Menu

EAGAINST.com

Από την λιτότητα στον λιτό βίο, αναζητώντας μέσα από τον κόσμο του οικονομικού την πολιτική.

litos01

Παρακολουθώντας το αντιμνημονιακό κρεσέντο των ημερών και το απροσδόκητα ευρύ πεδίο στήριξης για την νέα κυβέρνηση, από τον Μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβρόσιο έως και τις φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις των «εξευμενισμένων» (πρώην αγανακτισμένων), έρχονται αναπόφευκτα στο μυαλό μου τα λόγια του Μέγα Ιεροεξεταστή του Ντοστογιέφσκι: «θα έρθουνε πεινασμένοι στα πόδια μας και θα πουν πάρτε μας την συνείδηση αλλά ταΐστε μας ψωμί και θα μας λατρεύουνε για αυτό για πάντα».

Η κυβέρνηση Σύριζα-Ανελ έχοντας αναλάβει η ίδια την πρωτοβουλία των κινήσεων για την επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου μετέθεσε το βάρος του ζητήματος από το πολιτικό αποκλειστικά στο οικονομικό πεδίο. Αυτό είχε μια φοβερή επίπτωση στην ελληνική κοινωνία καθώς, έχοντας συνηθίσει για χρόνια να εξαπατάται διαρκώς από τους πολιτικούς την κυβερνούσαν, της έκανε μεγάλη εντύπωση η «πρωτοτυπία» του νέου πρωθυπουργού να μην υιοθετήσει την μοιραία τακτική των προκατόχων του να είναι απλά ένας διεκπεραιωτής εντολών. Έπραξε δηλαδή κάτι που θα έπρεπε να είχαμε δει να γίνεται από το 2010 από τον Γιώργο Παπανδρέου και ζήτησε να έχει και αυτός λόγο ως πρωθυπουργός ελπίζοντας πιθανόν πως θα έχει καλύτερη κατάληξη από τον προκάτοχο του ο οποίος με τις επιλογές του κατάφερε πραγματικά να αλλάξει την χώρα, το ΠΑΣΟΚ και να διαγράψει πιθανό και αμετάκλητα το γονικό του όνομα από την πολιτική ζωή. Όμως στο πεδίο της κοινωνίας όλα τα αιτήματα για «πραγματική δημοκρατία» και «να πάρουμε την παραγωγή στα χέρια μας» δείχνουν να έχουν σε μια νύχτα εξανεμιστεί και το ενδιαφέρον του κινήματος και της αριστεράς επικεντρώνεται αποκλειστικά να στηρίξει με όλες τις δυνάμεις το έργο του πρωθυπουργού. Αν βαλθήκαμε να επιβεβαιώσουμε την προφητεία που ήθελε την Ελλάδα να γίνει Βενεζουέλα της Ευρώπης τουλάχιστον στο επίπεδο της πολιτικής λατρείας δείχνουμε να τα πηγαίνουμε μέχρι στιγμής πολύ καλά. Αποδεικνύεται έτσι ακόμα μια φορά πόσο εύκολο τελικά είναι να χορτάσεις με ελπίδες την υλική πείνα και πόσο πιο εύκολα ακόμα ξεχνιέται η δίψα για την Ελευθερία. *

Η πραγματικά απροσδόκητη για όλους επιθετική τακτική της κυβέρνησης απευθύνεται εξίσου σε δύο ακροατήρια, το εσωτερικό και των Βρυξελλών. Και εάν στο εσωτερικό ο ελληνικός λαός καλπάζει αυτή τη στιγμή υπερήφανος τον Ροσινάντε του, στο εξωτερικό η αξιοποίηση του ορθού λόγου για τον διαφωτισμό των Βρυξελλών μοιάζει όλο και πιο πολύ με επίθεση σε ανεμόμυλο. Η όλη σύγκρουση οδηγεί, και με βάση αυτά που ακούσαμε από το στόμα του πρωθυπουργού στις προγραμματικές δηλώσεις, «πως προτεραιότητα της κυβέρνησης είναι να διαχειριστεί την ανθρωπιστική κρίση και πως το ελληνικό χρέος μπορεί να εξυπηρετηθεί και χωρίς λιτότητα»  έτσι ενόψει του τακτικού Eurogroup για τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου το πιο πιθανό είναι σταδιακά οι δύο πλευρές να συνθέσουν μια γέφυρα που και να εξασφαλίζει την παραμονή της ελληνικής κυβέρνησης στην ευρωζώνη αλλά και να εγγυάται την αποπληρωμή του υπαρκτού ελληνικού χρέους. Άλλωστε αυτές οι δύο συνθήκες δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από την επίσημη γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ και επιβεβαιώθηκαν λαμπρά από τις δηλώσεις και την στάση του κ. Βαρουφάκη. Και ακριβώς για το λόγο αυτό η όποια σύγκρουση έλαβε ως γεγονός έγινε σε επίπεδο τρόικας μιας και που πρόκειται για τίποτα άλλο από ένα κλιμάκιο υπαλλήλων και όχι για το πραγματικό πρόβλημα, ο Σόιμπλε άλλωστε δήλωσε πως λίγο τον νοιάζει εάν θα ονομάζεται τρόικα ή μνημόνιο το οικονομικό πρόγραμμα, αλλά αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η διατήρηση μιας συγκεκριμένης οικονομικής πραγματικότητας για την χώρα. Και αυτή δεν είναι άλλη από την διάλυση της μεσαίας τάξης και την απελευθέρωση του κεφαλαίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχοντας κάνει μέχρι στιγμής μια ολομέτωπη επίθεση στις βιτρίνες και τις ταμπέλες του μνημονίου φαίνεται αποφασισμένος να καταργήσει τις υπάρχουσες μορφές ελέγχου και να εγγυηθεί ένα «νέο μνημόνιο» το οποίο θα αμφισβητήσει όχι την κατανομή του πλούτου της χώρας ή το χρέος αλλά τον μέχρι τώρα τρόπο αποπληρωμής του. Έτσι η πολιτική της ακραίας λιτότητας μπορεί να δώσει τη θέση της σε μια πιο ήπια φτώχεια ή ένα λιτό βίο αλλά αυτό σημαίνει κυρίως πως η κατάσταση που έχει παγιωθεί με την βίαιη αναδιανομή πλούτου προς όφελος του κεφαλαίου είναι χωρίς επιστροφή. Εξάλλου η σύγκρουση με τον πλούτο που προανήγγειλε ο πρωθυπουργός δεν φαίνεται να ταράζει κάποιο ταξικό οικοδόμημα αλλά αφορά μια απαραίτητη για την βιωσιμότητα του κράτους φορολογία και δεν βρίσκει καθόλου αντίθετους τους δανειστές της χώρας καθώς όπως γράφει το ΒΗΜΑ, και επιβεβαιώθηκε από το στόμα του γραμματέα του κόμματος των Γερμανών χριστιανοδημοκρατών, «οι ιδέες για την πάταξη της φοροδιαφυγής και το «κυνήγι των ολιγαρχών» ηχούν σίγουρα καλά στα αφτιά τόσο των Γερμανών όσο και άλλων εταίρων», ούτως ή άλλως ήταν από τα γεγονότα επιβεβλημένο για την χώρα να αλλάξει η διαχείριση της από την αρτηριοσκληρωτική ΝΔ και το διεφθαρμένο ΠΑΣΟΚ σε μια πιο φρεσκαρισμένη και ανθρώπινη στον τύπο που προβάλει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Εάν οι σοσιαλιστές και οι δεξιοί βάλανε την Ελλάδα σε ζυγό ακραίας ταξικής οικονομικής πολιτικής είναι οι αριστεροί και οι λαϊκιστές δεξιοί που από εδώ και πέρα θα την διαχειριστούν με ένα πιο δίκαιο τρόπο χωρίς απρόβλεπτες εξελίξεις για το πολιτειακό ζήτημα της χώρας που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν με ακραίο τρόπο τον ιδιωτικό πλούτο.

