Menu

EAGAINST.com

Φαντασία και λόγος στον Κορνήλιο Καστοριάδη

black_sheep

Του Γιώργου Οικονόμου
Από Νέα Κοινωνιολογία, αρ.43 (χειμώνας 2006-2007)

Η αντιμετώπιση του Κορνήλιου Καστοριάδη από την ελληνική διανόηση και δή την αριστερή δεν είναι από τις πιο ευτυχείς, κυμαίνεται απο την διαστρεβλωτική έως την δογματική απόρριψη. Ήδη ο Πουλαντζάς και ο Μπασάκος τον απέρριπταν χωρίς ανάλυση και επιχειρήματα, ο μεν πρώτος ως «ιρρασιοναλιστή», ο δε δεύτερος διότι «καταδικάζει τον λόγο και θέλει την ολοσχερή εξαφάνιση κάθε δυνατότητας κριτικής»[1]. Στον ίδιο περίπου δρόμο βαδίζει και ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης (εφεξής ΚΨ), ο οποίος εντάσσει τον Καστοριάδη στην «ανορθολογική σκέψη». Στο κείμενό του με τίτλο «Το ανορθολογικό στοιχείο στην ελληνική θεωρητική σκέψη»[2], σκοπό έχει, όπως ο ίδιος ο ΚΨ γράφει, την «σκιαγράφηση ορισμένων μορφών της ανορθολογικής σκέψης στη χώρα μας», και «να δείξει μερικές από τις εσωτερικές αντινομίες που περιέχουν οι κατασκευές της ανορθολογικής σκέψης και τις θεωρητικές δογματοποιήσεις, απλουστεύσεις και αυθαίρετες υποθέσεις που περιέχουν». Σκοπός επίσης του ΚΨ είναι «να δειχθούν οι τρόποι που οι κατασκευές αυτές του θεωρητικού ανορθολογισμού συναρθρώνονται με πολιτικές ιδεολογίες που προωθούν αντιδημοκρατικές πρακτικές, σκοταδισμό και μισαλλοδοξία ή με οικονομικές πολιτικές εχθρικές στην κοινωνία εν μέρει και αντίθετα προς την εκπεφρασμένη πρόθεση των εκπροσώπων των θεωριών αυτών». Οι εκπρόσωποι αυτής της «ανορθολογικής σκέψης», κατά τον ΚΨ, είναι ο Καστοριάδης, ο Κονδύλης και ο Γιανναράς. Όπως είναι εμφανές οι χαρακτηρισμοί του ΚΨ είναι βαρείς και απαξιωτικοί, χρήζουν συνεπώς κάποιων σχολίων και απαντήσεων.

Κατ’ αρχήν πρέπει να επισημανθεί ένα διπλό σφάλμα του ΚΨ:

    1. Δεν μπορούν να τοποθετηθούν οι δύο στοχαστές Καστοριάδης και Κονδύλης στην ίδια κατηγορία με τον Γιανναρά υπό την ταμπέλα του ανορθολογισμού. Διότι ο μεν Γιανναράς προτείνει εν τέλει θρησκευτικές μεταφυσικές κατασκευές, αναλύσεις και διεξόδους, δηλαδή θεολογικές λύσεις ενδεδυμένες με φιλοσοφικούς χιτώνες, οι οποίες θα δικαιολογούσαν τον τίτλο του ανορθολογικού, ενώ οι δύο πρώτοι προτείνουν φιλοσοφικές και πολιτικές απόψεις με έλλογο τρόπο, ασκώντας ταυτοχρόνως αυστηρότατη κριτική στην μεταφυσική και την θρησκεία, και φυσικά ουδεμία σχέση έχουν με πίστη σε θεούς και εκκλησίες και ουδέποτε καταφεύγουν στα έσχατα όπλα της μεταφυσικής. Ο όρος άλλωστε «ανορθολογισμός» χρησιμοποιείται γενικώς προκειμένου να δηλωθούν αντιλήψεις και ιδέες που έχουν σχέση με την θρησκεία, την θεολογία, την αποκαλυπτική πίστη, την δεισιδαιμονία, την μαγεία, τον μυστικισμό, τον ενορατισμό, την εξύμνηση του βιώματος, την διαίσθηση, τις προκαταλήψεις, τον σπιριτουαλισμό της Ανατολής (Ταό, Βουδισμό, Γιόγκα). Είναι συνεπώς αδόκιμος όρος προκειμένου για τον Καστοριάδη και τον Κονδύλη, πέραν του ότι τους αδικεί και διαστρεβλώνει τις απόψεις τους.
    2. Επι πλέον οι δύο φιλόσοφοι δεν δύνανται να τοποθετηθούν στην κατηγορία «ελληνική θεωρητική σκέψη», αλλά μάλλον στην γαλλική ο Καστοριάδης και στην γερμανική ο Κονδύλης. Αυτο δε για πολλούς και διαφόρους λόγους: οι δύο χώρες, Γαλλία και Γερμανία αντιστοίχως, υποδέχθηκαν και αποδέχθηκαν πνευματικός τους δύο στοχαστές, οι οποίοι έζησαν, εργάσθηκαν, δημιούργησαν, εξελίχθηκαν πνευματικώς στο πολιτιστικό περιβάλλον και την ιστορική και πνευματική ακαδημαϊκή ή μη παράδοση των χωρών αυτών, δημοσιεύοντας τα έργα τους ως πρώτες εκδόσεις στις γλώσσες των δύο χωρών. Εμείς εν Ελλάδι τις μεταφράσεις αυτών των έργων διαβάζουμε, ακριβώς όπως τις μεταφράσεις του Lyotard και του Habermas. Δικαίως οι μεν Γάλλοι επαίρονται για τον Καστοριάδη ως φιλόσοφο της γαλλικής γλώσσας και κουλτούρας, οι δε Γερμανοί για τον Κονδύλη ως φιλόσοφο της γερμανικής γλώσσας και κουλτούρας. Εάν ο Καστοριάδης και Κονδύλης επέμεναν να ανατραφούν πολιτικώς και πνευματικώς εν Ελλάδι, θα είχαν πεθάνει απο ασιτία ή θα είχαν καταντήσει περιθωριακοί συγγραφείς.[3] Οι γνωρίζοντες τα ελληνικά πράγματα κατανοούν πολύ καλά τους λόγους για τους οποίους, οι αρμόδιες αρχές δεν κάλεσαν τον Καστοριάδη να διδάξει έστω ένα εξάμηνο στην Ελλάδα, ούτε προσέφεραν μία θέση στο πανεπιστήμιο στον Κονδύλη. Αντιθέτως η υποψηφιότητα του τελευταίου απερρίφθη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ο νεοελληνικός πνευματικός βίος δεν ανέδειξε ούτε έναν σημαντικό στοχαστή του διαμετρήματος των δύο στοχαστών, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ακτινοβολίας. Ο νεοελληνικός πνευματικός βίος παρέμεινε αθεράπευτα επαρχιώτικος και καχεκτικός, περιχαρακωμένος σε κλίκες και ιδεοληψίες ελληνοκεντρικές, εθνικιστικές, θρησκευτικές, μαρξιστικές και γενικώς κομματικές. Είναι άστοχη συνεπώς η τοποθέτηση του Καστοριάδη και του Κονδύλη, από τον ΚΨ, στην «ελληνική θεωρητική σκέψη». Η τοποθέτηση τους στην ίδια κατηγορία με τον Γιανναρά, έχει ως αποτέλεσμα να τους μειώνει και να τους περιορίζει εκ προοιμίου.

Ο μόνος λοιπόν αντιπρόσωπος της «ελληνικης θεωρητικής σκέψης»[4] και του «ανορθολογισμού», και χαρακτηριστικό δείγμα και σύμπτωμα του καχεκτικού και ραχιτικού νεοελληνικού πνευματικού βίου, είναι ο Γιανναράς. Ο τελευταίος άλλωστε έχει πλήρη αποδοχή του νεοελληνικού τρόπου του βίου (εννοείται στην δική του εκδοχή της εκκλησιαστικής και πατερικής έννοιας του προσώπου, του τριαδικού θεού και της βυζαντινής χριστιανικής ορθοδοξίας), ενώ οι άλλοι δύο όχι μόνο δεν αποδέχονται την εκδοχή Γιανναρά αλλά απορρίπτουν και την σύνολη εκδοχή του βυζαντινού και νεοελληνικού βίου και της ασκούν δριμύτατη κριτική.

Θα περιορισθώ, εν συνεχεία, και θα σχολιάσω από το κείμενο του ΚΨ μόνο τα αφορώντα τον Καστοριάδη. Κατ’ αρχήν o ΚΨ όχι μόνο δεν αποδεικνύει, ούτε καν αναφέρει, γιατί και πώς οι απόψεις του Καστοριάδη είναι «κοντά στις απόψεις του νεοφιλελευθερισμού» ούτε και γιατί «συναρθρώνονται με πολιτικές ιδεολογίες που προωθούν αντιδημοκρατικές πρακτικές, σκοταδισμό και μισαλλοδοξία». Συνεπώς ο χαρακτηρισμός αυτός μένει μετέωρος και δημιουργεί μόνο κακές εντυπώσεις σε απληροφόρητους και αγνοούντες την σκέψη του Καστοριάδη. Η στάση αυτή είναι ανεπίτρεπτη και έχει ως αποτέλεσμα να εκθέτει ανεπανόρθωτα τον ΚΨ στους πληροφορημένους και γνωρίζοντες, αποτελεί δε βεβήλωση της σκέψεως του Καστοριάδη, ο οποίος με την ζωή του και με το έργο του αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα δημοκρατικού στοχασμού, δημιουργικής αντισυστημικής κριτικής και πολιτικής ελευθερίας. Εάν η σκέψη και το έργο του Καστοριάδη ερμηνεύεται κατά ποικίλους τρόπους ή χρησιμοποιείται αποσπασματικώς και ευκαιριακώς από διαφόρους για άλλες σκοπιμότητες, γι αυτό δεν ευθύνεται ούτε ο ίδιος ούτε το έργο του.

Δεν επιχειρηματολογεί επίσης ο ΚΨ για να στηρίξει και να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι ο Καστοριάδης χαρακτηρίζεται απο «θεωρητικές δογματοποιήσεις, απλουστεύσεις και αυθαίρετες υποθέσεις». Ο ισχυρισμός αυτός αδικεί τα μάλα τον Καστοριάδη, του οποίου το έργο χαρακτηρίζεται από μια γιγαντιαία προσπάθεια να αναλύσει, να στηρίξει, να επιχειρηματολογήσει τις ρηξικέλευθες και ριζοσπαστικές θέσεις του, επανερχόμενος συνεχώς έως το τέλος της ζωής του, πολλες φορές στα ίδια θέματα υπό διαφορετικες οπτικες γωνίες κάθε φορά, προσπαθώντας να διευρύνει την επιχειρηματολογία του, να εκλεπτύνει τις έννοιες του να εμπλουτίσει και να διαυγάσει τις θέσεις του. Ο ισχυρισμός του ΚΨ τον αδικεί επίσης και για έναν επί πλέον λόγο: ο Καστοριάδης είναι από τους ολίγους σπανίζοντες σύγχρονους φιλοσόφους, ο οποίος προσπαθεί να στηρίξει και να δικαιολογήσει τις απόψεις του χρησιμοποιώντας στοιχεία και επιχειρήματα από όλους σχεδόν τους τομείς του επιστητού, με τον ζήλο και την γνώση του «ειδικού» σε έκαστο τομέα. Φιλοσοφία , Ψυχανάλυση, Μαθηματικά, Φυσική, Βιολογία, Επιστημολογία, Πολιτική, Κοινωνιολογία, Οικονομία, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Λογοτεχνία αρχαία και νέα, διατρέχουν το έργο του όχι ευκαιριακώς και δευτερευόντως, αλλά ουσιαστικώς και λειτουργικώς, προσφέροντας αρμούς και βασικά στοιχεία στην οικοδόμηση της αναλύσεως και της σκέψεώς του. Όποιος έχει διατρέξει έστω και απλώς την Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας (εφεξής ΦΘΚ) μένει κατάπληκτος απο τον πλούτο των αναλύσεων, την γνώση όλων των ανωτέρω επιστημών, την κριτική ανάλυση ειδικών θεμάτων, την πρωτοτυπία και την προσωπική ματιά της κριτικής του, την σύνθεση και την συνθετότητα των θεμάτων. Επομένως αδίκως ο ΚΨ προσάπτει στον Καστοριάδη «δογματοποιήσεις, απλουστεύσεις και αυθαίρετες υποθέσεις».

Επί της ουσίας, η αντιμετώπιση του Καστοριάδη εκ μέρους του ΚΨ γίνεται επι τροχάδην, και μέσα σε μία σελίδα αρνείται συλλήβδην την καστοριαδική φιλοσοφία χωρίς ανάλυση και συστηματική κριτική. Η σημασία της θεωρητικής εργασίας δεν είναι τόσο το τί λες, όσο το πώς υποστηρίζεις αυτό που λες, δηλαδή το σημαντικό είναι η επιχειρηματολογία, που λείπει από το κείμενο του ΚΨ. Στο κείμενο αυτό προσάπτει στον Καστοριάδη «σχετικισμό» και «θεωρητικό ανορθολογισμό», αλλά οι χαρακτηρισμοί αυτοί είναι λανθασμένοι, όπως εξηγώ εν συντομία στη συνέχεια.

Ο Καστοριάδης προσάπτει στην παραδοσιακή κληρονομημένη φιλοσοφία ότι εξέλαβε την σκέψη υπό μία μόνο διάσταση και την ταύτισε με τον Λόγο (ratio), ονομάζει δε την αντίστοιχη σε αυτή λογική, συνολιστική-ταυτιστική. Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ούτε τυχαία ούτε αναπόφευκτη (ΦΘΚ, σ. 319). H λογική αυτή είναι η βάση της ορθολογικής σκέψεως, συναντάται στην μαθηματική Θεωρία των συνόλων, και στηρίζεται σε ντετερμινιστικές μεθόδους, όπως λ.χ. στην κατασκευή συνόλων και υποσυνόλων, κατηγοριών και σχέσεων με βάση την διακριτότητα, την καθοριστικότητα και το ανήκειν …Η λογικη αυτη δεν δύναται να συλλάβει παρά μία μόνο στιβάδα του είναι, δεν δύναται να εξηγήσει ποτέ πλήρως την πραγματικότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η συνολιστική-ταυτιστική λογική είναι λανθασμένη ως όργανο και εργαλείο του ορθού Λόγου, αλλά ότι οι προσπάθειες να εξηγηθούν μέσω αυτής οι διάφοροι τομείς του επιστητού οδηγεί σε παράδοξα, όπως σε παράδοξα έχει οδηγήσει και η ίδια η Θεωρία των συνόλων. Η λογική αυτή είναι το ισχυρότερο εργαλείο του ορθού Λογου, αλλά δεν πρέπει να εξηγούνται τα πάντα μέσω αυτής, δεν πρέπει να παρουσιάζεται η πραγματικότητα ως έλλογη, το είναι ως ορθολογικότητα και (προ)καθοριστικότητα. Αυτό καταγγέλει ο Καστοριάδης ως βασικό αρνητικό χαρακτηριστικό της κληρονομημένης ελληνοδυτικής σκέψεως[5]. Γράφει χαρακτηριστικά: «το πιο σουρεαλιστικό ποίημα εξακολουθεί να περιέχει «λογική» σε απροσδιόριστη ποσότητα – αλλά «δια» αυτής της «λογικής», υλοποιεί το Άλλο της «λογικής». Η αριθμητική και τα μαθηματικά βρίσκονται παντού μέσα στον Bach, αλλά το Καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο δεν είναι αυτό που είναι επειδή περιέχει αριθμητική και μαθηματικά»[6].

Η συνολιστική-ταυτιστική λογική είναι βασική και αναπόφευκτη συνιστώσα της γλώσσας, της ζωής και κάθε κοινωνίας (ΦΘΚ, σ. 320). Συνεπώς η λογική αυτή είναι προνομιούχα ως πανταχού παρούσα, και «δρα ακόμα και μέσα στον λόγο εκείνο ο οποίος θα επεδίωκε να την περιχαρακώσει, να την σχετικοποιήσει, να την θέσει υπό αμφισβήτηση». Αυτό σημαίνει ότι αυτή είναι παρούσα και στον λόγο του Καστοριάδη, όπως και ο ίδιος παραδέχεται. Και αναγκαστικώς αυτός χρησιμοποιεί στο έργο του τα μέσα που αυτή η λογικη παρέχει, για να μπορέσει να πεί οτι τα μέσα αυτά δεν εξισώνονται «ούτε με αυτό που έχουμε να σκεφθούμε ούτε με αυτό που έχουμε να κάνουμε».

Υπ’ αυτήν την έννοια η σκέψη του Καστοριάδη είναι εξίσου έλλογη όσο και του ΚΨ, μόνο που έκαστος εξ αυτών την χρησιμοποιει κατά το δοκούν. Δηλαδη προκειμένου για τις αξίες και τις προτεραιότητες, ο μεν ΚΨ αναζητεί την απάντηση στην «δεσμευτικότητα και το ιστορικά ανεπίστρεπτο των σχέσεων που έχουν δημιουργηθεί στην ανθρωπότητα από τον 16ο αιώνα μέχρι σήμερα»[7] και στις «πρωτοαξίες της νεωτερικότητας» – τις οποίες όμως δεν αναφέρει ποιες είναι. Ενώ ο Καστοριάδης, από την πλευρά του, ασκώντας κριτική στην ορθολογική και αλλοτριωτική διάσταση της νεωτερικότητας, στον μαρξισμό και στην προβληματική αδιέξοδη απόληξή τους, αναζητεί την απάντηση στο πρόταγμα της αυτονομίας, όπως αυτό έχει διαμορφωθει, κατ’ αρχήν στην αρχαία ελληνική δημοκρατική πόλιν, και αργότερα στη δυτική Ευρώπη, μετά το τέλος του μεσαίωνα: αξίες και αξιώσεις πραγματικής ελευθερίας, ισότητας, δημοκρατίας και δικαιοσύνης. Με την διαφορα ότι οι έννοιες αυτές έχουν διαφορετική σημασία και πρακτικό αντίκρυσμα από τις αντίστοιχες εκδοχές της νεωτερικότητας και των συγχρόνων. Ελευθερία λ.χ. σημαίνει συμμετοχή όλων στη διαμόρφωση και τη λήψη των αποφάσεων, καθως και στην άμεση άσκηση της εξουσίας, πράγμα το οποίο αποκλείει την αντιπροσώπευση, η οποια είναι η αποκλειστικη μορφή ασκήσεως της εξουσίας στα πολιτεύματα της νεωτερικότητας. Ισότητα επίσης σημαίνει την πλήρη πολιτική και οικονομική ισότητα όλων, διότι είναι προφανές ότι χωρίς οικονομική ισότητα δεν υφίσταται πολιτική ισότητα. Δημοκρατία δεν σημαίνει το σημερινό αντιπροσωπευτικό πολίτευμα αλλά την άμεση συμμετοχή των ανθρώπων στην άσκηση της εξουσίας, τη λήψη και την εκτέλεση των αποφάσεων. Η αντίληψη αυτή αποκλείει αντιπροσώπους και κόμματα. Η δικαιοσύνη επίσης είναι αδιανόητη άνευ πραγματικής ισότητας, όπως αυτη εννοείται στην άμεση δημοκρατία.

Οι αξιώσεις αυτές που συνιστούν το πρόταγμα της αυτονομίας, είναι ιστορικές και κοινωνικές φαντασιακές δημιουργίες, και όχι φανταστικά ή φαντασιωτικά κατασκευάσματα. υπήρξε δε μερική πραγματοποίησή τους στην αρχαία άμεση δημοκρατία. Υπ’ αυτήν την έννοια, όπως ακριβώς και στην περίπτωση των αξιών του ΚΨ, επιτυγχάνεται «άρση της πολιτισμικής σχετικότητας». Είναι εμφανές ότι ο Καστοριάδης αποδίδει ιδιαίτερη αξία στην άμεση δημοκρατία και την αυτονομία, όπως και στον ανθρώπινη ατομική και κοινωνική δημιουργία, αλλά επίσης στην δύναμη της φιλοσοφίας για διαύγαση και κατανόηση της πραγματικότητας. Ολα αυτά ενέχουν το στοιχείο της αξιακής επιλογής και υπερασπίζονται από τον Καστοριάδη δεόντως, έναντι άλλων αντιλήψεων και πρακτικών. Ο Καστοριάδης επί πλέον απορρίπτει σχετικισμό και σκεπτικισμό ρητώς και κατηγορηματικώς.[8] Συνεπώς ο χαρακτηρισμός «σχετικισμός» που του αποδίδει ο ΚΨ δεν ισχύει.

Ας εξετάσουμε τώρα τον «ανορθολογισμό» που ο ΚΨ προσάπτει στον Καστοριάδη. Η διατύπωση μιας άλλης λογικής, διαφορετικής της συνολιστικής-ταυτιστικής, είναι δυνατή και καλείται από τον Καστοριάδη λογική των μαγμάτων. Η λογική αυτή δεν υπερβαίνει την συνολιστική-ταυτιστική, ούτε την περιέχει ως μέρος και ιδιαίτερη περίπτωση, ούτε και προστίθεται απλώς σε αυτήν. Η λογική των μαγμάτων έχει μία κυκλική σχέση με την συνολιστική-ταυτιστική λογική αφου οφείλει να χρησιμοποιει και αυτη όρους της καθοριστικότητας και της διακριτότητας για να δηλώσει ότι το είναι δεν είναι εν τέλει, στην έσχατη ουσία του, οργανωμένο σύμφωνα με τους τρόπους της διακριτότητας και της καθοριστικότητας[9].

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι: ποια είναι η ιδιοσυστασία του είναι και ιδίως της κοινωνίας και της θέσμισής της; Κάθε κοινωνία ιδρύεται και θεσμίζεται δια της δημιουργίας ενος μάγματος φαντασιακών σημασιών, δηλαδή όρων και αναφορών που δεν εκπίπτουν σε κάποια ‘πραγματικότητα’ ή ‘ορθολογικότητα’. Αντιθέτως η πραγματικότητα και η ορθολογικότητα είναι δημιουργήματα των φαντασιακών σημασιών. Η φαντασία, το φαντασιακό, δημιουργει τον λόγο, την κοινωνία και γενικώς αυτό που αποκαλείται πραγματικό. H φαντασιακό δεν είναι ανορθολογικό, όπως φαίνεται να πιστεύει ο ΚΨ, διότι δεν έρχεται σε αντίθεση προς τον λόγο, αφού αυτός είναι δημιούργημα του φαντασιακού. Φαντασία και λόγος δεν αλληλοαποκλείονται. Η θέσμιση της κοινωνίας και οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που συγκροτούν και συνέχουν την κοινωνία αναδύονται και αναπτύσσονται πάντα σε δύο αδιαχώριστες διαστάσεις: στην συνολιστική-ταυτιστική διάσταση και στην φαντασιακή διάσταση. Αυτό που θέλει να πει ο Καστοριάδης είναι ότι η ανθρώπινη κοινωνική δημιουργία είναι αδύνατον να κατανοηθεί μόνο με τον λόγο, είναι αδύνατον να είναι αποτέλεσμα μόνο του λόγου. Η πραγματικότητα δεν δύναται να γίνει πλήρως διαφανής μέσω της συνολιστικής ταυτιστικής λογικής, όπως άλλωστε και οι Πολιτικές και Κοινωνικές επιστήμες, η Ιστορία, τα Μαθηματικά, η Βιολογία, η Φυσική κ.λπ. διότι δεν είναι σύνολα αλλά μάγματα.

Το φαντασιακό (ως κοινωνικό φαντασιακό), το οποίο έχει απωθηθεί και εξορισθεί από την κληρονομημένη ελληνοδυτική σκέψη, είναι το κύριο στοιχείο της ανθρώπινης δημιουργίας και συνιστά την ιστορία ως τέτοια. Κατά τον Καστοριάδη η ανθρώπινη δημιουργία δεν καθορίζεται από ορθολογικές διαδικασίες, δεν προ-καθορίζεται από την ratio, αλλά είναι δημιουργία φαντασιακή, ακαθόριστη, μη προκαθορίσιμη, μη καθορίσιμη a priori ορθολογικώς. Είναι δημιουργία εκ του μηδενός, υπό την έννοια όχι ότι δεν υπάρχει κάποιο υλικό και πνευματικό υπόστρωμα, αλλά ότι η δημιουργία αυτή είναι εντελώς νέο είδος, μακράν οιασδήποτε μιμήσεως, μακράν οποιουδήποτε αρχετύπου ή μοντέλλου, μακρών της λογικής ή παραγωγικής συναγωγής. Αντιθέτως, από τη στιγμή κατά την οποία η ιστορική πραγματικότητα θεωρηθεί εξ ολοκλήρου ορθολογική δεν επιδέχεται καμμιά μορφή ελευθέρας βουλήσεως, καμμιά μορφή γνησίας δημιουργίας, και ατομικής ή συλλογικής αυτονομίας – διότι όλα σε αυτή την περίπτωση είναι γνωστά, προκαθορισμένα και προδιαγεγραμμένα.

Παρομοίως η ορθολογική θεμελίωση της ίδιας της φιλοσοφίας είναι αδύνατη, κατά τον Καστοριάδη. Αυτο είναι έκδηλο στις φιλοσοφίες τόσο του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους όσο και του Descartes, του Hegel, ή του Husserl. Οι φιλοσοφίες αυτές που χαρακτηρίζονται από την προσπαθεια να στηριχθεί η φιλοσοφία σε ένα αυτοθεμελιούμενο θεμέλιο, σε ένα απόλυτο σημείο εκκινήσεως ή σε μια ανυπόθετη αρχή, κατέληξαν σε αποτυχία. Πράγματι η σκέψη του Descartes περιέχει λογικά σοφίσματα, το εγελιανο σύστημα είναι αναγκαστικώς κυκλικό, ενώ ο Husserl δεν μπόρεσε ποτέ να βγεί αληθώς απο αυτην την «αρχή» (ΦΘΚ, σ.320). Αλλά το πιο ακραίο παράδειγμα είναι τα μαθηματικά, η κατ’ εξοχήν θεωρία και επιστήμη της λογικάς, τα οποία είδαν τα ονειρά τους για αυτοθεμελίωση να καταρρέουν οριστικώς στα μέσα του περασμένου αιώνα[10].

Επίσης η ορθολογική φιλοσοφική θεμελίωση του προτάγματος της αυτονομίας και της ελευθερίας είναι λογικώς ανακόλουθη, εφ’όσον η ίδια μας η απόφαση να φιλοσοφούμε αποτελεί εκδήλωση της ελευθερίας: φιλοσοφώ σημαίνει δοκιμάζω να είμαι ελεύθερος στο πεδίο της σκέψεως. Το πρόταγμα αυτό δεν θεμελιώνεται σε «επιστημονικούς» νόμους (νόμοι της ιστορίας του Μαρξ) και «αντικειμενικούς» νόμους (φύσις, φυσικά ανθρώπινα δικαιώματα της νεωτερικότητας) ή εξελικτικούς και τελεολογικούς νόμους (Πλάτων, Αριστοτέλης), αλλά στηρίζεται στην συνειδητή και αναστοχαστική επιλογή και βούληση των ανθρώπων, κυρίως δε στην δράση τους. Η αντίθετη αντίληψη απετέλεσε την αυταπάτη του Μάρξ και του μαρξισμού με τα τεράστια καταστρεπτικά αποτελέσματα. «Οι άνθρωποι δεν γεννιούνται ούτε ελεύθεροι, ούτε μη ελεύθεροι, ούτε ίσοι, ούτε μη ίσοι. Εμείς θέλουμε να είναι ελεύθεροι και ίσοι (αυτοί και εμείς) μέσα σε μιά δίκαιη και αυτόνομη κοινωνία».[11] Η πρόταση μιας άλλης θέσμισης της κοινωνίας εξαρτάται από ένα πολιτικό πρόταγμα και μια πολιτική βούληση, που βέβαια επιδέχονται συζήτηση και επιχειρηματολογία, αλλά όχι «θεμελίωση» σε μιά οποιαδήποτε φύσιν ή θεό, νου ή λόγο ή οποιαδήποτε μεταφυσική και εξωκοινωνική οντότητα.[12] Το πρόταγμα της αυτονομίας, η διερώτηση, ο λόγος, έχουν ήδη δημιουργηθεί, είναι ήδη εδώ, ανήκουν στην ελληνοδυτικη παράδοση, είναι κοινωνικο-ιστορική δημιουργία. Δηλαδή η στήριξη του προτάγματος της αυτονομίας προσφέρεται απο την κοινωνικο-ιστορικη πραγματικότητα και δύναται να υποστηριχθεί λογικώς, βάσει των αποτελεσμάτων και των συνέπειών του. Αυτή η συνθήκη δεν συνιστά θεμελίωση, αλλά την ισχύ και το κύρος του προτάγματος. Ετσι η δικαιολόγηση παραμένει εντός του λόγου – πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς;

Για να υπερβούμε τα όρια της κληρονομημένης σκέψεως απαιτείται να καταλάβουμε ότι η ελευθερία, η ισότητα, η δικαιοσύνη, η δημοκρατία δεν είναι «έννοιες» τις οποίες μπορούμε να θεμελιώσουμε, να κατασκευάσουμε εντός και δια της θεωρίας, αλλά πολιτικές σημασίες που αφορούν την θέσμιση της κοινωνίας όπως θα την θέλαμε και η οποία εξαρτάται απο το ποιειν/πράττειν των ανθρώπων. Η θέσμιση δεν αποτελείται από «έννοιες» τις οποιες κατασκευάζουν και επεξεργάζονται οι θεωρητικοί και μετά τις εφαρμόζει, τις πραγματοποιεί η κοινωνία. Η ίδια η κοινωνία και οι άνθρωποι δύνανται να δημιουργήσουν τις συνθήκες οι οποίες θα επιτρέψουν την ελευθερία και την αυτονομία. Μέ άλλα λόγια η δημοκρατία ή η αυτονομία δεν είναι φιλοσοφική, θεωρητική ή επιστημολογική ιδέα αλλά πολιτική και κοινωνική. H θεωρία υπ’ αυτήν την έννοια είναι ένα πρόταγμα, ένα πράττειν, μία προσπάθεια, αβέβαιη και μη εξασφαλισμένη εκ των προτέρων, να φθάσουμε σε μία διαύγαση του κόσμου.

Eνα μεγάλο ζήτημα άλλωστε με αυτούς που επικαλούνται τα πρωτεία του ορθολογισμού είναι ότι ουδέποτε καθορίζουν ‘ορθολογικώς’ τον ορθολογισμό. O KΨ ορίζει κατ’ αρχήν το ορθολογικό ταυτολογικώς[13] και εν συνεχεία αποφαίνεται ότι «πολλοί Ελληνες έχουν εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια ορθολογικής προσέγγισης της πράξης και της πολιτικής προσεγγίζοντας τα ζητήματα αυτά με όρους ‘απόφασης’». Αυτό που δεν εξηγεί ο ΚΨ είναι γιατί η απόφαση είναι ανορθολογική. Δεν δύναται βεβαίως να το εξηγήσει διότι δεν εχει νόημα, αφου η απόφαση δεν αποκλείει τον λόγο. Οι αποφάσεις των ανθρώπων αλλά και των συλλογικοτήτων λαμβάνονται κατόπιν σκέψεως, στοχασμού, εξετάσεως των υπέρ και των κατά, δηλαδή κατόπιν έλλογης διαδικασίας (όπως επίσης υπάρχουν και αποφάσεις που δεν λαμβάνονται κατ’ αυτόν τον τρόπο). Οπως επισημαίνει ο Π. Κονδύλης «ο Λόγος υφίσταται μόνο στην ερμηνεία των εκάστοτε εκπροσώπων του, και αυτοί ως γνωστόν, όχι μόνον δεν έχουν ακόμη καταφέρει να πείσουν τους πάντες ότι ο Λόγος είναι το ύψιστο και επιθυμητότερο αγαθό, αλλά δεν έχουν ούτε κάν μεταξύ τους καταλήξει σε συμφωνία για το τι είναι ο Λόγος και τι επιτάσσει κάθε φορά»[14]. Οι φιλόσοφοι λ.χ. οι οποίοι παραδοσιακώς τοποθετούνται στον ορθολογισμό δεν έχουν απαγκιστρωθεί πλήρως από την μεταφυσική, αφού με τον έναν ή τον άλλον τρόπο δέχονται τον θεό και αισθάνονται την ανάγκη να προσφέρουν και κάποια απόδειξη περί της υπάρξεώς του (Descartes, Leibniz, Kant, Hegel). Αλλά και οι φιλόσοφοι της νεωτερικότητας που θεμελιώνουν την ισότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα στην φύση, και ταυτοχρόνως διατηρούν την πίστη, με την μιά ή την άλλη μορφή, σε μιά ανώτερη δύναμη (Hobbes, Locke, Hume, Rousseau) δεν είναι περισσότερο ορθολογιστές. Η μήπως ο Μάρξ είναι ορθολογιστής όταν χαρακτηρίζει την οικονομική ανάπτυξη της κοινωνίας ως ‘φυσικο-ιστορική’ διαδικασία, ή όταν διατείνεται ότι ανεκάλυψε τους νόμους της κοινωνίας και της ιστορίας που θα οδηγήσουν αναπόφευκτα στον κομμουνισμό;[15]

Ο Καστοριάδης επισημαίνει τις σύγχρονες ολέθριες καταλήξεις του ορθολογισμού με την άνευ ορίων και άνευ όρων λατρεία της δήθεν ορθολογικότητας του καπιταλισμού και της οικονομίας, την φετιχοποίηση της τεχνολογίας και της τεχνικής, της αναπτύξεως και της αυξήσεως, την απεριόριστη επέκταση της ‘ορθολογικής’ κυριαρχίας, τα οποία παρουσιάζονται μάλιστα ως τα αγαθά απότοκα της ορθολογικής επιστήμης. Τα ολέθρια αποτελέσματα αυτής της λογικής τα βλέπουμε πια σήμερα καθαρότερα από ποτέ, αφού έχουν άμεσες καταστροφικές επιπτώσεις στο περιβάλλον- φυσικό, κοινωνικό, ηθικό, πολιτικό- στην έκπτωση της ποιότητας της ζωής και στην αποσάρθρωση του δημοσίου χώρου, την υποβάθμιση των κοινωνικών και προσωπικών σχέσεων[16].

