θα σας διαβάσει αυτές τις σημειώσεις– να σας καλωσορίσω στο Βέρμοντ και να ευχηθώ καλή επιτυχία στις συζητήσεις σας κατά το προσεχές τριήμερο.

Έχουν προκύψει ορισμένα ζητήματα στις συζητήσεις για τον ελευθεριακό δημοτισμό και θα ήθελα να προσφέρω τη δική μου οπτική γι’ αυτά. Ένα απ’ τα πιο σημαντικά θέματα περιλαμβάνει τη διάκριση που πρέπει να κάνουμε μεταξύ ελευθεριακού δημοτισμού και κοινοτισμού, μια διάκριση που πάντα χάνεται στη μετάφραση στις πολιτικές συζητήσεις.

Κοινοτισμός

Με τον όρο κοινοτισμός, αναφέρομαι στα κινήματα και τις ιδεολογίες που επιδιώκουν να μετασχηματίσουν την κοινωνία μέσα από τη δημιουργία των λεγόμενων εναλλακτικών οικονομικών συνθηκών διαβίωσης όπως είναι οι συνεταιρισμοί τροφίμων, τα ιατρικά κέντρα, τα σχολεία, τα τυπογραφεία, τα κοινοτικά κέντρα, οι αγροκαλλιέργειες σε επίπεδο γειτονιάς, οι «καταλήψεις», οι αντισυμβατικοί τρόποι ζωής και τα λοιπά. Πέραν των έργων του Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν, οι κύριοι εκπρόσωποι του κοινοτισμού είναι οι, μεταξύ άλλων, Μάρτιν Μπούμπερ, Χάρυ Μπόιτ και Κόλιν Γουόρντ. Η λέξη κοινοτικός, συνήθως συνώνυμη της λέξης συνεταιριστικός, είναι μια μορφή παραγωγής και διανομής που είναι ελκυστική επειδή η εργασία δεν είναι μονάχα φιλική και συλλογική αλλά και υπό εργατικό έλεγχο ή υπό εργατική αυτοδιεύθυνση.

Ο κοινοτισμός, το πολύ πολύ να επιδιώξει με ευγενικό τρόπο την απομάκρυνση της κοινωνικής ανάπτυξης από τις επιχειρήσεις ατομικής ιδιοκτησίας –τις τράπεζες, τις εταιρίες, τα σουπερμάρκετ, τα εργοστάσια και τα βιομηχανικά συστήματα αγροτικής καλλιέργειας– και των τρόπων ζωής που αυτές δημιουργούν προς τις επιχειρήσεις και τις αξίες της συλλογικής ιδιοκτησίας. Δεν επιδιώκει τη δημιουργία ενός κέντρου εξουσίας που θα ανατρέψει τον καπιταλισμό˙ αντ’ αυτού, επιδιώκει να τον υπερθεματίσει, να τον υποτιμήσει ή να τον φθείρει συνήθως μέσω της παρουσίασης ενός ηθικού εμποδίου στην απληστία και τα δεινά που πολλοί καταλογίζουν στην αστική οικονομία. Δεν συνιστά πολιτική αλλά μια πρακτική που απευθύνεται συνήθως σε μια σχετικά μικρή ομάδα ανθρώπων που επιλέγουν να αγοράσουν από μια συγκεκριμένη συνεταιριστική επιχείρηση ή να εργαστούν εκεί.

Η αναφορά στον Προυντόν ως ενός εκ των πατέρων του κοινοτισμού δείχνει χρονικά και τις απαρχές αυτής της ιδεολογίας και πρακτικής εδώ και 150 χρόνια, σε μια εποχή που οι περισσότεροι εργάτες ήταν τεχνίτες και οι περισσότεροι καλλιεργητές τροφίμων ήταν αγρότες. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, πολλοί συνεταιρισμοί έχουν δημιουργηθεί με τις μεγαλύτερες των προσδοκιών και ιδεαλιστικών προθέσεων – και τελικά απέτυχαν, βάλτωσαν ή μετατράπηκαν σε κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Προκειμένου να επιβιώσουν στην καπιταλιστική αγορά και να αντέξουν στον ανταγωνισμό μεγαλύτερων, περισσότερο επιθετικών και προσανατολισμένων στο κέρδος επιχειρήσεων, ήταν λογικά αναγκασμένοι να προσπαρμοστούν σ’ αυτή την αγορά.

Εκεί που οι συνεταιρισμοί έχουν καταφέρει να επιβιώσουν απέναντι στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό τείνουν να γίνονται εσωστρεφείς, να επικεντρώνονται απλά στα εσωτερικά τους προβλήματα και στα συλλογικά τους συμφέροντα˙ και στον βαθμό που ενώνονται μεταξύ τους, το κάνουν ώστε να εστιάσουν σε τρόπους και μέσα προκειμένου να παραμείνουν όρθιοι ή να επεκταθούν ως επιχειρήσεις. Πάνω απ’ όλα, σπανίως, αν όχι ποτέ, γίνονται κέντρα λαϊκής εξουσίας – εν μέρει επειδή δεν τους απασχολεί να θίξουν ζητήματα εξουσίας ως τέτοια και εν μέρει επειδή δεν έχουν κανένα τρόπο ώστε να κινητοποιήσουν τους ανθρώπους γύρω από ένα όραμα κοινωνικού ελέγχου.

Ενώ η εργασία και η ζωή στους συνεταιρισμούς είναι επιθυμητή προκειμένου τα άτομα να εμποτιστούν με τις αξίες και τις ανησυχίες του κολλεκτιβισμού, δεν παρέχουν τα θεσμικά μέσα για την απόκτηση της συλλογικής εξουσίας. Οι ιδέες τους –πριν αυτές εξασθενίσουν σε αμυδρή μνήμη– θεμελιώνονται στην ελπίδα ότι θα μπορέσουν με κάποιο τρόπο να παραγκωνίσουν τον καπιταλισμό χωρίς την ανάγκη αντιπαράθεσης με τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις και το καπιταλιστικό Κράτος. Το πέρασμα του χρόνου τείνει να αυξάνει αυτές τις τάσεις επαρχιωτισμού κάνοντας τους συνεταιρισμούς πιο εσωστρεφείς, πιο τοπικίστικους, πιο πολύ σαν συλλογικούς καπιταλιστές παρά σαν κοινωνικούς κολλεκτιβιστές και επί της ουσίας πιο καπιταλιστικούς αντί για σοσιαλιστικούς στις πρακτικές και τα συμφέροντά τους.

Αντίθετα, ο ελευθεριακός δημοτισμός είναι αναμφισβήτητα μια συγκρουσιακή μορφή αμεσοδημοκρατικής, αντικρατικής πολιτικής. Καθώς στρέφεται προς τον δήμο στην ολότητά του και ακόμα παραπέρα, μεριμνά αναμφισβήτητα για το σπουδαίο ζήτημα της εξουσίας και θέτει τις ερωτήσεις: πού θα πρέπει να υπάρχει εξουσία; Από ποιο τμήμα της κοινωνίας θα πρέπει να ασκείται αυτή η εξουσία;

Θεσμοί και συντάγματα

Πάνω απ’ όλα, ερωτάται, ποιοι είναι εκείνοι οι θεσμοί που μπορούν να καταστήσουν την άσκηση της μη-κρατικής εξουσίας δυνατή και αποτελεσματική; Διάβασα μια φορά ένα ισπανικό αναρχικό σύνθημα που έλεγε: «Κάντε πόλεμο στους θεσμούς, όχι στους ανθρώπους». Θεωρώ ότι αυτό το σύνθημα είναι ενοχλητικό γιατί υπαινίσσεται ότι ιδεατά οι άνθρωποι μπορούν κατά κάποιο τρόπο να «αυτονομηθούν» από θεσμικές δεσμεύσεις και ότι οι θεσμοί ως τέτοιοι είναι ζουρλομανδύες που τους αποτρέπουν απ’ την ανακάλυψη των «πραγματικών εαυτών τους» και την ενασχόληση με τον αυτοκαθορισμό τους. Όχι – αυτό είναι χονδροειδές λάθος. Τα ζώα μπορούν, χωρίς καμιά αμφιβολία, να ζήσουν χωρίς θεσμούς (επειδή η συμπεριφορά τους είναι γενετικά αποτυπωμένη), αλλά τα ανθρώπινα όντα χρειάζονται θεσμούς, όσο απλοί ή πολύπλοκοι κι αν είναι, ώστε να πλάσουν τις κοινωνίες τους. Σε μια ελεύθερη κοινωνία, αυτοί οι θεσμοί θα ήταν ορθολογικά συγκροτημένες «μορφές ελευθερίας» (όπως τους αποκαλούσα κατά τη δεκαετία του 1960) μέσω των οποίων οι άνθρωποι θα οργάνωναν και θα εξέφραζαν, τόσο σε συλλογικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, τις ίδιες τους τις δυνάμεις.

Επιπρόσθετα, μια τέτοια ελεύθερη κοινωνία θα είχε Σύνταγμα και νόμους που θα έχουν σχηματιστεί και υιοθετηθεί μέσα από αμεσοδημοκρατικές και συμβουλευτικές συνελεύσεις. Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Προυντόν, ενώ ήταν μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων, αρνήθηκε να υπερψηφίσει το προσχέδιο του Συντάγματος το οποίο προσανατολιζόταν προς την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας και την οικοδόμηση του Κράτους. Ενώ εγκρίνω την αρνητική του ψήφο, απορρίπτω παντελώς τους λόγους που έδωσε. «Όχι!», δήλωσε, «δεν καταψήφισα το Σύνταγμα επειδή ήταν καλό ή κακό, αλλά επειδή ήταν Σύνταγμα». Αυτή η επιπόλαιη συμπεριφορά τον υποβίβασε, τόσο διανοητικά όσο και πολιτικά, στον κόσμο της αυθαίρετης εξουσίας εναντίον της οποίας οι αγρότες της αρχαίας Ελλάδας, όπως ο Ησιόδος, κραύγαζαν κατά τον 8ο αιώνα π.Χ., αποδοκιμάζοντας τους «βαρώνους» που, παρόλο που είχαν τα πάντα, υποδούλωναν και εκμεταλλεύονταν την αγροτιά του αρχαίου ελληνικού κόσμου και απαιτώντας μια κοινωνία που θα βασίζεται σε νόμους και όχι στις ιδιοτροπίες των ανθρώπων.

Σε αντίθεση με τον Προυντόν ή άλλους αναρχικούς θεωρητικούς που απορρίπτουν τους νόμους ως τέτοιους, τα συντάγματα και οι νόμοι ήταν από πολύ παλιά μέσα στις απαιτήσεις των καταπιεσμένων ανθρώπων ως εργαλεία ελέγχου, εξάλειψης στην πράξη της αυθαίρετης εξουσίας των βασιλιάδων, των τυράννων, των ευγενών και των δικτατόρων. Η άγνοια αυτού του ιστορικού δεδομένου και η αναδίπλωση στο «ένστικτο της αλληλοβοήθειας» ως την βάση της κοινωνικής οργάνωσης ή στο «ένστικτο της επανάστασης» ή στο «ένστικτο της διανομής» σημαίνει την υποχώρηση από έναν πολυπόθητο πολιτισμένο κόσμο στο πεδίο της ζωικότητας, ένα είδος κοινωνικής ζωολογίας που δεν έχει καμιά εφαρμογή στην ανθρωπότητα ως ένα δυνητικά καινοτόμο είδος που δημιουργεί και επαναδημιουργεί τον εαυτό της και τον κόσμο.

Πρέπει το συνεταιριστικό έργο να προηγείται του πολιτικού έργου;

Ορισμένοι ελευθεριακοί δημοτιστές έχουν ισχυριστεί ότι προτού επιδιώξουμε την πολιτική εξουσία για τους δημοκρατικούς σκοπούς μας, θα πρέπει πρώτα να «φτιάξουμε» μια κοινότητα μέσα από τη συμμετοχή σε κοινοτικές δραστηριότητες και την εγκαθίδρυση συνεταιρισμών που θα παγιώσουν την αλληλοβοήθεια σ’ ολόκληρη την κοινότητα. Μόνο τότε, μας λένε, μια κοινότητα θα είναι «έτοιμη» για μια απόπειρα ελευθεριακού δημοτισμού. : Αλλά επηρεάζουν οι συνεταιρισμοί τις κοινότητές τους προς την κατεύθυνση της αλληλοβοήθειας ;

Όχι απαραίτητα – όντως, πολύ συχνά, για τους εμπλεκόμενους, ο σχηματισμός και η διατήρηση ενός συνεταιρισμού γίνεται αυτοσκοπός. Όταν οι συνεταιρισμοί καταφέρνουν να επιβιώσουν, οι σχέσεις τους με άλλους συνεταιρισμούς εντατικοποιούνται – αντί να αντιμετωπίσουν ο ένας τον άλλον με όρους αλληλοβοήθειας, στρέφονται ο ένας κατά του άλλου και, συν τοις άλλοις, ξεκινούν έναν αμοιβαίο ανταγωνισμό. Επιπλέον, τα μέλη ενός συνεταιρισμού συχνά μεταλλάσσονται σε κλειστό κύκλο μέσα στην ίδια την κοινότητα που αρχικά σκόπευαν να διαπαιδαγωγήσουν – και παραιτούνται απ’ όλες τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες, καταλήγοντας να βλέπουν τους ανθρώπους στην κοινότητά τους αποκλειστικά ως απλούς πελάτες. Καθώς ο καπιταλισμός τους ωθεί να υιοθετήσουν καπιταλιστικές μεθόδους οργάνωσης, προσλαμβάνουν διευθυντές και συμβούλους επιχειρήσεων κάθε είδους –πιθανότατα με σκοπό το κέρδος– με αποτέλεσμα, αντί να προσφέρουν στην κοινότητά τους μια πολιτική διαπαιδαγώγηση να την χειραγωγούν προς όφελος των δικών τους συμφερόντων, μεταμφιέζοντας την καπιταλιστική τους επιχείρηση με την «ενάρετη» ονομασία του συνεταιρισμού αντί να αυτοαποκαλούνται ανοιχτά επιχείρηση ή εταιρεία.

Ο ελευθεριακός δημοτισμός προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφύγει την απώλεια της ταυτότητάς στην πορεία της σύστασης, διατήρησης και επέκτασης (των) συνεταιρισμών και ως εκ τούτου να βυθιστεί στα αδιέξοδα του κοινοτισμού. Αντιθέτως, επιδιώκει να ανακτήσει και να επεκτείνει τον αριστοτελικό ορισμό του «ανθρώπου» ως ζώου πολιτικού, ως «πολιτικού όντος». Στα Πολιτικά του Αριστοτέλους, «ο άνθρωπος», ή τουλάχιστον οι αρχαίοι Έλληνες, προορίζονται για να ζήσουν σε μια πόλιν (που συνήθως μεταφράζεται λανθασμένα ως «πόλη-κράτος») ή σε έναν δήμο. Για τον Αριστοτέλη, αυτός είναι ένας τρόπος για την αυτοπραγμάτωση και την αυτοεκπλήρωση του ανθρώπινου όντος. Με θρησκευτικούς όρους, η μοίρα των ανθρώπινων όντων, στον βαθμό που συνειδητοποιούν την ανθρωπινότητά τους, είναι να είναι πολίτες και κάτοικοι πόλεων. Ένα ορθολογικά και δημοκρατικά συγκροτημένο σύστημα νόμων –τόσο υποχρεώσεων όσο και δικαιωμάτων– καθώς και η ικανότητά μας να είμαστε πολίτες, δηλαδή, να διαπαιδαγωγηθούμε ώστε να καταστούμε αρμόδιοι για την ανάληψη όλων των απαιτήσεων της αυτοκυβέρνησής μας συμπεριλαμβάνονται εξίσου στους σκοπούςμας ως ανθρώπινα όντα.

Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι τόσο σωματικά όσο και πνευματικά για να επιτελέσουμε όλες τις απαραίτητες λειτουργίες της κοινότητάς μας τις οποίες στις μέρες μας τις έχει αναλάβει το Κράτος – εκείνος ο μηχανισμός στρατιωτών, αστυνομίας, γραφειοκρατών, νομοθετικών εκπροσώπων και λοιπών. Το Κράτος νομιμοποιεί την ύπαρξή του, σε μεγάλο βαθμό, όχι απλώς πάνω στην αδιαφορία των υπηκόων του για τα δημόσια πράγματα αλλά επίσης –και κυρίως– στη δήθεν ανικανότητα των υπηκόων του να διαχειριστούν τα δημόσια πράγματα. Διεκδικεί μια ξεχωριστή αρμοδιότητα, ενώ θεωρεί τους υπηκόους του ως ανίκανα παιδιά που χρειάζονται ικανούς «γονείς» προκειμένου να διαχειριστούν τις υποθέσεις τους. Παρ’ όλα αυτά, από τη στιγμή που οι πολίτες καταστούν ικανοί για την αυτοδιεύθυνσή τους, το Κράτος θα χρεωκοπήσει τόσο στο θεσμικό όσο και στο υποκειμενικό επίπεδο και θα αντικατασταθεί από τους ελεύθερους και διαπαιδαγωγημένους πολίτες μέσα στις λαϊκές συνελεύσεις.

Πολιτική διαπαιδαγώγηση

Αν οι πολίτες είναι ικανοί να αντικαταστήσουν το Κράτος, τότε η πολιτική διαπαιδαγώγηση, ή αλλιώς η παιδεία, θα πρέπει να είναι αυστηρή και να συμπεριλαμβάνει τόσο την οικοδόμηση του χαρακτήρα και της ηθικής ακεραιότητας όσο και την απόκτηση γνώσεων. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο σε ότι αφορά την εξάλειψη της ιεραρχίας. Η αυστηρή διαπαιδαγώγηση και εκπαίδευση, με τη σειρά τους, συμπεριλαμβάνουν μια συστηματική, προσεκτικά σχεδιασμένη και οργανωμένη διαδικασία εκμάθησης. Δεν μπορεί κάποιος να γίνει πολίτης αν η διαπαιδαγώγηση και η εκπαίδευση των νέων πραγματοποιείται μέσα στα πλαίσια όπου ο μαθητής –ένα άτομο συνήθως στα σπάργανα που ο εαυτός του δεν έχει διαμορφωθεί ακόμα– καλείται να «κάνει ό,τι γουστάρει» στο όνομα της «αυτο-έκφρασης». Είναι ακριβώς αυτή η μέριμνα για παιδεία που έκανε την αρχαιοελληνική πολιτική φιλοσοφία τόσο σπουδαία: περιείχε παιδαγωγικές ιδέες για τη δημιουργία ικανών πολιτών που δεν θα σκέφτονταν απλώς με συστηματικό τρόπο αλλά θα μάθαιναν επίσης να χρησιμοποιούν όπλα για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους και τη δημοκρατία. Επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω πως η αθηναϊκή δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε όταν το ιππικό της αριστοκρατίας αντικαταστάθηκε από τους οπλίτες – την πολιτοφυλακή του 5ου αιώνα π.Χ., η οποία εγγυώταν την υπεροχή του λαού έναντι της πρότερης υπεροχής της αριστοκρατίας.

Εξουσία και πολίτευμα

Σε αντίθεση με τον κοινοτισμό, ο ελευθεριακός δημοτισμός ενδιαφέρεται για το ζήτημα της εξουσίας και πιο συγκεκριμένα με τους τρόπους που μπορούν να την αποκτήσουν οι απλοί άνθρωποι. Με τον όρο εξουσία, δεν αναφέρομαι στο ψυχολογικού τύπου αίσθημα ισχύος που μπορεί να αποκτήσει κάποιος μέσα από την παρουσία του σε μια εμψυχωτική μάζωξη ή σε ένα συλλαλητήριο. Συχνά, ορισμένες μοδάτες μορφές «αισθήματος ισχύος» δεν συνιστούν τίποτα παραπάνω από συναισθηματική ευφορία που θα μπορούσε, κατά το μάλλον ή ήττον, να αποκτηθεί μέσα από τη λήψη ναρκωτικών. Αντιθέτως, εννοώ τη συγκεκριμένη εξουσία που ενσαρκώνεται σε οργανωμένες μορφές ελευθερίας οι οποίες νοούνται με ορθολογικό τρόπο και συγκροτούνται δημοκρατικά. Σε αντίθεση με εκείνους που απλώς χρησιμοποιούν την απαίτηση για εξουσία ως μέσο για να κάνουν προπαγάνδα και θεατρινισμούς ή με εκείνους που θα αρνούνταν να αποκτήσουν την εξουσία, ακόμη κι αν τους την προσέφεραν, ακόμη και αν μπορούσαν δυνητικά να τη χρησιμοποιήσουν για να την δώσουν στις λαϊκές συνελεύσεις, ο ελευθεριακός δημοτισμός επιδιώκει την επίτευξη της συλλογικής εξουσίας της κοινότητας.

