Menu

EAGAINST.com

Απαντηση του αυτοδιαχειριζόμενου μανάβικου «Μπαξές» στο «ενδιαφερον» της εφημεριδας «Το Βημα»

baxes-support2

Η ομάδα του Μπαξέ

Χθες, Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου, λάβαμε από δημοσιογράφο της εφημερίδας «Το Βήμα» ένα μήνυμα που εξέφραζε το ενδιαφέρον για δημοσίευση ενός άρθρου σχετικά με την καμπάνια που έχουμε ξεκινήσει για το αυτοοργανωμένο εγχείρημα μαναβικής, Μπαξές, στα Ιωάννινα.

Η αλήθεια είναι πως υποστήκαμε ένα σοκ! Μα είναι δυνατόν, σκεφτήκαμε, ένα μέσο που χαρακτηρίζει τους αυτοοργανωμένους χώρους ως «εστίες ανομίας», που παίζει τακτικά το κυβερνητικό χαρτί της «θεωρίας των δύο άκρων», που στηρίζει με…αυταπάρνηση τη γελοία και αντικοινωνική κυβερνητική πολιτική, να ενδιαφέρεται χωρίς υστεροβουλία για μια πρωτοβουλία που προτάσσει την κοινωνική αλληλεγγύη, την αυτοοργάνωση, τη μη ιεραρχία; Είναι δυνατόν μια από τις κατ’εξοχήν επιχειρήσεις-συμμάχους της Κυβέρνησης και των ελίτ, όπως ο ΔΟΛ, να στηρίζει μέσω ενός εκ των εντύπων της, ένα εγχείρημα που αρνείται κάθε οικονομική εξάρτηση απ΄το Κράτος και το τραπεζικό σύστημα και έχει ξεκινήσει μια καμπάνια χρηματοδότησης από αλληλέγγυους πολίτες;

Όχι, λοιπόν, δεν είναι δυνατόν! Ίσως ο/η δημοσιογράφος που ενδιαφέρθηκε να έχει αγνά κίνητρα, ίσως πραγματικά να βρήκε κάποιο ενδιαφέρον στην προσπάθειά μας, αλλά ως υπάλληλος σε ένα από τα χειρότερα και επικίνδυνα αφεντικά, θεωρούμε ότι είναι δέσμιος/-α ενός συστήματος, ενός ολόκληρου κόσμου τον οποίο εμείς απορρίπτουμε. Το Βήμα, όπως και κάθε άλλη φωνή της κυβέρνησης, επιδιώκει παράλληλα με την εκκωφαντική σιωπή στα ζητήματα της καταλήστευσης και εξαθλίωσης της κοινωνίας, να εμφανιστεί ως ένα μέσο που χαρακτηρίζεται από πλουραλισμό, να ντύσει με ένα (διαφανή) μανδύα δημοκρατικότητας το πρόσωπο του λύκου. Έτσι, ο μέσος αναγνώστης θα μπορεί την Κυριακή το πρωί να διαβάσει χαρούμενος «και μία άλλη άποψη», φουσκώνοντας από υπερηφάνεια με το πόσο δημοκρατικός είναι που η εφημερίδα που επιλέγει, έχει για ήρωες, εκτός των τραπεζιτών, των πολιτικάντηδων, των μεγαλοδημοσιογράφων και των τηλεπερσόνων και 3 νεανίες από την επαρχία… που «στήνουν το όνειρό τους στην Ελλάδα μας που αντιστέκεται»… Δεν θα τους κάνουμε την χάρη γιατί δεν ανήκουμε στον δικό τους κόσμο. Αν τους την κάναμε δεν θα είμαστε εμείς.

Οφείλουμε λοιπόν να κάνουμε σαφές γι΄ακόμη μια φορά, μιας και όπως φαίνεται το κείμενο αυτοπαρουσίασης δεν ήταν αρκετό ώστε να κρατήσει μακριά από εμάς τα μέσα της κρατικής προπαγάνδας: ο Μπαξές, η ομάδα δηλαδή των ανθρώπων που αγωνίζονται για ένα αυτοργανωμένο εγχείρημα μαναβικής χωρίς αφεντικά, δεν συνεργάζεται με εκμεταλλευτές, μεγάλα (ή μικρότερα) αφεντικά και με κανένα που στηρίζει άμεσα ή έμμεσα, έμπρακτα ή δια παραλείψεων… τις πολιτικές της φτωχοποίησης, της εξαθλίωσης και της καταστολής. Ο Μπαξές δεν πρόκειται, δεν χρειάζεται και, κυρίως, δεν θέλει να χρησιμοποιήσει τα δικά τους μέσα για την αυτοπροβολή του.

Δεν χρειαζόμαστε το Βήμα, δεν χρειαζόμαστε ούτε μεσάζοντες ούτε συμμάχους και από “την άλλη πλευρά”. Θα ήταν άλλωστε πράξη αυτοαναίρεσης για εμάς,να μιλάμε για αυτοδιαχείριση και να κλείνουμε το μάτι στους ορκισμένους εχθρούς της, με αντάλλαγμα ένα φύλο μιας εφημερίδας ευρείας κυκλοφορίας αρχειοθετημένο σε ένα συρτάρι μας. Δεν έχουμε ιδέες μεγαλείου. Επιθυμούμε μόνο να πραγματοποιήσουμε όσα είπαμε: στόχος μας δεν είναι ούτε τα φράγκα, ούτε η δημιουργία μιας lifestyle εναλλακτικούρας, αλλά η διάχυση στην κοινωνία των μέσων της αυτοδιαχείρισης, να γίνει συνείδηση όλων πως μπορούμε να τα καταφέρουμε χωρίς να παίζουμε το ρόλο του κομπάρσου στο δικό τους παιχνίδι.

Όπως χαρακτηριστικά λέμε στο βίντεο προώθησης της καμπάνιας: «Δεν πουλάμε παράσιτα, δεν γινόμαστε παράσιτα, δεν ταϊζουμε με τον κόπο μας παράσιτα».

Αγαπητοί επιβάτες, παρακαλείστε να προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα

2124354

Του Μάρκου (via: email)

Οι περιφράξεις και οι αποκλεισμοί δε δημιουργούνται μονάχα υψώνοντας τείχη και φράχτες. Μια φωνή από τα μεγάφωνα αρκεί για να χαρακτηρίσει έναν τόπο ως επικίνδυνο και να διαμορφώσει το καθεστώς επιτήρησης του. Στο μετρό, η φωνή που μας παρακαλεί να προσέχουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα από το Μοναστηράκι μέχρι τον Ευαγγελισμό, στο Σύνταγμα, το Πανεπιστήμιο και την Ομόνοια, σκοπό έχει να εντάξουμε στην καθημερινότητά μας το φόβο και να κοιτάμε το διπλανό μας με μισό μάτι, ειδικά αν αυτός είναι λίγο πιο μελαμψός και γενικότερα δεν ταιριάζει με τα στάνταρ της κανονικότητας με την οποία θα έπρεπε να συνταξιδεύουμε.

Την εποχή της καπιταλιστικής κρίσης και της επακόλουθης νόμιμης εξαθλίωσης και λεηλασίας των ζωών μας από τους κρατικούς μηχανισμούς και τους εντολείς τους, ανασύρονται από το παρελθόν αλλά και επινοούνται πολλοί και διάφοροι νέοι τρόποι εμφύσησης του φόβου και επίτευξης του αποπροσανατολισμού. Από τη μία η κρατική βία καταστέλλει κάθε προσπάθεια αντίστασης στην άθλια κανονικότητα που βιώνουμε και κάθε μορφή διεκδίκησης ενός διαφορετικού κόσμου. Από την άλλη ο ιδεολογικός πόλεμος υπέρ της νεοφιλελεύθερης τροπής των πραγμάτων, υπέρ της ανάπτυξης και της αναλωσιμότητας των ζωών μας, καλά κρατεί από τα μμε. Σταθερά στο πλευρό των παραπάνω, οι νεοναζιστικές συμμορίες, έχουν αναλάβει επικουρικό ρόλο ενισχύοντας όλες τις κυρίαρχες πολιτικές επιλογές και το καθεστώς του φόβου. Το μοντέλο υπηκόου, που επιδιώκει να διαμορφώσει η σύγχρονη εξουσία, είναι αυτό του σκυφτού και υπάκουου εργαζόμενου-ρομπότ, που δεν έχει χρόνο και χώρο να αναπνεύσει και αντιλαμβάνεται το διπλανό του ως εχθρό.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση επιστρατεύονται όλα τα δυνατά όπλα προκειμένου να ενισχύσουν τα φοβικά ένστικτα του σκυφτού έλληνα πολίτη. Και μόνο στο άκουσμα της ανακοίνωσης αυτής, οι επιβάτες φέρνουν κατά τι πιο κοντά τους τα πράγματά τους και κοιτούν με καχυποψία γύρω γύρω προκειμένου να εντοπίσουν και να προστατευθούν από τον επίδοξο ληστή. Αυτό όμως, αν και είναι μόνο μια αντίδραση, συμβάλει στο σχηματισμό μιας συνειδητής στάσης και στη συγκρότηση συγκεκριμένης αντίληψης για ορισμένες καταστάσεις σε ορισμένους χώρους. Ο αποδέκτης του μηνύματος, ο οποίος σκεπτόμενος ότι βρίσκεται σε περιοχή που κάποιοι εποφθαλμιούν τα προσωπικά του αντικείμενα, γίνεται όλο και πιο δεκτικός σε οποιονδήποτε θέλει να του τα διαφυλάξει. Μια συνθήκη που κάποτε ήταν η εξαίρεση γίνεται, με αυτά τα μέσα, ο κανόνας και καθορίζει ποιος μπορεί να υπάρχει σε μια περιοχή και ποιος όχι. Έτσι, η συνεχής τρομοκρατική αστυνομική παρουσία όχι μόνο γίνεται ανεκτή αλλά είναι και θεμιτή και κάπως έτσι εδραιώνεται χωροταξικά και κατά συνέπεια στη συνείδηση του κόσμου, μια ζώνη στην πόλη με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά˙ η ζώνη του φόβου. Στη ζώνη αυτή βέβαια, ευπρόσδεκτοι είναι και όσοι καλοθελητές, μαφιόζοι, φασίστες προσφέρουν “ανιδιοτελώς” την προστασία τους.

