Menu

EAGAINST.com

Ηλίας Πετρόπουλος – Η ονοματοθεσία οδών και πόλεων

«Στις δημοτικές εκλογές του 1957 (επί δικτατορίας Καραμανλή) η ΕΔΑ κατάφερε να αποσπάσει την Θεσσαλονίκη, παίρνοντας είκοσι-εφτά έδρες στο δημοτικό συμβούλιο και αφήνοντας στην Δεξιά μόνον τέσσερις έδρες. Παρακολούθησα, ενεργώς, την ευέλικτη τακτική των τοπικών αριστερών, που, επί δημαρχίας των, κατόρθωσαν να κερδίσουν αρκετά πράματα, γιατί η μάχη (παρά την συντριπτική πλειοψηφία της ΕΔΑ) δεν ήταν διόλου εύκολη, αφού η Νομαρχία Θεσσαλονίκης και το φασιστικό Κράτος αντιδρούσαν συνεχώς – π.χ. ο εκεί νομάρχης, ο πεισματάρης στρατηγός Καραμπότσος, απαιτούσε πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων ακόμη και για τους οδοκαθαριστές που προσλάμβανε ο Δήμος και που, εννοείται, ήσανε αριστεροί.

Τότε ανέκυψε και το σκάνδαλο της μετονομασίας της Πλατείας Ιωάννου Μεταξά (πρόκειται για το γνωστό Βαρδάρι), που, παλιότερα, έφερε το επίσημο όνομα Πύλη Αξιού. Το δημοτικό συμβούλιο, με μια μετριοπαθή απόφαση, βάφτισε το κακόφημο Βαρδάρι, Πλατεία Αλεξάνδρου Σβώλου. Η Δεξιά φρύαξε. Επακολούθησαν άγριοι καβγάδες. Στο τέλος, εδόθη, σαν συμβιβαστική λύση, η φόρμουλα Πλατεία Ομονοίας. Είναι η εποχή που, για πρώτη φορά, συνειδητοποίησα την τεράστια σημασία που είχε το θέμα της ονοματοθεσίας των οδών και πλατειών.

Φυσικά, οι μετονομασίες των οδών και πλατειών ανάγονται στο γενικότερο θέμα των μετονομασιών των τοπονυμίων, που μέσα σε λίγες δεκαετίες άλλαξαν ριζικά (και επί το εθνικώτερον) το πρόσωπο της χώρας μας. Οι σχετικές επιτροπές, με καθοδηγητή τον αρχιπατριώτη Νικόλαο Πολίτη, εξαφάνισαν δια παντός τα σλαβικά και τούρκικα και αρβανίτικα ονόματα των χωριών και των πόλεων και των βουνών και των ποταμών της Ελλάδας, σκορπίζοντας εδώ-εκεί νέα ονόματα τελείως αρχαιοπρεπή και ηλίθια. Έτσι, η Βοστίτζα έγινε Αίγιον, το Γιδά βαφτίστηκε Αλεξάνδρεια και τα ποτάμια Βαρδάρης και Μαρίτζα απόχτησαν αντιστοίχως τα ονόματα Αξιός και Έβρος. Η προγονοπληξία ήταν (και είναι) τόσο μεγάλη, που ακόμη και η Καλαμάτα έλαβε το αρχαίο όνομα Καλάμαι. Όταν αποκαλύφθηκε ότι αι αρχαίαι Καλάμαι δεν είχαν καμιά τοπογραφική σχέση με την Καλαμάτα, το Κράτος μας ξαναγύρισε στα κλασμένα μαρούλια – δηλαδή, στο δοκιμασμένο λαϊκό όνομα Καλαμάτα. Οι επιτροπές μετονομασίας των τοπονυμίων εξακολουθούν να υφίστανται. Μάλιστα, επί Χούντας, ανέπτυξαν ιδιαίτερη δραστηριότητα. […]

Στο πρώτο κεφάλαιο αυτής της μελέτης θα εξετάσω την ονοματοθεσία των οδών και πλατειών της Μείζονος Αθήνας, ενώ το αντικείμενο του δευτέρου κεφαλαίου είναι η Μείζων Θεσσαλονίκη.[…]»