Μια πολιτεία ελευθεριακού δημοτισμού θα ήταν επομένως μια συγκροτημένη κοινότητα – μια κοινότητα που θα δημιουργούσε ορθολογικά και δημοκρατικά το δικό της σύνταγμα και τους δικούς της νόμους˙ της οποίας οι πολίτες θα είχαν διαμορφωθεί ηθικά και διανοητικά από την διαδικασία οικοδόμησης του χαρακτήρα που αποκαλούμε παιδεία˙ και η οποία, εξαιτίας της επάρκειάς της, της ένοπλης εξουσίας της, των δημοκρατικών της θεσμών και της λογικής προσέγγισης των ζητημάτων και των προβλημάτων, όχι απλά μπορεί να αντικαταστήσει το Κράτος αλλά και να επιτελέσει τους κοινωνικά αναγκαίους ρόλους για την κοινότητα που μέχρι πρότινος είχε αναλάβει το Κράτος.

Αυτό είναι το πολιτικό πεδίο, ο αυθεντικός κόσμος της πολιτικής, στο οποίο υποχρεούμαστε να συγκροτήσουμε ένα κίνημα για να ανασυνταχθούμε και να αναπτυχθούμε προτού αυτό το πεδίο απαλειφθεί εξ’ ολοκλήρου απ’ τον κόσμο της Disneyland. Ο κατακερματισμός του πολιτικού πεδίου σε κοινοτικούς (κοινοτιστικούς) θεσμούς και δραστηριότητες ισοδυναμεί με την παράβλεψη αυτής καθεαυτής της ανάγκης να επανιδρυθεί αυτό το πεδίο, δηλαδή κάποιος να παίξει τον αντιδραστικό ρόλο της διάχυσής του μέσα σε μια «νύχτα» που όλα είναι μαύρα και δυσδιάκριτα.

Δυαδική εξουσία

Το ζήτημα της δυαδικής εξουσίας θα πρέπει εξίσου να διευκρινιστεί, καθώς αυτή η φράση έχει αρχίσει πρόσφατα να αποκτά το κύρος της «θεωρίας» στους ελευθεριακούς κύκλους. Οι μαρξιστές, και πιο συγκεκριμένα ο Τρότσκι, δεν ανέπτυξαν καμιά «θεωρία» για τη δυαδική εξουσία. Η έννοια της «δυαδικής εξουσίας» είχε ριζώσει για τα καλά στη σοσιαλιστική πολιτική της Ρωσίας πολύ πριν αφιερώσει ο Τρότσκι ένα κεφάλαιο γι’ αυτή την έννοια στην Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης, ένα κεφάλαιο που αποτελείται μονάχα από 9 σελίδες εκ των οποίων οι περισσότερες είναι περιγραφικές. Η λέξη dvoevlasty(«δυαδική εξουσία») χρησιμοποιούνταν από ρώσους επαναστάτες όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων ήδη απ’ τον Φλεβάρη του 1917, απλώς για να περιγράψει τον διττό συμβιβασμό με τον οποίο το Σόβιετ της Πετρούπολης και η Προσωρινή Κυβέρνηση προσπάθησαν να κυβερνήσουν τη Ρωσία – ένας συμβιβασμός που έφτασε στο τέλος του με την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Ως «θεωρία», παρ’ όλα αυτά, η «δυαδική εξουσία» ήταν πιο δημοφιλής στη Γερμανία και την Αυστρία ακριβώς μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τα Raete ή συμβούλια ήταν της μόδας στις τάξεις των θεωρητικών όπως ο Ρούντολφ Χίλφερντινγκ, ο Κάρλ Καούτσκι και ο Βίκτορ Άντλερ. Αυτοί οι αυστρογερμανοί μαρξιστές στοχάστηκαν τη δυαδική εξουσία ως μια μόνιμη κατάσταση που αποτελείται απ’ τη μια πλευρά από συμβούλια, μέσω των οποίων οι εργάτες θα μπορούσαν να εκφράσουν τα συμφέροντά τους, και απ’ την άλλη πλευρά από το κοινοβουλευτικό Κράτος, μέσω του οποίου η αστική τάξη θα μπορούσε να εκφράσει τα συμφέροντά της. Οι εν λόγω σοσιαλδημοκράτες αφαίρεσαν την επαναστατική ένταση της «δυαδικής εξουσίας» και ο όρος έγινε συνώνυμος της διμερούς κυβέρνησης που θα μπορούσε πιθανότατα να υπάρχει επ’ αορίστον.

Στον ελευθεριακό δημοτισμό, η δυαδική εξουσία είναι μια στρατηγική για τη δημιουργία ακριβώς εκείνων των ελευθεριακών θεσμών των αμεσοδημοκρατικών συνελεύσεων που θα εναντιωθούν στο Κράτος και θα το αντικαταστήσουν. Σκοπεύει στη δημιουργία μιας κατάστασης όπου οι δύο εξουσίες –οι συνομοσπονδίες των δήμων και το έθνος-κράτος– δεν μπορούν να συνυπάρξουν και η μια θα πρέπει αργά ή γρήγορα να αντικαταστήσει την άλλη. Επιπλέον, πρόκειται για τη συμβολή των μέσων για την πραγμάτωση μιας ορθολογικής κοινωνίας με τη δομή αυτής της κοινωνίας μόλις αυτή πραγματωθεί. Το σχίσμα μεταξύ μέσων και σκοπών αποτελεί ένα πρόβλημα που βασάνιζε ανέκαθεν το επαναστατικό κίνημα, αλλά η έννοια της δυαδικής εξουσίας ως μέσο για επαναστατικούς σκοπούς και για τη δημιουργία μιας ορθολογικής κοινωνίας υπερβαίνει το χάσμα μεταξύ της μεθόδου για την επίτευξη μιας νέας κοινωνίας και των θεσμών που θα την οικοδομούσαν.

«Οι δρόμοι θα σας οργανώσουν!»

Ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα στον ελευθεριακό δημοτισμό είναι το ερώτημα για το είδος του κινήματος που μπορεί να παίξει τον παιδαγωγικό και, ναι, τον ηγετικό ρόλο που απαιτείται για την παραγωγή αυτών των μετασχηματισμών. Εκείνοι που αποκηρύσσουν τον ελευθεριακό δημοτισμό ως «κρατικίστικο» τάσσονται συχνά υπέρ όχι απλώς της δημιουργίας συνεταιρισμών αλλά και της συμμετοχής σε επεισόδια, ειδικότερα με τη μορφή διαδηλώσεων και συλλαλητηρίων. Ακόμη χειρότερα, μερικοί απ’ αυτούς προτιμούν να συμμετέχουν στις επιθέσεις κατά της «εξουσίας» σπάζοντας τζάμια ή βρίζοντας την αστυνομία –και μετά να επιστρέφουν σπίτια τους για να δουν τα έκτροπα στην τηλεόραση– λες και μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να πραγματωθούν η «ελευθερία» και η «αυτονομία» ή να εμπνευστεί ο κόσμος.

Θα πρέπει εξαρχής να διαχωρίσουμε τη θέση μας από τις γελοίες κραυγές του I.S. Bleikhman, ηγετική φυσιογνωμία των Αναρχοκομμουνιστών της Αγίας Πετρούπολης, κατά τον Ιούλιο του 1917. Κατά τη διάρκεια εκείνων των εξεγερσιακών «Ημερών του Ιούλη», οι ναύτες της Κροστάνδης μαζί με τη φρουρά της Αγίας Πετρούπολης και το πιο προχωρημένο τμήμα της εργατικής τάξης αποφάσισαν να «βγουν στους δρόμους» με τα όπλα ανα χείρας προκειμένου να εγκαθιδρύσουν την κυβέρνηση των σόβιετ. Στην έκκληση τους για οργάνωση, ο Bleihkman απάντησε: «οι δρόμοι θα σας οργανώσουν». Φυσικά, οι δρόμοι δεν «οργάνωσαν» απολύτως τίποτα και κανέναν – και εν μέρει λόγω έλλειψης μιας πραγματικής ηγεσίας, η εξέγερση του Ιούλη γνώρισε τη συντριβή της μέσα σε λίγες μέρες.

Κατά τη διάρκεια μιας διεξοδικής μελέτης που επιχείρησα πάνω στην ιστορία των προηγούμενων επαναστάσεων, το πιο σημαντικό πρόβλημα που συνάντησα ήταν ακριβώς το ζήτημα της οργάνωσης. Το ζήτημα είναι κρίσιμο, όχι μόνο επειδή σε μια επαναστατική αναταραχή η φύση της οργάνωσης μπορεί να κάνει τη διαφορά σε ζητήματα ζωής και θανάτου. Αυτό που είναι ξεκάθαρο στο μυαλό μου είναι ότι οι επαναστάτες χρειάζεται να δημιουργήσουν μια προδραστικήοργάνωση –μια πρωτοπορία, για να χρησιμοποιήσω έναν όρο που ήταν σε ευρεία χρήση μέχρι που η Νέα Αριστερά τον δηλητηρίασε συσχετίζοντάς τον με τους μπολσεβίκους– που θα έχει τη δική της αυστηρή παιδεία, που θα δημιουργήσει την υπεύθυνη συμμετοχή ενημερωμένων και αφοσιωμένων πολιτών, που θα έχει δομή και πρόγραμμα και που θα δημιουργήσει τους δικούς της θεσμούς που θα βασίζονται σε ένα ορθολογικό Σύνταγμα.

Μια τέτοια οργάνωση θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ως μια Πολις-εν-τω-γεννάσθαι όπου, καθώς θα οικοδομεί ένα κίνημα ελευθεριακού δημοτισμού, θα μπορεί να προστατεύει τις βασικές της αρχές απ’ τον εγκλωβισμό (η σύνηθης μοίρα όλων των ωραίων ιδεών στις μέρες μας), να καλλιεργεί την ανάπτυξή τους και να τις εφαρμόζει σε πολύπλοκες και δύσκολες περιστάσεις. Χωρίς την ύπαρξη μιας έκδηλα προσδιορίσιμης οργάνωσης, το όποιο κίνημα πιθανότατα να υποπέσει στην τυραννία της έλλειψης δομών.

Θα ήθελα να σημειώσω πως αν κανείς δεν έχει σταθερές και σαφείς βασικές αρχές, τότε δεν έχει καν βασικές αρχές. Αιωρούμαστε απλώς στον αέρα με απλές γνώμες και βεβιασμένες σκέψεις αντί να έχουμε σαφείς ιδέες, προσχεδιασμένες αντιλήψεις και ουσιώδεις θεωρίες που στηρίζονται σε γερά θεμέλια. Μπορούμε, χωρίς καμία αμφιβολία, να αποφασίσουμε να αλλάξουμε τις βασικές μας αρχές αλλά αυτό προϋποθέτει ότι σε ένα αρχικό στάδιο είχαμε καθορισμένες αρχές. Όμως η γενίκευση των ακαταλαβίστικων και αόριστων εννοιών αντανακλά τη σύγχρονη μεταμοντέρνα ασπόνδυλη νοοτροπία που θεωρεί ότι όλα είναι σχετικά, που αρνείται την ύπαρξη βασικών αρχών, που υιοθετεί άμορφες, αμοιβαδικές ιδέες, που καταδικάζει τις δομές ως αυταρχικές ή ακόμα και ως ολοκληρωτικές και που θεωρεί ότι τα συναισθήματα είναι σημαντικότερα από την ενδελεχή σκέψη.

Οι ιδέες μετατρέπονται σε ευτελείς απόψεις και οι αρχές μετατρέπονται σε εφήμερα συνθήματα, οπότε ένας λόγος παραπάνω που θα πρέπει θα πρέπει ξεκάθαρα να επιβεβαιώνουμε τις ιδέες και τις θεωρίες μας. Είναι ευθύνη ενός κινήματος ελευθεριακού δημοτισμού, που βασίζεται στις αρχές του κομμουναλισμού, να διατηρήσει τα κείμενά του, τις συζητήσεις του και τις δραστηριότητές του σε όσο το δυνατόν υψηλότερα επίπεδα, όχι μόνο για πολιτικούς αλλά και για πολιτιστικούς λόγους.

Επιπλέον, η πολιτική δεν μπορεί να αναχθεί στον θεατρινίστικο ακτιβισμό. Η μελέτη και η πείρα μου μ’ έχουν διδάξει ότι η τέχνη δεν λυτρώνει – και σίγουρα δεν προκαλεί επαναστάσεις. Τέχνη σημαίνει ευαισθητοποίηση, συναισθηματικός εμπλουτισμός και δημιουργικότητα – όμως πολύ λίγες σχολές τέχνης, μουσικής και παραστατικών τεχνών έχουν παρακινήσει έναν οποιοδήποτε υπολογίσιμο αριθμό ανθρώπων να στήσουν οδοφράγματα, πόσο μάλλον να πολεμήσουν πίσω απ’ αυτά. Η τέχνη μπορεί να συνιστά ένα συμπλήρωμα στο επαναστατικό κίνημα, αλλά σίγουρα όχι την ορμή του. Εξού και οι φόβοι μου αναφορικά με τις θεατρικού τύπου λαϊκές προσπάθειες για την «ανάκτηση» των δρόμων –λες και ήταν ποτέ δικοί μας!– μέσω διαδηλώσεων. Και μετά τί; Ούτε και οι εκλογές μπορούν να περισταλλούν απλά σε θέατρο ή ακόμη και σε στρατηγικές για άσκηση προπαγάνδας, όσο σημαντικό κι αν είναι κάτι τέτοιο. Μέχρι να κατεβάσουμε υποψήφιους για τις δημοτικές εκλογές, δεν πραγματευόμαστε με το ζήτημα της εξουσίας. Και το να ζούμε υπό τον φόβο ότι η εξουσία μπορεί να «διαφθείρει» σημαίνει όχι απλά να αγνοούμε τόσες και τόσες περιπτώσεις όπου δεν διέφθειρε, αλλά και να αγνοούμε την ανάγκη για την απόκτηση της εξουσίας. Ο θεατρινισμός, οι διαδηλώσεις και άλλα φωτογενή ευτράπελα απλώς παριστάνουν την πολιτική αντί να συμμετέχουν σ’ αυτήν.

Μια πρωτοποριακή οργάνωση

Ένα κίνημα ελευθεριακού δημοτισμού που δημιουργείται μέσα από διακριτά βήματα, με ανεπτυγμένες ιδέες, διαπαιδαγώγηση και πείρα, έχει κάθε δικαίωμα να θεωρεί τον εαυτό του πρωτοπορία. Προφανώς, κάθε είδος κινηματικής οργάνωσης μπορεί να ισχυριστεί το ίδιο –καμιά οργάνωση ελευθεριακού δημοτισμού δεν μπορεί να αμφισβητήσει το δικαίωμα σε άλλες οργανώσεις να αυτοαποκαλούνται πρωτοπορίες. Αλλά καμιά μεγάλη κοινωνική αλλαγή δεν μπορεί να συμβεί χωρίς ένα καλά οργανωμένο πρωτοποριακό κίνημα που έχει συντακτικού τύπου δομές και θέτει ξεκάθαρες απαιτήσεις πάνω στο δικαίωμα των ανθρώπων να ενταχθούν σ’ αυτό. Από πλευράς μου ανέχτηκα πολλά με οργανωτικές πρακτικές σαν αυτές στην ClamshellAlliance που η ιδιότητα του μέλους μετατρέπεται σε τουρνικέ όπου ο καθένας μπαίνει στην οργάνωση και αποχωρεί μετά από μια και μόνο συνάντηση – και έχει και δικαίωμα ψήφου.

Κι επίσης έχω ανεχτεί πολλά απ’ τη διαδικασία της συναίνεσης, όπου μια μειοψηφία έχει το παράδοξο δικαίωμα να μπλοκάρει τις αποφάσεις της πλειοψηφίας, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται η ίδια σε μια κωλυσιεργική τυραννία ενώ ισχυρίζεται χωρίς καμιά λογική ότι ο πλειοψηφικός τρόπος λήψης αποφάσεων είναι «τυραννικός». Είμαι ενάντια στους τρόπους με τους οποίους οι κινηματικές ομάδες συχνά χρησιμοποιούσαν τις διαδικασίες της συναίνεσης στη λήψη αποφάσεων προκειμένου να χειραγωγήσουν τα μέλη τους. Με συγχωρείτε, αλλά οι δρόμοι δεν θα μας «οργανώσουν». Μονάχα ένα σοβαρό και υπεύθυνο κίνημα με δομές μπορεί να το κάνει.

Το κενό της Αριστεράς

Όσο σημαντική κι αν είναι η δημιουργία διαύλων μεταξύ του ελευθεριακού δημοτισμού και λοιπών αντιπολιτευτικών κινημάτων, θα ήταν θανάσιμο σφάλμα διαλύσουμε το κίνημά μας για να το εντάξουμε στο δικό τους ή να τους παραχωρήσουμε την ταυτότητά μας. Δεν νιώθω καθόλου τύψεις που θεωρώ ότι βρισκόμαστε σε ένα υψηλότερο επίπεδο απ’ οποιονδήποτε άλλον που αυτοαποκαλείται «αντιπολευτικός». Όπως η λέξη επαναστάτης, έτσι και η λέξη αντιπολίτευση έχει σταδιακά εκφυλιστεί και θα συνεχίσει να χάνει την αξία της. Το πολιτικό φάσμα έχει μετακινηθεί σε μεγάλο βαθμό απ’ τα αριστερά προς τα δεξιά – μια μετακίνηση που έχει επηρεάσει το οικολογικό κίνημα, τον φεμινισμό, τα αυτοαποκαλούμενα κινήματα απελευθέρωσης και το εργατικό κίνημα, καθώς επίσης και την αστική τάξη.

Σ’ όλον τον κόσμο, η Δεξιά στρέφεται προς το σκοτάδι της απόλυτης αντίδρασης, συχνά με επικίνδυνους ρατσιστικούς υπαινιγμούς. Αυτή η στροφή έχει δημιουργήσει ένα κενό στον ευρύτερο χώρο του πολιτικού φάσματος όπου υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να βρίσκεται η Αριστερά. Χωρίς μια καλώς εδραιωμένη Αριστερά, πράγματι, δεν μπορεί να γίνεται καν λόγος για πολιτικό φάσμα – και ο μεγαλύτερός μου φόβος είναι ότι, με την γενικευμένη άγνοια και απόρριψη της ιστορίας στις μέρες μας, υποβαθμίζονται σχεδόν όλα τα κοινωνικοπολιτικά κριτήρια. Οι αναρχικοί αποδέχονται τη σημασία του Κράτους, οι μαρξιστές προσπαθούν να χωρέσουν τις θεωρίες τους στην οικονομία της αγοράς, οι ρεφορμιστές ακούγονται σαν συντηρητικοί και οι συντηρητικοί, για να μην αναφερθώ στους αντιδραστικούς, βρίσκουν στέγη στο περιοδικό Telos – ενώ παράξενες συμμαχίες προσπαθούν να μπολιάσουν την ημιφασιστική ορολογία τους σ’ αυτήν της Νέας Αριστεράς.

Ταξική κοινωνία

Κάποιοι αναρχοσυνδικαλιστές και αναρχοκομμουνιστές έχουν γράψει πρόσφατα ότι δεν «πιστεύω» στην ύπαρξη τάξεων – μια κατηγορία τόσο γελοία που κανονικά δεν χρήζει καν απάντησης. Δεν αμφιβάλλω ότι ζούμε σε μια ταξική κοινωνία˙ στην πραγματικότητα, οι ταξικές συγκρούσεις θα υπάρχουν χωρίς καμία αμφιβολία και στις συνελεύσεις των πολιτών επίσης. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο ελευθεριακός δημοτισμός δεν αποκηρύσσει την έννοια της πάλης των τάξεων αλλά την υλοποιεί όχι μόνο στα εργοστάσια μα και στη δημόσια ή δημοτική αρένα επίσης. Και το πράττει στον βαθμό που εξακολουθούν να υπάρχουν εργοστάσια και στον βαθμό που οι προλετάριοι δεν φαντασιώνονται πως είναι «μεσαία τάξη». Όμως αυτό που έχω μάθει από παλιά, ενώ εργαζόμουν σε ένα χυτήριο και σε ένα εργοστάσιο αυτοκινήτων που ανήκε στη GeneralMotors, είναι ότι πέρα από ταξικά υποκείμενα, οι εργάτες θεωρούν τους εαυτούς τους και ανθρώπινα όντα. Είναι πατεράδες και μητέρες, αδέρφια και γιοί και κόρες που ανησυχούν βαθύτατα για τα προβλήματα της καθημερινής ζωής, όπως είναι η οιότητα των γειτονιών τους, των κατοικών, των υγειονομικών εγκαταστάσεων, των χώρων αναψυχής, των σχολείων, του αέρα, του νερού και της τροφής – κοντολογίς, όλα τα προβλήματα που αφορούν τους κατοίκους των πόλεων και των αγροτικών περιοχών ανεξάρτητα απ’ την ταξική τους θέση. Αυτά τα γενικά συμφέροντα, ενώ δεν αντικαθιστούν τα ταξικά συμφέροντα, μπορούν να διασχίσουν τις ταξικές γραμμές, και ειδικότερα τις γραμμές που χωρίζουν τους εργάτες απ’ το πλήθος των ανθρώπων της μεσαίας τάξης.