Μία κεφαλαιώδης διαφορά του Καστοριάδη απο τους άλλους στοχαστές που ασκούν κριτική στον ορθό λόγο (μεταστρουκτουραλιστες και γενικώς μεταμοντέρνους) είναι η εξής: ενώ οι τελευταίοι ταυτίζουν την ορθολογικότητα με τον εξουσιαστικό λόγο που ανέπτυξε η Δύση, με αποτέλεσμα να την απολυτοποιούν δίνοντάς της μεταφυσικές διαστάσεις που οδηγεί στη συλλήβδην απόρριψή της και στο αδιέξοδο του μηδενισμού, ο Καστοριάδης, τοποθετώντας τη συνολιστικη-ταυτιστική λογική στην πρώτη στιβάδα του ανθρωπίνου είναι, εντοπίζει στην άλλη στιβάδα του, μέσα στον ίδιο τον ανθρώπινο ψυχισμό, την δυνατότητα για την έξοδο από την γενικευμένη και καλπάζουσα ετερονομία.

Οι απόψεις αυτές δεν εντάσσονται φυσικά σε αυτο που ονομάζεται ανορθολογισμός, η κριτική του λόγου και του ορθολογισμού δεν είναι ανορθολογισμός[17]. Η αναίρεση της ορθολογικής θεμελιώσεως δεν σημαίνει ότι αναζητείται κάποια ανορθολογική πηγή. Ανορθολογισμός θα ήταν εάν αυτές οι απόψεις θεμελιώνονταν στον θεό, στον αποκαλυπτικό λόγο, σε μυστικιστικές και ενορατικές πίστεις, ή έστω στην μεταφυσική. Πράγματι όλες οι μορφές ανορθολογισμού βρίσκονται έξω από την βασική απαίτηση του λόγου, από το λόγον διδόναι, την δικαιολόγηση και το έλλογο επιχείρημα, το οποίο «συνεπάγεται αφ’ εαυτού την αναγνώριση της αξίας της αυτονομίας στην σφαίρα της σκέψεως».

Επί πλέον ο Καστοριάδης εκτός του ότι ασκεί κριτική στη μεταφυσική και τη θρησκεία (είναι απο τους ελαχίστους συγχρόνους φιλοσόφους), καταφάσκει υπέρ του λόγου: «Είναι δε, εύκολο να δείξουμε – πρόκειται για ταυτολογία στην πραγματικότητα – ότι η αυτονομία στη σφαίρα της σκέψης είναι συνώνυμη με τον ίδιο τον λόγο».[18] Επίσης εκκινώντας απο την πολιτικη των αρχαίων ελληνικων πόλεων και δή των δημοκρατικών, ορίζει την πολιτική σε συνάρτηση με τον λόγο: «Η αρχαία ελληνική πολιτική, όπως και η πολιτική κατά τον ορθόν λόγον, μπορούν να ορισθούν ως η ρητή συλλογική δραστηριότητα που θέλει τον εαυτό της διαυγασμένο, δηλαδή ανακλαστικό, στοχαστικό και βουλευτικό και που έχει ως αντικείμενο τη θέσμιση της κοινωνίας ως τέτοιας»[19]. Αλλωστε αυτό που λείπει σήμερα δεν είναι μία «ορθολογικη» ή άλλου είδους θεμελίωση του δημοκρατικού προτάγματος, αλλά η πολιτική βούληση και η δραστηριότητα των ανθρώπων, δηλαδή το ίδιο το πρόταγμα.

Ο Καστοριάδης λοιπόν δεν δύναται να ταυτισθεί με απορρίψεις του λόγου που έχουν επιχειρηθεί κατά καιρούς κυρίως απο θρησκείες και θεολογους, όπως λ.χ. ο Λούθηρος που είχε χαρακτηρίσει την ratio «πόρνη του διαβόλου» ή από τους σημερινούς νεοορθόδοξους νεοέλληνες και βυζαντινολάτρες φιλοσοφούντες θεολόγους. Είναι συνεπώς άστοχο και αποπροσανατολιστικό να χαρακτηρισθεί η σκέψη του Καστοριάδη ως ανορθολογική ή ιρρασιοναλιστική, όπως διατείνονται εδώ και τριάντα έτη, χωρίς πειστικότητα, ορισμένοι διανοούμενοι της Αριστεράς[20].

[1]Ο Πουλαντζας στην Αυγή 01-01-1977 και 06-02-1977 συκοφαντεί τον Καστοριάδη γράφοντας μεταξύ άλλων και τα εξής : «εκτος απο την χαμηλή ποιότητα του έργου αυτού, θα αναλάβω τη δυσάρεστη ευθύνη να σημειώσω πως σίγουρα δεν είναι τυχαίο το ότι τα γραφτά του ‘υπερεπαναστάτη’ Καστοριάδη προέρχονται απο έναν άνθρωπο που διετέλεσε επί χρόνια ολόκληρα μέχρι και πρόσφατα ένας απο τους κορυφαίους διοικητές του διεθνούς οικονομικού οργανισμού ΟΟΣΑ, ενος απο τους κύριους φορείς , με τη Διεθνη Τράπεζα, του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην Ευρώπη…». Βλ. απάντηση στίς ανυπόστατες συκοφαντίες του Πουλαντζά απο την Ε. Καρτάλη (Αυγή 12-01-1977) και απο τον Χ. Λουκόπουλο (Ελευθεροτυπία 25-01-1977). Για την αποφυγη αντιπαραθέσεως με τον Καστοριάδη εκ μέρους του Πουλαντζά βλ. Β. Δωροβίνη, «Ενας διάλογος που δεν έγινε», Αντί τ. 697, Οκτώβριος 1999. Ο Μπασάκος στον Σχολιαστή, Νο 75, Απρίλιος 1989, επί πλέον υβρίζει τους υποστηρικτες του Καστοριάδη χαρακτηρίζοντας τους ως «το εν απωλεία και εν πτώσει ποίμνιό του» (το ποίμνιο του Καστοριάδη)! Οι επιθέσεις κατά του Καστοριάδη- και η έλλειψη κριτικης συζητήσεως των απόψεών του- δεν αποτελούν χαρακτηριστικο μόνο της «ανανεωτικης Αριστεράς» αλλά και του ΚΚΕ (Ριζοσπάστης 07-09-84), των μαοϊκών, των τροτσκιστών (Μ. Ράπτης «Πάμπλο», στα Νέα 17-08-1992). Για την ιστορία αναφέρουμε και το άρθρο του Β. Φιοραβάντε στην Ελευθεροτυπία (5 Ιανουαρίου 1989), «Ανορθολογισμός και νεοσυντηρητισμός, Μια απάντηση στον Κορνήλιο Καστοριάδη», στο οποίο όχι μόνο δεν υπάρχει συζήτηση των θέσεων του Καστοριάδη αλλά ούτε καν νύξη στο όνομά του.

[2] Αυγή της 22-04-01, το οποίο αναδημοσιεύθηκε από το Ιδρυμα Σάκη Καράγιωργα στον συλλογικό τόμο, Ιδεολογικά ρεύματα και τάσεις της διανόησης στη σημερινή Ελλάδα, Αθήνα, 2002. Επίσης ο ΚΨ δημοσίευσε και άλλο κείμενο, στο οποίο εξειδικεύει και αναπτύσσει περισσότερο τις απορριπτικές απόψεις του για τον Καστοριάδη, με τίτλο «Το ανορθολογικό στοιχείο στη σκέψη του Κ. Καστοριάδη», Ο Πολίτης τ. 81, Οκτώβριος 2000.

[3] Το ίδιο ισχύει επίσης και για άλλους ελληνικής καταγωγής ερευνητές και στοχαστές οι οποίοι διέπρεψαν στην αλλοδαπή και απέκτησαν διεθνές βεληνεκές, ακριβώς ένεκα της απομακρύνσεως τους από την Ελλάδα, όπως ο Κ. Αξελός, ο Κ. Παπαϊωάννου, ο Α. Φ. Μουρελάτος, ο Λ. Κουλουμπαρίτσης, ο Gregory Vlastos, για να μείνουμε στον χώρο της φιλοσοφίας. Ούτε είναι τυχαίο άλλωστε πού οι διανοούμενοι της μετακατοχικής και μετεμφυλιακής Ελλάδος, γόνοι όλοι ευπόρων οικογενειών με σπουδές στα καλύτερα πανεπιστήμια της Ευρώπης, καθηγητές στα ελληνικά πανεπιστήμια, ανήκοντες στην δεξιά παράταξη η το κέντρο, και διατελέσαντες, οι περισσότεροι, ανώτατοι κρατικοί αξιωματούχοι δεν έδωσαν αξιόλογο έργο που να μπορεί να συγκριθεί με έργα ξένων συγγραφέων (Ι. Θεοδωρακόπουλος, Π. Κανελλόπουλος, Κ. Τσάτσος, Κ. Γεωργούλης, Ε. Παπανούτσος, Β. Τατάκης). Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που όλοι αυτοι έδωσαν πρωτεύουσα θέση στην θρησκεία και στον περιβόητο «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό». Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι και η Αριστερά από την πλευρά της δεν έδωσε κάποιον σοβαρό και σημαντικό διανοούμενο.

[4] Μάλλον της θεολογικής σκέψης, αφου εν τέλει στην περίπτωση του ισχύει το fides quaerens intellectum του Αυγουστίνου και το μεσαιωνικο philosophia ancilla theologiae. Oι προσπάθειες του Γιανναρά και των ομοίων του να αποκτήσει η θεολογία, η εκκλησιαστική παράδοση και το βυζάντιο, φιλοσοφικό και πολιτικό ένδυμα έχει να κάνει και αφορά την εκκλησία, την θεολογία, τους πιστούς και τους υπηκόους, όχι την φιλοσοφία, την αυτονομία και τον πολίτη. Η θρησκεία κατά τον Καστοριάδη είναι το κατ’εξοχήν όργανο της ετερονομίας. Η ταυτόχρονη αναφορά, οπως κανει ο Γανναράς και οι όμοιοί του, στην αρχαία δημοκρατικη παράδοση και στην βυζαντινή είναι αντιφατικη και αντινομικη, και οδηγεί στην σημερινή «ψυχοπαθολογικη και σχιζοφρενικη σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκο πολιτισμό» (βλ. το σύντομο και εξαίρετο κείμενο του Καστοριάδη, «Οι μύθοι της παράδοσής μας», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 21-08-94). Θα πρέπει να σημειωθεί η νευρωτική σχέση που διατηρούν οι νεοορθόδοξοι θεολόγοι με το έργο του Καστοριάδη. Ο μεν πολυγραφότατος και περί πολλά τυρβάζων Γιανναράς απαλλάσσεται πολύ εύκολα από τον Καστοριάδη, σε μια γενικόλογη υποσημείωση ενος βιβλίου του και σε μια αποστροφή, που αφορά και άλλους μαζί, σε επιφυλλίδα εφημερίδας. Αντιθέτως εκθειάζει αγνώστους και αμφιβόλου ποιότητος συγγραφείς, οι οποίοι με την σειρά τους τον εκθειάζουν και τον χρησιμοποιούν ως οδηγό στα βιβλία τους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ίδιος είχε εκθειάσει αρχικώς τον Καστοριάδη ως μεγάλο φιλόσοφο που εισάγει μια νέα οντολογία (Τομές, τ. 8, Ιανουάριος 1977), αλλά φαίνεται ότι αργότερα μετάνοιωσε επειδή η σκέψη του Καστοριάδη ήταν πολύ ριζοσπαστική και επικίνδυνη για τα θρησκευτικά σωτηριολογικά ιδεολογήματα του Γιανναρά. Οσον αφορά τον άλλο ιεροκήρυκα της ορθοδοξίας και του Βυζαντίου, τον Ράμφο (με δασεία), αυτός θεώρησε καλό να απαλλαγεί αρκετά ενωρίς από τον Καστοριάδη σε βιβλίο του, όπου εξέθεσε τους λόγους που τον συνεπήραν και τον γοήτευσαν στον χριστιανισμό, στην βυζαντινή ετερονομία, στας γραφάς και στους πατέρες της εκκλησίας. Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς: την αφέλεια του πιστού, την αμηχανία του θρησκευόμενου ή την πονηρία του θεολογούντος που χρησιμοποιεί τον Καστοριάδη, έναν φιλόσοφο με κύρος εντελώς αντίθετο προς θρησκευτικές και θεολογικές αντιλήψεις, ακριβως για να πλασάρει τις δικές του ετερονομικές χριστιανικές απόψεις;

[5] Την αδυναμία αυτή ομολογεί και ο μέγας εκπρόσωπος του λόγου Πλάτων, ο οποίος όταν οι συνθήκες και οι δυνατότητες του λόγου δεν επαρκούν καταφεύγει στον μύθο και εν τέλει τροποποιεί την φιλοσοφία του στους γεροντικούς διαλόγους, αποδεχόμενος την απροσδιοριστία (άπειρον) και το μη όν, μέχρι τότε εξορισμένα και απαγορευμένα, απο την μεταφυσική του. Ο Αριστοτέλης επίσης, ο ιδρυτης της Λογικης και θεραπευτής του λόγου, αναγνωρίζει ρητώς τα όρια του λόγου (Ηθ. Νικ. 6,1143 β1-2: και γαρ των πρώτων όρων και των εσχάτων νους έστι και ού λόγος. Πρβλ. Ηθ. Νικ. 6,1142 α25-30. 6,1140 β30-1141 α10. Mεταφ. Γ,1006 α4-10. Γ,1011 α15,21: οι δ’εν τω λόγω την βίαν μόνον ζητούντες αδύνατον ζητούσιν. Αλλωστε και νηφάλιοι υποστηρικτές του μαρξισμού αμφισβητούν την λατρεία του επιχειρήματος και την παντοδυναμία του λόγου: «το επιχείρημα είναι αξιοσέβαστο, αλλά η λατρεία του επιχειρήματος και η πίστη στην παντοδυναμία του λόγου οδηγούν πάλι στον δογματισμό. Ο ψυχρός λόγος-μονάρχης δεν εκφράζει τον πλούτο και τη ζωντάνια της πραγματικότητας» (Θ. Βέικος, Τα είδωλα του θεάτρου, Αθήνα 1988, σ. 168).

[6] Καστοριάδης, «Το φαντασιακό: η δημιουργία στο κοινωνικό-ιστορικό πεδίο», Χώροι του ανθρώπου, Υψιλον 1995, σ. 123

[7]Το «ιστορικα ανεπίστρεπτο» δεν είναι βεβαίως εξασφαλισμένο απο τον ορθολογισμο αλλά μόνο απο την επαγρύπνηση, την θέληση και την πολιτικη δράση των ανθρώπων. Δεδομένου ότι σήμερα υπάρχει γενικευμένη απάθεια και ιδιώτευση δεν είναι σίγουρο εως πότε θα ισχύουν οι δεσμεύσεις και οι σχέσεις αυτες. Ηδη υφίστανται ακρωτηριασμούς και φαλκιδεύσεις στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης.

[8] Καστοριάδης, “Fait et a faire”, Fait et a faire, Paris 1997, p. 40. Επίσης του ιδίου «Οντολογικό βάρος της ιστορίας της επιστήμης», Χώροι του ανθρώπου, σ. 338. Στους χαρακτηρισμους αυτούς θα ενέπιπτε, μάλλον, η «Περιγραφικη θεωρια της απόφασης» του Κονδύλη (βλ. ενδεικτικώς Κονδύλης, Ισχύς και απόφαση, Στιγμή, Αθήνα 1991, ιδιαιτέρως στο τέλος σ. 228-232).

[9] Καστοριάδης, «Νεοτερική επιστήμη και φιλοσοφική ερώτηση», Τα Σταυροδρόμια του Λαβυρίνθου, σ. 275 κεπ. Επίσης Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, σ. 475 κεξ.

[10] Καστοριάδης «Νεοτερική επιστήμη και φιλοσοφικη ερώτηση», Τα Σταυροδρόμια του Λαβυρίνθου, σ.188-194.

[11] Kαστοριάδης, Τα Σταυροδρόμια του Λαβυρίνθου, σ. 384.

[12]Καστοριάδης, «Ατομο, κοινωνία, ορθολογικότητα, ιστορία», Ο θρυμματισμένος κόσμος, σ. 77. Επίσης Καστοριάδης, Τα Σταυροδρόμια του Λαβυρίνθου, σ. 383. βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Δημοκρατία και αυτονομία στον Κ. Καστοριάδη», Ευτοπία, τ. 10, Iανουάριος 2004, σ. 46. Επίσης του ιδίου «Plato and Castoriadis, The concealment and the unveiling of Democracy, στο Democracy and Nature, Vol. 9, No 2, July 2003, σ. 258-259 (μια συντομευμευη μορφή του κειμένου αυτού υπάρχει και σε μετάφραση με τίτλο «Πλάτων και Καστοριάδης, Η συγκάλυψη και η ανάδειξη της δημοκρατίας», Νέα Εστία , τ. 1760, Οκτώβριος 2003, σ. 484-486).

[13] «Στην κοινή γλώσσα όταν λέμε για κάτι ότι είναι ορθολογικό εννοούμε ότι είναι έλλογο, σε αντίθεση με το ανορθολογικό που έρχεται σε αντίθεση προς τον λόγο».

[14] Κονδύλης, «Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης», Νεφέλη, 1998. Ας σημειωθεί ότι ο Hegel όριζε τον λόγο ως την σύμφωνη προς έναν σκοπο πράξη.

[15] Μάρξ, Το κεφάλαιο, τ.Ι, La Pleiade, 1965, p. 550. του ιδίου Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα, μετφ. Μ. Γραμμένου, Γλάρος, Αθήνα, 1975, σ. 136

[16] Καστοριάδης, «Σκέψεις πάνω στην ‘αναπτυξη’ και την ‘ορθολογικότητα’», Χώροι του ανθρώπου, Υψιλον Αθήνα 1995. Επίσης του ιδίου, Η “ορθολογικότητα” του καπιταλισμου , Υψιλον, Αθήνα 1998. επίσης Καστοριάδης & Cohn Bendit, Απο την οικολογία στην αυτονομία, Ράππας, Αθήνα 1981.

[17] Οπως επισης δεν δύνανται να χαρακτηρισθουν ότι εμπίπτουν στον ανορθολογισμό οι στοχαστες της Σχολης της Φραγκφούρτης επειδη άσκησαν κριτικη στον διαφωτισμο και στον ορθο λόγο που αυτος εκόμιζε. Οπως ακριβως ο μαθηματικος που δεν δέχεται το αξίωμα του Ευκλείδη αλλά κάποιο άλλο, δεν σημαίνει ότι αρνείται την γεωμετρία γενικως, ούτε παυει γι αυτο τον λόγο να είναι μαθηματικος. Η κριτικη στον ορθολογισμο έχει γίνει άλλωστε και εντος της ίδιας της επιστήμης (Heisenberg, Popper, Kuhn, Feyerabend), ακόμη και στην ίδια την επιστήμη της λογικης, τα μαθηματικά (Godel, Russel). Στην ίδια την φιλοσοφία συναντάμε τα ονόματα του Nietzsche, Cassirer, Heidegger, Langer, Foucault, Derrida κ.α (βλ. Δεληγιώργη, Ο διαμελισμος του λόγου και η νεωτερική σκέψη Απο τον Καντ στον Καστοριάδη, Βάνιας Θεσ/κη, 1991). Η φροϋδικη θεωρία και ψυχανάλυση επίσης διαρρηγνύει τα παραδοσιακα πλαίσια του λόγου και της γνώσεως, χωρίς να σημαίνει ότι είναι ανορθολογισμός. Το ασυνείδητο δεν υπάγεται στην συνολο-ταυτιστική λογική και την καθοριστικότητα, αλλά ως προϊόν και εκδήλωση της ριζικης φαντασίας, ο τρόπος του είναι του είναι τρόπος ενός μάγματος (Καστοριάδης, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, Αθήνα 1981, σ. 397 ). Αλλωστε οι πλευρές που δεν εκφράζονται απο το έλλογο, τα βαθύτερα και ολιγώτερο συνειδητά στρώματα της ανθρώπινης εμπειρίας, δεν σημαίνει ότι είναι ανορθόλογα η παράλογα, αλλά απλως ά-λογα και άρρητα, και χρειάζονται άλλο τρόπο και μέσο για να εκφρασθούν και να γίνουν κατανοητά. To ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για την τέχνη, η οποία δεν εντάσσεται προφανώς στους καθορισμούς του ορθολογισμού. Ο ποιητής λ.χ. βλέπει νέα σχήματα πίσω από τα συνηθισμένα πράγματα και τις καθιερωμένες μορφές και εγκαθιδρύει μία άλλη οπτική που δεν δεσμεύεται από την τρέχουσα και ισχύουσα λογική και την γλώσσα που την εκφράζει. Το αντιθετικό δίπολο ‘ορθολογικό-ανορθολογικό’ περισσότερα προβλήματα και συγκαλύψεις δημιουργεί παρά λύνει (βλ. Δεληγιώργη, όπ.π., σ. 386).

[18] Καστοριάδης, «Η κρίση του μαρξισμού και η κρίση της πολιτικής», Κοινωνία και φύση, Νο. 2, Σεπτ- Δεκ. 92, σ. 235.

[19] Καστοριάδης , Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Υψιλον, σ. 62. Η αντίληψη αυτή για την πολιτική δεν έχει βεβαίως ουδεμία σχέση με την τρέχουσα αντίληψη των κομμάτων του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος ούτε με την σοσιαλιστική ή κομμουνιστική ούτε με την αντίληψη των κλειστών παρανόμων τρομοκρατικών οργανώσεων. Οι τελευταίες κατέχουν ασφαλώς τα αιματηρά πρωτεία της αποτυχίας ενος είδος ‘επαναστατικού ορθολογισμού’.

[20]Υπάρχουν όμως και σοβαρες προσπάθειες κατανοήσεως του έργου του εν Ελλάδι, όπως οι ακόλουθες: Α. Δεληγιώργη, Ο διαμελισμός του λόγου και η νεωτερική σκέψη Απο τον Καντ στον Καστοριάδη, Βάνιας Θεσ/κη, 1991. Επανεκδόθηκε εμπλουτισμένο με τίτλο, Ο μοντερνισμός στη σύγχρονη φιλοσοφία, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1996, σ. 355-419). Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική δημοκρατία, Καστανιώτης, Αθήνα 1999. Γ. Καρύτσας, 4 Κείμενα για τον Καστοριάδη, Αθήνα, Αρδην, 2001. Επίσης τα αφιερώματα στο έργο του των περιοδικών: Εκ των Υστέρων, τ. 2, Νοέμβριος 1998. Νέα Εστία, τ. 1722, Απρίλιος 2000. Νέα Κοινωνιολογία, τ. 31, Φθινόπωρο 2000. Στο τελευταίο υπάρχει και αναλυτικός κατάλογος των Ελλήνων που έγραψαν για τον Καστοριάδη (Γ.Ν. Οικονόμου, «Εργασίες για τον Κ. Καστοριάδη»). Για τις τελευταίες προσθήκες στον κατάλογο αυτό έως σήμερα, καθώς και αναλυτικό κατάλογο των δημοσιευθέντων έργων του Καστοριάδη εν Ελλάδι βλ. www.agorainternational.org και www.costis.org.

Οι διαμάχες της CNT-FAI, και ο ρόλος των σταλινικών και ρεπουμπλικανικών δυνάμεων στην αντεπανάσταση. Μία συνέντευξη του José Peirats στον Josep Alemany

12

Μετάφραση- επιμέλεια: Θοδωρής Σάρας

Αναδημοσίευση από Autopoiesis, The Autonomy Way of Life

Πηγή στα Ισπανικά Alasbarricadas

Ένα ολοκληρωμένο αντίγραφο μίας συνέντευξης του 1977 με τον José Peirats, στην οποία ο Ισπανός ιστορικός και πρώην μαχητής της CNT και της FAI αναπολεί τη νεότητα του και συζητάει πολλές από τις διαμάχες που μάστισαν τη CNT πριν και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, συμπεριλαμβάνοντας και την επιρροή της Ρωσικής Επανάστασης, την αποστολή του Angel Pestaña στη Ρωσία το 1920, την εξέγερση της Αστουρίας τον Οκτώβρη του 1934, την πολιτική συνεργασίας της CNT με την κυβέρνηση κατά τη διάρκεια του πολέμου, και το ρόλο των Σταλινικών στην αντεπανάσταση του ρεπουμπλικανικού κυβερνητικού συνασπισμού ενάντια στα επιτεύγματα της αναρχικής επανάστασης του Ιούλη του 1936.
Εισαγωγικό σημείωμα

Η συνέντευξη αυτή έγινε στη Βαρκελώνη, σε ένα διαμέρισμα του Carretera de Collblanc, όπου μένει η οικογένεια του Peirats από πριν τον πόλεμο. Μέρος αυτής της συνέντευξης δημοσιεύτηκε στην Καταλωνία. Στο Revista d’Opinió Confederal, CNT-AIT, Series II, May 1977, no. 4, pp. 12-24. Το υπόλοιπο μισό σχεδόν της συνέντευξης, δημοσιεύεται για πρώτη φορά. Οι επιμελητές του Anthropos , έχουν μεταφράσει το αρχικό καταλανικό κείμενο στα Ισπανικά, και με την άδεια του συγγραφέα, έχουν αναδιαρθρώσει την αρχική διάταξη της συνέντευξης με σκοπό να παρέχουν μία πιο συνεκτική εκδοχή, που συμφωνεί με τα θέματα που αντιμετωπίζονται.

Στο πρώτο μέρος παρουσιάζουμε όλα τα άμεσα αυτοβιογραφικά μέρη της συνέντευξης και εκείνα που εκφράζουν κάποιες από τις θεμελιώδεις ιδέες του Peirats· στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης ο αναγνώστης θα βρει τις απόψεις και μαρτυρίες του José Peirats για διάφορα συγκεκριμένα θέματα.


Σε τι ιδεολογικό περιβάλλον έζησες νέος, πώς μεγάλωναν και πώς ήταν οι νέοι τότε;

Στο ιδεολογικό μου περιβάλλον υπήρχαν πολλές φάσεις αλλά όλες με έναν συγκλίνοντα προσανατολισμό στον αναρχισμό. Στην οικογένεια μου υπήρχαν σοσιαλιστές και ρεπουμπλικανοί ακόμη και αναρχικοί. Κανένας από αυτούς δεν κατάφερε να με επηρεάσει άμεσα. Αλλά σε αυτούς οφείλω την προτίμηση μου στο διάβασμα από νεαρή ηλικία, πριν από την εφηβεία μου. Τα υπόλοιπα ήρθαν αργότερα. Θεωρώ ότι ανήκω στη γενιά του Primo de Rivera. [i]  Εκείνες τις μέρες έκανα πολλούς καλούς φίλους, που διψούσαν αληθινά για διάβασμα. Οι αγαπημένοι μας συγγραφείς, πριν ανακαλύψουμε τους μουσάτους αναρχικούς, ήταν οι διάσημοι Γάλλοι μυθιστοριογράφοι του περασμένου αιώνα. Ποτέ στη ζωή μου δεν φλέρταρα με το μαρξισμό. Τον μελέτησα όμως σε βάθος, με αναφορά στον αναρχισμό, που από τότε είχε κερδίσει την καρδιά μου. Παρά το γεγονός ότι ήμουν πολύ νέος όταν εντάχθηκα στην ομοσπονδιακή οργάνωση, πάντα με προσέλκυαν περισσότερο οι πολιτισμικές δραστηριότητες της: τα ορθολογικά σχολεία, τα κοινωνικά κέντρα (ίδρυσα ένα στο La Torrassa L’Hospitalet) και η ελευθεριακή νεολαία. Αυτό ήταν το ιδεολογικό μου πλαίσιο. H FAI ήρθε αργότερα, αν και στην πραγματικότητα ποτέ δεν ένιωσα άνετα μέσα της, αφού δεν έκανε κάποιες πραγματικές αναρχικές προτάσεις. Η FAI ήταν πάνω από όλα τα άλλα, μία επαναστατική οργάνωση που δήλωνε αναρχική.

Με τι δράσεις ανακατεύτηκες στο ελευθεριακό κίνημα;

Ξεκίνησα τη ζωή μου ως ακτιβιστής εργαζόμενος με τους χτίστες συντρόφους, γράφοντας στο δελτίο τους. Αυτό ήταν το ντεμπούτο μου ως συγγραφέας. Στο κοινωνικό κέντρο La Torrassa τις νύχτες ήμουν δάσκαλος και έπαιζα σε θεατρικά έργα. Ως συνδικαλιστής συμμετείχα στην οργάνωση απεργιών, μποϋκοτάζ και δράσεων σαμποτάζ. Όταν ήταν απαραίτητο κουβαλούσα ένα μικρό πιστόλι στην τσέπη μου, αν και ποτέ δεν πυροβόλησα κάποιον. Ήταν η μόδα της εποχής. Σου είπα για τις εμπειρίες μου στην ελευθεριακή νεολαία και τις αναρχικές ομάδες. Τι άλλο; Φυσικά πέρασα δυο χρόνια ως επιμελητής της Solidaridad Obrera, της ομοσπονδιακής εφημερίδας της Βαρκελώνης και συμμετείχα σε πολλές άλλες εκδόσεις.[ii] Προτιμώ να μην μιλήσω για τα βιβλία μου.

Ποιος ήταν ο προσανατολισμός και το είδος των αναγνωστών στους οποίους στόχευαν οι διάφορες εκδοτικές προσπάθειες;

Οφείλω να παραδεχτώ ότι οι εκδόσεις μας ήταν γενικά χαμηλής ποιότητας με την εξαίρεση των Estudios (Generación Consciente) στη Βαλένθια.[iii] Δεν μας είχε συμβεί να γράψουμε για ένα ευρύτερο κοινό. Οι εκδόσεις μας αφορούσαν κυρίως τους σκοπούς της μάχης και σε μεγάλο βαθμό ήταν σεχταριστικές και δημαγωγικές. Αυτό μας προκάλεσε μεγάλη ζημιά. Ήταν ατυχία να χάσουμε την παράδοση της συγγραφής στα Καταλανικά. Οι Ισπανοί ομιλητές είχαν κυριαρχήσει.

Νομίζω πως η παράβλεψη αυτή κόστισε, να χάσουμε τους Καταλανούς χωρικούς, προσφέροντας τους στο πιάτο των πολιτικών της Esquerra.[iv] Αυτό είναι ένα μάθημα που πρέπει να προσέξουμε.
Μπορείς να μας πεις λίγο για την εμπειρία των κολλεκτιβοποιήσεων;

Η εμπειρία της κολλεκτιβοποίησης γίνεται ξεκάθαρη αν διαβάσεις ολόκληρο τον ελευθεριακό τύπο πριν από την 19 Ιουλίου: την καμπάνια του Isaac Puente με την περίφημη μπροσούρα του, Ελευθεριακός Κομμουνισμός, τα άρθρα του Carbó στη Estudios στη Βαλένθια, τα άρθρα του Martínez Rizo, αν και δεν ήταν αναρχικός… Κοντολογίς, υπήρχε μία ομάδα ανθρώπων που τόλμησαν να προεικονίσουν ένα ελευθεριακό κομμουνιστικό μέλλον. Σε αυτή την περίοδο διαμορφωνόταν ένα περιβάλλον που ευνοούσε το στοχασμό σχετικά με το ζήτημα του τρόπου οικοδόμησης του μέλλοντος. Το περιβάλλον αυτό διαπερνούσε τους ανθρώπους και όταν έφτασε η 19η Ιουλίου το κάναμε πράξη, χωρίς εντολές από οποιαδήποτε επιτροπή. Υπάρχει ένα πράγμα που λίγοι άνθρωποι συνειδητοποιούν και αυτό είναι πως δεν υπήρχε καμία έκδοση ντιρεκτίβας… Έχω ερευνήσει πολύ προσεκτικά τα αρχεία αυτής της εποχής και δεν έχω βρει καμία ντιρεκτίβα από οποιαδήποτε ομοσπονδιακή επιτροπή (αναφέρομαι στις τοπικές, περιφερειακές, και εθνικές ομοσπονδίες, όχι στις επιτροπές των συνδικάτων στις επιχειρήσεις, τις επιτροπές βάσης των εργατών…) ούτε μία ντιρεκτίβα που να έδωσε το σήμα να πραγματοποιηθούν οι κολλεκτιβοποιήσεις.