Πέρα λοιπόν από το εάν είναι επί της ουσίας περισσότερο εσωτερικής κατανάλωσης το όλο θέαμα που παρακολουθούμε τις ημέρες αυτές έχει συμπαρασύρει και την αναγέννηση των «πλατειών» (φευ, σε φιλοκυβερνητική έκδοση αυτή τη φορά), τις επιπτώσεις που θα έχει αυτή η κοινωνική συναίνεση των ημερών που αναδύεται στην κριτική σκέψη και την πολιτική δράση είναι κάτι που θα φανεί στο μέλλον. Για την ώρα σίγουρο είναι πως η έννοια της «εθνικής κυριαρχίας» ή «της επιστροφής της δημοκρατίας στον τόπο που την γέννησε» έχει εντελώς πια παραγκωνισθεί σε οικονομικούς όρους, έτσι ανάλογα που η συζήτηση περί απεχθούς ή παράνομου χρέους και ο λογιστικός του έλεγχος έχουν πάρει την θέση τους στην ρητορική ενός «μνημονίου χωρίς λιτότητα» και «ενός διακανονισμού που θα συμφέρει και τον Γερμανό φορολογούμενο» και μένει ακόμα να δούμε αν θα γίνουν από την κυβέρνηση κάποιου είδους πολιτειακές προτάσεις για αλλαγές. Οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες μέχρι τώρα για επαναπρόσληψη απολυμένων, για πολιτική κοινωνικών τιμολογίων των δημόσιων αγαθών, για λύση στο κοινωνικό αδιέξοδο των κόκκινων τραπεζικών δανείων, για φορολόγηση στα πλαίσια μιας κοινής λογικής, και για βασικό μισθό στα επίπεδα αξιοπρεπούς φτώχειας, έχουν γίνει από τον πληθυσμό δεκτές με μεγάλη ανακούφιση αλλά από την άλλη οι κάθε είδους διθύραμβοι που ακούγονται και γράφονται τον τελευταίο καιρό για «νίκη επί του δόγματος Σοκ», «το τέλος της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας» και, «το θάνατο της λιτότητας ως πολιτική» είναι μάλλον προϊόντα αφελούς αισιοδοξίας και σε ουκ λίγες περιπτώσεις φιλοκυβερνητικής διάθεσης περισσότερο παρά αντικειμενικές προσεγγίσεις της πραγματικότητας. Ουδέν μεμπτό δεν θα υπήρχε βέβαια αν η εγχώρια αριστερά και τα κινήματα βάσης υποστήριζαν μια κυβέρνηση η οποία θα εγγυόντανε την εκπλήρωση των πολιτικών τους αιτημάτων και των κοινωνικών τους διεκδικήσεων. Όμως εκτός από κάποιες ρηχές οικονομικές διεκδικήσεις, τίποτα πολιτικό δεν έχει δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα των κινημάτων των τελευταίων ετών,** και όσον αφορά ζητήματα οικολογικού περιεχομένου όπως το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Απορριμμάτων (ΕΣΔΑ), το ρυθμιστικό σχέδιο, την παραγωγή ενέργειας, τον εξανδραποδισμό του αγροτικού κόσμου και την εξόρυξη χρυσού εκεί πραγματικά δεν σηκώνει κανενός είδους συμβιβασμού. Η κυβέρνηση ή θα υιοθετήσει ένα άλλο παραγωγικό σχέδιο εμπλέκοντας τις τοπικές κοινωνίες στην κυβερνητική διαβούλευση ή θα έρθει σε ευθεία σύγκρουση μαζί τους.

Αυτό που βλέπουμε όμως να συμβαίνει μοιάζει όλο και λιγότερο με μια υπόθεση «δυαδικής εξουσίας» και όλο περισσότερο με ιστορία «κινηματικής ανάθεσης» όπου διάφοροι «κινηματικοί εκπρόσωποι» καλούν την κυβέρνηση να υλοποιήσει τα αιτήματα τους λες και το ζήτημα των Σκουριών, των διοδίων ή των αγορών χωρίς μεσάζοντες πρόκειται για συντεχνιακό θέμα που το κίνημα περιμένει το βύσμα του από τον υπουργό να δώσει λύση. Με την λογική αυτή τα υπάρχοντα κινήματα αποκαλύπτουν την πολιτική τους γύμνια καθώς όλα αυτά τα χρόνια δεν δείξανε να έχουν τελικά καμία άλλη πολιτική εικόνα για τον εαυτό τους και δεχτήκανε να είναι το όχημα της αξιωματικής αντιπολίτευσης που το κυκλοφορούσε από την βουλή στον δρόμο. Αποτέλεσμα η αδιαμφισβήτητη κινηματική σαστιμάρα των ημερών που εκτονώνει την αμηχανία της σε φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις, έτσι όλο και πιο πολύ τα κινήματα γίνονται σιγά σίγα καθεστωτικοί φρουροί όσο και αν το τελευταίο ακούγεται εντελώς παράδοξο. Άλλωστε για το συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας δεν είναι και πρώτη φορά που τυχαίνει κάτι τέτοιο. Η περίοδος 1981/83 αποτέλεσε μια τέτοια παρένθεση συναίνεσης μεταξύ κυβέρνησης – κινήματος όχι βέβαια επάνω στην βάση ενός κοινωνικού μετασχηματισμού αλλά περισσότερο σε αυτή του κοινωνικού βολέματος καθώς με την κομματικοποίηση του εργατικού κινήματος της δεκαετίας του ’70 από το ΠΑΣΟΚ μετατράπηκαν τα αγωνιστικά συνδικάτα και οι συνεταιρισμοί του αγροτικού κόσμου σε κομματικές θερμοκοιτίδες και εφαλτήρια της εξουσίας. Η αποσύνθεση αυτή έφερε και την πλήρη απαξίωση του συνδικαλισμού και του συνεταιρισμού όπως την βιώνουμε σήμερα και εκεί που η κρατική καταστολή και οι διώξεις αποτύγχαναν για πάνω από 70 χρόνια κατάφερε μια σοσιαλιστική κυβέρνηση να τα αδειάσει από κόσμο μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία. Θα ήταν λυπηρό να επαναληφθεί το ίδιο και για τα κοινωνικά κινήματα και τις άμεσο δημοκρατικές διαδικασίες και να μετατραπούν σε μία νύκτα σε φιλοκυβερνητικά σχήματα απλά και μόνο παρασυρόμενα από οικονομικές προσδοκίες.

Κατά κάποιο τρόπο το θετικό με την κυβέρνηση της αριστεράς είναι πως διαλύει το μέχρι τώρα αφηρημένο και θολά συγκροτημένο «αντιμνημονιακό μέτωπο». Σε γενικές γραμμές μπορούμε τώρα να δούμε αυτούς που πιστεύουν πια πως με το «να φύγουν οι προηγούμενοι» και με το «τέλος της λιτότητας» έχει δικαιωθεί ο αντιμνημονιακός αγώνας και αυτοί είναι σίγουρα η πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Από τους ριζοσπάστες βλέπουμε αυτούς που υποδέχονται την αριστερή κυβέρνηση ως μια δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα ντόμινο εξελίξεων προς την κατεύθυνση του κοινωνικού μετασχηματισμού, πως τώρα είναι η ώρα να επιτευχθούν τα αιτήματα του κινήματος. Τέλος αυτούς που μάλλον αποτελούν την μειοψηφία και πιστεύουν πως είναι αδύνατη η σύνθεση των δύο προηγούμενων συνθηκών καθώς η εκπλήρωση οικονομικών αιτημάτων θα παραγκωνίσει τελείως τα πολιτικά. Πως «δημοκρατία και φιλολαϊκή κυβέρνηση» έχουν ταυτιστεί με ένα τελείως παραπλανητικό και μη πολίτικο τρόπο. Επιπλέον στο επιχείρημα πως η υπάρχουσα λιτότητα πρέπει να αρθεί προκειμένου να διεκδικήσουμε περισσότερες εξουσίες στα χέρια των πολιτών δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε γιατί δεν έγινε αυτό στα προηγούμενα χρόνια αφθονίας. Για όσους επιλέξουν και συνδέσουν την προοπτική χειραφέτησης της χώρας με την προοπτική επιτυχίας της αριστερής κυβέρνησης καλό είναι να προετοιμάζονται να μοιραστούν μαζί της και την κυβερνητική εντροπία.