Ηλίας Πετρόπουλος – Ο τούρκικος καφές εν ελλάδι

41f9-thumb-large

Σε αυτό το βιβλίο μην περιμένεις να διαβάσεις την ιστορία του τούρκικου καφέ. Οι παραδόσεις για την ανακάλυψη του τούρκικου καφέ, οι αγώνες για την ελεύθερη επικράτηση του και η εξέλιξη του μέχρι τις σύγχρονες ευρωπαϊκές ποικιλίες του – όλα αυτά, τέλος πάντων – είναι δεόντως καταγραμμένα, χρυσοίς γράμμασιν, στα σχετικά εγχειρίδια, αλλά και στις εγκυκλοπαίδειες.

Οι τούρκοι, όπου δέον να θεωρούνται πατεράδες των νεοελλήνων, μεταξύ άλλων αγαθών και δεινών πού μας εκληροδότησαν είναι και ο καφές· ο περίφημος τούρκικος καφές. Εν αρχή οι λέξεις καφές / καφενές / καφετζής / ταμπής / γεντέκι / μπρίκι / φλιτζάνι / ντελβές / καβουρντιστήρι / καϊμάκι / τσεσβές / θεριακλής κτλ. -σχεδόν όλες τούρκικης προελεύσεως. Η λέξη καφές [μάλλον συγκερασμός του γαλικού cafe, του ιταλικού caffe, των νεοελληνικών καβές <γκαιβές<καχβές (<τουρκικό kahve}] κυριαρχεί. Η γαλλική λέξη cafe, το 1611, είχε τη μορφή cahoa (<αραβικό kahwa πού δηλώνει το αφέψημα του καφέ, κι όχι τους σπόρους). Ο τύπος γκαϊβές επιζεί στο θέατρο σκιών. Επίσης, συχνά χρησιμοποιούμε τον τύπο γκαϊβές με σκωπτική διάθεση. Ο Καμπούρογλου διασώζει τον ενδιάμεσο (;) τύπο καβές. Η λέξη καφές διαθέτει το υποκοριστικό καφεδάκι και το μεγεθυντικό καφεδούκλα (= εξαιρετικός καφές). Συναντάμε την λέξη καφές και σαν συνθετικό· λογουχάρη στις σύνθετες λέξεις καφεπότηρα, καφέμπρικο, καφεκούτι.

Ηλίας Πετρόπουλος – ο Κουραδοκόφτης

Ο Ηλίας Πετρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1973. Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό, πολέμιος των ακαδημαϊκών και του κατεστημένου, ο Πετρόπουλος ήταν ο πρώτος λαογράφος στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το περιθώριο και κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του. Έζησε από κοντά ρεμπέτες, αλήτες, μάγκες, πόρνες και ομοφυλόφιλους, φυλακισμένους και καταδιωκόμενους, που έγιναν οι ήρωες των βιβλίων του. Ακάματος συγγραφέας και ερευνητής έγραφε μέχρι το 2003 που πέθανε από καρκίνο. Σύμφωνα με τη διαθήκη του, το πτώμα του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του πετάχτηκαν στον υπόνομο.

Ο Πετρόπουλος λογοκρίθηκε και καταδικάστηκε τέσσερις φορές από τα ελληνικά δικαστήρια για τον αναρχικό χαρακτήρα των γραπτών του. Για το βιβλίο του Τα ρεμπέτικα τραγούδια, που δεν έφερε σφραγίδα λογοκρισίας, η χούντα τον καταδίκασε σε πεντάμηνη φυλάκιση το 1968, όπως και για τα Καλιαρντά το 1972 και για το κείμενό του Σώμα, που δημοσίευσε στο περιοδικό Τραμ. Το 1972 διεκδίκησε και πέτυχε να αποκτήσει αστυνομική ταυτότητα η οποία ανέγραφε στο θρήσκευμα «άθεος». Μέχρι το 1998 -δηλαδή για πάνω από 25 χρόνια και μέχρι τα 70 του- εκκρεμούσε εναντίον του καταδίκη σε φυλάκιση για προσβολή της θρησκείας. Κουρασμένος από το κυνηγητό και απογοητευμένος, μετακόμισε στο Παρίσι το 1975, από όπου συνέχισε ασταμάτητα να γράφει βιβλία για την Ελλάδα.