Οι κολλεκτιβοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν αυθόρμητα από τους εργάτες. Για δύο λόγους: πρώτα γιατί το ήθελαν· και δεύτερα, γιατί οι αστοί, έχοντας τραπεί σε φυγή, άφησαν ελεύθερο το δρόμο για αυτές. Ξέρεις πως όταν κάποιος ανοίγει ένα νέο δρόμο, τον μιμούνται όλοι· ο κολλεκτιβισμός επεκτάθηκε και έγινε μία πραγματικότητα.

Τώρα, η εμπλοκή σε μία μεθοδολογική μελέτη του κολλεκτιβισμού, νομίζω είναι μια δουλειά που δεν έχει ακόμα επιχειρηθεί γιατί λείπουν πολλά στοιχεία να κριθούν Η επανάσταση πραγματοποιήθηκε με έναν τρόπο για να έρθουν έπειτα οι ιστορικοί να τη μελετήσουν. Αυτοί που κάνουν την επανάσταση δεν την γράφουν, την κάνουν. Και αυτό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε. Τώρα, είναι ο καιρός να πραγματοποιήσουμε αυτό το έργο, να συγκεντρώσουμε όσα στοιχεία της εποχής μπορούμε. Ψάχνουν για μαρτυρίες· οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελοί αναζητώντας έγγραφα. Έρχονται σε μένα και λένε: “Που μπορούμε να βρούμε…;” Υπάρχουν εκείνοι που ενδιαφέρονται για την παιδαγωγική δουλειά της επανάστασης… Όλοι συζητάνε για τον Φερέρ και το Μοντέρνο Σχολείο. Δύσκολα κάποιος μιλάει για τον τρόπου που δομήθηκε η “Comité de l’Escola Nova Unificada” (CENU – επιτροπή για το Νέο Ενιαίο Σχολείο)[v]

Πριν τον πόλεμο, τα συνδικάτα, τα ελευθεριακά κοινωνικά κέντρα, και επίσης συγκεκριμένα άτομα, προώθησαν και μερικές φορές χρηματοδότησαν τα ορθολογικά σχολεία, που είχαν εμπνευστεί από την παιδαγωγική του Φρανσίσκο Φερέρ. Σε αυτά, διδάχτηκαν αγόρια και κορίτσια χωρίς θρησκευτικά και επίσημα δόγματα κάθε είδους, και η διδασκαλία πραγματοποιήθηκε με όσο πιο επιστημονικό τρόπο ήταν δυνατό. Τα σχολεία αυτά αναγνωρίστηκαν όταν σχηματίστηκε επίσημα η CENU και οι καθηγητές της έλαβαν την επίσημη αναγνώριση, που πολλοί από αυτούς δεν είχαν.
Πολιτοφυλακές ή λαϊκός στρατός; Σωστά είχε τεθεί το δίλημμα: πόλεμος ή επανάσταση;

Κάθε επανάσταση είναι ένας πόλεμος και κάθε πόλεμος είναι αντεπαναστατικός. Αυτή η αρχή μπορεί να μας οδηγήσει να καταραστούμε την επανάσταση. Από την άλλη πλευρά, ο πόλεμος μας επιβλήθηκε. Γνωρίζω μόνο δύο τρόπους να κάνεις έναν πόλεμο: μέσω των συνεχών μετώπων ή σε αντάρτικη βάση. Η δεύτερη είναι πιο συνεπής με το Ισπανικό ταπεραμέντο. Σε έναν πόλεμο συνεχών μετώπων, νικητής είναι ο καλύτερος στρατός. Από αυτή την άποψη ήταν λάθος να αποδεχθείς τον κλασικό πόλεμο. Ο ανταρτοπόλεμος θα είχε καλύτερα αποτελέσματα. Στην εποχή της αεροπορίας, έχει τις αδυναμίες του, αλλά είναι ο μοναδικός τρόπος να εξαρθρώσεις έναν καλύτερα οργανωμένο στρατό. Οι αντάρτες πρώτα κερδίζουν ένα έδαφος, και μετά πραγματοποιούν αιφνιδιαστικές επιθέσεις. Αλλά η προετοιμασία είναι απαραίτητη. Η CNT και η FAI δεν εκπαίδευαν τους ανθρώπους τους για ανταρτοπόλεμο αλλά για μάχες στα οδοφράγματα σε μικρές ή μεγάλες πόλεις. Αυτός ήταν λάθος από μέρος των στρατηγών μας.

Πόλεμος ή επανάσταση; Και τα δύο. Εάν κάποιος κάνει πόλεμο αντί για επανάσταση, οι πολιτικοποιημένοι πολιτοφύλακες ή στρατιώτες θα ξέρουν ότι δεν θα γίνει καμιά επανάσταση κι επομένως θα χάσουν τη θέληση τους για μάχη. Στην περίπτωση μας, η αντεπανάσταση στις οπισθοφυλακές ήταν ένας από τους κύριους παράγοντες της ήττας.
Ποια είναι η ισορροπία των δράσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τα χρόνια της εξορίας;

Πέρα από τις πολυάριθμες αναμετρήσεις, διαμάχες και διαφωνίες, όσον αφορά τη CNT, νομίζω ότι, λαμβάνοντας υπόψη τα σαράντα χρόνια διαχωρισμού από τη γη που γεννηθήκαμε, η μετανάστευση μας μπορεί να προσφέρει μία θετική ισορροπία στο επίπεδο των πολιτισμικών και άλλων καθηκόντων. Ποτέ δεν σταμάτησε η έκδοση εφημερίδων, μπροσούρων, περιοδικών και βιβλίων, μερικά από τα οποία είναι ακόμα πρωτότυπα. Από την άλλη πλευρά, στην εξορία είχαμε παιδιά, ανιψιές και ανιψιούς που δεν θα είναι πια Ισπανοί και θα έχουν ενσωματωθεί σε όλες τις τάξεις και τα επαγγέλματα των χωρών που μας υποδέχτηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Αρκετά σύντομα οι απόγονοι μας δεν θα νιώθουν την ισπανική επιρροή σε πολλές χώρες. Στη Γαλλία έχει ήδη σημειωθεί κατά τη διάρκεια του Μάη του 68. Νομίζω, πως εκτός από την Ιουδαϊκή διασπορά, η περίπτωση μας είναι η πιο σημαντική στην ιστορία των μεταναστεύσεων.

Αν αναλογιστούμε την ανάπτυξη του σύγχρονου συνδικαλισμού, που έχει γίνει ένα εργαλείο ενσωμάτωσης στο σύστημα και έχει οδηγήσει στη ανάδυση της γραφειοκρατίας που ελέγχει τους εργάτες, σε ποιο βαθμό οι έννοιες του αναρχισμού και του συνδικαλισμού είναι αντιθετικές;

Το θέμα αυτό ήταν πάντα ζήτημα πολεμικής και θα πιθανά θα συνεχίσει να είναι. Θυμάμαι αρκετά έντονα, όταν πρωτοέγινα αναρχικός, γύρω στα 1927-28: αποδεχόμασταν το πλαίσιο του συνδικαλισμού γιατί δεν υπήρχαν άλλα. Στους λόγους μας στις συνελεύσεις των χτιστών, για παράδειγμα, μιλούσαμε πάντα για τον Ρουσώ, τον Han Ryder, τον Βολταίρο και τους κλασικούς της Ρωσικής Επανάστασης. Και οι χτίστες, με ανέκφραστο βλέμμα μας έλεγαν: “Καλώς θα δούμε όταν τελειώσετε!” Το δελτίο που εκδίδαμε γραφόταν με το ίδιο στυλ. Με αυτό εννοώ, ότι, σε έναν νέο άνθρωπο, καθετί που είχε να κάνει με τα συνδικάτα, την οικονομία, τη βιομηχανία… του φαινόταν ξένο. Τέτοια θέματα φαινόταν να ταιριάζουν περισσότερο σε ανθρώπους με σταθερές ζωές παρά σε ρομαντικούς που γεννήθηκαν για δράση. Αλλά στην ιστορία του αναρχισμού έχουν συνυπάρξει πάντα και οι δύο τάσεις. Η τάση, που συνηθίζαμε να αποκαλούμε παλιούς αναρχικούς· αναφέρομαι στην αρχή του αιώνα, στο 1905-07 και ακόμα νωρίτερα, όταν έγινε η διάσημη απεργία των μεταλλεργατών στα 1902. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου φτιάχτηκε η ομάδα “Tierra y Libertad”, ήταν οι καθαροί δεν ήθελαν να ακούσουν ή να συζητήσουν καθόλου για συνδικάτα, διακήρυσσαν ότι είναι ακέραιοι, καθαροί και συγκεκριμένοι αναρχικοί, και ποιος ξέρει τι άλλο. Και επίσης υπήρχαν οι συνδικαλιστές, οι αναρχοσυνδικαλιστές, επηρεασμένοι σίγουρα σε ένα βαθμό από τη γαλλική CGT, που τότε ήταν αναρχοσυνδικαλιστική. Έτειναν να ασχολούνται με προβλήματα συνδικαλιστικού τύπου, πάντα τόσο άγρια.

Στο βιβλίο του Xavier Quadrat, Socialismo y Anarquismo en Catalunya: Los orígenes de la CNT, υπάρχει μία συζήτηση για την οργάνωση της “Solidaridad Obrera”, που τυπικά ιδρύθηκε το 1907, αλλά που φαίνεται να λειτουργούσε πραγματικά από το 1904. Η οργάνωση εκείνη, με το πέρασμα των χρόνων έγινε η CNT. Υπήρχαν δύο τάσεις μέσα της: οι σοσιαλιστές και οι αναρχικοί. Οι σοσιαλιστές…

Μαρξιστές σοσιαλιστές;

Ναι έτσι περιγράφανε τον εαυτό τους. Ήταν σοσιαλιστές που συνδεόταν με τον Pablo Iglesias. Η UGT σχηματίστηκε το 1888 στη Βαρκελώνη, και η “Solidaridad Obrera” ιδρύθηκε αργότερα, όπως ανέφερα.[vi] Και αυτό που θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης του βιβλίου του X. Quadrat είναι: πώς είναι δυνατό να υπήρχαν σοσιαλιστές στην Solidaridad Obrera, ο συγγραφέας δίνει περισσότερο ή μεγαλύτερη σημασία σε αυτούς από ότι στους αναρχικούς. Και από την άλλη πλευρά γιατί ο συγγραφέας δεν τοποθετείται στο πώς αυτοί οι Καταλανοί σοσιαλιστές δεν εντάχθηκαν στις γραμμές της UGT; Δίνει τη δικαιολογία – ή πιο σωστά το επιχείρημα, αφού είναι ένα καλά τεκμηριωμένο βιβλίο – ότι ο λόγος είναι ο συγκεντρωτισμός του Pablo Iglesias, που ζούσε στη Μαδρίτη, και που έβλεπε τα πάντα από την οπτική του κέντρου, ενώ εδώ οι Καταλανοί σοσιαλιστές έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά, και προτίμησαν να είναι στην “Solidaridad Obrera” παρά στην UGT.
Είσαι ένας από εκείνους τους ανθρώπους που θεωρούν πως η είσοδος της CNT στην κυβέρνηση και το ρεπουμπλικανικό κράτος ήταν καταστροφική για το Ελευθεριακό Κίνημα. Σε ποιο βαθμό, ωστόσο, η γραφειοκρατικοποίηση και ο απολυταρχισμός που διέφθειραν τη CNT απλά τονίζουν μία τάση και μία πραγματικότητα που ήδη υπήρχε;

Προφανώς τίποτα δεν συμβαίνει αυθόρμητα. Θυμάμαι ότι πριν ξεσπάσει το κίνημα είχα ήδη κάνει κριτική σε συγκεκριμένες τάσεις που σίγουρα ευνοούσαν κρυφά σε ένα βαθμό τη συνεργασία με τους πολιτικούς. Και ο Carbó επίσης. (ο Carbó κι εγώ εκδίδαμε μία εφημερίδα που λεγόταν Más Lejos (Μακρύτερα). Ακόμα δημοσίευσα ένα άρθρο κριτικής στον García Oliver, που τον κατέκρινα για κάποιες διακηρύξεις που έκανε και οι οποίες έδειχναν πως συνηγορούσε στην κατάληψη της εξουσίας. Αυτό το άρθρο παρουσιάστηκε στα πρακτικά του συνεδρίου της Σαραγόσα. Η αντιπροσωπεία του συνδικάτου των βυρσοδεψών της Βαρκελώνης εξέδωσε μία πρόκληση για μένα: “Προκαλούμε τον εκπρόσωπο του L’Hospitalet.” “Εντάξει ας δούμε γιατί; Εξηγήστε μου” “Για αυτό” Και άρχισαν να διαβάζουν το άρθρο μου. Το συνέδριο ξέσπασε σε γέλιο. Ο ίδιος ο García Oliver ανέβηκε στο βήμα και είπε: “Παρακαλώ σύντροφοι, αρκετά, σταματήστε να γελοιοποιείτε τους εαυτούς σας” Ο García Oliver είχε ήδη αποκαλύψει τον εαυτό του, κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, ως υποστηριχτή της κατάληψης της εξουσίας· εμείς (μπορούμε να πούμε οι ρεντσκινς) αυτό το αποκαλούσαμε αναρχομπολσεβικισμό. Δηλαδή, η τάση αυτή εκφράστηκε καθαρά. Και αυτό χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αποδεδειγμένη ολίσθηση του τμήματος των ρεφορμιστών, των Τρειντίστας, εκείνων που επιτάχυναν τη διάσπαση (λοιπόν, δεν ξέρω ποιος έφερε τη διάσπαση· σίγουρα όλοι αυτοί) Στην πραγματικότητα, αυτό που συνέβαινε ήταν πως υπήρχαν πολλές τάσεις που τις αρνιόταν συχνά, αλλά αυτές οι αρνήσεις δεν έπειθαν κανένα, όπως στην περίπτωση των Pestaña, Juan López, που είχε παρατηρηθεί να συμβιβάζονται ιδιαίτερα με τις αρχές, ειδικά στην Καταλωνία.

Τέλος πάντων, ξεκίνησα λέγοντας ότι τίποτα δεν συμβαίνει αυθόρμητα. Όλα τα κινήματα έχουν την ιστορία τους. … Ο αναρχισμός, σε τελική ανάλυση, είναι ένα κίνημα ανθρώπων, και οι άνθρωποι είναι πολύπλοκοι και όλοι έχουμε τις αδυναμίες μας.

LargoCaballeroCabinetMinistersOι υπουργοί της κυβέρνησης Caballero (Νοέμβριο του 1936) Από δεξιά προς τα αριστερά: Jaume Aigudé i Miró (ERC), Federica Montseny (CNT-FAI), Joan García Oliver (CNT) and Anastasio de Gracia (PSOE)

Oι υπουργοί της κυβέρνησης Caballero (Νοέμβριο του 1936) Από δεξιά προς τα αριστερά: Jaume Aigudé i Miró (ERC), Federica Montseny (CNT-FAI), Joan García Oliver (CNT) and Anastasio de Gracia (PSOE)

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι (μία από τις πιο ρωμαλέες κριτικές του συνδικαλισμού που συζητιούνται είναι αυτή του Richards, C. Semprún…) που ισχυρίζονται ότι η συμμετοχή της CNT στην κρατική εξουσία και η αποδοχή – τουλάχιστον από ένα μέρος της CNT- της εξουσιαστικής πειθαρχίας, οφειλόταν όχι μόνο στο γεγονός των εξουσιαστικών τάσεων που ήδη είχαν αναδυθεί μέσα στα συνδικάτα, αλλά και στην ίδια τη φύση του συνδικαλισμού.

Η άποψη αυτή βλέπει τα πράγματα με μία συγκεκριμένη ματιά. Βλέπει τα ελαττώματα παρά τις αρετές. Αν και ότι είπες είναι αλήθεια, υπάρχει επίσης και η αντίθετη τάση. Υπάρχουν άνθρωποι που θα θυσίαζαν τα πάντα για τις ιδέες τους. Ήταν τόσο καχύποπτοι που κατηγορούσαν τους πάντες, σαν να είχαν πρόθεση. Σε κάποιες περιπτώσεις οι συνέπειες αυτής της στάσης ήταν ότι οδηγούσαν το άτομο που κριτίκαραν στο να κάνει ακριβώς αυτό για το οποίο το κατηγορούσαν. Αυτή είναι η περίπτωση του Medína González, ενός Ανδαλουσιανού που έγραψε μία μπροσούρα και κάποια αμφίσημα άρθρα. Όλοι όρμησαν πάνω του και νομίζω πως τελικά αυτό το παιδί κατέληξε στα χέρια των κομμουνιστών. Άλλο παράδειγμα είναι αυτό που έγινε με τον Sender. O Sender δεν καλωσορίστηκε από εμάς. Δούλευε για την Solidaridad Obrera, και ήταν ο κύριος ανταποκριτής της στη Μαδρίτη για πάνω από ένα χρόνο· και όταν η εκδοτική ομάδα των μετριοπαθών, καθοδηγούμενη από τον Peiró, σαρώθηκε από το κύμα των εξτρεμιστών, που καθοδηγούνταν από τον Felipe Alaiz, το πρώτο πράγμα που έκανε ο δεύτερος ήταν να αρνηθεί τα άρθρα του Sender. Ο Alaiz ήταν μεγάλος συγγραφέας, ένα άτομο που η εργασία του ήταν φωτεινή· στην πραγματικότητα, ήμουν μαθητής του σε κάποιο βαθμό. Αλλά αυτό δεν με απέτρεψε από το να αντιλαμβάνομαι τα πολλά του ελαττώματα, με την έννοια ότι ήταν κάποιος που έφτασε στην κορυφή, και έπειτα βυθίστηκε.

Κατά τη διάρκεια εκείνων των ημερών υπήρχε μεγάλη αναταραχή που προκαλούνταν από τα πρακτικά προβλήματα. Υπήρχε μία μαξιμαλιστική τάση υπέρ της δράσης, μπορείς να την αποκαλέσεις Μπακουνική, που ισχυριζόταν πως η καταστροφή θα οδηγούσε στην οικοδόμηση. Την ίδια περίοδο, υπήρχαν εκείνοι που έλεγαν, “όχι, είναι αναγκαία για εμάς να έχουμε όσο πιο ακριβή γίνεται την ιδέα και το σχέδιο της επανάστασης που θα πραγματοποιήσουμε”. Εδώ έρχεται ο Isaac Puente. Ο ίδιος ο Carbó έγραψε μία σειρά από φουτουριστικά άρθρα. Και το ίδιο έκανε ο Higinio Noja Ruiz, ένας από τους καλύτερους αναρχικούς συγγραφείς της δεκαετίας του τριάντα. Ήταν η κινητήρια μηχανή πίσω από το περιοδικό Estudios. Ήταν ο μοναδικός αναρχικός αυτής της περιόδου, που έγραψε νουβέλες για μαζικό κοινό. Ενδιαφερόταν για οικονομικά προβλήματα δομικού τύπου, και ήταν επιτυχημένος τόσο όσο δημοσιογράφος και κριτικός τέχνης όσο και ως μυθιστοριογράφος. Επομένως όλες αυτές οι τάσεις υπήρχαν ήδη πριν από τον πόλεμο.

Επομένως τι μαθήματα μπορούμε να πάρουμε από τη συμμετοχή της CNT στην εξουσία;

Καταστροφικά, ολοκληρωτικά καταστροφικά, αφού η CNT ανέλαβε ένα θλιβερό βάρος. Η CNT δεν ήταν σε κατάσταση να αφήσει το δικό της έδαφος και να τοποθετηθεί σε ένα άλλο που ήταν γεμάτο παγίδες και δόλο. Η CNT δεν μπορούσε να προσαρμοστεί σε ένα μήνα, ή σε δύο χρόνια, ή ακόμα και σε τέσσερα χρόνια. Δεν μπορούσε να κάνει αυτή τη μετάβαση, αυτή την αντιστροφή πολιτικού και δεσποτικού τύπου, με τις απάτες και τα ψέμματα της. Ήταν ανίκανη να το κάνει.

Πρώτα από όλα γιατί ήταν συγκρουόμενη με τη δική της ψυχολογία· δευτερευόντως γιατί δεν μπορούσε να αναλάβει ένα πρόγραμμα αυτο-επαναεκπαίδευσης, για επιταχυνόμενη μετατροπή σε μία πολιτική οργάνωση με όλα τα προαπαιτούμενα της, όπως οι υπόλοιπες. Αυτά όλα υποθέτουν ότι η CNT ήταν στο σωστό δρόμο – νομίζω πως όχι. Η CNT δεν μπορούσε ούτε από την τακτική πλευρά ούτε από την πλευρά των αξιών, να αποδεχτεί μία απεριόριστη συνεργασία. Η CNT ήταν ικανή να εμπλακεί σε μία περιορισμένη συνεργασία, χωρίς την ανάγκη να ντύσει τους μαχητές της σαν κλόουν και να τους καθίσει στο σκαμνί, κάνοντας τους να στοιχειώνουν τους διαδρόμους των κυβερνήσεων σαν φαντάσματα.

H CNT θα μπορούσε να εμπλακεί σε μία θετική εργασία χωρίς να αφήνει το δικό της έδαφος, που ήταν τα συνδικάτα, και η οικονομία· η δεύτερη ήταν αποφασιστικός παράγοντας για τον πόλεμο και την επανάσταση.

Και αφήνοντας αυτό το έδαφος όχι μόνο άφηνε τη δική της περιοχή αλλά επίσης υποχρεωνόταν να συγκρουστεί με τους συντρόφους της. Χρειάζεται μόνο να θυμηθούμε εκείνες τις ομιλίες των Μαρξιστών στις οποίες επιτίθενται σε εκείνους που τόλμησαν να κρατήσουν την κλασική θέση.

Δηλαδή, χωρίς εξτρεμισμό, χωρίς να κάνει το τρομακτικό παιδί, χωρίς να κλειστούμε σε μία 100% αδιάλλακτη θέση από φιλοσοφική άποψη, η CNT, με το οικονομικό μοχλό στα χέρια της, με τις κολλεκτίβες, και με τόσα άλλα πράγματα που είχε στην εμβέλεια της, μπορούσε να εξαπολύσει μία αποτελεσματική αντιπολίτευση, ενώ δρώντας διαφορετικά οι εχθροί της CNT κατάφεραν να συντρίψουν την αντιπολίτευση της και να στρέψουν τους ομοσπονδιακούς θεσμούς της εναντίον της. Συμπέρασμα, η συμμετοχή στην κυβέρνηση ήταν αρνητική από κάθε πλευρά.

Η Federica τώρα λέει ότι δεν μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό. Αυτό σημαίνει ότι σε μία παρόμοια κατάσταση θα έκανε το ίδιο πράγμα. Αναρωτιέμαι: πώς μπορεί κάποια να αποκαλεί τον εαυτό της αναρχική όταν αποδέχεται όχι μόνο το γεγονός πως ήταν υπουργός, αλλά και ότι θα ξαναγινόταν μια ακόμα φορά;

Ποιος εκπροσωπεί τη FAI μέσα στο ελευθεριακό κίνημα και ποιες τάσεις υπήρχαν μέσα της; Δεν νομίζεις πως η ομάδα που αποκαλούσες αναρχομπολσεβίκους ήταν από μερικές απόψεις πολύ ελευθεριακοί; Σε ρωτάω για την FAI γιατί μετά τον πόλεμο τόσο οι αστοί όσο και οι μαρξιστές, απεικόνισαν τους μαχητές της FAI ως τέρατα κι εκείνους της CNT ως ευπρεπείς συντρόφους.

Αυτό ανοίγει ένα ολόκληρο αστυνομικό μυθιστόρημα. Εδώ μπροστά σου έχεις δύο ανθρώπους που ήταν μέλη της FAI (κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο J. Peirats συνοδευόταν από τον φίλο του Canela)· ήμουν γραμματέας της τοπικής ομοσπονδίας των ομάδων και ο φίλος μου Canela ήταν γραμματέας της περιφερειακής ομοσπονδίας. Ήμασταν συνολικά αντίθετοι σε έναν ορισμένο τύπο προπαγάνδας της FAI που δεν εκπεμπόταν ακριβώς από την ίδια την FAI. Δηλαδή, υπήρχαν άτομα που δεν ανήκαν στη FAI και επειδή εγώ ήμουν, από την τοπική ομοσπονδία, στη θέση να τους ελέγχω αλλά ήμουν ανίκανος να το κάνω, και υποθέτω ο Canela δεν μπορούσε επίσης να τους ελέγξει από τη θέση της περιφερειακής ομοσπονδίας.

Τα άτομα αυτά ήταν εκείνα που ανέβαιναν στο βήμα, και μιλούσαν στο όνομα της FAI. Και όλα αυτά τα συνειδητοποιήσαμε μέσα από τις εφημερίδες, φτάνοντας στο σημείο μία μέρα να κάνουμε μία συνάντηση με τους Ascaso, García Oliver and Aurelio Fernández στην τοπική ομοσπονδία. Και τους είπαμε αυτό έπρεπε να σταματήσει, δηλαδή πως προκειμένου να μιλάνε με τον τρόπο που μιλούσαν όφειλαν πρώτα να ξεκαθαρίζουν σε τι οργάνωση ανήκαν και ποιον εκπροσωπούσαν. Και η απάντηση τους ήταν πως δεν εκπροσωπούσαν τη FAI, αλλά ήταν σίγουρα εξουσιοδοτημένοι από της Επιτροπές άμυνας, οργανώσεις που υπήρχαν εκείνη την εποχή, και δημιουργήθηκαν ειδικά για να δρουν, σε απεργίες και περιόδους αναταραχών, και πρέπει να το παραδεχτούμε πως σε ένα σημείο ήταν αποτελεσματικές: στις 19 Ιούλη αυτές οι επιτροπές εργάστηκαν αρκετά καλά.

Δηλαδή, υπήρχαν άνθρωποι που μιλούσαν με ένα τρόπο που ανέφερα πιο πάνω, δίνοντας την εντύπωση πως η FAI ήταν μία μυστική Μασονική ή Γιακωβίνικη ομάδα. Μιλούσαν στο όνομα της FAI. Αλλά η αλήθεια είναι πως εμείς, στην τοπική ομοσπονδία, δεν τους ελέγχαμε, αν και είχαν υποστηριχτές μέσα στις γραμμές μας.

Επομένως, όσον αφορά το ερώτημα της επιρροής της CNT και της FAI: η CNT είναι η οργάνωση που σχηματίστηκε το 1910. Επομένως από κοινωνική άποψη είναι μία από τις παλιότερες επαναστατικές οργανώσεις, που έχει υπάρξει ποτέ στην Ισπανία. Στην πραγματικότητα, η CNT και η FAI ήταν δύο ξεχωριστές οργανώσεις. Η σχέση ανάμεσα τους έχει παραποιηθεί μεροληπτικά, αφού η δημιουργία της FAI αποδίδεται στην ανάγκη να ελεγχθεί η CNT. Αυτό είναι λάθος. Όχι και πολύ καιρό πριν, ανακάλυψα τις περιλήψεις των πρακτικών του συνεδρίου της Βαλένθια του Ιουλίου του 1927, όταν ιδρύθηκε η FAI. Ολόκληρα τα πρακτικά αυτού του συνεδρίου δεν υπάρχουν. Έχουν χαθεί. Ευτυχώς, κάποιος συνέταξε τις περιλήψεις αυτές που έπεσαν στα χέρια μου όταν ήμουν γραμματέας της FAI το 1933-36. Σε αυτή την περίληψη των πρακτικών αναφερόταν οι επιτροπές της CNT-FAI, σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Δηλαδή, αναφερόταν η συνεργασία παρά η υπαγωγή της μίας οργάνωσης στην άλλη.

Κατά την επανάσταση, η FAI υιοθέτησε την ίδια πολιτική με τη CNT. Και αυτό μου επέτρεψε να φτάσω σε ένα συμπέρασμα το οποίο είναι πολύ ενδιαφέρον. Έχει ειπωθεί πως η FAI ήταν αυτή που καθοδηγούσε την CNT. Πάντα υποστήριζα το αντίθετο: ήταν η CNT που έδωσε τις εντολές στη FAI· ήταν η CNT που επηρέασε, απορρόφησε και αποτύπωσε στη FAI τα διακριτικά της χνάρια. Η CNT ήταν μία οργάνωση συνδικαλιστικού τύπου και η FAI όφειλε να είναι μία οργάνωση ιδεολογικού τύπου. Προβλήματα οικονομικού τύπου και εκείνα που αναδύθηκαν από το επαναστατικό πλαίσιο της στιγμής που επηρέασαν τη CNT απορροφήθηκαν επίσης και από τη FAI. Επιπλέον όλοι οι μαχητές της FAI προερχόταν από τη CNT: και για τους δύο λόγους, η FAI όφειλε να είναι η αντανάκλαση της CNT. Για αυτό πάντα υποστήριξα ότι η δεν ήταν η FAI που κυριαρχούσε στη CNT, αλλά η CNT κυριάρχησε στη FAI. Αυτό έχει επιβεβαιωθεί κατά τη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου: ήταν η CNT που πήρε τα ηνία, και η FAI δεν ήταν τίποτα παρά ένας συνταξιδιώτης, ένας φίλος, μία φτωχή σχέση της FAI.

Έτσι εκείνοι που πήραν την απόφαση να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση – οι García Oliver, Federica Montseny – δεν ήταν μέλη της FAI; Το αναφέρω μόνο γιατί κάποιοι κανονικά τους συνδέουν με τη FAI.

Οι García Oliver, Ascaso και άλλοι είχαν τη δική τους FAI: την ομάδα “Los Solidarios”. Σε κάθε γεγονός, το έχω πει επανειλημμένα ότι υπήρχαν δύο υπουργοί από τη CNT στην κυβέρνηση και δύο υπουργοί της FAI. Επίσημα, ωστόσο, υπήρχαν τέσσερις υπουργοί της CNT. Το γεγονός πως οι υπουργοί ήταν οι Peiró και López από τη μία πλευρά και οι García Oliver και Federica Montseny από την άλλη, δείχνει ξεκάθαρα ότι υπήρχαν δύο ρεύματα: το ρεύμα της FAI και το ρεύμα των συνδικάτων. Είναι αλήθεια πως η Federica Montseny πάντα ταυτιζόταν με τις δράσεις της FAI, αλλά δεν πιστεύω ότι ανήκε σε οποιαδήποτε ομάδα της FAI πριν το κίνημα του 1936.

Όσο για τους García Oliver, Ascaso, Durruti κλπ πάντα υποστήριζα πως είχαν τη δική τους FAI. Ήταν περίπου 30 μέλη. Και αυτή η ομάδα εργαζόταν αυτόνομα. Μιλούσε στο όνομα της FAI, γιατί η FAI ήταν η ασπίδα της, το σπαθί και ο μύθος της. Και φυσικά, ήταν δύσκολο για αυτούς να επινοήσουν μία νέα οργάνωση.

Οι αναρχομπολσεβίκοι ταυτιζόταν με την FAI, αν και η Federica Montseny δεν ήταν μέλος της τάσης αυτής και δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί πως ήταν στην πλευρά του García Oliver. Ο García Oliver, πριν και κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της επανάστασης, είχε ήδη προσδιορίσει τον εαυτό του ως υποστηρικτή της κατάκτησης της εξουσίας. Νομίζω όμως πως είναι αμφισβητήσιμο πόσο ειλικρινής ήταν. Πάντα έλεγα, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, πως ο García Oliver ήταν υποστηρικτής της κατάκτησης της εξουσίας κατά τη διάρκεια των πρώτων μερών του Ιουλίου, γιατί ήξερε πως η CNT δεν μπορούσε να κρατήσει την εξουσία μόνη της. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός πως ο García όχι μόνο άλλαξε τη γνώμη του αλλά και κατέληξε στο Υπουργικό Συμβούλιο.

Ο Canela εγώ και τέσσερις ή πέντε ακόμα φτιάξαμε την ομάδα, “Afinitat”. Ήμασταν πάντα σε αντίθεση μέσα στη FAI. Ισχυριζόμασταν πως η FAI θα έπρεπε να υλοποιεί δουλειά ιδεολογικού, αναρχικού και δογματικού τύπου με σκοπό να μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξη δύο οργανώσεων: η μία που θα μιλούσε για ιδέες και η άλλη που θα αντιμετώπιζε τα προβλήματα συνδικαλιστικού τύπου σαν τη CNT. Πιστεύαμε πως η FAI δεν έπρεπε να είναι ένα αντίγραφο της CNT, γιατί μία από τις δύο θα ήταν περιττή.

Πώς αντέδρασε η CNT στην πορεία των γεγονότων της Ρωσίας που ξεκίνησαν το 1917, όσον αφορά τα νέα της εξόντωσης των Ρώσων ελευθεριακών από τους Μαρξιστές Μπολσεβίκους; Και γενικότερα, τι θέση πήρε η CNT σε σχέση με τη Ρωσική Επανάσταση και τη γραφειοκρατική αντεπανάσταση των Μαρξιστών;

Η ρωσική επανάσταση, όπως όλες οι επαναστάσεις, πάντα, έφερε συγχύσεις ιδεολογικού και τακτικού τύπου. Σε αυτή την εποχή ήμουν πολύ νέο παιδί. Το 1917, δεν ήμουν ακόμα μέλος κάποιας οργάνωσης· συνδέθηκα με κάποια το 1922 στην ηλικία των δεκατεσσάρων. Σε αυτή την ηλικία ήταν αδύνατο να καταλαβαίνω πραγματικά αυτά τα θέματα. Ήμουν σε θέση να τα γνωρίσω αργότερα, μέσω ντοκουμέντων.