Ακόμη και στα χρόνια που εργαζόμουν στη βαριά βιομηχανία, μου ήταν ευκολότερο να προσεγγίσω τους εργάτες στη βάση περιβαλλοντικών ζητημάτων ή ζητημάτων σε επίπεδο γειτονιάς παρά στη βάση εργοστασιακών ζητημάτων. Κατά τη δεκαετία του 1960, άρχισε να μου γίνεται εμφανής αυτή τη διαταξική γοητεία πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα, όπως στους αγώνες που έδωσα το 1963 ενάντια στις προσπάθειες οικοδόμησης ενός πυρηνικού αντιδραστήρα στην Πόλη της Νέας Υόρκης από την εταιρεία EdisonCompany. Τόσο οι εργάτες όσο και άτομα απ’ τη μεσαία τάξη με κατέκλυσαν με ερωτήσεις και μου ζήτησαν να επισκεφτώ τις κοινότητές τους και να τις συζητήσουμε. Αυτό το φαινόμενο συνεχίζει μέχρι σήμερα: τον Νοέμβριο του 1999 δεν ήταν μόνο οι εργάτες αλλά και η μεσαία τάξη που διαδήλωσαν ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και τον Οργανισμό Παγκόσμιου Εμπορίου – μια διαδήλωση που συνειδητά ή ασύνειδα στόχευε στον πυρήνα του νεωτερικού καπιταλισμού. Αυτά τα διαταξικά ζητήματα αναδύονται εδώ και δεκαετίες.

Ο καπιταλισμός, όντως, παράγει σταδιακά αυτές τις γενικευμένες ανησυχίες σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Τα πολυπόθητα «γενικά συμφέροντα» που ο Μαρξ και οι σοσιαλιστές καθώς επίσης και οι αναρχικοί ήλπιζαν ότι θα ένωναν την ανθρωπότητα ως σύνολο ενάντια στην αστική τάξη βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό ενώπιόν μας. Αν δεν αναγνωρίσουμε αυτά τα γενικά συμφέροντα και δεν τους δώσουμε επαναστατική μορφή, τότε θα αναπαυτώ εν ειρήνη με το συμπέρασμα ότι τα υπάρχοντα αναρχικά σχήματα, μέσα απ’ όλες τις γελοίες μεταλλάξεις που έχουν υποστεί, είναι πλήρως αποτυχημένα, και ότι οι μαρξιστές δεν τα έχουν πάει και πολύ καλύτερα. Αν είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τον νέο αιώνα με μια θεωρία που συμβαδίζει με –ή προσπαθεί να δει παραπέρα από– τις νέες εξελίξεις, τότε θα πρέπει να κρατήσουμε τα καλύτερα στοιχεία του αναρχισμού και του μαρξισμού και να πάμε πέρα απ’ αυτά μέσα από την ανάπτυξη ενός πιο συνεκτικού σώματος ιδεών που θα μας οδηγήσει προς ένα ορθολογικό μέλλον. Αυτό το σώμα ιδεών που θα πρότεινα εγώ, το έχω αποκαλέσει Κομμουναλισμό.

Ομοσπονδιοποίηση και αυτονομία

Δεν πρέπει οι ιδέες μας για τη συνομοσπονδία να μείνουν κολλημένες στα αναρχικά κείμενα του 19ου αιώνα. Στα κείμενα του Προυντόν για τον φεντεραλισμό, λογουχάρη, φαίνεται μια εξαιρετικά αφελής αντίληψη για την «ομοσπονδία των αυτόνομων κοινοτήτων» της οποίας τα συστατικά μέλη θα μπορούσαν, αν το επιθυμούσαν, να αποχωρήσουν από την ομοσπονδία και «να ακολουθήσουν τον δικό τους δρόμο». Αλλά μια τέτοια «αυτονομία» δεν είναι πλέον δυνατή, ακόμα κι αν ήταν την εποχή του Προυντόν. Η μονομερής επιλογή αποχώρησης από μια ομοσπονδία θα υποβάθμιζε, σε τελική ανάλυση, το σύνολο της ομοσπονδίας. Δεν ζούμε πλέον σε έναν κόσμο τεχνιτών και μαστόρων. Φανταστείτε αν το ηλεκτρικό δίκτυο του βόρειου τμήματος της Νέας Υόρκης αποφάσιζε «αυτόνομα» να αποχωρίσει από τη συνομοσπονδία με το ηλεκτρικό δίκτυο του Βέρμοντ επειδή ενοχλήθηκε απ’ τη συμπεριφορά του Βέρμοντ.

Εξίσου προβληματική θα ήταν μια συνομοσπονδία βασισμένη σ’ ένα είδος «εθελοντικών συμφωνητικών» σαν αυτά που ο Κροπότκιν αντιλήφθηκε και επιπλέον εξύμνησε –όσο αναπάντεχο κι αν ακούγεται!– στις σιδηροδρομικές γραμμές της εποχής του. Αν οι αρχές λειτουργίας των σιδηροδρομικών γραμμών του 19ου αιώνα συνιστούν ένα καλό παράδειγμα «εθελοντικών συμφωνητικών» τότε, κατά την άποψή μου, αυτά που εκπονεί η J.PMorgan & Co. είναι ανεκτίμητης αξίας. Οι «αναρχο»-καπιταλιστές αναμφίβολα θα πανηγύριζαν μ’ αυτή την άποψη που εξέθεσε ο Κροπότκιν στην Κατάκτηση του Ψωμιού, αλλά επιτρέψτε μου να της εναντιωθώ.

Μια συνομοσπονδία θα πρέπει να θεωρείται ως μια δεσμευτική συμφωνία που δεν μπορεί να ακυρωθεί εξαιτίας επιπόλαιων «βολονταριστικών» λόγων. Ένας δήμος θα μπορεί να αποσυρθεί από μια συνομοσπονδία μόνο αφού κάθε πολίτης της συνομοσπονδίας έχει τη δυνατότητα να διερευνήσει ενδελεχώς τα παράπονα του δήμου καιαποφασιστεί με πλειοψηφικές διαδικασίες απ’ όλη τη συνομοσπονδία ότι μπορεί να αποσυρθεί χωρίς την υπονόμευση ολόκληρης της συνομοσπονδίας.

Οικονομικά και τεχνολογία

Έχει ο ελευθεριακός δημοτισμός μια οικονομική θεωρία; Να τονίσω πως ναι, μια που βρίσκεται πολύ κοντά στη μαρξική κριτική του καπιταλισμό απ’ τον Πρώτο Τόμο του Κεφαλαίου. Πολύ συχνά, οι σπασπωδικές απορρίψεις του λαμπρού έργου του Μαρξ φέρνουν συνήθως επιδοκιμασίας στα πρόσωπα των αντιπάλων του. Αρνούμαι να συμμετέχω σε τέτοιες ρουτίνες. Παρόλο που διαφωνώ με αρκετά στοιχεία του μαρξισμού, καμιά άλλη ανάλυση του καπιταλισμού δεν πλησιάζει, στις μέρες μας, ούτε καν εξ αποστάσεως αυτό το εκπληκτικό έργο. Δεν μπορώ να διακρίνω πώς θα μπορούσε ένας προσεκτικός θεωρητικός του ελευθεριακού δημοτισμού να αποφύγει τη μελέτη και την αφομοίωση της διαλεκτικής ή να στερείται μιας πλούσιας φιλοσοφικής προοπτικής πάνω στην Ιστορία, ως διακριτού πεδίου απ’ τα απλά Χρονικά. Καμιά θεωρία δεν μπορεί από μόνη της να συλλάβει κοινωνικά φαινόμενα που δεν έχουν εμφανιστεί ακόμα στον υπαρκτό κοινωνικό ορίζοντα, αλλά ένα βασικό μίνιμουμ αρχών –τις οποίες τηρούμε δυναμικά μέχρι να πάψουμε να τις υπερασπιζόμαστε– μπορεί να μας εφοδιάσει με διορατικότητα.

Ο ελευθεριακός δημοτισμός βασίζεται επίσης στην πρόταση ότι πλέον έχουμε την τεχνολογία για μια οικονομία της μετασπάνης – που δυνητικά μπορεί να καταργήσει τον ασυλλόγιστο μόχθο και πιθανότατα αρκετή απ’ την εργασία που εισάγεται στη βιομηχανική παραγωγή σήμερα. Σ’ έναν τέτοιο κόσμο, το κομμουνιστικό ιδεώδες του «απ’ τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του» θα είναι ιστορικά και τεχνικά εφικτό. Μπορούμε να απομακρύνουμε τους διάφορους φόβους αναφορικά με το ότι οι ατομικές ανάγκες θα μπορούσαν να επεκταθούν σε σημείο που να ευνοούν την απληστία με το να δώσουμε στη συνέλευση του δήμου το δικαίωμα να καθορίσει εάν οι εκάστοτε αναγνωρισμένες «ανάγκες» είναι υπέρμετρες και εάν η ικανοποίησή τους θα κατέστρεφε την ευημερία ολόκληρης της οικονομίας.

Ο κόσμος αλλάζει πλέον με ραγδαίους ρυθμούς. Αν ο καπιταλισμός δεν καταστρέψει τη βιόσφαιρα, τότε πιθανότατα σε τριάντα, σίγουρα σε πενήντα χρόνια, ο κόσμος που θα έχει επιβιώσει θα έχει υποστεί τέτοιες αλλαγές που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε. Δεν θα εξαφανιστεί μονάχα ο αγροτικός κόσμος, αλλά και ένα σημαντικό τμήμα αυτού που αποκαλούμε «άγρια φύση». Ο βιομηχανικός αυτοματισμός θα φτάσει πιθανότατα σε απίστευτα επίπεδα και τα χαρακτηριστικά της γης θα μετασχηματιστούν σε μεγάλο βαθμό. Καθώς πλησιάζω προς το τέλος της ζωής μου, δεν μπορώ να ξέρω και σίγουρα δεν θα έχω τη δυνατότητα να ξέρω ποτέ αν θα δημιουργήσουν αυτές οι αλλαγές μια οικολογική κρίση ή εάν η επιστήμη και η τεχνολογία καταφέρουν να μετριάσουν, έστω και ανεπαρκώς, κάπως το αποτύπωμά τους.

Ιδού, παρ’ όλα αυτά, τί πιστεύω: αν ένα κίνημα ελευθεριακού δημοτισμού, βασισμένο σε κομμουναλιστικές αρχές, δεν καταφέρει να εγκαθιδρύσει ένα σύστημα άμεσης δημοκρατίας και συνομοσπονδίας, τότε τα όλα ελευθεριακά ιδεώδη θα πρέπει να αναθεωρηθούν σε σημαντικό βαθμό. Αλλά δεν μπορούμε να ελπίζουμε στην εγκαθίδρυση κανενός είδους πραγματικά ελευθεριακής κοινωνίας χωρίς τη δημιουργία μιας δημόσιας σφαίρας, ξεκινώντας με μιαν εκλογική πολιτική βάσης που θα στηρίζεται στη δημιουργία λαϊκών συνελεύσεων. Κατά την άποψή μου, αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία για το κίνημα της ελευθεριακής αριστεράς. Αν διαφωνείτε μαζί μου, ας είναι – αλλά σας παρακαλώ, χρησιμοποιείστε διαφορετική ταμπέλα για τις ιδέες σας, αφήστε ήσυχο τον «ελευθεριακό δημοτισμό» και τραβήξτε τον δικό σας δρόμο προς τις κοινοτικές και συνεταιριστικές επιχειρήσεις, αν όχι προς τα ταοϊκά μοναστήρια και τις μυστικίστικες συναγωγές. Θα ζητούσα απ’ όσους μου ασκούν κριτική να μην συσκοτίζουν τις ιδέες που επί της ουσίας δεν συμπαθούν την ίδια στιγμή που ισχυρίζονται ότι τις υποστηρίζουν.

Τι είναι κοινωνική οικολογία – Murray Bookchin

«Αυτή η εικόνα που μας πολιορκεί από παντού, μιας ανυπότακτης φύσης την οποία πρέπει να τιθασεύει η ορθολογική ανθρωπότητα, μας έχει κληροδοτήσει μια εξουσιαστική μορφή λογικής, επιστήμης και τεχνολογίας, τον κατακερματισμό της ανθρωπότητας σε ιεραρχίες, τάξεις, κρατικούς θεσμούς, γένη και έθνη. Έχει θρέψει τα εθνικιστικά μίση, τα ιμπεριαλιστικά εγχειρήματα και μια παγκόσμια φιλοσοφία διακυβέρνησης η οποία ταυτίζει την τάξη με την κυριαρχία και την υποταγή»

Το Φάντασμα του Αναρχοσυνδικαλισμού (μέρος δεύτερο)

CNT-1mayo2010

του Murray Bookchin

μετάφραση από eagainst.com/μεταφραστική ομάδα

Μπορείτε να διαβάσετε το πρώτο μέρος του κειμένου εδώ

Εργάτες και Πολίτες

Τι θεωρούσαν, τελικά, οι αναρχοσυνδικαλιστές ως «προλεταριάτο», πέρα από αυτούς που ηταν σε θέση να συμπεριλάβουν στα συνδικάτα τους «εργάτες γης» (κάτι το οποίο η CGT δεν έκανε και η CNT παραμέλησε σοβαρά στα τέλη της δεκαετίας του 20 και στις αρχές του 30);

Έχω αναφέρει ότι η έννοια αυτή προσδιοριζόταν κυρίως μέσα από Μαρξικές γραμμές, αν και δίχως την περισσότερο ερευνητική, αν και λανθασμένη, οικονομική ανάλυση του Μαρξ. Με έμμεσο τρόπο περιελάμβανε βασικές έννοιες στις οποίες βασιζόταν η θεωρία περί «ιστορικού υλισμού» του Μαρξ, κυρίως την άποψη ότι η οικονομία αποτελεί τη «βάση» της κοινωνικής ζωής, καθώς και την εξιδανίκευση των βιομηχανικών εργατών ως μια ιστορικά «ηγεμονική» τάξη. Προς τιμήν τους, οι μη συνδικαλιστές αναρχικοί, που ωστόσο υπήρξαν φιλικοί προς το συνδικαλισμό λόγω της ηθικής πίεσης, έτειναν ταυτόχρονα να αντιτίθενται σε αυτή την ανησυχητική απλούστευση των κοινωνικών ζητημάτων και δυνάμεων. Την παραμονή του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, η CNT αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από βιομηχανικούς εργάτες (μια πραγματικότητα, μπορώ να προσθέσω, που έρχεται σε αντίθεση με την άποψη του Eric Hobsbawn για τους αναρχικούς ως «πρωτόγονους αντάρτες»). Η CNT είχε ήδη χάσει το μεγαλύτερο μέρος των αγροτών, οι οποίοι συντάχθηκαν με τις Ισπανικές Σοσιαλιστικές Αγροτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, εκτός από μερικά «φρούρια» στην Ανδαλουσία και την Αραγονία (βλ. Malefakis, 1970). Η εικόνα που ο Gerald Brenan δίνει στον Ισπανικό αναρχισμό για το τέλος της δεκαετίας του 30 ως ένα αγροτικό κίνημα, αν και εξακολουθεί να είναι αρκετά δημοφιλής, είναι σε μεγάλο βαθμό εσφαλμένη. Αντιπροσωπεύει μια τυπική ανδαλουσιανή προσέγγιση αναφορικά με τον αναρχο-συνδικαλισμό που προώθησε μια περιορισμένη προοπτική για το κίνημα (Brenan, 1943)[5]. Στην πραγματικότητα, η αριστερή στροφή του Κόμματος των Ισπανών Σοσιαλιστών Εργατών (PSOE) το 1930 μπορεί να εξηγηθεί σε μεγάλο βαθμό από την είσοδο χιλιάδων Ανδαλουσιανών εργατών στα συνδικάτα που ελέγχονταν από τους Σοσιαλιστές, παρά του ότι εξακολουθούσαν να διατηρούν τις αναρχικές παρορμήσεις της προηγούμενης γενιάς (Bookchin, 1977, σ.274-75, 285, 288-90).

Παρά τον «ηθικό τόνο» που οι αναρχικοί έδωσαν στη CNT (όπως λέει ο Pons Prado στο ντοκιμαντέρ The Spanish Civil War), η εξαιρετικά οικονομίστικη έμφαση μελών της ηγεσίας της CNT, ή «σενετίστας», όπως ο Diego Abad de Santillán στο πολυδιαβασμένο του έργο After the Revolution, αποκαλύπτει το βαθμό στον οποίο ο συνδικαλισμός είχε απορροφήσει τον αναρχισμό στο όραμα για μια νέα κοινωνία, ασυναίσθητα συγχωνεύοντας μαρξικές μεθόδους πάλης, ιδέες οργάνωσης, καθώς και εξορθολογισμένες αντιλήψεις πάνω στην εργασία, με την προσήλωση του αναρχισμού στον «ελευθεριακό κομμουνισμό» (βλ. παραπομπές στον Bookchin, 1977, σ.310-11). Η ιδέα της CNT για την «κοινωνικοποίηση» της παραγωγής συχνά είχε να κάνει με μια εξαιρετικά συγκεντρωτική μορφή [της παραγωγής], παρόμοια με τη μαρξιστική έννοια της «εθνικοποιημένης» οικονομίας. Διέφερε πάρα πολύ λίγο από τις κρατικίστικες μορφές οικονομικού σχεδιασμού που σιγά-σιγά υποδαύλισαν τον εργατικό έλεγχο απ’ το επίπεδο της μονάδας παραγωγής. Οι προσπάθειές τους οδήγησαν σε σοβαρές αντιπαραθέσεις μεταξύ των πιο «ηθικιστών» αναρχικών και των «ρεαλιστών» συνδικαλιστών, των οποίων οι ελευθεριακές απόψεις συχνά σερβίρονταν ως επικάλυψη μιας στενά συνδικαλιστικής νοοτροπίας (βλέπε Fraser, 1979, σελ 221-22, Peirats, σ.295-96)[6]

Πράγματι, η CNT έγινε ολοένα και πιο γραφειοκρατική μετά τις αλκυονίδες μέρες του 1936, μέχρι που το σύνθημα της για «ελευθεριακό κομμουνισμό» αποτελούσε απλά ηχώ του αναρχικού ιδεώδους των προηγούμενων δεκαετιών (Peirats, nd, σ. 229-30). Απ’ το 1937, και ιδιαίτερα μετά την εξέγερση του Μάη, το συνδικάτο ήταν μόνο κατ’ όνομα αναρχοσυνδικαλιστικό. Οι κυβερνήσεις της Μαδρίτης και της Καταλονίας είχαν τον έλεγχο των περισσότερων βιομηχανικών κολλεκτίβων, αφήνοντας μόνο να εμφανίζονται ως εργατικά ελεγχόμενες στις περισσότερες βιομηχανίες. [7] Η επανάσταση είχε τελειώσει. Είχε παραδωθεί και υπονομευθεί όχι μόνο από τους κομμουνιστές, τους δεξιούς σοσιαλιστές και τους φιλελεύθερους, αλλά από τους «ρεαλιστές» μέσα στην ίδια την CNT.

Πώς όμως μια τόσο σαρωτική αλλαγή έλαβε χώρα μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα σε μια αναρχο-συνδικαλιστική οργάνωση με τόσο μεγάλη υποστήριξη απ’ το προλεταριάτο; Πώς είναι δυνατόν ένα ομολογουμένως ελευθεριακό κίνημα, κατά δήλωση και της Federica Montseny(βλέπε Granada Films, n.d), το οποίο θα μπορούσε να έχει σταματήσει την προέλαση του Φράνκο χρησιμοποιώντας αποκλειστικά ελευθεριακές τακτικές – και μ’ αυτό εννοώ τη διατήρηση των πολιτοφυλακών, την κολλεκτιβοποίηση της βιομηχανίας και της αγροτικής παραγωγής και την αποφασιστική υπεράσπιση των κεκτημένων της επανάστασης στις πόλεις και την επαρχία απέναντι στην αταλάντευτη κομμουνιστική στρατηγική της αντεπανάστασης – να μην καταφέρει τελικά να πετύχει αυτό τον στόχο; Kαι να αποτύχει μάλιστα με τόσο τραγικό, εξευτελιστικό και απογοητευτικό τρόπο; Οι στρατιωτικές νίκες του Φράνκο και ο φόβος που αυτές προκάλεσαν δεν εξηγούν πλήρως αυτή την ήττα. Ιστορικά, καμία επανάσταση δεν έχει προκύψει δίχως εμφύλιο πόλεμο, και δεν ήταν σε καμία περίπτωση φανερό ότι ο Φράνκο λάμβανε αποτελεσματική στρατιωτική υποστήριξη από τη Γερμανία και την Ιταλία μέχρι και το 1937. Ακόμη κι αν εξωτερικές συγκυρίες καταδίκαζαν την επανάσταση σε ήττα, όπως φαίνεται να πίστευε ο Leval (1975, p 68.) και ο Abad de Santillán (1940), το αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα φαινόταν να έχει λίγα να χάσει εκείνη τη στιγμή αν επέτρεπε στην εξέγερση της Βαρκελώνης το Μάη του 1937 να ανακτήσει τα κέρδη της επαναστασης και να αντιμετωπίσει στρατιωτικά τους εχθρούς μέσα στη Ρεπούμπλικα. Γιατί, στην πραγματικότητα, οι εργάτες που έστησαν τα οδοφράγματα στη Βαρκελώνη επέτρεψαν στους εαυτούς τους να αφοπλιστούν κατά τη διάρκεια εκείνης της μοιραίας εβδομάδας, υπακούοντας στην ηγεσία;

Αυτές οι ερωτήσεις παραπέμπουν σ’ ένα υπόρρητο ζήτημα που έχει να κάνει με τις περιορισμένες δυνατότητες ενός κινήματος που ευνοεί οποιαδήποτε τάξη ως «ηγεμονική» στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος. Τέτοια ζητήματα, όπως ποια διαστρωμάτωση, τάξη ή σύνολο ομάδων στην κοινωνία αποτελούν το «υποκείμενο» της ιστορικής αλλαγής, σήμερα βρίσκονται στο προσκήνιο των συζητήσεων σε όλα σχεδόν τα ριζοσπαστικά κινήματα – με πιθανή εξαίρεση τον αναρχο-συνδικαλισισμό, όπως έχω διαπιστώσει. Στην Ισπανία, να είστε σίγουροι, οι πιο ένθερμοι αναρχικοί πήγαν στο μέτωπο κατά τους πρώτους μήνες του εμφυλίου πολέμου και υπέφεραν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό απωλειών, γεγονός που πιθανόν να συνέβαλε στη σημαντική μείωση της «ηθικής τάσης» του κινήματος μετά το 1936. Αλλά ακόμη κι αν αυτοί οι αναρχικοί αγωνιστές έμεναν πίσω, είναι αμφίβολο αν πραγματικά θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τη συνδικαλιστική νοοτροπία στο κίνημα και τις δυνάμεις της αδράνειας που διαμόρφωσαν τη νοοτροπία της ίδιας της εργατικής τάξης.