*Δεν υπάρχει πιο παραπλανητικό μήνυμα, παρόλο που έχει γίνει αποδεκτό γενικά, από το σύνθημα «Να μην ζήσουμε σαν δούλοι» το οποίο εξισώνει την ζωή του οικονομικά εξαθλιωμένου με αυτή του δούλου. Δούλοι ήμασταν πολύ πριν ακόμα τα μνημόνια είτε με τις πολυδάπανες αγορές μας, τα ακριβά , και τις εξωτικές διακοπές από την στιγμή που ζούσαμε αδιάφοροι και αμέτοχοι για τον δημόσιο βίο. Καμία αλλαγή σε αυτό δεν έγινε από τότε.

**Υπάρχουν ασφαλώς και λαμπρές εξαιρέσεις όπως η πρόταση αυτοδιαχείρισης της υπηρεσίας ύδρευσης – αποχέτευσης Θεσσαλονίκης (Κίνηση 136), η πρόταση της πανελλαδικής συνέλευσης εργαζομένων στην ΕΡΤ για την επαναλειτουργία του δημόσιου φορέα ραδιοτηλεόρασης με κοινωνικό και εργατικό έλεγχο, οι πρωτοβουλίες για τη διαχείριση των απορριμμάτων, και αρκετές κινήσεις πολιτών που διεκδίκησαν με άμεσο δημοκρατικό τρόπο τους δήμους τους. Πέρα από αυτές τις περιπτώσεις τα υπόλοιπα κινήματα δεν θίξανε τον πυρήνα της εξουσίας, περισσότερο λειτουργήσανε αντιπολιτευτικά.

Πελατειακό κράτος και κυβέρνηση – διάλογος και προοπτικές

34-35a-thumb-large

Του Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Έχει ειπωθεί κατά καιρούς από εκπροσώπους όλων των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης πως είναι τεχνικά δύσκολο ή και αδύνατο να εντοπιστεί, να ελεγχθεί για παραβάσεις και να φορολογηθεί η – αριθμητικά ελαχιστότατη – ελληνική οικονομική ολιγαρχία. Η οικονομική ελίτ δηλαδή που σε στενή συνεργασία με την πολιτική εξουσία εδραίωσε το «στενό» πελατειακό κράτος. Ακούγεται μάλιστα πως αφού δεκαετίες τώρα δεν έγινε κάτι ουσιαστικό επ’αυτού, σήμερα είναι ακόμη πιο δύσκολο να γίνει σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον ανεξέλεγκτων χρηματοροών. Πλέον ο στενός πυρήνας των διαχρονικών (αριστοκρατικής καταβολής) εθνικών προμηθευτών και απομυζητών του δημόσιου χρήματος έχει διευρυνθεί και ισχυροποιηθεί, εμποτίζοντας όλες τις πτυχές της εγχώριας και εξωχώριας οικονομικής δραστηριότητας.

Την εν λόγω ελίτ έχουν πιάσει λίγο πολύ στο στόμα τους σχεδόν όλοι οι πολιτικοί ηγέτες, χρησιμοποιώντας μάλιστα – και κατά τους μεταπολιτευτικούς καιρούς – σκληρές εκφράσεις εναντίωσης. Ασφαλώς τόσο οι πολιτικοί όσο και οι δημοσιολόγοι έχουν καταπιαστεί (πολύ συχνότερα μάλιστα) και με το φαινόμενο μιας διευρυμένης μικρής και μικρομεσαίας πελατείας, αυτής που συνθέτει ένα «ευρύ» αυτή τη φορά πελατειακό κράτος. Στην δεύτερη περίπτωση μάλιστα ακούγονται πολύ συχνά επιχειρήματα ευτελούς λογικής που ενώ αγνοούν επιδεικτικά τον παράγοντα «ποσόστωση» (δηλαδή τα ποσοστά των χρηματικών ποσών που στερούν από το κράτος οι λίγοι ολιγάρχες σε σχέση με αυτά που του στερούν οι πολλοί και μικροί), ταυτοχρόνως υπερπροβάλλουν το φαινόμενο τονίζοντας την ευρύτητά του.

Αναφορές που, στα πλαίσια ενός εναλλασσόμενου δημοσιολογικού ρεπερτορίου, τη μια αποτελούν δυσφήμιση και ύβρη και την άλλη ευκαιρία για μεταρρυθμίσεις και πάταξη της διαφθοράς. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε μια συνολική εικόνα ενός αέναου φαύλου κύκλου, ενός άλυτου προβλήματος που εμπλέκει ασφαλώς τους λίγους ισχυρούς, αλλά συνάμα και το σύνολο του λαού. Με την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού η ισχυροποίηση των οικονομικών ολιγαρχών επέβαλε σταδιακά και παρασκηνιακά στην πολιτική εξουσία όλο και περισσότερους όρους εκβιασμού και πίεσης. Πιέσεις και εκβιασμοί που στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας, της οικονομικής ασφάλειας και της ησυχίας του λαού υπήρξαν ιδιαίτερα πειστικοί και ωφέλιμοι (τόσο για τους πολιτικούς, όσο και για τους ολιγάρχες).

Πολλές υπήρξαν και οι υποσχέσεις για εκκίνηση κεντρικών δράσεων από την πλευρά του κράτους που θα οδηγούσαν – κάποια αόριστη μελλοντική στιγμή – στην επίλυση αυτού του μεγάλου ζητήματος. Δράσεις που στην πραγματικότητα κανείς δεν γνωρίζει ποιες είναι ακριβώς και ποιους αφορούν (μόνο τους λίγους, μόνο τους πολλούς, και τους δυο, με εξαιρέσεις ή χωρίς), γεγονός στο οποίο συνέβαλε καθοριστικά το φαινόμενο της πολιτικής διαφθοράς σε συνδυασμό με την γιγαντιαία γραφειοκρατία, την επέλαση του τεχνοκρατισμού και τον εκφυλισμό της Δικαστικής εξουσίας.

Όπως και στο παρελθόν έτσι και σήμερα, η τρέχουσα κυβέρνηση έχει υποσχεθεί ότι θα αναλάβει κεντρικές δράσεις και δεδομένου του αφηγήματος του ΣΥΡΙΖΑ που τον φέρνει πιο κοντά στους αδύναμους και απέναντι στους ισχυρούς, είναι λογικό κανείς να αισιοδοξεί. Παρά τους κομματικούς μηχανισμούς που φέρει αξιωματικά στο σώμα της η σημερινή κυβέρνηση έχει ομολογουμένως μια νέα, διαφορετική χροιά. Απόρροια αυτής της χροιάς είναι και η καλή πίστη που της δόθηκε και που αφορά στην προγραμματική της συνέπεια και στις προθέσεις της να εντοπίσει και να υποχρεώσει τους λίγους και ισχυρούς να πληρώσουν τα αναλογούντα, αποτρέποντας την επιβολή νέων μέτρων στους αδύναμους. Η επιτυχία της σε αυτό το εγχείρημα δεν μπορεί παρά να είναι ευχή και προσδοκία της πλειοψηφίας των Ελλήνων.

Εδώ όμως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε εάν αυτές οι κεντρικές δράσεις (εάν όντως γίνουν πράξη κάποια στιγμή) θα αρκούσαν ώστε να βρεθεί ουσιαστική και τελική λύση. Η απάντηση είναι δυστυχώς αρνητική (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην μονιμότητα της λύσης) καθώς – εάν αυτή η λύση αφεθεί στο κεντρικό κράτος με την μορφή που έχει σήμερα- το φαινόμενο αυτό ακόμη και αν αντιμετωπιστεί πρόσκαιρα, σύντομα θα αναγεννηθεί.