Θυμάμαι αρκετά καλά, ως αίτιο σύγχυσις, όταν ο ξάδερφος μου, που ήταν μαχητής, ήρθε στο σπίτι (ήμουν πολύ νέος τότε), και μίλησε στη μητέρα μου για τα σοβιέτ. Ο ξάδερφος μου ήταν μέλος της CNT · είχε ήδη συλληφθεί, και είχε πάρει το βάπτισμα του πυρός. Μίλησε στη μητέρα μου για όλα εκείνα τα πράγματα και για πρώτη φορά άκουσα να μιλάνε για τη δικτατορία του προλεταριάτου, και η ιδέα αυτή σταθεροποιήθηκε στο μυαλό μου. “Γιατί”, είπε ο ξάδερφος μου, “υπάρχει μία καθολική δικτατορία και μία καθολική ψηφοφορία” (είπα στον εαυτό μου: “καθολική ψηφοφορία; Αυτό θα πρέπει να είναι κάποιο είδος κατσαρόλας ή κάτι τέτοιο”) “Υπάρχει η τάση του Μπακούνιν και υπάρχει η τάση του Κάρλ Μάρξ και του Λένιν.” Και τα άκουγα όλα αυτά, και σάστιζα αλλά δεν καταλάβαινα. Αυτές ήταν οι πρώτες μνήμες μου. Αργότερα, όταν πήρα το σπαθί μου και ξεκίνησα για περιπέτεια, τότε ήταν που αναζήτησα τεκμηρίωση για όλα αυτά τα γεγονότα.

Στην Ισπανία ήταν μία εποχή μεγάλης σύγχυσης. Κατά τη διάρκεια της ρωσικής επανάστασης, οι εδώ αναρχικοί οπλίστηκαν ως μπλοκ, γιατί οι Μπολσεβίκοι την ίδια στιγμή έλεγαν πως ήταν αναρχικοί και Μαρξιστές. Eκείνη την περίοδο και οι αναρχικοί και οι CNTίστας αυτοαποκαλούνταν Μπολσεβίκοι όσο και αναρχικοί. Δηλαδή, δεν έκαναν διακρίσεις ανάμεσα τους. Εάν έχεις διαβάσει το βιβλίο του Λένιν, Κράτος και επανάσταση, θα συμφωνήσεις ότι είναι ένα κείμενο, που σίγουρα χρησιμοποιούσε αναρχίζουσα φρασεολογία, αν και το αληθινό του πρόσωπο αποκαλύφθηκε, αυτό το βιβλίο δημιούργησε μεγάλη σύγχυση γιατί εκδόθηκε ακριβώς το 1917. Και το 1918 βγήκε η δεύτερη έκδοση του. Αλλά το Κράτος και επανάσταση δεν τελείωσε ποτέ, διακόπηκε. Ο Λένιν εξήγησε ότι αυτό έγινε γιατί η επανάσταση δεν είχε τελειώσει ακόμα. Αλλά αποδείχθηκε ότι το 1918 έγινε μία δεύτερη έκδοση, στην οποία δεν πρόσθεσε ή αναθεώρησε κάτι, που να δείχνει πως ήδη είχε σύμπλεγμα ενοχής.

Αλλά το βιβλίο αυτό, λαμβάνοντας υπόψη την νοοτροπία της εποχής, τον πυρετό της δράσης που υπήρχε τότε (η ρωσική επανάσταση, η αναταραχή στη Γερμανία και την Ιταλία), μεγάλωνε μόνο τη σύγχυση. Οι σοσιαλιστές καθεαυτοί στην Ισπανία ένιωθαν την πίεση από τους υποστηριχτές της Τρίτης Διεθνούς. Μέχρι ένα σημείο αυτό είναι κατανοητό.

Η συνέπεια όλως αυτών ήταν ότι η CNT αντιμετώπισε επίσημα το πρόβλημα για πρώτη φορά στο συνέδριο του 1919, που αποκαλούμε Κωμωδία, γιατί διεξάχθηκε στην Κωμωδία της Μαδρίτης (οι σοσιαλιστές πάντα το αποκαλούσαν “συνέδριο της κωμωδίας”, θέλοντας να πουν με τον τρόπο τους πως ήμασταν ένα μάτσο κωμικών). Εκεί έγινε μία πολλή διεξοδική συζήτηση. Σε αυτό μπορεί κάποιος να καταλάβει τον αποπροσανατολισμό που επέδρασε σε κάθε άνθρωπο που είχε μία ξεκάθαρη ματιά των πραγμάτων όπως ο Carbó και ο Buenacasa. Ο Carbó έλεγε: “Θέλουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου, την αγαπάμε, την υπερασπιζόμαστε, και θα την υπερασπιζόμαστε.” Αυτό έλεγε· κάποιος που ήξερε τον Carbó, και γνώριζε πως ήταν αναρχικός από την κεφαλή μέχρι τα νύχια, θα αναρωτιόταν: πώς ήταν δυνατό ο Carbó να έλεγε ένα τόσο αντιφατικό πράγμα εκείνη τη στιγμή; Οι λόγοι του Buenacasa ήταν επίσης καταστροφικοί. Αντίθετα, υπήρχε ο λόγος του Quintanilla που ήταν ηγέτης της αντιπολίτευσης. Οι λόγοι του Quintanilla του παλιού Αστουριανού συνδικαλιστή, είναι πιο ξεκάθαροι. Ήταν ένας άνθρωπος βαθιά ριζωμένος στο δόγμα (θεωρία) και με όραμα για το μέλλον. Έβλεπε την ανάπτυξη της διαδικασίας της επανάστασης στη Ρωσία και επέτρεψε στον εαυτό του να την κρίνει και να αντιμετωπίσει το ρεύμα των μπολσεβίκων που οδηγούνταν με ακρίβεια από τον Hilari Arlandís (ο οποίος αργότερα θα γινόταν μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος)

Οι λόγοι υπέρ της δικτατορίας του προλεταριάτου ήταν το αποτέλεσμα της απουσίας πληροφόρησης και της δημαγωγίας των μπολσεβίκων. Η λέξη επανάσταση είναι κάτι το οποίο κινεί τα μυαλά των ανθρώπων. Όταν μια επανάσταση συμβαίνει, αρχικά υπάρχει μία σύγχυση που ωστόσο αργότερα σκορπίζει. Αλλά το πιο σημαντικό γεγονός της επανάστασης είναι ότι προκαλεί στους ανθρώπους βρασμό και κοχλασμό. Έχει μία τεράστια ελκυστική δύναμη. Και αυτοί οι άνθρωποι ήταν στη μέση αυτής της φάσης. Νομίζω – δεν έχω δει πολλά αντίγραφα αυτού – πως είχε τυπωθεί και ένα περιοδικό που λεγόταν El Soviet. Είχε εκδοθεί από τη CNT.

Τελοσπάντων, η πολεμική που αναπτύχθηκε στο Συνέδριο συνοψίζεται στο λόγο του El Noi del Sucre (ζαχαρόπαιδου), Seguí. Ο Segui φαίνεται πως προσπάθησε να ενώσει τις δύο τάσεις. Πρότεινε η CNT να ζητήσει από την Τρίτη Διεθνή να είναι προσωρινό μέλος, ενώ περίμεναν τη σύγκλιση ενός διεθνούς συνεδρίου στην Ισπανία, ώστε η Διεθνής θα έχει ένα συνεπές δόγμα, που θα αναγνωρίζεται από όλες τις συστατικές ομάδες.

Αυτή ήταν η αιτία της αποστολής του Pestaña. Ο Pestaña πήγε στη Ρωσία, και σύντομα μετά την άφιξη του ξεκίνησε να παρατηρεί μία σειρά ανωμαλιών. Εκεί έκανε φυσικά επαφή με τους αναρχικούς, που είχαν υποστεί τη σφαγή του 1918. Η αντίδραση ενάντια στους Ρώσους αναρχικούς ξεκίνησε το 1918. Και το 1919, όσοι αναρχικοί δεν ήταν φυλακισμένοι ή πεθαμένοι, ξεκίνησαν τον αντιμπολσεβίκικο αγώνα.

Ανάμεσα τους βρίσκουμε για παράδειγμα την Emma Goldman και τον Alexander Berkman, που είχαν απελαθεί από της ΗΠΑ στην χώρα προέλευσης τους, γιατί διεξήγαγαν προπαγάνδα ενάντια στον πόλεμο.
Οι Goldman και Berkman, παρά τις μπολσεβίκικες τάσεις τους (στις ΗΠΑ, η Goldman είχε δημοσιεύσει μία μπροσούρα που υπερασπιζόταν τους Μπολσεβίκους) όταν έφτασαν στη Ρωσία αναγνώρισαν γρήγορα τι γινόταν πραγματικά· η Goldman αντέδρασε πρώτη, αφού ο Berkman ήταν πιο σκεπτικός, του πήρε λίγο περισσότερο να αντιμετωπίσει τα γεγονότα, γιατί σκεφτόταν πως η κατάσταση μπορεί να ήταν το προϊόν αυτοσχεδιασμού, που με το πέρασμα του χρόνου θα έβρισκε το σημείο ισορροπίας της, και η επανάσταση υποβαλλόμενη σε αλλαγές τελικά θα έφτανε τον πραγματικό της σκοπό. Στο τέλος, ωστόσο, πείστηκε πως η κατάσταση ήταν μη αντιστρέψιμη.

Όταν ο Pestaña έφτασε στη Ρωσία το 1920, βρήκε εκεί όλους αυτούς τους ανθρώπους. Και οι μπολσεβίκοι δεν μπορούσαν πια να τον αποπλανήσουν. Έκανε επαφή με του συντρόφους. Τον πληροφόρησαν για την κατάσταση. Οι ίδιοι οι Goldman και Berkman ήταν σε επαφή με αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ρωσική αντίσταση. Το ίδιο κι ο Κροπότκιν που ζούσε ακόμα. ο Pestaña τον επισκέφτηκε επίσης. Έτσι όταν ο Pestaña επέστρεψε από τη Ρωσία έφερε μαζί του τη διόρθωση. Όταν έφτασε η Βαρκελώνη, βρισκόταν κάτω από τη δικτατορία του Martínez Anido και έτσι ο Pestaña δεν μπορούσε να φέρει την αναφορά του. Η οργάνωση ήταν παράνομη. Λίγο καιρό μετά, η αναφορά του δημοσιεύθηκε με τη μορφή μπροσούρας. Ο Pestaña στάλθηκε στη Ρωσία για να λάβει μέρος στο Δεύτερο Συνέδριο της Τρίτης Διεθνούς, όπου εκπροσωπούσε τη CNT. Στην αναφορά του εξηγεί όλες τις αποτρόπαιες και ύπουλες μηχανορραφίες που οι μπολσεβίκοι και οι λακέδες τους πραγματοποιούσαν πίσω από τις κλειστές πόρτες στο συνέδριο όπου είχαν απόλυτο έλεγχο των διαδικασιών. Η κατάσταση οδήγησε τον Pestaña να γράψει πως “η προεδρία ήταν το συνέδριο και το συνέδριο ήταν μία καρικατούρα.” Δεν αναφέρομαι στο βιβλίο του, Εβδομήντα μέρες στη Ρωσία, αλλά στην επίσημη αναφορά που υπέβαλλε με το όνομα του στην επιτροπή της CNT.

Η μπροσούρα αυτή του Pestaña, δυστυχώς δεν μπόρεσε να τυπωθεί παρά μόνο πολύ αργότερα. Η αναφορά είναι του 1921 από τη φυλακή. Αυτό σημαίνει πως δεν τυπώθηκε ποτέ μέχρι το Ομοσπονδιακό συνέδριο της Σαραγόζα το 1922. Το 1921 ήδη είχε υπάρξει μία αντίδραση γιατί οι Ρώσοι αναρχικοί που δεν είχαν τουφεκιστεί πέτυχαν, με μία απεργία πείνας στην φυλακή της Μόσχας να τραβήξουν την προσοχή στην κατάσταση και τη δίωξη την οποία είχαν υποστεί.

Το 1921 μία άλλη αντιπροσωπεία της CNT πήγε στη Ρωσία. Η αντιπροσωπεία αυτή αποτελούνταν από τους Nin, Maurín, Ibáñez και Hilari Arlandís. Εάν ο Pestaña μπορούσε να μεταφέρει την αναφορά του το 1921, είναι πιθανό πως η οργάνωση θα τη λάμβανε υπόψη ώστε να μην στείλει τους συγκεκριμένους εκπροσώπους, αφού κάποιοι από αυτούς ήταν γνωστοί για της μπολσεβίκικες τάσεις τους. Επίσης, η αποστολή αυτή έγινε κατά τη διάρκεια μίας πολύ άγριας καταστολής με τα πιο σημαντικά στοιχεία της οργάνωσης να είναι στη φυλακή ενώ κάποιοι είχαν δολοφονηθεί κάτω από το νόμο της διαφυγής: αυτή ήταν η μοίρα του Evelio Boal (ενός από τους καλύτερους γραμματείς που είχε η οργάνωση ποτέ, σύμφωνα με τον Buenacasa)

Αυτές ήταν οι συνθήκες που επέτρεψαν τον Nin να γίνει γραμματέας της CNT κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, γιατί η οργάνωση ήταν νέα και τα άπειρα μέλη τον ψήφισαν. Η αναγγελία που αφορούσε την σύγκλιση της Ολομέλειας δήλωνε ότι θα διεξαχθεί στη Βαρκελώνη, αλλά η τοποθεσία στη συνέχεια άλλαξε στη Lérida, όπου ο Maurín είχε μεγάλη επιρροή. Έτσι υπάρχει κάτι πολύ ύποπτο στην ιστορία της εποχής. Τελοσπάντων, αφού η αναφορά του Pestana δεν ήταν ακόμη ευρέως διαδεδομένη, διορίστηκε αυτή η αντιπροσωπεία, που αναχώρησε για τη Ρωσία για να παρακολουθήσει το Πρώτο Συνέδριο της Ένωσης Διεθνούς Συνδικάτων.

Η αποστολή αυτή δεν ήταν ολική καταστροφή αφού η αντιπροσωπεία πρόσβαλε τον ίδιο τον Τρότσκυ. Κάποια στιγμή, ακριβώς στη μέση των διαδικασιών του συνεδρίου, ως αποτέλεσμα των προσπαθειών της Emma Goldman και άλλων αναρχικών που κρυβόταν, έγινε μία ισχυρή διαδήλωση που απαιτούσε την απελευθέρωση των φυλακισμένων που κρατούνταν στις φυλακές Checa στην Taganka. Απειλούσαν, ακριβώς στη μέση του συνεδρίου, ότι εάν οι φυλακισμένοι δεν απελευθερώνονταν θα μιλούσαν μέχρι να αποκαλύπτονταν ολόκληρη η υπόθεση. Οι μπολσεβίκοι φοβήθηκαν και υποσχέθηκαν να τους απελευθερώσουν. Πριν την ικανοποίηση της υπόσχεσης έγιναν πολλές μηχανορραφίες. Η αντιπροσωπεία του Nin έπαιξε ένα ρόλο στην καμπάνια. Αυτό ήταν σχετικά ένα άγνωστο γεγονός που η Emma Goldman σχολιάζει στις αναμνήσεις της… Για τους μπολσεβίκους όλοι οι φυλακισμένοι ήταν συμμορίτες.

Όταν το συνέδριο διακόπηκε οι φυλακισμένοι απελευθερώθηκαν, αλλά τους δόθηκαν πλαστά διαβατήρια. Όταν έφτασαν στους προορισμούς τους, οι αρχές προειδοποιήθηκαν ότι ήταν σοβιετικοί κατάσκοποι. Δηλαδή, ο Λένιν τους έδωσε μερικά διαβατήρια με σκοπό να τους καθηλώσει έξω από τη Σοβιετική Ένωση. Επομένως, για παράδειγμα, όταν οι Goldman και Berkman έφτασαν στη Λιθουανία φυλακίστηκαν. Τελικά, χάρη σε διάφορες διαδηλώσεις, εκείνοι οι σύντροφοι θα μπορούσαν να ζήσουν νόμιμα σε άλλες χώρες.

Εκείνη την εποχή στη Γερμανία υπήρχε μία πολύ μικρή αλλά ενδιαφέρουσα δραστήρια οργάνωση: η FAUD. Η ηγετική της φιγούρα ήταν ο Rocker. Είχε μερικούς ικανούς άνδρες, άνδρες που ήταν στην πραγματικότητα θεμελιωτές του νέου αναρχοσυνδικαλισμού, αφού ο παλιός αναρχοσυνδικαλισμός της CGT ήταν σε υποχώρηση: οι σοσιαλιστές τον ανέλαβαν και εκείνοι που ήταν πρώτα μέρος της αναρχικής τάσης όπως ο Monatte, κινήθηκαν προς τον μπολσεβικισμό.

Η οργάνωση αυτή FAUD, είχε άμεσες σχέσεις με τους Ρώσους αναρχικούς· η γεωγραφική εγγύτητα τους επέτρεπε να θεμελιώσουν κανάλια για την ανταλλαγή πληροφοριών. Η FAUD ήταν η πιο καλά πληροφορημένη οργάνωση χάρη στη Ρωσική πραγματικότητα, που τη διέδιδε σε ολόκληρο τον κόσμο. Δημοσίευσε τις μπροσούρες του Rocker, Μπολσεβικισμός και Αναρχισμός και Σοβιέτ ή Δικτατορία. Έπειτα δημοσίευσε το βιβλίο του Arsinov για το κίνημα του Μακχοβινισμού, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην ισπανική γλώσσα στην Αργεντινή.

Το 1922 το εθνικό συνέδριο της CNT έγινε στη Σαραγόζα, μετά την πτώση του καθεστώτος του δήμιου Martínez Anido. Σε αυτό το συνέδριο κάθε τι μπορούσε να λεχθεί. Ο Nin δεν ήταν παρών γιατί παρέμενε στη Ρωσία· ούτε o Maurin ήταν εκεί, πιθανά γιατί δεν είχε καν προσκληθεί. Το μόνο μέρος της αντιπροσωπείας στη διεθνή των κόκκινων συνδικάτων που έλαβε μέρος στο συνέδριο ήταν ο Arlandís: ήταν ολοκληρωτικά συγκλονισμένος. Ο Pestaña και ο Peiró ήταν εκεί. Ο Leval υπέβαλλε μία αναφορά που προκάλεσε φασαρία. Τότε η απόφαση του 1919, που ήταν προσωρινή, αναθεωρήθηκε.

Κάποιοι λένε ότι ο Salvador Seguí ήταν “μαρξιστής avant la lettre”. Νομίζεις ότι αυτή η άποψη είναι αληθινή;

Ειλικρινά, αυτή είναι μία παράλογη άποψη. ο Segui δεν ήταν ποτέ μαρξιστής. Ήταν ένας άνδρας που τοποθετούσε τον εαυτό του στο κέντρο. Πίστευε στην οργάνωση. Απεχθανόταν τον εξτρεμισμό, ήταν ένας εποικοδομητικός άνθρωπος, συνδικαλιστής πάνω από όλα. Δεν υπήρχε τίποτα μαρξιστικό σε αυτόν.

Γιατί οι Ρώσοι αναρχικοί, ακόμα και αν ήταν περισσότεροι από τους μπολσεβίκους, συντρίφθηκαν από τους τελευταίους;

Κοίτα δεν ξέρω αν ήταν περισσότεροι. Συντρίφθηκαν γιατί οι πιο βάρβαροι συντρίβουν πάντα τους λιγότερο βάρβαρους. Εάν αναλύσεις πιο λεπτομερώς τις συνθήκες μέσα στις οποίες λειτουργούσαν οι μπολσεβίκοι, τις πολιτικές τους ικανότητες, τον Ιησουτισμό τους, την ατελείωτη απεραντολογία τους, τα κίνητρα που επικαλούνταν για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους, θα καταλάβεις τη δύσκολη και μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονταν οι αναρχικοί. Πρώτα από όλα, για παράδειγμα, υπήρχε η φτώχεια των ανθρώπων, που απαιτούσε περισσότερες θυσίες. Έπειτα, υπήρχε η Λευκή επίθεση που προσπάθησε να κατακτήσει την περιοχή· και η διεθνής συνωμοσία όλων των μεγάλων δυνάμεων, και τόσοι άλλοι παράγοντες. Όλα αυτά μοιάζανε με τον πόλεμο μας , όταν είχαμε συγκλονιστεί από το θέαμα της Federica Montseny και όλων των άλλων που ήταν στην κυβέρνηση κακολογώντας τις συλλογικότητες. Λέγαμε στους εαυτούς μας: “Τι θέλετε;” Εάν επιλέξουμε κάθε άλλο δρόμο, ολόκληρος ο κόσμος θα στραφεί εναντίον μας, θα πρέπει να σπάσουμε την πολιτική συνεργασιών μας, και η συνεργασία είναι το μόνο πράγμα που κρατάει τον πόλεμο και ο πόλεμος […]” Τελοσπάντων εκείνοι από εμάς που είχαν περάσει μέσω μία τέτοιας κατάστασης θα κατανοούν καλά τη ρωσικής περίπτωση. Οι επαναστάσεις είναι επικίνδυνες γιατί μας οδηγούν σε ένα είδος ψυχολογικής κατάστασης όχι μόνο στο μαζικό επίπεδο, αλλά και στο ατομικό. Η πείνα για παράδειγμα. “Υπάρχει πείνα γιατί η οικονομία δεν έχει ακόμα ανοικοδομηθεί”· ο φόβος των αντιδραστικών δυνάμεων: “πρέπει να συγκεντρώσουμε την κρατική εξουσία σε μία σιδερένια γροθιά προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις στρατιές των Λευκών στρατηγών”· και η απουσία προετοιμασίας του λαού· και το διεθνές εμπάργκο. Και όλα αυτά είναι κρίσιμα, όπως ήταν κρίσιμα στον πόλεμο μας. Χτυπούσαμε τα κεφάλια μας. “Πηγαίναμε προς την καταστροφή” λέγαμε στους εαυτούς μας, “προς την άρνηση αυτού που ήμασταν κάποτε”. Δεν παράπαιε η μάζα του λαού μόνο, αλλά και πολλά άτομα, αρχής γενομένης από τους αρχηγούς, που έκαναν στροφή 180 μοιρών.

Ποιος ήταν ο λόγος για την σταλινική καταστολή και τη δολοφονική εκστρατεία ενάντια στους POUμιστας και τους ελευθεριακούς, ιδιαίτερα ακολουθώντας την πολιτική ηγεμονία των σταλινικών που επιτευχθεί στα γεγονότα του Μάη του 1937;

Οι λόγοι για όλα αυτά θα πρέπει να αναζητηθούν στην επιρροή της GPU, της ρώσικης μυστικής αστυνομίας, στα χέρια της οποίας μπορούμε να πούμε πως δόθηκε η δύναμη της λήψης αποφάσεων όσον αφορά τη δημόσια τάξη. Οι αστυνομικές δυνάμεις ήταν στα χέρια αυτών των ανθρώπων. Δηλαδή, είχαν διεισδύσει τόσο πολύ στο ρεπουμπλικανικό καθεστώς που ήρθε η στιγμή που η κυβέρνηση δεν ήταν πλέον κυβέρνηση. (εάν δεχτούμε ότι μία κυβέρνηση μπορεί να πάψει να είναι κυβέρνηση). Υπήρχε ένα κράτος μέσα στο κράτος. Και αυτό το κράτος μέσα στο κράτος αποτελούνταν, για παράδειγμα από τις μοχθηρές δυνάμεις που απελευθερώθηκαν εδώ από τον Στάλιν, και με την νοοτροπία του Στάλιν, όλα έχουν εξήγηση. Αυτό που συνέβη εδώ δεν ήταν παρά μία αντανάκλαση της ίδιας πολιτικής που είχε εφαρμόσει ο Στάλιν στη Ρωσία. Ξέρεις ότι στη Ρωσία, αντίθετα από τι μπορεί να υποθέσει κάποιος, ο Στάλιν ενάντια στα ίδια τα συμφέροντα της Ρωσίας, δολοφόνησε τους πάντες, ακόμα και τους πιο ταλαντούχους ανθρώπους. Η Ρωσία χρειαζόταν στρατηγούς, αξιωματικούς και αντί για αυτό ο Στάλιν τους ξεφορτώθηκε. Ήταν μία μη πραγματική πραγματικότητα.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ενεργήσουν με άλλο τρόπο. Ήταν η φυσική εξόντωση όχι μόνο όσων ήταν εχθροί αλλά και όσων από εκείνους δεν θεώρησαν ποτέ τους εαυτούς τους εχθρούς. Ήταν εκκαθάριση απλά και ξεκάθαρα. Υπήρχαν άνθρωποι που ήταν έτοιμοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για να εφαρμοστεί αυτή η εκκαθάριση· δεν είναι οι οι ίδιοι Ρώσοι που έκαναν τη δουλειά. Οι Ισπανοί επίσης ήταν ικανοί να δράσουν με τον ίδιο τρόπο σε συγκεκριμένες καταστάσεις, όταν υπάρχει φανατισμός, όπως υπήρχε τότε, ειδικά εάν δημιουργούνται συμφέροντα γραφειοκρατικού τύπου.

Ποια κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα υποτίθεται υπηρετούσαν οι πράξεις των σταλινικών;

Οι σταλινικοί στην Ισπανία δεν είχαν δικές τους προσωπικότητες. Εκτελούσαν τις διαταγές της Μόσχας και ήταν ικανοποιημένοι με την απόκτηση πολιτικών και στρατιωτικών θέσεων. Τα συμφέροντα τους ήταν εκείνα του σοβιετικού κράτους, όχι εκείνα που είχαν ως Ισπανοί. Ήταν κούκλες ελεγχόμενες από τον Στάλιν, που κολάκευε τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Γενικά μπορούμε να πούμε πως υπήρχαν εκείνοι που δρούσαν κι εκείνοι που σταματούσαν να δρουν. Εκείνοι που δρούσαν ήταν φυσικά οι κομμουνιστές, που από την πλευρά τους δρούσαν εκ μέρους των μυστικών πρακτόρων της CPU. Και εκείνοι που έπαυαν να δρουν ήταν οι ελευθεριακές και οι αστικές δυνάμεις – που φοβόταν την επανάσταση και προτιμούσαν την αντίδραση σε μία πραγματική επανάσταση. Αναφέρομαι πάνω από όλα στους μικροαστούς, όπως η Esquerra Republicana de Catalunya και οι ρεπουμπλικανοί γενικότερα. Σε αυτούς τους ανθρώπους η επανάσταση προκαλούσε μεγαλύτερο φόβο από το φασισμό· ήταν η επανάσταση που τους τρομοκρατούσε πάνω από όλα, σε τέτοιο βαθμό που όταν ήρθε η 19η Ιουλίου, ξέρεις ο Martínez Barrio πρόσφερε στον στρατηγό Mola το υπουργείο πολέμου. Αυτό δείχνει πόσο φοβόταν την επανάσταση· δεν ήθελαν αν συνεχιστεί.

Αργότερα υπήρχε κι ένας ακόμα παράγοντας. Οι κομμουνιστές είχαν έναν τρόπο να δρομολογούν τα πράγματα σε τέτοιες καταστάσεις. Αυτό εκδηλώθηκε επίσης στο Μάη του 68 στο Παρίσι: δεν άφησαν να υπάρξει ένα αριστερίστικο κίνημα στα αριστερά τους. Δεν μπορούν να ανεχθούν την ύπαρξη μίας επανάστασης δίπλα στη δική τους. Πιστεύω πως αυτός ήταν ο λόγος για τη διακήρυξη του πολέμου ενάντια στη CNT. Γιατί ο πόλεμος ήταν ενάντια στη CNT, όχι ενάντια στο POUM. Το POUM βρέθηκε ανάμεσα στη διασταύρωση των πυρών ως ο αδύναμος κρίκος. Αυτό αναλύθηκε αρκετά καλά από τους Broué and Temime στο βιβλίο τους, La révolution et la guerre d’Espagne. Είναι η τεχνική του λουκάνικου να κόβεις ένα μικρό κομμάτι κάθε φορά· καθένας κοιτάζει τον εαυτό του και δεν μπορεί κανείς να τους σταματήσει· κόβουν τα πιο αδύναμα κομμάτια. Όταν οι ρεπουμπλικανοί ήταν στα χέρια τους και είδαν ότι έχουν διαχειριστεί τους σοσιαλιστές, τότε κατευθύνθηκαν προς τη CNT. Το σοσιαλιστικό κόμμα ήταν ήδη διαιρεμένο πριν τον πόλεμο. Αλλά καθώς εξελισσόταν ο πόλεμος, οι κομμουνιστές εκμεταλλεύτηκαν τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις κλίκες του Prieto και του Caballero.

O Prieto (o προστάτης του Negrin) είναι το μόνο κύριο υπεύθυνο πρόσωπο για τον σοσιαλιστικό κρυπτοκομμουνισμό του πολέμου. Ο Prieto δεν ήταν στην πραγματικότητα νεγριστής. Ήταν ένας άνθρωπος με έχθρα ενάντια στον Largo Caballero και διώχτηκε για αυτή την έχθρα στο βαθμό που έπαιζε το παιχνίδι των άλλων, ακριβώς εκείνων που αργότερα, με πλήρη δικαιοσύνη, θα απαλλαχτούν από αυτόν. Η πολιτική του Prieto είναι η πολιτική της εκδίκησης. Ο Largo Caballero ήδη τον είχε αποφύγει πολύ πριν τον πόλεμο. Θυμάσαι τη συνάντηση στην Egea που πραγματοποιήθηκε από την φατρία Cabalero όπου συνελήφθησαν οι Νέοι Σοσιαλιστές; Δεν το ξέχασε ποτέ. Και εκείνοι οι νέοι Σοσιαλιστές ήταν νέοι σοσιαλιστές, αλλά τότε ήταν νέοι ενωμένοι σοσιαλιστές: δηλαδή εκρωσισμένοι. Ο Largo Caballero ενεπλάκει σε αυτή τη μανούβρα της ένωσης των δύο νεολαιίστικων οργανώσεων με την πεποίθηση πως θα απορροφούσε τους κομμουνιστές γιατί οι σοσιαλιστές ήταν η πλειοψηφία. Και το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο: οι σοσιαλιστές καταβροχθίστηκαν. Αυτή είναι μία επιπλέον απόδειξη πως δεν μπορείς να παίζεις την ενότητα με τους κομμουνιστές. Είναι περισσότερο πανούργοι και πάντα περνάει το δικό τους.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι κομμουνιστές πέτυχαν να διαιρέσουν το σοσιαλιστικό κόμμα και το UGT. Και αυτό τους έκανε ισχυρούς… Και τελικά επιτέθηκαν στην Κυβέρνηση της Καταλωνίας. Είναι ψέμα πως o νόμος της αυτονομίας καταλύθηκε από τον Φράνκο: είχε ήδη καταλυθεί από τη Ρεπούμπλικα την ίδια, από τον Negrín. Και αν τον κατέλυσε ο Negrín, αυτό έγινε γιατί ο Companys το έκανε πριν την κίνηση του ενάντια στην CNT και το POUM. Ο Companys έσκαβε τον τάφο του. Ο Companys ήταν το χέρι των κομμουνιστών κατά τα γεγονότα του Μαΐου. Ο Companys ήταν το αντεπαναστατικό χέρι για να ανακαλύψει αργότερα πως όταν έφτασε η αντεπανάσταση, ο νόμος της αυτονομίας είχε ακυρωθεί.

Για τους πιο αντικειμενικούς ειδικούς, τα γεγονότα του Μαΐου συνιστούσαν μία πρόκληση, της οποίας στρατηγός και οργανωτής ήταν ο Antonov Ovseenko. Οι σύντροφοι, δηλαδή οι σύντροφοι της ομοσπονδίας, αντέδρασαν, μερικοί με την πίστη πως ήταν μία άλλη 19 Ιουλίου, πως η επανάσταση ήταν σε κίνδυνο, και πως όφειλαν να την υπερασπιστούν· άλλοι που μπορούμε να τους αναφέρουμε ως γραφειοκράτες της οργάνωσης, κατέφυγαν στα δικά τους επιχειρήματα, που για εμένα δεν ήταν πολύ ειλικρινή: είπαν πως είναι καλύτερο να μην αντιδράσουν στην πρόκληση. Νομίζω πως αυτή ήταν η γνώμη εκείνων που είχαν άνετες θέσεις και είχαν γραφειοκρατικοποιηθεί.

Υπήρχε επίσης η ομάδα “οι φίλοι του Ντουρούτι” για την οποία έχουν ειπωθεί σχετικά πολλά αλλά ειλικρινά δεν της δίνω τόσο μεγάλη σημασία. Ήταν άνθρωποι που δεν ανήκαν στην CNT και μιλούσαν μία Γιακωβίνικη γλώσσα: “ας κόψουμε τα κεφάλια τους, να σπάσουμε τις επιτροπές, να τους εκτελέσουμε” Γνωρίζοντας αυτούς τους ανθρώπους, δεν ήταν σίγουρα οι πιο ικανοί να διεξάγουν μία συνεπή εκστρατεία.

Η αγριότερη καταστολή κατευθύνθηκε ενάντια στο POUM. Οι συνθήκες γύρω από τη σύλληψη της κεντρικής επιτροπής του POUM και η απαγωγή του Nin είναι καλά γνωστές. Σκότωσαν τον αναρχικό Berneri σαν λαγό. Υπάρχουν αποδείξεις πως τον απήγαγαν· αυτά τα στοιχεία του PSUC (Partido Socialista Unificado de Cataluña) τον καταδίωξαν και τον έπιασαν.[vii] Όπως έπιασαν και όλους τους ομήρους της ελευθεριακής νεολαίας που την είχαν στα χέρια τους, και πολλοί από αυτούς ξαναεμφανίστηκαν στο νεκροταφείο του Cerdanyola. Ο Alfred Martínez δεν βρέθηκε ποτέ. Εξαφανίστηκε.

