Menu

EAGAINST.com

Ο παραλογισμός των προεκλογικών μαχών

Γιώργος Κουτσαντώνης (αναρτήθηκε επίσης στο: Art Version)

Από την κρίση του 1929, τα χρόνια του μεσοπολέμου και την, ιστορικά αποκαλυπτική, ομολογία του Ελ. Βενιζέλου: «Αυτά τα ελέγαμε χθές, ήσαν διά να έλθωμεν εις την εξουσίαν. Αυτά τα οποία λέγομεν σήμερον είναι διά να μείνωμεν εις την εξουσίαν», η εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με το τί άλλαξε μέχρι σήμερα, σε πολιτικό επίπεδο, είναι ένα σύνθετο και ασφαλώς δύσκολο -αν όχι ακατόρθωτο- εγχείρημα.

Αν και δεν υπάρχει (ιστορικά καταγεγραμμένος) λόγος να θεωρήσουμε ότι υπήρξε ποτέ κάποια περίοδος παραδειγματικής λειτουργίας των θεσμών, ωστόσο ένα ασφαλές συμπέρασμα είναι, πως η περίοδος εκείνη του μεσοπολέμου αποτέλεσε ένα κομβικό σημείο για την μετεξέλιξη της πολιτικής επικοινωνίας. Κατά πάσα πιθανότητα η σημερινή ποιότητα των προεκλογικών αντιπαραθέσεων, είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που ξεκίνησε εκατό χρόνια πριν. Οι προεκλογικοί κομματικοί αγώνες, εξελίχθηκαν σταδιακά σε ένα παράλογο υπερθέαμα αποθέωσης της υποκρισίας και των σκοπιμοτήτων. Σήμερα εν αναμονή των βουλευτικών εκλογών της 25ης Ιανουαρίου 2015, στήνεται μια πανελλήνια αγορά μικρών και μεγάλων συναλλαγών και συμφερόντων.

Ο Έλληνας ψηφοφόρος θα διανύσει μερικές προβληματισμένες εβδομάδες με την (ομολογουμένως φθίνουσα) ψευδαίσθηση ότι θα εκφράσει την ελεύθερη βούλησή του για τη μελλοντική διακυβέρνηση. Θα κληθεί να εκλέξει παλιούς ή νέους πολιτικούς, πάντα περιχαρακωμένους στον εναλλασσόμενο κομματικό τους περίβολο. Τα κόμματα έχουν άλλωστε, εδώ και χρόνια, εγκαταστήσει και/ή προσπαθούν να εδραιώσουν-ενδυναμώσουν ένα πελατειακό σύστημα με άξονα οικονομικούς μεγαλοπαράγοντες, την κεντρική διοίκηση και την τοπική αυτοδιοίκηση. Μέσω αυτού του συστήματος, συντίθεται μια γενικευμένη εικόνα διεφθαρμένης κοινωνίας, την οποία κάποιοι αφελώς θεωρούν ή δολίως προσπαθούν να παρουσιάσουν (ΜΜΕ, πολιτικοί, οικονομικοί παράγοντες, κλπ.) ως πραγματική και αντιπροσωπευτική. Αντιθέτως, αυτή είναι μια παράλογη, μη αντιπροσωπευτική, μειοψηφική, στρεβλή και προσβλητική, για την ίδια την κοινωνία, εικόνα.

Ίσως ο ψηφοφόρος να περιμένει -για μια ακόμη, πιθανόν ύστατη φορά- από τους πολιτικούς αντιπροσώπους του, να σεβαστούν τις απόψεις και τους στόχους του (που όμως δεν τους ξέρουν), να τιμήσουν ή να διαπραγματευτούν τις θυσίες του (που όμως δεν τις έχουν βιώσει), να χρονιστούν και να συντονιστούν, εν τέλει, με τον παλμό ενός λαού (που κατά βάση τους είναι άγνωστος). Ακόμη και τα λεγόμενα μέτρα ανακούφισης, για τις δοκιμαζόμενες και ευπαθείς ομάδες της κοινωνίας, είναι αδύνατο να αποφασιστούν αλλά και να καθοριστούν μέσα από το παραπάνω χυδαίο σύστημα πελατείας και άγνοιας.

Ούτως ή άλλως ο πολίτης, με την αποδοχή αυτού του παραλογισμού, στερείται της ελευθερίας του, καθώς και της δυνατότητας να ορίσει (και επομένως να αξιολογήσει) αυτόνομα τις απόψεις, τους στόχους και τις θυσίες του (συμπεριλαμβανομένων των παραγόντων και των προσωπικών ευθυνών που τον οδήγησαν σε αυτές). Κατά συνέπεια, παραμένει δέσμιος αυτού του ασυνάρτητου μηχανισμού που τον ετεροκαθορίζει, τον χειρίζεται και να τον καθοδηγεί στο εκλέγειν.

Το αποτέλεσμα είναι να παρακολουθούμε -αυτό που αποφασίζεται για τον καθένα μας και ταυτοχρόνως για όλους τους άλλους- σαν μεταφυσικοί παρατηρητές ενός παραδόξου που έχει οδηγήσει σε μια ατελέσφορη συγκρουσιακή σύγχυση, ανάμεσα στο ατομικό- μειοψηφικό και στο συλλογικό συμφέρον.

Σε ό,τι αφορά στο συλλογικό συμφέρον, αξίζει κανείς να αναλογιστεί πως το τεράστιο δημόσιο χρέος είναι, ουσιωδώς, το αποτέλεσμα μιας πολιτικής σε πλήρη αντίθεση με την συλλογική βούληση. Ειδικά και κυρίως σε αντίθεση με τη βούληση των νεότερων γενιών, στους ώμους των οποίων αδίκως μεταφορτώνεται αυτό το υπέρογκο χρεωστικό βάρος.

Η συσσώρευση τεράστιων ποσών δημόσιου χρέους λειτουργεί και είναι στην πραγματικότητα στενά συνδεδεμένη με τις -όλο και πιο παγκοσμιοποιημένες- στρατηγικές επιλογές των πολιτικών κομμάτων. Αρκεί μια προσεκτική παρατήρηση, για να αντιληφθεί κανείς πως όσο μεγαλύτερη είναι η πόλωση μεταξύ των διαφόρων κομμάτων (συνασπισμών και μη), τόσο μεγαλύτερη είναι η τάση για αύξηση του χρέους. Αντίστοιχα όσο μικρότερη είναι η διάρκεια της μέσης θητείας μιας κυβέρνησης, τόση μεγαλύτερη η τάση της να δανειστεί. Και ασφαλώς όσο πιο πιθανό είναι μια κυβέρνηση να χάσει τις επόμενες εκλογές, τόσο μεγαλύτερη είναι η ροπή της να αυξήσει το χρέος.

