Menu

EAGAINST.com

Η Αριστερά, το κίνημα και το ζήτημα της εξουσίας: για έναν απολογισμό της προεκλογικής περιόδου 2012 – 2015*

CMYK básico

Toυ Νικόλα Γκίμπη

Ήταν Ιούνης του 2011 όταν στις εσωτερικές διεργασίες της λαϊκής συνέλευσης της Πλατείας Συντάγματος, που ήταν η οργανωτική δομή των «Αγανακτισμένων» στην Αθήνα, διαμορφώθηκαν δύο ανταγωνιστικές προτάσεις. Η μια εξ αυτών, με σαφή δημοκρατικό προσανατολισμό αν και μειοψηφική στις τάξεις του «κινήματος των πλατειών» αφορούσε τη δημιουργία Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης με πολιτειακό μετασχηματισμό προς την άμεση δημοκρατία, ενώ η άλλη, προερχόμενη από μια λαϊκίστικων καταβολών ανίερη συμμαχία Αριστεράς και λαϊκής Δεξιάς, επιζητούσε απλώς «να φύγουν αυτοί». Η επικράτηση της δεύτερης τάσης, σε συνδυασμό με τις τακτικές που ακολουθήθηκαν για να την νομιμοποιήσουν (αποκλεισμός της Βουλής, μπαράζ αντιμνημονιακών συλλαλητηρίων, αταβιστική συνθηματολογία), θα μπορούσαμε να πούμε πως κατά κάποιο τρόπο έθεσε τα θεμέλια για τα διλήμματα που ακολούθησαν στο δημόσιο διάλογο που ταλανίζουν τον πολιτικό ανταγωνισμό μέχρι σήμερα: «μνημόνιο – αντιμνημόνιο», «επαναδιαπραγμάτευση του χρέους», «λιτότητα – ανάπτυξη». Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά απ’ αυτούς τους κλυδωνισμούς στη φαντασιακή συγκρότηση του πολιτικού, οι οποίοι διαμηνύουν το εδώ και χρόνια εξαγγελθέν «τέλος της Μεταπολίτευσης», θα μπορούσε κάποιος εύκολα να διαβεβαιώσει πως η λαϊκίστικη τάση της Πλατείας Συντάγματος φτάνει στην επιδιωκόμενη γι’ αυτήν κορύφωσή της: την κυβερνητική συνεργασία Συ.Ριζ.Α. και Ανεξάρτητων Ελλήνων.

Παραπάνω από ένας μήνας έχει περάσει και η νέα κυβέρνηση ήδη, όπως ήταν αναμενόμενο, δείχνει ανίκανη στη χαλιναγώγηση της άγριας επίθεσης του κεφαλαίου και των ωμών εκβιασμών της πολιτικής ολιγαρχίας που, για λόγους ευγενείας, τους ονομάζουμε «διαπραγμάτευση». Οπότε μπορούμε να φανταστούμε τι θα επακολουθήσει κατά τον Ιούνη, όταν το μεγάλο διαπραγματευτικό χαρτί, η νωπή λαϊκή εντολή θ’ αρχίσει να μπαγιατεύει. Σίγουρα στο ενδιάμεσο να δοθούν ορισμένα ψίχουλα εν είδει κρατικής φιλανθρωπίας προκειμένου οι ριζοσπάστες να βαυκαλίζονται για το τέλος της λιτότητας ή την αντεπίθεση στον νεοφιλελευθερισμό. Βέβαια αυτή η δονκιχωτική μάχη έχει και θα έχει σύμμαχο την ευρύτερη κοινωνική λιποταξία απ’ το πολιτικό ζήτημα. Επομένως, ακόμη και για τη χειρότερη των εξελίξεων πιθανότατα ένα αποφασιστικό κομμάτι της κοινωνίας δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα και να ανησυχεί, καθότι δεν τρέφει και τρομερές αυταπάτες ότι υπό αυτές τις συνθήκες θα μπορούσαν να γίνουν «θαύματα»· η σχιζοφρένεια και η απόγνωση που έφερε ο νεοφιλελευθερισμός αρχίζουν να εμπεδώνονται, να κανονικοποιούνται· there is no alternative.

Άλλωστε, κύριο μέλημα ενός πλειοψηφικού ρεύματος της κοινωνίας ήταν και είναι, όπως ήδη ειπώθηκε, «να φύγουν αυτοί» ή, έστω, «να δούμε και κάτι καινούριο». Από τη στιγμή που το εκλογικό σώμα ταυτίζει την πολιτική στάση με την καταναλωτική συμπεριφορά, τότε εύλογο είναι πως υπό το άγχος μην αφήσουμε κάποια ευκαιρία να μας προσπεράσει και κάποια ηδονή να μείνει ανεκμετάλλευτη, θα πρέπει «να τους δοκιμάσουμε κι αυτούς»: η πολιτική αυτομάτως υποβιβάζεται σε κάτι μεταξύ τηλεοπτικού show και ζητήματος καλαισθητικής κρίσης, γευσιγνωσίας. Αυτό όμως που μένει επιτέλους να διατυπωθεί από όσους ενδιαφέρονται για την πολιτική ζωή αυτού του τόπου είναι πού οδήγησε τελικά η «ψήφος ανοχής» που δόθηκε στον Συ.Ριζ.Α. απ’ τα κοινωνικά κινήματα εδώ και κοντά τρία χρόνια, και τη στιγμή που οι σύντροφοι της Κουμουνδούρου πανηγυρίζουν μεθυσμένοι για την «κυβέρνηση της Αριστεράς» -με μια χείρα βοηθείας απ’ την αντιμνημονιακή Δεξιά– να γίνει και μια εκλογοαπολογιστική συνέλευση και στους κόλπους των κινημάτων.

Το κίνημα και η γραφειοκρατικοποίησή του

Είναι κοινός τόπος πλέον στις αναλύσεις που γίνονται απ’ την πλευρά των «από τα κάτω», ότι υπάρχει ένα γενικευμένο λίμνασμα της αδιαμεσολάβητης πολιτικής δράσης και των κινηματικών διαδικασιών εν γένει την τελευταία τριετία – μετά τον Φλεβάρη του 2012 και κυρίως από το καλοκαίρι του 2012 κι έπειτα που για πρώτη φορά είχαμε την εκτόξευση των ποσοστών του Συ.Ριζ.Α. Από κει και πέρα, όποιες προσπάθειες κι αν έγιναν γρήγορα καταδικάστηκαν στην αφάνεια ενώ τις περισσότερες φορές η ανοργανωσιά δεν έφερε καν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα παρά τη μαζικότητα: από τις απεργιακές κινητοποιήσεις που δεν απέτρεψαν κανένα νομοσχέδιο απ’ το να μην ψηφιστεί, το αντιφασιστικό κίνημα που δεν έριξε τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής, τα διάφορα SOS-κινήματα, τις προοδευτικές συμμαχίες των «ΟΧΙ-το-ένα», «ΟΧΙ-το-άλλο» και την αλληλεγγύη προς πάσα κατεύθυνση η κατάσταση μπορούμε να πούμε χειροτέρευσε ραγδαία. Σ’ αυτά κάλλιστα θα μπορούσε να προστεθεί ο εσωτερικός αλληλοσπαραγμός και ο ναρκισσισμός του «ποιος είναι ικανός να παίξει τον ρόλο της αξιόπιστης πρωτοπορίας» αντί να συγκροτηθούν δημοκρατικές συντονιστικές επιτροπές μεταξύ ίσων προκειμένου να υπάρξει μια οργάνωση και μια πολιτική δέσμευση της κάθε ομάδας, κοινωνικής συσσωμάτωσης, πολιτικής οργάνωσης, του κάθε σωματείου, συνδικάτου, καταναλωτικού συνεταιρισμού εντός ενός συγκεκριμένου καταστατικού πλαισίου αρχών και ενός συντακτικού σχεδίου για τις δυνατότητες μιας άλλης κοινωνίας. Όχι τυχαία, αυτή την παρακμή και εξουθένωση εκμεταλλεύτηκε ο Συ.Ριζ.Α. και αυτήν την παρακμή επιθυμούσε ανέκαθεν η ηγεσία του να διαχειριστεί. Ενώ τα κινήματα παίξανε όλα τα δοκιμασμένα σενάρια διαμαρτυρίας αδυνατώντας να κατανοήσουν ότι το «κοινωνικό συμβόλαιο» έσπασε απ’ την πλευρά των εγχώριων και ευρωπαϊκών ολιγαρχικών δυνάμεων τότε, λόγω έλλειψης σθένους, οράματος και απουσίας μιας έστω και υποτυπώδους οργάνωσης και θετικής πρότασης για το παρόν και το μέλλον, στράφηκαν μαζικά και άνευ απαιτήσεων προς τον Συ.Ριζ.Α. παραδίδοντάς του τα κλειδιά της αντίστασης και αναθέτοντάς του να λύσει όλα τα προβλήματα.

Αυτή η στάση δείχνει καθαρά την αδυναμία των κοινωνικών κινημάτων που αναδύθηκαν τα τελευταία χρόνια να συγκροτηθούν σε πολιτικό υποκείμενο όπου το καθένα θα υπερβεί τη λογική της ικανοποίησης των συντεχνιακών του αιτημάτων και θα προσανατολίσει τις δραστηριότητές του προς τον συλλογικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αν θα μπορούσαμε να διδαχτούμε κάτι από αυτή την εξέλιξη είναι δύο πράγματα: α) καταρχήν ότι από το μερικό, όπως είναι ο αντιφασισμός, οι οικονομικές διεκδικήσεις, οι περιβαλλοντολογικές ευαισθησίες, η αλληλεγγύη προς ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, ο ακτιβισμός εν γένει κ.α., δεν υπάρχει δίοδος μετάβασης προς το καθολικό, δηλαδή στους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να αλλάξει η πολιτική οργάνωση της κοινωνίας ως σύνολο β) η κλασική, χριστιανικών καταβολών και ντετερμινιστική αντίληψη ότι οι καταπιεσμένοι επαναστατούν όταν υποτιμάται το βιοτικό τους επίπεδο· η επαναστατική προοπτική μάλλον καθορίζεται από άλλους παράγοντες και όχι από την οικονομική αδικία, οπότε όσοι ευαγγελίζονται την ταυτότητα του επαναστάτη για τον εαυτό τους μάλλον θα έπρεπε να αναπροσδιορίσουν το περιεχόμενο του πολιτικού τους προβληματισμού.