Γεγονός, λοιπόν, που μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό που κατά την άποψη μου αποτελεί μια από τις σημαντικότερες πηγές σφάλματος αναφορικά με την έννοια της προλεταριακής ηγεμονίας: η βιομηχανική εργατική τάξη, εξαιτίας όλης της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης που οποία έχει υποστεί, είναι βέβαιο ότι θα εμπλακεί σε ταξικούς αγώνες και θα παρουσιάσει σημαντική κοινωνική μαχητικότητα. Αλλά σπάνια η ταξική πάλη κλιμακώνεται σε ταξικό πόλεμο ή η κοινωνική μαχητικότητα εκρήγνυται ως κοινωνική επανάσταση. Η αδιέξοδη τάση των Μαρξιστών και των αναρχο-συνδικαλιστών να μπερδεύουν τον αγώνα με τον πόλεμο και τη μαχητικότητα με την επανάσταση μαστίζει τη ριζοσπαστική θεωρία και πράξη για πάνω από έναν αιώνα, αλλά κυρίως κατά τη διάρκεια της εποχής του «προλεταριακού σοσιαλισμού», απ’ το 1848 έως το 1939, που έδωσε ώθηση στο μύθο της «προλεταριακής ηγεμονίας». Όπως ισχυρίζεται ο Franz Borkenau, είναι πιο εύκολο να ξυπνήσουν εθνικιστικά συναισθήματα στο εσωτερικό της εργατικής τάξης απ’ ότι συναισθήματα διεθνούς ταξικής αλληλεγγύης, ιδιαίτερα σε περιόδους πολέμου, όπως μας αποκάλυψαν ξεκάθαρα οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι του 20ού αιώνα (Borkenau, 1962,8 σ.57-79). Είναι γνωστό ότι οι Μαρξιστές και οι αναρχοσυνδικαλιστές χρεώνουν την αποτυχία του προλεταριάτου να εγκαθιδρύσει μια νέα κοινωνία σε κάποια «προδοσία». Μπορεί όμως κάποιος ν’ αναρωτηθεί πραγματικά αν μια τέτοια «προδοσία» καταδεικνύει ένα συστημικό παράγοντα που καθιστά αδιευκρίνιστο και άνευ νοήματος το «προλεταριάτο» αυτού του είδους -το οποίο οι μαρξιστές και οι αναρχοσυνδικαλιστές προβάλλουν ως τη βάσηγια την προνομιακή θέση που δίνουνστην εργατική τάξη συνολικά, στο όνομα της «προλεταριακής ηγεμονίας».

Η συχνή έλλειψη επεξηγήσεων αναφορικά με την έννοια της «προλεταριακής ηγεμονίας» οδηγεί σε μια στενή ιστορική κατανόηση σχετικά με τους εργάτες που εστησαν οδοφράγματα στο Παρίσι τον Ιούνιο του 1848, στην Πετρούπολη το 1905 και το 1917, και στην Ισπανία μεταξύ 1870 και 1936. Οι «προλετάριοι» αυτοί ήταν συνήθως τεχνίτες για τους οποίους το εργοστασιακό σύστημα αποτελούσε πολιτιστικά ένα νέο φαινόμενο. Πολλοί άλλοι προέρχονταν από αγροτικό υπόβαθρο και τους χώριζαν μία ή δύο γενιές μόνο από τον αγροτικό τρόπο ζωής. Μεταξύ αυτών των «προλετάριων» η βιομηχανική πειθαρχία, καθώς και ο εγκλωβισμός τους εντός των εργοστασιακών εγκαταστάσεων παρήγαγε πολύ ανησυχητικές πολιτισμικές και ψυχολογικές εντάσεις. Ζούσαν σε ένα πεδίο δυνάμεων μεταξύ του προβιομηχανικού, εποχιακά καθοριζόμενου και αρκετά ήρεμου βιοτεχνικού ή αγροτικού τρόπου ζωής από τη μία πλευρά, και του εργοστασιακού ή εργαστηριακού συστήματος που χαρακτηριζόταν από τη μέγιστη και ιδιαίτερα εξορθολογισμένη εκμετάλλευση, τους απάνθρωπους μηχανιστικούς ρυθμούς, τις συνωστισμένες πόλεις που έμοιαζαν με συνωστισμένους στρατώνες και τις εξαιρετικά βάναυσες συνθήκες εργασίας, από την άλλη. Ως εκ τούτου, δεν προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι αυτό το είδος της εργατικής τάξης υπήρξε εξαιρετικά εμπρηστικό, και ότι οι ταραχές θα μπορούσαν εύκολα να εξελιχθούν σχεδόν σε εξεγέρσεις.

Ο Μαρξ είδε το προλεταριάτο ως «μια τάξη πάντα αριθμητικά αυξανόμενη, πειθαρχημένη, ενωμένη, οργανωμένη από τους μηχανισμούς της διαδικασίας της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής». Όσο για την ταξική πάλη: «η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας τουλάχιστον φτάνει στο σημείο όπου καθίσταται ασύμβατη με το καπιταλιστικό της περίβλημα. Το περίβλημα έχει σπάσει. Παντού ακούγεται η πένθιμη κωδωνοκρουσία της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώθηκαν» (Marx, 1906, Τόμος 1., 836 έως 37 σελ.). Οι αναρχοσυνδικαλιστές, στην προσπάθειά τους να υιοθετήσουν ποικίλες εναλλακτικές λύσεις σχετικά με τη διαχείριση του βιομηχανικού συστήματος μοιράστηκαν με τους μαρξιστές αυτό το θεωρητικό κατασκεύασμα για την τύχη του καπιταλισμού και το ρόλο του προλεταριάτου. Στην Ισπανία, αυτή η οικονομιστική προσέγγιση, μαζί με την υψηλή εκτίμηση της για την ενότητα που το εργοστασιακό σύστημα επιβάλλει στους εργαζόμενους, αποδείχθηκε μοιραία. Στις περιοχές που επηρεάζονταν από τη CNT, οι εργάτες πράγματι «απαλλοτρίωσαν» την οικονομία, αν και με διάφορους τρόπους και μορφές: από «νεο-καπιταλιστικές» έως σε μεγάλο βαθμό «κοινωνικοποιητικές» (ή συγκεντρωτικές) μορφές. Αλλά ο «εργατικός έλεγχος», ανεξαρτήτως της μορφής του, δεν οδήγησε σε μια «νέα κοινωνία». Η κεντρική ιδέα πως ελέγχοντας μεγάλο μέρος της οικονομίας, το αναρχο-συνδικαλιστικό κίνημα θα μπορούσε στη συνέχεια να ελέγξει την κοινωνία (μια μάλλον απλουστευτική εκδοχή του ιστορικού υλισμού του Μαρξ) αποδείχθηκε μύθος. Η κυβέρνηση της Καταλονίας συγκεκριμένα, πριν τελικά στραφεί στη βία με στόχο να διαλύσει εντελώς τον «κοινωνικοποιημένο» εργατικό έλεγχο, άσκησε επιρροή στην καταλανική οικονομία και το εμπορικό της σύστημα και απλά εισήγαγε τους δικούς της εκπροσώπους στις «επιτροπές των εργαζομένων» και τους συνομοσπονδιακούς φορείς, φτάνοντας στο σημείο να μετατρέψει τις βιομηχανικές κολλεκτίβες σε de facto εθνικοποιημένες επιχειρήσεις (βλ. Laval, 1975, σ.279).

Στο βαθμό που η μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο συγκρούονται μεταξύ τους οικονομικά, ο ανταγωνισμός τους- που είναι αληθινός- συνήθως λαμβάνει χώρα μέσα σ’ ένα εξ’ ολοκλήρου αστικό πλαίσιο, όπως είχε προβλέψει o Μαλατέστα γενιές πριν. Ο αγώνας των εργατών με τους καπιταλιστές είναι ουσιαστικά μια σύγκρουση μεταξύ δύο αλληλένδετων συμφερόντων που τρέφεται από το ίδιο το καπιταλιστικό πλέγμα των συμβατικών σχέσεων στις οποίες συμμετέχουν και οι δύο τάξεις. Συνήθως αντιπαρατίθενται υψηλότεροι μισθοί έναντι υψηλότερων κερδών, λιγότερη εκμετάλλευση έναντι μεγαλύτερης εκμετάλλευσης, και καλύτερες συνθήκες εργασίας έναντι χειρότερων συνθηκών. Αυτές οι προφανώς διαπραγματεύσιμες συγκρούσεις σχετίζονται με διαφορές στο βαθμό, όχι το είδος. Είναι θεμελιωδώς συμβατικές διαφορές και όχι κοινωνικές.

Ακριβώς επειδή το βιομηχανικό προλεταριάτο είναι «πειθαρχημένο, ενωμένο, οργανωμένο από τον ίδιο το μηχανισμό της καπιταλιστικής παραγωγής», όπως το έθεσε ο Μαρξ, είναι επίσης πιο πειθήνιο στα εξορθολογισμένα συστήματα ελέγχου και στα ιεραρχικά συστήματα οργάνωσης απ΄ότι ήταν τα προκαπιταλιστικά στρώματα που ιστορικά αποτέλεσαν το προλεταριάτο. Πριν αυτό το προλεταριάτο ενσωματωθεί στο εργοστασιακό σύστημα, ξεσήκωσε εξεγερσεις στη Γαλλία, την Ισπανία, τη Ρωσία, την Ιταλία και σε άλλες σχετικά μη βιομηχανοποιημένες χώρες, εξεγερσεις που σήμερα θεωρούνται τόσο θρυλικές στα βιβλία της ριζοσπαστικής ιστορίας. Οι ιεραρχίες των εργοστασίων, με τις πολύπλοκες δομές διοικητικής επίβλεψης, συχνά μεταφέρθηκαν στα συνδικάτα, ακόμη και σ’ αυτά που δήλωναν αναρχοσυνδικαλιστικά, όπου οι εργαζόμενοι ήταν ασυνήθιστα ευάλωτοι απέναντι σε «εργατοπατέρες» όλων των ειδών – ένα πρόβλημα που συνεχίζει να μαστίζει το εργατικό κίνημα μέχρι και σήμερα.

Εφόσον οι αναρχοσυνδικαλιστές και οι δογματικοί Μαρξιστές εξίσου συχνά χαρακτηρίζουν τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν σε αυτό το άρθρο ως «αντι-προλεταριακά» ή «εναντίον της εργατικής τάξης», επιτρέψτε μου να τονίσω για ακόμη μια φορά πολύ έντονα ότι δεν αρνούμαι τη σημασία της υποστήριξης των αναρχικών ιδανικών από την εργατική τάξη. Ούτε αποδοκιμάζω τα εξαιρετικά επιτεύγματα των Ισπανών εργατών και αγροτών στην επανάσταση του 1936, πολλά από τα οποία δεν έχουν προηγούμενο σε καμία άλλη επανάσταση. Αλλά θα ήταν μεγάλη αυταπάτη, θυματοποιώντας αναρχικούς εξίσου με αναγνώστες άλλων ριζοσπαστικών απόψεων, να αγνοήσουμε τους σημαντικούς περιορισμούς που επίσης σημάδεψαν την ισπανική επανάσταση- περιορισμούς με βάση τους οποίους (και βλέποντας τους εκ των υστέρων) θα πρέπει σήμερα να ανανεώσουμε την αναρχική θεωρία και πράξη. Πράγματι, πολλοί Ισπανοί αναρχικοί με διάφορους τρόπους αμφισβήτησαν σοβαρά την εμπλοκή του κινήματος τους με το συνδικαλισμό, ακόμη κι όταν ενέδωσαν, αρκετά δικαιολογημένα, σε μια συνδικαλιστική έκδοση «πολιτικής ορθότητας» που φαινόταν σημαντική μισό αιώνα πριν.

Προς τιμήν του, ο ισπανικός αναρχισμός – όπως και αναρχικά κινήματα αλλού – ποτέ δεν επικεντρώθηκε πλήρως στο εργοστάσιο ως το φυσικό τόπο της ελευθεριακής πρακτικής. Αρκετά συχνά κατά τον τελευταία αιώνα μέχρι και την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, χωριά, κωμοπόλεις, και γειτονιές μεγάλων πόλεων, όπως και δημοφιλή πολιτιστικά κέντρα, υπήρξαν σημαντικές εστίες των αναρχικών δραστηριοτήτων. Σε αυτούς τους κατ’ ουσία αστικούς χώρους, οι γυναίκες όπως κι οι άνδρες, οι αγρότες όπως και οι εργαζόμενοι, οι ηλικιωμένοι όπως και οι νέοι, οι διανοούμενοι όπως και οι εργάτες, τα ντεκλασέ στοιχεία όπως και εξέχοντα μέλη των καταπιεσμένων τάξεων- εν ολίγοις, ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων που δεν τους απασχολούσε μόνο η δική τους καταπιεστική κατάσταση, αλλά που διακατέχονταν από ποικίλα ιδεώδη σχετικά με την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινοτική ελευθερία – υπήρξαν πόλος έλξης για τους αναρχικούς προπαγανδιστές και αποδείχθηκαν εξαιρετικά δεκτικοί σε ελευθεριακές ιδέες. Οι κοινωνικές ανησυχίες των ανθρώπων αυτών συχνά ξεπερνούσαν τα αυστηρά προλεταριακά προβλήματα και δεν εστίαζαν απαραίτητα σε συνδικαλιστικές μορφές οργάνωσης. Οι οργανώσεις τους, στην πραγματικότητα, ήταν ριζωμένες στις κοινότητες στις οποίες ζούσαν.

Τώρα μόλις αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε, όπως έχω τονίσει σε γραπτά μου όλα αυτά τα χρόνια και όπως ο Manuel Castells (1983) έχει δείξει εμπειρικά, ότι πολλά ριζοσπαστικά εργατικά κινήματα ήταν σε μεγάλο βαθμό αστικά φαινόμενα, ριζωμένα σε συγκεκριμένες γειτονιές στο Παρίσι, στην Πετρούπολη και τη Βαρκελώνη, καθώς και σε μικρές πόλεις και χωριά που σχημάτισαν τα πεδία όχι μόνο των ταξικών συγκρούσεων, αλλά και αστικών ή κοινοτικών αναταραχών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, καταπιεσμένοι και δυσαρεστημένοι πολίτες έδρασαν σε απάντηση στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν όχι μόνο ως οικονομικές μονάδες, αλλά και ως κοινοτικές οντότητες. Οι γειτονιές τους, οι πόλεις τους και τα χωριά, με τη σειρά τους, αποτέλεσαν ζωτικές πηγές υποστήριξης για τους αγώνες τους ενάντια σε ένα ευρύ φάσμα καταπιεστικών συνθηκών που γενικεύτηκε πιο εύκολα και εξελίχθηκε σε ευρεία κοινωνικά κινήματα των οποίων η οπτική ήταν πιο ανοιχτή από αυτή των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν με τα μαγαζιά και τα εργοστάσια τους. Δεν ήταν μόνο το εργοστάσιο ή το εργαστήριο οι τόποι όπου οι ριζοσπαστικές αξίες και πλατιά κοινωνικά ιδανικά καλλιεργήθηκαν, αλλά και σε κοινοτικά κέντρα του ενός ή του άλλου είδους, ακόμα και σε δημαρχεία, όπως άλλωστε δείχνει κι η ιστορία της Παρισινής Κομμούνας του 1871 με τόση σαφήνεια. Η μαζική κινητοποίηση ενάντια στην τσαρική καταπίεση δεν έλαβε χώρα μόνο μέσα στα εργοστάσια της Πετρούπολης, αλλά και σε ολόκληρη την περιοχή του Vyborg [της Πετρούπολης].

Ομοίως, η Ισπανική Επανάσταση γεννήθηκε όχι μόνο στις βιοτεχνίες κλωστοϋφαντουργείας και τα εργοστάσια της Βαρκελώνης αλλά και στις γειτονιές της πόλης, όπου οι εργάτες καθώς και όσοι δεν εργάζονταν, έστησαν οδοφράγματα, απέκτησαν τα όπλα που μπορούσαν, προειδοποίησαν τους συμπολίτες τους σχετικά με τους κινδύνους που έθετε η στρατιωτικη εξέγερση, λειτούργησαν συλλογικά σε ότι έχει να κάνει με τα εφόδια αλλά και την επιτήρηση για πιθανούς αντεπαναστάτες, και προσπάθησαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των ανάπηρων και ηλικιωμένων μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο μιας σύγχρονης πόλης και λιμανιού. Ο Gaston Leval αφιερώνει ένα σημαντικό τμήμα του βιβλίου του, που ονομάζεται «Πόλεις και μεμονωμένα επιτεύγματα» σε μια πολιτειακή μορφή «κοινωνικοποίησης» που, κατά τα λεγόμενά του, θα πρέπει να αποκαλούμε κοινοτισμό, και που θα μπορούσε επίσης να ονομαστεί κομμουναλισμός, τις ρίζες του οποίου βρίσκουμε στις ισπανικές παραδόσεις που είχαν απομείνει ζωντανές… Η πολιτειακή αυτή μορφή χαρακτηρίζεται απ’ τον κυρίαρχο ρόλο της πόλης, της κοινότητας, του δήμου, δηλαδη από την επικράτηση της τοπικής οργάνωσης που συνολικά αγκαλιάζει την πόλη(Laval, 1975, σ.279). Αυτό το είδος αναρχικής οργάνωσης με κανένα τρόπο δεν είναι μοναδικό στην Ισπανία. Αντιθέτως, είναι μέρος της ευρύτερης αναρχικής παράδοσης που περιέγραψα προηγουμένως, και το οποίο έχει λάβει, πρέπει να τονίσω, ελάχιστη αναγνωριση από την εμφάνιση του συνδικαλισμού κι έπειτα.

Ο αναρχισμός, στην πραγματικότητα, δεν βοηθήθηκε από τις μορφές του συνδικαλισμού που μετατόπισαν το κέντρο βάρους τους από την κοινότητα στο εργοστάσιο και από τις ηθικές αξίες σε άλλες, οικονομικής φύσεως. Στο παρελθόν, αυτό που έδωσε «ηθικό τόνο» στον αναρχισμό – και στο οποίο πολύ συχνά οι «πρακτικοί» ακριβιστές στα σωματεία αντιστάθηκαν- ήταν αυτό ακριβώς το ενδιαφέρον για ένα κομμουνισμό δομημένο γύρω από πολιτικές συνομοσπονδίες και αιτήματα για ελευθερία, ως τέτοια, όχι απλά για οικονομική δημοκρατία με τη μορφή του εργατικού ελέγχου. Προ-συνδικαλιστικές μορφές του αναρχισμού ασχολούνταν με την ανθρώπινη απελευθέρωση, με τα συμφέροντα του προλεταριάτου να μην έχουν παραμεληθεί αλλά να έχουν συγχωνευθεί σ’ ένα γενικευμένο κοινωνικό πρόταγμα που κάλυπτε ένα ευρύ φάσμα αναγκών, ανησυχιών και προβλημάτων. Τελικά η ικανοποίηση και η επίλυση αυτών των αναγκών, των ανησυχιών και των προβλημάτων θα μπορούσαν να λυθούν μόνο στην κοινότητα, όχι σε ένα μέρος της, όπως η φάμπρικα, το εργαστήριο, ή το αγρόκτημα.

