Menu

EAGAINST.com

Ευρώπη: ολιγαρχική και νεοφιλελεύθερη

TNI-report

Του Γιώργου Ν. Οικονόμου, Δρ Φιλοσοφίας.
[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 9 Μαΐου 2014]

Με τις επικείμενες ευρωεκλογές τίθεται αναπόφευκτα ένα βασικό ερώτημα: ποιο είναι το νόημα της ψήφου; Θα έχει δηλαδή η ψηφοφορία κάποιο θετικό αποτέλεσμα για τους κατοίκους των χωρών μελών, ιδίως των δεινοπαθούντων; Η απάντηση στο ερώτημα είναι δυνατή όταν εξετασθούν τα πραγματολογικά δεδομένα της κατασκευής που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή η συγκρότηση, η οργανωτική δομή, ο τρόπος λειτουργίας της και τα συμφέροντα τα οποία εξυπηρετεί.

Κατ’ αρχάς, η συγκρότηση της Ε.Ε. αποφασίσθηκε από τις κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές ελίτ των ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών, χωρίς αναλυτική ενημέρωση των κοινωνιών, χωρίς διαβούλευση, συλλογικές κοινωνικές αποφάσεις ή δημοψηφίσματα. Οι κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια έλαβαν τις σημαντικές και καθοριστικές αποφάσεις αυταρχικά. Όσον αφορά στην οργανωτική δομή και τον τρόπο λειτουργίας της Ε.Ε. οι αποφάσεις λαμβάνονται και οι νόμοι θεσπίζονται από δύο όργανα, το Συμβούλιο των αρχηγών των κρατών μελών και το Συμβούλιο Υπουργών. Τα άλλα ανώτερα όργανα που ασκούν εξουσία – Επιτροπή, Πρόεδρος, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, Ελεγκτικό Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – είναι μη εκλεγμένα. Το μόνο όργανο που εκλέγεται, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν έχει ουσιαστικές εξουσίες, αλλά απλώς γνωμοδοτικές – αν και με την Συνθήκη της Λισαβόνας (2007) έλαβε περισσότερες αρμοδιότητες.

Πρόκειται δηλαδή για αυταρχική γραφειοκρατική δομή, τόσο στη συγκρότηση όσο και στον τρόπο λειτουργίας της, στην οποία ο βίος και το μέλλον τετρακοσίων και πλέον εκατομμυρίων Ευρωπαίων καθορίζονται από τις αποφάσεις της συνόδου κορυφής ή ενός κλειστού συμβουλίου υπουργών που ούτε στη χώρα τους πολλές φορές εκπροσωπούν την πλειοψηφία. Οι αποφάσεις, που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες μόνο από τους ολίγους γραφειοκράτες προς όφελος των ολίγων ισχυρών και των αγορών, πρέπει να εκτελεσθούν αναγκαστικώς από τους υπολοίπους χωρίς καμία δυνατότητα αντιλόγου. Είναι συνεπώς καθαρότατη ολιγαρχία, ουδεμία σχέση έχουσα με δημοκρατία και προφανώς αντανακλά την ολιγαρχική δομή των επί μέρους κρατών μελών.

Από την άλλη πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέδειξε ανικανότητα τόσο στο να προβλέψει την μεγάλη κρίση όσο και να τη χειρισθεί. Η αδυναμία της φαίνεται και στο γεγονός ότι δεν είναι σε θέση να ελέγξει την πορεία των κρατών μελών για την τήρηση των όρων της ιδρυτικής της συνθήκης, ούτε έχει μηχανισμούς για την αποσόβηση κρίσεων και αποσταθεροποιήσεων. Αυτό έδειξε η ανικανότητά της στην περίπτωση της Ελλάδας να ενημερωθεί και να ελέγξει τη διάθεση των πακέτων στήριξης, να διαπιστώσει εγκαίρως τo πραγματικό ύψος του τεράστιου δημοσιονομικού ελλείμματος και να ελέγξει το υπέρογκο χρέος. Επί πλέον η Ε.Ε. έδειξε την αδυναμία της ή την απροθυμία της να αντιμετωπίσει τις αγορές και τα παιγνίδια των κερδοσκόπων για να βοηθήσει το κράτος μέλος αφήνοντάς το επί μήνες στο έλεος των τραπεζών, των αγορών και των κερδοσκοπικών κεφαλαίων. Έχει δείξει μία πρωτοφανή αδυναμία πολιτικής βούλησης για συγκρότηση σε ομοσπονδιακή κατεύθυνση. Η νομισματική ένωση χωρίς κοινή οικονομική πολιτική και πολιτική εξουσία φαίνεται πως δεν λειτουργεί – τουλάχιστον για τα αδύνατα κράτη.

