Menu

EAGAINST.com

Σεξισμός και βία δεν έπεσαν από τον ουρανό

Της Ελιάνας Καναβέλη via: Η Αυγή

Ας ξεκινήσουμε από τα γνωστά. Βρισκόμαστε σε κρίση. H κυρίαρχη αφήγηση της κρίσης διατρέχει πια ολόκληρη την ύπαρξη και την καθημερινότητά μας και ενισχύεται μέσα από τη συνεχή, δημόσια και μαζική εκφορά του από πολιτικούς, επιστήμονες, δημοσιογράφους και κάθε λογής «ειδικούς». Η κρίση φαίνεται ότι έχει διαταράξει σε μεγάλο βαθμό τις ισορροπίες στις κοινωνικές σχέσεις. Οι κοινωνικές σχέσεις είχαν δομηθεί πάνω σε βεβαιότητες οι οποίες, στο σημερινό συγκείμενο, μοιάζουν πια μόνο αβέβαιες. Για παράδειγμα, η πρόσβαση σε μια καλή και προσιτή εκπαίδευση για όλους και στη συνέχεια η εύρεση μιας ικανοποιητικής εργασίας γίνεται όλο και δυσκολότερη. Κυρίαρχη πια είναι η ανεργία ή στην καλύτερη περίπτωση η επισφαλής, ανασφάλιστη εργασία. Το κράτος πρόνοιας, στο οποίο ο πολίτης είχε «κοιμίσει» όλη την επαναστατικότητά του, χάνεται σταδιακά και ο πολίτης χάνει την βεβαιότητα ότι το κράτος θα υπερασπιστεί τα δικαιώματά του ή θα τα διασφαλίσει με οποιοδήποτε κόστος. Το κράτος προστάτης-φύλακας και η σταθερή εργασία είναι μερικές μόνο από τις πολλές βεβαιότητες που δημιούργησαν ένα κυρίαρχο κοινωνικό φαντασιακό, το οποίο για δεκαετίες έμοιαζε ακλόνητο.

Όλες αυτές οι βεβαιότητες χτίστηκαν πάνω στο αφήγημα της ασφάλειας. Μιας ασφάλειας που φρόντισε για τη δημιουργία καλών, ήσυχων παιδιών-πολιτών, που θα είναι τόσο απασχολημένοι με τη διατήρηση της ασφάλειάς τους και της υπάρχουσας κατάστασής τους, που θα την υπερασπιστούν με τον καλύτερο τρόπο, με αδράνεια και απάθεια. Η θέση τους και η εξέλιξή τους στην κοινωνική ιεραρχία επιτυγχάνεται μέσω μιας σειράς πολιτικών και κοινωνικών προνομίων, τα οποία συνδέονται άρρηκτα με το χρώμα του δέρματος, τη σεξουαλική ταυτότητα, την αρτιμέλεια, την εθνική ταυτότητα, την ιδιοκτησία. Οι προνομιούχοι αυτοί διεκδικούν προφανώς με διάφορους τρόπους να τα συντηρήσουν και να τα αναπτύξουν περαιτέρω. Η ύπαρξη αυτών οριοθετείται και αντιπαραβάλλεται με τη θέση των ‘άλλων’. Αυτών που αντιπροσωπεύουν την ανασφάλεια, που ζουν καθημερινά μέσα σε αυτή, είτε στην κρίση είτε στην ευημερία. Αυτών που ούτως ή άλλως δεν έχουν τίποτα να χάσουν και η θέση τους δεν τους εξασφαλίζει καμία δυνατότητα να ονειρεύονται έστω μια κάποια σταθερότητα.

Και καθώς η κρίση ροκανίζει τις βεβαιότητες, στις οποίες δομήθηκε η νεοελληνική κοινωνία, παρατηρούμε μια έξαρση των φαινομένων βίας. Η «ψυχολογιοποίηση» ως κοινωνική απόδοση της κρίσης νομιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό βίαιες πρακτικές. Η έξαρση της βίας δηλαδή προσπαθεί να δικαιολογηθεί μέσα από την ύπαρξη της κρίσης. Οι βίαιες αντιδράσεις των υποκειμένων βρίσκουν πια ένα βολικό άλλοθι να εκφραστούν, γιατί, ας μην γελιόμαστε, η βία προϋπήρχε της κρίσης, απλώς συγκαλυπτόταν κάτω από τον μανδύα του καθωσπρεπισμού και μιας ευημερίας που δεν δικαιολογεί τέτοια φαινόμενα. Τώρα που το αφήγημα της ασφάλειας κλυδωνίζεται επικίνδυνα, επιστρατεύεται η βία, σε μεγαλύτερες δόσεις και με απευθείας κάλυψη, για να συντηρήσει το αφήγημα της κανονικότητας. Η προβολή της βίας δεν συμβαίνει τόσο για να ευαισθητοποιήσει και για να μας ενημερώσει για αυτή, αλλά για να «νομιμοποιήσει» μεθόδους, λόγους και πολιτικές ενίσχυσής της. Τέτοιες πρακτικές εκφράζονται μέσα από την αντι-μεταναστευτική πολιτική, την εντατικοποίηση και ενίσχυση της κρατικής καταστολής, την υγειονομική περιχαράκωση του πολιτικού ως εθνικού χώρου και επιστροφή στις συντηρητικές και σταθερές αξίες του αφηγήματος: «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια».

Πρέπει όμως κάποιες βεβαιότητες να συνεχίζουν να υπάρχουν, προκειμένου να βρίσκουν τρόπους το έθνος, η φυλή, το φύλο να αναπαράγονται. Στην εποχή της κρίσης οι έμφυλες, σεξουαλικές αντιλήψεις και πρακτικές που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία μπαίνουν στο στόχαστρο και φυσικά όχι προς την κατεύθυνση της αλλαγής και του μετασχηματισμού των κυρίαρχων αξιών και αφηγημάτων αναφορικά με αυτές. Παρατηρείται, λοιπόν, ότι στο πλαίσιο της διατήρησης μιας συγκεκριμένης ετεροκανονικής, αρρενωπής ταυτότητας, η οποία εγγυάται με τον καλύτερο τρόπο την αναπαραγωγή του έθνους, θέτει στο στόχαστρο οποιαδήποτε άλλη απειλητική και αλλόκοτη ταυτότητα. Απόρροια αυτής της αντίληψης είναι η ολοένα και συχνότερη παραγωγή μιας ομοφοβικής, μισογυνικής και σεξιστικής κυρίαρχης κουλτούρας, εκφραζόμενης αρκετές φορές μέσω βίαιων πρακτικών. Μια κουλτούρα που κερδίζει περισσότερο έδαφος, αναπαράγοντας τον εαυτό της και τη βία που ασκεί με τους αποκλεισμούς και την περιθωριοποίηση αυτών που δεν τοποθετούν τον εαυτό τους στην ετεροκανονική μορφή της κοινωνικής ζωής. Η ελληνική οικογένεια ως θεματοφύλακας της συνέχισης του έθνους τίθεται στη πρώτη γραμμή υπεράσπισης των κυρίαρχων ταυτοτήτων μέσα από τη ρηματική εκφορά του κινδύνου: η ελληνική οικογένεια κινδυνεύει.

«Η ελληνική οικογένεια κινδυνεύει[1]».

Στα τέλη Απριλίου, λίγο πριν από τις εκλογές της 6ης Μαΐου, γίνονται προφυλακίσεις και συλλήψεις οροθετικών γυναικών με την παράλληλη δημοσίευση των στοιχείων τους, των φωτογραφιών τους και την κατάργηση του ιατρικού τους απορρήτου. Γίναμε μάρτυρες της έμπρακτης νοηματοδότησης και εφαρμογής της κατάστασης «έκτακτης ανάγκης». Οι γυναίκες αυτές, βουτηγμένες στην ανωνυμία τους, χωρίς να μπορούν οι ίδιες να υπερασπιστούν αυτό που είναι, «καταδικάζονται» από τον κυρίαρχο λόγο σε ένα καθεστώς σιωπής. Η περίπτωσή τους φανερώνει με τον εναργέστερο τρόπο ότι το σώμα, ανάλογα με το πώς αντιμετωπίζεται κάθε φορά, ως αυτόχθον ή ετερόχθον, πάσχον ή υγιές, λειτουργικό ή δυσλειτουργικό, αποτελεί το κατεξοχήν πεδίο εγκαθίδρυσης των όρων απονομής τόσο της ανθρώπινης όσο και της πολιτικής ιδιότητας.

Στη διαπόμπευση και στοχοποίηση αυτών των γυναικών, ο ιατρικός λόγος έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο, προκειμένου να επιβληθεί η γραμμή ενός υγειονομικού διαχωρισμού ανάμεσα στα εθνικά, πολιτικά σώματα που απειλούνται και τα απογυμνωμένα-αποκείμενα σώματα που απειλούν και γι’ αυτό πρέπει να εξαφανιστούν[2]. Η επιστράτευση του ΚΕΕΛΠΝΟ στην εκστρατεία αυτή, σε συνδυασμό με το αφήγημα «υγειονομικές βόμβες[3]», αλλά και με τις δηλώσεις του Λοβέρδου ότι «είχα πει ότι το πρόβλημα μπαίνει στις ελληνικές οικογένειες καθώς οικογενειάρχες πηγαίνουν στους οίκους ανοχής μεταφέροντας έτσι τη νόσο στα σπίτια τους»[4], το αποδεικνύει. Σαφώς ούτε λόγος για δημοσιοποίηση στοιχείων των Ελλήνων-οικογενειαρχών πελατών. Προφανώς, για να διαφυλαχθεί η οικογενειακή γαλήνη και ηρεμία[5]. Οι λόγοι ιατρικοποίησης, εθνικοποίησης, εμφυλοποίησης επιστρατεύονται σε μια περίοδο που όλα αυτά βρίσκονται υπό κρίση. Σύστημα υγείας υπό κατάρρευση, πατρίδα υπό αμφισβήτηση, ετεροκανονικότητα σε κίνδυνο. Και σε μια περίοδο όπου η νεοφιλελεύθερη βιοπολιτική πολλαπλασιάζει τις συνθήκες που παράγουν ασθένειες.

Όλα αυτά αποτελούν αντικατοπτρισμούς μιας βαθιάς, συντηρητικής κοινωνίας, στην οποία δεσπόζει η αστυνομία, η θρησκεία (με τη βοήθεια του Θεού, της Παναγίας θα βγούμε από την κρίση), ο στρατός, η πατρίδα και βεβαίως η οικογένεια ως επιστέγασμα όλων αυτών. Ο ρατσιστικός, ομοφοβικός, σεξιστικός λόγος στην Ελλάδα κυριάρχησε μαζί με την κρίση. Ένας ρατσισμός αδίστακτος και δολοφονικός βρήκε τον χώρο να εκφραστεί, να παράγει μολυσματικά και περιττά σώματα και να ευθυγραμμιστεί με τον λόγο της Χρυσής Αυγής («Για να ξεβρωμίσει ο τόπος[6]», «εμπρός, Ηλία, βάρα τη λεσβία[7]»). Ουδεμία έκπληξη δεν θα έπρεπε να μας προκαλεί πώς οι νεοναζί μπήκαν στη βουλή. Η Χρυσή Αυγή νομιμοποιεί το πρότυπο του πολεμοχαρή, αρρενωπού, σεξιστή, ομοφοβικού άνδρα, το οποίο έχει βαθιές ρίζες στο ελληνικό, πολιτικό και κοινωνικό συγκείμενο. «Αξιοποίησαν» με τον καλύτερο τρόπο την εθνική συναίνεση χρόνων και επιτέλους η κρίση έδωσε το άλλοθι να ακουστεί αυτός ο λόγος που χρόνια τώρα βρισκόταν στο μεταίχμιο του να ειπωθεί ή να παραμείνει σιωπηλός.