Στα πλαίσια της προεκλογικής ψηφοθηρίας, έχει ήδη αρχίσει να τίθεται σε εφαρμογή ο πολλάκις δοκιμασμένος και άκρως αποδοτικός μηχανισμός της κομματικής μάχης. Έτσι όταν χρειαστεί θα κατασκευαστεί η λογική του συνενώνω και διαιρώ ταυτόχρονα τους πολίτες χρησιμοποιώντας και/ή δημιουργώντας στοιχεία όπως η μαζική κουλτούρα και η οπαδοποίηση. Σαφέστατα μέσα από τον διάχυτο λαϊκισμό, το συσχετισμό δυνάμεων και τις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις (με κυρίαρχη την αποφυγή των απαντήσεων) είναι -εάν όχι αδύνατο- εξαιρετικά δύσκολο να εκφραστούν συλλογικά ωφέλιμες και ορθολογικές θέσεις. Πολύ περισσότερο οδηγεί σε έναν γενικό αποπροσανατολισμό και παθητικοποίηση του κοινού, με απώτερη συνέπεια την αποπολιτικοποίησή του (που είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για τη διαιώνιση του ίδιου του μηχανισμού). Στην πραγματικότητα, ο αγωνιώδης στόχος αυτής της σύγκρουσης μερικών εκατοντάδων επαγγελματιών πολιτικών και των συνεργατών τους, δεν είναι παρά η διατήρηση (κατάληψη- ανακατάληψη) της εξουσίας, με τα οικονομικά και άλλα προνόμια που τη συνοδεύουν.

Τα κομματικά επιτελεία θα δώσουν τιμή εκκίνησης και στη συνέχεια τιμή πώλησης του εμπορικού προϊόντος που ονομάζουν πολιτική. Δεν θα διστάσουν να ευτελίσουν μια ιδέα ή ένα όραμα. Θα καθορίσουν το κόστος αγαθών (κοινωνικών, πολιτικών και ανθρωπιστικών) των οποίων η αξία είναι ανεκτίμητη. Ως διαφημιστικές επιχειρήσεις με στόχο τον ψηφοφόρο-καταναλωτή, θα ζητήσουν πίστη από τον πολίτη ώστε να απολαύουν της συγκατάθεσής του.

Θα επιμείνουν στην μέθοδο της ύβρεως και της υποτίμησης, εκβιάζοντας, τρομοκρατώντας, κινδυνολογώντας. Θα παραπλανήσουν, θα ωραιοποιήσουν, θα κολακέψουν, θα μεταθέσουν στο άγνωστο μέλλον τις λύσεις. Θα θεσμοθετήσουν και θα νομιμοποιήσουν ξανά την υποκρισία, την συγκάλυψη και την προγραμματική ασυνέπεια. Κατ’ ουσία η τελική επιλογή θα γίνει από τα οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα (εγχώρια και μη), από τους κομματικούς μηχανισμούς, και βεβαίως από τα διεφθαρμένα ΜΜΕ. Συνεπώς για το εδραιωμένο σύστημα εξουσίας και κυρίως για τους λίγους κερδισμένους, η πολυπόθητη σταθερότητα του αμετάβλητου θα επικρατήσει για μια ακόμη φορά, στηριζόμενη σε εναλλασσόμενες μνημονιακές και αντιμνημονιακές ρητορείες.

Ασφαλώς, καθένας μας δεν μπορεί παρά να παρακολουθεί και οφείλει να δείχνει καλή προαίρεση, ειλικρινές ενδιαφέρον μαζί με δυναμική ετοιμότητα για καθετί νέο (εγχώριο ή εξωχώριο) -από οποιονδήποτε σχηματισμό- το οποίο γεννά την προσδοκία, ότι θα μπορούσε να αποτελέσει ένα βήμα -έστω και δειλής ριζοσπαστικότητας- προς το αίτημα των πολιτών για περισσότερη άμεση συμμετοχή στην εξουσία, δίχως εκπτωτικές λογικές, που καταλήγουν ξανά στην εύκολη κατάληψη της εξουσίας από αριθμητικά ελάχιστους (νεοεμφανιζόμενους και μη). Όπως εξάλλου μας θυμίζει ο Κορνήλιος Καστοριάδης…

«Η συγκρότηση ενός λαού σε πολιτική κοινωνία δεν είναι δεδομένη, δεν είναι κάτι που χαρίζεται, αλλά κάτι που δημιουργείται. Μπορούμε απλώς να διαπιστώσουμε ότι, όταν απουσιάζει μια τέτοια δημιουργία, τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης κατάστασης διατηρούνται ή αλλάζουν μόνο μορφή»

Επί του παρόντος, ωστόσο, κάπως έτσι -σε αυτές τις εκλογές- ο ψηφοφόρος θα πορευτεί ανάμεσα σε έναν Σλάβοϊ Ζίζεκ να τον ενημερώνει «διαφωτιστικά» ότι, «η σκέψη για επανάσταση χωρίς Κόμμα, είναι επανάσταση χωρίς επανάσταση» και σε ένα φάντασμα του Μίλτον Φρίντμαν να τον προειδοποιεί απειλητικά ότι, «Δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα».

Η κοινωνιολογία φυσικά μπορεί να διδάσκει ότι ουσιαστικές δομικές αλλαγές σε περιόδους ύφεσης, είναι αδύνατον να γίνουν, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κανείς οφείλει να την πιστέψει και πολύ περισσότερο να σταματήσει την προσπάθειά του, ώστε να την διαψεύσει χωρίς απαραιτήτως να την απορρίψει.

Στη γλώσσα της συλλογικότητας όπου το συντακτικό είναι η ανθρωπιά, το όραμα της πραγματικής Δημοκρατίας με την πολιτική στα χέρια των πολιτών είναι επαναστατικά ζωντανό, ενώ αναγεννάται, εκτός των άλλων, από την επίγνωση του ότι, το δικαίωμα στην απόφασηγια το εάν το γεύμα θα είναι δωρεάν ή όχι το έχουν μόνο οι ίδιοι οι λαοί.