Στη ζώνη του φόβου, συμπυκνώνεται η καθημερινότητα έτσι όπως θα ήθελε η κυριαρχία να είναι οι περιοχές που λαμβάνουν χώρα εμπορευματικές δραστηριότητες, που είναι τουριστικές, που στεγάζονται επαγγελματικοί χώροι κι έτσι οφείλουν να αποστειρωθούν από κάθε είδους παράσιτο που θα σταθεί εμπόδιο σ’ αυτή την κανονικότητα. Η συγκεκριμένη αποστείρωση δεν έχει όμως στόχο την εκκαθάριση αυτή καθ’ εαυτή αλλά την εκπαίδευση των υπηκόων να ζουν με το φόβο του Άλλου. Σε απόσταση από ανθρώπους-παράσιτα, μέσα σε μια “καθαρότητα” που περισσότερο θυμίζει ολοκληρωτικά καθεστώτα. Κι όμως, όλα αυτά συμβαίνουν στο νεοφιλελεύθερο, καπιταλιστικό, δημοκρατικό παράδεισο.

Όταν μια κατάσταση εξαίρεσης γίνεται καθημερινότητα, είναι η ίδια η καθημερινότητα που οφείλει να ανατραπεί. Όταν ο έλεγχος στις ζωές μας γίνεται όλο και πιο ασφυκτικός και προσπαθεί να ορίσει όλο και περισσότερες πτυχές μας, τότε λύση δεν είναι η προσπάθεια αποφυγής του ελέγχου αλλά η συθέμελη καταστροφή των μηχανισμών του. Όταν ο φόβος προσπαθεί να εκτοπίσει από μέσα μας ότι ωραίο έχουμε, τότε εμείς οι ίδιοι έχουμε χρέος να στείλουμε το φόβο κι ότι μας τον προκαλεί, στο πυρ το εξώτερο.

Μέσα στην ησυχία των βαγονιών του μετρό και στα αμήχανα βλέμματα, ανάμεσα στα βήματα των επιβατών στους διαδρόμους και τις φοβικές ανακοινώσεις, διαβάζοντας τα μηνύματα για τις τιμωρητικές συνέπειες της παραχώρησης ή μη επικύρωσης του εισιτηρίου μας, βλέποντας την επιτήρησή μας να γίνεται ολοένα και πιο ασφυκτική, εκεί ακριβώς είναι που “αντιλαλεί καθαρά το μπουμπουνητό της μάχης.”

‘Εξαίρεση σε φόντο φαιογάλανο’: Η Δεξιά Νομιμότητα ως Έκτακτη Ανάγκη

state_of_exception

Του Γιώργου Σωτηρόπουλου

«Η δικαιοσύνη υπόκειται σε διαφωνία· η ισχύς αναγνωρίζεται εύκολα και δεν εγείρει διαφωνίες. Άρα, δεν μπορούμε να δώσουμε ισχύ στην δικαιοσύνη, γιατί η ισχύς έχει αναιρέσει την δικαιοσύνη και διακήρυξε ότι είναι η ίδια δίκαιη. Και έτσι, όντας ανίκανοι να κάνουμε αυτό που είναι δίκαιο ισχυρό κάναμε αυτό που είναι ισχυρό δίκαιο». (Blaise Pascal, Σκέψεις)

Το ότι η Ελληνική κοινωνία έχει περιέλθει σε ένα «καθεστώς έκτακτης ανάγκης» – το οποίο ενώ είναι μεν άτυπο την ίδια στιγμή προσδιορίζεται και ως «μόνιμο», δηλαδή όχι ως παροδική κατάσταση αλλά ως (μετάβαση σε) ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης – έχει γίνει σχεδόν κοινός τόπος του πολιτικού φάσματος που καλύπτει την Αριστερά και τον «χώρο» της Αναρχίας. Εντός αυτής της οπτικής, γεγονότα όπως η επίθεση σε καταλήψεις και πολιτικά στέκια, οι αλλεπάλληλες επιστρατεύσεις απεργών εργατών, τα βασανιστήρια σε πολιτικούς κρατούμενους και η χρήση της αστυνομίας ως στρατό κατοχής, κατανοούνται ενιαία ως επί μέρους στιγμές της επιχείρησης εμπέδωσης του κατασταλτικού δόγματος που άπτεται ενός τέτοιου καθεστώτος. Ενώ όμως μέσα από την έννοια της «έκτακτης ανάγκης» ως μορφή εξουσίας παράγεται η εικόνα μιας συνέχειας στη κυρίαρχη διαχείριση της κρίσης, είναι αδύνατο να διαφύγει της προσοχής ότι από τις εκλογές και μετά υπήρξε μια «δεξιά στροφή» στον τρόπο διακυβέρνησης, η οποία ανέλαβε και το έργο της απονομιμοποίησης και καταστολής κάθε αντίστασης.1 Φυσικά, «στροφή» δεν σημαίνει ασυνέχεια και ρήξη, υποδηλώνει πάντως μια τροποποίηση. Μέχρι πρότινος, η υλοποίηση του πανθομολογούμενου καθεστώτος έκτακτης ανάγκης συντελούταν κυρίως μέσω μιας αποπολιτικοποίησης της κυριαρχίας, η οποία αξίωνε ότι υπερέβαινε τις παραδοσιακές ιδεολογικές μορφές που προσλάμβανε ο πολιτικός ανταγωνισμός. Είτε υπό την μορφή ενός λόγου διαχείρισης της κρίσης με όρους τεχνοκρατικού μάνατζμεντ, είτε μέσω ενός λόγου που όριζε τις κυρίαρχες πολιτικές με όρους ενός μετριοπαθούς «κέντρου» κυκλωμένου από αριστερά και δεξιά «άκρα», η παραγόμενη κοινωνική αναδιάρθρωση και η πολιτική της επιτέλεση εμφανίζονταν ως διαδικασίες ουδέτερες, απεγκλωβισμένες ως τέτοιες από τους διαχωρισμούς ενός παρελθόντος αμετάκλητα παρωχημένου.

Θα ήταν ανακριβές να υποστηριχθεί ότι αυτές οι μορφές διαμεσολάβησης της κοινωνικής αναδιάρθρωσης εγκαταλείπονται. Παραμένουν ενεργές αλλά δια μέσω της ενσωμάτωσης τους σε μια πρόδηλα δεξιά μορφής διαχείριση, η οποία αφενός προτάσσει ένα (πασπαλισμένο με εθνικοφροσύνη) δόγμα «τάξης και ασφάλειας» που συμπυκνώνεται στην «αδιαπραγμάτευτη» προσταγή για «νομιμότητα παντού» και αφετέρου πολώνει τον πολιτικό ανταγωνισμό χαράζοντας τα όρια μεταξύ «φίλου» και «εχθρού» στην βάση αυτής της προσταγής. Συστηματοποιώντας τον λόγο που χρησιμοποιείται ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ ήδη από τον Δεκέμβρη του 08΄, η αριστερή πολιτική στο σύνολο της δεν αναπαρίσταται απλά σαν μια τυχοδιωκτική ή ανεδαφική εναλλακτική πρόταση διαχείρισης της κρίσης, αλλά συγχρόνως ως μια πολιτική που συνειδητά εκφράζει και συγκαλύπτει δυνάμεις ανομίας και αστάθειας που απειλούν να καταστρέψουν την δημοκρατική έννομη τάξη και την εθνική-κοινωνική συνοχή. Έτσι, η Αριστερά ταυτίζεται με εμπράγματες μορφές πολιτικής και κοινωνικής αντίστασης, οι οποίες επίσης, στον βαθμό που υπερβαίνουν τα όρια της νομιμότητας, παύουν να γίνονται ανεκτές ως ελεγχόμενες μορφές έξω-θεσμικής δραστηριότητας αλλά καταστέλλονται ως εστίες ανομίας που απειλούν το εθνικό σώμα. Πάνω σε αυτήν την μορφοποίηση της νεοφιλελεύθερης βιοπολιτικής με όρους παραδοσιακής (άκρο)δεξιάς επιχειρείται να οργανωθεί εκ νέου η δοκιμαζόμενη τα τελευταία χρόνια κοινωνική συναίνεση. Ο «μικρομεσαίος» – και ειδικά αυτός που βγήκε στον δρόμο και αντιστάθηκε – καλείται να δεχτεί την υποτίμηση του βίου του με αντάλλαγμα μια ασφάλεια που θα του εξασφαλίζει, αν όχι το όνειρο μιας άμεσης ευμάρειας, τουλάχιστον την οικειότητα μιας μίζερης ζωής.2

Υπό το πρίσμα της έννοιας της «εξαίρεσης» ή «έκτακτης ανάγκης» υπάρχει χωρίς αμφιβολία μια παραδοξότητα στη τρέχουσα διαχείριση της κρίσης: η καταστρατήγηση της συνταγματικής τάξης, την οποία ένα καθεστώς εξαίρεσης ή έκτακτης ανάγκης υποδηλώνει, συντελείται με όρους μια στρατευμένης νομιμοφροσύνης. Πάνω σε αυτό το γεγονός στηρίζονται οι δυο βασικοί τύποι κριτικής της κυβερνητικής πολιτικής: η πρώτη, που την αντιπροσωπεύει κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και άλλα κόμματα της Αριστεράς) καταγγέλλει την ρητορική περί τάξης και ασφάλειας ως υποκριτική επειδή επικαλείται μια νομιμότητα την οποία η ίδια κουρελιάζει· η δεύτερη, που πηγάζει ως επί το πλείστον από την Αναρχία και κομμάτια της κομμουνιστικής Αριστεράς, απορρίπτει εν γένει την έννοια της νομιμότητας ως συγκάλυψη της βίας της (καπιταλιστικής) εξουσίας, αναπαριστώντας έτσι την δεξιά ρητορική ως μια από τις ψευδεπίγραφες φωνές της Κυριαρχίας. Παρόλες όμως τις διαφορετικές προοπτικές που κινούνται, υπάρχει ένας κοινός τόπος σε αυτές τις αναλύσεις: στον βαθμό που επιχειρείται να εννοιολογηθεί ενιαία, η σχέση μεταξύ της ρητορικής περί νομιμότητας και της παραγωγής ενός αυταρχικού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης τίθεται με όρους παραμόρφωσης, δηλαδή με όρους ιδεολογίας υπό την κλασική έννοια της «ψευδούς συνείδησης». Ως θεωρητικό σχήμα αυτή η οπτική μου φαίνεται ανεπαρκής. Όχι γιατί στερείται εμπειρικής βάσης· η ένσταση που διατυπώνεται αφορά στο κατά πόσο αυτή η ρητορική της νομιμότητας αποτελεί απλά και μόνο ιδεολογικό προπέτασμα μιας πραγματικής διαδικασίας. Σε αντίθεση με αυτό το ερμηνευτικό σχήμα προτείνεται ότι η σχέση νομιμότητας/έκτακτης ανάγκης απαιτεί μια εννοιολόγηση που συλλαμβάνει τον συνεπή χαρακτήρα των κυρίαρχων πολιτικών ή με άλλα λόγια την τρέχουσα δεξιά διακυβέρνηση ως ειδική μορφή του καθεστώτος εξαίρεσης, νοούμενο ως γενική μορφή των πολιτικών των τελευταίων χρόνων. Συνεπικουρώντας τις αναλύσεις που οδηγούνται από αυτήν την οπτική, αυτό θα επιχειρηθεί να καταδειχθεί μέσω μιας θεωρητικής ανάλυσης των υπό συσχέτιση όρων, δηλαδή της «εξαίρεσης» ως μορφή πολιτικής ορθολογικότητας και του νόμου ως μορφή διαμεσολάβησης της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Νόμος και Εξαίρεση