Παρατηρούμε ότι ο σεξισμός, η βία προκύπτει από παντού, δεν γνωρίζει ιδεολογικές και πολιτικές γραμμές. Γιατί είναι πολιτικά σωστό να καταδικάζουμε τη βιαιότητα της Χρυσής Αυγής, αλλά τι είναι αυτό που μας κάνει να θέλουμε να υπερασπίσουμε την ταυτότητα του λευκού, αρρενωπού, γυναικά, αριστερού-διανοούμενου άνδρα που θέλει να κραυγάσει όσο το δυνατόν δυνατότερα ότι δεν είναι αδερφή; Εκφράσεις τέτοιου είδους: «έχω πηδήξει τη μισή Αθήνα και οι Χρυσαυγίτες ακόμη με λένε αδελφή[8]» ή «ο Κολοκοτρώνης ήταν μεγάλος μπήχτης» εκφραζόμενες από ένα βουλευτή της Αριστεράς δεν ρίχνουν νερό στον μύλο της Ακροδεξιάς; Γιατί κάποιος να θέλει να αποδείξει στους Χρυσαυγίτες ότι δεν είναι αδερφή; Για χάρη των Ελλήνων νοικοκυραίων και αυτής της πολυπόθητης κανονικότητας που συμβολίζουν και που, υποτίθεται, έχει κλονιστεί από την κρίση, όλα φαίνεται να επιτρέπονται και να λέγονται από όλους. Με μεγαλύτερη έμφαση και σχεδόν κραυγάζοντας σπεύδουν να δηλώσουν αυτό που κυριαρχεί.

Και αυτό που κυριαρχεί βασίζεται στον φόβο απέναντι σε αυτό που ορίζεται ως διαφορετικό και που απειλεί να το αναιρέσει. Και ο φόβος φέρνει τη βία. Η βία κατακλύζει τις ζωές μας. Η καθημερινότητά μας είναι βίαιη. Λεκτικές επιθέσεις, σωματικές επιθέσεις, κρατική καταστολή και νομιμοποιημένη άσκηση βίας από αστυνομικούς με βασανιστήρια τύπου Αμπού Γκράιμπ[9], τακτικές και συχνές επιθέσεις σε ομοφυλόφιλους στον δημόσιο χώρο[10], επιβεβαιώνουν με τον καλύτερο τρόπο ότι ζούμε σε καιρούς βίαιους. Οι επικλήσεις στη χούντα αλλά και στη Χρυσή Αυγή ως μεσσίες και σωτήρες δείχνουν κάτι πολύ λυπηρό, κατά τη δική μου γνώμη, για την ελληνική κοινωνία. Δείχνουν μια κοινωνία απαίδευτη, αμόρφωτη, ακαλλιέργητη, βαθιά και, σε μεγάλο βαθμό, αξεπέραστα συντηρητική, που κατά κύριο λόγο ιδιωτεύει, έχοντας απολέσει καιρό τώρα την ιδιότητα του πολίτη. Και σαφώς δεν εννοώ ότι δεν πήγε στο Πανεπιστήμιο και δεν απέκτησε γνώσεις, αλλά δε φρόντισε με κανένα τρόπο να συνειδητοποιήσει την ύπαρξή της εντός του συγκεκριμένου πλαισίου. Συνήθιζε να λέει φωναχτά, απαξιωτικά και με καμάρι: «δεν με ενδιαφέρει και δεν ασχολούμαι με την πολιτική». Η αδιαφορία για την πολιτική, η απόλυτη αντιπνευματικότητα σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση ανέδειξαν κάτι πολύ ουσιαστικότερο, την κοινωνική και πολιτιστική κρίση, στην οποία βρίσκουν έδαφος εφαρμογής οι βίαιες, ομοφοβικές και σεξιστικές, εθνικιστικές πρακτικές.

Η γνώση και η πνευματικότητα για δεκαετίες είχαν παραμεριστεί και είχαν αντικατασταθεί από το φθηνό και εμπορικό lifestyle, το οποίο μέσα από τηλεοπτικές εκπομπές έμπαινε καθημερινά στα σπίτια μας, διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό και τις αντίστοιχες κουλτούρες. Όμορφες, περιποιημένες, αψεγάδιαστες, σέξι, μητέρες, κατά κύριο λόγο ξανθιές, αλλά και άνδρες, αρρενωποί, ετεροφυλόφιλοι και από την άλλη γκέι καρικατούρες αποτελούν τα κυρίαρχα τηλεοπτικά πρότυπα.

Οι πολίτες καλούνται σήμερα να αντιμετωπίσουν την κρίση και ό,τι αυτή φέρνει μαζί της, με τα πνευματικά εφόδια που απέκτησαν όλα αυτά τα χρόνια. Πνευματικά εφόδια που αναφέρονται κυρίως στα τηλεοπτικά προγράμματα της ιδιωτικής τηλεόρασης και τα οποία ακόμα και στην κρίση προτάσσουν την κατανάλωση συνδεδεμένη με το life style και το glamourous, για να ξεχάσουν οι άνθρωποι τα προβλήματά τους και να ζήσουν έστω για λίγο, στη διάρκεια μιας εκπομπής, τη χλιδάτη ζωή των διασήμων.

Σε μια χώρα που μεγάλο μέρος των πολιτών δεν ενδιαφέρονταν για την πολιτική και την γνώση και η «εκπαίδευσή» τους ήταν τηλεοπτική, δεν θα πρέπει να κάνει σε κανέναν εντύπωση το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή εκφράζει σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες. Η Χρυσή Αυγή δεν ήρθε τώρα. Ο νεοναζισμός δεν ήρθε τώρα. Ο φασισμός δεν ήρθε τώρα. Θα έπρεπε να τον είχαμε διακρίνει από χρόνια. Διότι υπήρχε συγκεκαλυμμένα σε όλες αυτές τις βεβαιότητες που έχτιζαν και οριοθετούσαν τις ζωές μας, κάνοντάς μας ανήμπορους να αμφισβητήσουμε, να αντισταθούμε, να οδηγηθούμε σε δρόμους ελευθερίας, προτάσσοντάς μας πάντα «το κανονικό».

Σημειώσεις
1. Δηλώσεις Α. Λοβέρδου: Οι «αλλοδαπές ιερόδουλες φορείς του AIDS» συνιστούν απειλή για την ελληνική κοινωνία, καθώς το πρόβλημα «ξέφυγε από το γκέτο» και πλέον «μολύνει τις ελληνικές οικογένειες».
2. Αθανασίου Αθηνά, Η κρίση ως κατάσταση εξαίρεσης, Αθήνα: Σαββάλας, 2012.
3. «Εξερράγη η υγειονομική βόμβα», Ανδρέας Λοβέρδος, 02/05/2012, iatropedia.gr
4. Δήλωση Αντρέα Λοβέρδου στο διαδικτυακό site iatropedia.gr, 30/04/2012.
5. «Σύμφωνα με τη λογική του υπουργού Υγείας, κίνδυνος για τη δημόσια υγεία συνιστούν εξ ορισμού οι εκδιδόμενες γυναίκες και όχι οι οροθετικοί οικογενειάρχες». Αθανασίου Αθηνά, Η κρίση ως κατάσταση εξαίρεσης, ό.π., σελ. 32.
6. Προεκλογικό σύνθημα της Χρυσής Αυγής. Σύνθημα που ακούστηκε σε διαδήλωση στην Παιανία, ύστερα από τη δολοφονία Αλβανού ληστή από Έλληνα.
7. Συνέντευξη του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Πέτρου Τατσόπουλου, στο περιοδικό Crash, τον Νοέμβριο του 2012.
8. Βλ. το δημοσίευμα της εφημερίδας Guardian για τους βασανισμούς των συλληφθέντων αντιφασιστών: Link
9. Βλ. «Η ιστορία του ‘ροζ τριγώνου’. Με αφορμή τις νεοναζιστικές επιθέσεις σε ομοφυλόφιλους στο κέντρο της Αθήνας» Link

Σκέψεις για την επανεκκίνηση του φοιτητικού κινήματος

Mai68_posters

Το παραπάνω κείμενο (ελαφρώς παραλλαγμένο) διαβάστηκε με τη μορφή εισήγησης στην εκδήλωση με θέμα «Τι παιδεία θέλουμε», στην κατάληψη του Τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας στις 14/11/2012.
Νίκος Κασφίκης, Βαγγέλης Τσίρμπας, Γιώργος Χριστοδουλάκης
via: Πρόταγμα


Τα τελευταία δύο χρόνια οι φοιτητές, σε συνθήκες γενικευμένης απάθειας και οπισθοδρόμησης των πολιτικών διεκδικήσεων από την πλευρά της κοινωνίας, βγήκαν στο προσκήνιο με τις κινητοποιήσεις τους για να εμποδίσουν την εφαρμογή του νέου νόμου. Το ότι σε γενικές γραμμές τα φοιτητικά αντανακλαστικά διατηρούν ακόμη μια ζωτικότητα μέσα στην περιρρέουσα σήψη δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μας καθησυχάζει. Για να έχει προοπτική το φοιτητικό κίνημα -και κάθε κίνημα- δεν πρέπει να κατασταλάζει σε παγιωμένα αιτήματα και θεωρητικά σχήματα. Αντίθετα, θα πρέπει να προσπαθεί διαρκώς να ελέγχει τα «εργαλεία» του, να εμβαθύνει, να προβληματίζεται με άλλα λόγια για το αν η οπτική του είναι επαρκής. Διότι με αυτό τον τρόπο, δηλαδή με την διαρκή «αναζωογόνηση» της οπτικής μας, το κίνημα θα έχει την δυνατότητα να φέρνει στην επιφάνεια περισσότερες απ’ τις εκμεταλλευτικές πτυχές του εκάστοτε αντικοινωνικού φαινομένου, στην προκειμένη περίπτωση του νόμου Αρβανιτόπουλου.

Σκοπός λοιπόν του κειμένου αυτού είναι η εξέταση και η διεύρυνση της τρέχουσας κριτικής που ασκείται στο νόμο Αρβανιτόπουλου και εν γένει στο εκπαιδευτικό σύστημα. Εν συνεχεία, θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε ένα πανεπιστήμιο οργανωμένο σε δημοκρατικές βάσεις, όπως και μια διαφορετική -μη χρησιμοθηρική- σχέση των ανθρώπων με τη γνώση. Με άλλα λόγια, επιχειρούμε έναν πειραματισμό στο αμφιλεγόμενο ζήτημα της παιδείας.

Είναι σημαντικό ένα κίνημα όπως το φοιτητικό να θέτει υπό συζήτηση τον ίδιο του τον εαυτό. Πάνω στην βάση αυτή, δοκιμάζουμε να επανεξετάσουμε την κατεύθυνση που έχουν πάρει τα φοιτητικά αιτήματα και να δούμε κατά πόσο είναι δυνατό να εμπλουτιστούν περαιτέρω.

Τα ερωτήματα που εγείρονται, λοιπόν, είναι: ποιά ήταν τα αιτήματα των φοιτητών και σε ποιό βαθμό απαντούν στο νόμο και ακόμα περισσότερο, κατά πόσο προβάλλεται ένα πρόταγμα από πλευράς φοιτητών με θετικό πρόσημο; Χωρίς δηλαδή να υποκύπτει σε έναν αρνητισμό, ο οποίος, μεταξύ άλλων, δεν βοηθά στην συγκρότηση ενός συνειδητού υποκειμένου, ενός υποκειμένου που δεν συγκροτείται επειδή ο «εχθρός» βρίσκεται απέναντι του, αλλά υπάρχει άσχετα από την παρουσία του. Δηλαδή η προσπάθεια διαμόρφωσης ενός κοινού οράματος για το τι πανεπιστήμιο θέλουμε, έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία για το μέλλον του κινήματος.