Ηλίας Πετρόπουλος – Η εθνική φασουλάδα

Με τη γνωστή του απέχθεια για τη σοβαροφάνεια, πάντα ανήσυχος, με χιούμορ και χωρίς να φείδεται τις αιχμές, αυτός ο εικονοκλάστης λαογράφος δοκιμιογράφος (αλλά και λεξικογράφος και φωτογράφος και συλλέκτης και ποιητής) κάνει μια ανατομία αυτού του ελληνικού φαγητού. Είναι μια «απαράδεκτη προχειρολογία» να το αποκαλούμε το «φαι της φτωχολογιάς» λέει ο Πετρόπουλος. «Στην πραγματικότητα, τα φασόλια ήσανε χωρισμένα βάση μιας καθαρώς ταξικής ιεραρχίας». Ο Πετρόπουλος ξεκινά από την διασπορά της λέξης «φασσόλι», περνά στις παροιμίες, στα γνωμικά, τα λαικά τραγουδάκια, τα έθιμα της Αποκριάς που βασίζονται στα φασόλια, μέχρι και στα καταπλάσματα και φθάνει στην αιχμή: «Οι Ελληνες λαογράφοι απεχθάνονται την φασουλάδα. Οι Ελληνες λεξικογράφοι περιφρονούν την φασουλάδα. «Στη χώρα μας, μεταξύ άλλων, απεβίωσε και η ελληνική κουζίνα» γράφει κάπου αλλού. Και στέκεται στον Νίκο Καρόυζο που αγαπούσε την καυτή φασουλάδα.

Ο αναρχικός Ηλίας Πετρόπουλος για τον κομμουνιστή Λάκη Σάντα

Tο παρακάτω κείμενο του  συγγραφέα Ηλία Πετρόπουλου γράφτηκε ο Παρίσι στις 20-4-1993. Δημοσιεύτηκε, μαζί με την αφήγηση του Λάκη Σάντα, στην  εφημερίδα  Ελευθεροτυπία στις 31-5-1993 . Ακολουθεί το πρωτότυπο (πολυτονικό) κείμενο.

O  Ἐθνικὸς  Ήρωας Λάκης Σάντας
Του Ηλία Πετρόπουλου

Γράφω μὲ δέος γιὰ τὸν Σάντα.

Κάθε φορά πού μὲ ἐπισκέπτεται ἕνας ἄγνωστός μου φοιτητής, τὸν ρωτάω ἂν ξέρει τὸν Λάκη Σάντα. Ἡ ἀπάντηση εἶναι πάντα ἀρνητική.

Ἡ ἔλλειψη ἱστορικῆς μνήμης, πού τόσο χαρακτηρίζει τὸν νεοέλληνα, ἀποδεικνύει ὅτι ὁ λαὸς μας πῆρε τὸ κακὸ μονοπάτι. Ὁ Σάντας, μαζὶ μὲ τὸν Γλέζο, ἐπιτέλεσαν μίαν ἐθνικὴ ἡρωϊκὴ πράξη. Καὶ πιὸ συγκεκριμένα, ὁ Σάντας καὶ ὁ Γλέζος εἶναι οἱ πρῶτοι ἀγωνιστές, πού ξεκίνησαν τὴν Ἀντίσταση κατὰ τῶν χιτλερικῶν, ἀνὰ τὴν Εὐρώπη.