Ο μύθος του ανίκανου πολίτη

popolo_05070633

Του Γιώργου Κουτσαντώνη (μέσω Art Version)

Η εικόνα του ανίκανου, αμόρφωτου, αδιάφορου, ανενημέρωτου πολίτη ακόμη και του «πολιτικά ανώριμου» ο οποίος δρα με γνώμονα τα πάθη του και τα ιδιοτελή συμφέροντά του, για ολόκληρους αιώνες συνόδευσε πιστά την ανάπτυξη των πολιτικών συστημάτων. Η απεικόνιση του πολιτικά ανάξιου μέσου πολίτη, υπήρξε ιστορικά αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους ηγεμόνες. Αρχικά για να αποτραπεί η επέκταση του δικαιώματος ψήφου (στις γυναίκες, στη νότια Αφρική κ.ο.κ) και, στη συνέχεια, για να παρεμποδιστεί το αίτημα για μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στα πολιτικά δρώμενα.

Το θέμα της πολιτικής ανικανότητας των λαών, σήμερα περισσότερο από ποτέ, θα έπρεπε να βρίσκεται στο επίκεντρο του συλλογικού διαλόγου, καθώς (με ευθύνη αμφοτέρων των εμπλεκομένων δηλαδή πολιτών και πολιτικών) κατασκευάστηκε ένα είδος κοινής αντίληψης, ότι δηλαδή ο μέσος πολίτης δεν είναι σε θέση να κρίνει ορθολογικά εφόσον δεν διαθέτει την απαραίτητη επάρκεια, ώστε να αποφασίσει για «σύνθετα πολιτικά ζητήματα».

Από τα παραπάνω προκύπτει ασφαλώς ένα βασικό ερώτημα: εάν οι πολίτες δεν είναι ικανοί να αποφασίσουν σχετικά με σύνθετα ή μη πολιτικά θέματα, πώς μπορούν να είναι ταυτόχρονα σε θέση να αξιολογούν ορθά τις υποψήφιες προσωπικότητες που στη συνέχεια θα τους αντιπροσωπεύσουν στα κοινοβούλιο και επομένως θα λάβουν αποφάσεις για λογαριασμό τους;

Αντιστοίχως πώς, αυτοί οι ίδιοι ανίκανοι πολίτες, είναι ταυτόχρονα σε θέση να αξιολογήσουν τις προγραμματικές δηλώσεις και τα προγράμματα των κομμάτων, ώστε να ψηφίσουν αναλόγως;

Παραμένει ασαφές γιατί οι ψηφοφόροι αφενός θεωρούνται ικανοί να επιλέξουν μεταξύ των κομμάτων και των υποψηφίων, ενώ αφετέρου κρίνονται ανίκανοι να αποφασίσουν για συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα.

Αυτό το επιχείρημα συνιστά μια τεράστια αντίφαση στην οποία οι πολίτες έχουν εγκλωβιστεί στα αδιέξοδα αντιπροσωπευτικά πολιτικά συστήματα, που όχι μόνο αμφισβητούν την ίδια την δυνατότητα κατανόησης (από την πλευρά των πολιτών) των πολιτικών προγραμμάτων αλλά (οι πολιτικοί τους εκφραστές) διαθέτουν και το αριστοκρατικό προνόμιο να μην τα εφαρμόζουν ή να τα μεταλλάσσουν κατά το δοκούν χωρίς ουσιαστικές συνέπειες.

Στην πραγματικότητα, οι πολίτες δεν έχουν δεχθεί μόνον αυτή την αντίφαση αλλά – με την παθητικότητά τους και την έλλειψη αμφισβήτησης – έχουν επιτρέψει τη δημιουργία μιας ακόμη κοινής ψευδαίσθησης. Αυτή η ψευδαίσθηση, που δημιουργήθηκε σχεδόν σιωπηρά, αφορά στην ύπαρξη – κάθε φορά – μιας σχεδόν μυθικής φιγούρας πολιτικού προσώπου: εξαιρετικά ευφυούς, εξόχως καταρτισμένου, ορθολογικού και αδιαμφισβήτητης ηθικής, ενός με λίγα λόγια, ακέραιου πολιτικού σοφού (ως μια τέλεια σύνθεση με υπεράνθρωπες διαστάσεις και χαρακτηριστικά). Οδήγησε με άλλα λόγια στην πίστη περί ύπαρξης ηγετών με ιδιότητες «πολιτικού υπέρ-όντος».

Σήμερα, στο πλαίσιο των αντιπροσωπευτικών πολιτικών συστημάτων, οι πολίτες εκλέγουν τους εκπροσώπους, αλλά μόνο οι πολιτικοί αποφασίζουν. Αυτοί οι τελευταίοι έχουν το μονοπώλιο σε όλο το φάσμα των αποφάσεων για όλα τα μεγάλα θέματα, ώστε να καθορίσουν την πολιτική τους ατζέντα και να επωφεληθούν των χρηματοδοτικών πόρων για τη διάδοση των θέσεών τους.

Όταν στη συνέχεια μονομερώς διαμορφωθούν αυτές οι θέσεις, οι πολίτες καλούνται στις εκλογές να ψηφίσουν ώστε να προκύψει μια πλειοψηφία. Όμως οι πλειοψηφίες όπως και οι μειοψηφίες είναι ποσοτικά μεγέθη (και κατά βάση αδιαφορούν για την όποια ποιοτική παράμετρο). Έτσι στα πλαίσια του κοινοβουλευτισμού όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα για να κερδίσουν μια θέση στη βουλή πρέπει (εφόσον απευθύνονται σε μικρότερα ή μεγαλύτερα τμήματα πολιτικά ανίκανου πληθυσμού) να παραιτηθούν από κάθε ρεαλιστική και ορθολογική πολιτική ανάλυση, ουσιαστικά να παραιτηθούν από την ίδια την έννοια του κοινού οφέλους. Μάλιστα γνωρίζουν πως έχουν περισσότερες πιθανότητες εάν κολακέψουν (στην κρίσιμη εκείνη μάζα των ψηφοφόρων τους) την επιπολαιότητα, την έλλειψη καλλιέργειας, την χυδαιότητα του καταναλωτισμού. Αρκεί, εκείνοι οι λίγοι κομματάρχες, να βρίσκονται σε αγαστή συνεργασία, με μια σταθερή και απόλυτη μειοψηφία ισχυρών οικονομικά πολιτών και να φροντίζουν για τα συμφέροντά της.