Βέβαια όλη αυτή η διαδικασία δεν συνέβη στο κενό· σίγουρα η στρατηγική του σοκ και η βαθιά αναδιάρθρωση του συλλογικού βίου σε κάθε επίπεδο τα τελευταία χρόνια που σημαδεύτηκαν απ’ το πραξικόπημα της αριστοκρατίας του χρήματος και της πολιτικής ολιγαρχίας συνέβαλλε τα μέγιστα σ’ αυτήν την υποχώρηση της πολιτικής και την παράλληλη κατάσταση ενδοσκόπησης και ενασχόλησης του κάθε ατόμου ή ομάδας με «τα του οίκου». Κάπως έτσι φτάσαμε σ’ αυτόν τον ολοκληρωτικό κατακερματισμό και στη μετάβαση απ’ το «δημόσιο αγαθό» στα «ατομικά συμφέροντα». Η τακτική της Αριστεράς εδώ ήταν υποδειγματική: καταρχήν διαμέσου της ουδετεροποίησης του λαϊκισμού εκ μέρους των οργανικών της διανοουμένων ως ριζοσπαστική και προοδευτική απάντηση στον τεχνοκρατισμό και κατ’ επέκταση διαμέσου του περάσματος από τη θεωρία του λαϊκισμού στην πράξη, δηλαδή στην εξίσωση του γενικού συμφέροντος με το άθροισμα των ατομικών συμφερόντων· μ’ αυτόν τον τρόπο, οι διάφορες ομάδες πίεσης που διεκδικούν ή απαιτούν από μια κυβέρνηση αποκλειστικά την ικανοποίηση των αιτημάτων τους δίχως να προτάσσουν μια ευρύτερη εικόνα για την κοινωνία ή για κάποιο συγκεκριμένο συλλογικό υποκείμενο βαφτίζονται με την αφηρημένη έννοια του «λαού» το οποίο τις περισσότερες φορές σημαίνει τα πάντα και τίποτα. Στον βαθμό όμως που τα ατομικά συμφέροντα τυγχάνουν αυτής της μεταμφίεσης, και στον βαθμό που κάθε ομάδα επιθυμεί με οποιοδήποτε τρόπο την ικανοποίηση απλώς των συμφερόντων της τότε η πολιτική δράση απογυμνώνεται από κάθε νόημα και, επομένως, η ανάθεση έρχεται να ενδύσει αυτή τη γύμνια.

Η κατάσταση που έχει μέχρι στιγμής διαμορφωθεί τόσο στους κόλπους των βουλιαγμένων κοινωνικών κινημάτων όσο και στους κόλπους της κοινωνίας έχει περίπου ως εξής: οι άνεργοι ευελπιστούν ότι θα ανοίξουν νέες θέσεις εργασίας, οι εργαζόμενοι ευελπιστούν ότι θα πάει ο κατώτατος στα 751 και ότι θα επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις, οι συνταξιούχοι ευελπιστούν ότι θα γίνει κάτι με τα όρια ηλικίας και τα επίπεδα των συντάξεων, οι μικροεπιχειρηματίες και οι ιδιοκτήτες ακινήτων ευελπιστούν ότι θα πάρουν μια κάποια φορολογική ανάσα, οι εξαθλιωμένοι ευελπιστούν για λίγα παραπάνω συσσίτια, οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ, οι καθαρίστριες, οι σχολικοί φύλακες και όσοι τέθηκαν σε διαθεσιμότητα ευελπιστούν στην επαναπρόσληψή τους, οι αναρχικοί ευελπιστούν να μετριαστεί η καταστολή, οι δανειστές και οι ολιγάρχες ευελπιστούν ότι δεν θα υπάρξει καμιά σύγκρουση αναφορικά με τις δεσμεύσεις του ελληνικού Κράτους, τη δανειακή σύμβαση του χρέους και το Ευρώ. Μέσα σ’ αυτά να προσθέσουμε την αδιαφορία της μιας κοινωνικής κατηγορίας για την άλλη και την αδιαφορία όλων προς τις δυνατότητες νέων τρόπων διακυβέρνησης που τόσο θα διασφαλίζουν μέσω του απαραίτητου θεσμικού υπόβαθρου πως τα συλλογικά προβλήματα θα λύνονται με δίκαιο για όλους τρόπο όσο και θα προσφέρουν γόνιμο έδαφος για την ανάδυση μιας νέας πολιτικής αρετής ελεύθερων ανθρώπων ικανών να επωμιστούν τις ευθύνες για τις πράξεις τους δίχως την ανάγκη ύπαρξης κάποιας διαχωρισμένης πολιτικής οντότητας.

Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, ο προβληματισμός εδώ δεν υπονοεί ότι κακώς υπάρχουν αυτά τα αιτήματα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι περισσότεροι έχουμε συντριβεί και εξαντληθεί οικονομικά τα τελευταία χρόνια. Ο προβληματισμός μάλλον προσπαθεί αφενός να διερωτηθεί «τι είναι αυτό που οδήγησε σ’ αυτόν τον συμβιβασμό των πολιτικών και κινηματικών δυνάμεων με την επιλογή τους να στηρίξουν έμμεσα ή άμεσα τον Συ.Ριζ.Α.» και αφετέρου να διαβεβαιώσει πως η διορθωτική δικαιοσύνη που επαγγέλλεται η νέα «κυβέρνηση όλων των Ελλήνων», όσο καλοδεχούμενη κι αν είναι, δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική χειραφέτηση του ανθρώπου. Άλλο διόρθωση και υπεράσπιση των οικονομικών κεκτημένων και άλλο αλλαγή των πολιτικών δομών και νέες μορφές διακυβέρνησης των ανθρώπων. Και δυστυχώς αυτή η συνταύτιση είναι που θολώνει το τοπίο του πολιτικού ζητήματος και διαστρεβλώνει τις προϋποθέσεις να ενεργήσουμε ως πολιτικά όντα. Γι’ αυτό και ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων έχει φθαρεί, επειδή απλώς έχουν καταντήσει να συνιστούν μια μικρογραφία της κοινωνικής πραγματικότητας δίχως πρόταγμα και θεσμισμένες ηθικο-πολιτικές πρακτικές, επιδιώκοντας τελικά απλώς την ικανοποίηση των αναγκών τους. Η εμφάνιση του Συ.Ριζ.Α. στο πολιτικό προσκήνιο είναι γεγονός επειδή έρχεται ακριβώς να πατήσει σ’ αυτόν τον ιστορικό συμβιβασμό και να τον επικυρώσει, προσπαθώντας παράλληλα να διαγράψει κατά το δυνατόν απ’ τη συλλογική μνήμη το πολιτικό ζήτημα που διατυπώθηκε, έστω και εν σπέρματι, ρητά στο «κίνημα των πλατειών» όπως αναφέρθηκε και στην αρχή αυτού του κειμένου – βέβαια, όχι χωρίς την απαραίτητη συναίνεση των ίδιων των «από τα κάτω» και των «αμεσοδημοκρατών».

Η κυβέρνηση της Αριστεράς

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα σιωπηρής συναίνεσης που χαρακτηρίζει τους φορείς της πολιτικής δράσης, και πέρα από κάποιες υποχρεωτικές και άνευ νοήματος τελετουργίες που έρχονται να ξορκίσουν το «Κακό» (συγκέντρωση του Κ.Κ.Ε. στο Σύνταγμα, διαμαρτυρίες έξω απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, αντικρατική πορεία των αναρχικών κ.ο.κ.), έρχεται η πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς. Έχοντας μια κοινωνία ποδοπατημένη που το μόνο που δείχνει να ζητάει είναι την ησυχία της, το έργο αυτής της κυβέρνησης δεν θα ‘ναι ιδιαίτερα δύσκολο ως προς τις τακτικές εφησυχασμού της κοινής γνώμης και πιθανότατα θα χωριστεί σε δυο βασικούς πυλώνες: τον επικοινωνιακό και τον διαχειριστικό.

Προς τέρψιν των αριστερών και των επαναστατημένων τηλεθεατών θα υπάρξει αναμφισβήτητα μια αριστερή επικοινωνιακή πολιτική που θα επεκτείνεται από τους «όρκους του Βουνού» όπως έκανε η Ρένα Δούρου κατά την ορκωμοσία της ως Περιφερειάρχης Αττικής, με τους πανηγυρισμούς υπό τον ύμνο της ΕΛΑΣ όπως έκανε ο βουλευτής Κώστας Λαπαβίτσας, τους φόρους τιμής προς τους πεσόντες της Καισαριανής, τις σφιχτές γροθιές στον αέρα να υπενθυμίζουν τον Λένιν και τον Τρότσκι, τα σφυροδρέπανα και τις bandiere rosse στις φιλοκυβερνητικές συγκεντρώσεις, τη νεκρανάσταση της κάθε ξεχασμένης απ’ την Ιστορία αριστερίστικης γκρούπας στην Ευρώπη που βαυκαλίζεται ότι στην Ελλάδα πραγματοποιείται καμιά επανάσταση, τους βαρουφάκειους τσαμπουκάδες στους νεοφιλελεύθερους λύκους, μέχρι το κόκκινο φόντο στις αίθουσες τύπου, τις υπογραφές κειμένων εκ μέρους των προοδευτικών διανοουμένων παγκοσμίως και τις προσκλήσεις του Σλάβοϊ Ζίζεκ, του Νόαμ Τσόμσκι και της Τζούντιθ Μπάτλερ σε εκδηλώσεις και συνέδρια για μια άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα. Πρόκειται για την κατασκευή μιας βιομηχανίας πολιτισμικής ανακύκλωσης όπου η αυτοκρατορία της πολιτικής ανάθεσης θα λειτουργεί σαν μοντέλο προσομοίωσης του επαναστατικού πράττειν.

