Menu

EAGAINST.com

Potlatch No 1: Ενημερωτικό Δελτίο του Γαλλικού Τμήματος της Λετριστικής Διεθνούς (22-6-1954)

Potlatch # 1
Ενημερωτικό Δελτίο του Γαλλικού Τμήματος της Λετριστικής Διεθνούς

22 Ιούνη 1954
Potlatch:
Το λαμβάνετε τακτικά. Στο Potlatch, η Λετριστική Διεθνής ασχολείται με τα προβλήματα της εβδομάδας. Το Potlatch είναι η πιο αφοσιωμένη έκδοση του κόσμου: εργαζόμαστε για τη συνειδητή και συλλογική εδραίωση ενός νέου πολιτισμού.

Η ΕΚΔΟΣΗ
Όλο το νερό της θάλασσας δε θα μπορούσε…
Την 1η Δεκέμβρη η Μαρσέλ Μ., δεκαέξι χρόνων, αποπειράται να αυτοκτονήσει μαζί με τον εραστή της. Μετά τη διάσωσή τους, το άτομο αυτό – παντρεμένος και αρκετά μεγάλος για να φροντίζει τον εαυτό του – επιμένει ότι οδηγήθηκε στην απόπειρα ενάντια στη θέλησή του. Η Μαρσέλ παραπέμπεται σε ένα δικαστήριο ανηλίκων ώστε «να μάθει να αναγνωρίζει την ηθική του υπευθυνότητα». Στη Γαλλία, οι ανήλικοι στέλνονται σε θρησκευτικές φυλακές και αναγκάζονται να ξοδέψουν τη νεότητά τους εκεί.

Στις 5 Φλεβάρη, δεκαοχτώ αναρχικοί που είχαν αποπειραθεί να ανασυστήσουν την CNT καταδικάζονται σε θάνατο για στρατιωτική ανταρσία. Τα εκτελεστικά αποσπάσματα του Φράνκο διατηρούν τον καταστροφικό “δυτικό πολιτισμό” ασφαλή από κάθε βλάβη.

Τον Απρίλη, οι εβδομαδιαίες εκδόσεις δημοσιεύουν μερικές γραφικές φωτογραφίες από την Κένυα: τον επαναστάτη “Στρατηγό Κίνα” που ακούει την καταδίκη του σε θάνατο• το πιλοτήριο ενός αεροπλάνου της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας διακοσμημένο με τριάντα τέσσερις σιλουέτες που παριστάνουν το πλήθος των βομβαρδισμένων ιθαγενών• έναν νεκρό μαύρο, που θεωρείται ως ένας Μάο-Μάο.

Την 1η Ιούνη, στη γελοία La Figaro ο Μωριάκ επιπλήττει τη Φρανσουάζ Σαγκάν επειδή δεν κηρύττει τις υψηλές Γαλλικές αξίες που συνδέουν, για παράδειγμα, τον Μαροκινό λαό με εμάς – και αυτό τη στιγμή που η Αυτοκρατορία καταποντίζεται. (Ασφαλώς, δε δα χάναμε ούτε δευτερόλεπτο διαβάζοντας τα μυθιστορήματα και τους μυθιστοριογράφους αυτής της ασήμαντης χρονιάς, του 1954, αλλά είναι αισχρό για κάποιον σαν τον Μωριάκ να μιλάει για μια δεκαοχτάχρονη κοπέλα.)

Το τελευταίο τεύχος του νεο-σουρεαλιστικού – και προηγουμένως ακίνδυνου – περιοδικού Medium δοκιμάζει για πρώτη φορά την τύχη του στην προβοκάτσια: ο φασίστας Ζωρζ Σουλές εμφανίζεται ξαφνικά με το ψευδώνυμο Αμπέλιο, ενώ ο Ζεράρ Λεγκράν επιτίθεται στους Βορειοαφρικανούς εργάτες του Παρισιού.

Ο φόβος για τα πραγματικά ζητήματα και η αυταρέσκεια απέναντι σε παρωχημένες διανοητικές μόδες ενώνει τους επαγγελματίες λογοτέχνες με τέτοιο τρόπο ώστε να φαντάζουν είτε ως παιδαγωγοί είτε, όπως ο Καμύ, ως επαναστάτες.
Αυτό που λείπει από τους συγκεκριμένους κυρίους είναι ο Τρόμος.

ΓΚΥ-ΕΡΝΕΣΤ ΝΤΕΜΠΟΡ
Ένας Νέος Μύθος

Το τελευταίο λάμα είναι νεκρό, αλλά ο Ίβιτς έχει λοξά μάτια. Ποια θα είναι τα παιδιά του τώρα; Ο Ίβιτς περιμένει… δεν έχει σημασία σε ποιο σημείο του κόσμου.

ΑΝΤΡΕ-ΦΡΑΝΚ ΚΟΝΟΡ
Κάντε τους να καταπιούν την τσίχλα τους…

Για άλλη μια φορά ο Foster Rockett Dules σάς καλεί στα όπλα: η Γουατεμάλα απαλλοτρίωσε την United Fruit Company, το τραστ που εκμεταλλευόταν από το 1944 τους κατοίκους αυτής της χώρας και τη μαστίχα τους για να παράγει την αναντικατάστατη τσίχλα της.

Ο Θεός των αντι-κομμουνιστικών στρατών εκφράστηκε με τους ακόλουθους όρους: «Για να εξαλειφθούν οι δυνάμεις του κακού πρέπει να καταφύγουμε στην ειρηνική και συλλογική δράση». Αυτή η δράση βρίσκεται σε εξέλιξη: όπλα ”made in USA” παραδόθηκαν ήδη στους αντιδραστικούς στην Ονδούρα και στη Γουατεμάλα• συνωμοσίες ανακύπτουν με την υποστήριξη τεράστιων ποσών δολαρίων• η Αμερική ξεκινάει τη σταυροφορία της.

Οι μέθοδοι που κατέστρεψαν την Ισπανική Δημοκρατία αναπαράγονται μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια.

Οι φοιτητές που διαδηλώνουν κάτω από τα πυρά των τανκς στην Μπογκοτά και το επαναστατικό κίνημα στη Γουατεμάλα φαίνεται να αποτελούν τη μοναδική ευκαιρία για ελευθερία στην ήπειρο.

Η κυβέρνηση του Χ. Αρμπένζ Γκουζμάν πρέπει να εξοπλίσει τους εργάτες.
Οι οικονομικές κυρώσεις, οι ιμπεριαλιστικές στρατιωτικές επιθέσεις πρέπει να απαντηθούν με έναν εμφύλιο πόλεμο στις καταπιεσμένες χώρες της Κεντρικής Αμερικής και με εκκλήσεις για εθελοντές από την Ευρώπη.

Παρίσι, 16 Ιούνη 1954
Για τη Λετριστική Διεθνή,
ΑΝΤΡΕ-ΦΡΑΝΚ ΚΟΝΟΡ, ΜΩΧΑΜΕΝΤ ΝΤΑΧΟΥ, ΓΚΥ-ΕΡΝΕΣΤ ΝΤΕΜΠΟΡ, ΖΑΚ ΦΙΓΙΟΝ, ΠΑΤΡΙΚ ΣΤΡΑΡΑΜ, ΖΙΛ Ζ. ΒΟΛΜΑΝ

Ψυχογεωγραφικό παιχνίδι της εβδομάδας

Ανάλογα με τις προθέσεις σας επιλέξτε μια περιοχή, μια λιγότερο ή περισσότερο πυκνοκατοικημένη πόλη, έναν λιγότερο ή περισσότερο ζωντανό δρόμο. Κατασκευάστε ένα σπίτι. Επιπλώστε το. Δημιουργήστε το μεγαλύτερο μέρος της διακόσμησής του και τον περιβάλλοντα χώρο. Επιλέξτε την εποχή και την ώρα. Συγκεντρώστε τους σωστούς ανθρώπους, τους καλύτερους δίσκους και ποτά. Ασφαλώς, πρέπει να είναι κατάλληλος ο φωτισμός και η συζήτηση, ενώ το ίδιο ισχύει για τον καιρό και για τις αναμνήσεις σας.