Με αυτό τον τρόπο εδραιώθηκε μια χυδαία σχέση ανάμεσα στους λίγους ανώτερους (πολιτικούς) και τους πολλούς κατώτερους-αναλφάβητους (ψηφοφόρους) που αξιωματικά οδηγεί σε έναν συλλογικό βίο που καθορίζεται – κάθε φορά – από μια αμιγώς ποσοτική εκτίμηση η οποία είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε ποιοτικές απαιτήσεις και επομένως ποιοτικά αποτελέσματα. Το υβριστικό αυτής της υπόθεσης είναι ότι, ενώ ο μέσος όρος κατά κεφαλήν καλλιέργειας στην κοινωνία είναι όλο και πιο υψηλός, (οπότε αυτή η κοινωνία είναι πολύ πιθανόν να μπορεί να εγγυηθεί ικανοποιητική ανταπόκριση σε ποιοτικές πολιτικές απαιτήσεις), οι πολιτικοί ηγέτες συνεχίζουν να της απευθύνονται με μια θρασύτατη απαξίωση.

Άλλωστε η απόφαση των πολλών (ορθότερη ή μη) για οποιοδήποτε ζήτημα, είναι η μόνη δημοκρατικά νόμιμη.

Εν κατακλείδι, το γεγονός ότι κυβέρνηση θα πρέπει να ανατεθεί σε λίγους έμπειρους, κάτι σαν πλατωνικούς θεματοφύλακες, αφιερωμένους στο να κυβερνήσουν (στην ουσία για ένα ανύπαρκτο κοινό καλό), όντας μάλιστα ανώτεροι από τους υπόλοιπους πολίτες, συνθέτει την πεμπτουσία της ύβρεως που ενώ γνωρίζουμε ότι αντιτίθεται στη βιωσιμότητα του δημοκρατικού εγχειρήματος, συνεχίζουμε να ανεχόμαστε με μια ανεξήγητη στωικότητα.

Eικονική ελευθερία

Γιώργος Κουτσαντώνης (αναρτήθηκε επίσης στο Art Version)

Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, κατά την παγκόσμια ιστορία τα πολιτικά συστήματα (μοναρχικά, ολιγαρχικά, αντιπροσωπευτικά) οδήγησαν σε μια κατάσταση που, grosso modo, υποχρέωσε τους ανθρώπους σε δυο στάσεις ζωής. Η πρώτη στάση διαμορφώθηκε από την αυστηρή πειθαρχία (μοναρχίες, ολιγαρχίες) η οποία επέβαλε την κονιορτοποίηση των προσωπικών επιθυμιών και την υπονόμευση του αυτοκαθορισμού (με την έννοια να μπορούν οι όποιοι και οι όποιες να καθορίζουν τις τύχες τους). Η δεύτερη (αντιπροσωπευτικά συστήματα) ενώ αρχικά, μέσα από τους μεγάλους κοινωνικούς αγώνες, δημιούργησε τα θεμέλια για τη διεκδίκηση της ελευθερίας, σταδιακά διαμόρφωσε μια φαντασιακή αίσθηση, με άλλα λόγια μια εικονική ελευθερία. Βαθμιαία τέθηκε στο επίκεντρο της ύπαρξης η υλική υπόσταση του ανθρώπου ως καταναλωτή, η αέναη οικονομική ανάπτυξη, ο ατέρμονας πλανήτης ως πάροχος ύλης, η αυταπάτη μιας κοινωνίας ελεύθερων αγορών.

Ασφαλώς και δικαίως η δεύτερη στάση (ως απόρροια των αντιπροσωπευτικών πολιτικών συστημάτων) αποτέλεσε και την καλύτερη δυνατή έκβαση. Υπό αυτή την οπτική του συμβιβασμού – που φέρει αξιωματικά το μη χείρον βέλτιστο – πορεύτηκαν και συνεχίζουν να πορεύονται οι δυτικές κοινωνίες. Ωστόσο – με την κυριαρχία της οικονομοκρατίας – η φύση και η μορφή (κατ’ επέκταση οι επιπτώσεις σε ατομικό επίπεδο) αυτού του συμβιβασμού, άρχισαν να αλλάζουν. Η πορεία που αρχικά φαινόταν ότι θα εξασφάλιζε την ελευθερία ατομικής δράσης, έκφρασης και ανάδειξης των ικανοτήτων, άρχισε να εδραιώνει μια νέα κατάσταση.

Ο μηχανισμός του ανεξέλεγκτου δανεισμού (σε ατομικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο) οδήγησε τους πάντες σε τεράστια χρέη. Ο καπιταλισμός, σε μια ευτελή συμμαχία με την τεχνολογία, άρχισε σταδιακά να κυριεύει την πολιτική, αναζητώντας τεχνητά (ανύπαρκτα) πεδία εκμετάλλευσης σε ένα όργιο απληστίας.

Σταδιακά, όπως καθετί άλλο που καθορίζεται από το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα, έτσι και η ελευθερία απέκτησε χρηματικό αντίτιμο. Η ιδιώτευση και ο εγκλεισμός στον στενό οικογενειακό πυρήνα, απέκτησαν θεσμική υπόσταση και ο άνθρωπος, δίχως να το συνειδητοποιεί, ξεκίνησε να υποδουλώνει σταδιακά τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό επομένως που διαρρηγνύεται σήμερα είναι η οικονομο-κεντρικής φύσης υπόσταση της ανθρώπινης ζωής. Ο δυτικός άνθρωπος άρχισε να αισθάνεται υποδούλωση, μόνο τώρα όπου η οικονομία του χτυπά την πόρτα.

Στην πραγματικότητα με την παθητικότητά του, την αδιαφορία του για την προσωπική του καλλιέργεια και την απουσία του από τα πολιτικά πράγματα, υπονόμευσε συνολικά ο ίδιος την ελευθερία του πολύ νωρίτερα.

«Πριν από 30 ή 60 χρόνια οι αριστεροί θα σου μιλούσαν για την ένδοξη νύχτα της επανάστασης και οι δεξιοί για την απεριόριστη πρόοδο κ.ο.κ. Σήμερα κανείς δεν τολμά να εκφράσει κάποιο μεγαλεπήβολο ή έστω μετριοπαθώς λογικό πρόταγμα το οποίο να υπερβαίνει τον προϋπολογισμό ή τις επόμενες εκλογές. Υπάρχει συνεπώς ένας χρονικός ορίζοντας. Υπό αυτή την έννοια, η «επιβίωση» είναι ένας όρος στον οποίο μπορούμε να ασκήσουμε κριτική, διότι, φυσικά, όλοι μας νοιαζόμαστε για τη σύνταξή μας και για την εκπαίδευση των παιδιών μας. Αυτός όμως ο χρονικός ορίζοντας είναι ιδιωτικός. Κανείς δε συμμετέχει σε ένα δημόσιο χρονικό ορίζοντα, κατά τον ίδιο τρόπο που κανείς δε συμμετέχει σε ένα δημόσιο χώρο» (Κορνήλιος Καστοριάδης).