Αυτό γιατί το πρόβλημα συνδέεται άμεσα με το ίδιο το πολίτευμα. Είναι ακριβώς η δομή του πολιτεύματος (κοινοβουλευτισμός και αντιπροσώπευση, δηλαδή η πίστη που δίνει ο πολίτης κάθε τέσσερα χρόνια στην κάλπη) και ασφαλώς η μετεξέλιξή του (μετακοινοβουλευτισμός), που επέτρεψε στην πολιτική εξουσία να ασκείται σχεδόν αποκλειστικά με όρους εμπορικούς-ανταλλακτικούς και με γνώμονα το συμφέρον των αγορών, αγνοώντας επιδεικτικά τη λαϊκή βούληση. Το αντάλλαγμα ή ίσως και η προϋπόθεση για την επικυριαρχία και ενίσχυση του «στενού» πελατειακού κράτους ήταν η δημιουργία ενός δεύτερου διευρυμένου πυρήνα πελατών (νεόπλουτοι, μικρό-επαίτες, επίδοξοι ταξικοί αναρριχητές κ.λπ.). Έτσι εξελίχθηκε η εμπορευματοποίηση των σχέσεων κράτους-πολίτη όπου οι όροι της αγοράς τελικά κυριάρχησαν «κατά κράτος». Αυτή η σχέση κράτους-πελάτη αυτοτροφοδοτείται και διαιωνίζεται μέσα από ένα εθνικής εμβέλειας (αλλά ασφαλώς όχι καθολικό) δίκτυο συνενοχής, ομερτάς, ανικανότητας, αφωνίας, κομματικοποίησης, απολιτικοποίησης, ιδιώτευσης και αιχμαλωσίας των συνειδήσεων. Γιατί θα ήταν τουλάχιστον αφελές, όσο και υβριστικό να θεωρήσει κανείς ότι το σύνολο των πολιτών, των πολιτικών και των οικονομικών παραγόντων αυτής της χώρας είναι διαπλεκόμενοι και διεφθαρμένοι. Εξίσου υβριστική και εξοργιστική είναι η θεώρηση που θέλει όλους τους πολίτες δυνάμει διεφθαρμένους, αρκεί να τους δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία και η συγκυρία.

Στους σημερινούς καιρούς βαθιάς οικονομικής κρίσης οι πολίτες, ενώ ενθυμούνται και αναγνωρίζουν το μέγεθος και τη σημασία του προβλήματος ως οικονομικού, αδυνατούν να εντοπίσουν την βαθιά πολιτική και κοινωνική του υπόσταση, έτσι ώστε να φανταστούν και επομένως να συμβάλουν ενεργά στη δημιουργία μιας νέας, διαφορετικής και απελευθερωμένης, από αυτή την χυδαία σχέση, κοινωνίας.

Το φαινόμενο είναι πολύ περισσότερο κοινωνικοπολιτικό και εκφράζεται πολύ εύστοχα από τον Γάλλο κοινωνιολόγο Πιέρ Ροζανβαλόν στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο του «Η κοινωνία των ίσων» (Εκδόσεις Πόλις) όπου και αναδεικνύει το «παράδοξο του Bossuet»… «στις μέρες μας έχουμε μια γενική απόρριψη της σημερινής μορφής της κοινωνίας, η οποία συνυπάρχει με μια μορφή αποδοχής των μηχανισμών που την παράγουν». Οι πολίτες λοιπόν ενώ απορρίπτουν – γενικά και αόριστα – αυτό το αρρωστημένο και χυδαίο σύστημα, ταυτόχρονα αποδέχονται σιωπηρά και φοβικά τους μηχανισμούς που διαιωνίζουν την ύπαρξή του. Η σιωπηρή αυτή αποδοχή και η πρόσδεση σε νοοτροπίες και συμπεριφορές που παραπέμπουν σε παλαιότερα καθεστώτα ιεραρχίας, υποταγής και ετερονομίας είναι και η βάση πάνω στην οποία εδράζεται και αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα το ίδιο το σύστημα.

Η βαρβαρότητα αυτού του συστήματος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο εάν απορρίψουμε τους μηχανισμούς που το αναπαράγουν και το διατηρούν ισχυρό. Όσοι από εμάς οραματίζονται και αγωνιούν για μια διαφορετική κοινωνία πραγματικής ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης αναζητούν και τα μέσα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυτή. Αξιόλογη προσπάθεια και ευκαιρία για διάλογο αποτελεί το φόρουμ – πολιτικό εργαστήρι «ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Προτάσεις για έναν άλλο κόσμο από κοινού» που διοργανώνεται από τις πρωτοβουλίες: Ηλιόσποροι (www.iliosporoi.net) και Reaserch & Degrowth Greece (www.degrowth.org), στις 20-22 Φεβρ. 2015 στο Πολυτεχνείο, Αμφιθέατρο Γκίνη (εδώ το πρόγραμμα του φόρουμ).

Η υπέρβαση του κοινοβουλευτισμού και της αντιπροσώπευσης, ο εμβολιασμός (έστω αρχικά) του πολιτεύματος με αμεσοδημοκρατικά εργαλεία, η πορεία επομένως προς την άμεση Δημοκρατία (όπου η θλιβερή σχέση κράτους-πελάτη θα μπορούσε να εκριζωθεί οριστικά), το πρόταγμα της αυτονομίας, η πολιτική παιδεία, η αυτοοργάνωση, η αποανάπτυξη (απομεγέθυνση) & παραγωγική ανασυγκρότηση, η αλληλέγγυα οικονομία, η αυτάρκεια, και η οικονομική αποκέντρωση είναι ισχυρά και πειστικά μέσα, τα οποία οφείλουμε να αναζητήσουμε, να συζητήσουμε και να διαδώσουμε.

Ο σαφής καθορισμός μιας πορείας πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού, για τον οποίο θα αξίζει να αγωνιστούμε συλλογικά, αποτελεί τόσο επιτακτική ανάγκη όσο και καθήκον.

Προοπτικές ανανέωσης και διεύρυνσης του Δημοκρατικού Εγχειρήματος

121226777]

Toυ Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Το παρόν κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια* προσέγγισης των προοπτικών για ανανέωση και διεύρυνση του αιτήματος των πολιτών για άμεση συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, τη θέσπιση και την εφαρμογή των νόμων. Η εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος – όπως αυτή διαμορφώθηκε και μέσα από της πλατείες των αγανακτισμένων του 2011 – είναι πολύτιμη και μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο σύμβουλο για την αποφυγή ατομικών/συλλογικών σφαλμάτων και παραλείψεων.

Πολλοί υπήρξαν οι παράγοντες που καθόρισαν την μετέπειτα πορεία του αιτήματος για άμεση Δημοκρατία, οι οποίοι και απέτρεψαν τη δημιουργία ενός ισχυρού και αυτόνομου Πολιτικού Σώματος…

Αρχικά οι κομματικές και οι συνδικαλιστικές αναμείξεις που είχαν σαν στόχο την οικειοποίηση ορισμένων δράσεων, συνέβαλαν καθοριστικά στον αποπροσανατολισμό και στην αποδυνάμωση του αιτήματος. Η θωράκιση ενός ανανεωμένου εγχειρήματος από κάθε είδους προσπάθεια κομματικής οικειοποίησης και εκμετάλλευσης μπορεί να το προστατέψει από τη φαγοκυττάρωσή του[1] από το αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα και κατ’ επέκταση από τη σταδιακή αποκινητοποίηση και εξαφάνισή του.