Όταν οι δυνάμεις εκστρατείας την κυβέρνησης της Βαλένθια ήταν στο δρόμο για τη Βαρκελώνη, σε κάθε περιοχή από την οποία πέρασαν τα στοιχεία της PSUC και οι ρεμπουμπλικάνοι της Esquerra ενθαρύνθηκαν και κυνήγησαν τα ελευθεριακά στοιχεία.

Δεν μπορούσαν να καταδιώξουν τους ελευθεριακούς εδώ στη Βαρκελώνη γιατί τους φοβόταν πολύ. Εκείνη την εποχή ήμουν στη Lérida. Στη Lérida τους κάναμε να υποχωρήσουν. Δεν τόλμησαν να μας επιτεθούν. Σε εκείνη την πόλη το POUM ήταν η πιο ισχυρή δύναμη, εμείς ήμασταν η δεύτερη πιο ισχυρή δύναμη και αυτοί είχαν μερικούς υποστηριχτές. H PSUC στη Lérida εισήχθηκε.
Υπάρχει μία σύγχρονη εκστρατεία να μυθοποιηθεί ο πρόεδρος Companys. Εκμεταλλεύονται συγκεκριμένα το γεγονός ότι πυροβολήθηκε από τους φασίστες. Ποια είναι η θέση σου για τον πολιτικό ρόλο του πρόεδρου Companys και τη μυθοποίηση της μνήμης του που είναι σε εξέλιξη;

Νομίζω πως θα πετύχουν να δημιουργήσουν το μύθο του Companys. Ωστόσο, μιλώντας όχι μόνο ως αναρχικός αλλά και ως πολίτης, νομίζω πως η πολιτική του πρόεδρου Companys χαρακτηρίζεται από πολλά λάθη κι όχι μόνο κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Ας εστιάσουμε στα γεγονότα του Οκτωβρίου (1934): κανένας πολιτικός άντρας με το κεφάλι στη θέση του, δεν θα συμμετείχε σε ένα τέτοιο σχήμα και με τη συμμετοχή τέτοιων ανθρώπων, όπως έκανε αυτός, βασιζόμενος στις λιγοστές δυνάμεις που είχε στη διάθεση του. Ήταν μία καταστροφική κίνηση. Πρόσθετα, ο Companys δεν θα μπορούσε να νιώθει πως εκπροσωπείται από εκείνους που πολέμησαν στην Αστουρία. Δεν θα μπορούσε να νιώθει πως θα εκπροσωπείται από ό,τι έκαναν ή δεν έκαναν οι σοσιαλιστές στη Μαδρίτη, αφού αμφιβάλλω πως είχαν ιδέα του τι κάνουν. Και ακόμα δεν γνωρίζουμε σήμερα τι σκεφτόταν πως θα κερδίσουν από τα γεγονότα του Οκτωβρίου.

Σε κάθε γεγονός οι πράξεις ενός ατόμου μπορεί να είναι συζητήσιμες όπως σου αρέσει, αλλά εάν έχουν ένα τραγικό αποτέλεσμα, είναι κατανοητό να αναδύονται κάποιες σκέψεις ανθρωπιστικού τύπου. Νομίζω πως όλοι συμπαθούμε τον θάνατο του. Η εκτέλεση του Companys είναι κάτι ατιμωτικό, ντροπιαστικό, εξωφρενικό, βάλε ότι επίθετο θέλεις… Τέλος πάντων, πέρα από αυτό, η δράση του δεν είναι εντυπωσιακή.

Νομίζω πως δεν ήταν ποτέ ο πολιτικός με την κλασική έννοια της λέξης. Έκανε πολλές γκάφες. Επέτρεψε στον εαυτό του να παρασυρθεί από τα στοιχεία που πίστεψε πως μπορούσαν να τον βοηθήσουν αλλά στην πραγματικότητα ήταν αυτά τα στοιχεία που τον ανάγκασαν να παραπαίει. Αυτό έκανε το PSUC. Ο Companys ήταν αυτός που τους έδωσε φτερά. Και ήταν ο Companys που τους βοήθησε και προς το τέλος, το PSUC ήταν ακόμα πιο ισχυρό από την Esquerra Republicana, δεδομένου πως η τελευταία δεν είχε μία μάζα μαχητών που θα μπορούσε να κινητοποιήσει οποιαδήποτε στιγμή, ενώ το PSUC είχε την UGT. Το PSUC είχε καταφέρει να προσελκύσει τα πιο ενεργά στοιχεία των μικροαστών και της αγροτιάς και είχε κατασκευάσει με επιτυχία ένα ισχυρό UGT. Και φυσικά, αυτοί είχαν πάντα υπάρξει η βάση της Esquerra – χωρικοί, εργάτες του λευκού κολάρου – αλλά το PSUC τους κέρδισε με την πλευρά του. Το PSUC διεξήγαγε μία προπαγάνδα ενάντια στους FAIστας κολακεύοντας τους μικρούς και μεγάλους γαιοκτήμονες, σε ένα τομέα που ήταν επίφοβος ανταγωνιστής της Esquerra. Υπονόμευσε τη θέση της και ο Companys συνέχιζε να παίζει το παιχνίδι τους. Ο Companys θα μπορούσε να βασιστεί σε άλλες δυνάμεις.

Επιστρέφοντας στα γεγονότα του Οκτωβρίου· σύμφωνα με τον Munis, το σοσιαλιστικό κόμμα απείλησε να εξεγερθεί, εκτός αν η κυβέρνηση αποδεχόταν την συμμετοχή στο υπουργικό συμβούλιο· στο βορρά η εξέγερση έπαιρνε σοβαρό προβάδισμα μόνο στις περιοχές όπου η γραφειοκρατία του σοσιαλιστικού κόμματος δεν έλεγχε τη βάση. Οι εργάτες ξεκίνησαν την επανάσταση αλλά ο Largo Caballero και η παρέα του χρησιμοποίησαν την εξέγερση των Αστουριανών εργατών ως μοχλό για να αναγκάσουν τον πρόεδρο της ρεπούμπλικας να αποδεχτεί έναν άλλο ρεπουμπλικανικό σοσιαλιστικό κυβερνητικό συνασπισμό.

Αυτή είναι η θέση του βιβλίου μου. Νομίζω πως εκείνοι οι άνθρωποι δεν είχαν πρόθεση να ξεκινήσουν την επανάσταση. Αλλά επίσης προσθέτω ένα ακόμα επιχείρημα· προτιμώ να αναφέρομαι στο έγγραφο του Prieto, που αντέγραψα από μία μπροσούρα του Llopis, που περιλαμβάνει το πρόγραμμα του κινήματος. Εάν το εξετάσεις με λεπτομέρεια θα δεις πως είναι ολοκληρωτικά ένα αστικό πρόγραμμα. Δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στην κοινωνική επανάσταση. Και εκτός αυτού, στην πραγματικότητα ούτε η Μαδρίτη ούτε οπουδήποτε αλλού στην Ισπανία οι σοσιαλιστές δεν κινητοποίησαν τις δυνάμεις τους.

Νομίζω πως οι λίγοι ηγέτες που κινητοποιήθηκαν σύρθηκαν από τη βάση, μία συγκεκριμένη βάση. Η προέλευση του αστουριανού σοσιαλιστικού κινήματος ήταν βασικά αναρχική. Δηλαδή, στην Αστούρια ήταν αντίθετα από ό,τι ήταν στην Καταλωνία. Όπως στην Καταλωνία οι σοσιαλιστές ήταν ενεργοί αλλά οι αναρχικοί τελικά κυριάρχησαν ως οργάνωση, στην Αστούρια συνέβη το αντίθετο, οι αναρχικοί άναψαν τη φωτιά, οι αναρχικοί εκπαίδευσαν το αστουριανό ταπεραμέντο: αλλά έπειτα έφτασαν οι σοσιαλιστές με τις εκλογικές τους υποσχέσεις και κατέκτησαν το κίνημα των ορυχείων και άφησαν μόνο τα νησιά La Felguera and Gijón. Σε κάθε περίπτωση, ο αστουριανός ανθρακωρύχος ήταν πάντα ένα επαναστατικό στοιχείο. Και άφησε τους αρχηγούς πίσω του. Γιατί αυτό δεν το ήθελαν οι ηγέτες του: ήθελαν απλά να καταφέρουν το φόβο στις καρδιές του Gil Robles και της συντροφιάς του, με σκοπό να τους κάνουν να υποχωρήσουν.

Ο Cruells στο El 6 d’octobre a Catalunya αναφέρει το σύμπλεγμα κατωτερότητας της UGT σε σχέση με τη CNT, όσον αφορά το επαναστατικό ζήτημα, λόγω του γεγονότος πως η UGT (Largo Cabalero) είχε συνεργαστεί με τον Primo de Rivera και μετά με την αστική ρεπουμπλικανική κυβέρνηση. Για να υπερβούν αυτό το σύμπλεγμα έπρεπε να κάνουν κάτι.

Μοιράζομαι την άποψη αυτή γιατί οι σοσιαλιστές συνιστούσαν το στυλοβάτη της ρεπουμπλικανικής θέσης· η κυβέρνηση ήταν ρεπουμπλικανική-σοσιαλιστική. Αυτό τους αποθάρρυνε και ακόμα τους έκανε δύσπιστους γιατί η ρεπούμπλικα έπρεπε να καταφύγει στα όπλα για να καταστείλει την εξέγερση.

Έπειτα, στο Κέντρο, που ήταν η ιδιωτική περιοχή του σοσιαλιστικού κόμματος, η οργάνωση της CNT, ήταν εκεί πάντα μειονότητα, άρχισε να σηκώνει το κεφάλι της – αρχίζοντας με το συνδικάτο οικοδόμων και συνεχίζοντας με τους υπόλοιπους – κερδίζοντας έδαφος.

Και αυτό φυσικά προκάλεσε στους σοσιαλιστές, εάν όχι ένα κόμπλεξ κατωτερότητας, τουλάχιστον ένα σίγουρο βαθμό συναγερμού. Εκείνοι οι άνθρωποι ταράχτηκαν από το συναγερμό και είπαν:
“Εντάξει, εδώ, πρέπει να κάνουμε κάτι ενάντια στη CNT που είναι πάντα στους δρόμους, με απεργίες, συγκρούσεις και έχει μία κρίσιμη στάση και ελκύει τις μάζες.” Ήταν το πλαίσιο που διατύπωσε ο Largo Caballero στις εμπρηστικές ομιλίες του σχετικά με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Ήταν το πλέον καταστροφικό πράγμα που θα μπορούσε να κάνει. Βαθμιαία γινόταν πιο καθαρό πόσο ανειλικρινής ήταν. Νομίζω ότι ήταν εκλογική προπαγάνδα. Καθένας ήξερε πως ο Largo Caballero ανακάλυψε τον Λένιν ενώ ήταν στη φυλακή.

Πριν τον Ιούλιο του 1936 έγινε πιθανή μία συμμαχία ανάμεσα στην CNT και την UGT, που σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς, θα μπορούσε να έχει αποτρέψει την “ένδοξη εθνική εξέγερση;”

Το γεγονός ότι η UGT ήταν εξάρτημα της PSOE και περιλάμβανε την εκλογική της βάση, καθιστούσε ένα σύμφωνο CNT-UGT σχεδόν απίθανο. Εκτός από αυτό, η CNT, στο συνέδριο της Σαραγόζα, έθεσε ως συνθήκη ενός τέτοιου συμφώνου, τον πρακτικό διαχωρισμό της UGT από το PSOE. Δεν νομίζω πως το σύμφωνο CNT-UGT θα μπορούσε να αποτρέψει το στρατιωτικό πραξικόπημα. Αντί αυτού θα το είχε επισπεύσει. Το επαναστατικό σύμφωνο ανάμεσα σε CNT και UGT στην Αστούρια τρομοκράτησε τα δεξιά στοιχεία, που αστραπιαία ενθάρρυναν το στρατό να ξεσηκωθεί. Έχουμε ήδη δει τι συνέβη το 1934 με το καταστροφικό σχέδιο. Και το λέω με όλο το σεβασμό σε αυτούς που θυσίασαν τις ζωές τους εκεί.

Σε ποιους παράγοντες αποδίδεις την απώλεια εδάφους από το οργανωμένο αναρχικό εργατικό κίνημα μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο;

Ο κομμουνισμός κάνοντας χρήση της λαϊκιστικής του δημαγωγίας, είχε κλονίσει όλα τα σοσιαλιστικά και πολιτικά θεμέλια του κόσμου. Αυτό που είναι λυπηρό είναι ότι , κάνοντας το, οι κλασικές ανθρωπιστικές αξίες καταπιέστηκαν, περισσότερο από όσο κάποιος φαντάζεται. Αυτοί οι σχολαστικιστές και Ιησουίτες τους 20ου αιώνα μας λήστεψαν τη σημαία της ελευθερίας με σκοπό να της δώσουν ένα σύγχρονο ρετουσάρισμα. Ό,τι δεν έχουν μπορέσει να κατακτήσουν το έχουν συντρίψει. Αυτή η καταραμένη εισβολή, που επηρέασε τις τάξεις των διανοούμενων σε ολόκληρο τον κόσμο, έχει μετατρέψει το νόημα της επαναστατικής αίγλης, που αντιπροσώπευε η αιχμή του δόρατος του αναρχοσυνδικαλισμού, με αποτέλεσμα το εργατικό στρατόπεδο να έχει αποδυναμωθεί.

Από την άλλη πλευρά οι αναρχικοί έχουν προσπαθήσει να αντιμετωπίσουν την κατάσταση αυτή με την εσωστρέφεια και τη διεξαγωγή ενός κυνηγιού μαγισσών ενάντια σε πρόσωπα και πράγματα που υποπτεύονται ως αιρετικούς. Το αποτέλεσμα ήταν να μην αναδυθούν νέες αξίες και να συνεχίζουμε να τρεφόμαστε με την κληρονομιά των παλιών δασκάλων. Εάν αυτή η ολέθρια τάση δεν πάψει και ο άνθρωπος δεν ανακαλύψει την αίσθηση του προσανατολισμού, θα είναι δύσκολο για τον ελευθεριακό συνδικαλισμό να κάνει πρόοδο ξανά. Ένας άλλος παράγοντας της πτώσης είναι ότι το κράτος έχει εισβάλλει σε όλες τις περιοχές. Οι νόμοι της κοινωνικής μεταρρύθμισης έχουν ωφελήσει πολύ τους εργάτες αλλά έχουν κατευνάσει το ασυμβίβαστο πνεύμα τους, εντείνοντας τη διαδικασία της αστικοποίησης μέσα στην καταναλωτική κοινωνία. Τελικά, η βιομηχανοποίηση, με τη συνοδευόμενη τεχνοκρατία, θρυμμάτισε την εργατική τάξη σε κομμάτια, μετατρέποντας την σε θρυμματισμένες κατηγορίες, κι επομένως οδηγώντας την σε απώλεια της ενότητας της. Οι αναρχικοί δεν έχουν βρει ακόμα την τακτική ισορροπία μέσα σε αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικός Anthropos no. 102, November 1989, pp. 26-35.
Μεταφράστηκε από τα ισπανικά τον Οκτώβριο Νοέμβριο του 2013
Πηγή στα Ισπανικά. Alasbarricadas
Επανέκδοση από Libcom.org

 

Σημειώσεις του μεταφραστή

[i]

Ο Primo de Rivera ήταν στρατιωτικός, αριστοκράτης και δικτάτορας της Ισπανίας από το 1923-1930.

[ii]

Η εφημερίδα Solidaridad Obrera ιδρύθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1907, στη Βαρκελώνη, από την εργατική συνδικαλιστική οργάνωση Solidaridad Obrera. Πρωτεργάτες της εφημερίδας ήταν οι Anselmo Lorenzo, Ricardo Mella, και ο José Prat. Η εφημερίδα έχει τυπωθεί, σε διάφορες μορφές μέχρι σήμερα. Από το 2005 εκδίδεται ηλεκτρονικά, και σε έντυπη δωρεάν μορφή. H ηλεκτρονική της διεύθυνση είναι http://soliobrera.cnt.es/

[iii]

Το περιοδικό Generación Consciente από το 1922 είχε αναρχικό χαρακτήρα και επηρέασε τους ελευθεριακούς κύκλους στην Ισπανία. Το Δεκέβριο του 1928 εξέδωσε το τελευταίο της τεύχος (62) και άλλαξε τον τίτλο της σε Estudios Revista Ecléctica μετά την καταστολή και λογοκρισία του τύπου από τη δικτατορία του Primo de Rivera. Οι βασικοί του σκοποί ήταν η εκπαιδευτική, φυσική και πνευματική αναγέννηση των λαϊκών τάξεων. Η ύλη της απλωνόταν από τη σεξουαλικότητα, την ιατρική και την επιστήμη, μέχρι την τέχνη, την εκπαίδευση και την ιστορία. Στις σελίδες της βρίσκει κανείς άρθρα για τον γυμνισμό, την ολιστική ιατρική, τον ελεύθερο έρωτα, τη σεξουαλική εκπαίδευση, τον αντιρατσισμό, τη φυσική τροφή, το φεμινισμό, την ορθολογική εκπαίδευση και άλλα. Με 70.000 αντίγραφα κάθε μήνα η Estudios επηρέασε βαθιά την εργατική τάξη της Ισπανίας. Περισσότερα στο https://www.digitaliapublishing.com/recurso/pagina/estudiosgc.pdf

[iv]

Esquerra Republicana de Catalunya (Ρεπουμπλικανική Αριστερά της Καταλωνίας), το κόμμα του Lluís Companys, που είχε ως στόχο τη διακήρυξη της αυτονομίας της Καταλωνίας, στα πλαίσια ενός ομοσπονδιακού ισπανικού κράτους.

[v]

El Consell de l’Escola Nova Unificada (CENU) Επιτροπή που συστάθηκε τον Ιούλιο του 1936 από αντιπροσώπους των εκπαιδευτικών: τέσσερις της CNT, τέσσερις της UGT και τέσσερις της Κυβέρνησης της Καταλωνίας. Ένας από τους αντιπρόσωπους της CNT ήταν ο ορθολογιστής δάσκαλος Philip Ignacio Díez Codina. Το CENU προσπάθησε να καθιερώσει τη βασική εκπαίδευση από την βρεφική μέχρι την ηλικία των 15 ετών, πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια, τεχνική κι επαγγελματική, πανεπιστημιακή και καλλιτεχνική εκπαίδευση. Οι δάσκαλοι της CENU εμπνεόταν από τη φιλοσοφική και ορθολογική πρωτοπορία του Μοντέρνου Σχολείου. Η διακήρυξη της CENU έλεγε: “Η επαναστατική θέληση του λαού καταπιέζεται από το θρησκευτικό σχολείο. Είναι ώρα για ένα νέο σχολείο, που θα εμπνέεται από τις αξίες του ορθολογισμού και της οικουμενικής αδελφοσύνης. Είναι ανάγκη να χτίσουμε το νέο ενιαίο σχολείο που όχι μόνο θα αντικαθιστά το σχολικό σύστημα που κατεδαφίζεται από το λαό, αλλά να δημιουργήσουμε μια σχολική ζωή που εμπνέεται από την καθολική αίσθηση της αλληλεγγύης και να συμφωνήσουμε με τις ανησυχίες της ανθρώπινης κοινωνίας για την εξαφάνιση κάθε είδους προνομίων.” Το βασικό τους σύνθημα ήταν: “από την 1η Οκτώβρη, κανένα παιδί έξω από το σχολείο” Περισσότερα βλέπε στο http://cgtense.pangea.org/spip.php?article3060

[vi]

H UGT (Γενική συνομοσπονδία εργατών) ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1888 από τον Pablo Iglesias Posse, έχοντας για βάση το μαρξισμό. Η UGT συνδέθηκε άμεσα με το Σοσιαλιστικό εργατικό κόμμα (PSOE) και μέχρι το συνέδριο του 1920 δεν συνέδεε το συνδικαλισμό με την ταξική πάλη. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Primo de Rivera διατήρησε μία στάση συνεργασίας με το καθεστώς προκειμένου να παραμείνει νόμιμη, σε αντιδιαστολή με την αναρχοσυνδικαλιστική ομοσπονδία CNT. Αντιφατική και διφορούμενη ήταν η στάση καθ’όλη τη διάρκεια της ισπανικής επανάστασης, γεγονός που εξετάζεται και πιο κάτω.

[vii]

Συγκροτήθηκε στις 23 Ιουλίου το 1936, μέσω της ενοποίησης των τεσσάρων αριστερών ομάδων: την καταλανική ομοσπονδία του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (PSOE), το Partit Comunista de Catalunya (Κομμουνιστικό Κόμμα της Καταλωνίας, παράρτημα της Καταλωνίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ισπανίας, PCE), τη  Unió Socialista de Catalunya (Σοσιαλιστική Ένωση της Καταλωνίας) και το Partit Proletari Català (Καταλανικό Προλεταριακό Κόμμα).

Ένα Αλλιώτικο Σχολείο

Αναδημοσίευση από blackuroi.gr

Το «Μικρό Δέντρο που θα γινει δάσος», είναι ένα παιδαγωγικό εγχείρημα που δημιουργήθηκε με σκοπό να προάγει την ελευθερία και τη βιωματική μάθηση. Ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Ιανουάριο του 2014 και το «δάσος» του βρίσκεται στην περιοχή Κρυονερίου της Θεσσαλονίκης. Θελήσαμε να μάθουμε περισσότερα για αυτό το αλλιώτικο σχολείο κι έτσι κάναμε την παρακάτω συζήτηση.

ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ

-Ας ξεκινήσουμε με τα πιο πρακτικά θέματα. Περιγράψτε με λίγα λόγια τι σημαίνει στην πράξη το «αυτο-οργανωμένο», πως λειτουργεί το αλλιώτικο σχολείο, πως λαμβάνονται οι αποφάσεις, ποια πρέπει να είναι η συμμετοχή του γονιού στις διαδικασίες.

Το ότι χαρακτηρίζεται αυτό-οργανωμένο το αλλιώτικο σχολειό έχει να κάνει με την ισότιμη συμμετοχή στην οργάνωση, τη συντήρηση, την εξέλιξη αλλά και τελικά (ή αρχικά) σε ότι έχει να κάνει με την ύπαρξή του την ίδια , όλων των μελών που συμμετέχουν στο εγχείρημα. Προσπαθούμε να επιλέγουμε διαδικασίες και εργαλεία που να υποστηρίζουν την αντί ιεραρχία, οριζόντιους τρόπους λήψης των αποφάσεων , την άμεση συμμετοχή αντί της ανάθεσης και όλα αυτά που μας επιτρέπουν να πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας.

Πιο αναλυτικά, όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται στη γενική συνέλευση στην οποία συμμετέχουν οι οικογένειες και οι παιδαγωγοί. Η συνέλευση αυτή ασχολείται με όλα τα πρακτικά ή θεωρητικά ζητήματα οργάνωσης , συντήρησης και ανάπτυξης του εγχειρήματος. Σε αυτή τη συνέλευση παρουσιάζουν τις προτάσεις , τις ιδέες προς υλοποίηση οι ομάδες εργασίας που αποτελούνται από τα ίδια τα μέλη της συνέλευσης και είναι επιφορτισμένες με ζητήματα όπως η νομική υπεράσπιση και δικτύωση, η οικονομική διαχείριση αλλά και ενίσχυση, το παιδαγωγικό πλαίσιο του σχολειού, την κατασκευή παιδαγωγικού υλικού, την υποδοχή νέων μελών στην κοινότητα, την οργάνωση των εξωτερικών δραστηριοτήτων του σχολειού κ.α. Επίσης στη γενική συνέλευση, μεταφέρονται από τις συνοδούς προτάσεις που βγαίνουν από την παιδική συνέλευση. Τώρα στην παιδική συνέλευση συμμετέχουν τα παιδιά και οι συνοδοί του σχολειού. Η παιδική συνέλευση μπορεί να καλεστεί από οποιοδήποτε μέλος της σχολικής κοινότητας είτε παιδί είτε συνοδό, αλλά έχει και την προγραμματισμένη ώρα της στις 11:00 κάθε μέρα. Βέβαια η παιδική συνέλευση είναι κομμάτι ενός ευρύτερου παιδαγωγικού πλαισίου και έτσι όπως όλα στο σχολειό μας δεν είναι υποχρεωτική.

Πέρα από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και υλοποίησής τους, επιλέξαμε και κάποιες διαδικασίες αυτομόρφωσης για να μοιραζόμαστε εμπειρίες και γνώσεις τόσο μεταξύ μας όσο και με άλλο κόσμο με προβληματισμούς πάνω σε παιδαγωγικά ζητήματα. Οι οικογένειες συμμετέχουν στη γενική συνέλευση και στις ομάδες εργασίας, γενικά σε όλες τις διαδικασίες και επίσης υποστηρίζουν την καθημερινότητα της κοινότητας από το μαγείρεμα του καθημερινού φαγητού μέχρι την καθαριότητα. Πιο απλά, επιθυμούμε να προσεγγίσουμε έναν τρόπο ζωής που να βασίζεται στην κοινότητα και την αλληλεγγύη, που να πηγάζει από την οικοδόμηση ισχυρών σχέσεων εμπιστοσύνης ανάμεσα μας και ταυτόχρονα να κτίσουμε ένα ευρύτερο παιδαγωγικό περιβάλλον με συνεχή επικοινωνία ανάμεσα στο σχολείο και το σπίτι και την εξερεύνηση κοινών κατευθύνσεων.

-Πως ξεκίνησε η ιδέα του εγχειρήματος;

Τον Αύγουστο του 2012 στην αυτο-οργανωμένη κατασκήνωση για παιδιά και μεγάλους στο φυτώριο Φλαμουριου. Εκεί συναντηθήκαμε κόσμος από τη Θεσσαλονίκη , το Βόλο, την Κέρκυρα και την Κρήτη με κοινή επιθυμία να οργανώσουμε ένα περιβάλλον ελεύθερης αλληλεπίδρασης και να μοιραστούμε προβληματισμούς και εμπειρίες πάνω σε ζητήματα μάθησης. Σε εκείνη την κατασκήνωση ήταν μαζί μας μια παιδαγωγός από ένα ελεύθερο σχολειό στο Αλικάντε στην Ισπανία και μας έκανε μια μικρή παρουσίαση του πώς μπορεί να λειτουργήσει ένα τέτοιο σχολειό. Μέσα από τις κουβέντες μας εκείνο το καλοκαίρι, φάνηκε η έντονη ανάγκη για τη δημιουργία ενός αλλιώτικου σχολειού, ενός ελεύθερου περιβάλλοντος, δομημένο με εμπιστοσύνη στην αυτοδύναμη εξέλιξη του παιδιού, με σεβασμό στους προσωπικούς χρονορυθμούς του κάθε πλάσματος. Εδώ στη Θεσσαλονίκη είναι ένα μικρό δείγμα από αυτές τις ζυμώσεις . Ένα παρόμοιο εγχείρημα ξεκίνησε και στο Βόλο και ελπίζουμε να δούμε σύντομα και σε άλλες πόλεις.
-Κατά πόσο είναι δυνατή η ελευθεριακή μάθηση σε παιδιά, μέσα στις υπάρχουσες καπιταλιστικές δομές;

Η αλήθεια είναι ότι αποφεύγουμε να χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο ελευθεριακό σχολειό σίγουρα όμως η ελευθερία όπως προσπαθήσαμε να την ορίσουμε για εμάς, ως η ικανότητα δηλαδή του ατόμου να αντιλαμβάνεται και να σέβεται τις ανάγκες του εαυτού και του αλλού, είναι η βασική μας επιθυμία. Δηλαδή είναι βασική μας επιθυμία να κατασκευάσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα υποστηρίζεται και θα γίνεται εφικτή. Η παιδαγωγική αξία του εγχειρήματος που αφορά τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες έχει να κάνει ακριβώς με τη διαλεκτική αντιμετώπιση της φύσης του ατόμου. Σίγουρα επιλέγουμε δομές που βασίζονται στην αλληλεγγύη, την αυτό-οργάνωση, σχέσεις που συγκρούονται με τις ισχύουσες αξίες του συστήματος. Αυτές τις αξίες δεν τις υποκρύπτουμε από τα παιδιά, που έτσι κι αλλιώς τις συναντούν καθημερινά γύρω τους, ούτε προσποιούμαστε πως δεν υπάρχουν.

Τι πρέπει να περιλαμβάνει μια ελευθεριακή εκπαίδευση και ποια η σημασία της σε προσχολικό επίπεδο;

Σίγουρα δε θα μπορούσαμε εμείς να στοιχειοθετήσουμε κάτι τόσο ευρύ όπως η ελευθεριακή εκπαίδευση συνολικά. Διατηρούμε μια πεποίθηση ότι η κάθε συλλογικότητα διαπραγματεύεται και ερμηνεύει την ελευθερία με τους όρους της δικής της ιδιότυπης και ξεχωριστής φύσης. Στο αλλιώτικο σχολειό προσπαθούμε να μεταφράσουμε τις επιθυμίες μας για ελευθερία, αυτονομία και σεβασμό, μέσα από ένα προσεκτικά οργανωμένο περιβάλλον, με πολλές και διαφορετικές ποιότητες ερεθισμάτων και υλικών. Στο σχολειό δεν υπάρχει πρόγραμμα μαθημάτων ή υποχρεωτική προσέλευση σε κάποια δραστηριότητα. Τα πλάσματα είναι ελεύθερα από της στιγμή που θα έρθουν να ετοιμάσουν το πρωινό τους στην κουζίνα, να παίξουν ατομικά ή σε παρέες, να ασχοληθούν με κάποιο υλικό ή να οργανώσουν μια δραστηριότητα. Είναι επίσης ελεύθερα να περιπλανηθούν σε οποιοδήποτε χώρο του σχολειού, να κινηθούν ή να ρεμβάσουν. Από την πλευρά μας οι ενήλικες προσπαθούμε να στεκόμαστε διακριτικά χωρίς να παρεμβάλουμε και να κατευθύνουμε το ρυθμό και τη σκέψη του παιδιού με περισσότερη εμπιστοσύνη στην περιέργεια και την έμφυτη ορμή για εξερεύνηση του ατόμου. Προσπαθούμε να είμαστε και να δείχνουμε (είμαστε και φαινόμαστε) διαθέσιμοι για οποιαδήποτε υποστήριξη η βοήθεια. Ειδικά για αυτούς τους πρώτους μήνες του σχολειού εστιάσαμε στη δημιουργία και τη διαχείριση των σχέσεων , στο χτίσιμο γέφυρας επικοινωνίας, κάτι που θεωρούμε σημαντικό ώστε να νιώσουμε όλα τα μέλη της κοινότητας ασφάλεια και να μπορέσουμε να συμβιώνουμε ειρηνικά.

-Σε τι βαθμό, πιστεύετε, ότι η γλώσσα επηρεάζει τη σκέψη των παιδιών και κατά πόσο νομίζετε ότι η σωστή χρήση της είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ελευθεριακής μάθησης;

Η λέξη «σωστή» για παράδειγμα, που αναφέρετε στην ερώτηση είναι το μισό ενός δίπολου που αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε στο σχολειό. Η αποφυγή κάποιων γλωσσικών συμβόλων έχει να κάνει με την απόρριψη των σκέψεων που εικονίζουν, της λογικής που εκπροσωπούν. Τα δίπολα, σωστό και λάθος, καλός και κακός, είναι λέξεις που συντηρούν τους διαχωρισμούς και υποκρύπτουν τις λεπτές ποιότητες και τις μεγάλες αντιφάσεις που ενυπάρχουν σε κάθε άτομο. Απέναντι στα παιδιά επιλέγουμε περισσότερο τη σιωπή κάνοντας λίγο χώρο και λίγο χρόνο να αναπτύξουν τη δική τους σκέψη ή να πειραματιστούν πάνω στη δική τους συμβολική αφήγηση χωρίς παρεμβολές από τους ενηλίκους συμβολισμούς ή την ενήλικη ηθική. Αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε τα δίπολα όπως και επιθετικούς προσδιορισμούς σαν όμορφη, έξυπνος. Λέξεις που ορίζουν για το άτομο έναν ρόλο που καλείται να εκπληρώσει αλλά δεν έχει επιλέξει. Προσπαθούμε να επικοινωνούμε με όσο γίνεται πιο περιεκτική και συγκεκριμένη γλώσσα.

-Υπάρχουν κράτη, όπως για παράδειγμα το γερμανικό , τα οποία αποδέχονται ανάλογα εκπαιδευτικά συστήματα και παρέχουν κάποια επιχορήγηση, όπως και σε κάθε άλλο σχολείο. Πώς βλέπετε μια τέτοιου είδους οικονομική συναλλαγή με το κράτος και κατά πόσο  αυτή μπορεί απομακρύνει ένα τέτοιο εγχείρημα από τις αρχικές του προσδοκίες;

Αφ’ ενός στην Ελλάδα με τις υπάρχουσες ρυθμίσεις δεν μπορεί να υπάρχει απλά μια οικονομική συναλλαγή με το κράτος. Αυτό σημαίνει ότι η αποδοχή για το κράτος γίνεται υπό όρους. Το υπουργείο παιδείας έχει κάποια προαπαιτούμενα και κάποιους όρους για να αναγνωρίσει ένα σχολειό και να το προστατέψει. Τα περισσότερα από αυτά τα προαπαιτούμενα ξεμακραίνουν πολύ από τις δικές μας επιθυμίες και σίγουρα πολύ περισσότερο από τις ανάγκες μας. Αφ’ ετέρου κρίνουμε ως ιδιαίτερα σημαντική την κοινωνική νομιμοποίηση του εγχειρήματος, την οποία προσπαθούμε να επιτύχουμε μέσω των ανοιχτών εκδηλώσεων και γενικότερα του δημόσιου λόγου μας, χωρίς βέβαια να παύει να είναι στόχος μας και η θεσμική νομιμοποίηση, η οποία επίσης απαιτεί δικτύωση και συσπείρωση κόσμου που τον απασχολεί το θέμα της εκπαίδευσης.