«Επειδή η κατάσταση εξαίρεσης είναι πάντα κάτι διαφορετικό από την αναρχία και το χάος, υπό μια δικαιική έννοια, κάποια τάξη υπάρχει ακόμα εντός της, ακόμα και αν δεν είναι μια τάξη δικαίου» (Carl Schmitt, Πολιτική Θεολογία)

Όπως σημειώθηκε, ένα «καθεστώς έκτακτης ανάγκης» στοιχειοθετείται defacto στην βάση μιας αντιδιαστολής με μια «έννομη-συνταγματική» τάξη την οποία και άρει· η εξαίρεση είναι πάντα εξαίρεση από ένα κανόνα. Για ένα αστικό κράτος συγκεκριμένα μια «κατάσταση εξαίρεσης» υποδηλώνει την αναίρεση δικαιωμάτων που θεωρούνται «θεμελιώδη» όπως και των σχετιζόμενων μορφών διαμεσολάβησης που ρύθμιζαν την κοινωνική αναπαραγωγή με όρους συναίνεσης. Στον βαθμό που η εξαίρεση θεωρείται ότι αποκτά έναν μόνιμο χαρακτήρα σημαίνει λοιπόν ότι το αστικό κράτος περνάει σε ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, παρόλο που αυτό πραγματώνεται ακόμα μέσα στα πλαίσια ενός τυπικά δημοκρατικού κράτους δικαίου. Ενώ όμως όλα αυτά είναι λίγο πολύ πρόδηλα, η σχέση εξαίρεσης και κανόνα δεν είναι τόσο αυτονόητη. Αντιθέτως, τόσο ο Carl Schmitt, στον οποίο οφείλουμε την θεωρητική εισαγωγή του όρου, όσο και ο Giorgio Agamben που επανεισήγαγε τον όρο στο θεωρητικό λεξιλόγιο, περιστρέφουν την ανάλυση τους γύρω από το (φαινομενικά) παράδοξο γεγονός ότι, ως κυρίαρχη απόφαση, η αναίρεση της συνταγματικής (έννομης) τάξης επιτελείται στο όνομα του Νόμου.3 Τουτέστιν, το καθεστώς εξαίρεσης αναιρεί την ομαλότητα που είχε προσλάβει την μορφή ενός κανόνα, όχι όμως για να χειραφετηθεί από αυτήν αλλά για να την διατηρήσει, υπό τον μόνο τρόπο που αυτό όμως (δηλώνεται ότι) μπορεί να γίνει, δηλαδή με το να αναιρεθεί. Είναι αυτή η παράδοξη δομή που επιτρέπει τους ίδιους που κουρελιάζουν την νομιμότητα να την επικαλούνται. Δεν έχουμε λοιπόν να κάνουμε εδώ με υποκρισία, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, η σαφέστατη αντίφαση που υπάρχει δεν παράγεται απλά από υποκειμενικό δόλο (ο οποίος μπορεί να υπάρχει, όπως μπορεί και όχι) αλλά από την ίδια την ουσία μιας έννομης τάξης, μια «ουσία» που δεν σηματοδοτεί ένα στατικό σύνολο ιδιοτήτων όσο τον ενεργό τρόπο που ένα συγκεκριμένο φαινόμενο, εν προκειμένου «ο νόμος», διατηρείται ως τέτοιο – ως «θετικότητα».

Ο νόμος αποτελεί μια μορφή διαμεσολάβησης των κοινωνικών σχέσεων που αναλαμβάνει να αποδώσει ρόλους, δικαιώματα, προνόμια και υποχρεώσεις, δηλαδή να παραγάγει έναν καταμερισμό και κάποια όρια, συμπεριλαμβανομένου τα όρια του επιτρεπτού. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια τάξη απόδοσης η οποία ορίζεται ως «έννομη». Ως τέτοια – ως έννομη τάξη- αντιπαραβάλλεται σε μια κατάσταση ανομίας, η οποία εμφανίζεται δια μέσω της αντιπαράθεσης της με τον νόμο ως «αυθαίρετη». Η έννοια της έννομης τάξης επομένως δομείται στην βάση μιας αντίθεσης δυο μορφών κοινωνικών σχέσεων των οποίων διαζευχτικό κριτήριο αποτελεί η «αυθαιρεσία». Ενώ όμως ο θεωρητικός ορισμός είναι σχετικά εύκολος, το πρόβλημα που αναγκαστικά τίθεται αφορά τα κριτήρια που θεμελιώνουν αυτήν την αντίθεση ως εύλογη. Γιατί μια κοινωνική σχέση θεωρείται «πρέπουσα», ενδύεται δηλαδή με την μορφή του κανόνα, ενώ μια άλλη «αυθαίρετη», ειδικά εφόσον φαινομενικά έχουν την ίδια δομή, πχ. μια σχέση διαταγής-υποταγής ή οικειοποίησης-παραγωγής;

Στην φιλελεύθερη σκέψη, δηλαδή στην κυρίαρχη ιδεολογία των σύγχρονων αστικών κοινωνιών, ο νόμος επιχειρείται επί της ουσίας να θεμελιωθεί στον ίδιο του τον εαυτό: το νόμιμο είναι «ορθό» στο βαθμό που είναι νόμιμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η πιθανότητα «άδικων» νόμων. Το ζήτημα δεν αφορά τον τάδε ή τον δείνα νόμο αλλά τον Νόμο στην γενικότητα του, δηλαδή, την αξίωση ότι η μορφή-νόμος μπορεί να θεσπίζει ένα κανονιστικό πλαίσιο διεξαγωγής του κοινωνικού βίου ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι είναι νόμος. Αυτή η ταυτολογία βρίσκει την συνθήκη δυνατότητας της στην αναπαράσταση του νόμου ως πραγμάτωση ενός «ορθού Λόγου» ο οποίος είναι «αμερόληπτος» και «ουδέτερος», άρα «καθολικός», άρα και ικανός να παράγει ιδεατά σχήματα νομής του υπαρκτού. Ως ενσάρκωση ενός Λόγου που δεν υπόκειται στην ανθρώπινη αυθαιρεσία ο νόμος είναι η «γραμματική του ορθού», συνεπώς οτιδήποτε είναι «σύννομο είναι και δίκαιο».4 Για αυτό, και η απόφανση περί του δίκαιου ή άδικου χαρακτήρα ενός νομοθετήματος έγκειται στον ίδιο τον Νόμο, κάτι που δεν αλλάζει από την ύπαρξη ανεξάρτητων κριτηρίων για τον προσδιορισμό του δίκαιου ή άδικου χαρακτήρα ενός νόμου, πχ. η προάσπιση ή η καταπάτηση της ατομικής ελευθερίας και η αρχή της αναλογικότητας, καθόσον και πάλι έγκειται στον Νόμο να αποφανθεί για τα όρια, συνεπώς και για το περιεχόμενο, αξιών όπως η ελευθερία και η αναλογικότητα. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, επίσης, οποιαδήποτε συλλογική ή ατομική δραστηριότητα διαρρηγνύει τον κυρίαρχο μερισμό του υπαρκτού όπως ορίζεται από τον Νόμο είναι επί της αρχής παράνομη. Μπορεί για διάφορους λόγους τέτοιες δραστηριότητες να γίνονταν ανεκτές όπως συνέβαινε για πολλά χρόνια με τις καταλήψεις. Αλλά στον βαθμό που οι κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις αναπαρίστανται και επικυρώνονται ως «έννομη τάξη», ο άνομος χαρακτήρας των εν λόγω πρακτικών, άρα και η σύννομη δυνατότητα καταστολής τους, είναι δεδομένοι. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι όσες «υπερασπίσεις» των καταλήψεων δεν αμφισβήτησαν την υπάρχουσα έννομη τάξη είχαν απολογητικό χαρακτήρα, κάτι που ισχύει και για ανάλογες απόπειρες υπεράσπισης άλλων παράνομων πρακτικών, όπως το σαμποτάζ στις Σκουριές.