Αν οι υπολογισμοί σας είναι σωστοί, θα πρέπει να κρίνετε το αποτέλεσμα ικανοποιητικό. (Παρακαλούμε να ενημερώσετε τους εκδότες για τα αποτελέσματα.)

Η σκοτεινή διάβαση

Στην γκαλερί Double Doute, διάβαση Molière (οδός Quincampoix 82), η έκθεση σημαντικών μεταγραφών εξελίχθηκε με εποικοδομητικό τρόπο. Η συνέχεια του λετρισμού διαθέτει τώρα ένα αλεξίσφαιρο τζάκετ για να προστατεύεται από οποιαδήποτε μορφή εχθρικής κριτικής.

Νέα Καθήκοντα

Ο Μωχάμεντ Νταχού ζητάει από τη Λετριστική ομάδα της Orleansville να ορίσει πέντε αποφασισμένα άτομα και να τα θέσει στη διάθεσή του στο Παρίσι το συντομότερο δυνατό.

ΜΩΧΑΜΕΝΤ ΝΤΑΧΟΥ

Αρχισυντάκτης: Αντρέ-Φρανκ Κονόρ, οδός Duguay-Trouin 15, Παρίσι, 16ο διαμέρισμα.

Η Ευρώπη του νέου εθνικισμού και η σημασία της αναδυόμενης αριστεράς

SANYO DIGITAL CAMERA

Του Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, μετά την πτώση του τείχους στο Βερολίνο το 1989, προκύπτουν νέα γεωπολιτικά σενάρια. Σενάρια που προηγουμένως ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς. Από τη στιγμή εκείνη, σταδιακά αναδύεται ένα νέο είδος τοπικισμού στην Ευρώπη. Σύντομα πραγματοποιείται μια ρήξη ανάμεσα στη ιδέα της ενωμένης Ευρώπης των εθνών κρατών (η οποία αναπτύχθηκε κατά τις δεκαετίες του ΄70 και ’80) και σε αυτή της νέας ιδέας που αναπτύσσεται κατά την δεκαετία του ΄90.  Η αρχική θεώρηση, (η οποία είχε ως προϋπόθεση την προστασία και ανάδειξη των επιμέρους παραδόσεων, και των τοπικών ταυτοτήτων), έρχεται σταδιακά σε αντιπαράθεση με μια ενοποιητική διαδικασία με τάσεις ομογενοποίησης, εξομάλυνσης και ισοπέδωσης. Η αρχική θεώρηση στηρίχτηκε στην ανάδειξη της ποικιλομορφίας, των πολυπολιτισμικών κοινωνιών, του σεβασμού των επιμέρους ιδιαιτεροτήτων και ταυτοτήτων. Υπό αυτή την αρχική άποψη, η συνύπαρξη και συμβίωση, διαφορετικών μεταξύ τους στοιχείων, νοείται ως θετική και όχι ως αρνητική αξία.

Πρωταγωνιστές αυτής της ευρωπαϊκής οπτικής υπήρξαν κυρίως τα αριστερά κινήματα στη Γαλλία και Γερμανία, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (Sdp) καθώς και οι Πράσινοι. Στη συνέχεια η πορεία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, περνά στα χέρια της δεξιάς. Η νέα ιδέα που προκύπτει είναι βασισμένη στην αντίθεση ανάμεσα στα εθνικά κράτη και τα περιφερειακά κράτη, έχοντας ως στόχο την δημιουργία όχι πλέον μια Ευρώπης εθνών κρατών, αλλά μιας ομοσπονδιακής ένωσης περιφερειακών κρατών. Κριτήριο συνένωσης των Ευρωπαϊκών περιφερειών γίνεται πλέον η εθνική ομογενοποίηση, η οποία χρησιμεύει και στοχεύει στην χάραξη νέων πολιτικών συνόρων στην Ευρώπη. Το αφήγημα αρχίζει να αλλάζει, καθώς από τις πολυπολιτισμικές κοινωνίες, την αποδοχή και τον σεβασμό της διαφορετικότητας, περνάμε τώρα στον εθνοπλουραλισμό.

Ο εθνοπλουραλισμός βασίζεται στην ιδέα ότι είναι απαραίτητη η αξιοποίηση των μεμονωμένων ταυτοτήτων, σε αντιπαράθεση με την ενοποιητική διαδικασία, που, για να διατηρηθεί η καθαρότητα του κάθε λαού, θεμελιώδης αρχή είναι αυτός ο λαός να είναι ομοιογενής στο εσωτερικό του. Μόνο ο διάλογος και η αντιπαράθεση μεταξύ ομοιογενών λαών  – ως περιφερειακά κράτη αυτή τη φορά –  μπορεί να περισώσει την ταυτότητά τους και επομένως να αποτρέψει αυτό που η νέα δεξιά ονομάζει εθνοκτονία. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά: σύμφωνα με την ιδέα της νέας δεξιάς, η Ευρώπη των περιφερειών τείνει να αποκλείσει, να διαχωρίσει, ενώ η αρχική ιδέα είχε ως βασική της οπτική, την συγκατοίκηση πολλαπλών εθνικών ταυτοτήτων, πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων και συστατικών στοιχείων.

Η θεωρητική βάση της νέας αυτής ιδέας βρίσκεται στον εθνικό φεντεραλισμό. Ήδη από το 1968 ο θεωρητικός Guy Héraud στο βιβλίο του «Les principes du federalisme et la Federation europeenne» μιλούσε για την γέννηση μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας Ομοιογενών Περιφερειακών Κρατών. Η ιδέα επομένως ξεκινάει αδύναμα από τη Γαλλία, μεταφέρεται στη συνέχεια και ενισχύεται από τη Γερμανία και την Αυστρία, όπου και αρχίζει η συζήτηση περί της Ευρώπης των περιφερειών και η δημιουργία μιας σαφούς πολιτικής θεωρίας. Το 1977 η Βαυαρία χρηματοδοτεί τη γέννηση ενός σχεδίου που αργότερα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το θεωρητικό κέντρο της Ευρωπαϊκής ομοσπονδιοποίησης, το οποίο βασίζεται στον εθνικό φεντεραλισμό. Αυτό δεν είναι άλλο από το Διεθνές Ινστιτούτο Interreg. Η Βαυαρία μέσω της εξωτερικής της πολιτικής, αποκτά έτσι σημαντικότατο και κεντρικό ρόλο στη προώθηση αυτού του είδους Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (των εθνικών περιφερειών) και στην μετάγγισή του στα ανώτατα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα (Ευρωπαϊκό συμβούλιο και Ευρωκοινοβούλιο). Η Βαυαρία έχει κάθε λόγο να προωθήσει την Ευρώπη των περιφερειών, άλλωστε δεν θα την ωφελούσε μια πολιτική ένωση της Ευρώπης, καθώς έτσι ο πολιτικός της ρόλος σταδιακά θα υποβαθμιζόταν. Η Βαυαρία θέλει να μετράει η γνώμη της και σε πολυάριθμες περιπτώσεις θα αντιταχθεί έντονα σε όποιες θεωρήσεις είναι αντίθετες με τις δικές της.

Οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεξιάς εκφράζονται πλέον ανοιχτά, για τους έθνο-φεντεραλιστές όλες οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες δημιουργούν συγκρουσιακούς μηχανισμούς, επομένως αυτές οι κοινωνίες δεν μπορούν να κυβερνηθούν αποτελεσματικά και να ελεγχθούν πολιτικά. Έτσι οι ευρωπαϊκές περιφέρειες γίνονται φορείς προώθησης της ιδέας ενός μοντέρνου τρόπου αυτοκαθορισμού. Σταδιακά η ένταξη μια ευρωπεριφέρειας παύει να έχει ως μοχλό την εθνική της υπόσταση, αλλά πολύ περισσότερο το ενδιαφέρον της για το οικονομικό της μέλλον. Εδώ ο ρόλος των πολυεθνικών και του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι τεράστιας σημασίας. Ένα από τα δημόσια γεγονότα όπου φαίνεται πως η Ευρώπη των περιφερειών γίνεται κτήμα της νέας δεξιάς (συμπεριλαμβανομένης της ρεβανσιστικής δεξιάς) είναι η διαδήλωση του 1991 στο Brennero της Ιταλίας, όπου και εκφράζεται η ιδέα της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας του Τυρόλο, ως μέσο αυτοκαθορισμού και επομένως ως μοχλός άσκησης πίεσης για την προσάρτηση και επιστροφή της Άνω Αδίγης (Alto Adige) στην Αυστρία.

Το ισχυρό στοιχείο για την αποκατάσταση της ιδέας του λαού, που δεν νοείται πλέον ως μια κοινότητα που βασίζεται σε αυτόνομες-αυτόβουλες δράσεις και επιθυμίες (ιδέα που έρχεται από τη Γαλλική Επανάσταση), είναι η θεώρηση μιας κοινότητας με κοινή ιστορία, γλώσσα, παράδοση, και κοινό αίμα. Αυτή η ιδέα στηρίζεται στην εκμετάλλευση και τον αποπροσανατολισμό ο οποίος σχετίζεται άμεσα με την – απολύτως δικαιολογημένη – δυσφορία που υπάρχει σε σχέση με την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Έτσι η πορεία αυτή οδηγεί στη γέννηση ενός νέου «από τα κάτω» εθνικισμού, που αφελώς κάποιοι πιστεύουν ότι στον 21ο είναι και ο μόνος υπερασπιστής της «εθνικής ταυτότητας», ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Έτσι προκύπτουν παραπλανητικές εκφράσεις του τύπου: «Είμαστε η απάντηση στην ομογενοποίηση της οικουμένης σε άμορφο χωνευτήρι των λαών μέσω της μετανάστευσης και του καταναλωτισμού». Πλέον, για τον νέο αυτό εθνικισμό, η  μόνη δυνατή συνύπαρξη είναι μεταξύ όμοιων και μέσα σε μια δεδομένη γεωγραφική περιοχή. Αυτό ισχύει και με όρους οικονομίας, όπου ο μόνος τρόπος είναι «ο καθένας στα του οίκου του και όπως θέλει» αρκεί να μην συγκρούεται, τουλάχιστον ανοιχτά, με την γενική εθνοπλουραλιστική ιδέα.

Πρόκειται για μια νέα μορφή εθνικού ρατσισμού από μια νέα δεξιά. O Γάλλος πολιτικός επιστήμονας Pierre-André Taguieff τον ορίζει ως “Differentialist Racism”. Η νέα αυτή δεξιά εκφράζεται με ρητορικές και συνθήματα που βασίζονται στη συγκάλυψη, και συχνά είναι πολύ δύσκολο να δούμε ότι προέρχονται όντως από τα δεξιά. Η μεγάλη ικανότητα και οι ενισχυμένες δυνατότητες διείσδυσης στους πληθυσμούς έγκειται στο γεγονός ότι τα συνθήματα και οι ρητορικές αυτές είναι εντέχνως διφορούμενες. Βασικά, η νέα δεξιά είναι μεταμφιεσμένη, με όρους τοπικισμού, και καταφέρνει να έχει μια ισχυρή δυνατότητα διείσδυσης, σαφώς μεγαλύτερη από εκείνη της παραδοσιακής δεξιάς της εθνικιστικής, κρατικιστικής, συγκεντρωτικής. Δημιουργείται έτσι μια καταλυτική ικανότητα δημιουργίας συναινέσεων που ή παραδοσιακή δεξιά δεν μπορούσε να δημιουργήσει. Η πολιτική και πολιτιστική μάχη κατευθύνεται τώρα προς την αντιμετώπιση της «εθνικής μόλυνσης» από ξένα μη αφομοιώσιμα σώματα που ενώ έχουν κάθε δικαίωμα να υπάρχουν πρέπει ωστόσο να μην βρίσκονται αναμεσά μας. Ενώ ο παραδοσιακός ρατσισμός έτεινε να καταρτίσει μια ιεραρχία των φυλών, αυτός ο νέος ρατσισμός υπερτονίζει και αξιοποιεί τις διαφορές τους: είναι λοιπόν – για τη νέα αυτή δεξιά – σωστό και δίκαιο να υφίσταται αυτή η πολυπολιτισμικότητα των λαών, αρκεί αυτοί να παραμένουν φυσικά διαχωρισμένοι. Οποιαδήποτε διαδικασία εξασφάλισης πολιτικών δικαιωμάτων, για παράδειγμα στους Τούρκους της Γερμανίας, θεωρείται αρνητική, επειδή η ενσωμάτωση αυτή οδηγεί στην αποσταθεροποίηση της πολιτισμικής ταυτότητας του αρχικού και γνήσιου λαού, επομένως καθιστά δύσκολο και τον πολιτικό έλεγχό του. Σύμφωνα με αυτή την οπτική πρέπει από τη μια να διασφαλιστεί η πολυπολιτισμικότητα, αλλά μέσω ενός μηχανισμού εδαφικού αποκλεισμού, δηλαδή σε ένα δεδομένο χώρο (όποιος κι αν είναι αυτός, ελεύθερο κράτος της Βαυαρίας, ευρωπεριφέρεια στο Τυρόλο κ.λπ). Στην εθνοπλουραλιστική θεωρία της νέας δεξιάς, η φυλετικά βασισμένη σκέψη, που θεωρείται ξεπερασμένη, αντικαθίσταται από την έννοια της εθνικής κουλτούρας.

Από τους πρώτους, (ασφαλώς όχι ο μόνος) που κατανόησαν τους κινδύνους αυτής της νέας δεξιάς οπτικής είναι ο Ralf Dahrendorf, ο οποίος τόνισε την τάση για πολλαπλασιασμό των περιφερειών και τον κίνδυνο να βρεθούμε κάποια στιγμή «χωρίς Ευρώπη». Ο Dahrendorf υποστηρίξε πως το μόνο θεσμικό μοντέλο που εγγυάται εξίσου τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα είναι το ετερογενές εθνικό κράτος (όσες κι αν είναι οι εσωτερικές δυσκολίες που προκύπτουν από αυτό).  Όπως ιστορικά έχει επιβεβαιωθεί, παρατηρείται ότι η άνοδος του εθνικισμού στον Ευρωπαϊκό χώρο σημειώνεται σε περιόδους κρίσεως, πολιτικής, οικονομικής ή και κοινωνικής φύσης, αρκετά ιστορικά γεγονότα δείχνουν την ύπαρξη του φαινομένου αυτού, όπως η άνοδος της Ναζιστικής Γερμανίας, ή η άνοδος του Ιταλικού φασισμού. Άλλος ένας σημαντικός παράγοντας για την άνοδο των κεντροδεξιών, εθνικιστικών και  φασιστικών κινημάτων ήταν η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929. Στην σημερινή Ευρώπη της κρίσης αναδύονται νέες πολιτικές δυνάμεις με περισσότερα ή λιγότερα εθνικιστικά στοιχεία. Από τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή και τα διάφορα εθνικά μέτωπα στην Ελλάδα και το εξωτερικό (όπως το κόμμα της Λεπέν στην Γαλλία), το Κόμμα Ανεξαρτησίας Ηνωμένου Βασιλείου του Φάρατζ στην Αγγλία, το λαϊκίστικό κίνημα των πέντε αστέρων του Γκρίλο και η Λέγκα του Βορρά στην Ιταλία, τη φασιστική κυβέρνηση στην Ουκρανία στα ποικίλα άλλα εθνικιστικά, νεοναζιστικά και φασιστικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη. Με τις όποιες μεταξύ τους διαφοροποιήσεις (αν και σημαντικές) αυτά τα κόμματα και κινήματα δείχνουν (τουλάχιστον με τη ρητορική τους) να έχουν ως κοινό τους τόπο την ιδέα του εθνοπλουραλισμού. Από την Ευρώπη της νέας αυτής δεξιάς, δείχνει όλα να έχουν αφεθεί στον αυτοματισμό. Η μετατροπή της μεσογείου σε θαλάσσιο τάφο μεταναστών και η απουσία ενός σαφούς ευρωπαϊκού σχεδίου επίλυσης του μεταναστευτικού, είναι ενδεικτική της αδιαφορίας, τόσο των κεντροδεξιών όσο και των εθνικιστικών κομμάτων.