 -Τα άτομα τα οποία απασχολούν τα παιδιά, έχουν κάποια εκπαιδευτική ιδιότητα,με την καθιερωμένη έννοια της λέξης; Τι δεξιότητες πρέπει να έχει κάποιος ώστε να μπορεί να είναι συνοδός;

Για να μπορεί κάποια ή κάποιος να υποστηρίξει το ρόλο του συνοδού, κρίνουμε μεν πως δε χρειάζεται ακαδημαϊκή επικύρωση, μπαίνει όμως σε μία διαρκή διαδικασία εκπαίδευσης (με την ευρύτερη ίσως έννοια). Μιας εκπαίδευσης που βασίζεται στην αυτομόρφωση, το βίωμα, την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων, ακόμα και τα ταξίδια σε ανάλογα σχολεία σε άλλες χώρες. Επίσης η καθημερινή παρατήρηση και καταγραφή της σχολικής καθημερινότητας είναι κομμάτι της εξέλιξης της/ του συνοδού.

 -Σε αυτούς τους λίγους μόλις μήνες λειτουργίας, έχετε εντοπίσει μέχρι στιγμής δυσκολίες από τη θεωρία στην πράξη;
Ναι. Να αναφέρουμε ενδεικτικά οικονομικής φύσης, νομικής φύσεως, προσωπικές αγκυλώσεις, ηθικά διλήμματα, διαφορετικές ταχύτητες, ποντικοπαγίδες, κυνηγοί, σεξισμός, εσωτερικές και εξωτερικές αντιφάσεις/τες. Σοβαρά τώρα, πολλές ιδέες ή αποφάσεις μας αποδείχτηκε στην εφαρμογή πως δεν κουμπώνουν με τις καθημερινές μας ανάγκες ή τους ρυθμούς μας. Και εφόσον δεν έχουμε συνταγές μας μένει μόνο να συναντιόμαστε και να επαναδιαπραγματευόμαστε.

-Θεωρείτε ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ παραδοσιακής και ελευθεριακής εκπαίδευσης;

Η αλήθεια είναι πως δεν το έχουμε κουβεντιάσει, αλλά αυταρχικές συμπεριφορές κρύβουμε όλοι/ες μέσα μας και μέσα από τις σχέσεις μας προσπαθούμε να τις εντοπίσουμε και να τις αποβάλλουμε. Προσπαθούμε να αντιλαμβανόμαστε το άτομο αντί ως ένα σύνολο δίπολων, ως ένα σύνολο πολλών ξεχωριστών ποιοτήτων. Θα μπορούσε μια δασκάλα /ος σε ένα παραδοσιακό δημοτικό σχολειό να είναι πολύ πιο «ελευθεριακή».
-Στο παιδαγωγικό πλαίσιο που έχετε αναρτημένο και στο blog σας αναφέρετε την ύπαρξη «συνελεύσεων παιδιών και συνοδών». Από τη μέχρι τώρα εμπειρία σας, πόσο εύκολα μπαίνουν τα παιδιά στη διαδικασία μιας συλλογικής συζήτησης και για τι πράγματα έχουν την ικανότητα να αναλαμβάνουν ευθύνες;

Όπως και για όλα τα ερεθίσματα στο σχολειό μας έτσι και η συμμετοχή στην παιδική συνέλευση θέλουμε να προκύπτει επειδή καλύπτει κάποια ανάγκη μας. Επιλέξαμε ένα εργαλείο που αρχικά λειτουργεί ως ένα πεδίο διασφάλισης του λόγου των παιδιών μέσα στην κοινότητα, καθώς θέματα που προκύπτουν μέσα στην παιδική συνέλευση μπορούν να μεταφέρονται στη συνέλευση των ενηλίκων (όπως π.χ. μια πρόταση για εκδρομή ή η ανάγκη για ανανέωση του παιδαγωγικού υλικού). Από την άλλη είναι ένα παιδαγωγικό εργαλείο (και για τους μεγάλους) καθώς μαθαίνεις να ακούς και να εκφράζεσαι, να συνδημιουργείς και να συνδιαμορφώνεις, να αναλαμβάνεις τις πράξεις και τις ευθύνες αυτών. Η παιδική συνέλευση στο σχολειό μας μπορεί να γίνεται κάθε μέρα, μπορεί και να μη γίνει για μια εβδομάδα. Τα παιδιά συζητούν για τις σχέσεις τους, για τα όρια και πειραματίζονται με τη συλλογική διαχείριση αυτών . Η παιδική συνέλευση διαρκεί κάποια λεπτά της ώρας και στο σημείο που είμαστε τώρα είναι πολύ νωρίς για να εκτιμήσουμε τη λειτουργία της. Συνέπεια και υπομονή …

Περισσότερες πληροφορίες για το «Μικρό Δέντρο» στο blog τους: alliotikosxoleio.espivblogs.net

Δημοκρατία και απομεγέθυνση

real_democracy1

Του Γιώργου Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας

Ακόμη ένας όρος έχει μεταφρασθεί ατυχώς στα ελληνικά, ό όρος décroissance (degrowth) ως «αποανάπτυξη», ενώ το σωστό θα ήταν απομεγέθυνση. Ο όρος «ανάπτυξη» αποδίδει συνήθως τον όρο développement (development). Όμως η μεγάλη σύγχυση δεν είναι τόσο στον όρο όσο στη χρήση του περιεχομένου του και στη σχετική συζήτηση για το πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να υπάρξει η οικονομική απομεγέθυνση. Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, στηριζόμενοι στις θέσεις ενός θεωρητικού της απομεγέθυνσης, του Serge Latouche.

Η πρόταση της απομεγέθυνσης, κατά τον Λατούς, σημαίνει, κατ’ αρχάς ρήξη με τις βασικές αρχές του καπιταλισμού, ρήξη με τη διαρκή οικονομική μεγέθυνση, με τη συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας και με τον καταναλωτισμό. Σημαίνει επίσης την ταυτόχρονη αναδιοργάνωση της ζωής σε εντελώς καινούργιες «αξίες», όπως η ολιγάρκεια, η αλληλεγγύη, το μέτρο, ο αυτοπεριορισμός, το μοίρασμα. Τα δύο αυτά στοιχεία, η ρήξη και η αναδιοργάνωση, είναι ο μόνος τρόπος για να αποτραπεί η επαπειλούμενη οικολογική και ανθρωπιστική καταστροφή. Κατά τον Λατούς η κοινωνία της απομεγέθυνσης δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την έξοδο από τον καπιταλισμό. Την έξοδο αυτή δεν την εννοεί στο παραδοσιακό πλαίσιο των κομμουνιστικών, σοσιαλιστικών και μαρξιστικών κομμάτων, αλλά ταυτίζει την πρόταση της απομεγέθυνσης με μία πολιτική πρόταση, που συνίσταται στη δημιουργία συμβιωτικών, αυτόνομων και οικονόμων κοινωνιών και ως τέτοια εντάσσεται στην προσπάθεια «εκδημοκρατισμού» και «οικολογικής δημοκρατίας».

Το ζήτημα που ανακύπτει είναι τι εννοεί ο Latouche με τους όρους «εκδημοκρατισμό» και «οικολογική δημοκρατία». Όπως φαίνεται δεν εννοεί ένα καθεστώς άμεσης δημοκρατίας ούτε την απόρριψη του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος, το οποίο θεωρεί ότι είναι «αντιπροσωπευτική δημοκρατία», αν και μία φορά λέει πως «μάλλον θα έπρεπε να το αποκαλούμε ολιγαρχία». Εννοεί ορισμένες «διευθετήσεις της αντιπροσώπευσης», όπως το δικαίωμα ανάκλησης των εκλεγμένων, η οργάνωση γενικών συνελεύσεων, το δημοψήφισμα από λαϊκή πρωτοβουλία, η προσφυγή στην άμεση συμμετοχή σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως οι συμμετοχικοί προϋπολογισμοί του Πόρτο Αλέγκρε). Όμως αυτά αποτελούν στοιχεία της άμεσης δημοκρατίας χωρίς να την εξαντλούν. Επί πλέον, ο Λατούς, αν και επικαλείται διαρκώς τον Κορνήλιο Καστοριάδη για να στηρίξει τις απόψεις του, ασκεί μία βιαστική και επιπόλαιη κριτική στην αντίληψη του Καστοριάδη για την άμεση δημοκρατία καθώς και στην αθηναϊκή δημοκρατία.

Γράφει λ.χ. πως στην αρχαία Αθήνα στις αποφάσεις συμμετείχαν λιγώτερα από 400 άτομα, πράγμα που είναι ανακριβές. Λανθασμένη είναι επίσης η άποψή του πως ο αθηναϊκός δήμος «παρατούσε τεμπέλικα ή απερίσκεπτα τις υποθέσεις σε διασημότητες και δημαγωγούς». Τάσσεται επίσης υπέρ του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος με το ασθενές επιχείρημα «επειδή αυτό αποτελεί πλέον τμήμα της παράδοσής μας»! Όμως και άλλα στοιχεία αποτελούν μέρος της παράδοσής μας (αποικιοκρατία, καπιταλισμός, μεγέθυνση, ανισότητες, αυταρχισμοί) αλλά προσπαθούμε να τα αλλάξουμε.

Τα βασικά ερωτήματα που εγείρονται εν προκειμένω είναι ποιος θα αποφασίσει για την κοινωνία της απομεγέθυνσης και πώς αυτή θα πραγματοποιηθεί; Μπορούν οι ανακλητοί αντιπρόσωποι να αποφασίζουν γι’ αυτήν; Και ποιος θα θεσπίσει τους ανακλητούς αντιπροσώπους, τις γενικές συνελεύσεις και τις άλλες «διευθετήσειςτης αντιπροσώπευσης»; Δεν προϋποτίθενται η θέληση και ο αγώνας των ανθρώπων; Δεν έχει, δηλαδή, προτεραιότητα ο πολιτικός αγώνας και η πολιτική συνείδηση της κοινωνίας ως συνόλου; Δηλαδή μία ενημερωμένη και διαβουλευόμενη κοινωνία, μία δημοκρατική κοινωνία; Αυτό είναι εμφανές στο κεντρικό ζήτημα, το οποίο έθεσε ο Καστοριάδης, και το επαναλαμβάνει ο Λατούς: πού θα κατευθύνεται το κοινωνικό ή εθνικό προϊόν; Πόσο μέρος στην κατανάλωση, στην παιδεία, πόσο στις επενδύσεις; Αυτό, όπως και το γενικώτερο ζήτημα της απομεγέθυνσης, δεν μπορούν να το απαντήσουν οι «διευθετήσεις της αντιπροσώπευσης», απαιτεί μία γενική απόφαση από την κοινωνία.

Οι διευθετήσεις του Latouche, προσεγγίζουν ένα «μεικτό» σύστημα, κάτι σαν το Ελβετικό ή διευρυμένο έστω. Όμως στην Ελβετία ούτε έχουν αποφασίσει για απομεγέθυνση ούτε κάν αυτή υπάρχει ως πρόταγμα. Αυτά όλα σημαίνουν πως οι «διευθετήσεις της αντιπροσώπευσης», καλές κατά τα άλλα και ευκταίες, δεν αρκούν για τον προσανατολισμό προς την απομεγέθυνση. Τα ερωτήματα αυτά και άλλα επίσης, που δημιουργήθηκαν από το πρώτο βιβλίο του, επεχείρησε ο Λατούς να διευκρινίσει σε επόμενο βιβλίο, προσεγγίζοντας τις πολιτικές προτάσεις του στον οικοσοσιαλισμό και εμμέσως σε μία αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία. Όμως και πάλι δεν ξεκαθαρίζει τα ζητήματα του πολιτεύματος και της προτεραιότητας του στόχου. Προέχει δηλαδή το πολιτικό ή το οικονομικό;

Ακόμη και όταν από άλλους αναφέρεται η αντικαπιταλιστική απομεγέθυνση μαζί με την άμεση δημοκρατία, χωρίς να διευκρινίζεται η σχέση τους, δημιουργείται σύγχυση ως προς την προτεραιότητα του στόχου. Η προτεραιότητα της εξόδου από τον καπιταλισμό – προϋπόθεση για την απομεγέθυνση – δημιουργεί τον κίνδυνο του οικονομισμού, στον οποίο εγκλωβίσθηκαν τα σοσιαλιστικά, κομμουνιστικά και μαρξιστικά κόμματα και απέτυχαν. Για το δημοκρατικό πρόταγμα προέχει το πολιτικό ζήτημα και έπονται οι οικονομικές διευθετήσεις Χρειάζεται ριζικός μετασχηματισμός και αλλαγή του αντιπροσωπευτικού συστήματος, η δημιουργία μίας δημοκρατικής κοινωνίας στην οποία οι ενημερωμένοι και ενεργοί πολίτες θα αποφασίσουν για την μετακαπιταλιστική κοινωνία και συνεπώς για την κοινωνία της απομεγέθυνσης και της λιτής αφθονίας.

Το φαινόμενο του λαϊκισμού ως πολιτικό φαντασιακό της νεοελληνικής κοινωνίας (μέρος δεύτερο)

Παρακάτω αναδημοσιεύουμε το δεύτερο μέρος άρθρου (διαβάστε εδώ το πρώτο μέρος) που αρχικά είχε δημοσιευτεί στο Περιοδικό Πρόταγμα (τεύχος 5). Ο συγγραφέας μιλά για το νεοελληνικό φαντασιακό και τον λαϊκισμό όπως διαχέεται μέσα στην ελληνική κοινωνία, εντοπίζοντας τα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά του αίτια. Ταυτόχρονα ασκεί κριτική όχι μόνο στους πολιτικούς χώρους που έχουν διαβρωθεί από το λαϊκιστικό φαντασιακό, αλλά και στο θεωρητικά αντίπαλο στρατόπεδο των αντιλαϊκιστών και των νεοφιλελεύθερων τεχνοκρατών.

XA-IMIA

Του Νικόλα Γκιμπιρίτη

Θυματικότητα

Συστατικό στοιχείο του νεοελληνικού ναρκισσισμού και της λαϊκίστικης ρητορείας που ανασυγκροτεί αυτό το στοιχείο στον κοινωνικο-πολιτικό χώρο είναι η θυματικότητα. Όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Άκης Γαβριηλίδης, ο θυματικός εθνικισμός για την ελληνική περίπτωση, συνιστά την απαραίτητη προϋπόθεση για την ενότητα του έθνους[22]. Η συνεχής επίκληση εξωτερικών εχθρών ή παρεμβάσεων των Μεγάλων Δυνάμεων, «διεθνών τοκογλύφων», του ΔΝΤ και της ΕΕ, του Κίσσινγκερ, των «εβραίων» και κάθε λογής συνομωσιολογίας, λειτουργεί αποκλειστικά ως η επιβεβαίωση πως ένας πραγματικά ετερόκλητος πληθυσμός όπως ο ελληνικός συνιστά μια συνεκτική ολότητα (δηλαδή είναι έθνος/λαός). Η αίσθηση υποταγής που προκαλούν στον ελληνικό πληθυσμό οι παντοδύναμες εξωτερικές παρεμβάσεις, το μόνο που καταφέρνουν είναι αφενός να παρουσιάσουν την κοινωνία ως κάτι πλήρως παθητικό, άρα κατ’ επέκταση ανίκανο να αντιδράσει σ’ αυτές τις παρεμβάσεις με δημιουργικό τρόπο[23], και αφετέρου να διατηρούν το νεοελληνικό στοιχείο στο κέντρο του ενδιαφέροντος, ικανοποιώντας τον ναρκισσισμό μέσα από την ηδονή και την ασυνείδητη απόλαυση που λαμβάνει ο ελληνικός πληθυσμός με το να αυτο-προβάλλεται ως ο ομφαλός της γης, το κέντρο του κόσμου. Δηλαδή, εφόσον το ελληνικό έθνος διατηρείται στον πυρήνα του σύμπαντος έστω και ως θύμα, αυτό κατά κάποιο τρόπο εξηγεί και τις παντοδύναμες συνομωσίες που επιθυμούν να το υποτάξουν. Πρόκειται για ένα νέο είδος λαϊκισμού τύπου Tea Party, λιακοπουλο-βελοπουλικής υφής, όπου κάθε ανάλυση πέφτει στο σχήμα «ελίτ – λαός» χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν κοινωνιολογικές παράμετροι (ταξικό/οικονομικό, ζητήματα κουλτούρας και πολιτισμού κ.λπ.).

Κατ’ αυτή την αντίληψη λοιπόν, το «έθνος» – «λαός» είναι κάτι που συνεχώς πρέπει να επιβεβαιώνουμε και να επανακατακτούμε όπως είναι, χωρίς περιθώρια αλλαγής ή μετασχηματισμού, χωρίς καμιά δυνατότητα αναθεώρησης της παράδοσης μέσα από την επιλογή των θετικών σημείων και του καταδικασμού των αρνητικών. Διότι αν πραγματοποιηθεί αυτό το άλμα τότε αυτομάτως χάνει το νόημά της η θυματοποίηση του ελληνικού πληθυσμού, εφόσον μια αναστοχαστική δραστηριότητα που σκοπεύει με πολιτικούς όρους να κρίνει την κληρονομιά μιας κοινότητας, θα κατέστρεφε τη θέση του θύματος, μιας και θα ήμασταν αναγκασμένοι να αποδεχτούμε ιστορικά γεγονότα όπου υπήρξαμε θύτες[24]. Καταλαβαίνουμε λοιπόν πόσο άστοχες θα θεωρούνταν οι διατυπώσεις των εκάστοτε εθνικιστών δημαγωγών περί «μεγαλείου του ελληνικού λαού το οποίο κυνηγούν οι ισχυρές έξωθεν δυνάμεις», διότι αυτό το μεγαλείο αποκρύπτει τόσο αρκετές ενέργειες από πλευράς ελληνικού κράτους ιστορικά το οποίο κυνήγησε και δεν κυνηγήθηκε, όσο και πολιτικές της παρούσης ιστορικής συγκυρίας όπως η εξοντωτική πολιτική της νεοφιλελευθεροποίησης της ελληνικής κοινωνίας. Ταυτοχρόνως, αυτός ο εθνολαϊκισμός, μέσα από το χάιδεμα των αυτιών του λαού και την κολακεία, καταφέρνει να συγκαλύψει και τις ίδιες τις ευθύνες που έχει ο λαός για τη θυματοποίησή του, στο βαθμό που δεν αντιδρά μαζικά σε αυτά που του συμβαίνουν και απλώς περιορίζεται στη μοιρολατρία.

Η θυματικότητα επομένως προσδιορίζει και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την εθνοπατριωτική ρητορεία και έναν συντηρητικό ηθικισμό. Σε ό,τι μας αφορά, αυτό που παρατηρούμε είναι πως αντί να γενικευθεί μια αυτόνομη κοινωνική δράση και ένας φιλοσοφικο-πολιτικός στοχασμός πέρα από «ενοχικούς» παλιμπαιδισμούς και εφηβικού τύπου «αθωότητες», μέσω του πολιτικού λόγου που αναπτύσσουν οι εκάστοτε δημαγωγοί, ο οποίος επικεντρώνεται στην καταδίκη των «λαμογιών» με τα «λερωμένα χέρια», ή σε θεωρίες συνομωσίας περί «κατοχικών δυνάμεων» και «προδοσίας», διατηρούνται τα κοινωνικά αντανακλαστικά σε απόλυτη ψύξη. Αλλά, αυτό που αξίζει να τονιστεί εν προκειμένω είναι ότι για να μιλήσει κάποιος περί «προδοσίας» προϋποτίθεται ένα κοινωνικό συμβόλαιο, στο οποίο έχουμε επενδύσει και έχουμε αποφανθεί ότι καλύπτει τις ανάγκες μας, επομένως δεν χρειάζεται να του ασκήσουμε κριτική. Όμως, σε ένα συγκεκριμένο καθεστώς όπως το σημερινό, όπου η ανισότητα και η συνεχής ολιγαρχικοποίησή του συνιστούν δομικά του χαρακτηριστικά, το να αναφέρεται κάποιος ή κάποια απλώς στην «προδοσία» των αρχών αυτού του καθεστώτος, σημαίνει πως κατά βάθος δεν βρίσκει κανένα λόγο προκειμένου να αλλάξει η ίδια η ουσία του. Παρ’ όλα αυτά, το κρίσιμο σημείο έγκειται στο ότι σε ένα ετερόνομο καθεστώς δεν υπάρχουν προδότες, υπάρχουν αυτοί που το διευθύνουν και αυτοί που διευθύνονται. Το αν οι δεύτεροι επιθυμούν να διευθύνονται, δεν αλλάζει κάτι στην ουσία του ίδιου του καθεστώτος, επομένως οι καταγγελίες περί «προδοσίας» απλώς υπονοούν πως αρκεί να διώξουμε αυτή τη μικρή μειοψηφία από την εξουσία, ενώ παράλληλα η «ηθική», «καθαρή» και «ντόμπρα» στάση των χαρισματικών ηγετών, που υποβλήθηκαν σ’αυτό το (ψευδο-)ριζοσπαστικό εγχείρημα να καταγγείλουν το σάπιο πολιτικό σύστημα, οφείλει να συνδυαστεί με την ικανοποίηση των καταναλωτικών και θεαματικών («κρεμάλα») απαιτήσεων της κοινωνίας μόλις οι «εν λόγω» ηγέτες αναλάβουν την εξουσία.

Οι προϋποθέσεις μιας τέτοιας έκβασης -δηλαδή το πολιτικό σκέλος- περνούν σε δεύτερη μοίρα. Γι’ αυτό και σε ακραίες τάσεις αυτού του εθνολαϊκισμού δεν ενδιαφέρει καν ο πολιτικός αντίκτυπος: αν είναι να επιστρέψουμε στα χρόνια της ανάπτυξης και της ευημερούς ηδονοβλεψίας, των μαζικής κατανάλωσης και των απολαύσεων, του άρτου και των θεαμάτων, τότε δεν υπάρχει καν κάποιος ηθικός ή πολιτικός φραγμός για την επίτευξη αυτής της επιθυμίας, ακόμα κι αν αυτή πραγματοποιηθεί από καραβανάδες και την αναβίωση κάποιας στρατιωτικής χούντας.

Αριστερός λαϊκισμός: μεταξύ αντι-ιμπεριαλιστικής θυματικότητας και μεσσιανικής πρωτοποριακότητας

Αν στη θεωρία η δεξιά και η αριστερά είναι δύο πολιτικοί φορείς οι οποίοι μάχονται μεταξύ τους, για τον καπιταλισμό η πρώτη και τον σοσιαλισμό η δεύτερη, και αντίστοιχα η δεξιά προσπαθεί να προωθήσει τον εθνικισμό και τον πατριωτισμό ενώ η αριστερά τον διεθνισμό και την εργατική αλληλεγγύη, στην πράξη -και ειδικότερα στην νεοελληνική πραγματικότητα- τα πράγματα μόνο κάτι τέτοιο δεν αφήνουν να υπονοηθεί. Αυτό συμβαίνει, όχι αποκλειστικά εξαιτίας των εγγενών αντιφάσεων των περισσοτέρων αριστερών πολιτικών οργανώσεων, και ειδικά των πιο δημοφιλών, όπου τα ερωτήματα για τον ρόλο της οργάνωσης σε σχέση με την κοινωνία ή τις «αντικειμενικές συνθήκες» αναφορικά με την έλευση της σοσιαλιστικής κοινωνίας χρησιμεύουν μονάχα για σεχταρισμούς, φραξιονισμούς και θεωρητικοκεντρισμούς· εξίσου σημαντικό ρόλο στην εδραίωση και την κοινωνική αποδοχή της αριστεράς έπαιξε η εσωτερίκευση της θυματικής ιδιότητας, η οποία όντας κεντρικό στοιχείο του νεοελληνικού εθνoπατριωτισμού έδωσε στην αριστερά την ικανότητα να μπορεί να ομιλεί σε ένα πιο ευρύ κοινό.

Η ελληνική αριστερά λοιπόν, αυτοπροβλήθηκε ως το κατεξοχήν θύμα του ελληνικού έθνους, εμπλούτισε μέσα από τον πολιτικό της λόγο και το καλλιτεχνικό της έργο το αφηγηματικό σχήμα της θυματικότητας και τελικά, κέρδισε μια θέση στο πάνθεον του νεοελληνικού εθνοπατριωτισμού δια της «εθνικής συμφιλίωσης». Η εθνική συμφιλίωση δε, επιτεύχθηκε παρά μόνον και εξαιτίας του γεγονότος ότι η (σταλινογενής κατ’ουσίαν) αριστερά αποδέχτηκε τον ρόλο της ως αριστερής πτέρυγας της εθνικιστικής θυματικότητας, άρα έθεσε εαυτόν ως αξιότιμο συνομιλητή γύρω από τα εθνικά ζητήματα [25]. Δηλαδή, πέραν της σημαντικής για τα ελληνικά δεδομένα επιτυχίας της νομιμοποίησης της αριστεράς από το καθεστώς της Μεταπολίτευσης, πράγμα το οποίο σήμανε και την είσοδο του νεοελληνικού κράτους από την αυταρχική καταστολή σε μια συνταγματικά πιο φιλελεύθερη αντίληψη, αυτό πολιτικά δεν έγινε προς όφελος της διάδοσης μιας δημοκρατικής, συνδικαλιστικής και εξισωτικής αντίληψης, αλλά περισσότερο εξαιτίας μιας τάσης για εθνικοποίηση των επαναστατικών και δημοκρατικών προταγμάτων. Έτσι οι διάφοροι μικροϊδιοκτήτες ονομάστηκαν «λαός (μας)», οι δημόσιοι υπάλληλοι βαφτίστηκαν εργατική τάξη ή προλεταριάτο και τα αριστερά κόμματα ως γνήσιες πρωτοπορίες σήκωναν το λάβαρο του αντι-ιμπεριαλιστικού εθνικισμού όπως στην περίπτωση των χωρών της πρώην Γιουγκοσλαβίας και των επεμβάσεων του ΝΑΤΟ -ικανοποιώντας το ελληνορθόδοξο αίτημα-, ή των καταναλωτικών απαιτήσεων της κάθε συντεχνίας που το μόνο που ενδιαφέρεται είναι «να σώσει τον κώλο της» (κλασικό παράδειγμα η στήριξη φαρμακοποιών, ταξιτζήδων και λοιπών αφεντικών με την μαρξιστική έννοια του όρου).

Βέβαια, η ελληνική αριστερά ομολογουμένως ιστορικά έχει παίξει τον ρόλο που έπαιξε η φιλελεύθερη «αστική τάξη» στη Δυτική Ευρώπη στο πολιτικό και ανθρωπολογικό επίπεδο, ελλείψει βέβαια της ίδιας της «ελληνικής αστικής τάξης» στη νεοελληνική περίπτωση. Όπως προαναφέρθηκε ανωτέρω, ο εθιμικός κώδικας, η συντεχνιακή λογική των εγχώριων ελίτ, ο τοπικίστικος ορίζοντας κατά την πολιτική διαβούλευση, η ανυπαρξία επενδυτικής λογικής κατά την παραγωγική δραστηριότητα, ο ανορθολογικός χαρακτήρας του δημοσίου τομέα οφείλονται ακριβώς στην απουσία μιας τάξης η οποία θα είναι φορέας συγκεκριμένων αντιλήψεων[26], θα επιτεθεί κατά των αξιών του «Παλαιού Καθεστώτος» όσο είναι ακόμα κυριαρχούμενη και θα επιβάλλει τις δικές της αξίες μέσω του κρατικού μηχανισμού, οδηγώντας στην σύμπτωση κράτους και έθνους (δηλαδή, ενός κυρίαρχου λαού). Στην Ελλάδα αντιθέτως δεν υπήρξε ούτε μισό δοκίμιο αντίστοιχης καλλιτεχνικής, πνευματικής και πολιτικής αξίας του Εμπόρου της Βενετίας του Σαίξπηρ, όπου αυτός ο μεγάλος λυρικός αρχίζε να εκθειάζει τις αντιλήψεις του τύπου ανθρώπου του αστού, του μπωντλερικού flâneur και της δημόσιας φιγούρας του δάνδη σαν τον Όσκαρ Ουάιλντ ή, της περιπέτειας, της περιπλάνησης και της Ουτοπίας.

Και δεν υπήρξε γιατί πολύ απλά δεν υπήρξε πραγματικά τέτοιου τύπου «αστός» στην σύγχρονη Ελλάδα και τέτοιου τύπου αστική τάξη. Άρα η ελληνική αριστερά, όπως είναι λογικό, ιστορικά διεκδικούσε την εγκαθίδρυση της ελευθεροτυπίας και της ελευθερίας του λόγου, του κοινοβουλευτισμού και των εκλογικών αναμετρήσεων χωρίς νοθεία, τον – μέχρι σήμερα ανολοκλήρωτο! – διαχωρισμό Εκκλησίας – Κράτους και την ελευθερία της τέχνης, ακριβώς επειδή δεν βρήκε αυτές τις διεκδικήσεις ετοιμοπαράδοτες από τις κυρίαρχες τάξεις του νεοελληνικού κράτους. Παρόλη όμως αυτή την αξιόλογη προσπάθεια της ιστορικής ελληνικής αριστεράς, αυτό που μπορεί εύκολα να παρατηρήσει κάποιος ή κάποια, είναι η σταδιακή προσχώρησή της στον κρατισμό και τον εθνοπατριωτισμό και επομένως η υποχώρησή από την ριζοσπαστικότητα της μέσα από την υπερτόνιση του γεγονότος ότι είναι κι αυτή θύμα, όπως το υπόλοιπο έθνος.

Η αυτοπροβολή βεβαίως της αριστεράς ως το κύριο θύμα του ελληνικού έθνους απορρέει από την στρατιωτική της συντριβή κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας στα ελληνικά νησιά, το φακέλωμα και τις δηλώσεις κοινωνικών φρονημάτων, την καταστολή και την κατασκοπεία των αριστερών (και όχι μόνο). Αυτά τα πραγματικά γεγονότα όμως, αντί να διαυγάσουν την κοινωνική και ιστορική κατάσταση, δηλαδή να αποτελέσουν εμπειρικά δεδομένα μιας αντι-καπιταλιστικής κριτικής και μιας εργατικής, δημοκρατικής και διεθνιστικής πολιτικής ως εναντίωση στο φαντασιακό της μοντέρνας καπιταλιστικής κυριαρχίας, αντιθέτως συγκαλύφθηκαν από ένα σερί καταγγελίας των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων κατά του ελληνικού λαού/έθνους, δηλαδή του «θύματος της παγκόσμιας ιστορίας». Ο έντονος αντι-αμερικανισμός και αντι-σημιτισμός της αριστεράς επί παραδείγματι λειτουργεί απλώς ως μια διέξοδος από την ενδοεθνική σύγκρουση και τον ανταγωνισμό που δεν μπορεί να εκφραστεί με άλλους όρους[27]. Επομένως, μέσα από την πάγια στάση της αριστεράς να φλερτάρει με τον εθνοπατριωτικό λαϊκισμό καταγγέλοντας τις ντόπιες οικονομικές και πολιτικές ελίτ ως «λακέδες», «όργανα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων» και του «Μεγάλου Κεφαλαίου», συνειδητοποιούμε πως αναδύεται ένα είδος πολιτικής που καταφέρνει να ενσωματώσει μια αντίληψη κατά την οποία οι εγχώριοι εκμεταλλευτές είναι και οι ίδιοι θύματα -μιας και τελικά οι ίδιοι δεν λαμβάνουν αποφάσεις αυτοβούλως, αλλά είναι απλά πιόνια στην παγκόσμια σκακιέρα-, καθώς και να επαναφέρει στην επιφάνεια το σχήμα ψεύτικοι και αληθινοί πατριώτες ή προδότες και μη-προδότες. Είναι όμως δόκιμο να θεωρούμε πως η πολιτική της δεξιάς στην Ελλάδα (ο Τσολάκογλου και οι χίτες, ο Μεταξάς και η χούντα, η ΕΡΕ και ο εθνάρχης), αποτελεί απλώς την εμφάνιση των σχεδίων του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και του δυτικού μπλοκ; Πέρα δηλαδή από την υπαρκτή σχέση εξάρτησης της Ελλάδας από τη Δύση και των συσχετισμών δυνάμεων στις διεθνείς σχέσεις, δεν υπάρχει περίπτωση αυτοί οι άνθρωποι να ξέρανε τί κάνανε και να επιθυμούν κιόλας να κάνουν αυτά που κάνουν επειδή ίσως να ενστερνίζονταν μια διαφορετική αντίληψη της πολιτικής και της διαχείρισης των κοινωνικών υποθέσεων; Και φυσικά οι «ρουφιάνοι της διπλανής πόρτας» που καταγγέλανε όποιον ήταν -ή έμοιαζε- κομμουνιστής στις Αρχές, ήταν κι αυτοί όργανα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ή μήπως υπήρχαν και κάποια ψυχολογικά κίνητρα σε τέτοιες πράξεις που για κάποιον ίσως θα μπορούσαν απλά να ονομαστούν «αψυχολόγητες»;

Αυτά τα ερωτήματα φυσικά δε τίθενται με διάθεση ρεβανσισμού με εμφυλιοπολεμικούς όρους. Αφορούν όμως το γενικευμένο αίσθημα καταδίωξης που έχει δανειστεί η ελληνική αριστερά από τη χριστιανορθοδοξία και τον εθνοπατριωτισμό, πράγμα που οδηγεί σε μία συντηρητική τοποθέτηση (με την κυριολεκτική έννοια του όρου, δηλαδή αυτή της συντήρησης) αναφορικά με τα κοινωνικά προβλήματα. Δίνεται λοιπόν η εικόνα πως η αριστερά λαμβάνει το ρόλο αυτού του θύματος που είναι παράλληλα ο κατατρεγμένος ήρωας ο οποίος προσπαθεί απλώς να βάλει τα τσιρότα στις απανωτές πληγές που αφήνει το σύστημα, που αντιστέκεται μεν αλλά χωρίς να ξέρει το λόγο δε. Η συνθηματολογία άλλωστε είναι πέρα για πέρα γνωστή: «όχι στην ιδιωτικοποίηση της παιδείας», «όχι στις απολύσεις», «όχι στις μειώσεις μισθών». Η μινιμαλιστική έως ανύπαρκτη κριτική της αριστεράς στον κρατικό μηχανισμό, πέρα από την προφανή κρατικολαγνεία της (γεροντική ασθένεια του λενινισμού-σταλινισμού), δείχνει και την παθητικότητα της στην άρθρωση ενός δημιουργικού προτάγματος. Οι κοινωνικοί αγώνες επομένως παραμένουν στα πλαίσια του βέτο όπου προσπαθεί να βάλει η αριστερά στην επέλαση του καπιταλισμού ενάντια το κράτος πρόνοιας, χωρίς κάποιο όραμα γύρω από μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας και μια γενικευμένη κριτική της καθημερινότητας που θα έδινε το έναυσμα για καθημερινούς αγώνες, αντί απλώς να αρκούμαστε στις «μεγάλες μάχες» των συμφωνημένων απεργιών όταν η (κάθε) υπόθεση δείχνει ήδη χαμένη.