Αὐτὸ ἔγινε τὴν νύχτα 30/31 Μαῒου 1941 — δηλαδή, τότε ἀκριβῶς πού ἔπεσε καὶ ἡ Κρήτη στὰ νύχια τῆς Βέρμαχτ. Ἡ ἱστορικὴ στιγμὴ ἦταν τόσον εὐνοϊκὴ γιὰ τὴν νατσιστικὴ Γερμανία, ὥστε τὸ κουράγιο (ἤ, μᾶλλον, τὸ θράσος) τῶν δύο πατριωτῶν μοῦ προξενοῦσε ἀνέκαθεν ἕναν ἱερὸ σεβασμό. Δὲν προτίθεμαι νὰ περιγράψω τὸ γεγονός. Ἁπλῶς, θέλησα νὰ πῶ δυὸ ἐγκάρδιες φράσεις γιὰ τὸν Ἐθνικὸ Ἥρωα Λάκη Σάντα, πού συμβαίνει νὰ εἶναι καὶ ἀγαπημένος μου φίλος. Γνωρίζω, βέβαια, καὶ τὸν Μανόλη Γλέζο ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Χούντας, ὅποτε πέρναγα συχνὰ ἀπὸ τὸ βιβλιοπωλεῖο του (— ἐκεῖ, μάλιστα, συνάντησα μιὰ φορὰ καὶ τὸν Παρτσαλίδη). Ὡστόσο, σήμερα τὸ θέμα μου εἶναι ὁ Σάντας.

Πάντα μου ἐπιθυμοῦσα νὰ γνωρίσω τὸν Σάντα, ἄλλα τὸ ὄνειρο αὐτὸ δὲ γινότανε νὰ πραγματοποιηθεῖ γιατί ὁ Σάντας εἶχε καταφύγει, τὸ 1951, στὸν Καναδά, ὅπου ἔμεινε δώδεκα χρόνια. Τελικῶς, πρὶν εἴκοσι χρόνια, πέσαμε στὴν ἴδια φυλακὴ μὲ τὸν Σάντα. Κι ἐκεῖ φούντωσε ἡ ἔντονη φιλία μας. Ἀπ’ ὅ,τι θυμᾶμαι, ἡ ἰδιόρρυθμη αὐτὴ φιλία — ἀνάμεσα σ’ ἕναν ἀναρχικὸ κι ἕναν κομουνιστὴ — παραξένευε ἰδιαιτέρως τοὺς ἄλλους πολιτικοὺς κρατουμένους. Ὅμως, ὁ Σάντας εἶναι ἕνας ἄντρας πού δὲν κωλώνει μπροστὰ σὲ τέτοιες λεπτομέρειες…

Γράφω μὲ ἀγάπη γιὰ τὸν Σάντα.

Λατρεύω τὶς ἀφηγήσεις. Ὁ Λάκης Σάντας εἶναι γεννημένος ἀφηγητής. Γιὰ νὰ εἶσαι σπουδαῖος ἀφηγητὴς πρέπει νάχεις βιώματα καὶ ἐμπειρίες. Ὁ Σάντας ἔζησε μιὰ ζωὴ γεμάτη. Γι’ αυτὸ καὶ μὲ γοήτευε μὲ τὶς ἀφηγήσεις του. Περάσαμε μέρες καὶ μέρες, κλεισμένοι στὸ κελί μου, αὐτὸς μιλώντας κι ἐγώ ἀκούγοντας. Ὁ Λάκης μιλάει μὲ πάθος, γιατί εἶναι φλογερὸς ἄνθρωπος, γιατί εἶναι αὐθόρμητος καὶ τζόρας.

Μοῦ διηγήθηκε ἀξέχαστες ἱστορίες: ἄλλοτε γιὰ τὸ πῶς πέρασε μὲ καΐκι ὁ Ἄρης

Ὁ Λάκης Σάντας στήν Ἄμφισσα ξεκινώντας με το ἄλογο του για το Λιδωρίκι. Εἶναι Χριστούγεννα τοῦ 1943. Οἱ Γερμανοί ἔχουν ἀρχίσει στήν περιοχή ἐκκαθαριστικές ἐπιχειρήσεις