Σε γενικές γραμμές, τα αιτήματα των φοιτητών εστίασαν σε θέματα που αφορούσαν οικονομικά και διοικητικά ζητήματα του πανεπιστημίου, όπως και στο θέμα της φοιτητικής εκπροσώπησης, που ο νόμος ουσιαστικά καταργεί. Πιο συγκεκριμένα, η κριτική που ασκήθηκε στο οικονομικό και διοικητικό σκέλος του νόμου, αφορούσε τη προέλευση της χρηματοδότησης με την παράλληλη είσοδο των επιχειρηματιών στα πανεπιστήμια. Έτσι, λογικό επόμενο είναι η επιβάρυνση των φοιτητών με δίδακτρα και η επιχειρηματικοποίηση των ιδρυμάτων. Ως εκ τούτου, τα περισσότερα πανό ανά την Ελλάδα –με τις παραλλαγές τους φυσικά- βάφτηκαν με το σύνθημα, «δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους», δηλαδή δεν θέλουμε ιδιωτικοποιημένη παιδεία για την οποία να πληρώνουμε δίδακτρα. Επίσης, καλό είναι να αναφερθεί ότι η κριτική που ασκήθηκε σχετικά με τη φοιτητική εκπροσώπευση, σε μεγάλο βαθμό δεν γινόταν από δημοκρατική σκοπιά αλλά προασπιζόμενη γραφειοκρατικούς και συγκεντρωτικούς θεσμούς του πανεπιστημίου.

Ένα ιδιαιτέρως σημαντικό ζήτημα που αντιμετωπίζει το φοιτητικό και πολλά άλλα κινήματα, είναι ότι παρά την όποια ανατρεπτικότητα και ριζοσπαστικότητά του, έχει μάθει να εκφράζεται και κατ’ επέκταση να σκέφτεται με όρους που στο υπάρχον σύστημα έχουν υποστεί διαστρέβλωση. Είναι ζωτική η ανάγκη επανανοηματοδότησης των αξιών που τόσο συχνά χρησιμοποιούμε και υιοθετούμε, χωρίς ωστόσο να τις καταλαβαίνουμε ουσιαστικά.

Τρανταχτό παράδειγμα διαστρέβλωσης εννοιών είναι ο όρος δημοκρατία. Δημοκρατία δεν είναι ο κοινοβουλευτισμός, η ύπαρξη κομμάτων, η γενικόλογη ελευθερία γνώμης και έκφρασης. Έχει να κάνει αυστηρά με το πώς και από ποιούς λαμβάνονται οι αποφάσεις. Όλοι οι προσδιορισμοί που της δίνονται (κοινοβουλευτική, φιλελεύθερη, αντιπροσωπευτική), δεν έχουν να κάνουν με το περιεχόμενό της. Η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι άμεση.

Στην ίδια βάση, δημόσιο δεν είναι μόνο ότι δεν είναι ιδιωτικό. Δημόσιο είναι ό, τι ανήκει στην κοινωνία εξ’ ολοκλήρου, στο σύνολο των πολιτών χωρίς κανένα περιορισμό ή μεσολάβηση. Συνεπώς, παλεύοντας για δημόσιο πανεπιστήμιο δεν θα έπρεπε να απαιτούμε μόνο «έξω οι ιδιώτες απ’ τις σχολές», αλλά και «έξω το κράτος απ’ τις σχολές».

Αρχικά πρέπει να αντιληφθούμε πως το κρατικό πανεπιστήμιο δεν διαφέρει καθόλου ως προς τους «ουσιαστικότερους» στόχους του από το ιδιωτικό. Στην ουσία διαφέρει μόνο στο ότι το τελευταίο έχει δίδακτρα, πράγμα που αποκλείει πολλούς από μας. Ωστόσο, ποιος είπε ότι το κράτος δεν ταυτίζεται με την λογική του κέρδους, της παραγωγικότητας, του κεφαλαίου; Ποιός είπε ότι το κρατικό πανεπιστήμιο, όπως και το ιδιωτικό, δεν προετοιμάζει εξειδικευμένους εργαζόμενος και εργαζόμενες που θα στελεχώσουν την παραγωγή, την μαζική κουλτούρα, τις τουριστικές υπηρεσίες, το θέαμα και ό,τι άλλο «δημιουργεί» η εποχή μας; Το δίλημμα, δηλαδή, κρατικό ή ιδιωτικό πανεπιστήμιο δεν επαρκεί από μόνο του αν το δούμε από μια ποιοτική σκοπιά και, προπάντων, δεν φανερώνει όλες τις πτυχές του διεστραμμένου νόμου Αρβανιτόπουλου.

Η αξιολόγηση ως έννοια δεν είναι ένας γραφειοκρατικός μηχανισμός ελεγχόμενος από τους έχοντες (πολιτική, οικονομική) εξουσία προκειμένου να κρίνει πόσο υπάκουοι είναι οι υπηρέτες της, αλλά θα έπρεπε να γίνεται σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, ως κοινωνικός έλεγχος με μοναδικό στόχο το δημόσιο συμφέρον.

Ως δια βίου μάθηση δεν θα έπρεπε να νοείται το δια βίου κυνήγι τίτλων σπουδών στην άβυσσο της ανταγωνιστικότητας με στόχο την επιβίωση στη ζούγκλα της αγοράς εργασίας, αλλά η δια βίου αναζήτηση της γνώσης, της διεύρυνσης των πνευματικών οριζόντων και της ανάπτυξης του ανθρώπου.

Στην ουσία, επιχειρείται μια ριζική αλλαγή στο «DNA» του φοιτητή και στην σχέση του με την γνώση. Όταν λέμε «το DNA του φοιτητή» εννοούμε απλά ότι ο φοιτητής παύει να έχει μια ορισμένη αντίληψη για το τι είναι το πανεπιστήμιο, τι αντιπροσωπεύει, αλλά και γενικότερα τη θέση του στο πανεπιστήμιο και την κοινωνία. Δηλαδή, αν μέχρι τώρα υπήρχε ένα κομμάτι φοιτητών που δεν ενδιαφερόταν απλά να πάρει το πτυχίο του, δεν σκέφτονταν με πόσο βαθμό πέρασε το χ μάθημα, δεν ενέδωσε στις γονικές πιέσεις για επαγγελματική καταξίωση και καριέρα, αλλά ενδιαφερόταν για το ίδιο το περιεχόμενο της γνώσης, το αντικείμενο των σπουδών, γι’ αυτό που τέλος πάντων του κέντριζε το ενδιαφέρον, πλέον με τον νόμο Αρβανιτόπουλου δημιουργείται ένα περιβάλλον που δεν ευνοεί αυτούς τους «συναισθηματισμούς». Η νέα «γραμματική της υποταγής» δεν επιδέχεται ανορθολογισμούς, πρέπει να διοχετεύει τα πάντα στην βασικότερη δραστηριότητα της εποχής μας: την οικονομία. Και εφόσον έχει θέσει τέτοιους στόχους, τέτοιοι θα είναι και οι άνθρωποι που θα εμφανίζονται ώστε να τους πραγματοποιούν. Το πανεπιστήμιο θα αποτελεί για το σύνολο της κοινωνίας το μέσο για την κοινωνική ανέλιξη.

Η νέα κατεύθυνση που ορίζει ο νέος νόμος δηλώνεται στο άρθρο 4 : «Τα ΑΕΙ έχουν ως αποστολή να ανταποκρίνονται στις ανάγκες αγοράς εργασίας…». Το σημείο αυτό αποκαλύπτει το ιδεολογικό και αξιακό περιεχόμενο του νέου νόμου. Με βάση αυτή την λογική η γνώση κι η παιδεία, με την ευρεία έννοια, μπαίνουν στην υπηρεσία της αγοράς, γίνονται επομένως αντιληπτές με όρους ανταγωνιστικότητας, αποδοτικότητας και παραγωγικότητας. Με αυτό τον τρόπο αποκτούν χρηστική αξία, παύουν να αποτελούν αυταξία, δηλαδή η παιδεία χάνει αυτόν τον οικουμενικό χαρακτήρα που βλέπει την γνώση εκ των προτέρων –χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί προσοδοφόρα- ως αξία από μόνη της. Οι φοιτητές πρέπει να ανταγωνίζονται περισσότερο μεταξύ τους, κάτι που φυσικά δεν ευνοεί την από κοινού κριτική πρόσληψη της γνώσης (εξού και η ύπαρξη των ECTS και των διδακτικών μονάδων). Ο νόμος επιφυλάσσει έναν νέο τύπο φοιτητή που θα ασχολείται μόνο με την καριέρα του, την απόκτηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μισθού και τον ψυχαναγκασμό για υψηλότερη θέση στην κοινωνική ιεραρχία. Βέβαια, δεν πρέπει να αγνοούμε τον τύπο του Έλληνα φοιτητή που είχε διαμορφωθεί και κυριαρχούσε στα αμφιθέατρα και προ νόμου. Για τη μεγαλύτερη μερίδα των φοιτητών, ουδέποτε υπήρχε αγάπη για τη γνώση και την έρευνα, αλλά ο κύριος λόγος για τον οποίο έμπαιναν στη σχολή ήταν η μελλοντική επαγγελματική αποκατάσταση. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου στα ελληνικά πανεπιστήμια δε βρίσκει απέναντί της μια μαζική απάντηση με ριζικό πρόταγμα, αλλά αδιάφορους και αργόσχολους φοιτητές οι οποίοι ούτως ή άλλως δεν ενδιαφέρονταν για την ουσία της γνώσης και οι διεκδικήσεις τους, ως εκ τούτου, έχουν καθαρά συντεχνιακό χαρακτήρα.

Επομένως, θα πρέπει μαζί με τα αιτήματα για δημόσια και δωρεάν παιδεία, να προβληθεί και η χυδαία οικονομίστικη αντίληψη που θεσπίζει ο νόμος Αρβανιτόπουλου. Διότι αν κυριαρχήσει η παραπάνω αντίληψη για την παιδεία και την γνώση θα μειώνονται όλο και περισσότερο οι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται στοιχειωδώς τι είδους κοινωνία τους περιβάλλει, θα είναι ακόμα λιγότεροι εκείνοι που θα νιώθουν την ηθική ανάγκη να αντισταθούν.

Ο νόμος Αρβανιτόπουλου έρχεται να τραβήξει στα άκρα, να ριζώσει, κάποιες ήδη υπάρχουσες λογικές που χαρακτήριζαν το πανεπιστήμιο, αλλά και γενικότερα το εκπαιδευτικό σύστημα. Θεσμοί όπως οι πανελλήνιες, οι βαθμοί, οι εξεταστικές στα πανεπιστήμια και εν γένει ο θεσμός της εξέτασης όπως εμφανίζεται στην παιδεία εξυπηρετεί ορισμένους σκοπούς που αντιβαίνουν στην ίδια την έννοια της παιδείας και προσιδιάζουν σε μια εργαλειακή αντίληψη της.