Κι όσο οι ριζοσπάστες θα τρέφουν την ανεπάρκειά τους με ιδεολογία, ο Συ.Ριζ.Α. θα πρέπει να διαχειριστεί τον κρατικό μηχανισμό και να επανεκκινήσει με κάποιον τρόπο την καπιταλιστική οικονομία. Έτσι, είτε το θέλει είτε όχι θα χτίζει το προφίλ της υπεύθυνης Αριστεράς που είναι πρόθυμη να χρηματοδοτήσει Μελισσανίδη και λοιπούς να κάνουν «business as usual», θα φέρει την «ανάπτυξη» στο λιμάνι του Πειραιά, θα καθησυχάζει τους δημοσιογράφους, θα συνασπιστεί με την Εκκλησία, θα διαβεβαιώνει στους ανθρώπους των Αγορών πως τίποτα δεν θα πάει στραβά (άλλωστε δεν ήρθε δα και κανένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που θ’ ανατρέψει τον καπιταλισμό!), και το ευρώ, πάνω απ’ όλα το ευρώ δεν κινδυνεύει από τις στοιχειώδεις πρώτες βοήθειες στα καθημαγμένα πρώην μικρομεσαία στρώματα. Λέγεται διαρκώς τον τελευταίο καιρό πως ζούμε μια ιστορική στιγμή. Όντως. Πρόκειται για τη στιγμή της αριστερής διακυβέρνησης του καπιταλισμού. Μόνο που δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σύμφωνα με τα λόγια του γερο-Μαρξ, ακριβώς επειδή αυτή η ιστορική στιγμή έχει επαναληφθεί 2 με 3 φορές ακόμα στην Ιστορία του 19ου και 20ου αιώνα, πλέον δεν πρόκειται περί αυθεντικής ανάδυσης ενός γεγονότος άνευ προηγουμένου αλλά περί φάρσας. Διότι η «παραγωγική ανασυγκρότηση» ως επιστροφή στην προ κρίσης εποχή θα αναχαιτιστεί τόσο από τους μηχανισμούς εξουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από τους βαρόνους του τραπεζικού συστήματος, τους κεφαλαιοκατόχους και τους υποψήφιους επενδυτές. Και οι διοικητικού τύπου μεταρρυθμίσεις κοινωνικού και πολιτισμικού φιλελευθερισμού που προτείνει ο Συ.Ριζ.Α. ως προϋποθέσεις για τον εξορθολογισμό και την τακτοποίηση του Κράτους πιθανότατα δεν θα κατευνάσουν τους ανοιχτούς εκβιασμούς του κεφαλαίου αν δεν καταστούν αυτομάτως αποδοτικές οικονομικά, αν δεν καταφέρουν με άλλα λόγια να εντείνουν τον εσωτερικό ανταγωνισμό των «από τα κάτω» αποσυμπιέζοντας ακόμη περισσότερο την αυτοϋποτίμησή τους έστω και με πλάγιους τρόπους.

Μέχρι στιγμής, το κυβερνητικό apparatus του Τσίπρα δείχνει να τα πηγαίνει καλά τόσο στο επικοινωνιακό όσο και στο διαχειριστικό κομμάτι, αν είναι να κρίνουμε τις καταστάσεις μέσα απ’ το κλίμα αυτής της άνευ όρων υπομονής στις τάξεις των ψηφοφόρων αλλά και της σχετικής επιδοκιμασίας στα δελτία των 8, όπου ο Πρωτοσάλτε, ο Παπαδημητρίου και ο Πρετεντέρης, παρά τις όποιες κριτικές στις λεπτομέρειες, δείχνουν να πιστεύουν στη νέα κυβέρνηση και στη στροφή στον ρεαλισμό. Έτσι έχουμε αφενός επικοινωνιακά το cool, ανέμελο και νεανικό προφίλ της κυβέρνησης που δείχνει να είναι ελκυστικό στους μεταμοντέρνους, κοσμοπολίτες μικροαστούς ή τον αναίμακτο και δίχως πολιτικές επιπτώσεις επαναστατισμό του Μηλιού, του Γλέζου και του Λαπαβίτσα για να ικανοποιηθούν οι απαιτητικοί αριστεροί και αφετέρου έχουμε την υλική κατοχύρωση και τη συμβολική επισφράγιση, στο πολιτικό επίπεδο, της νέας πραγματικότητας στη χώρα: το χρέος της χώρας τελικά αναγνωρίζεται ως βιώσιμο – τουλάχιστον μέχρι ν’ ανέβουν οι PODEMOS στην εξουσία–, οι ρυθμίσεις στα χρέη και η αναγκαιότητα για την αποπληρωμή τους από την πλευρά των υποτελών («πατριωτικό καθήκον» ο ΕΝΦΙΑ!) σημαίνει πως όλη αυτή η υπερχρέωση των «από τα κάτω» τα τελευταία πέντε χρόνια εξαιτίας της υπερφορολόγησης των πολιτών από τα μνημονιακά μέτρα αναγνωρίζεται από την κυβέρνηση της Αριστεράς ως ηθική και νόμιμη με την υποσημείωση μιας κάποιας διευκόλυνσης, η διαγραφή όλων των άγριων νεοφιλελεύθερων μέτρων με ένα μόνο νόμο έχει ξεχαστεί, ο ευρωμονόδρομος είναι γεγονός, η Βουλή θα συνεχίσει να παρακάμπτεται με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, ενώ ο περίφημος 4ος Πυλώνας του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης περί «εκδημοκρατισμού του Κράτους», «αποκέντρωσης της εξουσίας» και δυνατότητας για «λαϊκές πρωτοβουλίες για διεξαγωγή δημοψηφισμάτων» δεν συζητιέται καν ίσως και γιατί δεν αφορά μάλλον κανέναν.

Η δημοκρατία και το ζήτημα της εξουσίας

Ο παραγκωνισμός οποιουδήποτε διαλόγου γύρω απ’ το ζήτημα της εξουσίας δείχνει πραγματικά την υποχώρηση του πολιτικού ή μάλλον, από τη στιγμή που διαφαίνεται αυτός ο λανθάνων ιστορικός συμβιβασμός μεταξύ κοινωνίας, κοινωνικών κινημάτων και Αριστεράς, της διαβεβαίωσης ότι η πολιτική λύση είναι ο Συ.Ριζ.Α. Επομένως, με το πολιτικό ζήτημα διευθετημένο, το μόνο που απομένει είναι να εγγυηθεί εκ νέου το κομματικό μοντέλο διακυβέρνησης μέσω του κοινοβουλευτισμού την έξοδο από το οικονομικό αδιέξοδο. Με τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού ότι το κόμμα του και η κοινοβουλευτική του ομάδα θα υπερασπιστούν «κάθε λέξη του Συντάγματος» μπορούμε να πούμε ότι μπαίνει, έστω και προσωρινά, ένα τέλος στην «κρίση της αντιπροσώπευσης και του κοινοβουλευτισμού». Η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης μόλις τελείωσε· πλέον, τα κεφάλια μέσα, ξαναμπαίνουμε σιγά σιγά σε τροχιά πολιτικού αυτοματισμού με το κοινοβούλιο και το κυβερνητικό σχήμα να έχουν όλη την εξουσία και τους πολίτες να υποβιβάζονται εκ νέου σε καταναλωτές, ψηφοφόροι και φορολογούμενοι.

Αν υπάρχει μια ιστορική ιδιαιτερότητα σ’ αυτή τη νέα συνθήκη, της οποίας τις ρίζες μπορούμε να βρούμε στην άνοδο της μετανεωτερικότητας και στο «τέλος των μεγάλων αφηγήσεων» και του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, είναι πως για πρώτη φορά τόσο η Αριστερά όσο και τα κινήματα (με ελάχιστες εξαιρέσεις) δεν έχουν ένα πρόγραμμα εξουσίας, που να τους διακρίνει ριζικά απ’ τους πολιτικούς αντιπάλους της φιλελεύθερης Δεξιάς, ένα πρόγραμμα με άλλα λόγια μεταβατικής εξόδου απ’ τον καπιταλισμό που να σκοπεύει στην χειραφέτηση και την αυτεξουσιότητα των ανθρώπων. Ακόμα και οι λενινιστικές υπόνοιες περί εργαλειακής κατάληψης της κρατικής εξουσίας από τον Συ.Ριζ.Α. προκειμένου να ξεκινήσει η νέα χρυσή εποχή της ελευθερίας και του δημοκρατικού σοσιαλισμού δεν έχουν καμιά πραγματική βάση. Η Αριστερά σήμερα, τόσο στην Ελλάδα όσο και σχεδόν παντού στον κόσμο, το μόνο που επιδιώκει είναι να διαχειριστεί με λίγο πιο ανθρώπινο τρόπο την ακραία εξαθλίωση και τη φτωχοποίηση, σίγουρα όχι να διαπαιδαγωγήσει ελεύθερους πολίτες, δημόσια ηθικά πρόσωπα. Από τη «διακυβέρνηση των ανθρώπων» περνάμε στη «διαχείριση των πραγμάτων».

Ίσως μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες, οι λόγοι που θα έκαναν κάποιον να ψηφίσει Αριστερά να στηριζόταν στην πολιτική του στράτευση γύρω απ’ τον μετασχηματισμό της εξουσίας, για τη δημιουργία ενός καθεστώτος με περισσότερες ελευθερίες, ανεκτικότητα και δικαιότερη νομή της εξουσίας στο σώμα των πολιτών. Δεν βρισκόμαστε πλέον εκεί. Και αυτό φαίνεται με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο στην εθελούσια απαλλοτρίωση της όποιας αντι-εξουσίας μπορεί να είχαν τα κοινωνικά κινήματα στην προ-Συ.Ριζ.Α. εποχή και εν μια νυκτί να μετατρέπονται από κοινότητες αντίστασης και αυτοθέσμισης σε πρώην αντιπολιτευτικές και νυν φιλοκυβερνητικές δυνάμεις. Και αυτή η αποκάλυψη δείχνει την παντελή απουσία μιας πολιτικής αυτοσυνειδησίας και εικόνας των περισσότερων κοινωνικών κινημάτων που αναδύθηκαν στην Ελλάδα της κρίσης που θα έδινε το έναυσμα ώστε να παίξουν τον ρόλο όχι απλώς του τελετουργικού αριστερισμού της καταγγελίας αλλά να δημιουργήσουν μια κοινωνία μέσα στην κοινωνία, να κυοφορήσουν το νέο μέσα στο παλιό και να αρχίσουν να θέτουν ερωτήματα ουσίας για τον τρόπο που θα μπορούσε αυτή η νέα φαντασιακή θέσμιση να διαδεχτεί τη σημερινή παρακμή: «ποιος αποφασίζει;», «τι αποφασίζει;», «με ποιους τρόπους αποφασίζει;».