Εφόσον κάθε θεωρία αποτελεί έναν λόγο που συγκροτεί ένα αντικείμενο γνώσης αξιώνοντας ότι κάνει θεατές τις ουσιώδεις πτυχές του, μια κριτική οφείλει (και) να υποδείξει πιθανές πτυχές όπου ένας θεωρητικός λόγος καθιστά αθέατες. Το πρόβλημα λοιπόν συγκεκριμένα με τον κυρίαρχο δικαιικό λόγο (πέρα από τις όποιες προθέσεις, οι οποίες πάντως δεν θεωρώ ότι μπορεί να υποβιβαστούν σε μια δόλια απολογητική εξουσιαστικών δομών) έγκειται στην συσκότιση της καταγωγής του νόμου όπως αυτή εμφανίζεται ήδη στις διάφορες μυθολογίες, δηλαδή την ισχύ, δηλαδή το φαινόμενο της εξουσίας. Διότι ο νόμος, η ύπαρξη του νόμου, πριν από το να είναι καλός ή κακός, λογικός ή παράλογος, δίκαιος ή άδικος στοιχειοθετεί την πραγματικότητα άρα και τη δυνατότητα μιας επιβολής. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, η σχέση εξουσίας-νόμου που σκιαγραφείται δεν αφορά μια αιτιολογική σχέση «βάσης-εποικοδομήματος», που συλλαμβάνει τον νόμο ως δευτερεύουσα έκφραση μια ήδη δομημένης μορφής. Η θέσπιση μιας τάξης δικαίου οφείλει να νοηθεί ως μια παραγωγική διαδικασία, και όχι απλά ρυθμιστική των κοινωνικών σχέσεων. Αλλά αυτή ακριβώς η παραγωγικότητα έχει ως οντολογική της συνθήκη μια (συλλογική) ικανότητα, δηλαδή την ύπαρξη της εξουσίας ως φαινόμενου που ενυπάρχει και συγκροτεί κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις. Παραδείγματος χάρη, η αστική τάξη (όπως και κάθε άλλη κυρίαρχη τάξη) δεν είναι κυρίαρχη επειδή το ορίζει ο νόμος αλλά ο νόμος μπορεί να θεμελιώσει αυτή την κυριαρχία ως θετικότητα στην βάση μιας δυνατότητας επιβολής, μια δυνατότητα, δηλαδή μια εξουσία, που αναδύεται ως ιστορική συγκρότηση δεδομένων κοινωνικών σχέσεων, εν προκειμένω του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτή είναι εν τέλει η δομική συνθήκη που κάνει τον νόμο και ένα όργανο των κυρίαρχων, καθώς ο νόμος προτού γίνει όργανο μιας κοινωνικής τάξης ή πολιτικής ελίτ αποτελεί γεγονός της εξουσίας της.

Φυσικά, οντολογικά μιλώντας, υπάρχει μια διαφορά, μια μη ταύτιση, μεταξύ μιας κοινωνικής ή πολιτικής σχέσης, νοούμενης ως δυναμική αλληλεπίδραση δρώντων υποκειμένων, και της νομικής έκθεσης της, μια διαφορά που πραγματώνεται και στο γεγονός ότι ο νόμος μπορεί να μην ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα μιας σχέσης αλλά να τα συγκαλύπτει. Σίγουρα δεν χρειάζεται να είναι κάποιος μαρξιστής για να δει ότι πίσω από την μορφή της «ελεύθερης σύμβασης» στην σχέση ενός εργάτη στην Κίνα και της πολυεθνικής που εργάζεται ή, για να μην το πάμε τόσο μακριά, μεταξύ ενός τηλεφωνητή στην Ελλάδα και της εταιρίας που τον «υπενοικιάζει» ελλοχεύει η πραγματικότητα ενός πολύμορφου καταναγκασμού. Αυτή όμως η συγκάλυψη βρίσκει την συνθήκη δυνατότητας της στη πρωτογενή λειτουργία του νόμου να συγκροτεί μια τάξη απόδοσης ονομάζοντας το πρέπον· η νομική έκθεση κοινωνικών και/ή πολιτικών σχέσεων (πχ. ταξικών σχέσεων) για να συγκαλύψει την πραγματικότητα τους (πχ. ότι μια ταξική σχέση αποτελεί ένα γεγονός εκμετάλλευσης) πρέπει συγχρόνως να τις κανονικοποιεί, δηλαδή να αποτελεί θετικό ορισμό τους (πχ. ελεύθερη σύμβαση). Και αυτός ο ορισμός είναι στον πυρήνα του αποτύπωση μιας δυνατότητας θέσπισης και επιβολής, δηλαδή μιας εξουσίας.

Για να μην θεωρηθεί ότι παρουσιάζεται μια μονολιθική ανάλυση της μορφής-νόμος, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο νόμος μπορεί να επιφέρει και έναν περιορισμό της εκμετάλλευσης ή της κυριαρχίας. Αυτό όμως όχι μόνο προϋποθέτει αγώνες και μια ικανότητα επιβολής από την μεριά των υποτελών εκμεταλλευόμενων τάξεων, αλλά στον βαθμό που η κοινωνική σχέση καθαυτή δεν αμφισβητείται η όποια βελτίωση δεν μπορεί παρά να είναι μερική, δηλαδή να αποτελεί ρύθμιση και όχι ξεπέρασμα. Διότι μια έννομη τάξη είναι πάντα η επικύρωση συγκεκριμένων κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων ως τάξης δικαίου, ως μορφής συνύπαρξης όπου ο καθένας λαμβάνει αυτό και βρίσκεται εκεί που του αξίζει. Έπεται ότι «η νομιμότητα» δεν αποτελεί ένα αυτοτελές πρόβλημα αλλά παραπέμπει στις κοινωνικοπολιτικές σχέσεις και δομές (άρα και στις σχέσεις και δομές εξουσίας) που ο νόμος επικυρώνει. Τουτέστιν, τα όρια του νόμου είναι τα όρια του κόσμου του.5 Σε αυτό το σημείο, η ιδέα ότι η «ανομία βοηθάει τους ισχυρούς» δείχνει τον έωλο χαρακτήρα της. Όχι διότι είναι λάθος από εμπειρική σκοπιά υπό μια απόλυτη έννοια· η κατάλυση μιας έννομης τάξης μπορεί όντως να σημάνει την επικράτηση της ισχύς ως αδιαμεσολάβητης βούλησης. Είναι έωλη διότι αποσπώντας την «έννομη τάξη», μέσω μιας αφηρημένης και ιδεαλιστικής εννοιολόγησης του Νόμου, από τις ειδικές σχέσεις εξουσίας όπου κάθε έννομη τάξη επικυρώνει αδυνατεί να συλλάβει ότι η κυριαρχία θεμελιώνεται πραγματικά μόνο στον βαθμό που είναι νόμιμη, δηλαδή στον βαθμό που μπορεί να αναπαραχθεί υπό όρους μη-αυθαιρεσίας. Προς επίρρωση αυτής της θέσης αρκεί μια ματιά στα νομοθετήματα που πέρασαν τα φασιστικά καθεστώτα στην Ιταλία και την Γερμανία την περίοδο του μεσοπολέμου για να θεμελιώσουν την κυριαρχία τους ως «έννομη τάξη». Και εδώ φτάνουμε στην ουσία της συζήτησης περί ενός καθεστώτος έκτακτης ανάγκης και της σχέσης του με τον νόμο, όπως αυτή υπαινίχθηκε νωρίτερα.

Όπως είπαμε, ο νόμος ως θετικότητα (και ακόμα και ένας κατασταλτικός νόμος είναι στην ουσία του θετικός) προϋποθέτει την δυνατότητα επιβολής· νομιμότητα υπάρχει μόνο εκεί που υπάρχει ισχύ του νόμου. Στην αντίθετη περίπτωση, ο νόμος υφίσταται μόνο ως αίτημα προς επικύρωση. Στις φιλελεύθερες δικαιικές θεωρίες αυτή η ισχύς-του-νόμου ως προαπαιτούμενο μιας έννομης τάξης εντάσσεται στον κανονιστικό διαχωρισμό «νόμιμης/μη-νόμιμης εξουσίας», στην βάση του οποίου οι φιλελεύθερες θεωρίες λειτουργούν. Σε αυτό το πλαίσιο, η «συντεταγμένη βία» μέσω της οποίας ο νόμος επιβάλλεται παραπέμπεται χωρίς αντίφαση στον ισχύον κανόνα του οποίου η παραβίαση παράγει αυτοδικαίως την ανάγκη επικύρωσης του. Η εξουσία υπάγεται στον νόμο άρα είναι «δίκαιη», όπως και η ταυτοποίηση του κράτους ως μια «έννομη τάξη» επιτρέπει τον προσδιορισμό της κρατικής βίας ως «νόμιμης». Από την άλλη, κάθε εξουσία και βία πέραν του νόμου είναι αυθαίρετη και για αυτό οι φιλελεύθεροι αναγκαστικά κατανοούν ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης ως εκτροπή, ακόμα και αν θεωρούν ότι δεδομένες ιστορικές συνθήκες καθιστούν ένα τέτοιο έκτακτο καθεστώς απαραίτητο ή αναπόφευκτο. Αυτό που δεν προσλαμβάνεται στη πλήρη του διάσταση είναι ο τρόπος που το ίδιο το αίτημα για νομιμότητα παράγει καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και έτσι το ότι η αναπαραγωγή της έννομης τάξης δεν είναι ένα επίδικο νομιμότητας όσο πρωτίστως ένα διακύβευμα εξουσίας.

Στον βαθμό που η ύπαρξη «έννομης τάξης» υποδηλώνει ένα σύνολο κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων που έχουν ισχύ κανόνα, όταν μια δεδομένη έννομη τάξη αδυνατεί να αναπαραχθεί ως κανονικός, δηλαδή κανονικοποιημένος, μερισμός του υπαρκτού, μπαίνει σε μια τροχιά αυτοαναίρεσης ώστε να μπορέσει να επιτευχθεί ο πρωταρχικός της σκοπός: η παραγωγή-επικύρωση κοινωνικών σχέσεων ως τάξης δικαίου. Με άλλα λόγια, η κρίση αναπαραγωγής μιας έννομης τάξης, διανοίγοντας το φάσμα μιας κατάστασης «χάους» – της αταξίας – διανοίγει και την πραγματικότητα της εξαίρεσης ως κυριαρχικής επιβεβαίωσης του κανόνα. Η έκτακτη ανάγκη επομένως, ως μορφή διακυβέρνησης, μακριά από το είναι απλά μια ανωμαλία προς την έννομη τάξη εντός της οποίας εμφανίζεται, στοιχειοθετεί προσπάθεια αποκατάστασης μιας ομαλότητας που έχει απολέσει την ισχύ της. Το οποίο σημαίνει ότι το εν λόγω καθεστώς αποτελεί – και επιτελεί την – υλοποίηση του αιτήματος για νομιμότητα, δηλ. για μια εύρυθμη αναπαραγωγή του υπαρκτού, υπό συνθήκες που αυτή η ευρυθμία έχει τεθεί σε κρίση. Αυτό δεν διαφαίνεται μόνο στη προφανή περίπτωση του στρατιωτικού νόμου ως εξαίρεση από την κανονικότητα του αστικού δικαίου που κάθε κυβέρνηση μπορεί να κηρύξει εφόσον έχει διασαλευθεί η έννομη τάξη. Μια οικονομική κρίση παράγει την ίδια δυναμική αυτοαναίρεσης της υπάρχουσας έννομης τάξης στο βαθμό που το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων που νοηματοδοτούνται μέσω της έννοιας της «οικονομίας» δηλώνεται ότι μπορούν να αναπαραχθούν μόνο μέσω έκτακτων μέτρων. Η δήλωση του Πάγκαλου ότι αν δεν ψηφιζόταν το Μνημόνιο οι τράπεζες θα φυλασσόντουσαν από τανκς στηλιτεύθηκε ως στυγνός εκβιασμός. Ενώ όμως σαφώς υπήρχε και αυτή η διάσταση, ο εν λόγω πολιτικός δεν έλεγε επί της ουσίας κάτι διαφορετικό από το πρώτο άρθρο του «Emergency Powers Act» που ψηφίστηκε στην Αγγλία («λίκνο» δημοκρατίας και κοινοβουλευτισμού) το 1920 και το οποίο έδινε την δυνατότητα στην «Αυτού Μεγαλειότητα» μπροστά στο φάσμα δράσεων που απειλούν την κοινότητα από τα «ουσιώδη της ζωής» να κηρύξει μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Και στις δυο περιπτώσεις η κρίση αναπαραγωγής της οικονομίας παράγει την (έκτακτη) ανάγκη άρσης της έννομης τάξης, όχι όμως απλά ως εκτροπή από αυτήν αλλά ως επιβεβαίωση της, δηλαδή επιβεβαίωση των κοινωνικών σχέσεων όπου η έννομη τάξη αναπαριστά υπό την μορφή του κανόνα.