Για παράδειγμα, προκειμένου ο μαθητής να βαθμολογηθεί σ’ ένα εξεταζόμενο μάθημα πρέπει με κάποιον τρόπο να οριστεί ένα σχετικά αντικειμενικό κριτήριο, με βάση το οποίο να κριθεί το αν ο μαθητής αξίζει να «περάσει» το μάθημα. Μόνο που για να υπάρξει αυτό το «αντικειμενικό» κριτήριο θα πρέπει αναπόφευκτα ο δάσκαλος να κατακερματίσει την γνώση, να την σπάσει σε μικρά κομματάκια, να δημιουργήσει ένα σύνολο αποσπασματικών γνώσεων. Με αυτό τον τρόπο, όπως είναι λογικό, δεν προωθείται η εμβάθυνση, η προσωπική έρευνα, αλλά αντιθέτως δίνεται η εντύπωση στον/η διδασκόμενο/η πως το μόνο που έχει σημασία είναι το να «περάσεις» τον εκάστοτε στόχο που τίθεται από το εκπαιδευτικό σύστημα. Το παραπάνω περιγράφει ακριβώς αυτό που ονομάζουμε ως εργαλειακή σχέση με την γνώση. Με άλλα λόγια η γνώση είναι το μέσο, το εργαλείο για κάτι άλλο, π.χ. για το πανεπιστήμιο (πανελλήνιες), για τον καλό βαθμό στο χ μάθημα ή για μια καλή ευκαιρία στην αγορά εργασίας. Ειδικά η περίπτωση του λυκείου βγάζει μάτι. Ας αναφέρουμε, εν παρόδω, πως τα χαρακτηριστικά του ελληνικού λυκείου αποτελούν από μόνα τους ένα τεράστιο ζήτημα, διότι, ενώ και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ισχύει το καθεστώς των εξετάσεων για την είσοδο στα πανεπιστήμια, μόνο για Ελλάδα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τα παιδιά έχουν τυφλωθεί απ’ την πολλή παπαγαλία. Στην ουσία, δεν είναι μόνο ο παράγοντας των εξετάσεων που δημιουργεί στους μαθητές μια εργαλειακή σχέση με την μάθηση, πρέπει να συνυπολογίσουμε και το παρελθόν της ελληνικής εκπαίδευσης, την παράδοσή της ή μάλλον το κενό της σε πεδία όπως αυτό της έρευνας και της διαπαιδαγώγησης, στοιχεία που είχαν αναπτυχθεί στην δυτική εκπαίδευση. Δυστυχώς, στην Ελλάδα από τα γεννοφάσκια της ο θεσμός της εκπαίδευσης δεν έδωσε βάρος σε τέτοιες αξίες, αλλά αντιθέτως προέβαλλε στα άτομα μια χρησιμοθηρική σχέση με την γνώση. Στο λύκειο, λοιπόν, οι μαθητές/μαθήτριες δεν θυμούνται τίποτα (αν εξαιρέσουμε τις πενταήμερες, τις καταλήψεις, τις εξετάσεις για την είσοδο στο πανεπιστήμιο). Το λύκειο αποτελεί ένα προθάλαμο, ένα σημείο στάσιμο, χρονοβόρο, ψυχοφθόρο και βαρετό μέχρι είτε να μπούμε στο πανεπιστήμιο είτε να βγούμε στην αγορά εργασίας. Αν προσπαθούσαμε να παραλληλίσουμε το λύκειο με κάτι, θα ήταν με ένα λιμάνι όπου οι άνθρωποι δεν μένουν ποτέ, φεύγουν διαρκώς, μεταφέρονται ως εμπορεύματα, χωρίς να αφήνουν το στίγμα τους πουθενά. Εξ’ ου κι η καταθλιπτική αίσθηση που αφήνει το πέρασμα από τις αποβάθρες των λιμανιών. Εκεί είμαστε όλοι περαστικοί.

Για να γίνουμε περισσότερο κατανοητοί, είναι καλό να αναφέρουμε ότι αντίστοιχες πολιτικές οπτικές που συνδέουν την νομικό-πολιτική διάσταση και συγχρόνως την πολιτιστική υπήρξαν στην κινηματική ιστορία του 20ου αιώνα. Αναφέρουμε παραδειγματικά πως το πρώτο κύμα του φεμινιστικού κινήματος (19ου και αρχές 20ου αιώνα) άσκησε κριτική και υιοθέτησε αιτήματα πολιτικής/νομικής φύσεως (π.χ. δικαίωμα ψήφου, νομική εξίσωση των δύο φύλων κ.α.). Στο δεύτερο κύμα του εν λόγω κινήματος (δεκαετία του 60) παράλληλα με αιτήματα πολιτικο-νομικού περιεχομένου άρχισε να ασκεί κριτική πολιτιστικής φύσεως, επιδιώκοντας μια ανατροπή της «καθημερινότητας», δηλαδή των σχέσεων που δημιουργούνταν μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, τις σεξουαλικές σχέσεις των δύο φύλων, κριτική στα γυναικεία πρότυπα που αναπαρήγαγε η μαζική κουλτούρα και τα στερεότυπα της παράδοσης.

Τώρα στα δικά μας χωράφια, τα φοιτητικά κινήματα του ’60 δεν είχαν συντεχνιακό χαρακτήρα (χρηματοδότηση, στέγαση, σίτιση), αλλά άρχισαν να κρίνουν την γραφειοκρατική δομή του πανεπιστημίου, τις σχέσεις εξουσίας που δημιουργούνταν στο εσωτερικό του, την παρεχόμενη γνώση κ.α. Είναι σημαντικό να επιχειρήσουμε μια ένωση αιτημάτων, μια ολιστική προσέγγιση των προβλημάτων που βιώνουμε στον χώρο του πανεπιστημίου, τόσο σε ζητήματα διοικητικά και οικονομικά, όσο και σε θέματα της κουλτούρας και των αξιών που προβάλλουν στα άτομα οι εκάστοτε θεσμοί μέσα στο πανεπιστήμιο.

Τα φοιτητικά κινήματα το 1982, το 1997-8, το 2006-7, το 2011 ήταν νικηφόρα, με την έννοια ότι κατάφεραν να ανατρέψουν καταστροφικούς και αντιεκπαιδευτικούς νόμους. Αν θέλουμε κάποτε να επιτευχθούν νίκες μεγαλύτερες, όχι αμυντικές όπως οι προηγούμενες, οφείλουμε πέρα από τη δεδομένη εναντίωση στο νόμο και τις κλισέ στερεοτυπικές διεκδικήσεις που συμπυκνώνονται σε δέκα προτάσεις, να φέρουμε στο προσκήνιο ένα πολύ συγκεκριμένο πρόταγμα, δηλαδή ποιά παιδεία θέλουμε πραγματικά, όπως και ποιά θα είναι η σχέση της με την κοινωνία.

Η παιδεία πρέπει από εμπόρευμα και κρίκο στην αλυσίδα του συστήματος, που είναι σήμερα, να ιδωθεί ως κοινωνικό αγαθό, προσβάσιμο σε όλη την κοινωνία. Το πανεπιστήμιο να είναι ελεύθερο, ανοιχτό και πραγματικά δημόσιο, χωρίς ούτε κρατική, ούτε ιδιωτική μεσολάβηση της γνώσης. Οι εξουσιαστικές δομές, η ιεραρχία και οι εξετάσεις να περάσουν στην ιστορία και στη θέση τους να έρθει η αμφισβήτηση, η κριτική σκέψη και η έρευνα.

Είναι αυτονόητο πως όλα αυτά δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν εν μια νυκτί, ούτε κατά διάνοια στο υπάρχον σύστημα που έχει διαμορφώσει τον αντίστοιχο τύπο ανθρώπου. Η κατάσταση στην εκπαίδευση είναι ένα κομμάτι μόνο της γενικότερης κατάστασης και του συστήματος και γι’ αυτό το λόγο οι αγώνες μας πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με τους κοινωνικούς αγώνες. Στα χέρια μας έχουμε σημαντικά όπλα: η αμεσοδημοκρατική λειτουργία των συλλόγων, με τις γενικές συνελεύσεις να θέτουν την εξουσία στο κέντρο και να επιτρέπουν στους φοιτητές να συνδιαμορφώνουν και να συναποφασίζουν ως ίσος προς ίσο δεν συνιστά μόνο μέσο λήψης συγκρουσιακών αποφάσεων, αλλά και συνειδητοποίησης πως οι ίδιοι έχουμε τη δύναμη να αποφασίζουμε για τις ζωές μας, πως η πολιτική είναι κάτι που μας αφορά όλους. Επίσης, το άσυλο ως κοινωνική κατάκτηση και όχι κυβερνητική παραχώρηση αποτελεί πυρήνα αντίστασης, χώρο ελευθερίας, ένας αληθινά δημόσιος χώρος που δεν ανήκει σε μια συντεχνία, μα σε ολόκληρη την αγωνιζόμενη κοινωνία.

Πρέπει να επιλέξουμε αν θέλουμε ανάπτυξη της οικονομίας στα σημερινά πλαίσια (διαρκής καπιταλιστική ανάπτυξη, το «αόρατο» χέρι της αγοράς), ή μια ανάπτυξη της γνώσης που θα έχει θετικές προοπτικές για μια οικονομία ισότητας, μια οικονομία που δεν θα είναι στο επίκεντρο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, αλλά απλό μέσο για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών. Γιατί μόνο μέσα από τη δημιουργία μιας οικονομίας ισότητας, το πανεπιστήμιο και η παιδεία εν γένει θα κατορθώσουν να απαλλαγούν από τον «οικονομίστικο» χαρακτήρα που τους δίνει η εποχή μας.

Η παιδεία για μας δεν είναι μόνο χρηστική, είναι χώρος έρευνας, αναζήτησης και ελεύθερης περιπλάνησης, ανάπτυξης της κουλτούρας, είναι σχέση ερωτική, κι ως γνωστόν στους δυο τρίτος δεν χωρεί…

To Δώρο του Θανάτου: Για τη φρενίτιδα της χριστουγεννιάτικης κατανάλωσης

Του George Monbiot, δημοσιεύτηκε στη Guardian στις 11 Δεκέμβρη 2012
Μετάφραση: Clopy
(Η Αγγλική έκδοση εδώ)

To Δώρο του Θανάτου

Δεν υπάρχει τίποτα που να χρειάζονται, τίποτα που να μην έχουν ήδη, τίποτα που ακόμη και να θέλουν. Οπότε τους αγοράζεις ένα ηλιακά κινούμενο φυτό, μια βούρτσα για τον αφαλό ή ένα σετ μίνι-γκολφ για την τουαλέτα. Φαίνονται διασκεδαστικά την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων, βαρετά τη δεύτερη, ντροπιαστικά από την τρίτη και μετά. Ως τη δωδέκατη μέρα έχουν μετατραπεί σε σκουπίδια. Για 30 δευτερόλεπτα αμφιλεγόμενης διασκέδασης, ή ένα ηδονιστικό ερέθισμα που διαρκεί όσο και μια δόση νικοτίνης, εγκρίνουμε τη χρήση υλικών των οποίων οι επιπτώσεις θα είναι ορατές για γενιές μετά.

Κάνοντας έρευνα για την ταινία της Η Ιστορία των Πραγμάτων, η Annie Leonard ανακάλυψε πως από τα υλικά που ρέουν μέσω της οικονομίας του καταναλωτισμού, μόνο 1% παραμένει σε χρήση έξι μήνες μετά την πώληση [1]. Ακόμα και τα αγαθά που θα περιμέναμε να διαρκέσουν περισσότερο, σύντομα καταδικάζονται σε αχρηστία είτε επειδή είναι προσχεδιασμένα να χάνουν τη χρήση τους (χαλάνε γρήγορα), είτε επειδή θεωρείται πως την έχασαν (βγαίνουν εκτός μόδας).

Αλλά πολλά από τα προϊόντα που αγοράζουμε, ειδικά για τα Χριστούγεννα, δε μπορούν να χάσουν τη χρήση τους, γιατί δεν είχαν καμία χρησιμότητα ποτέ. Ένα ηλεκτρονικό μπλουζάκι drum-machine, ένας κουμπαράς Darth Vader που μιλάει, μια θήκη για το iPhone σε σχήμα αυτιού, ένας ατομικός ψύκτης για κουτάκια μπύρας, μια οδοντόκρεμα με γεύση μπέικον, ένας σκύλος που χορεύει: Κανείς δεν περιμένει πως θα χρησιμοποιηθούν, ούτε ακόμα πως θα τα ξανακοιτάξουν μετά τη μέρα των Χριστουγέννων. Είναι σχεδιασμένα για να σου πουν ευχαριστώ, ίσως να προκαλέσουν και κάνα-δυο γέλια και μετά να πεταχτούν.