Κλασική περίπτωση προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν όχι μόνο τα μεγαλοστελέχη των κομματικών γραφειοκρατιών όπως ο σύντρολλος Λαφαζάνης, ο cool Αλέξης, η Αλέκα και η Λιάνα, αλλά και η «βάση» που αποτελεί αυτά τα κόμματα, άνθρωποι κινηματικοί. Στις κινητοποιήσεις άλλωστε των Πλατειών το προπέρσινο καλοκαίρι, ο στόχος των αριστερών πέρα από τους βερμπαλισμούς περί επανάστασης, εργατικού κράτους και φυσικά το σήμα κατατεθέν «να πάρουμε τα μέσα παραγωγής» (φράσεις μόνο για εσωτερική κατανάλωση), η γραμμή που προσπαθούσαν να περάσουν ήταν ψηφίσματα και αφίσες περί «δοσιλογισμού», «προδοσίας της πατρίδας», «να φύγουν αυτοί». Πίσω απ’ όλη αυτή την φρασεολογία, βρίσκεται η φαντασιακή θεμελίωση της ελληνικής αριστεράς της -από το 1931 κι έπειτα, αλλά κυρίως- μετεμφυλιακής περιόδου, από τον Ρίτσο μέχρι τον Μίκυ και από το ΚΚΕ και τον Μπελογιάννη μέχρι την ΚΟΕ: πως αυτοί συνιστούν τους γνήσιους πατριώτες, αυτούς που πολέμησαν για το έθνος και την πατρίδα, πως συνιστούν τα πιο μαρτυρικά τμήματα του ελληνικού έθνους και τα πιο βασανισμένα, άρα πολιτικά, οι αντίπαλοί τους ήταν δοσίλογοι, προδότες, ψευδο-πατριώτες και εθνομηδενιστές[28], μιας και επί της ουσίας δεν ήθελαν να πειράξουν τους αριστερούς και τους αντιφρονούντες ως τέτοιους, ούτε φυσικά τα πολιτικά τους προτάγματα και διάφορες μορφές επαναστατικής πάλης (λ.χ. συνδικαλισμός, απεργιακοί αγώνες), αλλά γενικότερα ήθελαν απλώς να πλήξουν το έθνος. Πίσω απ’ αυτό το ομιχλώδες τοπίο μπορεί να εμφανίζεται ο κάθε εθνικιστής και σεξιστής ως αριστερός ή κομμουνιστής, μόνο και μόνο επειδή τυγχάνει να αναφέρεται σε ζητήματα αναδιανομής του πλούτου, παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας ή οικονομικής ανάπτυξης, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε κάθε περσόνα μετρίου διανοητικού αναστήματος να κηρύττει με ύφος 40 καρδιναλίων πώς «η Ελλάδα είναι μια αριστερή συντηρητική χώρα»[29].

Η ιδιαιτερότητα όμως του αριστερού λαϊκισμού και η συνεχής ερωτοτροπία του με την πολιτική καθαρότητα (να φύγουν αυτοί!, πρόδοτες και αληθινοί πατριώτες, να ‘ρθουν οι νέοι να κυβερνήσουν) δεν πηγάζει μονάχα από την εδαφική καθαρότητα όπως αυτή επιβλήθηκε από το νεοελληνικό κράτος[30] -εδαφική καθαρότητα η οποία ερμήνευε ο,τιδήποτε μηελληνικό ως κάτι το οποίο είτε δεν υπάρχει, είτε αποτελεί εισβολή στον ελλαδικό χώρο και κατάκτηση χωρίς την άδεια του νεοελληνικού έθνους, μια αναγκαία συνθήκη για τη δικαιολόγηση του ντετερμινισμού περί ανάδελφου έθνους και ιστορικής συνέχειας. Υπάρχει ένα εξίσου σημαντικό στοιχείο στην ελληνική αριστερά (και όχι μόνο την ελληνική) που αφορά αυτή την πολιτική της καθαρότητα, το οποίο σχετίζεται σε σημαντικό βαθμό με την ίδια της την σύσταση: πώς υπάρχει μια ερμηνεία σύμφωνα με την οποία μπορούμε (έστω και με αφηρημένο τρόπο) να αποκρυπτογραφήσουμε τους ιστορικούς νόμους και την Πρόοδο της Ιστορίας, άρα με σχεδόν μαθηματικό τρόπο να διαγνώσουμε το πότε θα έρθει η μετεπαναστατική κοινωνία. Η εν λόγω ερμηνεία δεν μπορεί παρά να δοθεί μέσα από μια επιστημονική (μαρξιστική) μέθοδο. Κάπως έτσι προκύπτει το ζήτημα της ορθοδοξίας της μεθόδου, οπότε η «προδοσία» αποκτά διπλή ταυτότητα: δεν πρόκειται αποκλειστικά για τους εχθρούς του έθνους, αλλά ενδεχομένως και γι’ αυτούς που αδυνατούν να κάνουν μια ορθή ερμηνεία του κοινωνικού προτσές και γι’ αυτό το λόγο οδηγούν στην κοινωνική καταστροφή – προδίδοντας την «επιστημονικότητα» που δύναται να αντιστοιχεί στις πολιτικές αποφάσεις.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται ο αστερισμός της μεσσιανικής πρωτοποριακότητας, ο λενινιστικός αβαντ-γκαρντισμός, που προσφέρει στις περισσότερες αριστερές οργανώσεις την ολιγαρχική-γραφειοκρατική δομή τους. Η πεποίθηση πως υπάρχουν οι «νόμοι της ιστορίας» και γενικότερα η φαντασίωση πως η κοινωνικο-ιστορική κίνηση μπορεί να εξηγηθεί με τεχνικό-επιστημονικό τρόπο, δημιουργεί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την ανάδυση μιας ιεραρχικού τύπου οργάνωσης, όπου στην κορυφή θα βρίσκεται μια ομάδα ειδικών που θα ηγείται τον επαναστατικό αγώνα βάσει των αποτελεσμάτων που διέγνωσε μέσα από την ορθή ερμηνεία της «οικονομικής εκμετάλλευσης», «των αντικειμενικών αντιφάσεων του καπιταλισμού», «της δυναμικής του Κεφαλαίου» και πάει λέγοντας. Οι λεγόμενοι επαΐοντες του αριστερού λαϊκισμού είναι η διαχωρισμένη από το κοινωνικό σώμα ιντελλιγκέντσια, δηλαδή οι επαγγελματίες επαναστάτες. «Υπάρχουνε οι αρχηγοί που ξέρουνε, οι γενικοί γραμματείς, οι Ζαχαριάρηδες, κ.λπ. […] Πίσω από τον γενικό γραμματέα, ή πίσω από τα στελέχη του κόμματος, υπάρχει η μαρξιστική θεωρία που λέει την αλήθεια για την κοινωνία, για το πώς πρέπει να γίνει σοσιαλισμός, για το πότε πρέπει να κάνουμε απεργία, πότε δεν πρέπει, πότε πρέπει να πάρουμε τα όπλα, να καταλάβουμε τα χειμερινά ανάκτορα κ.λπ. Όλα αυτά είναι μελετημένα και λυμένα στους τόμους του Κεφαλαίου ή στους 60 τόμους των Απάντων του Λένιν. Τα έχουν μελετήσει οι ειδικοί, οι οποίοι ξέρουν. Εσύ πήγαινε να κολλήσεις τις προκηρύξεις, γιατί μόνο αυτό μπορείς να κάνεις»[31].

Αυτή η φράση του Καστοριάδη, συμπυκνώνει με τον καλύτερο τρόπο τη λογική του αριστερού λαϊκισμού, όπου πίσω από το ερμηνευτικό σχήμα ενός αθώου λαού που πέφτει συνεχώς θύμα των ελίτ του, και τον γενικότερο επιφανειακό αντι-ελιτισμό, υπάρχει ένας πραγματικός πολιτικός ελιτισμός τόσο στην εσωτερική δομή και λειτουργία των αριστερών οργανώσεων (ιεραρχία, γραφειοκρατικός καταμερισμός της πολιτικής εργασίας, κάθετες δομές, πολιτική επικοινωνιολογία), όσο και στη σχέση που αντιλαμβάνεται πως πρέπει να έχει η ελληνική αριστερά με την ελληνική κοινωνία και τους μετανάστες στην Ελλάδα. Εφόσον εν τοις πράγμασι μέσα από τον αφηγηματικό τους λόγο παρουσιάζουν έναν λαό τόσο απαθή και παθητικό, είναι λογικό η πολιτική τους τοποθέτηση αντί να προσπαθεί να «ωθήσει» μέσω παρεμβάσεών τον λαό προς μια πιο ενεργητική και δημιουργική στάση, να επικεντρώνεται σε μια προτίμηση να το παίζουν η πρωτοπορία του που του ζητάει απλώς να ανελθεί στην εξουσία η ίδια. Όπως μας θυμίζει και ο θεαματικός περφόρμερ της αριστερής διασκέδασης, Σλάβοϊ Ζίζεκ, «η σκέψη για επανάσταση χωρίς Κόμμα, είναι επανάσταση χωρίς επανάσταση»[32]. Άρα -και δια στόματος των ίδιων των γκουρού του «επαναστατικού» πνεύματος- επιθυμία του αριστερού λαϊκισμού είναι η διατήρηση της κοινωνίας σε ρόλο πεζικού της αριστερής πρωτοπορίας.

Βλέποντας όμως με ένα πιο ψύχραιμο βλέμμα την κοινωνική πραγματικότητα, διαπιστώνουμε πως πίσω από τις οικονομικές δομές (ή τις δομές εξουσίας για τους πιο μαοϊκούς), δεν βλέπουμε αυτόν τον αθώο και αγαθό λαό για τον οποίον τόσο ο δεξιός εθνοπατριωτικός όσο και ο αριστερός λαϊκισμός μας μιλάνε. Αντιθέτως αυτό που βλέπουμε είναι, όχι μια εκφασισμένη κοινωνία όπως ορισμένοι υπερβολικώς νομίζουν[33], αλλά μια κοινωνία μαζικής ανευθυνότητας, απάθειας, βολέματος και παραίτησης από κάθε συλλογικό όραμα. Η ελληνική κοινωνία γουστάρει Χρυσή Ευκαιρία κυρίως γιατί τα «χώνει», «ξεβρακώνει» και τα «λέει σωστά», επενδύοντας στον λαϊκισμό που δανείζεται η νεοναζιστική οργάνωση από τον εθνοπατριωτισμό του θύματος. Οι περισσότεροι δεν επιθυμούν δηλαδή τον φασισμό της Χρυσής Ευκαιρίας, αλλά την κατά φαντασίαν «αντισυστημικότητά» της και το γεγονός ότι «είναι οι μόνοι που αντιδρούν». Γιατί, αν εξαιρέσουμε τους λοχίες, τους μπάτσους, την κρατική χρηματοδότηση, τους εφοπλιστές, τους φανατικούς χριστιανούς, τους ταρίφες και τους χουντοβασιλικούς, η Χρυσή ευκαιρία είναι «εναντίον όλων». Και αντιστρόφως: πέρα από την υποστήριξη που λαμβάνουν οι νεοναζί από το Κράτος, τους μπάτσους, ορισμένους καραβανάδες, κάποιους εφοπλιστές, το χρυσαυγίτικο συνδικάτο ΤΑΞΙ και τον πολιτικό και θρησκευτικό φανατισμό και σκοταδισμό, όλοι οι υπόλοιποι και όλες οι υπόλοιπες είναι εναντίον τους.

Η ρίζα όμως του προβλήματος παραμένει ανέγγιχτη: η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να επιθυμεί να εκπροσωπείται από άλλους και έτσι αναγκάζεται να κάνει πολιτικές εκπτώσεις, επιλέγοντας επί παραδείγματι μόνο τον λαϊκισμό κάποιων προσπαθώντας να αρνηθεί τον ναζισμό τους, και γενικότερα να θέσει κάποια όρια εκ των υστέρων, αντί να τα δημιουργήσει η ίδια εκ των προτέρων. Η απώλεια των καταναλωτικών ανέσεων και η μαζική χειραγώγηση έχουν θεμελιώσει έναν μαζικό φόβο για οποιαδήποτε μαζική αντίσταση και κοινωνικό αγώνα ενάντια στην αδικία που η ελληνική κοινωνία βιώνει μέσα από τη συνεχή πολιτική λιτότητας. Μια κοινωνία που τώρα που χρειάζεται κινήσεις αυτενέργειας όσο πότε, αυτή δείχνει να εγκλωβίζεται στις δομές εξουσίας και να επιθυμεί να εκπροσωπείται, δηλαδή να ετεροκαθορίζεται: να μην είναι λαός, δήμος, τάξη. Η συγκάλυψη αυτού του γεγονότος, μαζί με τις εξουσιαστικές σκοπιμότητες, μας δείχνουν τον καθαρά δημαγωγικό ρόλο του εθνικοπατριωτικού και αριστερού λαϊκισμού.

Τεχνοκρατικός λαϊκισμός: η αντίθετη όψη του ίδιου νομίσματος

Περίοπτη θέση στη Βίβλο του λαϊκισμού όσον αφορά τη νεοελληνική πραγματικότητα, δεν έχουν μονάχα οι δυνάμεις που ήδη σκιαγραφήθηκαν και οι οποίες χαρακτηρίζονται από μια γενικευμένη κολακεία προς το «αθώο» και «αγνό» σώμα κάποιου χυλοποιημένου λαού, αλλά και αυτοί που ανήκουν στο φαινομενικά εκ διαμέτρου αντίθετο μπλοκ, αυτό του τεχνοκρατισμού. Από τον Πάσχο μέχρι την Τρέμη, τον Γεργελέ και την Σώτη, το protagon και τη Lifo, τον Τζήμερο, τον Πρετεντέρη και γενικότερα κάθε νικοδημειακά σκεπτόμενο άνθρωπο, το μόνο κριτήριο ανάλυσης και ερμηνείας της πραγματικότητας του τεχνοκρατισμού είναι ένας απολιτικός ανθελληνισμός, ο οποίος δεν είναι παρά η αντίθετη όψη μιας ρατσίζουσας λογικής. Ομοίως δηλαδή με τον τρόπο που ο τυπικός εθνοκεντρικός εθνικιστής, ο φιλελεύθερος και ο μαρξιστής των εξελικτικών σχημάτων της ανθρώπινης ιστορίας ή ο νεοναζί θεωρούν όλους τους υπόλοιπους λαούς, τις ανθρώπινες κοινωνίες και τις μορφές κουλτούρας ως κάτι κατώτερο, βάρβαρο, άγριο και πρωτόγονο, χωρίς να καταφέρουν να δώσουν ένα σπέρμα θετικού για τον Άλλον, κάπως έτσι και ο τεχνοκρατικός φιλελεύθερος ηδονίζεται στο να κατηγοριοποιεί ολόκληρη την ελληνική κοινωνία κάτω από την ταυτότητα της λαμογιάς, της αμορφωσιάς, του άξεστου χωρικού, του απατεώνα και του παθολογικού ψυχικά βαλκάνιου.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα λοιπόν, η πεταμένη γόπα, η ανταλλαγή εισητηρίων στα ΜΜΜ, οι αφισοκολλημένοι τοίχοι και τα συνθήματα, οι κοινωνικές κινητοποιήσεις και το μποτιλιάρισμα, «οι κοντοί κι άσχημοι άντρες, η τσίκνα, η βρωμιά ιδρώτα στο γήπεδο, τα λίπη και οι λίγδες»[34], από μικρές καθημερινές ιστορίες μετατρέπονται σε αφηγηματικό λόγο αποκάλυψης της νεοελληνικού φαντασιακού και των «ανορθολογικών» κατοίκων της Ελλάδας, που φταίνε για τα πάντα και είναι άξιοι της μοίρας τους. Μέσα από αυτήν την συνεχή υποβάθμιση επιχειρείται η αντικατάσταση κάθε παραδοσιακού στοιχείου από το τεχνολογικό και αισθητικό μοντέλο της σημερινής Δύσης. Αυτές οι αντιφάσεις λοιπόν που εμφανίζονται μέσα από τη σύζευξη της καταναλωτικής κοινωνίας της Δύσης με μη-δυτικά στοιχεία πολιτισμού, οφείλουν να επιλυθούν σύμφωνα με τους φιλελεύθερους ήρωές μας αποκλειστικά και μόνο μέσα από μια σταδιακή καταστροφή κάθε έννοιας παράδοσης και κληρονομιάς, εφόσον αυτές αποτελούν τροχοπέδη για την πολυπόθητη Πρόοδο προς την μαζική κατανάλωση, την νοοτροπία του gadget και τη βιομηχανία του θεάματος. Δεν θα συναντήσουμε καμιά κριτική προς το hamburger, το οποίο ως γεύμα μπορεί να μαρτυρήσει πολλά γύρω από τον εκβιομηχανισμένο τρόπο παραγωγής, τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή της τροφής, τους σκοπούς της τροφής (μεγιστοποίηση κέρδους αντί για αυτάρκεια της κοινωνίας) και γενικότερα τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον και με τους άλλους ανθρώπους. Αντιθέτως, αρκεί να μην πασαλειφτούμε με τη σως κι έτσι χαλάσουμε την επιφανειακότητα ότι «ανήκουμε εις την Δύ-σιν» και καταστρέψουμε το θέαμα της μικροαστικής γαλήνης και της ηδονιστικής μας ειδυλλιακότητας. Σαν σενάριο, δεν ακούγεται εξωπραγματικό αύριο-μεθαύριο οι μουτζαχεντίν του τεχνοκρατισμού να καταραστούν τους Έλληνες και τον λαϊκισμό τους που δεν ζητιάνεψαν τη δημιουργία παραγωγικής βάσης των McDonalds με σκοπό την οικονομική ανάπτυξη. Άλλωστε, η στάση τους στην περίπτωση των μεταλλείων χρυσού της Χαλκιδικής αποδεικνύει το πόσο πράσινος είναι ο καπιταλισμός τους.

Δεν είναι δύσκολο κάποιος ή κάποια να καταλάβει πώς αυτή η επίθεση προς το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας ως ένα ομογενοποιημένο δείγμα άξεστων σεξιστών, ασχημομούρηδων και λιγδερών είναι μια μορφή αντίστροφου ρατσισμού: ποιά η διαφορά της άποψης του κλασικού ρατσιστή πως «οι ξένοι είναι σκουπίδια αφού μετατρέπουν τη χώρα μας σε σκουπιδότοπο» με την άποψη του εστέτ φιλελεύθερου που θεωρεί πως «οι Έλληνες είναι ένας βόθρος χωρίς πάτο, μια χωματερή, ένα μάτσο λαμόγια» ή σε πιο εξευγενισμένες μομφές του τύπου «είναι δυστυχία να είσαι Έλληνας» (Ν. Δήμου); Μέσα όμως στη βιασύνη αυτών των διατυπώσεων, ξεχνούν οι αγαπητοί μας στοκαστές να μας εξηγήσουν ως τί μιλούν; Με ποια ιδιότητα; Διότι αν μιλούν ως Έλληνες και Ελληνίδες, τότε τα κείμενά τους είναι αυτοπεριγραφικά και αυτοβιογραφικά, άρα μιλάμε για άλλη μια κάστα νάρκισσων μέσα σε μια κοινωνία που έρχεται αντιμέτωπη καθημερινά τα είδωλά της[35]. Αν μιλούν ως μη-Έλληνες, τότε περί τίνων πρόκειται; Εδώ ακριβώς έγκειται και η ουσία του λαϊκισμού τους: προσπαθούν να καλλιεργήσουν την εντύπωση πως αυτοί ανήκουν στην άλλη Ελλάδα, της πευθυνότητας και της σοβαρότητας, της γνώσης και του εκσυγχρονισμού, του αυτονόητου, του εκδυτικισμού (σσ. καπιταλισμού) και του «αντιλαϊκισμού». Κοντολογίς, όπως και οι λοιποί λαϊκιστές, επικαλούνται ιδιότητες τις οποίες μόνο αυτοί και αυτές κατέχουν και όχι ο λαός (τους). Ενσαρκώνουν όλα αυτά τα χαρίσματα που οι υπόλοιποι και οι υπόλοιπες στερούμαστε, κατέχουν όλα τα απαραίτητα CV references της τεχνοκρατικής φάσης του καπιταλισμού. Ενδεχομένως, και εξαιτίας του ναρκισσισμού τους, να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους και ως εκλεκτούς.

Δεν πρέπει λοιπόν από ‘δω και στο εξής να μας προκαλεί απορία η στάση τους και ο αντιλαϊκισμός τους. Διότι ο πολιτικός τους ρόλος είναι να κατακεραυνώνουν ο,τιδήποτε λαϊκό χαλάει την αισθητική τους, προσπαθώντας μέσα από λογικά άλματα να ταυτίσουν τα λαϊκά ήθη, την πρωταρχική κοινωνιακότητα, τον αυθορμητισμό και το παιχνίδι, την υπεράσπιση της γης και το σεβασμό στη φύση με λαϊκισμό. Και σε περίπτωση που ολόκληρο το πολιτικό σύστημα χριστεί «λαϊκίστικο», δηλαδή δεν ταχθεί υπέρ του τεχνο-γραφειοκρατικού μοντέλου εξουσίας, τότε πολύ απλά θα χρειαστεί να υπερβούμε και το ίδιο το πολιτικό σύστημα και να ορίσουμε κάποιους ειδικούς τεχνοκράτες να κάνουν την δουλειά· έναν Παπαδήμο ενδεχομένως. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Κωστής Παπαϊωάννου, «στον αστερισμό αυτού του “αντιλαϊκισμού” (για να παραφράσουμε τον Ελεφάντη) κινούνται και οι φορείς ενός ιδιότυπου πολιτικού ελιτισμού που λένε: το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να αντιμετωπίσει την κρίση που δημιούργησε, τα κόμματα προτάσσουν το κομματικό συμφέρον και υποκύπτουν στις συντεχνίες, άρα χρειάζονται λύσεις που υπερβαίνουν το παρόν πολιτικό σύστημα. Δεν αντιλαμβάνονται όμως οι θιασώτες του νέου τεχνοκρατικού μεσσιανισμού ότι έτσι φτάνουν σε ένα παράδοξο: ο αντιλαϊκιστικός τους λόγος, κήρυκας μιας “αριστοκρατικής” διακυβέρνησης από εκλεκτούς και ειδικούς, συναντά τον ισοπεδωτικό αντικοινοβουλευτικό λαϊκισμό του πεζοδρομίου. Αυτόν ακριβώς που υποτίθεται ότι πολεμάνε»[36].

Βέβαια, το προβληματικό στοιχείο των νέων φιλελεύθερων δεν είναι τόσο η κριτική τους στις πελατειακές σχέσεις, τη συντεχνιακή λογική, το συμφέρον της κομματικής γραφειοκρατίας και το βόλεμα, προβλήματα υπαρκτά που σίγουρα έπαιξαν τον ρόλο τους στη σημερινή κρίση· ούτε και ο αντι-κοινοβουλευτισμός τους ως τέτοιος, ασχέτως αν κάτι τέτοιο υπονοεί ο Παπαϊωάννου ο οποίος πολιτικά ίσως να προτιμάει να υπερασπιστεί τον κοινοβουλευτισμό έναντι μιας δημοκρατικής και αυτόνομης κοινωνίας, με θεσμούς ελευθερίας και ισότητας. Αυτό που προκαλεί κρύο ιδρώτα είναι η μυωπική τους κριτική, όπου καταλήγουν να φορτώνουν μια παγκόσμια οικονομική κρίση στις εγχώριες παθογένειες του πολιτικού συστήματος[37]. Παραγνωρίζουν δηλαδή τις σχέσεις εξάρτησης της Ελλάδας σε υλικό και ιδεολογικό επίπεδο απ’ το δυτικό μπλοκ ήδη από τον Ψυχρό Πόλεμο και τον ρόλο της στον παγκόσμιο καταμερισμό του εμπορεύματος ως αναπτυσσόμενης χώρας που τρέχει πάνω στον ιμάντα του εκσυγχρονισμού. Και φυσικά, εδώ δεν αναφέρουμε τις ιδέες του Διαφωτισμού και τις πανανθρώπινες αξίες όπως αυτές εκφράστηκαν από τους πρωτο-αστούς, το εργατικό κίνημα, τα κινήματα νεολαίας, το φεμινισμό ή τη νεωτερική επιστήμη και φιλοσοφία. Αλλά την έμμονη ιδέα πως πρέπει πάση θυσία να συγκροτήσουμε μια καπιταλιστική παραγωγή, να αναπτύξουμε την τεχνολογία δίχως όρια, να μεγιστοποιήσουμε τις ανταγωνιστικές και τις καταναλωτικές μας δυνατότητες και πάει λέγοντας. Αυτή η ολιγαρχικού τύπου εμμονή με τον «εξευρωπαϊσμό» της Ελλάδας, δηλαδή την απεριόριστη υποταγή της στο καπιταλιστικό φαντασιακό της Δύσης -βέβαια, οι δυτικές κοινωνίες ήδη βιώνουν μια κρίση νοήματος και σύντομα θα χτυπηθούν και στο οικονομικό επίπεδο, κάτι που οι τεχνο-φιλελεύθεροι είτε παραβλέπουν, είτε προσπερνούν- και μόνο που ομογενοποιεί τη Δύση σε ένα μείγμα «δημοκρατίας και καπιταλισμού», μην αναγνωρίζωντας πως αξιακά αυτές οι δύο κοινωνικές θεσμίσεις βρίσκονται σε βαθιά σύγκρουση, αποτελεί μια εχθρική και απειλητική πολιτική θέση που δεν πρέπει να αγνοηθεί και βεβαίως να μην κλειστεί σε επιπόλαιες και στενές ερμηνείες περί «μνημονιακής πολιτικής».

Οι κύριοι και οι κυρίες αυτού του εστέτ φιλελευθερισμού, όπου ο πολιτικός στοχασμός έχει μετατραπεί σε ζήτημα αισθητικής και γούστου, το μόνο που καταφέρνουν πολιτικά είναι να διατηρήσουν αυτό το ναρκισσιστικό στοιχείο της νεοελληνικής κουλτούρας στην επιφάνεια. Η μόνη διαφορά, έγκειται στο ότι αντί να τονώνουν τον ναρκισσισμό του νεοέλληνα με δόσεις μεγαλείου, ανδρείας και αθωότητας, τον τονώνουν μέσα από την αυτολύπηση διατηρώντας μεν την ελληνική ταυτότητα στο κέντρο του ενδιαφέροντος, αλλά δείχνοντας πώς πρόκειται για την κουλτούρα «ταμπού» της ανθρωπότητας. Η εικόνα του Έλληνα μπορεί να μην είναι αυτή του αγαθού και αθώου ποίμνιου αλλά του αιμοβόρου κτήνους, το ουσιώδες διατηρείται όμως ανέφικτο: είμαστε το μοναδικά μοναδικό φαινόμενο (ίσως και ανάδελφο έθνος;), είμαστε οι Άλλοι των Άλλων, «γιατί στην τελική μόνο εμείς μπορούμε να τα κάνουμε όλα τόσο σκατά». Έτσι λοιπόν, οι πολιτικοί εκπρόσωποι αυτού του τεχνο-επιστημονικού φαντασιακού θεωρούν πως οι απαντήσεις τους, ως τέτοιες, μεταμορφώνουν τον πολιτικό διάλογο σε μια δευτερευούσης σημασία πολυτέλεια, μιας και πρόκειται για αυστηρώς τεχνικά ζητήματα, τα οποία αν ο παραλογισμός των «παλαβών» των Ελλήνων, και εν γένει η ανωριμότητα τους (κατά την αξιαγάπητη Σώτη), κάνει πως αμφισβητεί, τότε θα τεθεί σε κίνηση την αυτοκαταστροφή τους/μας.

Γενικότερα, ο (αντι-)δημόσιος διάλογος μέσα από την τηλεόραση θέτει ο,τιδήποτε ακούγεται «στα ελληνικά», δηλαδή οποιονδήποτε (ντόπιο ή αλλοδαπό) μιλάει την ελληνική, υπο καθεστώς λαϊκισμού. Δεν είναι δηλαδή άξιος συνομιλίας, είναι ένας απ’ την πλέμπα. Οι αξιότιμοι συνομιλητές είναι συνήθως οι «Ευρωπαίοι εταίροι» και η Τρόικα, ο Μπαρόζο και η Λαγκάρντ, οι πολιτικές ελίτ της Ευρώπης. Αυτές είναι οι δυνάμεις της λογικής και της υπευθυνότητας, ασχέτως αν εντείνεται η οικονομική εξαθλίωση, αν βρίσκεται σε άνοδο ο ρατσισμός (θεσμικός ή «από τα κάτω»), αν οδηγούμαστε σε μια κοινωνική αποσύνθεση με εντατικοποιημένο ανταγωνισμό, αν υπάρχουν νεοναζί στη Βουλή με «ακτιβιστικό» πρότερο βίο: γι’ αυτά, όπως πολύ σωστά καταλάβατε, για τους φιλελεύθερους λόγιους φταίει αποκλειστικά ο λαός και η νεοελληνική νοοτροπία[38]. Προσπαθούν εν ολίγοις όχι να αντιπαρατεθούν πολιτικά, αλλά να μας αναγκάσουν να ξεμάθουμε όλη την υπάρχουσα γνώση και πείρα γύρω από τα πράγματα, μιας και το γεγονός και μόνο που διαφωνούμε μαζί τους, μας εντάσσει στη σφαίρα του παραλόγου, του μη-λογικού, του άνευ νοήματος.

Έτσι λοιπόν αυτός ο φιλολογικός επιστημονισμός, αγνοεί πως υπάρχουν δομές εξουσίας που μπορεί και να διαμορφώνουν το άτομο ως μια κοινωνική θέσμιση: από τα μέσα μαζικής ύπνωσης και αποχαύνωσης, τα Πανεπιστήμια ως τους «οίκους των ειδικών» (τεχνικο-οικονομολόγων), όπου φτιάχνονται τεχνικές και αριθμητικά μοντέλα γύρω από τη διαχείριση κρίσεων, μέχρι τις τεχνικές αναλύσεις πάνω στην οικονομία -την οποία, ακόμα και στην καπιταλιστική της μορφή, την κατακρεουργούν προς όφελος της όξυνσης ταξικών/οικονομικών ανισοτήτων[39] -, το σχολείο, την μεταμοντέρνα οικογένεια και, μεταξύ άλλων, την οργάνωση της εργασίας. Όλο αυτό το θεσμικό πλαίσιο γύρω από το συγκρότηση του ανθρώπου μέσα σε μια κοινωνία, παραγνωρίζεται και αποσιωπείται ο ρόλος του[40]. Αντί δηλαδή να θέλουμε να αλλάξουμε τους ανθρώπους για χάρη των θεσμών και των κυρίαρχων νοημάτων, μήπως δε θα ήταν προτιμότερο να αλλάξουμε τους θεσμούς και τα κυρίαρχα νοήματα για χάρη των ανθρώπων;

Αυτή η βαθιά πολιτική ερώτηση όμως είναι που αποφεύγουν οι τεχνολαϊκιστές, θεωρώντας πως πλέον δεν υπάρχουν Μεγάλες Αφηγήσεις, οπότε δεν έχει νόημα να θέτουμε Μεγάλες Ερωτήσεις. Έτσι, η συνολική αντιπαράθεση «τίθεται με όρους αλήθειας/ψεύδους, ορθολογισμού/ανορθολογισμού. Οι «αντιλαϊκιστές», δεν υπερασπίζονται απλώς διαφορετικές πολιτικές επιλογές, αλλά αυτοχρίζονται φορείς αληθείας, φορείς της κοινής λογικής, του «αυτονόητου». Ως εκ τούτου, κάθε διαφωνία με τις θέσεις τους εκπίπτει του πεδίου του διανοητού/»oρθολογικού» αλλά και του ηθικού ως ανοησία ή φαύλο ψεύδος που ως σίγουρο αποτέλεσμα θα επιφέρει τον όλεθρο. Ο συνεπής αντιλαϊκιστής υποστηρίζει πως έχει διαβάσει τις συνθήκες και με όχημα την αντικειμενική γνώση των εργαλείων της σύγχρονης τεχνοπολιτικής μάς παρουσιάζει τον μόνο δυνατό τρόπο επίλυσης του προβλήματος. Το τελευταίο δε δύναται να καταστεί αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης καθότι ζήτημα τεχνικό, όπως π.χ. η στατική μελέτη ενός κτιρίου όπου ένα λάθος μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μια βίαιη κατάρρευση»[41].