Στο βαθμό που οι αναρχικοί πίστευαν πως μια ελεύθερη κοινωνία θα είναι μη ιεραρχική, όπως και αταξική, ήλπιζαν πως τα εξειδικευμένα συμφέροντα θα έδιναν τη θέση τους στα συμφέροντα της κοινότητας και της περιφέρειας – ή και στην ίδια την κατάργηση της έννοιας «συμφέρον» – βάζοντας όλα τα προβλήματα της κοινότητας και της συνομοσπονδιοποιημένης περιοχής σε μια κοινή ατζέντα καθηκότων. Η ατζέντα αυτή θ’ αποτελούσε το κύριο μέλημα όλων συνολικά των ανθρώπων σε μία άμεση, «πρόσωπο-με-πρόσωπο», δημοκρατία. Οι εργαζόμενοι, οι καλλιεργητές, οι επαγγελματίες, και οι τεχνικοί, συνολικά όλοι οι άνθρωποι, δεν θα έπρεπε πια να βλέπουν τους εαυτούς τους ως μέλη συγκεκριμένων τάξεων, επαγγελματικών ομάδων ή ομάδων που τους ενώνουν κοινά στοιχεία [τρόπος ζωής, κύρος, τιμή]. Θα έπρεπε να γίνουν πολίτες μιας κοινότητας, που ασχολείται όχι με την επίλυση μεμονωμένων και αντικρουόμενων συμφερόντων, αλλά μ’ έναν κοινό, γενικό, ανθρώπινο φορέα μέριμνας.

Είναι αυτό το είδος του ηθικού οράματος για μια νέα κοινωνία που καθιστά το σύγχρονο αναρχισμό τόσο επίκαιρο, όσο καμία άλλη μορφή κομμουνιστικού ή σοσιαλιστικού κινήματος τα τελευταία χρόνια. Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τη χειραφέτηση και την κοινότητα αναφέρεται στα διαταξικά προβλήματα του φύλου, της ηλικίας, της εθνικότητας και της καταπίεσης της ιεραρχίας- των οποίων η έκταση φτάνει πέρα από τη διάλυση της ταξικά δομημένης οικονομίας. Τα προβλήματα αυτά μπορούν να επιλυθούν από μια πραγματικά ηθική κοινωνία στην οποία η εναρμόνιση των ανθρώπων μεταξύ τους οδηγεί επίσης στην εναρμόνιση της ανθρωπότητας με το φυσικό κόσμο. Οτιδήποτε λιγότερο από αυτό το όραμα πιστεύω πως θα ήταν κατώτερο των δυνατοτήτων της ανθρωπότητας να λειτουργήσει ως ένας λογικός, δημιουργικός και απελευθερωτικός παράγοντας τόσο στην κοινωνική όσο και τη φυσική ιστορία. Σε πολλά βιβλία και δοκίμια, έχω εκφράσει αυτή την ευρεία αντίληψη της αυτο-πραγμάτωσης της ανθρωπότητας σε αυτό που θεωρώ ότι αποτελεί ένα εποικοδομητικό όραμα της αναρχίας: μια αμεσοδημοκρατική, ανθρώπινης κλίμακας, συνομοσπονδιακή, οικολογικά προσανατολισμένη και κομμουνιστική κοινωνία.

Κατά την άποψή μου θα ήταν πολύ οπισθοδρομική η διαιώνιση της ιστορικής μετατόπισης του αναρχισμού από μια, ως επί τo πλείστον, ηθική μορφή σοσιαλισμού (στην πιο γενική έννοια του όρου) στον αναρχο-συνδικαλισμό (μια κατά βάση οικονομίστικη μορφή σοσιαλισμού, που συχνά θέτει τη δομή του εργοστασίου ως βάση του). Πολλές από τις, σε μεγάλο βαθμό, συνδικαλιστικές τάσεις στην Ισπανία και αλλού, που δηλώνουν πως πιστεύουν σε μια ελευθεριακή κομμουνιστική κοινωνία, δε δίστασαν να δανειστούν μεθόδους και ανήθικες μορφές συμπεριφοράς από την ίδια την καπιταλιστική οικονομία. Η οικονομίστικη νοοτροπία των λεγόμενων «πρακτικών» και «ρεαλιστών», που προφανώς γνώριζαν πώς να χειραγωγήσουν τους εργαζόμενους και να εκφράσουν τα πραγματιστικά τους συμφέροντα, είχαν ως αποτέλεσμα έναν αυξανόμενα αμοραλιστικό, ακόμη και ανήθικο τόνο στην ηγεσία της CNT. Αυτή η τάση φαίνεται ότι εξακολουθεί να υπάρχει στο συρρικνούμενο αναρχοσυνδικαλισμό της δεκαετίας του 90• χαρακτηριστικά όπως η περιφρόνηση για διαφοροποιημένες ιδέες, το απλουστευτικό όραμα για κοινωνική αλλαγή, και μερικές φορές η απολυταρχική αξίωση της αναρχικής ιστορικής κληρονομιάς, βγαίνουν στην επιφάνεια, σύμφωνα με τη δική μου εμπειρία, με μια συχνότητα που τείνει να καταστήσει τον αναρχο-συνδικαλισμό ένα μη ανεκτικό, αν όχι δυσάρεστο, κίνημα.

Κανείς, και λιγότερο απ’ όλους εγώ, δε θα ήθελε να εμποδίσει τους αναρχικούς απ’ το να εισχωρήσουν στα εργοστάσια, να μοιραστούν τα προβλήματα των εργατών, και, καλώς εχόντων των πραγμάτων, να τους ωθήσουν σε ελευθεριακά ιδανικά. Καλό θα ήταν, στην πραγματικότητα, αν πολλοί από αυτούς συνέχιζαν με τις δικές τους «ρεαλιστικά προσανατολισμένες» ιδέες, συμμετέχοντας παράλληλα στις ζωές των προλετάριων στους οποίους τείνουν να δίνουν υπόσταση. Αυτό που αμφισβητώ είναι ο απατηλός ισχυρισμός ότι ο αναρχο-συνδικαλισμός αποτελεί το σύνολο της αναρχικής σκέψης και πρακτικής, ότι είναι η «μόνη» ιδεολογία που «μπορεί να δημιουργεί σχέσεις μεταξύ αναρχικών ιδεών και εγαζομένων», ότι κηρύττει ένα δόγμα «προλεταριακής ηγεμονίας», παρά τις επανειλημμένες μεγάλου βεληνεκούς αποτυχίες ακόμα και μαζικών συνδικαλιστικών κινημάτων και τις συνεχείς στρεβλώσεις της συνδικαλιστικής ιστορίας. Παρά τους ισχυρισμούς του Helmut Rüdiger, το προλεταριάτο δεν αποτελεί «το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού». Αντιθέτως, ως αποτέλεσμα των αλλαγών στις παραγωγικές και οργανωτικές μορφές του σύγχρονου καπιταλισμού, το προλεταριάτο των εργοστασίων μειώνεται δραστικά σε αριθμούς σήμερα, και το μέλλον των εργοστασίων με μεγάλο εργατικό δυναμικό είναι μετέωρο. Σίγουρα η Ισπανία σήμερα, όπως και ο υπόλοιπος δυτικός κόσμος, μοιάζει ελάχιστα με αυτό που ήταν στις αρχές του εικοστού αιώνα – ακόμη και μ’ αυτό που εγώ προσωπικά είδα στην Ισπανία πριν από ένα τέταρτο του αιώνα. Ευρύτατες τεχνολογικές επαναστάσεις και μεγάλες πολιτιστικές αλλαγές – που έχουν ως αποτέλεσμα οι πρώην εργάτες με ταξική συνείδηση τώρα να ταυτίζονται με τη «μεσαία τάξη» – έχουν μετατρέψει τον αναρχο-συνδικαλισμό σε ένα φάντασμα του παλιού του εαυτού. Στο βαθμό που αυτό το φάντασμα αξιώνει ν’ αποτελεί το σύνολο του αναρχισμού, είναι εντελώς ανίκανο να ασχολείται με κοινωνικά ζητήματα που ήταν συγκαλυμμένα ακόμη και σε περασμένες εποχές, όταν η δέσμευση στον «προλεταριακό σοσιαλισμό» ήταν το σημαντικό χαρακτηριστικό των ριζοσπαστικών κινημάτων.

Στην πραγματικότητα, οι εργάτες πάντα ήταν κάτι περισσότερο από απλοί προλετάριοι. Όσο και να τους απασχολούσαν τα ζητήματα του εργοστασίου, οι εργάτες είναι την ίδια στιγμή και γονείς που ανησυχούν για το μέλλον των παιδιών τους, άνδρες και γυναίκες, που ενδιαφέρονται για την αξιοπρέπεια, την αυτονομία και την ανάπτυξη τους ως ανθρώπινα όντα, γείτονες που νοιάζονται για την κοινότητά τους και άνθρωποι με ενσυναίσθηση που ενδιαφέρονται για την κοινωνική δικαιοσύνη, τα δικαιώματα του πολίτη και την ελευθερία. Σήμερα, πέρα από αυτά τα μη οικονομικά ζητήματα, έχουν κάθε λόγο ν’ ανησυχούν και για τα οικολογικά προβλήματα, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και των γυναικών, τη δική τους απώλεια πολιτικής και κοινωνικής δύναμης, καθώς και την ενδυνάμωση του συγκεντρωτικού κράτους – προβλήματα που δεν είναι αποκλειστικά μιας συγκεκριμένης τάξης και που δεν μπορούν να επιλυθούν μέσα στους τοίχους των εργοστασίων. Θα πρέπει σήμερα, θεωρώ, να είναι ζήτημα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τους αναρχικούς να βοηθήσουν τους εργάτες ν’ αποκτήσουν πλήρη επίγνωση όχι μόνο των ανησυχιών τους ως οικονομική τάξη, αλλά και των ευρύτερων ανθρώπινων ανησυχιών των εν δυνάμει πολιτών μιας ελεύθερης και οικολογικής κοινωνίας. Ο «εξανθρωπισμός» της εργατικής τάξης, όπως και κάθε άλλου τμήματος του πληθυσμού, εξαρτάται ζωτικά από την ικανότητα των εργαζομένων να αναιρέσουν την «εργατοσύνη» τους και να ανυψώσουν τον εαυτό τους πέρα από την ταξική συνείδηση και το ταξικό συμφέρον, σε μια κοινωνική συνείδηση, ως ελεύθεροι πολίτες που μόνοι μπορούν να εγκαθιδρύσουν μια μελλοντική ηθική, ορθολογική και οικολογική κοινωνία.

Όσο «πρακτικός» και «ρεαλιστικός» μπορεί να φαίνεται ο αναρχο-συνδικαλισμός, αντιπροσωπεύει κατά την άποψή μου, μια αρχαϊκή ιδεολογία ριζωμένη σε μια στενά οικονομίστικη αντίληψη του αστικού συμφέροντος, πράγματι, ενός συμφέροντος που εκφράζει ένα μόνο συγκεκριμένο τομέα. Στηρίζεται στην επιμονή σε κοινωνικές δυνάμεις, όπως το εργοστασιακό σύστημα και η παραδοσιακή ταξική συνείδηση του βιομηχανικού προλεταριάτου που μειώνονται ριζικά στον Ευρω-Αμερικανικό κόσμο σε μια εποχή ακαθόριστων κοινωνικών σχέσεων και διευρυμένων όσο ποτέ κοινωνικών ανησυχιών. Ευρύτερα ζητήματα και κινήσεις βρίσκονται τώρα στον ορίζοντα της σύγχρονης κοινωνίας που, ενώ πρέπει απαραιτήτως να συμπεριλάβουν τους εργάτες, απαιτούν μια προσέγγιση που ξεπερνά το εργοστάσιο, τα εργατικά συνδικάτα, καιτον προλεταριακό προσανατολισμό.

Σημειώσεις

[5] Μιλώ για την «Ανδαλουσιανή προσέγγιση» του Brenan, λόγω της έντονης τάσης του να υπερεκτιμά τον «πριμιτιβισμό» του ισπανικού αναρχισμού ως ένα αγροτικό κίνημα. Στην πραγματικότητα, ο ισπανικός αναρχισμός και ο αναρχοσυνδικαλισμός περισσότερο ήταν ριζωμένα στην ύπαιθρο (κυρίως από τη δεκαετία του 1930) και τα περισσότερα μέλη του προέρχονταν από το βορειοανατολικό τμήμα της Ισπανίας απ’ ότι απ’ το νότο.
[6]Η αποκρουστική ώθηση της συνδικαλιστικής ηγεσίας της CNT στην κατεύθυνση μιας εικονικά αυταρχικής οργάνωσης- ή αυτού που ο Abad de Santillán αποκάλεσε «η Κομμουνιστική γραμμή» (όπως σημειώθηκε απ’τον Peiras) στις πολιτικές όσο και στη δομή– κάνουν πιο δραματική απ’ όσο μπορώ να περιγράψω την πρόβλεψη του Μαλατέστα και την αστάθεια της οργάνωσης όσον αφορά τη δεσμευση της στον «ελευθεριακό κομμουνισμό».
[7] Βλ. τη συνέντευξη του Fraser με τον Pons Prado στο Blood of Spain (σ. 223). Επίσης, στο σημείο αυτό βασίζω τα λεγόμενά μου στις συνεντεύξεις μου με τον Peirats στην Τουλούζη και με τον Leval στο Παρίσι, τον Σεπτέμβρη του 1967.
[8] Κατά τα άλλα, το βιβλίο του Borkenau αξίζει πολύ λιγότερο, ιδίως όταν ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο ισπανικός αναρχισμός υπήρξε το υποκατάστατο του ισπανικού Ρεφορμισμού και ότι το κίνημα ήταν από τη φύση του εξ ολοκλήρου χιλιαστική.

 

Βιβλιογραφία

Abad de Santillán, Diego 1940. Por qué perdimos la guerra. Buenos Aires, Imán

Abad de Santillán, Diego 1937. After the Revolution. New York, Greenberg

Bakunin, Michael 1870. “Representative government and universal suffrage”. In Bakunin on Anarchy, ed. Sam Dolgoff, pp. 218–24. New York, Alfred A. Knopf, 1972

Bakunin, Michael 1866. “Revolutionary catechism”. In Bakunin on Anarchy, ed. Sam Dolgoff, pp. 76–97. New York, Alfred A. Knopf, 1972

Bookchin, Murray 1969, 1971. “Listen, marxist!” In Post-Scarcity Anarchism. Montreal, Black Rose Books

Bookchin, Murray 1977. The Spanish Anarchists. New York, Free Life Editions (republication forthcoming by A.K. Press, Stirling, Scotland)

Bookchin, Murray n.d. The Third Revolution: Popular Movements in the Revolutionary Era (1525–1939). Unpublished manuscript

Borkenau, Franz 1962. World Communism. Ann Arbor, Mich., University of Michigan Press

Brenan, Gerald 1943. The Spanish Labyrinth. Cambridge, Cambridge University Press

Castells, Manuel 1983. The City and the Grassroots: A Cross-Cultural Theory of Urban Social Movements. Berkeley and Los Angeles: University of California Press.

Fraser, Ronald 1984. “The popular experience of war and revolution 1936–38”. In Revolution and War in Spain, 1931–39, ed. Paul Preston. London and New York, Methuen

Fraser, Ronald 1979. Blood of Spain: An Oral History of the Spanish Civil War. New York, Pantheon Books

Goldman, Emma 1931. Living My Life. New York, Alfred A. Knopf

Granada Films. n.d. “Inside the Revolution,” part 5 of The Spanish Civil War.

Hyams, Edward 1979. Pierre-Joseph Proudhon: His Revolutionary Life, Mind and Works. London, John Murray

Kropotkin, Peter 1905. Anarchism. Entry from The Encyclopaedia Britannica. In Kropotkin’s Revolutionary Pamphlets: A Collection of Writings by Peter Kropotkin, ed. Roger N. Baldwin. New York, Vanguard Press, 1927; Dover Publications, 1970

Kropotkin, Peter 1913. “Modern science and anarchism”. In Kropotkin’s Revolutionary Pamphlets: A Collection of Writings by Peter Kropotkin, ed. Roger N. Baldwin. New York, Vanguard Press, 1927; Dover Publications, 1970

Leval, Gaston 1975. Collectives in the Spanish Revolution. Trans. Vernon Richards. London, Freedom Press

Magón, Ricardo Flores 1977. Land and Liberty: Anarchist Influences in the Mexican Revolution, ed. David Poole. Sanday, Orkney Islands, Cienfuegos Press

Malatesta, Errico 1922. In Umanità Nova, April 6. Reprinted in Errico Malatesta: His Life and Ideas, ed. Vernon Richards, pp. 116–19. London, Freedom Press, 1965

Malefakis, Edward E. 1970. Agrarian Reforms and Peasant Revolution in Spain. New Haven, Yale University Press

Marx, Karl 1906. Capital. Chicago, Charles H. Kerr & Co.

Peirats, Jose n.d. Anarchists in the Spanish Revolution (English translation of Los anarquistas en la crisis politica española, 1964). Toronto, Solidarity Books

Proudhon, Pierre-Joseph 1863. The Principle of Federation. Reprinted by Toronto, University of Toronto Press, 1969

Rüdiger, Helmut 1949. Über Proudhon, Syndikalismus und Anarchismus. In Anarchismus Heute: Positionen, ed. Hans-Jürgen Degen. Verlag Schwarzer Nachtschatten, 1991

Stearns, Peter 1971. Revolutionary Syndicalism and French Labor: A Cause Without Rebels. New Brunswick, N.J., Rutgers University Press

Woodcock, George 1962. Anarchism: A History of Libertarian Ideas and Movements. New York, World Publishing Co.

Οι βοηθητικοί σύνδεσμοι έχουν προστεθεί απ’ την ομάδα μετάφρασης. To κείμενο, με τίτλο «The Ghost of Anarcho-Syndicalism», δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1993 στο πρώτο τεύχος του Anarchist Studies. Mπορείτε να το διαβάσετε στα αγγλικά, εδώ.

Το Φάντασμα του Αναρχοσυνδικαλισμού (μέρος πρώτο)

rb_demo

του Murray Bookchin

μετάφραση από Eagainst.com (Efor, Μιχάλης Θεοδοσιάδης) και Στέλλα Μπρένθις

Μια από τις πιο επίμονες ανθρώπινες αδυναμίες είναι η τάση των ατόμων και των ομάδων να γυρνούν πίσω, στις εποχές μιας τρομερά κατακερματισμένης πραγματικότητας, σε ξεπερασμένες, ακόμη και αρχαϊκές ιδεολογίες για μια αίσθηση συνέχειας και ασφάλειας. Σήμερα αυτό το βρίσκουμε όχι μόνο στη Δεξιά, όπου οι άνθρωποι επικαλούνται τα φαντάσματα του ναζισμού και θανατηφόρες μορφές ενός εμπόλεμου εθνικισμού, αλλά και στην «αριστερά» (ό,τι κι αν σημαίνει πια αυτή τη λέξη), όπου πολλοί επικαλούνται τα δικά τους φαντάσματα, είτε αυτά είναι η λατρεία Νεολιθικών θεοτήτων που γιορτάζονται από πολλές φεμινιστικές και οικολογικές σέxτες είτε το αντι-πολιτισμικό κλίμα που υφίσταται μεταξύ των νέων της μεσαίας τάξης σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο.

Δυστυχώς, οπισθοδρομικές τάσεις δεν απουσιάζουν ούτε μεταξύ πολλών αυτοαποκαλούμενων αναρχικών, κάποιοι από τους οποίους έχουν στραφεί σε μυστικιστικές, συχνά ρητά πριμιτιβιστικές ιδέες σε συνδυασμό με οικολογικές θεολογίες και ιδεολογίες λατρείας γυναικείων θεοτήτων διαφόρων ειδών. Ακόμη, άλλοι έχουν στραφεί άκριτα στις αιώνιες αλήθειες του αναρχοσυνδικαλισμού, παρόλο που ως ιστορική δύναμη έφτασε στο τέλος στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο του 1936-1939. Αρκετή κριτική βιβλιογραφία σχετικά με τις οικολογικές θεολογίες είναι τώρα διαθέσιμη ώστε εκείνοι που τις παίρνουν στα σοβαρά να μπορούν να ξορκίσουν αυτά τα φαντάσματα από το φεμινισμό και την οικολογία. Αλλά ο αναρχο-συνδικαλισμός, μια από τις πιο εσωστρεφείς ελευθεριακές τάσεις σήμερα, εξακολουθεί να προκαλεί μεγάλη συμπάθεια λόγω των καταβολών του στο κάποτε μαχητικό εργατικό κίνημα.

Αυτό που βρίσκω ενοχλητικό με τις αναρχοσυνδικαλιστικές αφηγήσεις είναι η τάση τους να ισχυρίζονται ότι ο αναρχοσυνδικαλισμός είναι το άλφα και το ωμέγα του «αληθινού» αναρχισμού, σε αντίθεση με άλλες ελευθεριακές τάσεις που περιλαμβάνουν μια πιο ευρεία προσέγγιση αναφορικά με τους κοινωνικούς αγώνες, αντί να επικεντρώνονται σε μεγάλο βαθμό στις παραδοσιακές συγκρούσεις μεταξύ μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου. Σίγουρα δεν είναι όλοι οι αναρχοσυνδικαλιστές εχθρικοί, ας πούμε, στον οικοαναρχισμό ή τον κοινοτιστικό αναρχισμό που έχει να κάνει με τις συνομοσπονδίες χωριών, κωμοπόλεων και πόλεων, αλλά μεταξύ των αναρχικών που επικεντρώνονται στον εργάτη επικρατεί μια τάση δογματισμού και βαριάς στερεότητας που δεν πιστεύω ότι θα πρέπει να χαρακτηρίζει τους αριστερούς ελευθεριακούς.