Επιπροσθέτως η ιστορία διδάσκει με σαφήνεια, ότι στις κοινωνίες δεν δόθηκε ποτέ η δυνατότητα να επιλέξουν, ούτε φυσικά να αναζητήσουν συλλογικά τη λύση στα μεγάλα ζητήματά τους. Κάθε φορά, μικρά ή μεγαλύτερα τμήματα των κοινωνιών απαιτούν (με δική τους πρωτοβουλία, κατευθυνόμενη ή μη), διεκδικούν και τελικά κερδίζουν. Τίποτε δεν προσφέρεται (ούτε καν ως επιλογή) και ασφαλώς δεν χαρίζεται από τους λίγους ισχυρούς εξουσιαστές στους πολλούς. Τα ζητήματα επομένως που θα έπρεπε να μας απασχολήσουν καθολικά σήμερα είναι:

  • Πώς ο άνθρωπος μπορεί να εξέλθει από την παθητικότητα και την ιδιώτευση περνώντας στην ενεργή συμμετοχή και την συλλογικότητα;
  • Πώς μπορεί να γίνει αυτόνομος και ολιγαρκής χωρίς να αισθάνεται μικρός και ασήμαντος;

Με άλλα λόγια, πως μπορεί να διεκδικήσει την ισότητα και την ελευθερία του; Θα πρέπει να μας ενδιαφέρει η εύρεση απαντήσεων στα παραπάνω ερωτήματα δίχως ανυπέρβλητες αντιφάσεις. Στην αναζήτηση των απαντήσεων δεν μπορεί η συλλογική βούληση να ταυτιστεί ή να διαμορφωθεί από επιστημονικές νόρμες και κεντρικές αποφάσεις. Ακριβώς γιατί αυτές οι απαντήσεις (με γνώμονα τη συλλογική βούληση), μπορούν να σηματοδοτήσουν την απαρχή μιας νέας στάσης ζωής και επομένως ενός νέου πολιτικού αιτήματος που θα έχει ως πυλώνα του την ενεργή πολιτική συμμετοχή όλων.

Ο άνθρωπος που σήμερα αισθάνεται αδύναμος και εγκλωβισμένος στα οικονομικά και μη προβλήματά του φέρει και ο ίδιος, τεράστια προσωπική ευθύνη. Είναι όμως βέβαιο πως μπορεί να γίνει και δυνατός και ελεύθερος. Ικανή και αναγκαία συνθήκη είναι να συνειδητοποιήσει ότι τα παραπάνω ερωτήματα πρέπει και μπορούν να απαντηθούν μόνον συλλογικά.

H αντιξοότητα μπορεί να αποτελέσει αφορμή για την αναζήτηση μιας ευημερίας (ευτοπίας) που θα βασίζεται στην ολιγάρκεια, την ισότητα και την πραγματική ελευθερία και όχι στην υπερκατανάλωση και στην εθελούσια αυτο-υποδούλωση. Άλλωστε η μετατροπή της όποιας θεωρίας σε πολιτική πράξη ενώ από την μια απαιτεί συλλογικότητα, από την άλλη δεν μπορεί παρά να έχει στο κέντρο της τον ίδιο τον άνθρωπο και αυτό δεν συνθέτει κάποια ακόμη αντίφαση, αλλά το μεγαλείο της κοινωνικής ύπαρξης…

Το παιδικό μας δωμάτιο – του Θωμά Γιούργα

image

Του Θωμά Γιούργα μέσω Νόστιμον Ήμαρ (σου γυρίζει το μάτι).

Κληρονομήσαμε ένα πανέμορφο σπίτι. Ευήλιο, ευάερο, ήσυχο, δίπλα στην θάλασσα. Στην γειτονιά είχαμε μια πλατεία που μαζευόμασταν για να παίζουμε μπάλα, κυνηγητό, σκατουλάκια και να πίνουμε νερό από το λάστιχο.

Στο παιδικό μας δωμάτιο κατέφθασαν τα λίγα παιχνίδια που ζητήσαμε, βάλαμε τις αφίσες και διαβάσαμε τα βιβλία που θέλαμε. Στα πάρτι που βρεθήκαμε, χορέψαμε αγκαλιά μήπως και ερωτευτούμε. Τα βράδια λίγο πριν κοιμηθούμε αποφασίζαμε τι θα γίνουμε όταν μεγαλώσουμε κι άλλο.

Σκεφτόμασταν πως θα ανακαινίσουμε το σπίτι, τι χρώμα θα βάψουμε τους τοίχους, πως θα περνάει ο χρόνος με τους φίλους μας στο σαλόνι… Στο διπλανό δωμάτιο η τηλεόραση ήταν μονίμως ανοιχτή. Έδειχνε ποδόσφαιρο, έδειχνε ανθρώπους να γελάνε χαζά, να χορεύουν χωρίς ρυθμό, έδειχνε σειρές να κατασπαράσσουν δίχως αντάλλαγμα την φαντασία και τον χρόνο, έδειχνε σκιάχτρα με φουντωτά μαλλιά να λένε τις ειδήσεις. Οι μεγαλύτεροι ένοικοι μας είπαν να μάθουμε αγγλικά κι άλλη μία γλώσσα, να πάμε στο πανεπιστήμιο (όχι σε κανα ΤΕΙ, και όχι υδραυλικοί) και έτσι θα έχουμε για πάντα μια ήρεμη ζωή στο σπίτι.

Τα χρόνια πέρασαν και να που βρεθήκαμε εκτός σπιτιού. Μαζέψαμε τα πράγματά μας και πιάσαμε πόστο στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ευτυχώς ξέραμε Αγγλικά. Μας είπαν πως έπρεπε να φύγουμε διότι δεν τους λένε τίποτα τα πτυχία μας. Είναι κουρελόχαρτα είπαν δίχως εργασιακή εμπειρία. Μας είπαν να δουλέψουμε τζάμπα στο σπίτι δίχως αξιοπρέπεια αν θέλουμε ήλιο και θάλασσα. Μας είπαν πως οι μεγαλύτεροι ένοικοι ξόδευαν πολλά δανεικά για το φαγητό και τις σπουδές μας και τώρα έπρεπε να μπει η ζωή μας ενέχυρο μέχρι να τα ξεπληρώσουν. Μας είπαν πως το σπίτι θα καταστραφεί αν δεν τα ξεπληρώσουν, και ότι είναι καλύτερα που φύγαμε από το σπίτι. Τουλάχιστον γλυτώσατε από την βρώμα και την επικείμενη κατεδάφιση του σπιτιού, μας είπαν.