Αυτή η αδυναμία των κοινωνικών κινημάτων, του αντιεξουσιαστικού χώρου και όλων των πρωτοβουλιών για την άμεση δημοκρατία και την αυτοδιεύθυνση να μετατραπούν από μεταεφηβικές αφορμαλιστικές αδελφότητες σε πολιτικό υποκείμενο έχει οδηγήσει στη σημερινή αναδίπλωση, υποχώρηση και παραίτηση. Με την ιδεολογική και εργαλειακή χρήση της (άμεσης) δημοκρατίας εδώ και αρκετά χρόνια το στοίχημα τελικά ήταν η αποθέωση της διαδικασίας και η χαρά της συμμετοχής και όχι η απάντηση των υπαρκτών και συγκεκριμένων προβλημάτων των συμμετεχόντων και της υπόλοιπης κοινωνίας. Οπότε, όταν προέκυπτε κάποιο πραγματικό δίλημμα ή μια εσωτερική αντίφαση στο δημοκρατικό κίνημα, αυτό συνήθιζε να αναθέτει τη λύση της στο Κράτος. Έτσι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε με την πλήρη ανικανότητα του υπό διάλυση δημοκρατικού κινήματος να απαντήσει στα ζωτικής σημασίας διλήμματα που καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει απ’ τα ιδανικά του, να διατηρεί τη δημοκρατία υπόθεση «ομοϊδεατών» (ακάθαρτων αμεσοδημοκρατών, αριστερών και αντιεξουσιαστών) για άνευ σημασίας ζητήματα και να περιοριστεί σε μια αριστερή αντιπολίτευση – όπως κάνει μέχρι και σήμερα.

Αυτή η περιθωριοποίηση της δημοκρατίας έπληξε ανεπανάληπτα τον πολιτικό λόγο και το ίδιο το περιεχόμενο της δράσης των κινημάτων. Και αν υπάρχει κάποια τύχη να ξαναγεννηθεί ένα κίνημα το οποίο θα βρει το θάρρος και το σθένος να θέσει το επαναστατικό ζήτημα, το ζήτημα με άλλα λόγια της τροπικότητας της εξουσίας αυτό θα γίνει μόνο εφόσον αυτό το κίνημα αποκτήσει πολιτικά και πολιτειακά χαρακτηριστικά και ξαναθέσει τη δημοκρατία ως πρόταγμα συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας στο πολιτικό, οικονομικό, ηθικό, ψυχολογικό επίπεδο· εκεί, με άλλα λόγια, όπου το άτομο απελευθερώνει τις δυνάμεις του μέσα στον κοινό χώρο της πράξης και της ομιλίας. Όσο όμως τα κινήματα δεν οικοδομούν από τώρα την αναπαράσταση μιας δημοκρατικής κοινωνίας, όσο δεν προτάσσουν αυτή την εικόνα στην εσωτερική τους οργάνωση και την ομοσπονδιακή συνεργασία τους και όσο δεν προωθούν πολιτειακές αλλαγές εκδημοκρατισμού, τότε τα πράγματα θα παραμείνουν ως έχουν, να περιοριζόμαστε δηλαδή να καταγγέλλουμε την κυβέρνηση που δεν εφαρμόζει τις προγραμματικές τις θέσεις ή που δεν είναι τόσο φιλελεύθερη και ανοιχτόμυαλη όσο θα θέλαμε.

* Το παρόν κείμενο γράφτηκε λίγες μέρες μετά τις εκλογές της 25ης Γενάρη 2015. Η ευφορία εκείνων των ημερών ότι η Ελλάδα και η Ευρώπη αλλάζουν, η κρυφή γοητεία των νέων κυβερνώντων και οι φιλοκυβερνητικές ανάσες αξιοπρέπειας οδήγησαν το κείμενο στο συρτάρι. Πλέον που η σκόνη έχει καθίσει και αρχίζουμε σιγά σιγά να συνερχόμαστε απ’ το εκλογικό hangover, ίσως να βρεθούν και ευήκοα ώτα που να συμμερίζονται τους προβληματισμούς του κειμένου χωρίς να προβούν στις απαραίτητες τελετουργίες κατηγοριοποίησης των απόψεων που εκφράζονται ως «φασιστικές», «σαμαρικές» και «ελιτίστικες». Έγιναν γι’ αυτόν τον λόγο κάποιες επικαιροποιήσεις που φέρνουν το κείμενο λίγο πιο κοντά στα νέα δεδομένα, ενώ κατά τ’ άλλα ο κορμός του προβληματισμού έμεινε άθικτος.

Το πλοίο, ο ζωγράφος και η πικρή γοητεία της «προόδου»

#

Το πολεμικό πλοίο Téméraire ήταν ένας θρύλος για το βρετανικό ναυτικό καθώς στο σκαρί του είχαν εκτυλιχτεί από τις χειρότερες αλλά και τις πιο ηρωικές σκηνές του Βασιλικού στόλου. Χειρότερες εξαιτίας της ανταρσίας και της αγρίας καταστολής της το 1801 και ηρωικές την διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων στην ναυμαχία του Trafalgar όταν την αποφασιστική στιγμή της μάχης απεγκλώβισε την ναυαρχίδα Victory του ναύαρχου Νέλσον από την πίεση που βρισκόταν μετά τον θανατηφόρο του πυροβολισμό.

Ο Joseph Mallord William Turner (1775 -1851) θεωρείται αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος άγγλος ρομαντικός ζωγράφος της πρώιμης Βικτωριανής εποχής και όσο ήταν στην ζωή αποτελούσε επίσης θρύλο για τους σύγχρονούς του.  Ο Τέρνερ εξύψωσε την τοπιογραφία από το ταπεινό θέμα και την αυστηρή σχεδιαστική αναπαράσταση των φυσικών σκηνών στο επίπεδο της κοσμογονικής δημιουργίας λες και είχε βαλθεί να στριμώξει μέσα στον καμβά του ολόκληρη την Θεϊκή δύναμη. Η φύση που ζωγραφίζει ο Τέρνερ δεν είναι ούτε η απτή φύση των ματιών μας ούτε η νοητή της λογικής μας αλλά μια θηριώδης έκρηξη με την οποία οι τιτάνιες δυνάμεις της Γής απελευθερώνουν την ενέργεια τους στις αισθήσεις μας. Μια θύελλα στους πίνακες του Τέρνερ δεν είναι ακριβώς εκείνο το φυσικό φαινόμενο που γνωρίζουμε πως μοιάζει με μια θύελλα αλλά κάθε φορά που ονειρευόμαστε μία αυτή μοιάζει περισσότερο με τις θύελλες που ζωγράφισε ο Τέρνερ. Η ενέργεια των χρωμάτων, η ακαταστασία των μορφών, το λάδι που παγώνει στο καμβά τη φευγαλέα για τις αισθήσεις μας κίνηση, το ανεξέλεγκτο πέρα από οποιοδήποτε σχεδιαστικό περιορισμό πινέλο εισχωρούν την ορμή της φύσης και την μανία των στοιχείων της απευθείας στην ψυχή μας. Ο Τέρνερ ήταν ο πρώτος που πάντρεψε τον νατουραλισμό και τον αισθητισμό προετοιμάζοντας το έδαφος για τους μεταγενέστερους ιμπρεσιονιστές.

Η εποχή που το Téméraire σάλπαρε τις θάλασσες και ο Joseph William Turner ζωγράφιζε τα τοπία του είναι η εποχή που η Αγγλία γίνεται κέντρο της άνθησης των τεχνών και των επιστημών. Είναι η εποχή των διαλέξεων στο Λονδίνο του χημικού Humphry Davy και που ο Michael Faraday χειραγωγεί την ηλεκτρομαγνητική ενέργεια βάζοντας θεμέλια στον σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό. Το Λονδίνο φωταγωγείται για πρώτη φορά από λάμπες υγραερίου το 1807 ενώ η ατμομηχανή οδηγεί τις εξελίξεις για τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Για το πολεμικό πλοίο και τον ζωγράφο αυτές οι ιστορικές αλλαγές δεν θα μείνουν αδιάφορες και θα συμπαρασύρουν και τους δύο σε μια κοινή μοίρα που θα αποτυπώσει την ιστορία της σε ένα πίνακα.

Το τέλος των πολέμων αλλά κυρίως η εισαγωγή του ατμού στο πολεμικό ναυτικό είχε ως αποτέλεσμα να αποφασιστεί η απόσυρση και καταστροφή του Téméraire. Ο Γουίλιαμ Τέρνερ ήταν μάρτυρας της πράξης όταν το πολεμικό γέρο-«Τεμεραίρ» ρυμουλκούταν από ένα σύγχρονο ατμόπλοιο του στον πολεμικό ναύσταθμο για να διαλυθεί σε παλιοσίδερα. Ο Τέρνερ δεν μπόρεσε να μην νιώσει την θεατρικότητα της στιγμής όπου το ένδοξο παρελθόν παραδίδει την θέση του στο τολμηρό μέλλον και απέδωσε την στιγμή που το ατμόπλοιο οδηγεί το πολεμικό πλοίο στον θάνατο του σε μια έντονη με χρώματα και συναισθήματα δραματική σκηνή.