Το να λέμε, όπως έγραψε ο αναρχοσυνδικαλιστής θεωρητικός Helmut Rüdiger το 1949, ότι ο συνδικαλισμός είναι η «μόνη» ιδεολογία «που μπορεί να συνδέει τις αναρχικές ιδέες με τους εργαζόμενους – δηλαδή, με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού» [der großen Menge der Bevölkerung ] φαίνεται σαν χοντρό αστείο για την πραγματικότητα της εποχής του 90′ (Rüdiger, 1949, σελ.. 160). Τουλάχιστον ο συγγραφέας ενός τόσο σαρωτικού ισχυρισμού έζησε σε μια άλλη εποχή, ήταν συντάκτης της Arbetaren (μια Σουηδική συνδικαλιστική εβδομαδιαία έκδοση), και έγραψε το 1949, όταν δεν ήταν ακόμα σαφές ότι το προλεταριάτο είχε πάψει να αποτελεί την«ηγεμονική» επαναστατική τάξη όπως μια δεκαετία νωρίτερα. Ο Rüdiger ήταν επίσης πρόθυμος να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της αναρχο-συνδικαλιστικής ιδεολογίας εισάγοντας κάποιες από τις πιο κοινοτιστικές απόψεις του Προυντόν στις ιδέες του. Αλλά σε συζητήσεις και γραπτά πιο σύγχρονων αναρχοσυνδικαλιστών, έχω όλο και περισσότερο συναντήσει παρόμοιες απόψεις που υποστηρίζουν ότι ο συνδικαλισμός ή ο «εργατικός έλεγχος» της βιομηχανίας είναι συνώνυμος με τον αναρχισμό. Πολλοί αναρχο-συνδικαλιστές φαίνεται να θεωρούν τις ελευθεριακές ιδέες που αμφισβητούν ακόμη και την «ηγεμονία» του συνδικαλισμού στις διάφορες μεταλλάξεις του γενικά αναρχο-συνδικαλιστικού χαρακτήρα ως «αντι-προλεταριακές», αντι-«ταξικές», προπαγανδιστικές μιας πολιτιστικής «απόκλισης» από τη δική τους θεμελιώδη αναρχική ανάλυση της ταξικής σύγκρουσης στην καπιταλιστική κοινωνία.

Το ότι το προλεταριάτο, που κάποτε συσπειρώθηκε στα πανό της ισπανικής Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργατών (CNT) και της πρώιμης γαλλικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGT), έχει αλλάξει τον προφανή του χαρακτήρα, τη δομή και τις προοπτικές του κατά τον τελευταίο αιώνα, το ότι ο καπιταλισμός σήμερα δεν είναι πλέον ο καπιταλισμός που προέκυψε γενιές πριν, το ότι διάφορα ζωτικής σημασίας ζητήματα που αναδύθηκαν έχουν μεγάλη σχέση με ιεραρχικές δομές που βασίζονται στη φυλή, το φύλο, την εθνικότητα και το γραφειοκρατικό καθεστώς (όχι μονάχα με τις οικονομικές τάξεις) αλλά και το ότι ο καπιταλισμός είναι πλέον σε πορεία σύγκρουσης με τον φυσικό κόσμο, όλα αυτά τα προβλήματα και πολλά άλλα (που απεγνωσμένα χρήζουν μια συνεπή ανάλυση και σαρωτική λύση) τείνουν να αγνοούνται σε μεγάλο βαθμό από τους αναρχοσυνδικαλιστές που έχω συναντήσει – δηλαδή, [οι αναρχοσυνδικαλιστές] απλά δεν ασχολούνται με αυτά, παρά μόνο επιφανειακά. Κάτι εξίσου ανησυχητικό: η συνδικαλιστική νοοτροπία κάποιων από τους δικούς μου επικριτές από τον χώρο του αναρχοσυνδικαλισμού τείνει να συσκοτίσει το γεγονός ότι ο ίδιος ο αναρχισμός ιστορικά έχει απαντήσει σε κοινωνικά και πολιτιστικά θέματα που είναι πολύ ευρύτερα από την ταξική πάλη ανάμεσα στους εργάτες και τα αφεντικά. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα, οι πιο ευρείες τάσεις στην αναρχική ιστορία είτε παραβλέπονται ή απλά διαγράφονται από το παρελθόν του κινήματος. Πόσο εύστοχος είμαι εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος στο θέμα της αναίρεσης τούτης της βαθιάς ριζωμένης συνδικαλιστικής νοοτροπίας, με τους ισχυρισμούς της περί ιδεολογικής «ηγεμονίας», είναι ένα ερώτημα. Όμως η καταγραφή του αναρχοσυνδικαλισμού θα πρέπει τουλάχιστον να διευκρινισθεί και ορισμένα από τα προβλήματα που παρουσιάζει πρέπει να αντιμετωπιστούν. Θα πρέπει να γίνει κάποια προσπάθεια για να ληφθούν υπόψη οι σαρωτικές αλλαγές που έχουν λάβει χώρα από το 1930, τις οποίες πολλοί αναρχοσυνδικαλιστές φαίνεται να αγνοούν, και ορισμένες αλήθειες που αποτελούν μέρος της ιστορίας του αναρχισμού πρέπει γενικά να ανακτηθούν και να διερευνηθούν. Πρέπει, επίσης, κάποια προβλήματα να αντιμετωπιστούν, όσο αμφιλεγόμενα κι αν είναι, και να επιλυθούν όσο το δυνατόν καλύτερα, ή τουλάχιστον να συζητηθούν χωρίς να επικαλείται κάποιο σταθερό δόγμα ως υποκατάστατο της καθαρότητας.

Αναρχισμός: Η κοινοτιστική διάσταση

Το κατά πόσο ο αναρχισμός είναι κατά κύριο λόγο ένα προϊόν σχετικά σύγχρονων ατομικιστικών ιδεολογιών, του Διαφωτιστικού ορθολογισμού, ή μιας αρχικά ατελούς αλλά δημοφιλούς προσπάθειας να αντισταθεί στην κυριαρχία της ιεραρχίας (την τελευταία ερμηνεία τη μοιράζομαι με τον Κροπότκιν) μπορεί να συζητηθεί. Σε κάθε περίπτωση, η λέξη αναρχικός είχε ήδη εμφανιστεί στην Αγγλική Επανάσταση, όταν ένα κρομγουελικό περιοδικό κατήγγειλε τους πιο δριμείς επικριτές του Κρόμγουελ ως «Ελβετίζοντες αναρχικούς» (Bookchin, n.d., vol. 1, p. 161). Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης – μια γενιά πριν ο Προυντόν αναφερθεί σε αυτόν τον όρο [αναρχισμός] για να ορίσει τις δικές του απόψεις – βασιλόφρονες και Γιρονδίνοι επανειλημμένα χρησιμοποιούσαν τη λέξη «αναρχικοί» για να επιτεθούν στους λυσσασμένους. Το ότι οι Ρεφορμιστές αγρότες της Γερμανίας τη δεκαετία του 1520 που ξεσηκώθηκαν για να υπερασπιστούν την κοινή γη τους και την αυτονομία των χωριών τους στο όνομα μιας αυθεντικής λαϊκής εκδοχής του Χριστιανισμού, χαρακτηρίστηκαν ως αναρχικοί, όπως και ο Τολστόι, παρά τη ευλαβική του θρησκευτικότητα, δε θα πρέπει να αφήνει περιθώρια άρνησηςτου γεγονότος ότι η αναρχική παράδοση συμπεριλαμβάνει εκτεταμένα κινήματα λαϊκού τύπου.

Είναι αμφίβολο κατά πόσον ο ατομικισμός ως τέτοιος είναι αναπόσταστο κομμάτι του αναρχισμού – η δική μου άποψη για τον αναρχισμό είναι έντονα κοινωνική – αλλά μπορούμε να δούμε τον αναρχισμό να αναδύεται σε διαφορετικές κοινωνικές περιόδους και συνθήκες με πολλές διαφορετικές μορφές. Μπορεί να βρεθεί ανάμεσα σε φυλές που αντιστάθηκαν στην εμφάνιση κρατικών ιδρυμάτων, στη λαϊκή αντίσταση των αγροτών, των δουλοπάροικων, των δούλων και των μικροκτηματιών σε διάφορα συστήματα διακυβέρνησης, στη σύγκρουση των λυσσασμένων και των ριζοσπαστών sectionnaires των παριζιάνικων συνελεύσεων με τους συγκεντρωτικούς Ιακωβίνους, και στον αγώνα του προλεταριάτου στις πιο ηρωικές περιόδους του ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση – αυτό δε σημαίνει πως αρνούμαστε την ύπαρξη κρατικιστικών στοιχείων σε πολλές από αυτές τις μορφές λαϊκής αντίστασης. Ο Προυντόν φαίνεται να έχει μιλήσει κυρίως για τους τεχνίτες και τις αναδυόμενες εργατικές τάξεις του δέκατου ένατου αιώνα, ο Μπακούνιν για τους αγρότες και τo αναδυόμενο βιομηχανικό προλεταριάτο, ορκισμένοι αναρχοσυνδικαλιστές για τους εργάτες των εργοστασίων και το αγροτικό προλεταριάτο, ο Κροπότκιν για τους καταπιεσμένους ανθρώπους γενικά, σε μια ακόμη μεταγενέστερη περίοδο όταν μια κομμουνιστική κοινωνία που βασίζεται στην αρχή «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του» (ή «κοινωνία μετα-σπάνης» στη γλώσσα μου), φαινόταν απολύτως εφικτή.

Θα ήθελα να τονίσω ότι δεν προσπαθώ να παρουσιάσω ένα αυστηρό πρόγραμμα εδώ. Είναι η αξιοσημείωτη επισκίαση των εξελισσόμενων κοινωνικών συνθηκών και ιδεολογιών κατά τους τελευταίους δύο αιώνες που μπορεί να εξηγήσει αυτό που φαίνεται σα «σύγχυση» σε ένα αναπόφευκτα ανόμοιο σώμα ελευθεριακών ιδεών. Είναι σημαντικό να δωθεί έμφαση, κατά την άποψή μου, στο ότι ο αναρχισμός είναι πάνω απ’ όλα αντι-ιεραρχικός και όχι απλώς ατομικιστικός. Επιδιώκει να καταργήσει την κυριαρχία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο, όχι μόνο μέσω της κατάργησης του κράτους και της εκμετάλλευσης από τις κυρίαρχες οικονομικές τάξεις. Πράγματι, πολύ περισσότερο από το ν’ αποτελεί κάτι κυρίως ατομικιστικό ή να κατευθύνεται εξ’ ολοκλήρου εναντίον μιας συγκεκριμένης μορφής ταξικής κυριαρχίας, ο αναρχισμός ιστορικά υπήρξε πιο δημιουργικός και προκλητικός όταν επικεντρώθηκε στην κοινότητα αντί στις οικονομικές συνιστώσες της (όπως η φάμπρικα) και επιπλέον οι συνομοσπονδιακές μορφές της οργάνωσης που επεξεργάστηκε βασίστηκαν σε μια ηθική της συμπληρωματικότητας και όχι σε κάποιο σταθερό σύστημα υπηρεσιών και υποχρεώσεων.

Πράγματι, η σημασία της κοινότητας στην παραδοσιακή αναρχική σκέψη δεν έχει λάβει την προσοχή που της αξίζει, πιθανώς λόγω της επιρροής που ο μαρξιστικός οικονομισμός άσκησε στον αναρχισμό και ο ηγεμονικός ρόλος που απέδωσε στο βιομηχανικό προλεταριάτο. Αυτός ο οικονομισμός μπορεί επίσης να έχει υποστηριχθεί από τη σημαντική επιρροή των γραπτών του Προυντόν, τον οποίο πολλοί αναρχικοί αναφέρουν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το χρόνο και τις ιστορικές συνθήκες κατά τις οποίες έγραφε. Σήμερα, μόνο οι πιστοί του Προυντόν, για παράδειγμα, είναι πιθανό να συμφωνήσουν με τα πιστεύω του που εκφράζονται στο «Η Αρχή του Φεντεραλισμού», πως «η ιδέα της αναρχίας … σημαίνει ότι οι πολιτικές λειτουργίες ανάγονται στις βιομηχανικές [λειτουργίες], και ότι η κοινωνική τάξη πραγμάτων διαμορφώνεται εξ ολοκλήρου από τις συναλλαγές και τις ανταλλαγές» (Προυντόν, 1863, σ. 11.). Η οικονομίστικη ερμηνεία του Προυντόν αναφορικά με την αναρχία, με την εστίασή της στο αυτο-κυρίαρχο άτομο ως ένα συμβατικό φορέα αγαθών και υπηρεσιών (εστίαση που έρχεται και σε συμφωνία με τον παραδοσιακό φιλελευθερισμό ο οποίος βάσισε την κοσμοθεωρία του γύρω από τα ατομικά συμβόλαια καθώς και από ένα «κοινωνικό συμβόλαιο»), δεν αποτελεί την πιο εποικοδομητική ιδέα του.

Αυτό που βρίσκω περισσότερο άξιο να τονιστεί σχετικά με τον Προυντόν είναι η εξαιρετικά κοινοτιστική έννοια της συνομοσπονδίας. Ήταν στα καλύτερά του (διατηρώντας κάποιες επιφυλάξεις) όταν διακήρυττε πως «το ομοσπονδιακό σύστημα είναι το αντίθετο του ιεραρχικού ή του διοικητικού και κυβερνητικού συγκεντρωτισμού», ότι η «ουσία» των ομοσπονδιακών συμβάσεων είναι «να διασφαλίζει πάντα τις περισσότερες εξουσίες για τον πολίτη παρά για το κράτος,αλλά και για τις δημοτικές ή επαρχιακές αρχές παρά για την κεντρική εξουσία»,κι ότι «η κεντρική εξουσία» πρέπει «ανεπαίσθητα να υποτάσσεται … στους εκπροσώπους των περιφερειών ή των επαρχιών. Η επαρχιακή εξουσία να υποτάσσεται στους εκπροσώπους των δήμων και η δημοτική αρχή στους κατοίκους του δήμου» (Προυντόν, 1863, σελ. 41, 45, 48). Πράγματι, ο Edward Hyams, στη βιογραφία του Προυντόν που συνέθεσε το 1979 (Pierre-Joseph Proudhon: his revolutionary life, mind and works, Edward Hyams) – που την χαρακτηρίζει μια εξαιρετική συμπάθεια για το πρόσωπο του – τονίζει ιδιαίτερα την εκτίμηση του καθώς συνοψίζει το φεντεραλισμό του Προυντόν:

«Είναι ουσιώδες στοιχείο του Προυντονικού ομοσπονδιακού συμβολαίου ότι κατά την είσοδό τους σε αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν ισοδύναμες και αμοιβαίες υποχρεώσεις το ένα απέναντι στο άλλο, ενώ το καθένα διατηρεί ένα μεγαλύτερο μέρος δικαιωμάτων, ελευθεριών, εξουσίας και ιδιοκτησίας απ’ αυτό που προσδίδει στην ομοσπονδιακή αρχή: ο πολίτης παραμένει κυρίαρχος του οίκου του, περιορίζοντας τα δικαιώματά του μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να αποφευχθεί η καταπάτηση των δικαιωμάτων των άλλων στην κοινότητα. Η κοινότητα είναι αυτοδιοικούμενη μέσω της συνέλευσης των πολιτών ή των αντιπροσώπων τους, αλλά μεταβιβάζει στη νομαρχιακή ομοσπονδιακή αρχή ορισμένες εξουσίες, από τις οποίες παραιτείται. Ο νομός, και πάλι αυτοδιοικούμενος μέσω της συνέλευσης των αντιπροσώπων από τις ομόσπονδες κοινότητες, μεταβιβάζει συγκεκριμένες εξουσίες στην ομοσπονδιακή αρχή των εθνικών ομοσπονδιών των χωρών , με ορισμένες εξουσίες από τις οποίες αποσύρεται. Έτσι, η ομοσπονδία των νομών ή των περιφερειών είναι η συνομοσπονδία στην οποία το πάλαι ποτέ κυρίαρχο κράτος έχει μετατραπεί και μπορεί, με τη σειρά της, να συμφωνήσει ομοσπονδιακά συμβόλαια με άλλες τέτοιες συνομοσπονδίες». (Hyams, 1979, σ. 254)

Σαφέστατα, ο Hyams δίνει ανησυχητική έμφαση στον ατομισμό του πολίτη που εκφράζει ο Προυντόν, πολίτης ο οποίος φαίνεται να βρίσκεται σε διαρκή ένταση με την κοινότητα του, και με τις ίδιες τις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Ο Hyams αποδέχεται άκριτα τη θέση του Προυντόν για διαφορετικά ομοσπονδιακά επίπεδα της κοινωνίας με το καθένα να συνεπάγεται την «παραίτηση» των δικαιωμάτων αντί της διάρθρωσης σε απλά διοικητικά και συντονιστικά(σε αντίθεση με αυτά που χαράσσουν πολιτική) σώματα. Παρ’ όλα αυτά, η άποψη του Hyam για το «ομοσπονδιακό συμβόλαιο» του Προυντόν φορά ένα μοντέρνο μανδύα. Η νοοτροπία αυτή που εκλαμβάνει τα πάντα να στρέφονται γύρω από την έννοια και το θεσμό της ιδιοκτησίας που εμφανίζεται σε τόσο πολλά από τα γραπτά του Προυντόν – τα οποία κάλλιστα θα μπορούσαν να εκληφθούν ως σύγχρονες εκδοχές του«σοσιαλισμού της αγοράς» – είναι περιττή. Το σημείο που θέλω να τονίσω είναι ότι ο Προυντόν εδώ εμφανίζεται ως υποστηρικτής της άμεσης δημοκρατίας και της αυτοδιαχειριστικής συνέλευσης σε επίπεδο καθαρά αστικό, μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης για την οποία αξίζει να αγωνιστεί κανείς σε εποχές συγκεντρωτισμού και ολιγαρχίας.

Επίσης, πριν ο Μιχαήλ Μπακούνιν εμπλακεί σοβαρά με τη Διεθνή Ένωση Εργαζόμενων (IWMA) τη δεκαετία του 1870, στο όραμά του για μια αναρχική κοινωνία έδωσε πολύ μεγάλη έμφαση στην κοινότητα ή το δήμο. Στην Επαναστατική Κατήχηση του 1866 (δεν πρέπει να συγχέεται με αυτή του Nechayev του 1869), ο Μπακούνιν παρατήρησε:

Πρώτον: όλες οι οργανώσεις θα πρέπει να προχωρήσουν ομοσπονδιοποιημένες από τη βάση προς την κορυφή, από την κομμούνα προς τη συντονιστική ένωση της επαρχίας ή της χώρας. Δεύτερον: πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένας αυτόνομος ενδιάμεσος φορέας μεταξύ της κομμούνας και της επαρχίας, δηλαδή το τμήμα, η περιφέρεια ή ο νομός. […] Η βασική μονάδα της κάθε πολιτικής οργάνωσης σε κάθε χώρα πρέπει να είναι η πλήρως αυτόνομη κομμούνα, που συγκροτείται από την «πλειοψηφική ψήφο» όλων των ενηλίκων, και των δύο φύλων. […] Η επαρχία δεν πρέπει να είναι τίποτε άλλο παρά μια ελεύθερη ομοσπονδία αυτόνομων κοινοτήτων. (Bakunin, 1866, σελ. 82-83)

Με ακόμη μεγαλύτερη τόλμη, το 1870, ο Μπακούνιν τράβηξε μια νοητή γραμμή μεταξύ εθνικού κοινοβουλευτισμού και τοπικού εκλογικισμού, εκφράζοντας φανερή προτίμηση για το δεύτερο έναντι του πρώτου:

Λόγω των οικονομικών δυσχερειών τους, οι άνθρωποι είναι αδαείς και αδιάφοροι και έχουν επίγνωση μόνο των ζητημάτων που τους επηρεάζουν άμεσα. Καταλαβαίνουν και γνωρίζουν απλώς το πώς να φέρουν εις πέρας τις καθημερινές τους υποθέσεις. Έξω από τις προσωπικές τους ανησυχίες νιώθουν μπερδεμένοι, αβέβαιοι και πολιτικά συγχυσμένοι. Έχουν μια υγιή, πρακτική κοινή λογική όταν πρόκειται για κοινοτικές υποθέσεις. Είναι αρκετά καλά ενημερωμένοι και ξέρουν πώς να επιλέξουν από μεταξύ τους, τους πιο ικανούς αξιωματούχους. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο αποτελεσματικός έλεγχος είναι αρκετά εφικτός, επειδή η δημόσια επιχείρηση διεξάγεται υπό το άγρυπνο βλέμμα των πολιτών και αφορά ζωτικά και άμεσα την καθημερινή τους ζωή. Γι’ αυτό και οι δημοτικές εκλογές πάντα αντικατοπτρίζουν καλύτερα την πραγματική στάση και βούληση του λαού. Επαρχιακές και περιφερειακές κυβερνήσεις, ακόμη και όταν εκλέγονται άμεσα, ήδη εκπροσωπούν ελάχιστα το λαό. (Bakunin, 1870, σελ.. 223) [1]

Για τον Πιοτρ Κροπότκιν, «η μορφή που η κοινωνική επανάσταση πρέπει να πάρει είναι η ανεξάρτητη κομμούνα» (Κροπότκιν, 1913, σελ. 163). Σχολιάζοντας τις απόψεις του Μπακούνιν, τις οποίες ο Κροπότκιν θεωρούσε περισσότερο κομμουνιστικές παρά κολλεκτιβιστικές στην πραγματικότητα, προσέθεσε πως το ομοσπονδιακό σύστημα και η αυτονομία δεν είναι αρκετά από μόνα τους. Παρόλου που, κριτικά, χαιρέτησε την Παρισινή Κομμούνα του 1871 σαν «μια προσπάθεια η οποία άνοιξε μια νέα εποχή στην ιστορία», αλλού στα γραπτά του, την είδε ως ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από κλειστότητα, και στο οποίο η ίδια η κομμούνα, η οποία αποτελούνταν κι από ένα αρκετά μεγάλο αριθμό Ιακωβίνων, ήταν διαχωρισμένη απ’ το λαό. Δεν θα πρέπει απλώς ο «σοσιαλισμός» να γίνει «κομμουνιστικός» με την οικονομική έννοια, τόνισε, αλλά θα πρέπει να υπάρχει και η πολιτική δομή των «αυτοδιαχειριζόμενων» κομμούνων, ή σε σύγχρονη γλώσσα, της «συμμετοχικής δημοκρατίας». «Στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αγγλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες», έγραψε με αισιοδοξία, «παρατηρούμε σε αυτές τις χώρες την εμφανή τάση της συγκρότησης σε ομάδες τελείως ανεξάρτητων κομμούνων, πόλεων και χωριών, που θα μπορούσαν να συνδεθούν μέσω της ελεύθερης ομοσπονδίας, έτσι ώστε να ικανοποιήσουν τις αναρίθμητες ανάγκες και την επιτευξη ορισμένων άμεσων στόχων. […] Οι μελλοντικές επαναστάσεις στη Γαλλία και την Ισπανία θα είναι κομμουναλιστικές – όχι συγκεντρωτικές» (Κροπότκιν, 1913, σελ 185-86.).