Ε, λοιπόν, ήρθε η ώρα να σας πούμε κάτι κι εμείς. Τώρα κάπου στα 30, λίγο πριν, λίγο μετά, με τσαλακωμένα όνειρα, μακρινές χαρές και λύπες στο σκάιπ και αμέτρητες στάμπες στο διαβατήριό μας. Το σπίτι που βρωμίσατε, το σπίτι που θέλετε να ξεπουλήσετε, το σπίτι που μεγαλώσαμε, είναι τώρα δικό μας. Το γράφει στο συμβόλαιο που υπογράψατε όταν είμασταν μικροί. Αυτό το σπίτι, στο οποίο ζήτησαν καταφύγιο για λίγες νύχτες οι κατατρεγμένοι των γύρω γειτονιών και τους βασανίσατε μέχρι να φύγουν ή να πεθάνουν. Αυτό το σπίτι στο οποίο όχι μόνο ανεχθήκατε να πατήσουν το πόδι τους οι ναζί αλήτες της γειτονιάς αλλά τους δώσατε και αντικλείδια. Αυτό το σπίτι που το γεμίσατε με απατεώνες διαχειριστές, κακομαθημένες πρωινές κότες, ατάλαντες τραγουδιάρες, φαφλατάδες τιποτένιους εμπόρους του τίποτα, και βυζαντινούς αστρολόγους. Αυτό το σπίτι ήρθε η ώρα να το εκκενώσουμε. Και να το ανακαινίσουμε όπως το σχεδιάσαμε στο μυαλό μας εκείνο το βράδυ στην παραλία που ονειρευόμασταν με αφέλεια αλλά με μία καθαρή φλόγα να καίει την καρδιά μας.

Σταματήστε να εκμεταλλεύεστε του φίλους μας που κρατάτε ομήρους-δούλους, ανοίξτε τα δωμάτια για τους ταλαιπωρημένους που χτυπάνε την πόρτα, φροντίστε τα αδέσποτα της γειτονιάς, ποτίστε τα λουλούδια και ξεκουμπιστείτε. Είναι απειλή, είναι η τελευταία προειδοποίηση. Επιστρέφουμε στο παιδικό μας δωμάτιο.

Ο Ρωμανός, ο Γιούνκερ και η μπέσα ως ευρωπαϊκή αξία – του Άκη Γαβριηλίδη

Αρχική δημοσίευση: Nomadic University

Στις πολλές μέρες που κράτησε η περιπέτεια του Νίκου Ρωμανού, σχεδόν μονοπώλησε –δίκην «ολικού κοινωνικού γεγονότος»- τη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα. Έτσι, γι’ αυτήν υποστηρίχθηκαν (και εν συνεχεία αντικρούστηκαν) ουσιαστικά όλες οι απόψεις, ώστε δεν μένει να προστεθεί κάτι για την ουσία της υπόθεσης. Είμαστε όμως πλέον στη φάση όπου θα είχε νόημα να σκεφτούμε με περισσότερη ηρεμία πάνω σε όσα γράφτηκαν εν θερμώ.

Θα ξεκινήσω από μία σχετική τοποθέτηση: την πρόταση του Ανδρέα Πετρουλάκη να ζητηθεί μία «δημόσια δέσμευση τιμής» από τον απεργό πείνας. Μια πρόταση, που γι’ αυτήν –όσο και, ακόμη περισσότερο, για την αιτιολογία της- θα άξιζε να χρησιμοποιήσουμε το χαρακτηρισμό που η ίδια αποδίδει στον «κόσμο» όπου κινείται ο Ρωμανός.

Νομίζω ότι στον παράδοξο, παράλληλο κόσμο που κινείται η σκέψη του και η δράση του δείχνει να έχει κάποιου είδους περηφάνια. Ας του ζητηθεί μία δημόσια δέσμευση τιμής απέναντι στην κοινωνία, ότι θα χρησιμοποιήσει τα ευεργετήματα που παρέχονται στους φυλακισμένους που σπουδάζουν μόνο για αυτόν τον λόγο. Μόνο για σπουδές.

Και η πρόταση αυτή, φυσικά, έχει ήδη σχολιαστεί και αντικρουσθεί ενόσω ήταν ακόμη ανοιχτό το ζήτημα. Για παράδειγμα, σε ένα ξεκάθαρα πολεμικό δημοσίευμα που υπογράφει ο Κώστας Φουρίκος, βρίσκουμε την εξής διατύπωση.

Υπάρχει όμως κάποια τέτοια πρόβλεψη σε οποιαδήποτε νομική διάταξη; Στο Σύνταγμα, στους κείμενους νόμους, σε κάποιο προεδρικό διάταγμα, έστω σε κάποια πράξη νομοθετικού περιεχομένου – από αυτές που όλα τα τελευταία χρόνια έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε να εκδίδονται πιο συχνά και από μέσα του «κύρους» και της αισθητικής αυτού, που ο εν λόγω κύριος αρθρογραφεί; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά ΌΧΙ. (Ακόμη τουλάχιστον – όλα μπορεί πλέον να τα περιμένει κανείς).

Η επισήμανση είναι φυσικά απολύτως ορθή. Μια που είναι έτσι, όμως, αφού δεν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα στο ισχύον νομικό πλαίσιο, είναι χρήσιμο να αναρωτηθούμε: πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτή στον αρθρογράφο; Από πού ήρθε;

Ας προσέξουμε τον τρόπο με τον οποίο εισάγεται η ιδέα του Πετρουλάκη στην παραπάνω παράγραφο, και ιδίως στην πρώτη της φράση. Με αυτήν διενεργείται καταρχάς μία εξωτικοποίηση του Ρωμανού και της δράσης του, η οποία τοποθετείται ολωσδιόλου σε έναν διαφορετικό κόσμο, και μάλιστα έναν «παράδοξο, παράλληλο» κόσμο.

Η διαφορετικότητα αυτού του παράλληλου κόσμου δεν είναι μόνο αρνητικότητα: έχει και θετικά στοιχεία. Αλλά, ακριβώς, σε μια οπτική διαχείρισης και κυβερνησιμότητας όπως αυτή την οποία ακολουθεί το άρθρο, θετικά είναι τα στοιχεία εκείνα που μας επιτρέπουν να έχουμε μία λαβή πάνω σε αυτό τον κόσμο, μία «μόχλευση» όπως λέμε τελευταία στη χρηματοπιστωτική γλώσσα.

Βλέπουμε λοιπόν ποιο είναι εν προκειμένω αυτό το στοιχείο: είναι η μπέσα. Αυτή η αίσθηση αυτοεκτίμησης και αξιοπρέπειας από την οποία μπορούμε να «πιάσουμε» τον άλλως μη διαχειρίσιμο ληστή και να τον βάλουμε να δεσμευθεί.