Αυτή λοιπόν η «βίαιη κατάρρευση» είναι που μετατρέπει συμβολικά την πολιτική σε μια ψυχολογική διαχείριση υπαρξιακών διλημμάτων. Η πιθανότητα εξόδου από την ευρωζώνη και η απώλεια του ευρώ θα οδηγούσε αυτομάτως σε μια βίαιη κατάρρευση της ψυχικής μας γαλήνης, θα μας ξανάριχνε «στην ανθρώπινη φυσική κατάσταση». Κανένας λόγος για τις συνθήκες όπου θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν γύρω από μια δημοκρατική κατεύθυνση στην περίπτωση απαγκίστρωσης από αυτούς τους όρους που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση[42], ακριβώς διότι -σύμφωνα με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κυρίαρχου τεχνοκρατικού μπλοκ- αν με μια πιθανή έξοδο από το ευρώ επιστρέψουμε στη «φυσική κατάσταση», ενδεχομένως να μην είμαστε καν άνθρωποι -μιας και θα είμαστε απλώς «Έλληνες»- πράγμα που μετατρέπει τις υπόλοιπες θέσεις, προθέσεις και προϋποθέσεις άνευ νοήματος, ως μια πολυτέλεια που δεν χρειάζεται καν να συζητήσουμε. Γι’ αυτό και κάθε διαφορετική άποψη, αφού προπαγανδίζεται ως λαϊκίστικη, καταλήγει να θεωρείται Γκουλάγκ ή Άουσβιτς[43]. Ο πολιτικός επαρχιωτισμός αυτών των τεχνοφιλελεύθερων λαϊκιστών, δεν είναι παρά αποτέλεσμα της ίδιας της αναγωγής της πολιτικής σε ένα τεχνικού τύπου ζήτημα, όπου ένας λάθος αριθμός μπορεί να σημάνει την κοινωνική καταστροφή.

Το ότι όμως κάποιος ή κάποια έχει διαλέξει την τυφλή του εμπιστοσύνη -και την υπεράσπισή της με πάθος- στην τεχνο-επιστήμη και τους «ειδικούς» για την επίλυση των πολιτικών υποθέσεων, είναι ένα σαφές δείγμα της γενικευμένης απάθειας γύρω από την συλλογική δραστηριότητα της πολιτικής που χαρακτηρίζει τη μεταμοντέρνα εποχή. Όπως υπενθυμίζει και ο Γκυ Ντεμπόρ γύρω από το θέμα, «όλοι οι ειδικοί είναι άνθρωποι του Κράτους και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και δεν αναγνωρίζονται σαν τέτοιοι παρά μόνο εξαιτίας αυτού του γεγονότος. Κάθε ειδικός υπηρετεί το αφεντικό του, διότι καθεμιά απ’ τις παλιές δυνατότητες ανεξαρτησίας έχει σχεδόν εκμηδενιστεί απ’ τις συνθήκες οργάνωσης της σημερινής κοινωνίας. Ο ειδικός που υπηρετεί καλύτερα είναι ασφαλώς εκείνος που ψεύδεται. Εκείνοι που έχουν ανάγκη τους ειδικούς είναι για διαφορετικούς λόγους, οι διαστρεβλωτές και οι αδαείς. Εκεί όπου το άτομο δεν αναγνωρίζει πια τίποτα από μόνο του, διαβεβαιώνεται ρητά απ ́τους ειδικούς[44]».

Υστερόγραφο ενάντια στην ασημαντότητα

Ο αυτοκτονικός νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός και ο πολιτικός μηδενισμός που τον συνοδεύει θέτουν πλέον στο κέντρο της πολιτικής δραστηριότητας την εναντίωση σ’ αυτόν τον κόσμο, όχι μόνο ως επαναστατική υπόθεση, αλλά και κυρίως ως ηθική αναγκαιότητα. Η πάλη για την εγκαθίδρυση μιας αυτόνομης κοινωνίας ελεύθερων ανθρώπων, που θα θεμελιώνεται στη δημοκρατική κουλτούρα και θα τοποθετεί τον έρωτα στο επίκεντρο κάθε κοινωνικής σχέσης, είναι ένα κεφάλαιο που θα κλείσει παρά μονάχα με το κλείσιμο του ίδιου του κεφαλαίου της ανθρωπότητας. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια καλούμαστε όλοι και όλες να δραστηριοποιηθούμε, να υποκινήσουμε άλλους και άλλες, να αρχίσουμε να φανταζόμαστε τον κόσμο που εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες θέλουμε· όχι μόνο δηλαδή να μαζικοποιήσουμε τις υπάρχουσες «από τα κάτω» δομές που επεκτείνονται από τη σίτιση, τη στέγαση, τη συλλογική αυτοάμυνα απέναντι στην αστυνομοκρατία και το νεοναζισμό, και τον δημοκρατικό εργατικό αγώνα, αλλά και να αρχίσουμε να επινοούμε νέους τρόπους ζωής και πολιτικής αντίληψης με την παράλληλη ριζοσπαστικοποίηση της καθημερινότητάς μας.

Στο λυκόφως της οικονομικής και ανθρωπολογικής κρίσης του σημερινού κόσμου, το δυσκολότερο μονοπάτι φαίνεται να είναι αυτό της κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας. Ένα μονοπάτι που δεν έχει «μπαλκόνια», δεν είναι θεαματικό, δεν έχει like και tweet, δεν κινδυνολογεί ούτε τρομοκρατεί και δεν κάνει ελεημοσύνες σε υποταγμένους. Προϋποθέτει δηλαδή μια αρχική ανυποταξία απέναντι στις κυρίαρχες φαντασιακές σημασίες που μας εγκλωβίζουν στο ετερόνομο καθεστώς. Αν το παρόν άρθρο είχε ένα στόχο, αυτός δεν ήταν παρά, μεταξύ άλλων, να υποκινήσει προς αυτή την ανυποταξία, η οποία θα αποπειραθεί να ξεπεράσει σε πρώτη φάση όλα αυτά τα εσωτερικευμένα νοήματα, τις ανεύ λόγου υπερηφάνειες ή ντροπές, των οποίων η ασυνείδητη ανάκληση κοκκαλώνει τα σώματά μας, μουδιάζει την ενεργητικότητά μας, απομονώνει τη φαντασία και τη σκέψη μας στον ιδιωτικό χώρο. Ούτε οι εκ προοιμίου αθωότητες και μεταφυσικές κολακείες του τύπου «οι Έλληνες πάντα βρίσκουν τη λύση», ούτε η εκ διαμέτρου αντίθετη «ενοχικότητα» για την κοινωνικοποίηση που λάβαμε. Κανείς δεν μας εγγυάται τίποτα και κυρίως τη σωτηρία μας. Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί πολιτισμοί· αντιθέτως υπάρχουν οι πολιτισμοί που κατάφεραν να αναλάβουν την τύχη τους οι ίδιοι και αυτοί που προτίμησαν την ανάθεση της ζωής τους και της ικανότητάς τους να υπάρχουν ως πολιτικά όντα σε θεούς και δαίμονες.

Αποδεχόμενοι τη θέση μας χωρίς συμπλέγματα ανωτερότητας ή κατωτερότητας, σημαίνει πως αποδεχόμαστε και τον καθορισμό της τύχης μας. Με συνειδητή ανάκληση της παράδοσής μας και των εσωτερικευμένων νοημάτων της πάνω στα κορμιά μας, μπορούμε να κρατήσουμε τα στοιχεία που μας διατηρούν ανθρώπους και που διευρύνουν την περιέργειά μας για την επαφή με το άγνωστο. Η επιτυχία θα είναι διττής σημασίας: αφενός η συνάντηση με το άγνωστο ως διαφορετικό θα μας απομακρύνει από ρατσιστικά μίση και εθνικιστικά συμπλέγματα, αλλά και αφετέρου η συνάντηση με το άγνωστο ως αυτό-που-δεν-είναι-ακόμα-εκεί θα μας δώσει τη δυνατότητα να απαλλαχτούμε από κάθε μορφής εκμετάλλευση, αδικία, ψυχική κατάπτωση και ερωτικό ευνουχισμό. Με σκέψη που θα αγγίζει το παγκόσμιο και δράση που θα επικεντρώνεται στο τοπικό και το καθημερινό, και αποθέματα πολιτικής φαντασίας που θα τις τροφοδοτούν αμφότερες. Όπως είπε κάποτε και ο ποιητής, «η πιο αληθινή μας ζωή, είναι όταν είμαστε βυθισμένοι στα όνειρά μας ξύπνιοι» (Henry David Thoreau).

[22] Α. Γαβριηλίδης, Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού: Ρίτσος – Ελύτης – Θεοδωράκης – Σβορώνος, Αθήνα, Futura, 2007, σ. 41.

[23] Ό. π., σελ. 45-46.

[24] Ό. π., σ. 223. Περιπτώσεις που επεκτείνονται από την σφαγή αμάχων στην Τριπολιτσά (1821), τα πογκρόμ κατά των εβραίων κατοίκων της Θεσσαλονίκης και τον εμπρησμό της εβραϊκής συνοικίας Κάμπελ το 1931, τον επεκτατισμό του νεοελληνικού κράτους και τη Μεγάλη Ιδέα ή την, μεταξύ άλλων, υποστήριξη των σφαγέων Μιλόσεβιτς-Κάρατζιτς και την εθελοντική συμμετοχή Ελλήνων στον σερβοβοσνιακό πόλεμο στα πλαίσια της «ελληνορθόδοξης αδελφότητας».

[25] Αυτή την αφομοίωση της αριστεράς από το νεοελληνικό φαντασιακό και τον ελληνοκεντρισμό, την υπενθυμίζει και ο Π. Κονδύλης (ό.π., σ. 42) όταν αναφέρει χαρακτηριστικά πως ακόμα και διάφορες αριστερές μειοψηφίες που στήριξαν τα ιδεολογήματά τους γύρω από τον διεθνισμό, παρόλα αυτά, όποτε άσκησαν επιρροή αυτό συνέβη επειδή υιοθέτησαν πατριωτικά και εθνικά συνθήματα.

[26] Και όχι εξαιτίας των «παλαβών» Ελλήνων κατά του έγκριτους διανοούμενους του ριζοσπαστικού μικροαστισμού και του τεχνοκρατικού λαϊκισμού (βλ. παρακάτω στο παρόν κείμενο, «Τεχνοκρατικός λαϊκισμός: η αντίθετη όψη του ίδιου νομίσματος»).

[27] Ό. π., σ. 215. Αν και η κορύφωση αυτής της ενδοεθνικής σύγκρουσης μεταξύ δεξιάς και σταλινογενούς αριστεράς -με απώτερο σκοπό την κατάκτηση του έθνους και τον παράλληλο (αλληλο)στιγματισμό των δυο πλευρών ως «προδότες»- ριζώνει μέσα από τον εμφύλιο και τον ένοπλο αγώνα, η στροφή από την ταξική στην πατριωτική γραμμή του ΚΚΕ δεν είναι αποκλειστικά προϊόν του μετεμφυλιακού κόσμου (όπως αναφέρει ο Γαβριηλίδης), αλλά πραγματώνεται ήδη από το 1931 μέσω του τότε Γενικού Γραμματέα Ζαχαριάδη, περνώντας στη σταλινοπατριωτική φάση του Κώματος. Άλλωστε το ίδιο το ΕΑΜ αυτοπροσδιορίζεται ως εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο και όχι κομμουνιστικό κίνημα, ενώ προταγματικά αναφέρεται στη «λαοκρατία» και όχι στον «κομμουνισμό». Κάπως έτσι εξηγείται και το γεγονός πως ήδη από την κατοχή και πιο πριν υπήρχε μια οικεία εθνικιστική γραφή περί «ελληνικής φυλής» στις τάξεις του Κόμματος (βλ. και το βιβλιαράκι του Δ. Γληνού, Τί είναι και τί θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, Ο Ρήγας, Αθήνα, 1944, το οποίο κυκλοφόρησε παράνομα το 1942). Άρα, αν και ο εμφύλιος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αριστερή θυματικότητα ως εμπειρικό δεδομένο, φαντασιακά βλέπουμε πως η εσωτερίκευση των εθνοφαντασιακών σημασιών από το ΚΚΕ υπήρχε από αρκετά νωρίτερα.

[28] Βέβαια και μόνο που κάθε δημόσια δήλωση του Αλέξη και της σχεδόν ταριχευμένης Αλέκας, οι οποίοι αναπαράγουν αυτή την κασσέτα του ’30 και του ’40, αρχίζει να πλησιάζει ανησυχητικά τις φανφάρες της Χρυσής Ευκαιρίας περί προδοσίας και καθαρότητας, θα έπρεπε να προκαλεί τουλάχιστον κάποια ερωτηματικά αναφορικά με την τακτική τους. Διότι μπορεί το σχήμα της «θυματικής ιδιότητας του νεοελληνισμού» να αποτελεί επούλωση των τραυματικών εμπειριών του εμφυλίου, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αυτή η επούλωση εξακολουθεί να μην αγγίζει την ίδια την ουσία του τραυματικού συμβάντος διατηρώντας την όπως έχει. Αποτέλεσμα αυτής της λογικής είναι η οικειοποίηση της θυματοποίησης του ελληνικού έθνους από τη ριζοσπαστική ακροδεξιά και το νεοναζισμό, όπου, αντί το εμφυλιακό παρελθόν να κρύβεται πίσω από το έθνος, χρησιμοποιούνται τόσο το έθνος όσο και η θυματοποίησή του προκειμένου να αναβιώσει το εμφυλιακό κλίμα.

[29] Σώτη Τριανταφύλλου, «Η Ελλάδα είναι μια αριστερή συντηρητική χώρα», Το Βήμα, 05/06/2012. Φυσικά, για κάθε άνθρωπο που θέλει να σκέφτεται λίγο κριτικά και που έχει μια κάποια επαφή τόσο με την πραγματικότητα, όσο και με κάποια στοιχειώδη πράγματα γύρω από την κομμουνιστική και μαρξιστική θεωρία, αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα δεν επαφίεται στην «αριστεροποίηση του έθνους» αλλά στην «εθνοποίηση της αριστεράς»: η αριστερά είναι αυτή που έχει αφομοιωθεί από τις εθνικιστικές αντιλήψεις, όχι το αντίστροφο (βλ. και υποσημ. 25 του παρόντος κειμένου). Ελπίζουμε μόνο να μην το συνειδητοποιήσει γρήγορα αυτό η κα Τριανταφύλλου, γιατί τότε θα χάσουμε τη δυνατότητα να διαβάζουμε αυτούς τους θεσπαίσιους λιβέλους αυτοεξευτελισμού και αυτομαστιγώματος που μας χαρίζει!

[30]. Όπως κατά τ’άλλα πολύ σωστά παρατηρεί ο Α.Γαβριηλίδης, ό.π., σελ. 107 – 112.

[31]. Κορνήλιος Καστοριάδης, «Το πρόβλημα της δημοκρατίας σήμερα», Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Αθήνα, Ύψιλον, 2000, σ. 138-139.

[32] Βλ. Σ. Ζίζεκ, «Οι προοπτικές της ριζοσπαστικής πολιτικής σήμερα», Η Απραγματοποίητη Δημοκρατία, μτφρ. Ε. Πανάγου, Αθήνα, Futura, 2010. Περιττό να πούμε πως η «αυθεντία» Ζίζεκ μαζί με κάτι σταλινομαοϊκά απολιθώματα σαν τον Μπαντιού δίνουν γραμμή σε όλο τον εγχώριο μεταμοντέρνο κομφουζιονισμό: οπότε, ΣΥΡΙΖΑ – λακανικός μετα-αναρχισμός, σημειώσατε άσσο (άφιλτρο!).

[33] Άλλωστε, ειρήσθω εν παρόδω, είναι στα θετικά αυτού του εθνοπατριωτικού λαϊκισμού, τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς, που αντιστάθηκε στα απανωτά σαλιαρίσματα των νεοναζί περί ελληνικού φυλετισμού (αγγλιστί: racism). Δεν είναι λίγο το μαζικό «κράξιμο» που φάγανε από τους απανταχού πατριώτες για την περίπτωση Σχορτσιανίτη ή αλλοδαπών αθλητών που αγωνίστηκαν με την εθνική Ελλάδος, ούτε φυσικά και η εναντιωτική στάση της εκκλησίας απέναντι στο ρατσιστικό μίσος της Χρυσής Ευκαιρίας. Μπορεί πολιτικά να διαφωνούμε στον ίδιο βαθμό με τον πατριωτισμό, την ορθοδοξία και τον φασισμό επειδή είναι μορφές ετερονομίας, αλλά ανθρωπολογικά έχει μεγάλη σημασία για έναν πολιτικό αγώνα να μπορεί να δει αυτές τις διαφοροποιήσεις. Διότι τουλάχιστον έτσι, γλιτώνουμε σε αναλυτικό επίπεδο να θεωρούμε πώς ζούμε σε μία εκφασισμένη κοινωνία, πράγμα που θα σήμαινε πώς η πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού είναι ρατσιστές και «ζουλού» κανίβαλοι, άρα ο όποιος πολιτικός αγώνας δεν είναι παρά βελουχιωτικές τουφεκιές στον αέρα για την τιμή των όπλων. Δεν είναι δύσκολο μάλιστα μέσα από μια τέτοια απόφανση να δημιουργηθεί εκείνη η άποψη, όπως αυτή που θεώρησε το κίνημα των Πλατειών ως τον προπομπό ενός (υποτιθέμενου) εκφασισμού της κοινωνίας επειδή «υπήρχαν ελληνικές σημαίες», ασχέτως π.χ., που οι μετανάστες πουλούσαν ανενόχλητοι τα προϊόντα τους χωρίς να δημιουργηθεί κάποια ρατσιστική επίθεση. Αυτό το πολιτικό (αν)αισθητήριο είναι τελικά που ωθεί αρκετές πολιτικές οργανώσεις του ελευθεριακού και ευρύτερου αντιεξουσιαστικού χώρου να αποσύρονται από το δημόσιο πεδίο και να αναλώνονται σε έναν εξ αποστάσεως «αντιμικροαστισμό» προκειμένου να μην έρθουν σε πραγματική επαφή με την κοινωνία.

[34] Χριστίνα Ταχιάου, «Δεν μου αρέσει η Ελλάδα του ομορφάντρα», Protagon, 04/02/2012. Το σημαντικό σ’ αυτό το άρθρο, δεν είναι φυσικά το ότι η συγγραφέας θίγει κάποια πράγματα τα οποία σίγουρα δεν είναι μύθοι αλλά πραγματικές καταστάσεις, όσο το ότι προσπαθεί να τα επιβάλλει ως πρωτοτυπία του ελληνικού DNA, καταλήγοντας να εθνικοποιεί συμπεριφορές που μπορεί να συναντήσει κανείς παγκοσμίως. Επί παραδείγματι, η σχεδόν λουμπενοποιημένη διασκέδαση της νεολαίας, όπου η δημόσια συνύπαρξη αντικαθιστά την κοινωνικοποίηση με τον αυτιστικό χορό ψευδο-εκστατικής κατάστασης -τα «100 ντεσιμπέλ» όπως πληροφορούμαστε από το εν λόγω άρθρο- δεν είναι καμιά παγκόσμιας πρωτοτυπίας ελληνική πατέντα, αλλά ένα συνηθισμένο σαββατόβραδο στις δυτικές μητροπόλεις που τόσο θαυμάζουν κάποιοι. Ομοίως, ο σεξιστικός χαρακτήρας του θεάματος και η πραγμοποίηση του ανθρώπινου σώματος είναι κάτι εξίσου ευρύ και οικείο στο θεαματικό κοινό της προηγμένης Δύσης, αυτούς τους μανιακούς ζάπερς που τόσο αδυνατούμε να τους μοιάσουμε. Ακόμη δε περισσότερο, το lobbying, το networking (δικτύωση) και οι παρακάμψεις του νομικού καθεστώτος προκειμένου να συναφθούν οικονομικο-πολιτικές συμφωνίες, είναι μέθοδοι οι οποίες διδάσκονται κατά κόρον στα πιο «αξιοζήλευτα» πανεπιστήμια, δηλαδή εν ολίγοις, αρχίζουν να αποκτούν δομική σημασία για το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό χωρίς να καταδικάζονται ως «φακελάκι» ή «μέσο» και εν τέλει «ανομία». Αλλά όταν κάποιος ή κάποια αδυνατεί να συμφιλιώσει την κριτική με την συγκριτική δραστηριότητα, τότε του απομένει απλώς η υποκριτική και η αυτοκριτική -όχι όμως ως αναστοχασμός (μιας και ο αναστοχασμός προϋποθέτει την συγκριτική ικανότητα) αλλά ως ναρκισσιστικός αυτο-ευνουχισμός: εφόσον αυτή η Ελλάδα αρέσει στους Έλληνες, «άρα το πρόβλημα είμαι εγώ» μας μαρτυρεί η συγγραφέας. Έτσι, έστω και πλαγίως, καταφέρνει να διατηρήσει τον εαυτό της στο κέντρο του κόσμου, και να λάβει την πολυπόθητη ηδονή από τον νεοελληνικό ναρκισσισμό που βαθιά κατά τ’ άλλα ενσαρκώνει, ασχέτως αν τον προτιμά σε μια λίγο πιο βικτωριανή έκδοση. Για μια πιο εμπεριστατωμένη κριτική πάνω σ’αυτή την αμηχανία που νιώθει ο εστέτ μεταμοντέρνος απέναντι στον «υπαρκτό σουρρεαλισμό» της λαϊκής επινοητικότητας, βλ. και το άρθρο του Νίκου Μάλλιαρη «Η πολιτική σημασία της παράδοσης: με αφορμή ένα βιβλίο της Χάνα Άρεντ» στο παρόν τεύχος.

[35] Γι’ αυτή τη γενικευμένη υποχώρηση της πολιτικής και την αναγωγή της σε ιατρική αυτοσκόπηση και ψυχικό αυτοευνουχισμό ή σε ένα ζήτημα αισθητικής κρίσης, διαδικασίες που εισάγουν την ίδια την πολιτική δραστηριότητα στη μεταμοντέρνα ναρκισσιστική εποχή, βλ. το 1ο κεφάλαιο («Το κίνημα αυτογνωσίας και η εισβολή της κοινωνίας στον εαυτό») στο C. Lasch, The culture of narcissism: American life in an age of diminishing expectations (ελλ. μτφρ. Η κουλτούρα του ναρκισσισμού: Η αμερικανική ζωή σε μια εποχή μειούμενων προσδοκιών, εκδόσεις Νησίδες), Νέα Υόρκη, W.W. Norton & Company, 1979, σ. 28 – 71.

[36] Παπαϊωάννου Κωστής, «Δρεπανηφόρος “αντιλαϊκισμός”: από την καταπολέμηση του λαϊκισμού στον εξοβελισμό του λαϊκού», Τα Νέα, 23/2/2012.

[37] Δυστυχώς, αντίστοιχες διατυπώσεις εκφράζει πρόσφατα και ο Γιώργος Οικονόμου σε πρόσφατο άρθρο του (βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, «Τα αδιέξοδα του ΣΥΡΙΖΑ», The Books’ Journal, τχ. 25, Νοέμβριος 2012), ο οποίος παρά την αξιόλογη προσπάθεια του να προωθήσει τις ιδέες του δημοκρατικού προτάγματος -και φυσικά την σημαντική κριτική του στη βυζαντινή ετερονομία- αρθρώνει μια μονομερή κριτική δίχως προηγούμενο σ’ όλες αυτές τις παθογένειες (πελατειακό σύστημα, πασοκισμός, αριστερός λαϊκισμός), διαβεβαιώνοντας μάλιστα πως αυτές δημιούργησαν την κρίση. Έτσι, παρόλο που δεν τον χαρακτηρίζει η θεωρητική ένδεια των φιλελεύθερων, αφαιρεί από τον εαυτό του τη δυνατότητα να ασκήσει μια συνολική κριτική στη θέσμιση του μεταμοντέρνου-τεχνοκρατικού καπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, πράγμα που κοινωνικά και ανθρωπολογικά αποδεικνύει τις αντι-δημοκρατικές πτυχές αυτού του συστήματος: η αποθέωση του εφήμερου που καταστρέφει κάθε σταθερή σχέση και κάθε ρίζωμα σε μία (πολιτική) κοινότητα, ο καταναλωτισμός ως η έμπρακτη πραγματοποίηση της λογικής του δανεισμού (άρα και του χρέους), το θέαμα και η αποσύνθεση των δημοκρατικών αντιλήψεων που διακατέχουν την τέχνη, η επικράτηση του management και της τεχνολογίας σε κάθε πτυχή του κοινωνικού βίου και η, μεταξύ άλλων, εντελώς αποξενωτική (άρα και βαθιά μη-δημοκρατική) εργασία στον τεχνοκρατικό καπιταλισμό.

[38] Σε ένα πρόσφατο άρθρο της New York Times, μαθαίνουμε πάντως πως η οικονομική ολι-γαρχία εμποδίζει την ανάκαμψη της Ελλάδας. Βλ. R. Donadio και L. Alderman, «For Greece, Oligarchs are Obstacle to Recovery» («Για την Ελλάδα, οι ολιγάρχες είναι εμπόδιο στην ανάκαμψη»), NY Times, 5/12/201. Είναι ενδιαφέρουσα αυτή η ομερτά που επικρατεί στους εγχώριους νεοφιλελεύθερους κύκλους γύρω από τις ευθύνες των ελίτ για τη σημερινή κατάσταση. Μέχρι και στη Νέα Υόρκη έχουν πάρει χαμπάρι πως η ισχυρότερη συντεχνία στην Ελλάδα είναι οι εφοπλιστές και οι μεγαλοεπιχειρηματίες, ώστε, όχι απλά να «φωτογραφίζουν» κάποιους, αλλά χωρίς κανέναν ενδοιασμό να μας δείχνουν κανονική φωτογραφία του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη. Οπότε οι τεχνο-φιλελεύθεροι λαϊκιστές, ή παίρνουν κάτω από τη βάση στα αγγλικά, ή αποκρύπτουν ηθελημένα (για λόγους που αυτοί γνωρίζουν καλύτερα) αυτές τις πτυχές του ζητήματος. Παράλληλα, αυτή η παρουσίαση του Λαυρεντιάδη αποκλειστικά ως πρόσωπο ενδεχομένως αυτονομημένο από την πραγματικότητα και όχι σαν έναν εφοπλιστή ο οποίος ανήκει σε μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων, οι οποίοι μπορεί να έχουν συγκεκριμένα συμφέροντα και να δρουν σε συγκεκριμένα αξιακά πλαίσια (του νώθου «αστισμού» της νεοελληνικής περίπτωσης), δηλαδή του Λαυρεντιάδη ως τύπο ανθρώπου – «στατιστικό» δείγμα μιας κοινωνικής θέσμισης – αποτελεί ένα επιπλέον κατηγορητήριο περί του λαϊκισμού των αντιλαϊκιστών.

[39] Είναι πέρα για πέρα από γνωστό, για παράδειγμα, πως ακόμα και για την πολύ συμβατική αντίληψη περί πολιτικής οικονομίας, η μη αποπληρωμή ενός χρέους είναι κάτι εντελώς θεμιτό μέσα στον καπιταλισμό, και αυτό για τον πολύ απλό λόγο ότι συμπεριλαμβάνεται και η περίπτωση του ρίσκου στην επένδυση. Δηλαδή, ακόμα και να είναι η ενσάρκωση της Πανουργίας του Νου οι τεχνο-λαϊκιστές και να έχουν οντολογικά δίκιο, αγνοούν ένα ουσιώδες στοιχείο της καπιταλιστικής ανταλλαγής: αυτό του ρίσκου. Αν οι τράπεζες προτιμούσαν να δανείζουν για καταναλωτικούς σκοπούς αντί για επενδυτικούς π.χ. ή πιο απλά, αν κάποιος πάει και ζητήσει 1.000.000 ευρώ από μια τράπεζα με δικαιολογία να παίξει το «Μπαρτσελόνα – Μίλαν Χ2» και η τράπεζα του το δώσει, τότε ως καπιταλιστικός οργανισμός οφείλει να λάβει το ρίσκο ότι μπορεί και να μην πάρει πίσω τα χρήματά της. Έτσι, όχι μόνο συγκαλύπτεται ένα ουσιώδες στοιχείο της ηθικής της οικονομίας προκειμένου να συμπιεστεί η κρίση προς τα κάτω, αλλά εκδιπλώνεται κιόλας μια ολόκληρη στρατηγική περί «μονομερούς υπευθυνότητας». Αν οι «από πάνω» δεν έχουν κανένα ρίσκο και κανένα όριο γύρω από αυτό που κάνουν, τότε οι «από τα κάτω» θα πρέπει να πολλαπλασιάσουν τις απαραίτητες δικλείδες για την εύρυθμη λειτουργία του «συστήματος»: να γίνουμε πιο «υπεύθυνοι», να κόψουμε το κάπνισμα, να τρώμε 0% λιπαρά, να κάνουμε εμβόλια, να παίρνουμε προφυλάξεις, να κάνουμε ασκήσεις χαλάρωσης, να έχουμε όλοι τον ψυχαναλυτή μας και τον σύμβουλο γάμου, να πληρώνουμε τα χαράτσια, για οποιοδήποτε πρόβλημα να ειδοποιούμε την αστυνομία, να έχουμε πορτιέρηδες και συστήματα ελέγχου στους δημόσιους χώρους και ούτω καθεξής.

[40] «Ένας κυνικός φιλελευθεριστής θα μπορούσε να πει ότι “οι σημερινοί άνθρωποι επιλέγουν ελεύθερα να είναι τέτοιοι που είναι”. Ένας άνθρωπος με στοιχειώδη νου και στοιχειώδεις κοινωνιολογικές γνώσεις καταλαβαίνει φυσικά ότι καθόλου ελεύθερα δεν διαλέγουν οι άνθρωποι να είναι αυτό που είναι. Για προσπαθήστε να πείσετε ένα κορίτσι δεκαπέντε χρονώ να μην ντύνεται όπως ντύνονται τα άλλα κορίτσια της ηλικίας του ή σύμφωνα με τη μόδα, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι ο ίδιος ο πατέρας του αλλάζει το τεσσάρων ετών αυτοκίνητο του γιατί “είναι πια παλιό” παρόλο που λειτουργεί ακόμα…», Κ. Καστοριάδης, «Η πολιτική σήμερα…» (1991), Ο Θρυμματισμένος Κόσμος. Αθήνα, Ύψιλον, 1992, σ. 156.

[41] Γ. Κατσαμπέκης, «Ο αντιλαϊκισμός της “αλήθειας” και του “ορθολογισμού”: Για την αντιδημοκρατική τροπή του εκσυγχρονιστικού αντιλαϊκισμού».

[42] Η οποία, δεν είναι παρά μια διαστρέβλωση της πρωτοποριακής ιδέας του Μπακούνιν για την «Ευρώπη των Ελευθέρων Λαών», μια ιδέα που ακόμα διατηρεί το σπέρμα του θετικού, πως μια ελεύθερη κοινότητα είναι πιθανή ακόμα και σε ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο επίπεδο και είναι γι’αυτό το λόγο συνιστά κάτι άξιο διεκδίκησης και πραγμάτωσης.

[43] Για τον κοινωνικο-ιστορικό επαρχιωτισμό που χαρακτηρίζει το επίπεδο της αντιπαράθεσης των μεταμοντέρνων/τεχνοκρατικών λαϊκιστών σε διαφορετικές απόψεις από τις δικές τους, και ειδικά τον πολιτικό κρετινισμό τους γύρω από την άμεση δημοκρατία, βλ. το κείμενο της ομάδας μας «Ας σας τα πρήξουμε λιγάκι παραπάνω: ή αλλιώς τρομπάρετε όλοι να φουσκώσουμε κι άλλο τη φούσκα της άμεσης δημοκρατίας», στο παρόν τεύχος.

[44] Γ. Ντεμπόρ, Σχόλια πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος, μτφρ. Π. Τσαχαγέας, Αθήνα, Ελεύθερος Τύπος, 1988, σ. 20. (υπογρ. δική μου)