Δύναται να αντιπαρατεθεί ότι μια κρίση μπορεί να ξεπεραστεί χωρίς προσφυγή σε ένα αυταρχικό καθεστώς εξαίρεσης αλλά μέσω ενίσχυσης της δημοκρατίας. Για να το θέσουμε παραδειγματικά δεν υπάρχει μόνο το «Τρίτο Ράιχ» αλλά και το «New Deal». Τόσο επί της αρχής όσο και επί του πρακτέου είναι σωστό ότι μια κρίση δεν παράγει αυτομάτως ένα μόνο πολιτικό αποτέλεσμα. Ένα καθεστώς όμως έκτακτης ανάγκης αποτελεί, από την σκοπιά των υφιστάμενων εξουσιών, ενδεχόμενο που προσλαμβάνει την αντικειμενικότητα του από το βάθος της κρίσης αναπαραγωγής των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων. Επειδή η τρέχουσα κρίση ήδη από το ξέσπασμα της το 2008 δεν αποτέλεσε τυπική δυσλειτουργία αλλά δομική απειλή για την ομαλότητα της καθεστηκυίας τάξης, η αντιμετώπιση της προσέλαβε εξ’ αρχής τον χαρακτήρα μιας έκτακτης ανάγκης· υπό κανονικές συνθήκες δεν θα δινόντουσαν πακτωλοί χρημάτων στις τράπεζες, αλλά αυτό το μέτρο – και η κυριαρχική ψήφιση του – ήρθε κατ’ εξαίρεση για να σώσει την δυνατότητα ύπαρξης «κανονικότητας». Αυτή η διαδικασία αναπαραγωγής του υπαρκτού με όρους εξαίρεσης έγινε ακόμα πιο επιτακτική στον βαθμό που το ξεπέρασμα της κρίσης από την σκοπιά του Κεφαλαίου, δηλαδή της κυρίαρχης δύναμης, υποδηλώνει μια ριζική αναδιάρθρωση (και ακόμα και μια βίαιη αναδιάρθρωση αποτελεί εν τέλει αναπαραγωγή) των κοινωνικών σχέσεων και δομών ως απαραίτητη συνθήκη για την αποκατάσταση της εύρυθμης «ανάπτυξης», η οποία και αποτελεί την «ομαλότητα» για μια καπιταλιστική κοινωνία. Διότι αυτή η βίαιη αναδιάρθρωση στο κοινωνικό επίπεδο διαμεσολαβείται αναγκαστικά από μια αναδιάρθρωση στο πολιτικό επίπεδο, τουτέστιν από μια αυταρχικοποίηση των δομών πολιτικής εξουσίας, η οποία εκ των πραγμάτων αποκτά την νομιμοποίηση της στην βάση της (έκτακτης) ανάγκης που την εγκαλεί. Το ότι ο βαθμός και/ή η μορφή του αυταρχισμού που παράγεται δεν είναι δεδομένοι ή το ότι δεν υπάρχει μια κατάσταση που να παράγει αυτόματα ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης ως μέσο αποκατάστασης της έννομης τάξης δεν μας λέει κάτι παραπάνω από το γεγονός που επιχειρείται να αναλυθεί εδώ: η νομιμότητα και η αναπαραγωγή (άρα και η μορφή αναπαραγωγής) μιας έννομης τάξης αποτελούν ένα επίδικο εξουσίας πέραν του νόμου. Άρα δεν αναιρείται και η δομική συνάφεια μεταξύ του αιτήματος για νομιμότητα και της παραγωγής ενός καθεστώτος εξαίρεσης ως modus operandi της εξουσίας.

Μια άλλη πιθανή ένσταση είναι ότι η έννοια της νομιμότητας υποδηλώνει και μια «ακριβοδικία» την οποία το καθεστώς έκτακτης ανάγκης καταπατά. Κατά αυτόν τον τρόπο, αντιβαίνοντας τις επιταγές μιας έννομης τάξης, η εξουσία στερείται τον μη-αυθαίρετο χαρακτήρα της. Συνεπώς, η επίκληση στη νομιμότητα διατηρεί τόσο την κανονιστική όσο και την πολιτική της αξία. Όντως, ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης αξιώνει για τον εαυτό του την δυνατότητα να μην είναι «ακριβοδίκαιο» αλλά να ζητά θυσίες που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα ζητούνταν. Η έκτακτη ανάγκη επιτρέπει να ψηφίζονται μέτρα με δάκρυα στα μάτια. Αλλά αυτό ελάχιστα αλλάζει τη δομή της σχέσης κανόνα/εξαίρεσης. Και αυτό όχι μόνο γιατί το καθεστώς έκτακτης ανάγκης ορίζεται ακριβώς από την κήρυξη της μη δυνατότητας ύπαρξης ακριβοδικίας μέσω των κανονικών λειτουργιών μιας τάξης δικαίου, αλλά γιατί συγχρόνως η ακριβοδικία, όταν τίθεται ως αίτημα για νομιμότητα, είναι πάντα η ακριβοδικία αυτού που υπάρχει, ένα αίτημα συντήρησης του υπάρχοντος. Εφόσον το υπάρχον, άρα και η «νομιμότητα» ως κανονικοποιημένη μορφή του, βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης, αυτό το αίτημα μετουσιώνεται ως ανάγκη εμφάνισης μιας εξουσίας που να μπορεί να λάβει έκτακτα μέτρα. Επανερχόμαστε λοιπόν στην βασική θέση περί νόμου, εξαίρεσης και εξουσίας: το καθεστώς έκτακτης ανάγκης δεν είναι απλά μια εκτροπή από τη νομιμότητα αλλά η στιγμή που φανερώνεται η αδυνατότητα αυτό-θεμελίωσης του νόμου και που ως εκ τούτου ο νόμος φανερώνει την θεμελίωση του στην εξουσία και τελικά στην βία του κυρίαρχου.

Τώρα, στο βαθμό που το καθεστώς έκτακτης ανάγκης ορίζεται ως «μόνιμο» – δηλαδή που προσδιορίζει ως αμετάκλητη την κρίση της υπάρχουσας συνταγματικής τάξης και θέτει τις λειτουργίες του ως νόρμα – θα παραγάγει εκ των πραγμάτων μια νέα μορφή νομιμότητας, δηλαδή μια νέα έννομη τάξη, η οποία δεν πρόκειται να χαρακτηρίζεται από τις δικαιικές και θεσμικές μορφές ενός δημοκρατικού κράτους. Εδώ φυσικά τίθεται και το θέμα των ορίων της έννοιας του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, καθώς η ονομαστική του αξία θα διατηρείτο μόνον εφόσον προσδιόριζε ένα καθεστώς όπου η κρίση των κοινωνικών σχέσεων θα ήταν ο κανόνας, κάτι που μάλλον αντιβαίνει την κυκλική τάση του κεφαλαίου να επιστρέφει σε μια (σχετική πάντα) ευρυθμία και σταθερότητα παράγοντας νέες θεσμικές μορφές συσσώρευσης και αναπαραγωγής, ασχέτως αν αυτές με την σειρά τους παράγουν συνθήκες για μια νέα κρίση. Ακόμα και αν η τρέχουσα κρίση διαρκέσει πολλά χρόνια· ακόμα και αν οδηγούμαστε σε ένα νέο «ολοκληρωτισμό»· ακόμα και αν δεχτούμε ότι αυτή είναι η «τελική» κρίση του καπιταλισμού, το κοινωνικό γίγνεσθαι δεδομένα θα παγιωθεί (ποτέ φυσικά κατά οριστικό τρόπο) με όρους κανονικότητας, η οποία απλά μπορεί να έχει ενσωματώσει στοιχεία ενός καθεστώτος εξαίρεσης στις καθημερινές της λειτουργίες, όπως έκανε, πχ., το Αμερικάνικό Κράτος μέσω του «πόλεμου κατά της τρομοκρατίας». Σε κάθε περίπτωση πάντως είναι σαφές ότι η «έκτακτη ανάγκη» αποτελεί μια διαδικασία μετάβασης σε μια αυταρχικότερη τάξη πραγμάτων. Όμως, ο ακριβής βαθμός, τρόπος και χρόνος που αυτή η νέα «μετά-δημοκρατική» νομιμότητα θα παραχθεί δεν είναι τελεσίδικος. Κατά πρώτον, οι ιδιαιτερότητες ενός τόπου, ως «εδαφικοποίηση μιας ιστορίας», είναι πάντα καθοριστικός παράγοντας. Εξίσου σημαντικά, καθόσον στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες η ίδια η δημοκρατία αποτελεί νόρμα νομιμοποίησης, το καθεστώς εξαίρεσης, εφόσον η κρίση αναπαραγωγής των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων δεν έχει φτάσει σε οριακό σημείο, μπορεί και πρέπει να παράγεται εντός ενός τυπικά δημοκρατικού πλαισίου. Και όσο περισσότερο «τυπική» είχε γίνει η δημοκρατία, τουτέστιν, όσο πιο πολύ έχουν ευδοκιμήσει εντός της αυταρχικότερες δομές εξουσίας, τόσο περισσότερο ελαστική θα μπορεί να είναι. Αυτό που απαιτείται, αντί για έναν «Δικτάτορα», είναι μια «δημοκρατική πολιτική δύναμη» έτοιμη, καλή τη πίστη, να κυβερνήσει με όρους έκτακτης ανάγκης.