Παράλληλα η κατασταλτική κρατική βία σε συνδυασμό με τις αυτόκλητες δράσεις (υπερασπιστικού και/ή επιθετικού χαρακτήρα), οδήγησαν σε απονομιμοποίηση και αποδυνάμωση της μαζικότητας του κινήματος. Με τη σημερινή κυβέρνηση μπορεί να υπάρξει η προοπτική και το ενδεχόμενο, τουλάχιστον παροδικά, να αμβλυνθεί ο κατασταλτικός χαρακτήρας του κράτους που παραδοσιακά επέδειξαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Αν και θα ήταν υπερβολικό να μιλήσει κανείς για σιδηρά απολυταρχική στάση, αρκετές φορές, στο πρόσφατο παρελθόν, ξεπεράστηκε το σημείο ισορροπίας που διατηρεί ως κοινωνικά αποδεκτή την χρήση της νόμιμης κρατικής βίας. Είναι πιθανό η τρέχουσα κυβέρνηση να απαιτήσει λιγότερη εκχώρηση δικαιωμάτων από τον πολίτη προς όφελος της ευταξίας και της ασφάλειας [4]. Μία από τις κύριες μέριμνες επομένως θα πρέπει να είναι, η ειρηνική μαζικοποίηση ενός κινήματος το οποίο θα αυτό-προστατεύεται και δεν θα προσφέρει αφορμές για άσκηση κατασταλτικής βίας.

Τα κυρίαρχα ΜΜΕ έδρασαν κυρίως ανασταλτικά και αποπροσανατολιστικά παρά υποστηρικτικά. Ο επικοινωνιακός χάρτης σε ό,τι αφορά στην ελευθερία και την αμεροληψία των ΜΜΕ θα μπορούσε στο επόμενο διάστημα να αλλάξει προς το καλύτερο. Η συμβολή τους (αν και είναι πιθανό να παραμείνουν ή να μεταλλαχθούν σε φιλοκυβερνητικά) θα μπορούσε να αποδειχτεί θετική και ουσιαστική.

Ποικίλες ιδεολογικές μονολιθικότητες (ελευθεριακές, κομμουνιστικές, εθνικιστικές κλπ.) οδήγησαν σε κατακερματισμό, αναχωρητισμό και τελικά απομόνωση από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Η αναγέννηση αυτού του πολιτικού αιτήματος προϋποθέτει την Ένωση Πολιτών όπου κοινός στόχος θα είναι το Δημοκρατικό Εγχείρημα (ως θεσμική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος) και όχι η επικράτηση κάποιων ηγετικών φυσιογνωμιών και ιδεολογημάτων. Επομένως το ζητούμενο είναι ο κοινός στόχος και οι κοινός παρονομαστής και όχι οι διχαστικές διαφοροποιήσεις. Οι πιθανότητες επιτυχίας εξαρτώνται από την αναζήτηση της έλλογης σύνθεσης και της συλλογικής φαντασίας και όχι από την προσκόλληση σε ιδεολογικής φύσης εμμονές και δογματικούς ανταγωνισμούς.

Η πλήρης από-ιδεολογικοποίηση δεν είναι ούτε εφικτή ούτε κατ’ ανάγκη ωφέλιμη, η υπέρβαση όμως των ιδεολογικών κολλημάτων (σε ότι αφορά στη Δημοκρατία) είναι απαραίτητη.

Κοινός παρονομαστής σε αυτό το πολιτικό σώμα δεν μπορεί παρά να είναι το πολιτικό πάθος για ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη και έλεγχο της εξουσίας [2] [3]. Ένα πάθος το οποίο θα πηγάζει από τη βαθιά συνείδηση και πίστη στις τρείς αυτές θεμελιώδεις έννοιες καθώς και στην αναγκαιότητα για διαρκή έλεγχο της εξουσίας η οποία έχει μια έμφυτη ροπή στη διαφθορά. Το πάθος αυτό μπορεί να μετασχηματίσει ασύνδετες μάζες ανθρώπων που υποκινούνται κυρίως από ένστικτα σε πολίτες που θα ενεργούν βασιζόμενοι στη λογική.

Χωρίς αυτό το πάθος, η επικυριαρχία του πόθου για ατομική ευημερία (όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον καθένα) θα συνεχίσει να οδηγεί σε αντιφατικές στάσεις ζωής. Σε ανθρώπους δηλαδή που ενώ αναζητούν την ευημερία, πραγματώνουν την αδιαφορία και την ιδιώτευση παραδίδοντας το μέλλον τους σε αντιπροσώπους. Είναι ουσιώδης η αναγνώριση του ότι η ατομική ευημερία δεν μπορεί παρά να συμπορεύεται εξισωτικά με την συλλογική, καθώς και ότι δεν είναι συνώνυμο της επανάκτησης/αύξησης του επιπέδου κατανάλωσης, ούτε φυσικά μπορεί να επιτευχθεί με κάποιο μαγικό τρόπο, δεν γίνεται να προσφερθεί χωρίς προσωπική συμμετοχή και συλλογικότητα. Η συνεχής διεύρυνση της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας αποτελεί τραγικό και λυπηρό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Ο κίνδυνος κοινωνιών όπου ένα ελαχιστότατο ποσοστό πλουσίων και προνομιούχων θα ανησυχεί για την ασφάλειά του και ένα συντριπτικό ποσοστό ανθρώπων θα ανησυχεί τόσο για την ασφάλειά του όσο και για την επιβίωσή του, είναι ήδη ορατός.

Όταν μια κοινωνία πολιτών λειτουργήσει αυτόνομα σε μια δημόσια σφαίρα έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τους θεσμούς και τις δομές που την διέπουν, έτσι ώστε να αποφασίσει τι θα μεταβάλει, τι θα καταργήσει και τι θα αποδεχθεί[3]. Η πολιτική εξουσία όπως εκφράζεται μέσω της αντιπροσώπευσης εκμεταλλεύεται διαχρονικά το μονοπώλιο του ορισμού των εννοιών περί νομιμότητας, κοινού συμφέροντος επηρεάζοντας καταλυτικά το Λόγο του πολίτη έτσι ώστε αυτός να έρθει σε θέση ταυτόσημη με τη δική της [3][4]. Με αυτό τον τρόπο ο Συλλογικός Λόγος [3][4] παρουσιάζεται εσφαλμένα ως μια γνήσια σύνθεση του Ατομικού, ενώ στην πραγματικότητα διαμορφώνεται και κατευθύνεται από την ίδια την πολιτική εξουσία.

Άλλωστε οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις μεταθέτουν συνεχώς στο μέλλον (ενταφιάζοντας έννοιες όπως η κλήρωση και η ανακλητότητα) την ουσιαστική αναθεώρηση του Συντάγματος, τόσο σε ότι αφορά στις ασυλίες, την ατιμωρησία και τα προνόμια του πολιτικού προσωπικού όσο και σε ότι αφορά στην υιοθέτηση – έστω και αδύναμων – αμεσοδημοκρατικών εργαλείων. Ενδεικτική είναι η αναθεώρηση του 1986 κατά την οποία ο θεσμός του δημοψηφίσματος κατ’ ουσία απενεργοποιήθηκε καθώς πέρασε από τις προεδρικές εξουσίες στην κυβέρνηση. Το εγχείρημα επομένως, θα πρέπει να έχει ως βασικό του στόχο την μετουσίωση του παρόντος πολιτικού συστήματος. Οι πολιτειακές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και οι θεσμικές αλλαγές [2] μπορούν να επιτευχθούν μόνον εάν αποφασιστούν συλλογικά και αυτόνομα. Ώστε από αυτή την προσπάθεια να προκύψει ένα γνήσιο έργο σύνθεσης, ένα διηνεκές εγχείρημα για τη υπέρβαση και/ή συνάρθρωση των όποιων αντιφάσεων. Ο δρόμος προς τη Δημοκρατία για να μην αναιρεί την ίδια της τη φύση οφείλει να συνθέτει συλλογικά και να εξελίσσεται δυναμικά.