Προς τι λοιπόν όλη η ρητορεία για την «ευρωπαϊκή ενοποίηση», την «ευρωπαϊκή κοινότητα ή οικογένεια»; Η απάντηση είναι: για τα οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας και των άλλων ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών, των τραπεζών και του μεγάλου κεφαλαίου, δηλαδή των ολίγων. Αυτό είναι εμφανές στις ανισομέρειες, στις εκμεταλλεύσεις των αδυνάτων από τους ισχυρούς και στην κρίση, που ανέδειξε δύο κυρίαρχες δυνάμεις, τη Γερμανία και τη Γαλλία και εν τέλει μόνο τη Γερμανία. Και φυσικά οι ανισότητες μεγεθύνονται, η ανεργία καλπάζει, το κοινωνικό κράτος φαλκιδεύεται, οι ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων αγαθών κυριαρχούν, οι μισθοί και οι συντάξεις μειώνονται, οι πτωχοί αυξάνονται ραγδαίως. Πρόκειται για άκρατο νεοφιλελευθερισμό στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Η ολιγαρχική, νεοφιλελεύθερη και αντιδημοκρατική Ε.Ε., δεν εξυπηρετεί το κοινό αγαθό και τα συμφέροντα των πολλών και είναι αδύνατον να τα εξυπηρετήσει.

Εν ολίγοις, η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική, είναι και πολιτική, είναι κρίση θεσμών και αξιών. Οι πομπώδεις διακηρύξεις λοιπόν περί «περισσότερης ή ισχυρής Ευρώπης» από πολιτικούς και διανοουμένους, όπως λ.χ. ο Κον Μπεντίτ και ο Χάμπερμας, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να αποπροσανατολίζουν και να εξυπηρετούν τα ισχυρά συμφέροντα επιχειρήσεων, τραπεζών και ΜΜΕ. εξυπηρετούν την ολιγαρχική ιδεολογία από τη στιγμή που είναι εγκλωβισμένοι στην άποψη πως τα δυτικά πολιτεύματα είναι δημοκρατικά, συμβάλλοντας έτσι περαιτέρω στη σύγχυση.

Εν τέλει, οι ευρωεκλογές τους μόνους που ωφελούν είναι οι ευρωβουλευτές, με τους τεράστιους μισθούς και τα προκλητικά προνόμια, τα κόμματα και τα συμφέροντα των κυρίαρχων οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Επικυρώνουν επί πλέον τον ολιγαρχικό νεοφιλελεύθερο μηχανισμό των Βρυξελλών που διαχειρίζεται και εξυπηρετεί αυτά τα συμφέροντα. Όσον αφορά την Ελλάδα, οι ευρωεκλογές ουδέποτε είχαν κάποια σχέση με την Ευρώπη, λειτουργούν συνήθως ως πρόκριμα των βουλευτικών εκλογών ή ως έκφραση δυσαρέσκειας των θιγομένων στρωμάτων. Και έτσι όμως είναι ημιτελείς, διότι το μόνο που μπορεί να έχει ουσιαστικά αποτελέσματα είναι η απαίτηση για δημοκρατία και συμμετοχή όλων στις αποφάσεις, με την ανάπτυξη κοινωνικών και πολιτικών αγώνων.

Ο πολιτισμός των ομοιωμάτων (δικαιωμάτων)

art-isolation_20120419172827539525-420x0

Το 2001 στη Γερμανία, όπως αναφέρει ο καθηγητής Μ. Σαντέλ, ο Α. Μέιβες, ένας σαραντάχρονος τεχνικός υπολογιστών, σκοτώνει, τεμαχίζει, μαγειρεύει και τρώει ένα σαραντατριάχρονο προγραμματιστή, τον Γ. Μπράντες, ο οποίος οικειοθελώς προσφέρθηκε γι’ αυτό το γεύμα, απαντώντας σε αγγελία που ο Μέιβες είχε ανεβάσει στο διαδίκτυο. Η υπερασπιστική γραμμή του Μέιβες στο δικαστήριο ήταν ότι στις δυτικές δημοκρατίες τα ατομικά δικαιώματα είναι ιερά, ο κάθε ενήλικας έχει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση του σώματός του, ο ίδιος ο Μπράντες προσφέρθηκε να φαγωθεί και αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμά του. Το δικαστήριο καταδίκασε πρωτόδικα τον Μέιβες σε οκτώμισι χρόνια, αλλά οι δικαστές θεωρώντας επιεική την ποινή του άσκησαν έφεση και τον καταδίκασαν σε ισόβια. Έκριναν με βάση την ηθική, το αναπαλλοτρίωτο της ανθρώπινης φύσης και όχι με γνώμονα τα σαθρά θεμέλια της ρητορικής περί ελευθερίας της επιλογής και των ατομικών δικαιωμάτων.