Και ξέρουμε ποια είναι η προσέγγιση η οποία επιτρέπει σε αυτή την υποτίθεται «πρωτόγονη», προνεωτερική, αντιευρωπαϊκή λογική να εμφανίζεται απρόσμενα καταμεσής ενός λόγου «free press», ενός λόγου που ομνύει και θύει στις αξίες του ορθολογισμού, του κράτους δικαίου και του εκσυγχρονισμού: είναι η προσέγγιση του πολιτισμικού δυισμού, την οποία θεωρητικοποίησε ο μετέπειτα Ευρωπαίος Ombudsman[1] Νικηφόρος Διαμαντούρος και εν συνεχεία προσπάθησαν να εκλαϊκεύσουν πολλοί και διάφοροι, αρχίζοντας από τον Θάνο Βερέμη.

Προκειμένου ακριβώς να εκλαϊκευτεί και να γίνει εφαρμοσμένη πολιτική, η προσέγγιση αυτή είναι αναγκασμένη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να λάβει υπόψη την «αντοχή του υλικού» επί του οποίου καλείται να ασκηθεί, να μιλήσει γι’ αυτό, και, οριακά, να (συνο)μιλήσει με αυτό. Η γλώσσα λοιπόν στην οποία φαντάζεται ο ορθολογισμός/ ευρωπαϊσμός ότι μπορεί να συνομιλήσει με έναν ληστή είναι η γλώσσα του «προ-πολιτικού», της προσωπικής δέσμευσης –όχι η γλώσσα του γενικού και αφηρημένου νόμου.

Αυτό είναι φυσικό, εφόσον ο μοντερνισμός, είτε στη φιλελεύθερη είτε στη μαρξιστική εκδοχή του, έχει τη χειρότερη γνώμη για τους ληστές –τους θεωρεί καθυστερημένους, απολίτικους και απολίτιστους[2]. Αυτή τη γλώσσα άλλωστε την είχε ήδη χρησιμοποιήσει μία τουλάχιστον φορά το ελληνικό κράτος για να απευθυνθεί στον Ρωμανό, τους συντρόφους του, και –ιδίως- σε όσους τυχόν σκέφτονταν να τους μιμηθούν: εννοώ όταν τους είχε υποβάλει σε βασανιστήρια αμέσως μετά τη σύλληψή τους και είχε δημοσιεύσει τις φωτογραφίες με ορατά τα σημάδια του βασανισμού στα μάτια, στη μύτη, στο στόμα, στο μέτωπο –με μια λέξη στα πρόσωπά τους.

Βέβαια, είναι κι αυτό μία πρόοδος: πριν από μισό αιώνα το εν λόγω κράτος δεν περιοριζόταν να φωτογραφίζει κεφάλια ληστοσυμμοριτών, αλλά τα απέκοπτε και τα κάρφωνε σε πασσάλους προς γενικό σωφρονισμό. (Διότι η βία ως γνωστόν δεν είναι το αντίθετο της γλώσσας· είναι και αυτή μία γλώσσα).

Η απο-αποπροσωποποίηση του κράτους

Μιλώντας για πρόσωπα, είναι χρήσιμο να θυμίσουμε ότι το συγκεκριμένο σημείο του ανθρώπινου σώματος ανέκαθεν χρησίμευσε ως συνεκδοχή για το νεωτερικό κράτος, όσο και για τον πολίτη (του), καθόσον τόσο το ένα όσο και ο άλλος νοούνται ως όντα αφηρημένα, που υπάγονται σε γενικής ισχύος κανόνες και όχι σε προσωπικές (ή οικογενειακές, που είναι το ίδιο) δεσμεύσεις[3]. Από πολύ νωρίς καταλογίστηκε στη νεοελληνική κοινωνία και στην κουλτούρα της ως έλλειψη το ότι δεν εγκαθίδρυσε επαρκώς αυτό το αφηρημένο ον, δεν προσχώρησε ποτέ πλήρως και ειλικρινώς στη λογική του (σε αυτό ακριβώς έγκειται ο «δυισμός» της). Δύο μόλις δεκαετίες από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ο Εντμόν Αμπού, ένας συγγραφέας ο οποίος ως γνωστόν ασχολήθηκε εκτενώς και με τη ληστεία, έγραφε:

Ο νόμος δεν είναι ποτέ στην Ελλάδα αυτό το άτεγκτο πρόσωπο που εμείς γνωρίζουμε. Οι υπάλληλοι ακούν τους φορολογούμενους. Όταν μιλάς στον άλλο στον ενικό και τον αποκαλείς «αδερφέ», πάντοτε βρίσκεις έναν τρόπο να συνεννοηθείς μαζί του. Όλοι οι Έλληνες μεταξύ τους γνωρίζονται καλά και αγαπιούνται λίγο: δεν γνωρίζουν καθόλου αυτό το αφηρημένο ον που αποκαλείται Κράτος, και δεν το αγαπούν[4].

Η ανομική ελληνική κοινωνία λοιπόν βρισκόταν το 1854 (ίσως και σήμερα;) στο χώρο τού «όχι ακόμα»[5], «στον προθάλαμο του μοντερνισμού»· δεν έχει ακόμη μάθει το άτεγκτο πρόσωπο που «εμείς γνωρίζουμε». Ποιο είναι όμως αυτό το πρόσωπο, ποιοι είναι αυτοί οι «εμείς» που το «γνωρίζουν», και τι ακριβώς γνωρίζουν;

Την εβδομάδα που μας πέρασε, έγινε μία δήλωση η οποία επίσης απασχόλησε τα ελληνικά ΜΜΕ, αν και όχι τόσο εκτενώς. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, αναφερόμενος στην επικείμενη προεδρική εκλογή στην Ελλάδα, δήλωσε ότι προτιμά «οικεία πρόσωπα στην εξουσία και όχι ακραίες δυνάμεις».