Η Δεξιά ως φορέας και κατώφλι πολιτικού αυταρχισμού

«Κάποτε υποφέραμε από τις κακίες μας, σήμερα υποφέρουμε από τους νόμους μας» (Τάκιτος, Χρονικά)

Στην βάση των όσων ειπώθηκαν, η τρέχουσα στην Ελλάδα δεξιά διαχείριση της κρίσης με όρους αυταρχικής νομιμοφροσύνης αποτελεί τον συνεπή φορέα του υπό παραγωγή καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Έπεται ότι η οικειοποίηση μιας ρητορικής νομιμοφροσύνης, στην οποία ένα κομμάτι της Αριστεράς και ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ βασίζει την πολιτική της – ο «βομβαρδισμός νομιμότητας» – είναι προβληματική ακόμα και αν εκλογικά αποδειχθεί επιτυχής. Διότι παραβλέπει ότι ήταν η ανάγκη για νομιμότητα σε συνθήκες οξυμένης κοινωνικής και πολιτικής έντασης που έφερε τους «δεξιούς» (sic) στην εξουσία. Εδώ φυσικά ελλοχεύει ο κίνδυνος ενός απλοϊκού λειτουργισμού. Εφόσον έγινε με οριακή πλειοψηφία μέσω εκλογών, υπάρχει ένας συγκυριακός χαρακτήρας στην ανάδυση μιας δεξιάς κυβέρνησης στην Ελλάδα, πόσο μάλλον καθόσον στην συγκεκριμένη περίπτωση, μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, δεν υπήρχαν και πολλές άλλες κυβερνητικές λύσεις να πριμοδοτηθούν. Αλλά το να μείνουμε σε αυτό δεν μας πάει πολύ πέρα από μια δημοσιογραφικού τύπου ανάγνωση της πολιτικής συγκυρίας ή από την διαπίστωση ότι υπάρχουν πολλοί «δεξιοί» στην Ελλάδα, γεγονός άλλωστε αδιαμφισβήτητο.

Ζητούμενο εδώ δεν είναι να ανακαλυφθεί κάποιο «master-plan» από μια ενιαία και αδιαίρετη Εξουσία, ούτε μια μηχανική ανάγνωση των πολιτικών διαδικασιών. Το ζήτημα έγκειται στην κατανόηση της ορθολογικότητας της «δεξιάς» ως πολιτική προοπτική, η οποία καθορίζει το ότι σε δεδομένες συνθήκες μια δεξιόστροφη πολιτική εμφανίζεται ως η ειδική μορφή πραγμάτωσης ενός καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Και αυτό διότι ως πολιτική προοπτική η Δεξιά εκφράζει αφενός το γεγονός της εκμετάλλευσης και της ανισότητας ως απενοχοποιημένο δικαίωμα και, αφετέρου, την δυνατότητα του κράτους, και δη του δημοκρατικού κράτους, να αντιμετωπίζει με την απαραίτητη πυγμή κάθε απειλή και αστάθεια. Η Δεξιά, αναγνωρίζοντας ότι ο νόμος διαφυλάττει τα προνόμια αυτού που έχει την ικανότητα να έχει προνόμια, μπορεί μετά πάσα ειλικρίνεια να οπλίσει την δημοκρατία μέχρι το οριακό σημείο αυτό-αναίρεσης της. Με απλά λόγια, η Δεξιά εκφράζει υπό ρητή μορφή τη έννομη δυνατότητα μιας πειθαρχημένης και μαχόμενης δημοκρατίας, και για αυτόν το λόγο αποτελεί τον πρόδηλο φορέα εμβάθυνσης ενός καθεστώτος έκτακτης ανάγκης σε συνθήκες όπου αφενός η τυπική κατάλυση της δημοκρατίας δεν είναι επιθυμητή και αφετέρου η δημοκρατία αποτελεί ένα πρόβλημα καθόσον επιτρέπει την διεξαγωγή της ταξικής πάλης με πιο προσφιλείς όρους για τους «από κάτω». Εξίσου σημαντικά, μια δεξιά μορφή διακυβέρνησης δεν καταστέλλει μόνο αλλά, συγχρόνως, πειθαρχεί την Αριστερά, όπως και κάθε άλλη ανταγωνιστική προοπτική, υπό την έννοια ότι τις εγκαλεί είτε να αποδεχθούν τη νομιμότητα των καπιταλιστικών σχέσεων είτε να εξοβελιστούν στα επικίνδυνα εδάφη της «ανομίας», ως εχθροί της εσωτερικής τάξης. Έτσι, η τρέχουσα δεξιά μορφής διακυβέρνησης, ανεξαρτήτως των φιλοδοξιών των φορέων της, προετοιμάζει το έδαφος ώστε μια εξάντληση της να μην επιφέρει κάποια ουσιαστική αλλαγή, πέρα από μια πιο μετρημένη διαχείριση, η οποία όμως, έχοντας αναγνωρίσει τον έκτακτο χαρακτήρα της κατάστασης, θα λειτουργεί και αυτή με όρους εξαίρεσης.

Πάντως όπως σημειώθηκε, ανεξάρτητα από το τι θα γίνει στο προσεχές διάστημα, η συνολική κίνηση στο πολιτικό πεδίο, ειδικά σε κράτη όπου η αναδιάρθρωση γίνεται με οξύ και βίαιο τρόπο, είναι προς τον αυταρχισμό. Όσο λοιπόν η κρίση παραμένει το κεντρικό σημαίνον η πιθανότητα μιας τυπικής κατάργησης της δημοκρατικής τάξης και η ανάδυση μιας δικτατορίας (εκ των πραγμάτων) δεξιάς κοπής (θα) είναι ακόμα ανοιχτή. Διότι όσο κλιμακώνεται η κρίση και η (συναγόμενη) αστάθεια τόσο (θα) ανοίγεται και η προοπτική εμβάθυνσης του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης ως μορφή παραγωγής μιας νέας ομαλότητας. Όπως όμως ειπώθηκε αυτή η διαδικασία δεν είναι ούτε αυτόματη ούτε μονόπλευρη. Αντίθετα, η εμβάθυνση ενός καθεστώτος εξαίρεσης – δηλαδή η περαιτέρω μετατόπιση του προς τα «δεξιά», θα καθοριστεί από το επίπεδο και την ένταση της ταξικής πάλης. Διότι, όπως πάντα, η καθοριστικότερη μεταβλητή είναι οι αγώνες των «από κάτω».

«Ενάντια στην ημέρα»

«Η παράδοση των καταπιεσμένων μας διδάσκει ότι η «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» που ζούμε τώρα δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας. Πρέπει να κατορθώσουμε να συλλάβουμε την ιστορία έχοντας αυτή την επίγνωση. Τότε θα διαπιστώσουμε καθαρά ότι αποστολή μας είναι να δημιουργήσουμε μια πραγματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης και έτσι θα βελτιωθεί η θέση μας στον αγώνα κατά του φασισμού» (Walter Benjamin, Θέσεις για την Φιλοσοφία της Ιστορίας).

Η ανάλυση που παρουσιάστηκε αξιώνει ως συμπέρασμα την ανάγκη υπέρβασης των προβλημάτων που θέτουν Κεφάλαιο και Κράτος, δηλαδή την ανάγκη παραγωγής μιας ριζοσπαστικής πολιτικής που θέτει δικούς της όρους πρόσληψης και παρέμβασης στο πραγματικό. Η ίδια η επιτακτικότητα με την οποία τίθενται τα διλήμματα από την σκοπιά της κυριαρχίας, καθιστά επιτακτικό από την σκοπιά της αντίστασης σε αυτήν το ξεπέρασμα της προβληματικής της δίκαιης διαχείρισης και την αντικατάσταση της με το πρόβλημα της χειραφέτησης. Και η χειραφέτηση ως υπέρβαση των υπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων είναι και υπέρβαση της τάξης δικαίου που εκφράζονται. Σε μια περίοδο όπου πρακτικές σαν το σαμποτάζ επιζητούν να βρουν την δικαιωματική τους θέση στον αγώνα των καταπιεσμένων, αυτό το θεμελιώδες γεγονός είναι απαραίτητο να διατυμπανίζεται σε όλους τους τόνους και με όλους τους τρόπους. Άλλωστε, ένα από τα διδάγματα των «πλατειών» είναι ότι ακόμα και ένα φαινομενικά ριζοσπαστικό πρόταγμα, όπως το «άμεση δημοκρατία τώρα», μπορεί να παραμένει δέσμιο στο παρόν του εφόσον αναγνωρίζει την νομιμότητα των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η χειραφετική δυναμική μιας πράξης ταυτίζεται με τον βαθμό παρανομίας της, ούτε από τη βούληση του υποκειμένου να σπάσει τα «δεσμά του Νόμου». Άλλωστε αν η χειραφέτηση έχει κάποιο νόημα, είναι μόνο ως διαδικασία γενικευμένης ταξικής πάλης, η οποία δεν παράγεται σε ένα κενό ως καθαρή βούληση αλλά ως διαλεκτική με το παρόν της. Το ότι ο βολονταρισμός όμως ως ιδεολογική στάση είναι προβληματικός, δεν αλλάζει το γεγονός ότι μπροστά σε ένα παρόν όπου μέσω της «εκ των άνω» κήρυξης μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης παράγεται η νόρμα ενός νέου αυταρχισμού, από την σκοπιά της αντίστασης και της χειραφέτησης η νομιμότητα δεν μπορεί να αποτελεί νόρμα αξιολόγησης αλλά πεδίο αμφισβήτησης και ανταγωνισμού. Φυσικά, χρειάζεται και μια αναγνώριση των ρίσκων μιας τέτοιας διαδικασίας, ρίσκα που η παρούσα ανάλυση προσπάθησε να υποδείξει. Επειδή η έκτακτη ανάγκη εμφανίζεται ως κυριαρχική επιβεβαίωση του κανόνα και όχι απλά ως εξαίρεση από αυτόν, όσο πιο επιτυχής (θα) είναι μια ρήξη με την έννομη τάξη τόσο (θα) εγκαλεί το φάσμα της εμβάθυνσης του αυταρχισμού που αντιπαλεύει, σε μια διαδικασία που το τέλος της δεν είναι προαποφασισμένο. Καμία θεωρία δεν μπορεί να λύσει από μόνη αυτό το πρόβλημα· ιδού είναι η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