Ποιοι είναι όμως οι ρήτορες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Είναι νέας κοπής διαφωτιστές, φιλελεύθεροι (και αριστεροί), μια πεφωτισμένη κοσμοπολίτικη δεσποτεία, που θα τους ονόμαζα διαφωτιστές της αγοράς και του ατομικισμού. Αλλά δεν με ικανοποιεί ο όρος. Θα προτιμούσα να τους χαρακτήριζα υβριστές διότι πορεύονται υπέρ μοίραν, πέραν του μεριδίου που τους αναλογεί στην πεπερασμένη ζωή τους. Αδυνατούν να καταλάβουν ότι το νόημα της ζωής είναι σε φόντο μη νοήματος (Κ. Καστοριάδης) γιατί στα έσχατα υπάρχει έρεβος, ο θάνατος του υποκειμένου. Ίσως πάλι να είναι διπλά υβριστές, γιατί όπως λέει ο Φ. Μπέικον το αίσθημα, η επίγνωση της θνητότητας δημιουργεί την απληστία, το αρπακτικό υποκείμενο. Ας κάνω ότι μπορώ για το δικό μου όφελος πριν πεθάνω, έτσι κι αλλιώς θα μείνω ατιμώρητος, αφού μετά δεν υπάρχει τίποτα. Εξελικτικά, μέσα από μια μακραίωνη διαδικασία, ο homo sapiens, ο κάθε άνθρωπος απέκτησε το δικό του μοναδικό αποτύπωμα συνείδησης. Η ανθρώπινη ατομικότητα, η εξατομίκευση είναι ήδη παρούσα στην ιστορία (ως διάλλειμα;) από την εποχή της κλασσικής Αθήνας. Οι πολίτες της ήταν άτομα σε αντίθεση με τους υπηκόους στις ασιατικές δεσποτείες (Αίγυπτος κλπ).

Με την έλευση του διαφωτισμού, την άνοδο του καπιταλισμού και την κυριαρχία τις τελευταίες δεκαετίες της οικονομίας της αγοράς η ατομικότητα μετασχηματίζεται σε ορθολογική ιδιοτέλεια, σε κτητικό ατομισμό. Το άτομο βιώνει τον εαυτό του ως πρώτο πρόσωπο, ως υποκείμενο αλλά ταυτόχρονα ο άλλος κατοικεί μέσα στο εγώ γιατί ανήκουμε σ’ ένα εμείς (κοινότητα, οικογένεια, φίλους). Η ανάγκη του άλλου είναι ιδρυτικό στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας. Όταν το κοινωνικό περιβάλλον, όπως πράττει σήμερα ο δυτικός νεωτερικός πολιτισμός, το φιλελεύθερο υπόδειγμα, ενισχύει το εγώ και καταστρέφει τον άλλο, το εμείς που έχουμε μέσα μας, την αλληλεγγύη, τη φιλία, την καλοσύνη, την γενναιοδωρία, τότε το άτομο δεν είναι άτομο αλλά ιδιοτελές υποκείμενο. Το άτομο σύμφωνα με τη ρητορική των ατομικών δικαιωμάτων, που είναι μια φιλοσοφία της ελεύθερης αγοράς (Ζ. Κ. Μισεά) και της απεριόριστης ελευθερίας του υποκειμένου είναι ανίκανο για το καλό και το αληθές, είναι αθεράπευτα ιδιοτελές, και γι’ αυτό πρέπει να αποσυρθεί στον ιδιωτικό ιερό του χώρο για να ασκήσει ελεύθερο από περιορισμούς τα ελαττώματά του παραιτούμενο εκουσίως από το δημόσιο χώρο, από τη προσπάθεια να κάνει καλύτερο τον κόσμο. Η ενάρετη ζωή θα οριστεί ιδιωτικά και σ’ αυτό τον ορισμό δεν υπάρχουν όρια, εκτός ίσως από την ανθρώπινη ιδιωφέλεια. Ότι ορίζεται σήμερα στον δυτικό κόσμο ως ανθρώπινα δικαιώματα, ατομικά δικαιώματα, είναι οι εγωιστικές επιθυμίες ενός αυτοαναφορικού ατόμου που δεν είναι άτομο, υποκείμενο αλλά ομοίωμα του εαυτού του, στο βαθμό που έχει μετατραπεί σε δολοφόνο του άλλου.