Αξιοπερίεργη αλήθεια δήλωση από κάποιον που βρίσκεται στην πρωτεύουσα-capitale της ενωμένης (;) Ευρώπης, επί-κεφαλής του ισχυρότερου οργάνου της, και εκφράζει απερίφραστα μία επιθυμία για πρόσωπα. Όχι για το αφηρημένο και άτεγκτο πρόσωπο του κράτους και των νόμων γενικής ισχύος, αλλά για ένα πολύ συγκεκριμένο πρόσωπο που του είναι «οικείο», το οποίο γνωρίζει καλά. Αν ο Ζαν Κλωντ αποκαλεί τον Σταύρο «αδερφέ» ή αν τον αγαπά πολύ ή λίγο δεν το ξέρω, αλλά πιθανότατα του μιλά στον ενικό, και πάντως σίγουρα βρίσκει πάντοτε έναν τρόπο να συνεννοηθεί μαζί του, εφόσον είναι και οι δύο εμβαπτισμένοι στο «κοινοτικό κεκτημένο»· και οι δύο μοιράζονται μία κοιν(οτικ)ή κουλτούρα, δηλαδή μία κουλτούρα οικειότητας –ή μία πολιτισμική οικειότητα (cultural intimacy).

Με τα συμβατικά κριτήρια, είναι ομολογουμένως απρόσμενο να βλέπουμε να αναδύεται, μέσα στο ναό της «κοινωνίας των πολιτών», μια απροκάλυπτη προτίμηση προς την «κοινωνία των κολλητών». Ποιος είναι λοιπόν τελικά η μερικότητα, και ποιος η καθολικότητα; Ποιον εκ των δύο κόσμων πρέπει να ανακηρύξουμε «παράδοξο», κόσμο εξαίρεσης και υστέρησης, και ποιον «κανονικό»; Τίνος η κουλτούρα είναι κουλτούρα ανομίας και οπισθοδρόμησης, και τίνος έχει προνομιακή σχέση με το Νόμο;

Προφανώς, καμία εκ των δύο. Ή μάλλον, προφανώς οι κουλτούρες δεν είναι δύο. Είναι μία, πράγμα που αυτόχρημα σημαίνει: είναι πολλές. «Το ίδϊον μίας κουλτούρας είναι να μην είναι ταυτόσημη με τον εαυτό της» (Derrida, ό.π. σ. 16· υπογραμμισμένο στο πρωτότυπο). Και εκτενέστερα:

δεν υπάρχει σχέση προς τον εαυτό, ταύτιση με τον εαυτό χωρίς κουλτούρα, αλλά κουλτούρα εαυτού ως κουλτούρα του άλλου, κουλτούρα της διπλής γενικής και της διαφοράς προς εαυτόν. Η γραμματική της διπλής γενικής αναδεικνύει επίσης ότι μια κουλτούρα δεν έχει ποτέ μία μόνο προέλευση. Η μονογενεαλογία ήταν πάντοτε μία μυθοποίηση στην ιστορία της κουλτούρας (ό.π., 16-17).

Θα συνιστούσα λοιπόν σε όλους –και ιδίως φυσικά στους δημοσιολογούντες του ακραίου κέντρου, διότι περί αυτών ιδίως πρόκειται εδώ- λιγότερη υποκρισία όταν επικαλούμαστε μονοπωλιακές (μονογενεαλογικές) συνδέσεις με το υποτιθέμενο προνόμιο της «ευρωπαϊκότητας»[6]. Δεν έχουμε δύο κόσμους, αλλά έναν μόνο, τὸν αὐτὸν ἁπάντων –ο οποίος εξ αυτού και μόνο χωράει πολλούς κόσμους, και θα ήταν καλύτερο να χωρέσει ακόμη περισσότερους. Γι’ αυτό, θα συνιστούσα επίσης να μην παίρνουμε ως δεδομένο κανένα αξίωμα σχετικά με το ποιο ακριβώς πρόσωπο «γνωρίζουν» οι μεν και οι δε, και σχετικά με το ποιοι είναι (ποια πρόσωπα είναι) οι μεν και οι δε, αλλά να προβαίνουμε τακτικά σε «περιοδικούς ελέγχους» της ορθότητας αυτών των κλισέ. Εάν το κάναμε, ίσως να διαπιστώναμε ότι υπάρχουν πολλές Ευρώπες, και ότι ένας ληστής των ελληνικών ορέων μπορεί να είναι εξίσου Ευρωπαίος με τον πρόεδρο της Κομισιόν –αν όχι περισσότερο.

Ο Ζαν-Κλωντ, τη στιγμή που συναντά μια άγνωστη φάτσα -πιθανόν ληστή- στον περίβολο του κτιρίου του Συμβουλίου της ΕΕ

[1] Στα ελληνικά «Διαμεσολαβητής», όταν πρόκειται για τον Ευρωπαίο, αλλά «Συνήγορος του Πολίτη» όταν πρόκειται για τον αντίστοιχο εθνικό θεσμό. Στα δε κυπριακά, «Επίτροπος Διοικήσεως». (Από την άποψη της μεταφρασιμότητας των πολιτικο-δικαιικών θεσμών, έχουμε ξεπεράσει το στάδιο του δυισμού και βρισκόμαστε πλέον στην τριαδικότητα).

[2] Βλ. σχετικά παλαιότερο σημείωμα με τίτλο Ληστές, ή η αποκαρδιωτική γκαβομάρα τού Hobsbawm.

[3] Ανάλογη μεταφορική λειτουργία φυσικά ανατέθηκε στο ίδιο το κεφάλι συνολικά, όχι μόνο στο πρόσωπο. Μερικές ιδιοφυείς παρατηρήσεις σχετικά έχει κάνει ο Ζακ Ντερριντά στο βιβλιαράκι του L’autre cap (Minuit, Paris 1991), αναδεικνύοντας τις γλωσσικές και νοηματικές διακλαδώσεις τού cap [κατά λέξη, στα σημερινά γαλλικά, «ακρωτήριο»] με την Ευρώπη ως ακρωτήριο, με την πρωτεύουσα [capitale] αλλά και με το κεφάλ-αιο [capital].

[4] Edmond About, La Grèce contemporaine, Ηachette, Paris 1858 [1854], σ. 299-300. Οι υπογραμμίσεις δικές μου. Το χωρίο αυτό έχω σχολιάσει εκτενέστερα στο βιβλίο μου Εμείς οι έποικοι. Ο νομαδισμός των ονομάτων και το ψευδοκράτος του Πόντου, σ. 420.

[5] «Not yet», σύμφωνα με την έκφραση που χρησιμοποιεί ο Dipesh Chakrabarty (Provincializing Europe: Postcolonial Thought and Historical Difference, Princeton University Press, 2000, σ. 249 κ.ε.).

[6] Ενδεικτικό αυτής της επιθυμίας μονοπώλησης είναι ότι, σε ένα άλλο free press έντυπο, όταν αναρτήθηκε άρθρο τίτλο «Γιατί ο Νίκος Ρωμανός έπρεπε να νικήσει», ένας αναγνώστης σχολίασε: «Διότι η Ελλάδα είναι η βορειότερη χώρα της Αφρικής».