Η αντίληψη και η αποδοχή του γεγονότος ότι τα οικονομικής φύσης στοιχεία της σύγχρονης κρίσης είναι μόνο μερικά από τα συμπτώματα μιας χρόνιας, βαθύτερης και σύνθετης ασθένειας στενά συνδεδεμένης με την αντιπροσώπευση, χαράσσει το αρχικό και αναγκαίο τμήμα μιας διαδρομής που θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν πολιτικό τρόπο προσέγγισης με σκοπό την ίαση από την ασθένεια και όχι απλά την πρόσκαιρη ή ευκαιριακή αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της.

Εφόσον έχει εκχωρηθεί στην πολιτική εξουσία το δικαίωμα να δημιουργεί και να διαπραγματεύεται αξίες, θεσμούς, χρέη, δανεισμούς κ.λπ., ο πολίτης έχει κάθε δικαίωμα να επαναδιαπραγματευθεί το – εμφανώς πλέον – δυσλειτουργικό και μη συλλογικά ωφέλιμο κοινωνικό συμβόλαιο που έχει συνάψει μαζί της.

* Ο συντάκτης δεν φιλοδοξεί να υποδυθεί τον Κύριο των εννοιών ούτε ασφαλώς τον ειδικό. Το κείμενο αυτό αποτελεί μια προσπάθεια αναζήτησης, μελέτης, κατανόησης, σύνθεσης και προσέγγισης της Δημοκρατίας.

[1] Ο όρος φαγοκυττάρωση χρησιμοποιείται εδώ μεταφορικά. Ορίζεται ως εγκόλπωση οργανικών ή ανόργανων σωματιδίων από τα φαγοκύτταρα και προϋποθέτει καταρχήν, την αναγνώριση αυτών των σωματιδίων ως ξένων.

[2] Γιώργου Ν. Οικονόμου. «Άμεση Δημοκρατία, αρχές επιχειρήματα, δυνατότητες» Εκδόσεις Αθήνα 2014, Εκδόσεις Παπαζήση.

[3] Κορνήλιου Καστοριάδη, «Η Ορθολογικότητα του Καπιταλισμού», Αθήνα 1998 εκδ. Έψιλον και «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας», Αθήνα, 1985 (1978)

[4] Γιώργου Ν. Πολίτη «Το δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής – Η νόμιμη άμυνα στην αυθαίρετη εξουσία», Αθήνα 2012, Εκδόσεις Ψυχογιός.

Οι εκλογές σε συνθήκες μετακοινοβουλευτισμού

C1C6BAEF-C82A-4735-B3CC-4D2DF88B3DA8

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 20 Ιανουαρίου 2015]

Του Γιώργου Ν. Οικονόμου

Ακόμη μία φορά η κοινωνία σέρνεται σε εκλογές, χωρίς ουσιαστική ενημέρωση, πληροφόρηση και συμμετοχή σε αυτά που συμβαίνουν. Άλλη μία φορά καλείται να επικυρώσει το ολιγαρχικό κομματοκρατικό σύστημα που οδήγησε στην χρεοκοπία και είναι ανίκανο να σταματήσει την ολέθρια πορεία. Πάλι η κοινωνία είναι έτοιμη να αναθέσει τις τύχες και το μέλλον της σε αμφιλεγόμενους πολιτικούς, προβληματικά κόμματα, σε γραφειοκρατικές διακυβερνήσεις και θνησιγενή προγράμματα.

Πράγματι, η κομματική αντιπαράθεση εδώ και πέντε έτη εγκλώβισε τη συζήτηση στο δίπολο «μνημόνιο – αντιμνημόνιο», «τρόικα – αντιτρόικα». Οι μεν ισχυρίζονται ότι θα σώσουν τη χώρα με το μνημόνιο και το ευρώ, ενώ οι δε ότι θα σώσουν την κοινωνία από το μνημόνιο και από το ευρώ. Αυτό όμως που κατάφεραν και οι δύο πλευρές ήταν να σώσουν το αποτυχημένο και παραπέον σύστημα, βοηθώντας το να διατηρηθεί άθικτο χωρίς αναδόμηση, αναδιάρθρωση και ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές. Αυτά τα αντιθετικά δίπολα-διλήμματα, συγκαλύπτουν το ουσιαστικό και θεμελιώδες πρόβλημα της χώρας, που είναι η ανάγκη για βαθειές πολιτειακές και θεσμικές αλλαγές, οι οποίες λείπουν εκκωφαντικά από τις διαθέσεις και τα προγράμματα όλων των κομμάτων.

Ταυτοχρόνως λείπουν από την κοινωνία το όραμα, η επιθυμία και η βούληση για ριζικές αλλαγές, οι οποίες θα αφαιρέσουν εξουσία, προνόμια και πλούτο από τους παραδοσιακούς κατόχους και θα επιτρέψουν τη συμμετοχή των ατόμων στη λήψη των αποφάσεων και στη θέσπιση των νόμων. Χωρίς αυτή τη συμμετοχή δεν είναι δυνατόν να βρεθεί διέξοδος στην καταστροφική πορεία, διότι ένας από τους λόγους για την πορεία αυτή ήταν η πολιτική απουσία της κοινωνίας. Επίσης, οι δήθεν ειδικοί αποδείχθηκαν ανίκανοι, διαπλεκόμενοι και διεφθαρμένοι, ενώ η εκλογική νίκη δεν προσπορίζει την ουσιαστική εξουσία, η οποία στην πραγματικότητα ασκείται από την ολιγαρχία των τραπεζών, των επιχειρήσεων, των ΜΜΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αλήθεια αυτή επιβεβαιώνεται και από την σημερινή εικόνα των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων, τα οποία, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, έχουν μεταλλαχθεί σε μετα-αντιπροσωπευτικά, μετα-κοινοβουλευτικά πολιτεύματα. Ενώ δηλαδή διατηρούν ακόμη το κοινοβούλιο και τις εκλογές εν τούτοις αυτά δεν παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, διότι οι τελευταίες λαμβάνονται από τις αγορές, από κέντρα που δεν έχουν εκλεγεί από τις κοινωνίες. Σε αυτό συνετέλεσε η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και χρηματιστικοποίησης εκ μέρους των μεγάλων επιχειρήσεων, των τραπεζών και χρηματιστηρίων με τη βοήθεια των κοινοβουλίων όλων των δυτικών χωρών. Έτσι οι αποφάσεις λαμβάνονται όχι μόνο ερήμην της κοινωνίας αλλά και ερήμην του κοινοβουλίου. Αυτό σημαίνει απουσία τόσο δημοκρατίας όσο και αντιπροσώπευσης. Η κατάσταση αυτή έχει λάβει ακραία μορφή στην περίπτωση της Ελλάδας, στην οποία είναι έκδηλη η ανάθεση των αποφάσεων σε κέντρα εκτός της κοινωνίας και του κοινοβουλίου, στην εξωθεσμική τρόικα. Στο πλαίσιο αυτό οι εκλογές δεν συνιστούν ουσιαστικό όργανο πολιτικής και αντιπροσώπευσης. Δεν λύνουν τα θεμελιώδη προβλήματα. το κύριο που καταφέρνουν είναι να τα συγκαλύπτουν, να τα οξύνουν ή να τα μεταθέτουν. Το μόνο που επιτρέπουν οι εκλογές είναι η διαχείριση της εξουσίας προς όφελος των κομμάτων, των ισχυρών και της ολιγαρχικής ελίτ. Επί πλέον η άποψη πως τα κόμματα μπορούν να επαναφέρουν το κοινοβούλιο στην προτέρα κατάστασή του για να αποφασίζει κυριαρχικώς είναι φαύλος κύκλος, αφού από την προτέρα κατάσταση μεταλλάχθηκε σε μετακοινοβουλευτισμό εν πλήρει γνώσει και συνειδήσει.