Αναμφίβολα ο δρόμος που δείχνει να έχει πάρει η Ευρώπη υπό την καθοδήγηση αυτής της νέας δεξιάς και υπό τις πιέσεις την νέας εθνικιστικής ακροδεξιάς, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Οι εντάσεις που δημιουργούνται από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, και ο τρόπος με τον οποίο τα εθνικιστικά κόμματα συνεχίζουν να αντιδρούν σε αυτές τις εντάσεις, η ανασφάλεια, η φτωχοποίηση, η αγανάκτηση του λαού από το υπάρχον σύστημα, η δίψα για απόδοση δικαιοσύνης σε όλα τα τραγικά λάθη των προγενέστερων κυβερνήσεων, αλλά και η διαφθορά στο κοινοβουλευτικό πολιτικό σύστημα και στην δικαιοσύνη, ενισχύουν ακόμα περισσότερο τέτοιες ιδεολογίες.

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι πολλά από αυτά τα νέα εθνικιστικά κόμματα της Ευρώπης, καταγγέλλουν γενικά και αόριστα τον κοινοβουλευτισμό και μιλούν για την ανάγκη αυτοκαθορισμού και υιοθέτησης αμεσοδημοκρατικών εργαλείων, όπως τα δημοψηφίσματα. Από την προσεκτική ανάγνωση του αφηγήματός τους προκύπτει ένας απροκάλυπτος δόλος και ένας επικίνδυνος καιροσκοπισμός. Ο υποτιθέμενος αυτοκαθορισμός παρουσιάζεται παραπλανητικά, ως κάποια μετεξέλιξη της ιδέας περί αυτονομίας. Από την άλλη η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί – πόσο μάλλον να εφαρμοσθεί – «αλά καρτ». Καθεμιά από τις θεμελιώδεις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της και ασφαλώς καμία από αυτές δεν μπορεί να αποκλειστεί κατά το δοκούν (δηλαδή όπως βολεύει κάθε φορά το όποιο κόμμα ή κίνημα). Ο κίνδυνος του πολιτικού «προσηλυτισμού» και του αποπροσανατολισμού (ανθρώπων που διαθέτουν επιφανειακή σχέση με την άμεση δημοκρατία) με επιχείρημα μια ακρωτηριασμένη και παραποιημένη «άμεση» δημοκρατία, είναι υπαρκτός και ιδιαίτερης σημασίας.

Δεδομένων των παραπάνω, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ανερχόμενο ισπανικό Podemos καθώς και άλλες νέες ευρωπαϊκές κινήσεις αριστερής χροιάς, (αν και εγκλωβισμένες στις κομματικές τους αγκυλώσεις και στον κοινοβουλευτισμό, όπως θα έλεγε και ο Ρομπέρτ Μισέλ) αντιπροσωπεύουν ένα νέο πολιτικό γεγονός στην Ευρώπη, που εκτός από το αίτημα για παύση της λιτότητας, θα μπορούσε να ανοίξει το διάλογο για την επαναφορά της αρχικής ιδέας περί Ευρωπαϊκής ενοποίησης, με αρχές τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, την πολυπολιτισμικότητα, την ισότητα, την ισονομία και τη δικαιοσύνη, σε αντιπαράθεση με τη σημερινή ιδέα που – σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση – οδηγεί μαθηματικά σε έναν νέο, γενικευμένο και επικίνδυνο ακροδεξιό εθνικισμό. Ενοποιητικό στοιχείο θα μπορούσε να αποτελέσει η εμπέδωση και προώθηση της υπόστασης του ανθρώπου ως πολίτη, ανεξάρτητα από τις πολιτισμικές και λοιπές του ιδιαιτερότητες. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ποια θα είναι η έκβαση αυτής της ανανεωμένης ευρωπαϊκής περιπέτειας, ούτε φυσικά ποια θα είναι η αντίδραση υπό την ηγεσία της νέας δεξιάς.

Το ζήτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν και είναι ιδιαιτέρως σύνθετο και προβληματικό ενώ «οι καιροί βαίνουν όλο και πιο πονηροί». Η προάσπιση ωστόσο των δικαιωμάτων της όποιας ευρωπαϊκής περιφέρειας, δεν μπορεί να γίνεται σε βάρος περιθωριοποιημένων μειονοτήτων ή και μεμονωμένων ατόμων, τα οποία – με την «λογική» της νέας δεξιάς και της ακροδεξιάς – πρέπει να αποκλείονται εξαναγκαστικά, στο όνομα μιας ομοιογένειας η οποία εξυπηρετεί – άκρως υβριστικά και απάνθρωπα – τον στενό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό έλεγχο των λαών από τους παλαιούς ή τους νέους «απελευθερωτικά πεφωτισμένους» ολιγάρχες.

Ένα μικρό (προς το παρόν) σχόλιο περί Charlie Hebdo και σάτιρας

Οι ισλαμιστές θέλουν να περιορίσουν την ελευθερία της έκφρασης. -Σταματά εδώ!

Η υπόθεση Σαρλί Εμπντό φαίνεται να απασχόλησε -αλλά και ν’ απασχολεί ακόμη- ιδιαίτερα την ελληνική Αριστερά και τον αναρχικό χώρο. Εκτός από το γεγονός ότι πρόκειται από μόνο του για θέμα εξόχως σημαντικό, αυτό συμβαίνει λόγω ορισμένων ζητημάτων με τα οποία συνδέεται (όπως η σχέση του Ισλάμ με τη Δύση). Αυτό που εντυπωσιάζει, πάντως, είναι η πολύ χαμηλή ποιότητα της επιχειρηματολογίας η οποία χαρακτηρίζει τα περισσότερα κείμενα που γράφτηκαν σχετικά. Μέσα σε όλα αυτά διαβάσαμε και αρκετές κριτικές στην αρχή της ελευθερίας της έκφρασης και της σάτιρας. Παύουν, διαβάσαμε, να είναι υπερασπίσιμες αυτές οι δύο αρχές, όταν στρέφονται κατά των «αδυνάτων». Επειδή για εμάς το θέμα αυτό είναι καίριας σημασίας, ετοιμάζουμε μια μπροσούρα -η πρώτη της ομάδας μας- όπου προσπαθούμε να εκθέσουμε λεπτομερώς τις απόψεις μας. Μέχρι την κυκλοφορία της, δημοσιεύουμε εδώ ένα μικρό αρθράκι από το τρέχον φύλλο της γαλλικής (αριστερής) σατιρικής εφημερίδας Le Canard Enchaîné (4/2/2015), με σκοπό να δώσουμε και την άλλη όψη του νομίσματος σχετικά με το ποιος είναι «καταπιεζόμενος», «μειονότητα» κ.λπ., που πάγια αγνοείται και συσκοτίζεται από την αριστερή και αναρχική φιλολογία επί του θέματος.

Ένα δίλημμα

Την επομένη του μακελειού στο Σαρλί Εμπντό, στην τελευταία σελίδα της γαλλόφωνης αλγερινής εφημερίδας Ελευθερία, ο σκιτσογράφος Ali Dilem σχεδίαζε έναν άντρα πεσμένο στη γη ο οποίος έγραφε σ’ έναν τοίχο με το αίμα του «Οι μαλάκες με σκότωσαν».