Ο πίνακας “The Fighting Téméraire tugged to her last Berth to be broken” περ.1840 ελαιογραφία σε μουσαμά 0,91χ1,22μ Εθνική Πινακοθήκη Λονδίνο, ( Το πολεμικό Τερμέραιερ οδηγείται στον πολεμικό ναύσταθμο για να βυθιστεί ένδοξα ) αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα την γοητεία που έλκει η τεχνολογία και τη νοσταλγία του παλαιού, και ο Τέρνερ συνδύασε στον πίνακα αυτό με ένα αριστουργηματικό τρόπο τόσο τον θαυμασμό για τις νέες τεχνολογίες όσο και την μελαγχολία για το τέλος του κόσμου που χάνεται. Ταχύτητα, θόρυβος, τόλμη, έντονα ζωντανά χρώματα περιγράφουν το ατμόπλοιο που σκίζει με -για τα δεδομένα της εποχής- μανία το κύμα. Η δύναμη του ατμού αντικαθιστά την δύναμη του αέρα και παρατηρώντας τον πίνακα απελευθερώνονται στα αυτιά μας οι ήχοι από το δυνατό θόρυβο της μηχανής και το πάφλασμα των κυμάτων που δημιουργεί η πλώρη του. Εκτός όμως από την κίνηση των δύο πλεούμενων όλο το υπόλοιπο θέμα του πίνακα διακατέχεται από παγωμένη ακινησία λες και η πλάση υποκλίνεται στην πορεία του πολεμικού πλοίου προς τον τελικό του προορισμό. Το Téméraire σέρνεται πίσω από το ρυμουλκό σε πλήρη αντίκρουση χρωμάτων και αισθημάτων. Λευκό, αχνό σαν ένα φάντασμα είναι πια ήδη παρελθόν. Αν και ήταν σχεδόν κατεστραμμένο όταν το είδε ο Τέρνερ να ρυμουλκείται επέλεξε να το ζωγραφίσει σε όλη του την μεγαλοπρέπεια όπως όταν βρισκόταν με όλα του τα κατάρτια στητά και σε όλη του την ακμή. Το λευκό του φαντάσματος και το αγέρωχο ύφος που το διακατέχει σε πλήρη αντίθεση με την κινητικότητα και τα χρώματα του ατμόπλοιου εντείνουν την θεατρικότητα της στιγμής. Ο γέρο-«Τεμεραίρ» σαν ένας μεγαλειότατος – κατάδικος οδηγείται επιβλητικός προς τον τόπο της θανάτωσης του. Επάνω αριστερά στο Ιστιοφόρο ένα ημισέληνο φεγγάρι σηματοδοτεί την εμφάνιση της νύχτας και το σκοτάδι της λήθης που θα καλύψει το Τεμεραίρ. Από δεξιά ο ήλιος δύει συμπάσχοντας μέσα σε ένα πλούμισμα βαθιών έντονων χρωμάτων. Ο συμβολισμός εμφανής: Η δύναμη της τεχνολογίας επικρατεί επάνω στην δύναμη της φύσης. Το παλιό εδώ, το ιστιοφόρο, είναι και αυτό μία μορφή τεχνολογίας αλλά μια τεχνολογία που βασίζεται στη αξιοποίηση της φύσης όχι στην χειραγώγηση της. Η ατμομηχανή όμως φέρνει στο προσκήνιο μια νέα τεχνολογία που αναπαράγει τις δυνάμεις της φύσης μέσα στον καυστήρα χαλιναγωγώντας τα στοιχεία της και καταστεί παρωχημένη την τεχνολογία του ιστιοφόρου. Ο πίνακας είναι μια ωδή στην πρόοδο της τεχνολογίας. Θα λέγαμε, και ας είναι υπερβολή, πως είναι ένας φουτουριστικός πίνακας του 19ου αιώνα.

Στις αρχές του 19ου αιώνα η αλματώδη ανάπτυξη των δυνατοτήτων της τεχνολογίας με την αξιοποίηση της θερμοδυναμικής ενέργειας έφερε στους ανθρώπους της εποχής την πρωτόγνωρη μέχρι τότε προσδοκία για ένα κόσμο απεριόριστης υλικής προόδου και συμμετοχής στο παγκόσμιο πλούτο των εθνών.  Η γοητεία που άσκησε το κάλεσμα της αέναης πορείας προς τον υλικό κορεσμό επέτρεψε όπως επισημαίνει ο Ζαν Κλωντ Μισεά μέσα σε διάστημα ιδιαίτερα μικρό, μόλις μιας γενιάς, να «αναδυθεί μια πρωτοφανής πολιτική μορφή, προορισμένη να διαρκέσει μέχρι και σήμερα, της μεταφυσικής της Προόδου και του νοήματος της Ιστορίας που συγκροτεί- από τον 18ο αιώνα και μετά- τον σκληρό πυρήνα όλων των αστικών αντιλήψεων του κόσμου«. Ο Τέρνερ γοητευμένος από τις νέες μηχανές δεν είναι ακριβώς σίγουρος για το τι είναι το νέο που θα φέρουν αλλά παρ’όλα αυτά τις υποδέχεται με ενθουσιασμό. Αναρωτιόμαστε πραγματικά ποια θα ήταν η αντίδραση του Τέρνερ εάν τότε γνώριζε με την ίδια βεβαιότητα που εμείς σήμερα ξέρουμε πως «ο μύθος της μηχανής» που τον συνεπήρε με τόση προσδοκία θα μετατρέπονταν με το πέρασμα των χρόνων στο αρπακτικό που καταβρόχθισε και αλλοίωσε ανεπανόρθωτα τα ίδια φυσικά τοπία που τόσο πολύ τον συγκινούσαν και αποτελούσαν την πνοή για τη ζωγραφική του. Σε κανένα άλλο πίνακα όσο το «Το πολεμικό Τεμεραίρ οδηγείται στον πολεμικό ναύσταθμο για να βυθιστεί ένδοξα» δεν αποτυπώνεται η πλήρη αντίθεση των αισθημάτων που προκαλεί η γοητεία για το καινούργιο που έρχεται και η μελαγχολία για το οικείο που χάνεται…

Η Ευρώπη του νέου εθνικισμού και η σημασία της αναδυόμενης αριστεράς

SANYO DIGITAL CAMERA

Του Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, μετά την πτώση του τείχους στο Βερολίνο το 1989, προκύπτουν νέα γεωπολιτικά σενάρια. Σενάρια που προηγουμένως ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς. Από τη στιγμή εκείνη, σταδιακά αναδύεται ένα νέο είδος τοπικισμού στην Ευρώπη. Σύντομα πραγματοποιείται μια ρήξη ανάμεσα στη ιδέα της ενωμένης Ευρώπης των εθνών κρατών (η οποία αναπτύχθηκε κατά τις δεκαετίες του ΄70 και ’80) και σε αυτή της νέας ιδέας που αναπτύσσεται κατά την δεκαετία του ΄90.  Η αρχική θεώρηση, (η οποία είχε ως προϋπόθεση την προστασία και ανάδειξη των επιμέρους παραδόσεων, και των τοπικών ταυτοτήτων), έρχεται σταδιακά σε αντιπαράθεση με μια ενοποιητική διαδικασία με τάσεις ομογενοποίησης, εξομάλυνσης και ισοπέδωσης. Η αρχική θεώρηση στηρίχτηκε στην ανάδειξη της ποικιλομορφίας, των πολυπολιτισμικών κοινωνιών, του σεβασμού των επιμέρους ιδιαιτεροτήτων και ταυτοτήτων. Υπό αυτή την αρχική άποψη, η συνύπαρξη και συμβίωση, διαφορετικών μεταξύ τους στοιχείων, νοείται ως θετική και όχι ως αρνητική αξία.

Πρωταγωνιστές αυτής της ευρωπαϊκής οπτικής υπήρξαν κυρίως τα αριστερά κινήματα στη Γαλλία και Γερμανία, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (Sdp) καθώς και οι Πράσινοι. Στη συνέχεια η πορεία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, περνά στα χέρια της δεξιάς. Η νέα ιδέα που προκύπτει είναι βασισμένη στην αντίθεση ανάμεσα στα εθνικά κράτη και τα περιφερειακά κράτη, έχοντας ως στόχο την δημιουργία όχι πλέον μια Ευρώπης εθνών κρατών, αλλά μιας ομοσπονδιακής ένωσης περιφερειακών κρατών. Κριτήριο συνένωσης των Ευρωπαϊκών περιφερειών γίνεται πλέον η εθνική ομογενοποίηση, η οποία χρησιμεύει και στοχεύει στην χάραξη νέων πολιτικών συνόρων στην Ευρώπη. Το αφήγημα αρχίζει να αλλάζει, καθώς από τις πολυπολιτισμικές κοινωνίες, την αποδοχή και τον σεβασμό της διαφορετικότητας, περνάμε τώρα στον εθνοπλουραλισμό.

Ο εθνοπλουραλισμός βασίζεται στην ιδέα ότι είναι απαραίτητη η αξιοποίηση των μεμονωμένων ταυτοτήτων, σε αντιπαράθεση με την ενοποιητική διαδικασία, που, για να διατηρηθεί η καθαρότητα του κάθε λαού, θεμελιώδης αρχή είναι αυτός ο λαός να είναι ομοιογενής στο εσωτερικό του. Μόνο ο διάλογος και η αντιπαράθεση μεταξύ ομοιογενών λαών  – ως περιφερειακά κράτη αυτή τη φορά –  μπορεί να περισώσει την ταυτότητά τους και επομένως να αποτρέψει αυτό που η νέα δεξιά ονομάζει εθνοκτονία. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά: σύμφωνα με την ιδέα της νέας δεξιάς, η Ευρώπη των περιφερειών τείνει να αποκλείσει, να διαχωρίσει, ενώ η αρχική ιδέα είχε ως βασική της οπτική, την συγκατοίκηση πολλαπλών εθνικών ταυτοτήτων, πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων και συστατικών στοιχείων.

Η θεωρητική βάση της νέας αυτής ιδέας βρίσκεται στον εθνικό φεντεραλισμό. Ήδη από το 1968 ο θεωρητικός Guy Héraud στο βιβλίο του «Les principes du federalisme et la Federation europeenne» μιλούσε για την γέννηση μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας Ομοιογενών Περιφερειακών Κρατών. Η ιδέα επομένως ξεκινάει αδύναμα από τη Γαλλία, μεταφέρεται στη συνέχεια και ενισχύεται από τη Γερμανία και την Αυστρία, όπου και αρχίζει η συζήτηση περί της Ευρώπης των περιφερειών και η δημιουργία μιας σαφούς πολιτικής θεωρίας. Το 1977 η Βαυαρία χρηματοδοτεί τη γέννηση ενός σχεδίου που αργότερα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το θεωρητικό κέντρο της Ευρωπαϊκής ομοσπονδιοποίησης, το οποίο βασίζεται στον εθνικό φεντεραλισμό. Αυτό δεν είναι άλλο από το Διεθνές Ινστιτούτο Interreg. Η Βαυαρία μέσω της εξωτερικής της πολιτικής, αποκτά έτσι σημαντικότατο και κεντρικό ρόλο στη προώθηση αυτού του είδους Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (των εθνικών περιφερειών) και στην μετάγγισή του στα ανώτατα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα (Ευρωπαϊκό συμβούλιο και Ευρωκοινοβούλιο). Η Βαυαρία έχει κάθε λόγο να προωθήσει την Ευρώπη των περιφερειών, άλλωστε δεν θα την ωφελούσε μια πολιτική ένωση της Ευρώπης, καθώς έτσι ο πολιτικός της ρόλος σταδιακά θα υποβαθμιζόταν. Η Βαυαρία θέλει να μετράει η γνώμη της και σε πολυάριθμες περιπτώσεις θα αντιταχθεί έντονα σε όποιες θεωρήσεις είναι αντίθετες με τις δικές της.

Οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεξιάς εκφράζονται πλέον ανοιχτά, για τους έθνο-φεντεραλιστές όλες οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες δημιουργούν συγκρουσιακούς μηχανισμούς, επομένως αυτές οι κοινωνίες δεν μπορούν να κυβερνηθούν αποτελεσματικά και να ελεγχθούν πολιτικά. Έτσι οι ευρωπαϊκές περιφέρειες γίνονται φορείς προώθησης της ιδέας ενός μοντέρνου τρόπου αυτοκαθορισμού. Σταδιακά η ένταξη μια ευρωπεριφέρειας παύει να έχει ως μοχλό την εθνική της υπόσταση, αλλά πολύ περισσότερο το ενδιαφέρον της για το οικονομικό της μέλλον. Εδώ ο ρόλος των πολυεθνικών και του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι τεράστιας σημασίας. Ένα από τα δημόσια γεγονότα όπου φαίνεται πως η Ευρώπη των περιφερειών γίνεται κτήμα της νέας δεξιάς (συμπεριλαμβανομένης της ρεβανσιστικής δεξιάς) είναι η διαδήλωση του 1991 στο Brennero της Ιταλίας, όπου και εκφράζεται η ιδέα της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας του Τυρόλο, ως μέσο αυτοκαθορισμού και επομένως ως μοχλός άσκησης πίεσης για την προσάρτηση και επιστροφή της Άνω Αδίγης (Alto Adige) στην Αυστρία.

Το ισχυρό στοιχείο για την αποκατάσταση της ιδέας του λαού, που δεν νοείται πλέον ως μια κοινότητα που βασίζεται σε αυτόνομες-αυτόβουλες δράσεις και επιθυμίες (ιδέα που έρχεται από τη Γαλλική Επανάσταση), είναι η θεώρηση μιας κοινότητας με κοινή ιστορία, γλώσσα, παράδοση, και κοινό αίμα. Αυτή η ιδέα στηρίζεται στην εκμετάλλευση και τον αποπροσανατολισμό ο οποίος σχετίζεται άμεσα με την – απολύτως δικαιολογημένη – δυσφορία που υπάρχει σε σχέση με την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Έτσι η πορεία αυτή οδηγεί στη γέννηση ενός νέου «από τα κάτω» εθνικισμού, που αφελώς κάποιοι πιστεύουν ότι στον 21ο είναι και ο μόνος υπερασπιστής της «εθνικής ταυτότητας», ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Έτσι προκύπτουν παραπλανητικές εκφράσεις του τύπου: «Είμαστε η απάντηση στην ομογενοποίηση της οικουμένης σε άμορφο χωνευτήρι των λαών μέσω της μετανάστευσης και του καταναλωτισμού». Πλέον, για τον νέο αυτό εθνικισμό, η  μόνη δυνατή συνύπαρξη είναι μεταξύ όμοιων και μέσα σε μια δεδομένη γεωγραφική περιοχή. Αυτό ισχύει και με όρους οικονομίας, όπου ο μόνος τρόπος είναι «ο καθένας στα του οίκου του και όπως θέλει» αρκεί να μην συγκρούεται, τουλάχιστον ανοιχτά, με την γενική εθνοπλουραλιστική ιδέα.

Πρόκειται για μια νέα μορφή εθνικού ρατσισμού από μια νέα δεξιά. O Γάλλος πολιτικός επιστήμονας Pierre-André Taguieff τον ορίζει ως “Differentialist Racism”. Η νέα αυτή δεξιά εκφράζεται με ρητορικές και συνθήματα που βασίζονται στη συγκάλυψη, και συχνά είναι πολύ δύσκολο να δούμε ότι προέρχονται όντως από τα δεξιά. Η μεγάλη ικανότητα και οι ενισχυμένες δυνατότητες διείσδυσης στους πληθυσμούς έγκειται στο γεγονός ότι τα συνθήματα και οι ρητορικές αυτές είναι εντέχνως διφορούμενες. Βασικά, η νέα δεξιά είναι μεταμφιεσμένη, με όρους τοπικισμού, και καταφέρνει να έχει μια ισχυρή δυνατότητα διείσδυσης, σαφώς μεγαλύτερη από εκείνη της παραδοσιακής δεξιάς της εθνικιστικής, κρατικιστικής, συγκεντρωτικής. Δημιουργείται έτσι μια καταλυτική ικανότητα δημιουργίας συναινέσεων που ή παραδοσιακή δεξιά δεν μπορούσε να δημιουργήσει. Η πολιτική και πολιτιστική μάχη κατευθύνεται τώρα προς την αντιμετώπιση της «εθνικής μόλυνσης» από ξένα μη αφομοιώσιμα σώματα που ενώ έχουν κάθε δικαίωμα να υπάρχουν πρέπει ωστόσο να μην βρίσκονται αναμεσά μας. Ενώ ο παραδοσιακός ρατσισμός έτεινε να καταρτίσει μια ιεραρχία των φυλών, αυτός ο νέος ρατσισμός υπερτονίζει και αξιοποιεί τις διαφορές τους: είναι λοιπόν – για τη νέα αυτή δεξιά – σωστό και δίκαιο να υφίσταται αυτή η πολυπολιτισμικότητα των λαών, αρκεί αυτοί να παραμένουν φυσικά διαχωρισμένοι. Οποιαδήποτε διαδικασία εξασφάλισης πολιτικών δικαιωμάτων, για παράδειγμα στους Τούρκους της Γερμανίας, θεωρείται αρνητική, επειδή η ενσωμάτωση αυτή οδηγεί στην αποσταθεροποίηση της πολιτισμικής ταυτότητας του αρχικού και γνήσιου λαού, επομένως καθιστά δύσκολο και τον πολιτικό έλεγχό του. Σύμφωνα με αυτή την οπτική πρέπει από τη μια να διασφαλιστεί η πολυπολιτισμικότητα, αλλά μέσω ενός μηχανισμού εδαφικού αποκλεισμού, δηλαδή σε ένα δεδομένο χώρο (όποιος κι αν είναι αυτός, ελεύθερο κράτος της Βαυαρίας, ευρωπεριφέρεια στο Τυρόλο κ.λπ). Στην εθνοπλουραλιστική θεωρία της νέας δεξιάς, η φυλετικά βασισμένη σκέψη, που θεωρείται ξεπερασμένη, αντικαθίσταται από την έννοια της εθνικής κουλτούρας.

Από τους πρώτους, (ασφαλώς όχι ο μόνος) που κατανόησαν τους κινδύνους αυτής της νέας δεξιάς οπτικής είναι ο Ralf Dahrendorf, ο οποίος τόνισε την τάση για πολλαπλασιασμό των περιφερειών και τον κίνδυνο να βρεθούμε κάποια στιγμή «χωρίς Ευρώπη». Ο Dahrendorf υποστηρίξε πως το μόνο θεσμικό μοντέλο που εγγυάται εξίσου τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα είναι το ετερογενές εθνικό κράτος (όσες κι αν είναι οι εσωτερικές δυσκολίες που προκύπτουν από αυτό).  Όπως ιστορικά έχει επιβεβαιωθεί, παρατηρείται ότι η άνοδος του εθνικισμού στον Ευρωπαϊκό χώρο σημειώνεται σε περιόδους κρίσεως, πολιτικής, οικονομικής ή και κοινωνικής φύσης, αρκετά ιστορικά γεγονότα δείχνουν την ύπαρξη του φαινομένου αυτού, όπως η άνοδος της Ναζιστικής Γερμανίας, ή η άνοδος του Ιταλικού φασισμού. Άλλος ένας σημαντικός παράγοντας για την άνοδο των κεντροδεξιών, εθνικιστικών και  φασιστικών κινημάτων ήταν η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929. Στην σημερινή Ευρώπη της κρίσης αναδύονται νέες πολιτικές δυνάμεις με περισσότερα ή λιγότερα εθνικιστικά στοιχεία. Από τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή και τα διάφορα εθνικά μέτωπα στην Ελλάδα και το εξωτερικό (όπως το κόμμα της Λεπέν στην Γαλλία), το Κόμμα Ανεξαρτησίας Ηνωμένου Βασιλείου του Φάρατζ στην Αγγλία, το λαϊκίστικό κίνημα των πέντε αστέρων του Γκρίλο και η Λέγκα του Βορρά στην Ιταλία, τη φασιστική κυβέρνηση στην Ουκρανία στα ποικίλα άλλα εθνικιστικά, νεοναζιστικά και φασιστικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη. Με τις όποιες μεταξύ τους διαφοροποιήσεις (αν και σημαντικές) αυτά τα κόμματα και κινήματα δείχνουν (τουλάχιστον με τη ρητορική τους) να έχουν ως κοινό τους τόπο την ιδέα του εθνοπλουραλισμού. Από την Ευρώπη της νέας αυτής δεξιάς, δείχνει όλα να έχουν αφεθεί στον αυτοματισμό. Η μετατροπή της μεσογείου σε θαλάσσιο τάφο μεταναστών και η απουσία ενός σαφούς ευρωπαϊκού σχεδίου επίλυσης του μεταναστευτικού, είναι ενδεικτική της αδιαφορίας, τόσο των κεντροδεξιών όσο και των εθνικιστικών κομμάτων.