Η γελοιότητα των προϊόντων συγκρίνεται μόνο με το εύρος των επιπτώσεων. Σπάνια υλικά, πολύπλοκα ηλεκτρονικά, η ενέργεια που απαιτείται για την κατασκευή και τη μεταφορά τους, όλα παράγονται και συνδυάζονται σε ενώσεις μέγιστης ματαιότητας. Αν συμπεριλάβουμε τα ορυκτά καύσιμα των οποίων την εξόρυξη και χρήση αναθέτουμε σε άλλες χώρες, η κατασκευή και η κατανάλωση είναι υπεύθυνες για περισσότερη από τη μισή παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα [2]. Καταστρέφουμε τον πλανήτη για να φτιάξουμε ηλιακά θερμόμετρα μπάνιου και επιτραπέζιους παίκτες του γκολφ.

Άνθρωποι στο ανατολικό Κονγκό σφάζονται για να δημιουργηθούν αναβαθμίσεις για τα smartphone μας, όλο και μικρότερης χρησιμότητας [3]. Δάση υλοτομούνται για να κατασκευαστούν “προσωποποιημένες, σε σχήμα καρδιάς, ξύλινες επιφάνειες για τυριά”. Ποτάμια δηλητηριάζονται για να κατασκευαστούν ψάρια που μιλάνε. Αυτό είναι παθολογική κατανάλωση: μια παγκόσμια επιδημία συλλεκτικής τρέλας, που καθίσταται τόσο φυσιολογική από τη διαφήμιση και τα media, ώστε σπάνια προσέχουμε πως μας έχει συμβεί.

Το 2007 ο δημοσιογράφος Adam Welz κατέγραψε το θάνατο 13 ρινόκερων από λαθροκυνηγούς στη Νότια Αφρική. Φέτος, μέχρι στιγμής έχουν σκοτωθεί 585 [4]. Κανείς δεν είναι σίγουρος γιατί, αλλά μια απάντηση είναι πως πολύ πλούσιοι άνθρωποι στο Βιετνάμ προσθέτουν σκόνη από κέρατα ρινόκερου στο φαγητό τους ή το σνιφάρουν σαν κοκαΐνη ως επίδειξη του πλούτου τους. Είναι εφιαλτικό, αλλά δεν διαφέρει πολύ από ότι κάνουμε σχεδόν όλοι στα βιομηχανοποιημένα κράτη: καταστρέφουμε τον κόσμο μέσω μιας χωρίς νόημα κατανάλωσης.

Αυτή η καταναλωτική έκρηξη δε συνέβη τυχαία. Οι ζωές μας έχουν φτιαχτεί για να την ενθαρρύνουν. Παγκόσμιοι κανόνες εμπορίου αναγκάζουν χώρες να συμμετάσχουν στη γιορτή του σκουπιδιού. Κυβερνήσεις μειώνουν τους φόρους, απορυθμίζουν τις αγορές, αυξομειώνουν τα επιτόκια, όλα για να αυξήσουν την κατανάλωση. Αλλά σπάνια οι αρχιτέκτονες αυτών των πολιτικών σταματάνε να σκεφτούν “κατανάλωση τίνος πράγματος;”. Όταν όλα τα “θέλω” και τα “χρειάζομαι” έχουν πραγματοποιηθεί (από αυτούς που έχουν λεφτά για ξόδεμα), η ανάπτυξη εξαρτάται από τις πωλήσεις εντελώς άχρηστων πραγμάτων. Η επισημότητα του κράτους, η δύναμη και η μεγαλειότητά του, στην υπηρεσία της παράδοσης στην πόρτα μας του “Τέρι της Χελώνας που Βρίζει”.

Άντρες και γυναίκες αφιερώνουν τις ζωές τους στην κατασκευή και τη διαφήμιση τέτοιων σκουπιδιών, και κοροϊδεύουν την ιδέα του να ζεις χωρίς αυτά. “Πάντοτε πλέκω τα δώρα μου”, λέει μια γυναίκα σε ένα διαφημιστικό αλυσίδας ηλεκτρονικών. “Δεν θα πρεπε,” απαντά ο αφηγητής [5]. Η διαφήμιση για το τελευταίο τάμπλετ της Google, δείχνει έναν πατέρα κι ένα γιο να κατασκηνώνουν στο δάσος. Η ευχαρίστησή τους εξαρτάται από τα νέα features του Nexus 7 [6]. Τα καλύτερα πράγματα στη ζωή είναι δωρεάν, αλλά βρήκαμε ένα τρόπο να σας τα πουλήσουμε.

Η αύξηση της ανισότητας που συνοδεύει την έκρηξη καταναλωτισμού, διασφαλίζει πως στην ανερχόμενη οικονομική παλίρροια δεν θα επιπλέουν όλες οι βάρκες. Στις ΗΠΑ το 2010, το 1% του πληθυσμού είχε άνοδο των εισοδημάτων του κατά 93% [7]. Η χιλιοειπωμένη δικαιολογία, πως πρέπει να διαλύσουμε τον πλανήτη για να βοηθήσουμε τους φτωχούς, απλά δεν στέκει. Για μερικές δεκαετίες κατά τις οποίες γίνανε πλουσιότεροι αυτοί που είχαν ήδη περισσότερα από όσα μπορούσαν να ξοδέψουν, οι προοπτικές όλων των άλλων εξαφανίστηκαν.

Τόσο αποτελεσματικά έχουν οι κυβερνήσεις, τα media και οι διαφημιστές, συνδέσει την κατανάλωση με την ευημερία και την ευτυχία, που το να λες τα παραπάνω σημαίνει το να βρίσκεσαι εκτεθειμένος στο χλευασμό και την κοροϊδία. Δείτε την εκπομπή Ηθικός Λαβύρινθος (Moral Maze) της προηγούμενης εβδομάδας, στην οποία το μεγαλύτερο μέρος του πάνελ μαζεύτηκε για να κοροϊδέψει την ιδέα της μικρότερης κατανάλωσης και να τη συνδέσει με τον ολοκληρωτισμό [8]. Όταν ο κόσμος τρελαίνεται, αυτοί που αντιστέκονται αποκηρύσσονται ως παλαβοί.

Φτιάξτε τους μια τούρτα, γράψτε τους ένα ποίημα, δώστε τους ένα φιλί, πείτε τους ένα ανέκδοτο, αλλά σταματήστε να καταστρέφετε τον πλανήτη για να πείτε σε κάποιον πως νοιάζεστε. Τελικά αποδεικνύετε το αντίθετο.

1. http://Linkwww.storyofstuff.org/movies-all/story-of-stuff/
2. It’s 57%. See http://linkwww.monbiot.com/2010/05/05/carbon-graveyard/
3. See the film Blood in the Mobile. http://bloodinthemobile.org/
4. http://e360.yale.edu/feature/the_dirty_war_against_africas_remaining_rhinos/2595/
5. http://www.youtube.com/watch?v=i7VE2wlDkr8&list=UU25QbTq58EYBGf2_PDTqzFQ&index=9
6. http://www.ubergizmo.com/2012/07/commercial-for-googles-nexus-7-tablet-revealed/
7. Emmanuel Saez, 2nd March 2012. Striking it Richer: the Evolution of Top Incomes in the United States (Updated with 2009 and 2010 estimates). http://elsa.berkeley.edu/~saez/saez-UStopincomes-2010.pdf
8. http://www.bbc.co.uk/programmes/b01p424r

Οι ρίζες του Ναζισμού στον ευρωπαϊκό πολιτισμό

Από το ιστολόγιο:

Γραμμή παραγωγής φόνων

Το Άουσβιτς-Μπίρκεναου κατέληξε να συμβολίζει τη θηριωδία των ναζί, και τον περασμένο μήνα έγιναν επιμνημόσυνες εκδηλώσεις σε διεθνές επίπεδο για την 60ή επέτειο της απελευθέρωσής του. Ωστόσο, οι ιστορικοί είναι ακόμα διχασμένοι σχετικά με το μήνυμα του Ολοκαυτώματος, στο πλαίσιο της εξέλιξης του δυτικού πολιτισμού.

του Enzo Traverso*

Η εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης αποτέλεσε την επιτομή του απόλυτου Κακού κατά την άποψή μας σχετικά με την ιστορία του 20ού αιώνα. Ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν ότι η μνήμη του Ολοκαυτώματος έγινε μια νέα πολιτική θρησκεία του δυτικού κόσμου, εκ του αντιθέτου μέτρο αξιολόγησης της νομιμότητας των δημοκρατικών θεσμών μας.

Ο καθένας θα συμφωνήσει ότι το Ολοκαύτωμα είναι μία μεγάλη, ανθρωπολογική και ηθική τομή στην ευρωπαϊκή ιστορία, αλλά δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς την ερμηνεία του φαινομένου. Ορισμένοι ιστορικοί τοποθετούν τη γένεσή του στον ριζοσπαστικό αντισημιτισμό του Χίτλερ, άλλοι στο πλαίσιο του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, και μερικοί στο πολύπλοκο, πολυκεντρικό και χαρισματικό σύστημα εξουσίας του ναζιστικού καθεστώτος. Μετά το τέλος του πολέμου, υπήρξε έντονη η τάση να αποκηρυχθεί ο Ναζισμός ως μία εκτροπή ενάντια στο δυτικό πολιτισμό, μία διαμετρική αντίθεση προς τις αξίες του Διαφωτισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτή η καθησυχαστική διάγνωση ήταν η βάση της κουλτούρας της Αντίστασης. Έτσι την είδαν κοινωνιολόγοι όπως ο Νόρμπερτ Ελίας, που θεώρησε την βία των ναζί ως σύμπτωμα μιας διαδικασίας κρίσης του πολιτισμού και φιλόσοφοι όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο οποίος υποστήριξε ότι η Γερμανία εντάχθηκε στη Δύση μόνο μετά το Άουσβιτς (1).

Αυτή τη διάγνωση την επεξεργάστηκε και ο ιστορικός Φρανσουά Φυρέ, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του ψυχρού πολέμου. Ο Φυρέ ερμήνευσε το ναζισμό και τον κομμουνισμό ως συμμετρικές μορφές αντίδρασης ενάντια στην αναπόφευκτη έλευση μιας φιλελεύθερης πολιτικής τάξης (2). Υπ’ αυτή την έννοια, ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι διαμετρικά αντίθετος προς την ναζιστική βαρβαρότητα. Δεν υπάρχει σημείο επαφής, προσέγγισης ούτε και συνέχεια μεταξύ των δύο.

Είναι αλήθεια, φυσικά, ότι ο Ναζισμός έβαλε στόχο την καταστροφή της οικουμενικής έννοιας της ανθρωπότητας, που είχε προωθήσει ο Διαφωτισμός και είχε εκδηλωθεί με την Γαλλική Επανάσταση, και είναι επίσης αλήθεια ότι η έννοια αυτή διατηρήθηκε και διευρύνθηκε από τις σύγχρονες δημοκρατίες της Δύσης. (Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν σχετικά με τον τρόπο που αυτές διατήρησαν και διεύρυναν την έννοια αυτή, αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός του άρθρου.)

Αυτή όμως είναι η μία όψη του προβλήματος. Υπάρχουν πολλά άλλα στοιχεία που συνδέουν την ιδεολογία του Ναζισμού και των μεθόδων του (κυριαρχία και εξόντωση) με την ιστορία της Δύσης. Παρά τις παθολογικές ιδιαιτερότητές τους, αποτελούν ωστόσο μέρος της ιστορικής ανάπτυξης της Δύσης.

Η πρώτη σύνδεση είναι ιδεολογική. Ο ναζισμός ανέτειλε στο κοινωνικοπολιτικό στερέωμα του γερμανικού εθνικισμού, ο οποίος διασταυρώθηκε με ιδεολογικά ρεύματα, που είχαν συνολικά ισχυρή παρουσία στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού : τη Φυλετική Ανθρωπολογία, που πρέσβευε την  ιεράρχηση των ανθρωπίνων ομάδων με κυρίαρχους τους Αρίους, τον Κοινωνικό Δαρβινισμό, που περιείχε την ιδέα της φυσικής επιλογής του ικανότερου και την Ευγονική, με την αντιδραστική ουτοπία της, ενός τεχνητά δημιουργημένου ανθρώπινου είδους.