Επί μια εικοσαετία ο Ντιλέμ ζει υπό τις απειλές των ισλαμιστών εξτρεμιστών κι εύχεται σήμερα «καλή δύναμη στη Γαλλία». Αν και δε δημοσίευσε ποτέ κάποια γελοιογραφία με τον Προφήτη, έχει ωστόσο τολμήσει να σχεδιάσει ένα χέρι που βγαίνει από ένα σύννεφο. Εξαιτίας, λοιπόν, αυτού του χαριτωμένου σκαριφήματος, που θεωρήθηκε βλάσφημο, όπως επίσης βέβαια κι όλων αυτών των τζιχαντιστών με τη γενειάδα, τη μεγάλη μύτη και το ηλίθιο βλέμμα που σχεδιάζει καθημερινά, ο αλγερινός καλλιτέχνης ζει σ’ ένα καθεστώς οιονεί παρανομίας. Ωστόσο δεν παραπονιέται. Ειδικά μάλιστα αν σκεφτεί κανείς πως επιτίθεται με την ίδια όρεξη στον Πρόεδρο της αλγερινής Δημοκρατίας, σχεδιάζοντας πάντοτε τους στρατηγούς (που κάνουν κουμάντο στη χώρα) με την κοιλιά να χύνεται έξω απ’ τη στολή, τα σάλια να τρέχουν απ’ τα χείλη τους, παρασημοφορημένους με μια νεκροκεφαλή, περιτριγυρισμένους απ’ τους καλύτερούς τους φίλους –τις μύγες.

Το 2001 -τι φόρος τιμής, ε;- ο αλγερινός Ποινικός Κώδικας εμπλουτίστηκε με μια νομοθετική ρύθμιση που έγινε γνωστή ως «τροπολογία Ντιλέμ» και προβλέπει φυλάκιση μέχρι κι ενός έτους για κάθε «προσβολή» του Προέδρου και των εκπροσώπων του. Εντούτοις, παρά τις δεκάδες δίκες, ο Ντιλέμ συνεχίζει να σαρκάζει. Την ίδια στιγμή, σκιτσογράφοι σαν τον Saad Bekhelif (της εφημερίδας El Watan) ή τον Ghilas Aïnouche (της γαλλόφωνης ιστοσελίδας Tout sur lAlgérie) απαντούν στο μακελειό της 8ης Ιανουαρίου ανεβάζοντας φωτογραφίες τους με τον Charb (ηγετική μορφή του Charlie Hebdo που σκοτώθηκε από τους τρομοκράτες) στα προφίλ τους στο Facebook. Γνωρίζουν όλοι τον κίνδυνο που συνεπάγεται κάτι τέτοιο.

Όπως μας υπενθυμίζει η Humanité, από το 1993 μέχρι το 1997, 123 αλγερινοί δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι, γενικότερα, στον Τύπο, αποκεφαλίστηκαν ή εκτελέστηκαν με περίστροφο ακόμα και μέσα στα γραφεία τους. «Οι δημοσιογράφοι που πολεμούν το Ισλάμ με την πένα, θα πεθάνουν με τη λεπίδα» είχε τότε διακηρύξει ένας εμίρης της Ένοπλης Ισλαμικής Ομάδας (al-Jama’ah al-Islamiyah al-Musallaha ή GIA, εκ του γαλλικού Groupe Islamique Armé –αλγερινή τζιχαντιστική ομάδα που πολεμά το αλγερινό κράτος και μάχεται για τη δημιουργία ισλαμικού κράτους στη χώρα).

Οι ονομασίες και τ’ ακρωνύμια μπορεί ν’ αλλάζουν, όχι όμως και τα σκοτεινά σχέδια των φορέων τους…

Ο λιτός βίος του Βαρουφάκη, ή 5 βήματα για την απο-ανάπτυξη

quinoterapia_43

Μέσω του Χωροχρόνου

Το πρόταγμα της αποανάπτυξης βασίζεται στην εξής απλή ιδέα: είναι αδύνατο να απομυζούμε απεριόριστα έναν πλανήτη με περιορισμένους πόρους. Για το λόγο αυτό είναι αναγκαίο να αλλάξουμε συνολικά την κοινωνία που ζούμε. Αυτό σημαίνει πως είμαστε υποχρεωμένοι να περιορίσουμε τους ρυθμούς με τους οποίους παράγουμε και καταναλώνουμε.

Η προσπάθεια αυτή περιέχει δύο αλληλοεπηρεαζόμενες όψεις. Η πρώτη σχετίζεται με ένα πιο μακροπρόθεσμο σχέδιο ριζικού και συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας: η κοινωνία μας πρέπει να αλλάξει συνολικά προσανατολισμό, να αλλάξουν οι οικονομικό-κοινωνικές σχέσεις, να εξαλειφθεί η εκμετάλλευση και η οικονομική ανισότητα, να δοθεί η δυνατότητα στους πολίτες να αποφασίζουν οι ίδιοι για τις ζωές τους, να σταματήσουν να αποτιμώνται τα πάντα με γνώμονα την οικονομική αποδοτικότητα, να μπουν όρια στη βιομηχανική παραγωγή και στην καταστροφή που αυτή προκαλεί στο περιβάλλον κ.λπ.

Επιθυμούμε, δηλαδή την ανατροπή του καπιταλισμού και μια προσπάθεια για τη δημιουργία μίας αυτόνομης και δημοκρατικής κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα οφείλουμε να εγκαταλείψουμε την καταστροφική ιδέα που συνδέει την ευημερία της κοινωνίας με την ανάπτυξη, τη διαρκή αύξηση του Ακαθόριστου Εγχώριου Προϊόντος (δηλαδή την αδιάκοπη παραγωγή ολοένα και περισσότερων αγαθών).

Ο εκμηδενισμός των ρυθμών ανάπτυξης καθώς και η συνολική απεμπλοκή μας από την ιδεολογία της ανάπτυξης που σηματοδοτεί ο όρος «απο-ανάπτυξη», αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έξοδο από την οικολογική κρίση. Οι πολυδιαφημιζόμενες έννοιες της «πράσινης», της «βιώσιμης» κ.λπ. ανάπτυξης αδυνατούν να αντικρίσουν το οικολογικό πρόβλημα στο βάθος του, αφού αποφεύγουν να αναμετρηθούν με τις ρίζες του στην κυρίαρχη καπιταλιστική λογική. Το μόνο που μπορούν να καταφέρουν είναι η επιβράδυνση του οικολογικού κραχ. Αντιθέτως, το πρόταγμα της αποανάπτυξης αμφισβητεί τον ίδιο τον πυρήνα της καπιταλιστικής ιδεολογίας, τη σημασία της ίδιας της οικονομίας και της οικονομικής μεγέθυνσης για τη ζωή των ανθρώπων.

Η δεύτερη όψη της απο-ανάπτυξης αφορά τις αλλαγές που μπορεί να ξεκινήσει να κάνει –στο μέτρο του δυνατού- ο καθένας μας από σήμερα. Σε αυτό το πλαίσιο συγγραφείς όπως ο Σερζ Λατούς (στο βιβλίο του Το στοίχημα της απο-ανάπτυξης) προτείνουν 5 απλά βήματα:

1) Μείωση: οφείλουμε να περιορίσουμε τις καταναλωτικές μας ανάγκες υιοθετώντας ένα μοντέλο «εθελούσιας ολιγάρκειας». Να καταναλώνουμε λιγότερο, αλλά να ζούμε καλύτερα. Να ανακαλύψουμε δηλαδή ξανά την ποιότητα και την αξία χρήσης των προϊόντων. Να περιορίσουμε τις ανάγκες μας σε ενέργεια δηλαδή να κρίνουμε κάθε φορά αν η ενεργοβόρα δραστηριότητά μας είναι απαραίτητη. Μπορούμε για παράδειγμα να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε το ασανσέρ, να χρησιμοποιούμε το ποδήλατο ως μέσο μεταφοράς, να περιορίσουμε τη χρήση του αεροπλάνου και του αυτοκινήτου για μικρές αποστάσεις, τις άσκοπες μετακινήσεις ή τις ενεργοβόρες μεταφορές καταναλωτικών αγαθών από την άλλη άκρη του πλανήτη κ.ά.