Αναμφίβολα ο δρόμος που δείχνει να έχει πάρει η Ευρώπη υπό την καθοδήγηση αυτής της νέας δεξιάς και υπό τις πιέσεις την νέας εθνικιστικής ακροδεξιάς, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Οι εντάσεις που δημιουργούνται από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, και ο τρόπος με τον οποίο τα εθνικιστικά κόμματα συνεχίζουν να αντιδρούν σε αυτές τις εντάσεις, η ανασφάλεια, η φτωχοποίηση, η αγανάκτηση του λαού από το υπάρχον σύστημα, η δίψα για απόδοση δικαιοσύνης σε όλα τα τραγικά λάθη των προγενέστερων κυβερνήσεων, αλλά και η διαφθορά στο κοινοβουλευτικό πολιτικό σύστημα και στην δικαιοσύνη, ενισχύουν ακόμα περισσότερο τέτοιες ιδεολογίες.

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι πολλά από αυτά τα νέα εθνικιστικά κόμματα της Ευρώπης, καταγγέλλουν γενικά και αόριστα τον κοινοβουλευτισμό και μιλούν για την ανάγκη αυτοκαθορισμού και υιοθέτησης αμεσοδημοκρατικών εργαλείων, όπως τα δημοψηφίσματα. Από την προσεκτική ανάγνωση του αφηγήματός τους προκύπτει ένας απροκάλυπτος δόλος και ένας επικίνδυνος καιροσκοπισμός. Ο υποτιθέμενος αυτοκαθορισμός παρουσιάζεται παραπλανητικά, ως κάποια μετεξέλιξη της ιδέας περί αυτονομίας. Από την άλλη η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί – πόσο μάλλον να εφαρμοσθεί – «αλά καρτ». Καθεμιά από τις θεμελιώδεις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της και ασφαλώς καμία από αυτές δεν μπορεί να αποκλειστεί κατά το δοκούν (δηλαδή όπως βολεύει κάθε φορά το όποιο κόμμα ή κίνημα). Ο κίνδυνος του πολιτικού «προσηλυτισμού» και του αποπροσανατολισμού (ανθρώπων που διαθέτουν επιφανειακή σχέση με την άμεση δημοκρατία) με επιχείρημα μια ακρωτηριασμένη και παραποιημένη «άμεση» δημοκρατία, είναι υπαρκτός και ιδιαίτερης σημασίας.

Δεδομένων των παραπάνω, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ανερχόμενο ισπανικό Podemos καθώς και άλλες νέες ευρωπαϊκές κινήσεις αριστερής χροιάς, (αν και εγκλωβισμένες στις κομματικές τους αγκυλώσεις και στον κοινοβουλευτισμό, όπως θα έλεγε και ο Ρομπέρτ Μισέλ) αντιπροσωπεύουν ένα νέο πολιτικό γεγονός στην Ευρώπη, που εκτός από το αίτημα για παύση της λιτότητας, θα μπορούσε να ανοίξει το διάλογο για την επαναφορά της αρχικής ιδέας περί Ευρωπαϊκής ενοποίησης, με αρχές τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, την πολυπολιτισμικότητα, την ισότητα, την ισονομία και τη δικαιοσύνη, σε αντιπαράθεση με τη σημερινή ιδέα που – σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση – οδηγεί μαθηματικά σε έναν νέο, γενικευμένο και επικίνδυνο ακροδεξιό εθνικισμό. Ενοποιητικό στοιχείο θα μπορούσε να αποτελέσει η εμπέδωση και προώθηση της υπόστασης του ανθρώπου ως πολίτη, ανεξάρτητα από τις πολιτισμικές και λοιπές του ιδιαιτερότητες. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ποια θα είναι η έκβαση αυτής της ανανεωμένης ευρωπαϊκής περιπέτειας, ούτε φυσικά ποια θα είναι η αντίδραση υπό την ηγεσία της νέας δεξιάς.

Το ζήτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν και είναι ιδιαιτέρως σύνθετο και προβληματικό ενώ «οι καιροί βαίνουν όλο και πιο πονηροί». Η προάσπιση ωστόσο των δικαιωμάτων της όποιας ευρωπαϊκής περιφέρειας, δεν μπορεί να γίνεται σε βάρος περιθωριοποιημένων μειονοτήτων ή και μεμονωμένων ατόμων, τα οποία – με την «λογική» της νέας δεξιάς και της ακροδεξιάς – πρέπει να αποκλείονται εξαναγκαστικά, στο όνομα μιας ομοιογένειας η οποία εξυπηρετεί – άκρως υβριστικά και απάνθρωπα – τον στενό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό έλεγχο των λαών από τους παλαιούς ή τους νέους «απελευθερωτικά πεφωτισμένους» ολιγάρχες.

Ένα μικρό (προς το παρόν) σχόλιο περί Charlie Hebdo και σάτιρας

Οι ισλαμιστές θέλουν να περιορίσουν την ελευθερία της έκφρασης. -Σταματά εδώ!

Η υπόθεση Σαρλί Εμπντό φαίνεται να απασχόλησε -αλλά και ν’ απασχολεί ακόμη- ιδιαίτερα την ελληνική Αριστερά και τον αναρχικό χώρο. Εκτός από το γεγονός ότι πρόκειται από μόνο του για θέμα εξόχως σημαντικό, αυτό συμβαίνει λόγω ορισμένων ζητημάτων με τα οποία συνδέεται (όπως η σχέση του Ισλάμ με τη Δύση). Αυτό που εντυπωσιάζει, πάντως, είναι η πολύ χαμηλή ποιότητα της επιχειρηματολογίας η οποία χαρακτηρίζει τα περισσότερα κείμενα που γράφτηκαν σχετικά. Μέσα σε όλα αυτά διαβάσαμε και αρκετές κριτικές στην αρχή της ελευθερίας της έκφρασης και της σάτιρας. Παύουν, διαβάσαμε, να είναι υπερασπίσιμες αυτές οι δύο αρχές, όταν στρέφονται κατά των «αδυνάτων». Επειδή για εμάς το θέμα αυτό είναι καίριας σημασίας, ετοιμάζουμε μια μπροσούρα -η πρώτη της ομάδας μας- όπου προσπαθούμε να εκθέσουμε λεπτομερώς τις απόψεις μας. Μέχρι την κυκλοφορία της, δημοσιεύουμε εδώ ένα μικρό αρθράκι από το τρέχον φύλλο της γαλλικής (αριστερής) σατιρικής εφημερίδας Le Canard Enchaîné (4/2/2015), με σκοπό να δώσουμε και την άλλη όψη του νομίσματος σχετικά με το ποιος είναι «καταπιεζόμενος», «μειονότητα» κ.λπ., που πάγια αγνοείται και συσκοτίζεται από την αριστερή και αναρχική φιλολογία επί του θέματος.

Ένα δίλημμα

Την επομένη του μακελειού στο Σαρλί Εμπντό, στην τελευταία σελίδα της γαλλόφωνης αλγερινής εφημερίδας Ελευθερία, ο σκιτσογράφος Ali Dilem σχεδίαζε έναν άντρα πεσμένο στη γη ο οποίος έγραφε σ’ έναν τοίχο με το αίμα του «Οι μαλάκες με σκότωσαν».

Επί μια εικοσαετία ο Ντιλέμ ζει υπό τις απειλές των ισλαμιστών εξτρεμιστών κι εύχεται σήμερα «καλή δύναμη στη Γαλλία». Αν και δε δημοσίευσε ποτέ κάποια γελοιογραφία με τον Προφήτη, έχει ωστόσο τολμήσει να σχεδιάσει ένα χέρι που βγαίνει από ένα σύννεφο. Εξαιτίας, λοιπόν, αυτού του χαριτωμένου σκαριφήματος, που θεωρήθηκε βλάσφημο, όπως επίσης βέβαια κι όλων αυτών των τζιχαντιστών με τη γενειάδα, τη μεγάλη μύτη και το ηλίθιο βλέμμα που σχεδιάζει καθημερινά, ο αλγερινός καλλιτέχνης ζει σ’ ένα καθεστώς οιονεί παρανομίας. Ωστόσο δεν παραπονιέται. Ειδικά μάλιστα αν σκεφτεί κανείς πως επιτίθεται με την ίδια όρεξη στον Πρόεδρο της αλγερινής Δημοκρατίας, σχεδιάζοντας πάντοτε τους στρατηγούς (που κάνουν κουμάντο στη χώρα) με την κοιλιά να χύνεται έξω απ’ τη στολή, τα σάλια να τρέχουν απ’ τα χείλη τους, παρασημοφορημένους με μια νεκροκεφαλή, περιτριγυρισμένους απ’ τους καλύτερούς τους φίλους –τις μύγες.

Το 2001 -τι φόρος τιμής, ε;- ο αλγερινός Ποινικός Κώδικας εμπλουτίστηκε με μια νομοθετική ρύθμιση που έγινε γνωστή ως «τροπολογία Ντιλέμ» και προβλέπει φυλάκιση μέχρι κι ενός έτους για κάθε «προσβολή» του Προέδρου και των εκπροσώπων του. Εντούτοις, παρά τις δεκάδες δίκες, ο Ντιλέμ συνεχίζει να σαρκάζει. Την ίδια στιγμή, σκιτσογράφοι σαν τον Saad Bekhelif (της εφημερίδας El Watan) ή τον Ghilas Aïnouche (της γαλλόφωνης ιστοσελίδας Tout sur lAlgérie) απαντούν στο μακελειό της 8ης Ιανουαρίου ανεβάζοντας φωτογραφίες τους με τον Charb (ηγετική μορφή του Charlie Hebdo που σκοτώθηκε από τους τρομοκράτες) στα προφίλ τους στο Facebook. Γνωρίζουν όλοι τον κίνδυνο που συνεπάγεται κάτι τέτοιο.

Όπως μας υπενθυμίζει η Humanité, από το 1993 μέχρι το 1997, 123 αλγερινοί δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι, γενικότερα, στον Τύπο, αποκεφαλίστηκαν ή εκτελέστηκαν με περίστροφο ακόμα και μέσα στα γραφεία τους. «Οι δημοσιογράφοι που πολεμούν το Ισλάμ με την πένα, θα πεθάνουν με τη λεπίδα» είχε τότε διακηρύξει ένας εμίρης της Ένοπλης Ισλαμικής Ομάδας (al-Jama’ah al-Islamiyah al-Musallaha ή GIA, εκ του γαλλικού Groupe Islamique Armé –αλγερινή τζιχαντιστική ομάδα που πολεμά το αλγερινό κράτος και μάχεται για τη δημιουργία ισλαμικού κράτους στη χώρα).