Από την άλλη, η εκλογική διαδικασία δεν δανείσθηκε τυχαίως όρους από την στρατιωτική και πολεμική ορολογία. Πρόκειται ακριβώς περί εκστρατείας, με όλη τη σημασία της λέξεως, που έχει σκοπό να αλώσει τη συνείδηση και να κάμψει τη θέληση των ανθρώπων, έτσι ώστε αυτοί, βομβαρδισμένοι με προεκλογικές υποσχέσεις, βαρύγδουπα συνθήματα, λεηλατημένοι από την πλύση εγκεφάλου, τους εκβιαστικούς μονόδρομους και τα εκφοβιστικά διλήμματα, να συρθούν εξουθενωμένοι και καθημαγμένοι στις κάλπες, να παραδοθούν και να παραδώσουν την εξουσία στα κόμματα, στους ολίγους. Ο αντίπαλος, δηλαδή, στην προεκλογική εκστρατεία, δεν είναι ο άλλος υποψήφιος ή το άλλο κόμμα – αυτοί, λίγο ή πολύ, είναι οι κερδισμένοι και οι νικητές, επειδή ούτως ή άλλως συμμετέχουν στη διανομή της εξουσίας και επωφελούνται από αυτήν. Ο ουσιαστικός αντίπαλος είναι οι πολλοί, οι οποίοι πρέπει να καμφθούν και να αλλοτριωθούν πολιτικώς, να καταντήσουν ψηφοφόροι, να παραδώσουν τα ψήγματα ελεύθερης σκέψης και πολιτικής δύναμης που κατέχουν στους ολίγους κομματικούς. Έτσι όμως χάνεται τόσο η διέξοδος από τη χρεοκοπία και την παρακμή όσο και το όραμα της δημοκρατίας. Οι μεγάλοι ηττημένοι των εκλογών είναι η κοινωνία και η δημοκρατία.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων τι μπορεί να κάνει η χειμαζόμενη κοινωνία; Η μόνη δύναμη που έχει η κοινωνία είναι η εφεδρεία της επανάστασης, λέει η Χάννα Άρεντ και συμφωνεί ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Επανάσταση δεν σημαίνει όπλα, φόνοι, εμφύλιοι και κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων, με τη μαρξιστική και λενινιστική έννοια, αλλά μία κινητοποίηση του κοινωνικού πλήθους για ριζοσπαστικές αλλαγές, για θεσμική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος. Προαπαιτούμενο είναι η κοινωνία να συμπεριφερθεί όχι ως εκλογικό παθητικό ενεργούμενο, αλλά ως ενεργητικό πολιτικό υποκείμενο, ως αυτόνομη συλλογικότητα με βούληση και όραμα για μία δημοκρατική κοινωνία.

Guanyem Barcelona: φόρος τιμής στην (εφικτή;) ουτοπία

Μέσω της Δημοτοπίας

«Ζούμε σε μια εξαιρετική εποχή που απαιτεί γενναίες, δημιουργικές πρωτοβουλίες. Αν είμαστε ικανοί να φανταστούμε μια άλλη πόλη, τότε έχουμε τη δύναμη να την μεταμορφώσουμε..»

Μια πολύ ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία για τη διεκδίκηση του δήμου Βαρκελώνης έκανε πρόσφατα την εμφάνιση της μέσω μιας πλατφόρμας που ονομάζεται GuanyemBarcelona [Ας νικήσει η Βαρκελώνη], η οποία ξεκίνησε από μια ομάδα ανθρώπων της πόλης αποτελούμενη από διανοούμενους, εργαζόμενους  και ακτιβιστές στα τοπικά κινήματα. Μεταξύ των τελευταίων και η Ada Colau, που είναι γνωστή στην Ισπανία ως η εκπρόσωπος της PAH ένα κίνημα σε όλη τη χώρα που βοηθά τα θύματα των εξώσεων από τις τράπεζες. Ακόμα κι αν στόχος της GuanyemBarcelona είναι να κερδίσει τις επόμενες δημοτικές εκλογές, το Μάιο του 2015, δεν πρόκειται για ένα πολιτικό κόμμα ως τέτοιο. Μάλλον, είναι μια πρόσκληση σε υφιστάμενα κοινωνικά κινήματα και πολιτικές οργανώσεις καθώς και σε απλούς πολίτες να επιστρέψουν την πολιτική στους πολίτες και να συσπειρωθούν γύρω από τέσσερις βασικούς στόχους:

    1. Να διασφαλιστούν τα βασικά δικαιώματα και μια αξιοπρεπή ζωή για όλους.
    2. Να προωθηθεί μια οικονομία η οποία δίνει προτεραιότητα στην κοινωνική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη.
    3. Να εκδημοκρατιστούν οι θεσμοί και να δοθεί η δυνατότητα στους ανθρώπους να αποφασίσουν σε τι είδους πόλη θέλουν να ζήσουν.
    4. Να δεσμευτεί από ένα νέο ηθικό συμβόλαιο η σχέση μεταξύ των πολιτών και των αντιπροσώπων.

Σε επίπεδο αυτοδιοίκησης έχουν ήδη ξεκινήσει σε πολλές ισπανικές πόλεις δικές τους «ας κερδίσει» πρωτοβουλίες, συμπεριλαμβανομένων των GanemosMadrid, GanemosSevilla, GanemosMálaga, GanemosValladolid, GanemosLasPalmas, GanemosAlmería, και GanemosToled και προσπαθούν να ανοίξουν διόδους επιρροής των κινημάτων και των απλών πολιτών στους κυρίαρχους θεσμούς, πρεσβεύοντας μια άλλη αντίληψη για την αντιπροσώπευση, όπου οι αντιπρόσωποι δεν θα διαχωρίζονται από τους πολίτες και δεν θα ασκούν εξουσία επάνω τους, αλλά αντιθέτως θα ανοίγουν τους θεσμούς στην άμεση και διαρκή επιρροή των πολιτών. Οι κινήσεις Ganemos ανά την Ισπανία συμβαδίζουν έτσι με τη λογική που εκφράζει το PODEMOS σε επίπεδο κεντρικού κράτους και κεντρικής κυβέρνησης, αλλά παραμένουν πολύ πιο οριζόντιες και αμεσοδημοκρατικές (ελέγχονται από τοπικές συνελεύσεις, δεν έχουν δημιουργήσει κάθετες γραφειοκρατίες κλπ.) σε σύγκριση με το PODEMOS για την ώρα.

Ακολουθεί η ελληνική μετάφραση του μανιφέστου/καλέσματος της GuanyemBarcelona τον Ιούνιο του 2014 (που βρίσκεται στην ιστοσελίδα της GuanyemBarcelona)

GuanyemBarcelona. Ας νικήσει η Βαρκελώνη.

Ζούμε σε μια εποχή βαθιών αλλαγών. Αξιοποιώντας το πλαίσιο της κρίσης,οι οικονομικές δυνάμεις έχουν ξεκινήσει μια ανοιχτή επίθεση στα δικαιώματα και τις κοινωνικές κατακτήσεις της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Ωστόσο, η επιθυμία για πραγματική δημοκρατία είναι ολοένα και πιο έντονη στις πλατείες, στο δρόμο, στο διαδίκτυο, αλλά και στις κάλπες. Τα τελευταία χρόνια, πλήθος κινημάτων και πρωτοβουλίες πολιτών έχουν καταγγείλει την απάτη από την οποία υποφέρουμε και έχουν αποδείξει την αδυναμία της παλαιάς πολιτικής να δώσει απάντηση στις ανάγκες του κόσμου. Οι πρωτοβουλίες αυτές, ωστόσο, έχουν συχνά συναντηθεί με την αλαζονεία μερικών ελίτ που αισθάνονται ατιμώρητοι, που δεν διορθώνουντα λάθη τους και που τώρα θέλουν να μας επιβάλουν μια ακόμα μεταπολίτευση (Transicion), έτσι ώστε τίποτα να μην αλλάξει. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να επιτρέψουμε έναν θεσμικό αποκλεισμό από τα πάνω που μας αφήνει χωρίς μέλλον. Πρέπει να ενισχύσουμε, περισσότερο από ποτέ, τον κοινωνικό ιστό και τους αυτοοργανωμένους χώρους πολιτών.