___________________________________
1 Για μια ενδελεχή ανάλυση της υπό συζήτηση δεξιάς στροφής ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι το άρθρο του Κώστα Φαρμακίδη, ‘Η ανασυγκρότηση της Δεξιάς ως πιθανή απάντηση στην πολιτική (και πολιτειακή) κρίση
2 Φυσικά, όσο σημαντική και να είναι η ιδεολογία η συναίνεση χρειάζεται και κάποια υλική βάση. Εδώ υπάρχει ένα σαφέστατο πρόβλημα για την κυβέρνηση που έχει αναλάβει αυτό το έργο καθώς άμεσες παραχωρήσεις θεωρούνται ανέφικτες. Το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίζεται με την υπόσχεση μιας ανάκαμψης, η οποία προπαγανδίζεται συστηματικά από τα ΜΜΕ. Δεν γνωρίζω πόσο καιρό μπορεί η υπόσχεση του μέλλοντος να πειθαρχεί την ένδεια του παρόντος. Το σίγουρο είναι ότι ένας άνθρωπος μπορεί να δεχτεί να ζήσει πιο φτωχικά αρκεί να έχει σε κάτι να ελπίζει.
3C. Schmitt, Πολιτική Θεολογία: Τέσσερα Κεφάλαια γύρω από την Διδασκαλία της Κυριαρχίας, (Αθήνα: Λεβιάθαν, 1994); G. Agamben, State of Exception, (Chicago and London: The University of Chicago Press, 2005).
4 Ο παρατιθέμενοι ορισμοί ανήκουν σε έναν από τους «γκουρού» της φιλελεύθερης δικαιικής σκέψης, τον Richard Dworkin. Παρατίθενται στο Κ. Δουζίνας και R. Warrington, Ο Λόγος του Νόμου: Ερμηνεία, αισθητική και ηθική στο δίκαιο, (Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1994), σ.111.
5 Κατά παράφραση της ρήσης του Ludwig Wittgenstein για την γλώσσα.

Εργασία ή χάος

Tο  κείμενο δημοσιεύεται στο 10ο τεύχος του περιοδικού «Υπόγειο με Θέα» της Αυτόνομης Ριζοσπαστικής Ενότητας ΑΣΟΕΕ. Αναζητείστε το στο κυλικείο της ΑΣΟΕΕ και σε κινηματικούς χώρους.

Ένας από τους χαρακτηρισμούς που μπορούμε να αποδώσουμε στην κοινωνία όπως αυτή έχει εξελιχθεί μέχρι σήμερα, είναι «κοινωνία της μισθωτής εργασίας». Στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, όμως, αυτός ο χαρακτηρισμός τίθεται πια προς αμφισβήτηση, καθώς αυτός ο τύπος κοινωνίας αρχίζει να εκλείπει. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που αποτελεί στις μέρες μας είδος προς εξαφάνιση είναι η αφηρημένη εργασία, η εργασία αυτή καθ’ εαυτή: ποσοτικά προσδιορίσιμη, ανεξάρτητη από το πρόσωπο που την εξασκεί και ικανή για αγορά και πώληση στην «αγορά εργασίας». Με μια φράση δηλαδή, η εξαργυρώσιμη εργασία ή η εργασία-εμπόρευμα.

Όλοι μας ερχόμαστε σε επαφή και πραγματώνουμε την εργασία από μία συγκεκριμένη σκοπιά: ως μια κοινωνική σχέση που σε εισάγει στην παραγωγική διαδικασία. Θα πρέπει να συμφωνήσουμε, όμως, στο σημείο αυτό, ότι οι εργασιακές-κοινωνικές αυτές σχέσεις τις περισσότερες φορές θυμίζουν κάτι από σχέσεις εξαρτημάτων της ίδιας υπερ-μηχανής, παρά ανθρώπινες σχέσεις. Ακόμη και στον απόγειο της, στα τέλη του 18ου αιώνα, και παρά τις εξιδανικεύσεις της η κοινωνία της μισθωτής εργασίας δεν κατάφερε να εδραιώσει ποτέ την εργασία ως πηγή ολοκλήρωσης και «κοινωνικής συνοχής» για τους ανθρώπους.

Αυτή η αντίληψη περί εργασίας βέβαια, βρήκε νομιμοποίηση και κανονικοποιήθηκε μέσα από την εκπαίδευση. Όταν ένα αγαθό όπως η παιδεία βρέθηκε να κοστολογείται και να είναι πιστοποιούμενο, κατανοούμε πως η χρήση του αντίστοιχα γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετεί πολύ συγκεκριμένες αντικειμενικές και λειτουργικές απαιτήσεις του συστήματος. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Καλλιεργείται, έτσι, σιγά σιγά ένα είδος ιδεολογίας όσον αφορά τη μισθωτή εργασία, που επιτάσσει τον οποιονδήποτε να είναι κάτοχος μιας θέσης και να μην ενδιαφέρεται για το περιεχόμενο της εργασίας που επιτελεί. Το ιδεολογικό μήνυμα δηλαδή όλων αυτών των χρόνων δεν ήταν άλλο από το «τι σημασία έχει η εργασία, το θέμα είναι να πέφτει ο μισθός στο τέλος κάθε μήνα! Δουλειά να ‘ναι κι ότι να ‘ναι!». Μέσα σε αυτή την κοινωνία λοιπόν ο καθένας μας δεν είχε παρά την ψευδαίσθηση της επιλογής της εργασίας του, εξειδικευόταν μάλιστα και με παραπάνω πτυχία, τόσο ώστε να επιτελεί το έργο του αρτιότερα, όσο και για να αυξήσει σταδιακά τις απολαβές του πιστεύοντας πάντα πως η εργασία του ήταν αυτή που θα του άνοιγε τις πύλες προς μία «καταναλωτική κοινωνία».

Μέσα όμως στο παραλήρημα αυτής της ιδεολογίας δε γίνεται καν λόγος για κοινωνική συνοχή. Ο κάθε εργαζόμενος δεν ήταν μέλος της κοινωνίας, αλλά μέλος της τάξης στην οποία ανήκε. Ο κοινωνικός ιστός μάλιστα δέχεται επιπλέον πλήγματα από τους κεφαλαιούχους, οι οποίοι σκαρφίζονται τις εξατομικευμένες συμβάσεις εργασίας, την κατάργηση της μονιμότητας, τη μαζική κατάργηση θέσεων που σαν αποτέλεσμα έχουν την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια για όλους. Ο κάθε εργαζόμενος αισθάνεται αναλώσιμος μπροστά στην απειλή της ανεργίας που πλησιάζει κι έτσι βλέπουμε πια και το ιδεολογικό μήνυμα της εποχής –όσον αφορά πάντοτε τη μισθωτή εργασία- να αλλάζει. Πλέον δεν έχει σημασία πόσα παίρνεις, αρκεί να μην είσαι άνεργος. Η εργασία ανάγεται με αυτό τον τρόπο σε προνόμιο για λίγους, ενώ η ανεργία ισοδυναμεί με το απόλυτο χάος, αφού όποιος χάνει τη δουλειά του, χάνει τα πάντα! Σε αυτά τα «ιδεολογικά» πλαίσια λοιπόν θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι για κάθε υποχώρηση, εξευτελισμό, υποταγή, ανταγωνισμό κι εν τέλει προδοσία, χάρη μιας θέσης εργασίας γιατί όπως λέγεται «δεν υπάρχουν πλέον δουλειές σήμερα» και ποτέ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει.

Απίθανη αντιστροφή: δεν είναι ο εργαζόμενος που προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, αλλά η κοινωνία που προσφέρει σε όλους μας τη «δυνατότητα» της εργασίας. Είναι η ίδια κοινωνία που εκπλήσσεται και δυσανασχετεί όταν όσοι έχουν το προνόμιο μιας δουλειάς υψώνουν απαιτήσεις – οι αχάριστοι! – ή φτάνουν στο σημείο να απορρίπτουν πλήρως τις εργασιακές τους συνθήκες, οι οποίες εντατικοποιούνται διαρκώς, ενώ οι μισθοί συμπιέζονται.

Η πολυπόθητη κοινωνία των ίσων ευκαιριών, μέσα στην οποία καθένας θα εύρισκε τη θέση του και θα μπορούσε να θέσει στόχους, να είναι χρήσιμος και να «χαίρει ασφαλείας» -η κοινωνία της μισθωτής εργασίας- ήταν πάντα ένα άπιαστο όνειρο που πλέον είναι νεκρό. Είναι σαφές όμως πως πρέπει όλοι να συνεχίσουν να επιθυμούν διακαώς αυτό που οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να διαθέσουν παρά μόνο σε λίγους, ώστε ο ανταγωνισμός όλων εναντίον όλων στο χώρο της αγοράς εργασίας να ναρκοθετεί διαρκώς τις όποιες απαιτήσεις εκείνων των λίγων «προνομιούχων» που έχουν την τιμή να βρίσκονται στην υπηρεσία της επιχείρησης.

Τι χρειάζεται όμως να γίνει τώρα; Ένας συνδυασμός αλλαγής νοοτροπιών και πολιτικής μεθόδευσης. Το ένα θα ήταν αδύναμο χωρίς το άλλο, καθώς είναι τόσο θέμα πολιτισμού, όσο και θέμα πολιτικής. Χρειάζεται να αλλάξουν οι νοοτροπίες ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην οικονομία και την κοινωνία να αλλάξουν. Αλλά και για να αλλάξουν οι νοοτροπίες, απαιτείται μια σταδιακή πολιτική μεθόδευση η οποία θα εκφραστεί μέσα από τις διάφορες συλλογικότητες οι οποίες θα αναδεικνύουν την ανάγκη να απορρίψουμε την οικονομίστικη λογική (σύγκρισης κόστους-οφέλους) που μας θέλει να παραμένουμε εξαρτήματα της υπερ-μηχανής επ’ αόριστον και την ανάγκη να αγωνιστούμε συλλογικά για μία καλύτερη ζωή ελευθερίας και αλληλεγγύης.