Οι ονομασίες και τ’ ακρωνύμια μπορεί ν’ αλλάζουν, όχι όμως και τα σκοτεινά σχέδια των φορέων τους…

Ο λιτός βίος του Βαρουφάκη, ή 5 βήματα για την απο-ανάπτυξη

quinoterapia_43

Μέσω του Χωροχρόνου

Το πρόταγμα της αποανάπτυξης βασίζεται στην εξής απλή ιδέα: είναι αδύνατο να απομυζούμε απεριόριστα έναν πλανήτη με περιορισμένους πόρους. Για το λόγο αυτό είναι αναγκαίο να αλλάξουμε συνολικά την κοινωνία που ζούμε. Αυτό σημαίνει πως είμαστε υποχρεωμένοι να περιορίσουμε τους ρυθμούς με τους οποίους παράγουμε και καταναλώνουμε.

Η προσπάθεια αυτή περιέχει δύο αλληλοεπηρεαζόμενες όψεις. Η πρώτη σχετίζεται με ένα πιο μακροπρόθεσμο σχέδιο ριζικού και συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας: η κοινωνία μας πρέπει να αλλάξει συνολικά προσανατολισμό, να αλλάξουν οι οικονομικό-κοινωνικές σχέσεις, να εξαλειφθεί η εκμετάλλευση και η οικονομική ανισότητα, να δοθεί η δυνατότητα στους πολίτες να αποφασίζουν οι ίδιοι για τις ζωές τους, να σταματήσουν να αποτιμώνται τα πάντα με γνώμονα την οικονομική αποδοτικότητα, να μπουν όρια στη βιομηχανική παραγωγή και στην καταστροφή που αυτή προκαλεί στο περιβάλλον κ.λπ.

Επιθυμούμε, δηλαδή την ανατροπή του καπιταλισμού και μια προσπάθεια για τη δημιουργία μίας αυτόνομης και δημοκρατικής κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα οφείλουμε να εγκαταλείψουμε την καταστροφική ιδέα που συνδέει την ευημερία της κοινωνίας με την ανάπτυξη, τη διαρκή αύξηση του Ακαθόριστου Εγχώριου Προϊόντος (δηλαδή την αδιάκοπη παραγωγή ολοένα και περισσότερων αγαθών).

Ο εκμηδενισμός των ρυθμών ανάπτυξης καθώς και η συνολική απεμπλοκή μας από την ιδεολογία της ανάπτυξης που σηματοδοτεί ο όρος «απο-ανάπτυξη», αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έξοδο από την οικολογική κρίση. Οι πολυδιαφημιζόμενες έννοιες της «πράσινης», της «βιώσιμης» κ.λπ. ανάπτυξης αδυνατούν να αντικρίσουν το οικολογικό πρόβλημα στο βάθος του, αφού αποφεύγουν να αναμετρηθούν με τις ρίζες του στην κυρίαρχη καπιταλιστική λογική. Το μόνο που μπορούν να καταφέρουν είναι η επιβράδυνση του οικολογικού κραχ. Αντιθέτως, το πρόταγμα της αποανάπτυξης αμφισβητεί τον ίδιο τον πυρήνα της καπιταλιστικής ιδεολογίας, τη σημασία της ίδιας της οικονομίας και της οικονομικής μεγέθυνσης για τη ζωή των ανθρώπων.

Η δεύτερη όψη της απο-ανάπτυξης αφορά τις αλλαγές που μπορεί να ξεκινήσει να κάνει –στο μέτρο του δυνατού- ο καθένας μας από σήμερα. Σε αυτό το πλαίσιο συγγραφείς όπως ο Σερζ Λατούς (στο βιβλίο του Το στοίχημα της απο-ανάπτυξης) προτείνουν 5 απλά βήματα:

1) Μείωση: οφείλουμε να περιορίσουμε τις καταναλωτικές μας ανάγκες υιοθετώντας ένα μοντέλο «εθελούσιας ολιγάρκειας». Να καταναλώνουμε λιγότερο, αλλά να ζούμε καλύτερα. Να ανακαλύψουμε δηλαδή ξανά την ποιότητα και την αξία χρήσης των προϊόντων. Να περιορίσουμε τις ανάγκες μας σε ενέργεια δηλαδή να κρίνουμε κάθε φορά αν η ενεργοβόρα δραστηριότητά μας είναι απαραίτητη. Μπορούμε για παράδειγμα να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε το ασανσέρ, να χρησιμοποιούμε το ποδήλατο ως μέσο μεταφοράς, να περιορίσουμε τη χρήση του αεροπλάνου και του αυτοκινήτου για μικρές αποστάσεις, τις άσκοπες μετακινήσεις ή τις ενεργοβόρες μεταφορές καταναλωτικών αγαθών από την άλλη άκρη του πλανήτη κ.ά.

2) Επαναχρησιμοποίηση: οφείλουμε να περιορίσουμε τη χρήση υλικών μιας χρήσης. Τα υλικά συσκευασίας αποτελούν μια τεράστια πηγή παραγωγής σκουπιδιών και μια τεράστια πηγή σπατάλης. Μπορούμε να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε πλαστικά ποτήρια ή μπουκάλια μιας χρήσης, σακουλάκια και σακούλες μιας χρήσης, ξυραφάκια μιας χρήσης κ.λπ. Είναι επίσης αναγκαίο να εξαντλούμε τη διάρκεια ζωής των προϊόντων και να αποφεύγουμε να αγοράζουμε κάτι καινούργιο ενώ μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το παλιό.

3) Επισκευή: χάλασε το κινητό, ο υπολογιστής, το αμάξι; Πάρε άλλο· που θα πει δημιούργησε νέα απορρίμματα (λες και δεν έχουμε ήδη αρκετά), των οποίων η διαχείριση είναι πολύ δύσκολη και η αποσύνθεση προκαλεί μεγάλη μόλυνση στο περιβάλλον. Αλλά επίσης η αγορά καινούργιων προϊόντων αντί της επισκευής των παλιών σημαίνει κατασπατάληση υλικών, ενέργειας και εργασίας. Οπότε, μην πάρεις καινούργιο, απλά επισκεύασε το παλιό. Βέβαια, υπάρχει εδώ ένα πρόβλημα: ολόκληρη η σημερινή οικονομία, η οικονομία της καταστροφής και της σπατάλης, είναι προσανατολισμένη προς άλλη κατεύθυνση. Η επισκευή είναι ακριβότερη και δυσκολότερη από την αγορά νέου προϊόντος. Έτσι λειτουργεί η καταναλωτική κοινωνία και γι’ αυτό χρειάζεται να επεκταθεί κάθε προσπάθεια αληθινής αυτό-παραγωγής, δηλαδή κάθε προσπάθεια εξοικείωσης των καταναλωτών με την παραγωγή των προϊόντων ούτως ώστε να μπορούν οι ίδιοι, με ένα είδος αλληλοβοήθειας να επισκευάζουν ό,τι χρειάζεται να επισκευαστεί.

4) Ανακύκλωση: τα οφέλη της ανακύκλωσης είναι γνωστά. Παρ’ όλα αυτά σε πολλές περιοχές δεν υπάρχει δίκτυο ανακύκλωσης, συνεπώς η πίεση προς του δήμους να υιοθετήσουν τέτοια προγράμματα όπως επίσης και η προτίμηση ανακυκλώσιμων προϊόντων είναι απαραίτητη. Επιπλέον, η ανακύκλωση όλων των υλικών που μπορούν να ανακυκλωθούν (όχι δηλαδή μόνο του χαρτιού και του αλουμινίου) θα έδινε μια λύση και στο πρόβλημα της διαχείρισης των σκουπιδιών.

5) Επιβράδυνση: το ζήτημα της επιβράδυνσης έχει να κάνει με την υιοθέτηση ενός εντελώς διαφορετικού τρόπου ζωής. Οι ρυθμοί ζωής, υπεύθυνοι για το άγχος και το στρες που κάνουν τη ζωή στις μεγαλουπόλεις αφόρητη, οφείλουν να χαλαρώσουν. Και μπορούν να χαλαρώσουν στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου δε θα μετρώνται τα πάντα με τους όρους του χρήματος και της οικονομικής αποδοτικότητας, αλλά κεντρική θέση θα διατηρεί το πρότυπο μιας ισορροπημένης ζωής με τον ελεύθερο χρόνο βασικό συστατικό της. Η ίδια η σημασία της εργασίας σε μια τέτοια κοινωνία θα μεταστρέφονταν και θα τοποθετούνταν στην πραγματική της θέση. Η μείωση των ωρών εργασίας είναι ένα απαραίτητο βήμα για τη μετάβαση από την κοινωνία της εργασίας, όπου ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ένα ρομπότ που εργάζεται και καταναλώνει, στην κοινωνία του ελεύθερου χρόνου, όπου ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει ολόπλευρα την προσωπικότητά του.

(απόσπασμα από προκήρυξη, που μοιράστηκε κατά την ανοιχτή  εκδήλωση της πολιτικής ομάδας Αυτονομία ή βαρβαρότητα στο Παιδαγωγικό, στις 12 Ιουνίου 2009)

1. Για την προκήρυξη με τίτλο «Οικολογία και Αυτονομία» βλ. Σύνδεσμος: Αυτονομία ή Βαρβαρότητα.
Η εισήγηση της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα για την τότε εκδήλωση για την αποανάπτυξη βρίσκεται εδώ.
Η ομάδα εξέδιδε το περιοδικό Μάγμα (στην παραπομπή όλα τα τεύχη σε ψηφιακή μορφή) και διαλύθηκε στα τέλη του 2010.
Το καλοκαίρι του 2011 πρώην μέλη της ομάδας και συντάκτες του περιοδικού πρωτοστάτησαν στο κίνημα των πλατειών της άμεσης δημοκρατίας και στη συγκρότηση του Occupy Wall Street και ένα χρόνο αργότερα σε αυτή του Occupy Athens.