Βελουχιώτης ἀπὸ τὸ Γαλαξίδι στὸν Μοριὰ (μετὰ ἀπὸ γενναία οὐζοποσία) καὶ ἄλλοτε πώς ὁ ἴδιος ὁ Σάντας μαζὶ μὲ τὸν Φλωράκη ἔμειναν κρυμένοι, τρεῖς μέρες, σὲ μιὰ τρύπα γιὰ νὰ σωθοῦν ἀπὸ τοὺς φασίστες. Ὅλα ὅσα μοῦ εἶπε ὁ Λάκης εἶναι χαραγμένα στὴ μνήμη μου. Καί, προπάντων, ἡ ἀφήγηση τῆς ἱστορίας μὲ τὴν χιτλερικὴ σημαία τῆς Ἀκρόπολης. Ὁμολογῶ ὅτι θάθελα πολὺ νὰ ξανακούσω τὸν Λάκη, νὰ μοῦ ἀφηγεῖται ἐκεῖνες τὶς ἱστορίες πού συνταράξανε τὴ γενιά μας.

Γράφω γιὰ νὰ τιμήσω τὸν Σάντα.

Τὴν ἐποχὴ πού ὁ Λάκης Σάντας καὶ ὁ Μανόλης Γλέζος κατέβαζαν τὴν σημαία μὲ τὴν σβάστικα δὲν ἀνῆκαν στὸ Ε.Α.Μ. Ἡ ἔνταξή τους στὴν Ἀντίσταση ἔγινε τὸ 1942. Ὡστόσο, φαίνεται ὅτι ἤδη ἤσανε ἀριστεροί. Τυπικά, ἡ ἔννοια τῆς Ἀριστερᾶς ἀνάγεται στὴν Γαλλικὴ Ἐπανάσταση. Ἀλλά, ἡ Ἀριστερὰ καὶ ὁ Ἀναρχισμὸς εἶναι πανάρχαιες ἔννοιες. Βλέποντας τὰ πράγματα κάτω ἀπὸ μιὰ πλατύτερη ὀπτική, μπορεῖς νὰ πεῖς ἀνέτως ὅτι οἱ ἰνδοὶ φακίρηδες ἤ ἐρημίτες ὁρισμένων ἀποχρώσεων, οἱ κυνικοὶ φιλόσοφοι, οἱ ἄραβες καὶ ὀθωμανοί ντερβίσηδες πού προέρχονταν ἀπὸ κάποιες σέκτες κτλ. ἐκφράζανε μίαν ἰδεολογία διαμαρτυρίας, δηλαδή, μίαν ἀριστερή, ἤ καὶ ἀναρχική, κοσμοθεωρία. Τιμώντας τὸν Σάντα, θέλω νὰ τιμήσω τὴν Ἀντίσταση, τὴν Ἀριστερά, τὴν αἰώνια Ἀριστερά. Σήμερα στὴν χώρα μας, ὅπου τὰ κουρέλια τῆς Νέας Ὀρθοδοξίας, ὅπου οἱ καραγκιόζηδες τοῦ ρατσιστικοῦ ἐθνικισμοῦ, ὅπου οἱ κωλογλεῖφτες τῆς Δεξιᾶς, προσπαθοῦν νὰ δημιουργήσουν ἕνα κλῖμα χαοτικῆς μισαλλοδοξίας, ἡ Ἀριστερὰ παραμένει στὸ ρεῖθρο τῆς πολιτικῆς ζωῆς καὶ — παίρνοντας μίαν ἀνάσα — προετοιμάζει τὴν ἀνασυγκρότησή της. Στὸ πλαίσιο τῆς μπουρζουάδικης δῆθεν-Δημοκρατίας στεκόμαστε ὅλοι μας (μαζὶ καὶ ὁ Σάντας), φαινομενικῶς σαστισμένοι, καὶ περιμένουμε νὰ ξεδιαλύνει ὁ κουρνιαχτὸς πού σηκώθηκε ἀπὸ τὸ γκρέμισμα τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης, πού μὲ ἐπιμονὴ εἶχε προβλέψει ὁ Καστοριάδης. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴ θολούρα ὁ Σάντας παρέμεινε ἁγνός, μὴ ὑποκύπτοντας μήτε στὴν ὅποια πολιτικὴ μόδα, μήτε στὰ δολώματα τοῦ ψευτο-ἀριστεροῦ ΠΑΣΟΚ.

Παρίσι 1993.

Αναδημοσίευση από: The Insider