Τα θεμέλια των οραμάτων (του Προυντόν, του Μπακούνιν και του Κροπότκιν) ήταν βασισμένα στην κομμουναλιστική ηθική – μουτουαλιστική στον Προυντόν, κολλεκτιβιστική στο Μπακούνιν και κομμουνιστική στον Κροπότκιν- που αντιστοιχεί σε μια αίσθηση πολιτικής αρετής και δέσμευσης. Είτε με τη διαδικασία των συμβολαίων, είτε συμπληρωματικός, ο συνομοσπονδισμός είχε στόχο να αποτελέσει μια στέρεη ηθική και μια πηγή κοινοτικής αλληλεγγύης, που υπερέβη τον αστικό εγωτισμό ο οποίος βασίζεται στην ιδιοτέλεια. Ήταν ακριβώς αυτή η ευαισθησία που έδωσε στον αναρχισμό το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι -σε αντίθεση με την έμφαση του Μαρξ στα ταξικά οικονομικά συμφέροντα, και ακριβώς ως «τέτοια συμφέροντα»- ήταν ένας ηθικός σοσιαλισμός και όχι απλώς ένας επιστημονικός σοσιαλισμός: ο ζήλος του Κροπότκιν σε ό,τι αφορά το τελευταίο είναι χαρακτηριστικός (Κροπότκιν, 1905, σελ.. 298).

Αναρχισμος: Η Συνδικαλιστική Διάσταση

Η ιστορική αντίθεση των αναρχικών σε κάθε είδους καταπίεση, είτε έχει να κάνει με τους δουλοπάροικους, τους αγρότες, τους τεχνίτες ή τους εργάτες, αναπόφευκτα τούς οδήγησε στο να αντιτάσσονται επίσης στην εκμετάλλευση στο μόλις αναδυόμενο εργοστασιακό σύστημα . Πολύ νωρίτερα από ότι συχνά μπορεί φανταστεί κανείς, ο συνδικαλισμός – ουσιαστικά μια μάλλον ατελής, αλλά ριζοσπαστική μορφή του συνδικαλισμού – έγινε όχημα με το οποίο πολλοί αναρχικοί ήρθαν σε επαφή με την εργατική τάξη της δεκαετίας του 1830 και 1840. Στο δέκατο ένατο αιώνα, οι κοινωνικές περιγραφές αναφορικά με το τι μπορεί να ονομάζεται «προλεταριακός αναρχισμός» ήταν πολύ δύσκολο να προσδιοριστούν. Ήταν οι αγρότες, κυρίως οι ακτήμονες αγρότες, μέλη της εργατικής τάξης; Θα μπορούσαν οι αγρότες με μικρές ιδιοκτησίες γης να θεωρηθούν ως τέτοιοι; Τι θα μπορούσαμε να πούμε για τους διανοούμενους, μάλλον προνομιούχους, τεχνίτες, για τους εργαζόμενους που προσφέρουν υπηρεσίες σε γραφεία, τους δημόσιους υπαλλήλους, τους επαγγελματίες, και όλους αυτούς που ασχολούνται με παρόμοια επαγγέλματα αλλά σπάνια θεωρούν τους εαυτούς τους μέλη του προλεταριάτου;

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς προσωπικά απέφευγαν όρους όπως «εργάτες», «βιοπαλαιστές» και «δουλευτές», παρόλο που ήταν αρκετά πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν αυτές τις λέξεις στα δημοφιλή έργα τους. Προτίμησαν να χαρακτηρίζουν τους βιομηχανικούς εργάτες με βάση την «επιστημονικά» ακριβή ονομασία «προλετάριοι» – που αφορά τους ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν παρά την εργατική τους δύναμη, και ακόμη περισσότερο, αυτούς που ήταν αυθεντικοί παραγωγοί υπεραξίας στις γραμμές της παραγωγής (ένα χαρακτηριστικό που ακόμη και οι Μαρξιστές τείνουν να αγνοούν αυτές τις μέρες). Στο βαθμό που το ευρωπαϊκό προλεταριάτο ως τάξη εξελίχθηκε από τα εκτοπισμένα στρώματα της προβιομηχανικής διαστρωμάτωσης, όπως οι ακτήμονες αγρότες που είχαν μετακινηθεί προς τις πόλεις, το εργοστασιακό σύστημα έγινε το οικονομικό τους σπίτι, ένας τόπος που – προφανώς σε αντίθεση με τον αγροτικό λαό, διεσπαρμένο σε αγροικίες και χωριά – τους «οργάνωσε» σε ένα συνεκτικό σύνολο. Οδηγούμενο στην εξαθλίωση από την καπιταλιστική συσσώρευση και τον ανταγωνισμό, αυτό το ολοένα και περισσότερο (και μάλλον ευτυχώς) ταξικά συνειδητοποιημένο προλεταριάτο θα μπορούσε αναπόφευκτα να αναγκαστεί να συγκρουστεί με την καπιταλιστική τάξη ως μια «ηγεμονική» επαναστατική τάξη και τελικά να ανατρέψει την αστική κοινωνία, θέτοντας τα θεμέλια για το σοσιαλισμό και, τελικά, τον κομμουνισμό[2].

Όσο συναρπαστική κι αν έμοιαζε η μαρξική αυτή ανάλυση από τη δεκαετία του 1840 κι έπειτα, η προσπάθειά του να αιτιολογήσει τον «ηγεμονικό» ρόλο του προλεταριάτου σε μια μελλοντική επανάσταση, σε αναλογία με το φαινομενικά επαναστατικό ρόλο της αστικής τάξης στη φεουδαρχική κοινωνία ήταν τόσο αληθοφανής όσο αποδείχθηκε αργότερα πως ήταν και ιστορικά λανθασμένη (βλέπε Bookchin, 1971, pp. 181-92). Δεν είναι πρόθεσή μου να εξετάσω εδώ κριτικά το απατηλό αυτό ιστορικό σενάριο, το οποίο φέρει ιδιαίτερο βάρος μεταξύ πολλών ιστορικών μέχρι και σήμερα. Αρκεί να πω ότι ήταν ένα πολύ πιασάρικο πόνημα – και προσέλκυσε όχι μόνο ένα μεγάλο εύρος σοσιαλιστών, αλλά και πολλούς αναρχικούς. Για τους αναρχικούς, η ανάλυση του Μαρξ προσέφερε μία συγκεκριμένη απάντηση στο γιατί πρέπει να εστιάσουν την προσοχή τους στους βιομηχανικούς εργάτες, να υιοθετήσουν σε μεγάλο βαθμό μια οικονομίστικη προσέγγιση στην κοινωνική ανάπτυξη, και να επισημάνουν το εργοστάσιο σαν το μοντέλο της μελλοντικής κοινωνίας, πιο πρόσφατα ιδίως, με βάση ορισμένες μορφές «εργατικού ελέγχου» και «ομοσπονδιακής» μορφής της βιομηχανικής οργάνωσης. Αλλά εδώ υφίσταται μια σειρά από προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αναρχικοί ακόμη περισσότερο από τους μαρξιστές. Πώς σχετίζονται αυτοί [οι βιομηχανικοί εργάτες] με τους μικρούς αγρότες, τους τεχνίτες, τα ντεκλασέ στοιχεία και τους διανοούμενους; Πολλές από αυτές τις ομάδες ήταν στην πραγματικότητα περισσότερο διατεθειμένες στο παρελθόν να κρατήσουν μια ευρύτερη ελευθεριακή στάση απ’ ότι οι βιομηχανικοί εργάτες, οι οποίοι μετά από μία ή δύο γενιές βιομηχανικής πειθαρχίας έτειναν να φτάσουν στο σημείο να δεχθούν την ιεραρχία του εργοστασίου ως ένα κανονικό και πράγματι «φυσικό» τρόπο ζωής. Και ήταν στ’ αλήθεια οι βιομηχανικοί εργάτες τόσο «ηγεμονικοί» στον ταξικό τους αγώνα με τ’ «αφεντικά» όπως η ανθεκτική αναρχική αγροτιά της Ισπανίας, πολλοί εκ των οποίων εύκολα οδηγήθηκαν στο Μπακουνικό κολλεκτιβισμό, ή τους εργατοτεχνίτες που αγκαλιασαν την Προυντονική αμοιβαιότητα, ή τους είλωτες Ινδιάνους Ζαπατίστα του Μεξικό οι οποίοι, σαν τους Μαχνοβίτες της Ουκρανικής πολιτοφυλακής, προσεταιρίστηκαν μια διαισθητική αναρχική προοπτική; Στο βαθμό που οι αναρχικοί δεν προσπάθησαν να σμίξουν την οπτική τους περί ηθικής με τους μαρξικούς ισχυρισμούς περί «επιστημονικής» ακρίβειας, έθεσαν τη βάση για τις τάσεις που αργότερα θα διαχώριζαν σοβαρά το ίδιο το αναρχικό κίνημα και θα οδηγούσαν τους αναρχικούς με πιο οικονομίστικο προσανατολισμό σε συμβιβασμούς που έφθειραν την ηθική κατεύθυνση του αναρχισμού ως κοινωνικό κίνημα.

Η συμμετοχή των αναρχικών στην IWMA ενίσχυσε την αβέβαη συνδικαλιστική τάση που σίγουρα υπήρχε στο κίνημα πριν επινοηθεί η λέξη «αναρχο-συνδικαλισμός». Ήδη από τη δεκαετία του 1870, περισσότερο από μια μια δεκαετία προτού οι Γάλλοι αναρχικοί διακηρύξουν ότι ο αναρχο-συνδικαλισμός είναι η καλύτερη, και συχνά η μοναδική, προσέγγιση για την επίτευξη μιας ελευθεριακής κοινωνίας, οι Ισπανοί αναρχικοί, επηρεασμένοι πρωταρχικά απ’ τον Μπακουνισμό, είχαν δημιουργήσει ένα διάχυτο, αλλά σε μεγάλο βαθμό συνδικαλιστικού τύπου κίνημα που συνδύαζε τα οράματα μιας επαναστατικής-εξεγερσιακής γενικής απεργίας και μια δέσμευση για ένα συνομοσπονδιακά οργανωμένο σύστημα «εργατικού ελέγχου» (βλέπε Bookchin, 1977, σ. 137). Ούτε ο ίδιος ο Γαλλικός αναρχο-συνδικαλισμός προέκυψε εκ του μηδενός: η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT), που ιδρύθηκε το 1895 με τα δύο τμήματα της, των τοπικών και εθνικών βιομηχανικών συνομοσπονδιών, περιελάμβανε ένα ευρύ φάσμα ρεφορμιστικών, επαναστατικών, «καθαρά» συνδικαλιστικών και αναρχικών προσεγγίσεων. Ο αναρχο-συνδικαλισμός δεν κυριάρχησε ποτέ πλήρως στις τάξεις της CGT, ακόμη και στην πιο μαχητική της περίοδο, τη δεκαετία πριν απ’ το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (βλ. Stearns, 1971,που δείχνει πόσο πειθήνια υπήρξε πραγματικά η CGT.)

Ούτε ο αναρχο-συνδικαλισμός υπήρξε ποτέ πλήρως αποδεκτός ανάμεσα στους αναρχικούς. Πολλοί διακεκριμένοι αναρχικοί αντιτάχθηκαν στο συνδικαλισμό θεωρώντας τον πολύ παρωχημένο όσον αφορά την προοπτική του και την προλεταριακή του απεύθυνση. Στο περίφημο Συνέδριο του Άμστερνταμ, το 1907, ο Ερρίκο Μαλατέστα, ο γενναίος αυτός Ιταλός αναρχικός, αμφισβήτησε την άποψη ότι ο αναρχο-συνδικαλισμός θα έπρεπε ν’ αντικαταστήσει τον αναρχοκομμουνισμό (Die Narren der Freiheit, 1992)[3]. Χωρίς ν’ αρνείται «το όπλο που οι συνδικαλιστικές μορφές δράσης θα μπορούσαν να τοποθετήσουν στα χέρια [του αναρχισμού]», παρατηρεί ο George Woodcock στη μελέτη του για τον Μαλατέστα αναφορικά με τις διαφωνίες του στο συνέδριο, ο Μαλατέστα επέμεινε ότι ο συνδικαλισμός θα μπορούσε να θεωρηθεί μόνο ως μέσο, και μάλιστα ατελές, δεδομένου ότι βασίστηκε σε μια άκαμπτη ταξική αντίληψη της κοινωνίας που αγνοεί το γεγονός ότι τα συμφέροντα των εργαζομένων ποικίλουν τόσο πολύ που «μερικές φορές οι εργαζόμενοι είναι οικονομικά και ηθικά πολύ πιο κοντά στην αστική τάξη απ’ ότι στο προλεταριάτο». Οι ακραίοι συνδικαλιστές, κατά την άποψη του Μαλατέστα, αναζητούσαν μια απατηλή οικονομική αλληλεγγύη αντί για μια πραγματική ηθική αλληλεγγύη: έβαζαν τα συμφέροντα μιας μόνο τάξης πάνω από το πραγματικό αναρχικό ιδανικό της επανάστασης η οποία ζητά «την πλήρη απελευθέρωση όλης της ανθρωπότητας, η οποία σήμερα είναι σκλαβωμένη από την τριπλή οικονομική, πολιτική και ηθική άποψη» (Woodcock, 1962, σ.. 267).

Αυτή η θέση αγγίζει όλα τα προβλήματα που ο αναρχοσυνδικαλισμός-όχι μόνο ο «καθαρός συνδικαλισμός»- θα δημιουργούσε στο αναρχικό κίνημα. Ιδεολογικά, οι αναρχοσυνδικαλιστές σιγά-σιγά άρχισαν να υποτιμούν την αναρχοκομμουνιστική έμφαση στην κομμούνα, προς όφελος των συνδικάτων, την ανθρωπιστική ηθική της αλληλοβοήθειας, προς όφελος της οικονομίστικης ερμηνειας των κοινωνικών συγκρούσεων, της αντίθεσης στη γενικευμένη έννοια της κυριαρχίας και της εξουσίας, προς όφελος των αποσπασματικών ταξικών διεκδικήσεων του προλεταριάτου.

Αυτό δεν υποδηλώνει ότι οι αναρχικοί θα έπρεπε να αγνοήσουν τα συνδικάτα, τα οικονομικά προβλήματα, και τις ταξικές συγκρούσεις. Αλλά οι αναρχοσυνδικαλιστές με τη δική τους στενότητα εκτόπισαν εξ’ ολοκλήρου τον κοινοτικό, ηθικό, οικουμενικό και και αντι-αυταρχικό χαρακτήρα του αναρχισμού ως ένα ευρύτερο όραμα για την ελευθερία σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Τελικά, η τάση να καθιστούν τον αναρχισμό  ένα παρωχημένο ρεύμα, μαζί με τις οικονομίστικες και ταξικές γραμμές, περιόρισε σε μεγάλο βαθμό το πεδίο δράσης του [αναρχισμού] στη συνδικαλιστική σφαίρα. Όπως προειδοποίησε ο ίδιος ο Μαλατέστα, «τα εργατικά συνδικάτα είναι από τη φύση τους ρεφορμιστικά και ποτέ επαναστατικά». Επιπλέον: τα πραγματικά και άμεσα συμφέροντα των συνδικαλιζόμενων εργατών, που ρόλος των σωματείων είναι να υπερασπίζεται, έρχονται πολύ συχνά σε σύγκρουση με τα [επαναστατικά] ιδεώδη και τους μελλοντικούς στόχους. Και το σωματείο μπορεί να ενεργεί με επαναστατικό τρόπο αν διαπνέεται από ένα πνεύμα θυσίας και στο βαθμό που δίνεται προτεραιότητα στο ιδανικό αντί για το συμφέρον, δηλαδή μόνο όταν (και στο βαθμό που) παύει να είναι ένα οικονομικό σωματείο και μετατρέπεται σε μια πολιτική και ιδεαλιστική ομάδα (Malatesta, 1922, σ. 117: η υπογράμμιση δική μου).

Η πραγματικότητα ήρθε στη συνέχεια να επιβεβαιώσει τους φόβους του Μαλατέστα. Είναι δίκαιο να πούμε ότι η απόδοση του αναρχο-συνδικαλιστικού κινήματος υπήρξε ένα από τα πιο θλιβερά σημεία στην ιστορία δύο αιώνων του σύγχρονου αναρχισμού. Μερικά παραδείγματα είναι πιθανώς αρκετά για να δείξουν τη γενική παρακμή που έπληξε τα αυτοαποκαλούμενα ελευθεριακά σωματεία εργαζομένων. Στην Επανάσταση του Μεξικό, οι αναρχο-συνδικαλιστές ηγέτες του Casa del Obrera Mundial ξεδιάντροπα τοποθέτησαν τα προλεταριακά τους «Κόκκινα Τάγματα» στην υπηρεσία του Venustiano Carranza, ενός από τους εξόφθαλμα κακοποιούς της επανάστασης, για να καταπολεμήσει την επαναστατική πολιτοφυλακή του Emiliano Zapata – κι όλα αυτά ώστε να κερδίσουν μερικές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες ο Carranza απέσυρε αφότου η απειλή των Ζαπατίστας είχε διαλυθεί οριστικά με τη συνεργασία των αναρχοσυνδικαλιστών. Ο σπουδαίος Μεξικανός αναρχικός Ricardo Flores Magón δικαίως κατήγγειλε τη συμπεριφορά τους ως προδοσία (Magón, 1977, σελ 27.).

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για να μην παρασύρονται οι σημερινοί αναρχοσυνδικαλιστές από τους θρυλικούς Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου (IWW) ή «Wobblies», θα πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτό το συνδικαλιστικό κίνημα, όπως και πολλά άλλα αλλού στον κόσμο, δεν ήταν με κανένα τρόπο αφοσιωμένο στον αναρχισμό. Ο «Big Bill» Haywood, ο πιο διάσημος ηγέτης τους, δεν ήταν ποτέ αναρχικός, και αφού πλήρωσε εγγύηση στο δικαστήριο και κατέφυγε στη Μόσχα, αντί να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του δικαστηρίου – σε έκπληξη των «Wobblies» υποστηρικτών του- τελικά διολίσθησε στην Κομμουνιστική «Κόκκινη Διεθνή του Εμπορίου» (Profintern), όσο άβολα κι αν θα ένιωθε σ’ αυτή. Και άλλο, όμως, «Wobblies», όπως η Elizabeth Gurley Flynn, ο William Z. Foster, ο Bob Minor και ο Earl Browder, οι οποίοι είτε ήταν αναρχικοί είτε έκλιναν προς τον αναρχισμό, βρήκαν ζεστή φιλοξενία στο αμερικανικό Κομμουνιστικό Κόμμα στη δεκαετία του 40 κι έπειτα. Πολλοί «Wobblies» που συμμετείχαν στις συνεδριάσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς σύντομα άρχισαν ν’ αποφεύγουν την Emma Goldman και τον Alexander Berkamn στη Μόσχα, παρά τη στενή φιλία με τους δύο αυτούς αναρχικούς στην προ-μπολσεβίκικη περίοδο, όπως πιστοποίησε και η Goldman με πικρία(Goldman, 1931, τομ. 2 , σ.. 906).