1 Misères du présent, richesses du possible / Πληγές του παρόντος, δυνάμει πλούτος – André Gorz , μεταφραση Μάνος Κορνελάκης

Γωγώ, Αντωνία


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-aVC

Τι τους κάνει να ελπίζουν στη σιωπή μας;

από σύμπραξη αντιεξουσιαστών/στριων «Δεκέμβρης 2011», Ιωαννινα

η 6η Δεκέμβρη έρχεται

Ήρθε λοιπόν η ώρα; Θα γίνει ξανά εξέγερση; Θα τρομάξουμε τον Παπαδήμο και την τρόικα; Θα γίνουν εκλογές για να «μιλήσει ο λαός»; Θα ξεκινήσει νέος «εθνικο-απελευθερωτικός αγών»; Αν η 6η Δεκέμβρη ήταν μνημόσυνο θα κλαίγαμε, αν ήταν επέτειος, θα γελάγαμε. Τίποτα από τα δύο! Επειδή δεν μας αρέσουν οι προφητείες, ούτε για κάτι από τα παραπάνω, αλλά ούτε για τα αντίθετα, προτιμούμε να έχουμε τα πόδια μας στη γη και να βλέπουμε τη συγκεκριμένη μέρα απλά σαν άλλη μια πολύ καλή ευκαιρία για να μιλήσουμε και να πράξουμε ανταγωνιστικά προς τις υπάρχουσες σχέσεις κυριαρχίας.

Σημαδεύοντας τη ζωή μας

Δεν ξεχνάμε, λοιπόν, πως εκείνη την ημέρα, στα τέλη του 2008, εκτός του ότι δολοφονήθηκε ένας 15χρονος, ξέσπασε μια κοινωνική εξέγερση. Τα συσσωρευμένα αίτια ήταν (και είναι) πολλά. Πήγαζαν όμως – από που αλλού;- από την εκμετάλλευση. Τον πυρήνα του συστήματος αυτού. Αρχικά αρθρώθηκε σαν βίαιη κραυγή από διαφορετικά υποκείμενα και σε πολλές γλώσσες. Οι εξεγερμένοι επιτέθηκαν σε κρατικούς και καπιταλιστικούς στόχους (τράπεζες, υπουργεία, αστυνομικά τμήματα, ναούς της κατανάλωσης). Οι εξεγερμένοι δεν αιτούνταν κάτι, αλλά αμφισβητούσαν. Οι εξεγερμένοι έθεσαν ερωτήματα :»Προς τι όλη αυτή η ασφάλεια;»/ «Τι ακριβώς διασφαλίζει και προστατεύει;» / «Πόσο θωρακισμένη νομίζει ότι είναι αυτή η εξουσία που μας αφαιρεί την ίδια μας τη ζωή;» Στη συνέχεια πήρε κι άλλες διαστάσεις και αντήχησε και εκτός συνόρων, αφήνοντας εν τέλει πολλές παρακαταθήκες. Το αγωνιστικό κίνημα μαζικοποιήθηκε, αυτοοργανωμένα εγχειρήματα ενισχύθηκαν ή δημιουργήθηκαν καινούργια, το μονοπώλιο του λόγου και της βίας του κράτους αμφισβητήθηκε σε πρωτοφανή επίπεδα για τη μεταπολιτευτική ελλάδα.

Διασφαλίζουν την κλοπή τους

Δεν πρέπει να παραβλέπουμε όμως και την γενικότερη συνθήκη, καθώς μιλάμε για την περίοδο εκείνη, όπου η καπιταλιστική κρίση εγινε περισσότερο εμφανής και αισθητή λόγω των κορυφώσεων της. Άρχισαν δηλαδή -μετά το 2008- να επηρεάζονται άμεσα, ακόμα πιο μεγάλα κοινωνικά κομμάτια από αυτά που τη βίωναν ούτως ή άλλως καλά στο πετσί τους, ακόμα και στα χρόνια της «ευδαιμονίας». Ζούμε δηλαδή- έτσι κι αλλιώς- σε μια κρίσιμη πολιτική και οικονομική κατάσταση, της οποίας η διαχείριση μπορεί να γίνεται μόνο με επιθετικούς όρους και από ένα κράτος που έχει προ πολλού ξεφορτωθεί το προσωπείο της «πρόνοιας».

 Ο συνδυασμός αυτής της συνθήκης με το προηγούμενο ενός «δεκέμβρη», δηλαδή το φάντασμα ενός μαζικού βίαου ξεσπάσματος να πλανιέται έντονα από τότε, ανάγκασε τα ντόπια αφεντικά να λάβουν τα μέτρα τους. Έκτοτε βιώνουμε τη γιγάντωση του κράτους ασφάλειας, τόσο ποιοτικά όσο και ποιοτικά: αύξηση της αστυνόμευσης, νέες συμμορίες ΔΙΑΣ-ΔΕΛΤΑ, αναβάθμιση της δημοτικής αστυνομίας, οργάνωση παρακράτους, εντατικότερη επίθεση σε βασικά υποκείμενα της εξέγερσης (μαθητές, μετανάστες, στέκια, καταλήψεις), συνεχείς συλλήψεις και προφυλακίσεις σχεδόν σε κάθε κοινωνικό αγώνα, εξέλιξη νομικού οπλοστασίου (π.χ κουκουλονόμος, νέος αντιτρομοκρατικός, υποχρεωτική λήψη DNA), όξυνση οικονομικής καταστολής με εξοντωτικά πρόστιμα (π.χ στους ανυπότακτους ή στους αντιστεκόμενους στα διόδια).

Επίσης, αυτή η στρατηγική έχει ένα ιδιαίτερα νευραλγικό σημείο: έχοντας διαγνώσει ότι μια από τις σημαντικότερες «επιτυχίες» του Δεκέμβρη ήταν η κοινωνική απονομιμοποίηση του ρόλου της αστυνομίας, προσπαθούν με συντεταγμένο σχέδιο να ξαναγεφυρώσουν αυτό το χάσμα.

Ο θεσμός του μπάτσου της γειτονιάς, οι όλο και συχνότερες περιπολίες, το χτίσιμο σχέσεων με μαγαζάτορες και πολίτες που κατέχουν  «χρήσιμες» θέσεις στο δημόσιο χώρο, ακόμα και τα καφεδάκια που πίνουν όλη μέρα οι ΔΙΑδες εν ώρα υπηρεσίας, όλα συντελούν στον ίδιο βασικό στόχο της σύγχρονης καταστολής: να αφομοιωθεί κοινωνικά η εικόνα και η παρουσία των δυνάμεων καταστολής. Ακόμα περισσότερο: να ανακτηθεί η χαμένη εμπιστοσύνη και να βρει στήριγμα η αστυνόμευση στον εθελοντισμό και τη συνεργασία των πολιτών…

Όμως, μην ξεχνάμε πως η καταστολή οφείλει πάντοτε να μην σερβίρεται «ξεροσφύρι», αλλά με ιδεολογικά συνοδεύματα για να νομιμοποιείται και να γίνεται υποφερτή. Έτσι επιστρατεύεται πιο πολύ απο ποτέ, η παλιά καλή συνταγή της «εθνικής ενότητας». Όταν δηλαδή η κρίση εξαφανίζει το «καρότο»(σαν υποσχέσεις απτών προνομίων), το μαστίγιο δεν μπορεί να κραδαίνεται εντελώς γυμνό. Εμφανίζεται τότε το παραμύθι της «θυσίας για το κοινό καλό»…»Αφεντικά και δούλοι σκατά γίναμε ούλοι…απέναντι στους κακούς ξενους και τους δωσίλογους». Και είναι το σύνολο σχεδόν των δεξιών ή αριστερών δυνάμεων, με την εξωκοινοβουλευτική αριστερά να μην αποτελεί εξαίρεση, που πλασάρει επικίνδυνες έννοιες όπως πατρίδα και εθνική κυριαρχία. Γα διαφορετικούς, βέβαια, λόγους ο καθένας, αλλά συμβάλλοντας εν τέλει στο ίδιο αποτέλεσμα: η συσκότιση των πραγματικών αντιθέσεων και η δημιουργία μιας εκεχειρίας στο όνομα της πατρίδας. Εκεχειρία εκεί που θα έπρεπε να ανθούν οι κοινωνικές αντιστάσεις.

Τι τους κάνει να ελπίζουν στη σιωπή μας;

Τα πράγματα σίγουρα δεν είναι εύκολα. Η τρομοκρατία του κράτους ασφάλειας, τα εθνικά παραμύθια, οι μεσολαβήσεις των media και των θεσμών, αλλά – επιπλέον- και οι δικές μας αδυναμίες, ο κατακερματισμός και η κινηματική λήθη, στρώνουν το δρόμο για το τελικό μας ξεζούμισμα και την εξαθλίωση. Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα δεν υπάρχουν πισωγυρίσματα. Να ανασυγκροτηθούμε, να δυναμώσουμε τις υπάρχουσες δομές αλληλεγγύης και να φτιάξουμε νέες, να πετάξουμε στα σκουπίδια τα ιδεολογήματα των αφεντικών και να αυτοοργανωθούμε πάνω στις ανάγκες και τις επιθυμίες μας, ως αυτοί που παράγουν τον κοινωνικό πλούτο. Όταν οι εκμεταλλευόμενοι έχουν ο ένας τον άλλο, και μαζί όλα τα δίκια του κόσμου, κανένας φόβος δεν είναι ικανός να τους μουδιάσει. Σε αυτή την περίοδο της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης-που γίνεται με τους πιο δυσμενείς όρους για συγκεκριμένα κοινωνικά κομμάτια- οφείλουμε να εμπλουτίσουμε τους αγώνες του σήμερα με όλα τα ριζοσπαστικά στοιχεία που αναδείχτηκαν στη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη 2008. Να εργαστούμε ψυχωμένα προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να βιώσουμε τους αγώνες που μας αντιστοιχούν και όχι τα υποκατάστατα τους.

Για να σηκώσουμε κεφάλι και να πάρουμε αυτόν τον πλούτο πίσω, όπως και όλα όσα μας έχουν λεηλατήσει, το χρόνο, τη δημιουργικότητα, την ίδια μας τη συλλογική ζωή…

Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-9jy