Ο σωτηριολογικός αντισημιτισμός του ναζισμού είδε την πάλη κατά των Εβραίων ως μία σταυροφορία ενάντια στο Κακό, που θα έδινε τη δυνατότητα στο γερμανικό έθνος να ελευθερωθεί από τον εσωτερικό εχθρό. Ωστόσο, δεν ήταν τίποτε άλλο από τη ριζοσπαστική έκφραση μιας ιδεολογίας και ευρέως διαδεδομένων μορφών κοινωνικής διάκρισης και δίωξης, που δεν αποτελούσαν σε καμιά περίπτωση γερμανικό μονοπώλιο πριν από τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η Φυλετική Ανθρωπολογία αντιπροσωπευόταν σταθερά στην Ιταλία με τον Τσέζαρε Λομπρόζο, ο Κοινωνικός Δαρβινισμός στην Αγγλία με τον Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας, η Ευγονική στις ΗΠΑ με τον Φράνσις Γκάλτον και ο αντισημιτισμός στη Γαλλία με τους Εντουάρ Ντρυμόν, Μορίς Μπαρές, Ζορζ Βασέρ ντε Λαπούζ και πολλούς άλλους.

Επιπλέον, ο παρωξυμένος εθνικισμός και ο βιολογικός ρατσισμός των ναζί ήταν στενά συνδεμένος με την κουλτούρα και την πρακτική του ιμπεριαλισμού, που είχε χαρακτηρίσει την Ευρώπη συνολικά, από τις αρχές του 19ου αιώνα. Η Γερμανία δεν είχε παίξει ηγετικό ρόλο σ’ αυτή την ανάπτυξη. Αντίθετα, υπήρξε όψιμος οπαδός, ενθουσιώδης μαθητής που ακολούθησε τις δύο μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις, τη Γαλλία και την Βρετανία. Η φυσική ανωτερότητα της λευκής φυλής και τα επίχειρά της, η εκπολιτιστική αποστολή της Ευρώπης στην Αφρική και την Ασία, η θεώρηση του πλανήτη πέραν της Ευρώπης ως μιας τεράστιας έκτασης που θα μπορούσε να αποικιστεί, η αντιμετώπιση των αποικιοκρατικών πολέμων ως συγκρούσεων, όπου ο εχθρός ήταν ο ντόπιος πληθυσμός και όχι ο στρατός των χωρών που ήταν να κατακτηθούν, η θεωρία ότι η εξόντωση κατώτερων φυλών ήταν αναπόφευκτη συνέπεια της προόδου, όλα αυτά τα βασικά στοιχεία της ναζιστικής ιδεολογίας αποτελούσαν κοινούς τόπους στον ευρωπαϊκό πολιτισμό του 19ου αιώνα.

Ο στόχος των ναζί να κατακτήσουν το Lebensraum (ζωτικό χώρο) για τη γερμανική φυλή  στα ευρύτερα σλαβικά εδάφη της ανατολικής Ευρώπης ήταν ουσιαστικά μια μετάθεση στον Παλαιό Κόσμο του μοντέλου της αποικιοκρατικής κυριαρχίας, που είχαν προωθήσει άλλες μεγάλες δυνάμεις στην Αφρική και την Ασία για πάνω από ένα αιώνα. Από τη στιγμή που οι ναζί θεωρούσαν τους Εβραίους εχθρική φυλή, θερμοκήπιο του κομμουνισμού και ιθύνοντες του σοβιετικού κράτους, μια σταυροφορία εναντίον τους ταίριαζε, κατά τρόπο φυσικό με έναν κατακτητικό πόλεμο εξόντωσης στην Ανατολή. Στο πλαίσιο του μεγάλου σχεδίου του Χίτλερ, η κατάκτηση του Lebensraum, η καταστροφή της Σοβιετικής Ένωσης και η εξόντωση των Εβραίων ήταν συμπληρωματικοί μεταξύ τους στόχοι, που συνέκλιναν σε ένα ενιαίο πόλεμο (3).

Ο Ναζισμός ήταν επίσης προϊόν του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, του απόλυτου πολέμου,  που αποτέλεσε πράγματι την εμπειρία-θεμέλιο του 20ού αιώνα. Σ’ αυτόν βρίσκονται οι ρίζες της βιομηχανικής εξόντωσης , ο  θάνατος εκατομμυρίων ανωνύμων και η αυταρχικός μετασχηματισμός των ευρωπαϊκών κοινωνιών κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Όπως κατέδειξε πειστικά ο Τζορτζ Μόσε, ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος ήταν η αρχή μιας εξαχρείωσης της πολιτικής ζωής με αποκορύφωση τον Ναζισμό (4). Στο πλαίσιο των εμφυλίων πολέμων και των εξεγέρσεων που συντάραξαν τη Ρωσία, τη Γερμανία, την Ουγγαρία και την Ιταλία μεταξύ 1918 και 1923, ο φασισμός πρόβαλε σαν ένα τυπικά αντιδραστικό, εθνικιστικό και αντιδημοκρατικό κίνημα. Υπ’ αυτή την έννοια, ήταν πραγματικά απότοκος της αντεπανάστασης που επιχειρήθηκε στη διάρκεια του «μακρύ» 19ου αιώνα, ξεκινώντας από τη συμμαχία των Αντι-Ιακωβίνων του 1793 και φτάνοντας στις σφαγές που ακολούθησαν την ήττα της Κομμούνας του Παρισιού, το 1872.

Η αντεπανάσταση, όμως, του 20ού αιώνα δεν ήταν ούτε συντηρητική ούτε αμιγώς  αντιδραστική. Μάλλον κατανοούσε τον εαυτό της ως επανάσταση ενάντια στην επανάσταση. Οι φασίστες δεν κοίταζαν προς το παρελθόν : επιδίωκαν την οικοδόμηση ενός καινούργιου κόσμου. Βρήκαν τρόπους να συνεργαστούν με τις πρώην ηγετικές ελίτ, μόνο τη στιγμή ανάληψης της εξουσίας. Οι ηγέτες τους δεν προέρχονταν από τις ελίτ εκείνες αλλά από τον κοινωνικό απόπατο ενός κόσμου που είχε περιπέσει σε σύγχυση. Ήταν εθνικιστές δημαγωγοί που είχαν αποστατήσει προς τα αριστερά, όπως ο Μουσολίνι, ή λούμπεν προλετάριοι, όπως ο Χίτλερ, οι οποίοι ανακάλυψαν το δημαγωγικό ταλέντο τους μέσα στο κλίμα που είχε δημιουργήσει η γερμανική Ήττα. Απευθύνθηκαν στις μάζες, τις οποίες κινητοποίησαν με επίκεντρο οπισθοδρομικούς μύθους περί έθνους, φυλετικής και πολεμικής κοινότητας και εσχατολογικών υποσχέσεων, όπως ο μύθος περί του Χιλιετούς Ράιχ.

Η εμπειρία του πολέμου δίδαξε στους Ναζί την ανάγκη να συνδυάσουν ορισμένες αξίες που είχε κληροδοτήσει ο 19ος αιώνας, όπως τον αγώνα κατά τον 19ο αιώνα ενάντια  στον Διαφωτισμό με τον σύγχρονο ρατσισμό (επιστημονικό και βιολογικό), τη  λατρεία της τεχνολογίας και την καλλιέργεια της δύναμης και της εργατικότητας. Ωστόσο, όπως έχει με έμφαση τονιστεί από μια πλατιά κοινωνιολογική φιλολογία τα τελευταία χρόνια, το νεωτερικό πνεύμα του ναζισμού έγκειται  πάνω απ’ όλα στην πρακτική  της εξόντωσης. Η γενοκτονία που επέβαλαν οι ναζί, είχε στηριχθεί στο κρατικό μονοπώλιο βίας, το οποίο ο Νόρμπερτ Ελίας, ακολουθώντας την ερμηνεία Τόμας Χομπς, είχε ερμηνεύσει μονόπλευρα ως κινητήρια δύναμη για την κοινωνική ειρήνευση και κατά συνέπεια για τον εκπολιτισμό. Πράγματι, το μονοπώλιο της ισχύος στις απαρχές του σύγχρονου κράτους ήταν εκ των ων ουκ άνευ  όρος για τις ολοκληρωτικές γενοκτονίες και τη βία του 20ού αιώνα – κατά το το χομπσιανό τους υπόδειγμα.

Μια ανάλυση της λειτουργίας των στρατοπέδων θανάτου των ναζί αποδεικνύει τη στενή σχέση τους με τη δυτική νεωτερικότητα. Το Άουσβιτς σχεδιάστηκε με βάση την αρχή περί παραγωγικού ορθολογισμού του Τέιλορ, με το θάνατο ως τελικό προϊόν μιας «ορθολογιστικής» επεξεργασίας της πρώτης ύλης – τους εκτοπισμένους Εβραίους. Ήταν ένα εργοστάσιο μαζικής παραγωγής πτωμάτων, όπου η αλυσίδα παραγωγής ήταν: άφιξη των οχημάτων μεταφοράς, επιλογή, κατάσχεση κινητών περιουσιακών στοιχείων, απέκδυση, θάλαμος αερίων και κρεματόριο.

Αναπόφευκτα, τα στρατόπεδα εξόντωσης ενσωμάτωσαν την διοικητική ορθολογικότητα που περιγράφει ο Μαξ Βέμπερ στο έργο του Οικονομία και Κοινωνία : καταμερισμός εργασίας , ιεραρχική λήψη αποφάσεων, διαχωρισμός της διαμόρφωσης ιδεών από την πραγμάτωσή τους, γραφειοκρατική διοίκηση και απέκδυση κάθε ευθύνης.

Όπως ο Μορίς Παπόν στη δίκη του στο Μπορντό, κανείς από τους κατηγορούμενους της Νυρεμβέργης δεν δέχτηκε ότι ήταν ένοχος : όλοι είχαν απλώς ακολουθήσει εντολές. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αρμοδιότητές τους πήραν εγκληματική χροιά μόνο στο τέλος μιας πολύπλοκης ακολουθίας δραστηριοτήτων που, οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν γνώριζαν ή εύκολα είχαν αγνοήσει. Η Χάννα Άρεντ σημειώνει ότι ο ναζισμός γέννησε ένα νέο τύπο εκτελεστή, το γραφειοκράτη στην καρέκλα του, που σκότωνε συμπληρώνοντας έντυπα (5). Τελικά, η γενοκτονική γραμμή παραγωγής απαιτούσε από μέρους των πολλών εκτελεστών που ενέχονταν σ’ αυτήν αυτοέλεγχο των ενστίκτων όπως αυτά τα καθόρισε ο Φρόυντ και στη συνέχεια ο Ελίας τα ενέταξε στην ανάλυσή του για την διαδικασία εκπολιτισμού.

Η ιστορία του Ολοκαυτώματος έχει κι αυτή το μερίδιο της σε φανατισμό, μίσος και αχαλίνωτη βία, ειδικά σε σχέση με τις σφαγές από τους SS κομάντος και τα τάγματα αστυνομικών της Βέρμαχτ. Όμως η εν ψυχρώ βιομηχανική εξόντωση  των Εβραίων στους θαλάμους αερίων είχε συλληφθεί ως μια διαδικασία που θα μπορούσε να πραγματωθεί χωρίς μίσος. Στηρίζεται περισσότερο στην έννοια του καθήκοντος που έχει ο εκτελεστής, ο οποίος κάνει τη δουλειά του αποτελεσματικά και απρόσωπα, χωρίς να αφήνει τα συναισθήματά του να παρέμβουν και  αποφεύγει σχολαστικά οποιαδήποτε ερώτηση σχετικά με τον τελικό σκοπό  της δουλειάς του.