Στη Γαλλία, όπου η φαινομενικά συνδικαλιστική Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT) έδωσε την ισχυρή συνδικαλιστική έμφαση ανάμεσα στους αναρχικούς σε όλο τον κόσμο στο τέλος του 19ου αιώνα, το συνδικάτο δεν ήταν ποτέ αναρχο-συνδικαλιστικό. Πολλοί Γάλλοι αναρχικοί (αυτό είναι βέβαιο) συνέρρευσαν σ’ αυτή την πολύ εύθραυστη συνομοσπονδία και προσπάθησαν να επηρέασουν τα μέλη της προς μια ελευθεριακή κατεύθυνση. Τα μέλη της CGT, ωστόσο, όχι λιγότερο από πολλούς απ’ τους ηγέτες της, έτειναν προς ρεφορμιστικούς στόχους και τελικά απορροφήθηκαν απ’ το κομμουνιστικό κίνημα μετά την επανάσταση των Μπολσεβίκων. Όχι μόνο η αναρχική επιρροή στη CGT περιορίστηκε, στην καλύτερη περίπτωση, αλλά όπως ο Peter Stearns μας λέει, «μια απεργία έληξε όταν ένας διευθυντής μίλησε για «αναρχία στο χώρο», για τους εκσκαφείς (στο Παρίσι, αρκετά ενδιαφέρον), οι οποίοι ένιωσαν ότι τους είχε κατηγορήσει πως είναι αναρχικοί». Περαιτέρω:

Είναι σαφές ότι, ακόμη και στο Παρίσι, οι πεπεισμένοι συνδικαλιστές ήταν μια μικρή μειοψηφία των ενεργών μελών των συνδικάτων. Και μόνο μια μειοψηφία ακόμα και των πιο ενθουσιασμένων εργατών οργανώθηκαν σε συνδικάτα και συνεπώς ήταν πιο πιθανό να είναι συνδικαλιστές. Στο Παρίσι το 1908, δηλαδή στην περίοδο αιχμής των αναταραχών από τους ανειδίκευτους εργάτες του κατασκευαστικού κλάδου [οι οποίοι ήταν οι πιο πιθανοί υποψήφιοι για την υποστήριξη της αναρχοσυνδικαλιστικής προοπτικής – M.B], μόνο το 40% ανήκε σε εργατικό σωματείο. Η δυσαρέσκεια που εκφράζεται ενάντια στο να αποκαλείται κανείς αναρχικός συνιστά μια επίμονη δυσπιστία απέναντι στα ριζοσπαστικά δόγματα, ακόμη και μεταξύ των ενεργών απεργών. (Stearns, 1971, σελ. 58, 96)

Δε μπορούν να ειπωθούν πολλά περισσότερα για τη CNT στην Ισπανία, η οποία από το 1938 συμπεριέλαβε την πιο μαχητική και κοινωνικά συνειδητοποιημένη ​​εργατική τάξη στην ιστορία του εργατικού κινήματος και τουλάχιστον έδειξε σημαντικά περισσότερο αναρχικό ζήλο απ’ ότι οποιαδήποτε άλλη συνδικαλιστική ένωση. Ωστόσο, αυτή η εξαιρετική συνομοσπονδία έτεινε επανειλημμένα να κινείται προς τον «απλό και καθαρό» συνδικαλισμό στη Βαρκελώνη, όπου η εργατική τάξη θα μπορούσε κάλλιστα να παρασυρθεί από τη Σοσιαλιστική Γενική Ένωση Εργατών (UGT) σε περίπτωση που η καταλανική αστική τάξη έδειχνε λιγάκι περισσότερη γενναιοδωρία και επιτήδευση στην προσπάθειά της να αντιμετώπισει το προλεταριάτο της περιοχής. Η Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία (FAI), οργανώθηκε το 1927 σε μεγάλο βαθμό με στόχο να εμποδίσει τους μετριοπαθείς της CNT (όπως τον Salvado Segui) που έτειναν να έχουν απόψεις ταξικής συνεργασίας, αλλά και στην προσπάθεια των «Τριάντα» – οι οποίοι με πικρία εναντιώθηκαν στη μαχητικότητα της FAI και των εξεγερτικών συνδικάτων της CNT – να ελέγξουν συνολικά ολόκληρη τη συνομοσπονδία. Αυτή η μετριοπαθής τάση ήρθε εντονα στο προσκήνιο με το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου.

Υπήρχαν μια σειρά από περίπλοκα ζητήματα στις σχέσεις μεταξύ του κράτους της Καταλονίας και της συνδικαλιστικής CNT, τα οποία απορρόφησε η FAI τη δεκαετία του 1930 (της οποία συχνά ενώνουμε το ακρωνύμιο με αυτό του συνδικάτου ως «CNT-FAI»). Αλλά η αναρχοσυνδικαλιστική ηγεσία μετά την εξέγερση του Ιουλίου του 1936 δεν έκανε καμία προσπάθεια να κολλεκτιβοποιήσει την οικονομία στην πραγματικότητα. Αξίζει να σημειωθεί, όπως παρατηρεί ο Ronald Fraser πως «καμία αριστερή οργάνωση δε δημοσίευσε καλέσματα για επαναστατικές απαλλοτριώσεις εργοστασίων, γης ή άλλων χώρων εργασίας».

Πράγματι, η ηγεσία της CNT στη Βαρκελώνη, επίκεντρο του αστικού αναρχο-συνδικαλισμού, το πήγε ακόμη παραπέρα: απορρίπτοντας την πρόταση για εξουσία που της παρουσιάστηκε απ’ τον πρόεδρο Lluís Companys αποφάσισε πως η ελευθεριακή επανάσταση πρέπει να περιμένει ώστε να συνεργαστεί με τις δυνάμεις του Λαϊκού Μετώπου ενάντια στον κοινό εχθρό. Η επανάσταση που μεταμόρφωσε τη Βαρκελώνη μέσα σε λίγες ημέρες σε μια πόλη που διοικούνταν από την εργατική τάξη, ξεπήδησε αρχικά από μεμονωμένα σωματεία της CNT, ωθούμενη από τα πιο μαχητικά μέλη τους, και καθώς το παράδειγμα τους διαδιδόταν, καταλήφθηκαν όχι μόνο μεγάλες επιχειρήσεις αλλά και μικρά εργαστήρια και επιχειρήσεις (Fraser, 1984, σελ. 226-27).

Την ερμηνεία του Fraser επιβεβαιώνει ο Gaston Leval, ένας από τους πιο διακεκριμένους αναρχικούς του Ισπανικού ελευθεριακού κινήματος, του οποίου το Collectives in the Spanish Revolution (1975) θεωρείται γενικά ως το πιο ολοκληρωμένο έργο σχετικά με τις κολεκτίβες. Ο Leval τονίζει τη σημασία των συνήθως άγνωστων αναρχικών μαχητών, μια μειοψηφία στη CNT, οι οποίοι αποτελούσαν την αυθεντική και πιο ουσιαστική ώθηση για την κολλεκτιβοποίηση . «Είναι σαφές», παρατηρεί ο Laval, «ότι η κοινωνική επανάσταση που έλαβε χώρα τότε, δεν απορρέει από μια απόφαση των ηγετικών στελεχών της CNT ή από τα συνθήματα που διαδίδονταν από τους μαχητές και τους υποκινητές που βρίσκονταν στο δημόσιο προσκήνιο αλλά σπάνια ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις.

Ο Leval δε διευκρινίζει ποιές αυθεντίες εννοεί εδώ, αλλά συνεχίζει:

Αυτό συνέβη αυθόρμητα, φυσικά, και (για να αποφεύγουμε τη δημαγωγία) όχι επειδή «ο λαός» γενικά κατέστη ξαφνικά ικανός να κάνει θαύματα χάρη στο επαναστατικό όραμα που ξαφνικά τον ενέπνευσε, αλλά επειδή (και αξίζει να το επαναλαμβάνουμε) μεταξύ εκείνων των ανθρώπων υπήρξε μια μεγάλη μειονότητα που ήταν ενεργή, δυνατή, καθοδηγούμενη από ένα ιδανικό το οποίο συνέχιζε μέσω ενός χρόνιου αγώνα που ξεκίνησε από την εποχή του Μπακούνιν και της Πρώτης Διεθνούς. Σε αναρίθμητα μέρη που άνθρωπος μπορεί να βρεθεί, μαχητές,οι οποίοι επί δεκαετίες προωθούσαν δημιουργικούς στόχους, προικισμένοι όπως ήταν με δημιουργική πρωτοβουλία και πρακτική λογική η οποία ήταν απαραίτητη για την κατά τόπους προσαρμογή και της οποίας το καινοτόμο πνεύμα αποτελούν δυναμική αφετηρία, ικανοί να θέσουν πειστικές λύσεις κατά τον απαιτούμενο χρόνο. (Laval, 1975, σ.. 80)

Αυτοί οι «μαχητές» ήταν πιθανώς μεταξύ των πρώτων που στρατολογήθηκαν στις πολιτοφυλακές του 1936 και χάθηκαν στις μάχες του εμφυλίου πολέμου – μια ανεπανόρθωτη απώλεια για το ισπανικό αναρχικό κίνημα.

Για να λύσουμε και να αξιολογήσουμε κριτικά τα διαφορετικά είδη συλλογικοτήτων ή συστημάτων «εργατικού ελέγχου» που προέκυψαν έπειτα από τις οδομαχίες στη Βαρκελώνη, ακόμα περισσότερο, θα απαιτούνταν ένας τόμος σημαντικά μεγαλύτερος από ότι οι «Κολλεκτίβες» του Leval. Ο Leval, του οποίου τα αναρχο-συνδικαλιστικά διαπιστευτήρια είναι αψεγάδιαστα, με τιμιότητα, έκανε την ακόλουθη παρατήρηση:

Πολύ συχνά στη Βαρκελώνη και τη Βαλένθια, οι εργαζόμενοι σε κάθε επιχείρηση καταλάμβαναν τις φάμπρικες, τους χώρους εργασίας, ή τα εργαστήρια, τα μηχανήματα, τις πρώτες ύλες, και εκμεταλλευόμενοι τη συνέχιση του νομισματικού συστήματος και των κανονικών καπιταλιστικών εμπορικών σχέσεων, οργάνωσαν την παραγωγή για δικό τους λογαριασμό, πωλώντας για δικό τους όφελος το προϊόν της εργασίας τους. (Laval, 1975, σ. 227: η υπογράμμιση δική μου)

Διάταγμα της κυβέρνησης της Καταλονίας, τον Οκτώβριο του 1936, «νομιμοποιούσε» αυτές τις κολλεκτίβες με την έγκριση της CNT και άνοιξε την πόρτα για κυβερνητική συμμετοχή σε διάφορες επιτροπές «εργατικού ελέγχου», μετατρέποντάς τις όλες τελικά σε εθνικοποιημένες επιχειρήσεις. Αλλά ακόμη και πριν ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, ο Leval αναγνωρίζει ότι υπήρχε «ο νεο-καπιταλισμός των εργατών, ένας αμφίρροπος αυτοδιαχειριζόμενος καπιταλισμός και σοσιαλισμός, που υποστηρίζουμε ότι δεν θα είχε υπάρξει εάν η επανάσταση είχε φτάσει στην πλήρη έκταση της υπό τη διεύθυνση των Συνδικάτων μας» (Leval, 1975, σ.. 227-28).

Το κατά πόσον η πλήρης «κοινωνικοποίηση» (δηλαδή, έλεγχος από τη CNT) των κολλεκτιβοποιημένων εργοστασίων και επιχειρήσεων θα είχε περιορίσει την άκρως συγκεντρωτική, και παρ΄όλα αυτά συνδικαλιστική, οικονομική τάση στο εσωτερικό της CNT, είναι συζητήσιμο. Σε περιπτώσεις όπου η CNT πράγματι πετυχε το συνδικαλιστικό έλεγχο, «το σωματείο έγινε σαν μια μεγάλη επιχείρηση», σημειώνει ο Fraser στο αξιοσημείωτο Blood Of Spain: An Oral History of the Spanish Civil War. «Η δομή του έγινε όλο και περισσότερο άκαμπτη», παρατηρεί ο Eduardo Pons Prades, μέλος του Libertarian Youth. «Εξωτερικά άρχισε να μοιάζει με μια αμερικανική ή γερμανική επιχείρηση», και στη συνέχεια δηλώνει πως στο εσωτερικό των κολλεκτιβων (ιδιαίτερα σε αυτές του ξύλου και του επίπλου), οι εργάτες ένιωθαν πως δεν εμπλέκονταν ιδιαίτερα στη λήψη αποφάσεων. Αν το «γενικό επιτελείο» αποφάσιζε πως η παραγωγή σε δύο εργαστήρια θα πρέπει να αλλάξει, οι εργαζόμενοι δεν πληροφορούνταν για τις αιτίες αυτής της επιλογής. Η έλλειψη πληροφόρησης – η οποία θα μπορούσε εύκολα να αποφευχθεί με την έκδοση ενός φύλλου ειδήσεων π.χ – εξέθρεψε δυσαρέσκεια, ειδικά καθώς η παράδοση της CNT ήταν η συζήτηση και η εξέταση των πάντων. Οι δεκαπενθήμερες συναντήσεις των αντιπροσώπων έγιναν μηνιαίες και κατέληξαν, νομίζω, τριμηνιαίες[4] (Pons Prado στο Fraser, 1979, pp. 222-23)

Το ότι οι Ισπανοί εργάτες και αγρότες στα μέσα της δεκαετίας του τριάντα πραγματοποίησαν κοινωνικές αλλαγές και κινήθηκαν προς ένα είδος βιομηχανικής και γεωργικής δημοκρατίας χωρίς προηγούμενο στην ιστορία των προηγούμενων επαναστάσεων – αυτό, πρέπει να το τονίσω, σε μια εποχή που η νομιμοποίηση του «προλεταριακού σοσιαλισμού» φαίνονταν να δικαιολογείται από έναν αιώνα ανόδου της μαχητικότητας της εργατικής τάξης και της ταξικής συνείδησης ​​- δε μεταβάλλει τα προβλήματα που δημιουργούνται από την προοπτική μιας μελλοντικής κοινωνίας δομημένης γύρω από συνδικάτα και ένα πολύ συγκεκριμένο ταξικό συμφέρον. Βέβαια, το να κάνουμε τον αναρχοσυνδικαλισμό ισοδύναμο με τον αναρχισμό χωράει έντονη αμφισβήτηση. Πράγματι, δεν είναι καθόλου «απλά ιστορικού ενδιαφέροντος» το να ερωτηθεί αν μια τάση στην αναρχική παράδοση είναι ζωντανή ή νεκρή – ένα πρόβλημα το οποίο κάποιος συμπαθής των συνδικαλιστικών εκδοχών του αναρχισμού αντιμετωπίζει ιδιαίτερα σήμερα, βλέποντας το πραγματιστικό χαρακτήρα του δόγματος και του γενικότερου προσανατολισμού του. Κι αν δεν είναι ζωντανός ο αναρχοσυνδικαλισμός ανάμεσα στους προλετάριους, θα πρέπει να αναρωτηθούμε το γιατί. Διότι όταν εξετάζουμε τις δυνατότητες, τις αδυναμίες, και την ιστορία του αναρχοσυνδικαλισμού, εξετάζουμε το πώς ορίζουμε τον ίδιο τον αναρχισμό: αν τα ιδανικά του μπορεί να βασίζονται στα συμφέροντα ενός πολύ συγκεκριμένου κομματιού της κοινωνίας, που σε μεγάλο βαθμό καθοδηγείται από περιορισμένα οικονομικά συμφέροντα (ένα πρόβλημα που ο Μαλατέστα αντιλήφθηκε ξεκάθαρα) ή για έναν ηθικό σοσιαλισμό ή κομμουνισμό, που ναι μεν περιλαμβάνει, αλλά πηγαίνει πέρα από τα υλικά συμφέροντα της καταπιεσμένης ανθρωπότητας. Αν δε μπορούμε να θεωρήσουμε τον αναρχο-συνδικαλισμό βιώσιμο, πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε τι, από την υπάρχουσα κοινωνία, προσφέρει κάποια διέξοδο για μια ελεύθερη κοινότητα συνεργαζόμενων ανθρώπων που συνεχίζουν να διατηρούν την αυτονομία και την ατομικότητα τους σ’έναν αυξανόμενα μαζικοποιημένο κόσμο.

Σημειώσεις

1. Ο συντάκτης, Sam Dolgoff, παρενέβη σε αυτό το κομμάτι με τις δικές του ερμηνείες, τις οποίες έχω παραλείψει εδώ. Η προτίμηση του Dolgoff για τον συνδικαλισμό πολύ συχνά φαίνεται να χρωματίζει τις ερμηνείες που κάνει στα γραπτά του Μπακούνιν.

2. «Το προλεταριάτο μπορεί και πρέπει να λυτρωθεί γιατί πρακτικά έχει ολοκληρωθεί στο μορφωμένο τμήμα του η αφαίρεση από κάθε ανθρωπιά, ακόμη και η ψευδαίσθηση κάθε ανθρωπιάς. Διότι στους όρους της ζωής του συνοψίζονται στην πιο απάνθρωπη αποκορύφωσή τους όλοι οι όροι ζωής της σημερινής κοινωνίας. Διότι ο άνθρωπος χάνει τον εαυτό του, αλλά για να κερδίσει ταυτόχρονα όχι μόνο την θεωρητική συνείδηση αυτής της απώλειας, αλλά την πρακτική έκφραση της αναγκαιότητας, η οποία δεν αποτρέπει πια και δεν εξωραΐζει αυτήν την επιτακτική ανάγκη να εξεγερθεί εναντίον αυτής της ανθρωπιάς. Όμως δεν μπορεί να λυτρωθεί δίχως να καταργήσει τους όρους της ύπαρξής του». (Karl Marx and Friedrich Engels, The Holy Family [Moscow: Progress Publisher, 1956, σ.47]). Ένας τόμος θα μπορούσε να γραφτεί για τη βάση, τη φύση, και τις προβλέψεις του Μαρξ και του Ένγκελς σε αυτό το σημείο. Εμπνέει ουσιαστικά τις αναρχοσυνδικαλιστικές θέσεις για την ηγεμονία του προλεταριάτου, αλλά με μεγαλύτερη πολυπλοκότητα.

3. Αξίζει να σημειωθεί πως η σύγχρονη αναρχοσυνδικαλίστρια δημοσιογράφος, Ulrike Heider, απορρίπτει το Μαλατέστα ως έναν απλώς «ουτοπιστή» και κατακρίνει τον Vernon Richards απλώς για τη συμμετοχή του σε μια διαμάχη με τον Sam Dolgoff, για τον οποίο, μάλλον θερμά χρησιμοποιεί το παρατσούκλι «ο τελευταίος αναρχικός». Αυτή η αλαζονική βλακεία, υποθέτω, θα πρέπει να ξεκαθαρίσει το μέλλον του αναρχισμού για τα καλά, τώρα που ο Dolgoff δεν είναι πια μαζί μας, κάτι που δίνει μία εικόνα για το δογματισμό ενός τουλάχιστον αναρχο-συνδικαλιστή. Παρά τις μεταλλάξεις Dolgoff απ’τον αναρχο-συνδικαλισμό στον «ελεύθερο σοσιαλισμό» στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και στη συνέχεια πάλι πίσω στο αναρχοσυνδικαλισμό μετά την επανεμφάνιση της CNT στη δεκαετία του 1970, ο ίδιος φαίνεται να ηταν μέντορας της Heider. Δείτε το βιβλίο της Die narren der Freiheit (Βερολίνο: Karin Kramer Verlag, 1992)

4. Ο Eduardo Pons Prado, ας το σημειώσουμε ,επίσης ξεχωρίζει στην εξαιρετική σειρά των Granada Films με τίτλο «Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος», που περιέχει αυθεντικές συνεντεύξεις με ηγετικές φυσιογνωμίες και απλούς συμμετέχοντες στη σύγκρουση.

Στο δεύτερο μέρος του άρθρου, που θα δημοσιευτεί τις επόμενες ημέρες, ακολουθεί η ενότητα «Εργάτες και Πολίτες», καθώς και οι πηγές/αναφορές του κειμένου.

Οι βοηθητικοί σύνδεσμοι έχουν προστεθεί απ’ την ομάδα μετάφρασης. To κείμενο, με τίτλο «The Ghost of Anarcho-Syndicalism», δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1993 στο πρώτο τεύχος του Anarchist Studies. Mπορείτε να το διαβάσετε στα αγγλικά, εδώ

Μπορείτε να διαβάσετε το δεύτερο μέρος του κειμένου, εδώ