2) Επαναχρησιμοποίηση: οφείλουμε να περιορίσουμε τη χρήση υλικών μιας χρήσης. Τα υλικά συσκευασίας αποτελούν μια τεράστια πηγή παραγωγής σκουπιδιών και μια τεράστια πηγή σπατάλης. Μπορούμε να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε πλαστικά ποτήρια ή μπουκάλια μιας χρήσης, σακουλάκια και σακούλες μιας χρήσης, ξυραφάκια μιας χρήσης κ.λπ. Είναι επίσης αναγκαίο να εξαντλούμε τη διάρκεια ζωής των προϊόντων και να αποφεύγουμε να αγοράζουμε κάτι καινούργιο ενώ μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το παλιό.

3) Επισκευή: χάλασε το κινητό, ο υπολογιστής, το αμάξι; Πάρε άλλο· που θα πει δημιούργησε νέα απορρίμματα (λες και δεν έχουμε ήδη αρκετά), των οποίων η διαχείριση είναι πολύ δύσκολη και η αποσύνθεση προκαλεί μεγάλη μόλυνση στο περιβάλλον. Αλλά επίσης η αγορά καινούργιων προϊόντων αντί της επισκευής των παλιών σημαίνει κατασπατάληση υλικών, ενέργειας και εργασίας. Οπότε, μην πάρεις καινούργιο, απλά επισκεύασε το παλιό. Βέβαια, υπάρχει εδώ ένα πρόβλημα: ολόκληρη η σημερινή οικονομία, η οικονομία της καταστροφής και της σπατάλης, είναι προσανατολισμένη προς άλλη κατεύθυνση. Η επισκευή είναι ακριβότερη και δυσκολότερη από την αγορά νέου προϊόντος. Έτσι λειτουργεί η καταναλωτική κοινωνία και γι’ αυτό χρειάζεται να επεκταθεί κάθε προσπάθεια αληθινής αυτό-παραγωγής, δηλαδή κάθε προσπάθεια εξοικείωσης των καταναλωτών με την παραγωγή των προϊόντων ούτως ώστε να μπορούν οι ίδιοι, με ένα είδος αλληλοβοήθειας να επισκευάζουν ό,τι χρειάζεται να επισκευαστεί.

4) Ανακύκλωση: τα οφέλη της ανακύκλωσης είναι γνωστά. Παρ’ όλα αυτά σε πολλές περιοχές δεν υπάρχει δίκτυο ανακύκλωσης, συνεπώς η πίεση προς του δήμους να υιοθετήσουν τέτοια προγράμματα όπως επίσης και η προτίμηση ανακυκλώσιμων προϊόντων είναι απαραίτητη. Επιπλέον, η ανακύκλωση όλων των υλικών που μπορούν να ανακυκλωθούν (όχι δηλαδή μόνο του χαρτιού και του αλουμινίου) θα έδινε μια λύση και στο πρόβλημα της διαχείρισης των σκουπιδιών.

5) Επιβράδυνση: το ζήτημα της επιβράδυνσης έχει να κάνει με την υιοθέτηση ενός εντελώς διαφορετικού τρόπου ζωής. Οι ρυθμοί ζωής, υπεύθυνοι για το άγχος και το στρες που κάνουν τη ζωή στις μεγαλουπόλεις αφόρητη, οφείλουν να χαλαρώσουν. Και μπορούν να χαλαρώσουν στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου δε θα μετρώνται τα πάντα με τους όρους του χρήματος και της οικονομικής αποδοτικότητας, αλλά κεντρική θέση θα διατηρεί το πρότυπο μιας ισορροπημένης ζωής με τον ελεύθερο χρόνο βασικό συστατικό της. Η ίδια η σημασία της εργασίας σε μια τέτοια κοινωνία θα μεταστρέφονταν και θα τοποθετούνταν στην πραγματική της θέση. Η μείωση των ωρών εργασίας είναι ένα απαραίτητο βήμα για τη μετάβαση από την κοινωνία της εργασίας, όπου ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ένα ρομπότ που εργάζεται και καταναλώνει, στην κοινωνία του ελεύθερου χρόνου, όπου ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει ολόπλευρα την προσωπικότητά του.

(απόσπασμα από προκήρυξη, που μοιράστηκε κατά την ανοιχτή  εκδήλωση της πολιτικής ομάδας Αυτονομία ή βαρβαρότητα στο Παιδαγωγικό, στις 12 Ιουνίου 2009)

1. Για την προκήρυξη με τίτλο «Οικολογία και Αυτονομία» βλ. Σύνδεσμος: Αυτονομία ή Βαρβαρότητα.
Η εισήγηση της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα για την τότε εκδήλωση για την αποανάπτυξη βρίσκεται εδώ.
Η ομάδα εξέδιδε το περιοδικό Μάγμα (στην παραπομπή όλα τα τεύχη σε ψηφιακή μορφή) και διαλύθηκε στα τέλη του 2010.
Το καλοκαίρι του 2011 πρώην μέλη της ομάδας και συντάκτες του περιοδικού πρωτοστάτησαν στο κίνημα των πλατειών της άμεσης δημοκρατίας και στη συγκρότηση του Occupy Wall Street και ένα χρόνο αργότερα σε αυτή του Occupy Athens.

Από την λιτότητα στον λιτό βίο, αναζητώντας μέσα από τον κόσμο του οικονομικού την πολιτική.

litos01

Παρακολουθώντας το αντιμνημονιακό κρεσέντο των ημερών και το απροσδόκητα ευρύ πεδίο στήριξης για την νέα κυβέρνηση, από τον Μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβρόσιο έως και τις φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις των «εξευμενισμένων» (πρώην αγανακτισμένων), έρχονται αναπόφευκτα στο μυαλό μου τα λόγια του Μέγα Ιεροεξεταστή του Ντοστογιέφσκι: «θα έρθουνε πεινασμένοι στα πόδια μας και θα πουν πάρτε μας την συνείδηση αλλά ταΐστε μας ψωμί και θα μας λατρεύουνε για αυτό για πάντα».

Η κυβέρνηση Σύριζα-Ανελ έχοντας αναλάβει η ίδια την πρωτοβουλία των κινήσεων για την επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου μετέθεσε το βάρος του ζητήματος από το πολιτικό αποκλειστικά στο οικονομικό πεδίο. Αυτό είχε μια φοβερή επίπτωση στην ελληνική κοινωνία καθώς, έχοντας συνηθίσει για χρόνια να εξαπατάται διαρκώς από τους πολιτικούς την κυβερνούσαν, της έκανε μεγάλη εντύπωση η «πρωτοτυπία» του νέου πρωθυπουργού να μην υιοθετήσει την μοιραία τακτική των προκατόχων του να είναι απλά ένας διεκπεραιωτής εντολών. Έπραξε δηλαδή κάτι που θα έπρεπε να είχαμε δει να γίνεται από το 2010 από τον Γιώργο Παπανδρέου και ζήτησε να έχει και αυτός λόγο ως πρωθυπουργός ελπίζοντας πιθανόν πως θα έχει καλύτερη κατάληξη από τον προκάτοχο του ο οποίος με τις επιλογές του κατάφερε πραγματικά να αλλάξει την χώρα, το ΠΑΣΟΚ και να διαγράψει πιθανό και αμετάκλητα το γονικό του όνομα από την πολιτική ζωή. Όμως στο πεδίο της κοινωνίας όλα τα αιτήματα για «πραγματική δημοκρατία» και «να πάρουμε την παραγωγή στα χέρια μας» δείχνουν να έχουν σε μια νύχτα εξανεμιστεί και το ενδιαφέρον του κινήματος και της αριστεράς επικεντρώνεται αποκλειστικά να στηρίξει με όλες τις δυνάμεις το έργο του πρωθυπουργού. Αν βαλθήκαμε να επιβεβαιώσουμε την προφητεία που ήθελε την Ελλάδα να γίνει Βενεζουέλα της Ευρώπης τουλάχιστον στο επίπεδο της πολιτικής λατρείας δείχνουμε να τα πηγαίνουμε μέχρι στιγμής πολύ καλά. Αποδεικνύεται έτσι ακόμα μια φορά πόσο εύκολο τελικά είναι να χορτάσεις με ελπίδες την υλική πείνα και πόσο πιο εύκολα ακόμα ξεχνιέται η δίψα για την Ελευθερία. *