Αλλά έχει έρθει επίσης η ώρα να επανοικειοποιηθούμε τους θεσμούς για να τους διαθέσουμε στην υπηρεσία των πλειοψηφιών και του κοινού καλού. Για να αποδείξουμε ότι μπορούμε να δράσουμε αλλιώς πρέπει να πάμε βήμα-βήμα. Και το πρώτο βήμα είναι να ξεκινήσουμε από ό,τι γνωρίζουμε από κοντά: τον δήμο, την πόλη μας, τις γειτονιές μας.

Η Βαρκελώνη είναι ένας αποφασιστικός χώρος για να προωθήσουμε την δημοκρατική εξέγερση που χρειάζεται. Πρώτον, επειδή έχει ήδη έναν συνεργατικό και διεκδικητικό ιστό ικανό να πραγματοποιήσει φιλόδοξα ανατρεπτικά σχέδια. Δεύτερον, διότι μια δημοκρατική εξέγερση στη Βαρκελώνη δεν θα ήταν ένα καθαρά τοπικό φαινόμενο. Θα συνδεόταν με πολλές παρόμοιες πρωτοβουλίες βάσης που προσπαθούν να διαλύσουν το σημερινό πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Στη χώρα μας (Καταλονία), σε όλο το Ισπανικό κράτος και στην Ευρώπη.

Επειδή πιστεύουμε στο δικαίωμα της επιλογής, θέλουμε να επιλέξουμε, εδώ και τώρα, πως πρέπει να είναι η Βαρκελώνη που χρειαζόμαστε και επιθυμούμε. Θέλουμε μια πόλη που να προωθεί την ειλικρίνεια των κυβερνώντων και να αποτρέπει την μαφιόζικη συνομωσία πολιτικής και χρήματος. Πρέπει να βάλουμε ένα τέλος στη συσσώρευση των αξιωμάτων, να περιορίσουμε αποζημιώσεις και θητείες, να προωθήσουμε διαφανείς ατζέντες και να δημιουργήσουμε αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου των δημοσίων ιθυνόντων. Θέλουμε ένα νέο ηθικό συμβόλαιο μεταξύ των πολιτών και των αντιπροσώπων. Πρέπει να βρούμε τον τρόπο να περιορίσουμε και να αντιστρέψουμε τις προσβλητικές ανισότητες που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια. Θέλουμε μια πόλη χωρίς εξώσεις και υποσιτισμό, όπου ο κόσμος δεν θα βλέπει τον εαυτό του καταδικασμένο να ζει στο σκοτάδι ή να υποφέρει από καταχρηστικές αυξήσεις στις τιμές των μέσων μαζικής μεταφοράς. Η πρόσβαση στη στέγαση, στην εκπαίδευση, στην υγεία, και σε ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα θα πρέπει να είναι εγγυημένα δικαιώματα για όλους και όχι προνόμια διαθέσιμα σε μια μειονότητα.

Θέλουμε μια πραγματική μητροπολιτική δημοκρατία, που απαιτεί από τους εκπροσώπους να διοικούν υπακούοντας. Μια δημοκρατία με αποκέντρωση και άμεση εκλογή τοπικών συμβούλων, με κοινωνικό έλεγχο επί των προϋπολογισμών και με πρωτοβουλίες και δημόσιες δεσμευτικές διαβουλεύσεις που να βοηθάνε στη λήψη κοινών και νομιμοποιημένων αποφάσεων.
Χρειαζόμαστε μια Βαρκελώνη φιλόξενη αλλά επίσης διαθέσιμη να σταθεί απέναντι στα μεγάλα οικονομικά, μεσιτικά και τουριστικά λόμπι. Χρειαζόμαστε θεσμούς που ποντάρουν στην κοινωνική οικονομία και τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας. Οι Συμβάσεις δημοσίων έργων πρέπει να συμμορφώνονται με τα κριτήρια της κοινωνικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης.

Δεν θέλουμε μια πόλη που πουλάει την αστική της κληρονομιά στον καλύτερο πλειοδότη. Θέλουμε θεσμούς που θα επανακτήσουν τον δημοκρατικό έλεγχο του νερού, που θα προωθήσουν δημοσιονομικά και πολεοδομικά μέτρα για τον τερματισμό της κερδοσκοπίας με αντικείμενο τη γη και θα προωθήσουν περιβαλλοντικά βιώσιμες πολιτικές για την ενέργεια και τις μεταφορές. Πολλές από αυτές τις πρωτοβουλίες υποστηρίζονται, εδώ και καιρό, από κοινωνικά κινήματα, κινήματα γειτονιάς και συνδικαλιστικά κινήματα καθώς και από διαφορετικές πολιτικές οργανώσεις. Αλλά δεν μπορούν να ριζώσουν δίχως την ευρεία συμμετοχή της κοινωνίας.

Η διάσωση της δημοκρατίας από τις δυνάμεις που την κρατούν αιχμάλωτη είναι ένας δύσκολος στόχος, φιλόδοξος, αλλά ταυτόχρονα συναρπαστικός. Απαιτεί την δημιουργία νέων εργαλείων κοινωνικού συντονισμού και πολιτικής παρέμβασης, όπου να συναντάται ο οργανωμένος κόσμος με αυτόν που αρχίζει να κινητοποιείται. Ο κόσμος που μάχεται εδώ και καιρό με τον κόσμο που αισθάνεται εξαπατημένος αλλά λαχταρά να ενθουσιαστεί με ένα κοινό πρόταγμα. Για αυτό προωθούμε αυτή την πλατφόρμα πολιτών. Για να οικοδομήσουμε μια πολυσυμμετοχική, νικηφόρα υποψηφιότητα των πλειοψηφιών που να έχει παρουσία στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, στον κόσμο του πολιτισμού και να μας επιτρέψει να μεταμορφώσουμε τους θεσμούς προς όφελος του κόσμου.

Δεν επιθυμούμε ούτε έναν κομματικό συνασπισμό ούτε έναν απλό κομματικό συνδυασμό. Θέλουμε να ξεφύγουμε από τις παλιές κομματικές λογικές και να κατασκευάσουμε νέους χώρους που, σεβόμενοι την ταυτότητα του καθενός, θα είναι κάτι πέρα από το αριθμητικό άθροισμα των μερών που την αποτελούν. Πιστεύουμε ότι η πόλη μας συγκεντρώνει τις συνθήκες για να καταστεί αυτό δυνατό.

Δεν υπάρχει μια μαγική φόρμουλα για να λύσει τα προβλήματα που θα συναντήσουμε κατά μήκος της διαδρομής. Θα πρέπει να προχωρήσουμε ρωτώντας και πρέπει να το κάνουμε χωρίς φόβο. Οι καλύτερες εμπειρίες μας δείχνουν ότι αν οργανωθούμε με βάση την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων και πρακτικών, μπορούμε να επιτύχουμε στόχους που φαινόντουσαν αδύνατοι.

Παρά τη σκληρότητα της κρίσης, έχει ανοίξει ένα ιστορικό ρήγμα που δεν μπορούμε ούτε θέλουμε να μην εκμεταλλευτούμε. Ζούμε εξαιρετικές περιστάσεις που απαιτούν τολμηρές και δημιουργικές πρωτοβουλίες. Αν μπορούμε να φανταστούμε μια άλλη πόλη, έχουμε τη δύναμη να την μεταμορφώσουμε. Σε προσκαλούμε να σκεφτούμε μαζί στις 26 Ιουνίου. Για μας, για όσους έχουν προηγηθεί στην προσπάθεια και για αυτούς που θα έρθουν. Έχει φτάσει η ώρα να αποδείξουμε ότι είναι δυνατό να οικοδομήσουμε μια διαφορετική πόλη.

Έχει φτάσει η στιγμή να κερδίσουμε την Βαρκελώνη.