Η σχέση του ναζισμού λοιπόν με το δυτικό νεωτερικό κόσμο είναι ουσιαστική για την κατανόηση της προέλευσής του ναζισμού και της ιστορίας της ναζιστικής βίας. Η φιλελεύθερη Ευρώπη του 19ου αιώνα –  το επίκεντρο του ρατσισμού, του ιμπεριαλισμού και του αποικιοκρατικού πολέμου – ήταν το πολιτιστικό και ιδεολογικό εργαστήρι μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο ναζισμός. Αυτή η ανάπτυξη δεν ήταν αναπόφευκτη, τη στιγμή που χρειάστηκαν διάφορα ενδιάμεσα στάδια, από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο μέχρι την κρίση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Υπάρχει όμως μια καθαρή γραμμή καταγωγής. Ταυτόχρονα το Ολοκαύτωμα, καθώς έχουν τονίσει οι Μαξ Χορκχάιμερ και Θίοντορ Αντόρνο, μαρτυρεί ταυτόχρονα μια αρνητική διαλεκτική, όπου μια τεχνική και υλική πρόοδος  μετασχηματίστηκε σε ανθρώπινη και κοινωνική οπισθοδρόμηση.

Το Άουσβιτς θα πρέπει να κατανοηθεί μέσα σ’ ένα πλατύτερο ιστορικό πλαίσιο από αυτό του ναζισμού, του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου ή των ολοκληρωτικών καθεστώτων του 20ού αιώνα. Δεν ήταν τόσο ένα φαινόμενο χωρίς προηγούμενο, όσο μια μοναδική σύνθεση στοιχείων δρώντων στον πολιτισμό μας. Παρ’ όλη την παθολογία των εκδηλώσεών του, ο ναζισμός είχε βαθιές ρίζες στην ιστορία, τον πολιτισμό και την τεχνολογία του νεωτερικού κόσμου, και στις σύγχρονες μορφές οργάνωσης, παραγωγής και κυριαρχίας.

—————————————————————————–
(1) Norbert Elias, The Germans: Power Struggles and the Development of Habitus in the 19th and 20th Centuries, Polity Press, Cambridge, 1996; Jürgen Habermas, “Eine Art Schadensabwicklung” (A way of diminishing the damage), Die Zeit, Hamburg, 11 July 1986.
(2) François Furet, The Passing of an Illusion: the Idea of Communism in the 20th Century, University of Chicago Press, Chicago, 1999.
(3) Arno J Mayer, Why Did the Heavens Not Darken?: the Final Solution in History, Pantheon, New York, 1988.
(4) George L Mosse, Fallen Soldiers: Reshaping the Memory of the World Wars, Oxford University Press, Oxford, 1990.
(5) Hannah Arendt, Eichmann in Jerusalem: a Report on the Banality of Evil, Faber, London, 1963.
*Ο Enzo Traverso είναι Ιταλός ιστορικός, ο οποίος εδώ και αρκετά χρόνια ζει και δραστηριοποιείται στη Γαλλία. Διδάσκει στο τμήμα πολιτικών επιστήμων του πανεπιστημίου Jules Verne στο Picardy της Γαλλίας. Έχει ασχοληθεί εκτενώς με το ζήτημα του Ολοκαυτώματος και του ολοκληρωτισμού. Έχει συγγράψει αρκετά βιβλία ανάμεσα στα οποία τα The Origins of Nazi Violence, New Press, Νέα Υόρκη 2003 και Understanding the Nazi Genocide: Marxism after Auschwitz, Pluto Press, Λονδίνο, 1999. Δυστυχώς στα ελληνικά παραμένει αμετάφραστος.

Μετάφραση: Γιάννης Κ.

Οι δύο μορφές της πολιτικής ετερονομίας σήμερα

keep-calm-and-carry-on-2_lΤης Πολιτικής Ομάδας για την Αυτονομία.
Απόσπασμα του άρθρου: Το τέλος της αφθονίας και τα πολιτικά διακυβεύματα που μας θέτει, από το Τέταρτο Τεύχος του περιοδικού Πρόταγμα, (Ιούνιος 2012, σ.122-127)

Ο εκσυγχρονιστικός τεχνοκρατισμός

Οι πιέσεις από το πολιτικό και το τραπεζικό σύστημα για απότομες και σαρωτικές αλλαγές στην Ελλάδα συνδυάζονται με την εξάπλωση ενός νέου ρεύματος τεχνοκρατισμού, ο οποίος αυτοανακηρύσσεται ως ο μοναδικός δρόμος, ικανός να μας βγάλει από την οικονομική κρίση. Ο τεχνοκρατισμός αυτός προπαγανδίζεται έντεχνα ως η ιδεολογική και πρακτική απάντηση που έρχεται να καλύψει το κενό της υποχώρησης της «αντιπροσώπευσης» της κοινωνίας μέσω των πολιτικών θεσμών. Το έργο των κομματικών μηχανισμών, οι οποίοι καθίστανται αναποτελεσματικοί πλέον να λειτουργήσουν ως εκφραστές της λαϊκής βούλησης, θα αντικατασταθεί από την γνώση και την αποτελεσματική διαχείριση τραπεζιτών, ειδημόνων και διακομματικών μορφωμάτων χωρίς καν την ανάγκη εκλογικής νομιμοποίησης. Για το κομμάτι της ολιγαρχίας που υποστηρίζει αυτές τις θέσεις, «το Μνημόνιο είναι ευλογία για τον τόπο», επειδή μας επιτρέπει να πραγματοποιήσουμε τον πολυπόθητο εκσυγχρονισμό της χώρας, ο οποίος πάντοτε σκόνταφτε σε κατεστημένα συμφέροντα και νοοτροπίες. Σήμερα όμως, με τη δυναμική που δημιουργείται από την πίεση της Τρόικας, υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι δημιουργείται μια ευνοϊκή ευκαιρία για την υπέρβαση αυτών των «στρεβλώσεων» και των «αρχαϊσμών», η οποία θα μας επιτρέψει -επιτέλους!- να ολοκληρώσουμε τη μαρτυρική μας πορεία προς τη δυτικοποίηση.

…Όλες οι τάσεις του μανδραβελισμού[1] συνειδητοποιούν ότι στο νέο καθεστώς φτωχοποίησης και αυταρχικής λιτότητας σπάει το συμβόλαιο συναίνεσης μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων και η μόνη λύση είναι η στροφή σε μια πιο ολιγαρχική αντίληψη περί της άσκησης εξουσίας. Μέχρι το πρόσφατο παρελθόν το κοινωνικό φαντασιακό ευνοούσε και επέτρεπε την ανάδειξη κομματικών, συνδικαλιστικών και άλλων γραφειοκρατικών μηχανισμών κατάλληλων για τη διαχείριση των κοινών, τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας και την επίτευξη «εθνικών» στόχων (είσοδος και καθιέρωση στην Ευρωπαϊκή Αγορά, Ολυμπιακοί Αγώνες). Σήμερα αλλάζουν και μετασχηματίζονται ορισμένες ουσιώδεις πτυχές αυτής της μεταμοντέρνας αντίληψης για τη δημόσια ζωή. Ο κυνισμός και η αδιαφορία για την πολιτική δίνουν τη θέση τους στη γενικευμένη ανασφάλεια και ένα καθεστώς φόβου. Ως εκ τούτου, μια κοινωνία φόβου δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά υπό την απειλή των επιτακτικών διλημμάτων που τίθενται από τη ψήφιση των κάθε μέτρων. Κι έτσι, πολύ εύκολα βιώνονται οι εκλογικές αναμετρήσεις ως προσπάθεια απάντησης σε υπαρξιακά ερωτήματα: ποιος θα κυβερνήσει πέρα από τις μοναδικές «σώφρονες» δυνάμεις του μνημονιακού τόξου; Υπάρχει ζωή χωρίς αυτοδυναμία; Δε θα διαλυθεί η χώρα αν αλλάξουμε νόμισμα;

Η πολιτική θεσμοποίηση που απαντά στη νέα κατάσταση είναι οι συνταγές των «ειδικών» από οικονομικοτεχνικούς ή διακρατικούς σχηματισμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σχέδιο για ευρωπαϊκό δημοσιονομικό σύμφωνο σιδηράς πειθαρχίας και κυρώσεων που ίσως ενταχθεί ως κομμάτι πλέον του Συντάγματος από πολλές ευρωπαϊκές χώρες, και το οποίο θα τις δεσμεύει να επιβάλλουν πολύ σφιχτή οικονομική πολιτική, ανεξαρτήτως των πολιτικών ηγεσιών και των κυβερνήσεων που θα ασκούν την εξουσία. Στο νέο, πιο αυταρχικό τεχνοκρατισμό η εξουσιοδότηση των από τα κάτω περνά από τα χέρια του ικανότερου για διαχείριση της εξουσίας μονόδρομου που έχουν επιλέξει οι οικονομικές ολιγαρχίες. Πριν μερικές δεκαετίες περάσαμε από την «επιλογή» των συνταγών πολιτικής στην «επιλογή» των καλύτερων ή αποτελεσματικότερων «ειδικών». Σήμερα φαίνεται να περνάει η (καθεστηκυία) πολιτική από τον έλεγχο των καλύτερων επαγγελματικών στα χέρια των -δίχως καμία εναλλακτική- «συνταγών σωτηρίας».

Και βέβαια, οι δημοσιογραφικοί και π(ολιτ)ικάντικοι εκβιασμοί πατούν πάνω στην προπαγάνδιση της συλλογικής ενοχοποίησης της κοινωνίας που ζούσε πάνω από τις ανάγκες της. Η συγκεκριμένη κιτρική του καταναλωτικού μοντέλου δε γίνεται από δημοκρατική σκοπιά, αλλά απλά και μόνο για να ηθικοποιήσει περαιτέρω το περιεχόμενο της πολιτικής. Οι διαφημιστές του τεχνοκρατισμού επιδιώκουν το κοινωνικό αυτομαστίγωμα ως εξιλέωση για τις «αμαρτίες του παρελθόντος». Αυτό που προτάσσουν είναι η υπέρβαση της ανευθυνότητας του καταναλωτισμού με μια στροφή στη δήθεν σοβαρότητα, την υπευθυνότητα και τη φωνή της λογικής[2]. Η διάδοση αυτής της οπτικής αποκτά χαρακτηριστικά μιας ηθικής προσταγής ή μιας ηθικής υποχρέωσης, σύμφωνα με την οποία πρέπει να μην κοιτάζουμε πίσω, να υποτασσόμαστε «υπεύθυνα»  στους νόμους της οικονομίας, να ξεπερνάμε πάντα τις παλιές αμαρτίες του παρελθόντος. Οι αναλύσεις ολόκληρου του τεχνοκρατικού μπλοκ («σοβαρές» εφημερίδες, free press έντυπα, μερίδα διανοούμενων και καλλιτεχνών κ.λπ[3]) περιστρέφονται γύρω από τον άξονα σοβαρότητα ή λαικιστική ανευθυνότητα, τεχνοκρατισμός ή πελατειοκρατία, «υπεύθυνες διαρθρωτικές αλλαγές» ή προσκόλληση στα παλιά. Στο πλαίσιο αυτό, οποιαδήποτε κοινωνική αντίδραση ή εκδήλωση πολιτικών κινημάτων βαφτίζεται ως αμετροέπεια, πολιτικός αρχαϊσμός ή αντικοινωνική συμπεριφορά. Η μόνη υπεύθυνη λύση βρίσκεται στην προώθηση μνημονιακών -και αντιστοίχων «εθνοσωτήριων»- συναινέσεων και στην αποδοχή μιας διαρκούς κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι αν αυτός ο λόγος καταφέρνει να έχει την απήχηση που έχει στο δημόσιο λόγο, σε αυτήν την εξέλιξη έχει πολύ μεγάλη ευθύνη και η αριστερά. Όχι μόνο διότι με τις πρακτικές της (κομματισμός, λατρεία του κράτους και προσκόλληση σε ένα παλαιοπασοκικό σοσιαλδημοκρατικό φαντασιακό) συντείνει στο να θεωρούνται ορισμένες ιδέες ως δείγματα μιας αρτηριοσκληρωτικής λογικής που όντως, το μόνο που θέλει είναι να προστατέψει τις παραδοσιακές πελατειακές σχέσεις· αλλά και επειδή ποτέ δεν έχει το θάρρος να παραδεχτεί ότι η κριτική των εκσυγχρονιστών και του τεχνοκρατικού μπλοκ βασίζεται σε υπαρκτά προβλήματα, ασχέτως του αν είναι προσχηματική και λαϊκιστική (διογκώνοντάς τα, εξυμνώντας αφελώς τη Δύση ως την ενσάρκωση της «ορθολογικότητας» και της δημοκρατίας κ.λπ). Έτσι οδηγείται σε γελοίες καταστάσεις, δικαιώνοντας τη διαπίστωση ότι «ιδιαίτερα ιλαροτραγική παρουσιάζεται η θέση της «αριστεράς», η οποία όντας οιονεί καταδικασμένη να υπερασπίζεται τα «λαϊκά» αιτήματα, υποχρεώνεται να γίνει σημαιοφόρος κάθε καταναλωτικής απαίτησης, αρκεί όποιος την προβάλλει να αυτοτιτλοφορείται «λαός»»[4]