Η πραγματικά απροσδόκητη για όλους επιθετική τακτική της κυβέρνησης απευθύνεται εξίσου σε δύο ακροατήρια, το εσωτερικό και των Βρυξελλών. Και εάν στο εσωτερικό ο ελληνικός λαός καλπάζει αυτή τη στιγμή υπερήφανος τον Ροσινάντε του, στο εξωτερικό η αξιοποίηση του ορθού λόγου για τον διαφωτισμό των Βρυξελλών μοιάζει όλο και πιο πολύ με επίθεση σε ανεμόμυλο. Η όλη σύγκρουση οδηγεί, και με βάση αυτά που ακούσαμε από το στόμα του πρωθυπουργού στις προγραμματικές δηλώσεις, «πως προτεραιότητα της κυβέρνησης είναι να διαχειριστεί την ανθρωπιστική κρίση και πως το ελληνικό χρέος μπορεί να εξυπηρετηθεί και χωρίς λιτότητα»  έτσι ενόψει του τακτικού Eurogroup για τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου το πιο πιθανό είναι σταδιακά οι δύο πλευρές να συνθέσουν μια γέφυρα που και να εξασφαλίζει την παραμονή της ελληνικής κυβέρνησης στην ευρωζώνη αλλά και να εγγυάται την αποπληρωμή του υπαρκτού ελληνικού χρέους. Άλλωστε αυτές οι δύο συνθήκες δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από την επίσημη γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ και επιβεβαιώθηκαν λαμπρά από τις δηλώσεις και την στάση του κ. Βαρουφάκη. Και ακριβώς για το λόγο αυτό η όποια σύγκρουση έλαβε ως γεγονός έγινε σε επίπεδο τρόικας μιας και που πρόκειται για τίποτα άλλο από ένα κλιμάκιο υπαλλήλων και όχι για το πραγματικό πρόβλημα, ο Σόιμπλε άλλωστε δήλωσε πως λίγο τον νοιάζει εάν θα ονομάζεται τρόικα ή μνημόνιο το οικονομικό πρόγραμμα, αλλά αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η διατήρηση μιας συγκεκριμένης οικονομικής πραγματικότητας για την χώρα. Και αυτή δεν είναι άλλη από την διάλυση της μεσαίας τάξης και την απελευθέρωση του κεφαλαίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχοντας κάνει μέχρι στιγμής μια ολομέτωπη επίθεση στις βιτρίνες και τις ταμπέλες του μνημονίου φαίνεται αποφασισμένος να καταργήσει τις υπάρχουσες μορφές ελέγχου και να εγγυηθεί ένα «νέο μνημόνιο» το οποίο θα αμφισβητήσει όχι την κατανομή του πλούτου της χώρας ή το χρέος αλλά τον μέχρι τώρα τρόπο αποπληρωμής του. Έτσι η πολιτική της ακραίας λιτότητας μπορεί να δώσει τη θέση της σε μια πιο ήπια φτώχεια ή ένα λιτό βίο αλλά αυτό σημαίνει κυρίως πως η κατάσταση που έχει παγιωθεί με την βίαιη αναδιανομή πλούτου προς όφελος του κεφαλαίου είναι χωρίς επιστροφή. Εξάλλου η σύγκρουση με τον πλούτο που προανήγγειλε ο πρωθυπουργός δεν φαίνεται να ταράζει κάποιο ταξικό οικοδόμημα αλλά αφορά μια απαραίτητη για την βιωσιμότητα του κράτους φορολογία και δεν βρίσκει καθόλου αντίθετους τους δανειστές της χώρας καθώς όπως γράφει το ΒΗΜΑ, και επιβεβαιώθηκε από το στόμα του γραμματέα του κόμματος των Γερμανών χριστιανοδημοκρατών, «οι ιδέες για την πάταξη της φοροδιαφυγής και το «κυνήγι των ολιγαρχών» ηχούν σίγουρα καλά στα αφτιά τόσο των Γερμανών όσο και άλλων εταίρων», ούτως ή άλλως ήταν από τα γεγονότα επιβεβλημένο για την χώρα να αλλάξει η διαχείριση της από την αρτηριοσκληρωτική ΝΔ και το διεφθαρμένο ΠΑΣΟΚ σε μια πιο φρεσκαρισμένη και ανθρώπινη στον τύπο που προβάλει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Εάν οι σοσιαλιστές και οι δεξιοί βάλανε την Ελλάδα σε ζυγό ακραίας ταξικής οικονομικής πολιτικής είναι οι αριστεροί και οι λαϊκιστές δεξιοί που από εδώ και πέρα θα την διαχειριστούν με ένα πιο δίκαιο τρόπο χωρίς απρόβλεπτες εξελίξεις για το πολιτειακό ζήτημα της χώρας που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν με ακραίο τρόπο τον ιδιωτικό πλούτο.

Πέρα λοιπόν από το εάν είναι επί της ουσίας περισσότερο εσωτερικής κατανάλωσης το όλο θέαμα που παρακολουθούμε τις ημέρες αυτές έχει συμπαρασύρει και την αναγέννηση των «πλατειών» (φευ, σε φιλοκυβερνητική έκδοση αυτή τη φορά), τις επιπτώσεις που θα έχει αυτή η κοινωνική συναίνεση των ημερών που αναδύεται στην κριτική σκέψη και την πολιτική δράση είναι κάτι που θα φανεί στο μέλλον. Για την ώρα σίγουρο είναι πως η έννοια της «εθνικής κυριαρχίας» ή «της επιστροφής της δημοκρατίας στον τόπο που την γέννησε» έχει εντελώς πια παραγκωνισθεί σε οικονομικούς όρους, έτσι ανάλογα που η συζήτηση περί απεχθούς ή παράνομου χρέους και ο λογιστικός του έλεγχος έχουν πάρει την θέση τους στην ρητορική ενός «μνημονίου χωρίς λιτότητα» και «ενός διακανονισμού που θα συμφέρει και τον Γερμανό φορολογούμενο» και μένει ακόμα να δούμε αν θα γίνουν από την κυβέρνηση κάποιου είδους πολιτειακές προτάσεις για αλλαγές. Οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες μέχρι τώρα για επαναπρόσληψη απολυμένων, για πολιτική κοινωνικών τιμολογίων των δημόσιων αγαθών, για λύση στο κοινωνικό αδιέξοδο των κόκκινων τραπεζικών δανείων, για φορολόγηση στα πλαίσια μιας κοινής λογικής, και για βασικό μισθό στα επίπεδα αξιοπρεπούς φτώχειας, έχουν γίνει από τον πληθυσμό δεκτές με μεγάλη ανακούφιση αλλά από την άλλη οι κάθε είδους διθύραμβοι που ακούγονται και γράφονται τον τελευταίο καιρό για «νίκη επί του δόγματος Σοκ», «το τέλος της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας» και, «το θάνατο της λιτότητας ως πολιτική» είναι μάλλον προϊόντα αφελούς αισιοδοξίας και σε ουκ λίγες περιπτώσεις φιλοκυβερνητικής διάθεσης περισσότερο παρά αντικειμενικές προσεγγίσεις της πραγματικότητας. Ουδέν μεμπτό δεν θα υπήρχε βέβαια αν η εγχώρια αριστερά και τα κινήματα βάσης υποστήριζαν μια κυβέρνηση η οποία θα εγγυόντανε την εκπλήρωση των πολιτικών τους αιτημάτων και των κοινωνικών τους διεκδικήσεων. Όμως εκτός από κάποιες ρηχές οικονομικές διεκδικήσεις, τίποτα πολιτικό δεν έχει δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα των κινημάτων των τελευταίων ετών,** και όσον αφορά ζητήματα οικολογικού περιεχομένου όπως το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Απορριμμάτων (ΕΣΔΑ), το ρυθμιστικό σχέδιο, την παραγωγή ενέργειας, τον εξανδραποδισμό του αγροτικού κόσμου και την εξόρυξη χρυσού εκεί πραγματικά δεν σηκώνει κανενός είδους συμβιβασμού. Η κυβέρνηση ή θα υιοθετήσει ένα άλλο παραγωγικό σχέδιο εμπλέκοντας τις τοπικές κοινωνίες στην κυβερνητική διαβούλευση ή θα έρθει σε ευθεία σύγκρουση μαζί τους.

Αυτό που βλέπουμε όμως να συμβαίνει μοιάζει όλο και λιγότερο με μια υπόθεση «δυαδικής εξουσίας» και όλο περισσότερο με ιστορία «κινηματικής ανάθεσης» όπου διάφοροι «κινηματικοί εκπρόσωποι» καλούν την κυβέρνηση να υλοποιήσει τα αιτήματα τους λες και το ζήτημα των Σκουριών, των διοδίων ή των αγορών χωρίς μεσάζοντες πρόκειται για συντεχνιακό θέμα που το κίνημα περιμένει το βύσμα του από τον υπουργό να δώσει λύση. Με την λογική αυτή τα υπάρχοντα κινήματα αποκαλύπτουν την πολιτική τους γύμνια καθώς όλα αυτά τα χρόνια δεν δείξανε να έχουν τελικά καμία άλλη πολιτική εικόνα για τον εαυτό τους και δεχτήκανε να είναι το όχημα της αξιωματικής αντιπολίτευσης που το κυκλοφορούσε από την βουλή στον δρόμο. Αποτέλεσμα η αδιαμφισβήτητη κινηματική σαστιμάρα των ημερών που εκτονώνει την αμηχανία της σε φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις, έτσι όλο και πιο πολύ τα κινήματα γίνονται σιγά σίγα καθεστωτικοί φρουροί όσο και αν το τελευταίο ακούγεται εντελώς παράδοξο. Άλλωστε για το συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας δεν είναι και πρώτη φορά που τυχαίνει κάτι τέτοιο. Η περίοδος 1981/83 αποτέλεσε μια τέτοια παρένθεση συναίνεσης μεταξύ κυβέρνησης – κινήματος όχι βέβαια επάνω στην βάση ενός κοινωνικού μετασχηματισμού αλλά περισσότερο σε αυτή του κοινωνικού βολέματος καθώς με την κομματικοποίηση του εργατικού κινήματος της δεκαετίας του ’70 από το ΠΑΣΟΚ μετατράπηκαν τα αγωνιστικά συνδικάτα και οι συνεταιρισμοί του αγροτικού κόσμου σε κομματικές θερμοκοιτίδες και εφαλτήρια της εξουσίας. Η αποσύνθεση αυτή έφερε και την πλήρη απαξίωση του συνδικαλισμού και του συνεταιρισμού όπως την βιώνουμε σήμερα και εκεί που η κρατική καταστολή και οι διώξεις αποτύγχαναν για πάνω από 70 χρόνια κατάφερε μια σοσιαλιστική κυβέρνηση να τα αδειάσει από κόσμο μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία. Θα ήταν λυπηρό να επαναληφθεί το ίδιο και για τα κοινωνικά κινήματα και τις άμεσο δημοκρατικές διαδικασίες και να μετατραπούν σε μία νύκτα σε φιλοκυβερνητικά σχήματα απλά και μόνο παρασυρόμενα από οικονομικές προσδοκίες.

Κατά κάποιο τρόπο το θετικό με την κυβέρνηση της αριστεράς είναι πως διαλύει το μέχρι τώρα αφηρημένο και θολά συγκροτημένο «αντιμνημονιακό μέτωπο». Σε γενικές γραμμές μπορούμε τώρα να δούμε αυτούς που πιστεύουν πια πως με το «να φύγουν οι προηγούμενοι» και με το «τέλος της λιτότητας» έχει δικαιωθεί ο αντιμνημονιακός αγώνας και αυτοί είναι σίγουρα η πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Από τους ριζοσπάστες βλέπουμε αυτούς που υποδέχονται την αριστερή κυβέρνηση ως μια δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα ντόμινο εξελίξεων προς την κατεύθυνση του κοινωνικού μετασχηματισμού, πως τώρα είναι η ώρα να επιτευχθούν τα αιτήματα του κινήματος. Τέλος αυτούς που μάλλον αποτελούν την μειοψηφία και πιστεύουν πως είναι αδύνατη η σύνθεση των δύο προηγούμενων συνθηκών καθώς η εκπλήρωση οικονομικών αιτημάτων θα παραγκωνίσει τελείως τα πολιτικά. Πως «δημοκρατία και φιλολαϊκή κυβέρνηση» έχουν ταυτιστεί με ένα τελείως παραπλανητικό και μη πολίτικο τρόπο. Επιπλέον στο επιχείρημα πως η υπάρχουσα λιτότητα πρέπει να αρθεί προκειμένου να διεκδικήσουμε περισσότερες εξουσίες στα χέρια των πολιτών δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε γιατί δεν έγινε αυτό στα προηγούμενα χρόνια αφθονίας. Για όσους επιλέξουν και συνδέσουν την προοπτική χειραφέτησης της χώρας με την προοπτική επιτυχίας της αριστερής κυβέρνησης καλό είναι να προετοιμάζονται να μοιραστούν μαζί της και την κυβερνητική εντροπία.

*Δεν υπάρχει πιο παραπλανητικό μήνυμα, παρόλο που έχει γίνει αποδεκτό γενικά, από το σύνθημα «Να μην ζήσουμε σαν δούλοι» το οποίο εξισώνει την ζωή του οικονομικά εξαθλιωμένου με αυτή του δούλου. Δούλοι ήμασταν πολύ πριν ακόμα τα μνημόνια είτε με τις πολυδάπανες αγορές μας, τα ακριβά , και τις εξωτικές διακοπές από την στιγμή που ζούσαμε αδιάφοροι και αμέτοχοι για τον δημόσιο βίο. Καμία αλλαγή σε αυτό δεν έγινε από τότε.

**Υπάρχουν ασφαλώς και λαμπρές εξαιρέσεις όπως η πρόταση αυτοδιαχείρισης της υπηρεσίας ύδρευσης – αποχέτευσης Θεσσαλονίκης (Κίνηση 136), η πρόταση της πανελλαδικής συνέλευσης εργαζομένων στην ΕΡΤ για την επαναλειτουργία του δημόσιου φορέα ραδιοτηλεόρασης με κοινωνικό και εργατικό έλεγχο, οι πρωτοβουλίες για τη διαχείριση των απορριμμάτων, και αρκετές κινήσεις πολιτών που διεκδίκησαν με άμεσο δημοκρατικό τρόπο τους δήμους τους. Πέρα από αυτές τις περιπτώσεις τα υπόλοιπα κινήματα δεν θίξανε τον πυρήνα της εξουσίας, περισσότερο λειτουργήσανε αντιπολιτευτικά.