Ο γενικευμένος λαϊκισμός

Ο δεύτερος πυλώνας της ετερόνομης σκέψης -που, ενώ υποτίθεται ότι συνιστά το πλήρες αντίθετο του εκσυγχρονιστικού-τεχνοκρατικού λόγου, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η πίσω όψη του- είναι ο γενικευμένος λαϊκισμός που εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους. Πρόκειται για την ανάδυση μιας φωνής αντίδρασης σε όλα τα νεοφιλελεύθερα μέτρα καθώς και στον έλεγχο υπό τον οποίο έχει περάσει η άσκηση πολιτικής στην Ελλάδα από άλλες κυβερνήσεις και ελίτ. Η οπτική αυτής της τάσης είναι να επικεντρώνεται σε πατριωτικού τύπου επιχειρήματα: οι ξένες δυνάμεις ελέγχουν τα πάντα, η «νέα τάξη πραγμάτων» επιβάλλει τα μέτρα στη μικρή Ελλάδα, χάνουμε την εθνική μας κυριαρχία κ.λπ. Έτσι, για όλα φταίνε οι ξένοι (Μέρκελ, Τρόικα κ.λπ), άντε και οι δικοί μας ηγέτες που συμπεριφέρονται ως προδότες και δωσίλογοι.

Εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι καινούριο. Η τάση αυτής της «γεωπολιτικής» ή «πατριωτικής» ματιάς έχει αναφορές σε ένα γενικότερο και διαχρονικό στοιχείο της ταυτότητας του Έλληνα, που βάσει και των ιστορικών εμπειριών της διαρκούς γεωπολιτικής εξάρτησης, του μετεμφυλιακού κράτους και της δικτατορίας, υποστηρίζει ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις πάντα τον επιβουλεύονται και τον εκμεταλλεύονται, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα τη δόμηση της εθνικής μας ταυτότητας γύρω από έναν «θυματικό εθνικισμό»[5], που παρουσιάζει τον λαό μας ως διαρκώς κατατρεγμένο και «βασανισμένο» (που δεν πρέπει να ξεχνά τον Ωρωπό). Έτσι, η δυσμενής γεωπολιτική θέση της Ελλάδας, ιδεολογικοποιείται και μετατρέπεται σε αντιδυτικό σύνδρομο. Αυτό το πατριωτικό φαντασιακό -που, για λόγους αντιιμπεριαλιστικού χαρακτήρα, ενστερνίζεται το σύνολο της Αριστεράς- προσπαθεί να στήσει, εκ των υστέρων, στα πόδια της μια εθνική οντότητα στη βάση ενός αγώνα ενάντια σε ξένες δυνάμεις που τη δυναστεύουν[6].

Φυσικά, η λαϊκιστική ρητορική δεν ορίζεται -ή τουλάχιστον όχι μόνο- από την υπεράσπιση συντεχνιών, την προστασία της πελατειοκρατίας του ελληνικού συστήματος κ.λπ., όπως μέρα νύχτα προσπαθούν να μας πείσουν ο Μπάμπης και οι λοιποί αστέρες του εκσυγχρονιστικού μπλοκ. Το πρόβλημα με το λαϊκισμό είναι βαθύτατο και κατά κάποιον τρόπο διττό: αφορά τόσο στον τρόπο που γίνεται αντιληπτή η πολιτική και η ευθύνη του λαού στις εκάστοτε κοινωνικές εξελίξεις, όσο και στο πρόταγμα που προτάσσει και οραματίζεται για το μέλλον. Για εμάς ο σημερινός λαϊκισμός υπερβαίνει κατά πολύ την απλή κολακεία του λαού -ή, αν θέλουμε να δούμε το ζήτημα από την αντίστροφη οπτική, αυτή η κολακεία του λαού παίρνει σήμερα την εξής μορφή: μετατρέπεται σε μια άρνηση -με την ψυχαναλυτική έννοια του όρου- του γεγονότος ότι η κοινωνία της αφθονίας έχει τελειώσει κι ότι δεν είναι πλέον δυνατή καμία επιστροφή στη θαλπωρή της κεϊνσιανής-σοσιαλδημοκρατικής ευημερίας. Έτσι αρνείται να κάνει οποιαδήποτε κριτική στις καταναλωτικές συνήθειες του πληθυσμού, υποστηρίζοντας ότι το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης σήμερα ουσιαστικά ταυτίζεται με μια επιστροφή στην προ κρίσης εγγύηση της καταναλωτικής μας ευημερίας.

Ο γενικευμένος λαϊκισμός που έχει αναπτυχθεί στις συνθήκες κρίσης και κατάρρευσης αντιμετωπίζει με απλοϊκότητα τις εξελίξεις, τονίζοντας τη φτωχοποίηση και την περιθωριοποίηση του λαού, αποκρύβοντας παράλληλα τις μεγάλες ευθύνες σημαντικών κομματιών του (ευθύνες που έχουν να κάνουν κυρίως με την αποδοχή και στήριξη ενός φαύλου και ετερόνομου πολιτικού συστήματος για δεκαετίες). Γι’ αυτό και αναπαράγει τόσο αλόγιστα ως συνθήματα τα περί «Χούντας» ή περί «νέας Κατοχής». Η εικόνα του καλού λαού που απλά καταπιέζεται και καταδυναστεύεται από την Τρόικα δεν εξηγεί καθόλου τη συναίνεση που παρείχε ο κόσμος όλα αυτά τα χρόνια στο πολιτικό σύστημα και την σύμπλευσή του με τις κυρίαρχες αξίες του κομφορμισμού και της κατανάλωσης (πλην των φτωχότερων στρωμάτων). Κι εδώ, δεν προσπαθούμε να αναπαράγουμε την αντιμικροαστική ρητορεία ορισμένων επαναστατικών κύκλων αλλά να αναδείξουμε το εξής στοιχείο: αν οι άνθρωποι δεν κάτσουν να κάνουν και λίγο την αυτοκριτική τους, αν δε δουν ότι πρέπει να απεγκλωβιστούν από το σύγχρονο φαντασιακό, τότε δε θα μπορέσουν ποτέ να προτάξουν κάτι καινούριο ως απάντηση σε όσα τους συμβαίνουν. Η ταυτοποίηση των εχθρών (τράπεζες, αφεντικά, κυβέρνηση) δεν αρκεί αν δεν μπορείς να δημιουργήσεις μια εικόνα για μια μελλοντική κοινωνία που θες να χτίσεις. Έτσι, θα ζητάς μόνο επιστροφή στα παλιά και θα περιορίζεις την πολιτική συζήτηση γύρω από την άρνηση των Μνημονίων.

Γιατί ακριβώς εκεί οδηγεί αυτός ο λαϊκισμός, που είναι ίδιον τόσο της αριστεράς όσο και της λαϊκής δεξιάς. Προτάσσουμε το αντιμνημονιακό αγώνα, εκφράζοντας τον πατριωτισμό ή τον αντιιμπεριαλισμό -συχνά με ενθοποδοσφαιρικό, οπαδικό στυλ-, αλλά κρύβουμε κάτω από το χαλί την κοινωνική και «ταξική» διάσταση των γεγονότων. Στο ίδιο μοτίβο κινούνται και τα δήθεν ολοκληρωμένα σχέδια των οικονομολόγων, που διαφημίζονται ως «σανίδα σωτηρίας», ενώ επί της ουσίας περιορίζουν την πολιτική τους πρόταση στον απεγκλωβισμό από τα Μνημόνια και την επιστροφή στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μέσω του λιγότερο αυταρχικού δρόμου. Το θέμα δεν είναι να γυρίσουμε απλά σελίδα ως προς την αποδοχή από τη χώρα των μνημονίων, ούτε να υιοθετήσουμε κάποιο οικονομικό σχεδιασμό ως θέσφατο, αλλά να συνειδητοποιήσουμε ότι στις νέες συνθήκες του εύθραυστου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και των οικολογικού τοίχου τοίχου προς τον οποίο οδεύουμε, καθίσταται ανεπαρκής και αδιέξοδη η επιστροφή στην κοινωνία της καταναλωτικής μανίας και της διαρκούς ανάπτυξης. Με βάση αυτή τη διαπίστωση θα χρειαστεί να βρούμε νέες και μακροπρόθεσμες λύσεις.

[1] Ιστορικό ρεύμα στρατευμένης δημοσιογραφίας και καθεστωτικής προπαγάνδας, που μάχεται για τη συντριβή των «παλαβών» Ελλήνων και την υπεράσπιση κάθε έννοιας φιλελευθερισμού.

[2] Όπως διακηρύσσει ο ηγέτης του τεχνοκρατικού αντάρτικου Άρης (ο αρχηγός των ατάκτων φιλελεύθερων): «Να επιδείξουμε σοβαρότητα, σύνεση, ψυχραιμία, λογική σε πρώτη φάση. Να σχηματιστεί μια κυβέρνηση που να μπορεί να σηκώσει τα βάρη χωρίς να κλατάρει πάνω στο μήνα. Για να αντέξει την πολύ σοβαρή και δύσκολη δουλειά…»

[3] Βλ. για τα ιδεολογικοποιημένα χαρακτηριστικά αυτού του χώρου το άρθρο του Ν. Σεβαστάκη, «Οι νέοι φιλελεύθεροι», Ελευθεροτυπία, 19/6/2010.

[4] Π. Κονδύλης, Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας. Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία (1991), Αθήνα, Θεμέλιο, 2011, σ.63. Χαρακτηριστική έκφραση αυτής της τάσης ήταν η στάση της αριστεράς απέναντι στις κοινητοποιήσεις των ιδιοκτητών ταξί, το περασμένο φθινόπωρο, αλλά και η αποδοχή πολλών πρώην παλιοπασοκικών στελεχών (όπως, π.χ., ο Α. Κοτσακάς) από τον ΣΥΡΙΖΑ, σήμερα.

[5] Κατά την έκφραση του Α. Γαβριηλίδη, Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού. Ρίτσος, Ελύτης, Θεοδωράκης, Σβορώνος, Αθήνα, Futura, 2007, σ. 182

[6] Για το σημερινό πατριωτικό φαντασιακό βλ. το κείμενό μας «Το κίνημα των Πλατειών και οι δυσκολίες δημιουργίας ενός δημοκρατικού κινήματος», Πρόταγμα τ. 3, Δεκέμβριος 2011.