Ας ασκήσουμε λοιπόν ελεύθερα με ρυθμιστή την αγορά και το νόμο τα άθλια ελαττώματά μας, χωρίς ηθικές αρχές γιατί αυτές περιορίζουν την ατομική ελευθερία του ορθολογικού ατομιστή. Γιατί να μην είμαι ελεύθερος να πουλήσω ή να αγοράσω από κάποιον ένα νεφρό; Γιατί η πορνεία να μην είναι ένα επάγγελμα σαν όλα τα άλλα, μια προσωπική υπηρεσία, που ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης καθορίζει την τιμή της; Αυτοί που υποστηρίζουν ότι έτσι εμπορευματοποιείται το ανθρώπινο σώμα είναι απλώς εχθροί των ατομικών δικαιωμάτων. Γιατί να καταδικαστεί ο ανθρωποφάγος Μέιβες ή να μην αποκτήσω ένα παιδί πληρώνοντας μια παρένθετη μητέρα; Γιατί να μην είναι ατομικό δικαίωμα να χλευάζουμε τη θρησκεία του άλλου; Γιατί να μην επιτρέπεται η χρήση εμβρύων για τη δημιουργία νέων καλλυντικών ή να μη χρησιμοποιήσουμε τη γενετική μηχανική για να δημιουργήσουμε μωρά με προσχεδιασμένα χαρακτηριστικά;

Χάρης Ναξάκης

Καθηγητής ΤΕΙ Ηπείρου, συγγραφέας
charisnax@yahoo.gr

Πηγή

Νοσηρή κατάσταση

fasismos se eu

Του Γιώργου Ν. Οικονόμου. Δρ Φιλοσοφίας

Οι περισσότερες κομματικές δυνάμεις εξέφρασαν την ικανοποίησή τους και πανηγύρισαν για τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών 2014. Ο ΣΥΡΙΖΑ επειδή βγήκε πρώτος, η ΝΔ αν και δεύτερη και αρκετά συρρικνωμένη επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ξεπέρασε τις πέντε μονάδες διαφορά, το νεοναζιστικό κόμμα επειδή βγήκε τρίτο, το ΠΑΣΟΚ επειδή δεν έπεσε στο 5%, το ΚΚΕ επειδή ανέβασε το ποσοστό του, το Ποτάμι επειδή με την πρώτη του εμφάνιση έπιασε σημαντικό ποσοστό και ο Καρατζαφέρης επειδή βγήκε από την ανυπαρξία. Όλοι σχεδόν πανηγύρισαν που ο περιβόητος ελληνικός «λαός» τους δικαίωσε, τους αντάμειψε για το έργο τους που υποτίθεται επιτελούν αόκνως προς όφελος του «λαού». Υπήρξαν φυσικά και οι πενθούντες (ΑΝΕΛ, ΔΗΜΑΡ, Οικολόγοι) αλλά ουδείς μίλησε για την μεγάλη αποχή, περίπου 44%, η οποία δηλώνει κατά μεγάλο μέρος αποδοκιμασία των εκλογών και του πολιτικού συστήματος και είναι ο ουσιαστικός «νικητής» των εκλογών.

Οι πανηγυρισμοί των κομμάτων πάνω στο λεηλατημένο και πληγωμένο κοινωνικό σώμα δηλώνουν την νοσηρή κατάσταση στην οποία βρίσκεται το πολιτικό σύστημα. Δηλώνουν με έμφαση πως οι εκλογές τούς μόνους που ωφελούν είναι οι πολιτικοί και τα κόμματα και πως το μόνο που ενδιαφέρει τα τελευταία είναι το δικό τους συμφέρον. Διότι και αυτές οι εκλογές, όπως και όλες οι προηγούμενες, δεν προσέφεραν κάτι καλύτερο στα χειμαζόμενα κοινωνικά στρώματα. Το μόνο που προσφέρουν είναι η ψευδαίσθηση της συμμετοχής στην πολιτική και οι φρούδες ελπίδες πως κάτι θα αλλάξει. Αυτό που αλλάζει όμως είναι η θέση των κομμάτων, ο συσχετισμός τους και η εναλλαγή τους στην εξουσία.

Το πρώτο ζήτημα που ανέδειξαν αυτές οι εκλογές είναι η προσχώρηση ενός τμήματος της κοινωνίας στις ακραίες βάρβαρες καταστάσεις, όπως εκφράζονται από την εγκληματική ναζιστική οργάνωση, της οποίας οι μισοί βουλευτές βρίσκονται στη φυλακή και οι άλλοι μισοί είναι υπόδικοι. Εδώ η νοσηρότητα εκπηγάζει και από το κοινωνικό σώμα. Και επειδή στην Ελλάδα υπάρχει τεράστιο έλλειμμα παιδείας, πολιτισμού και δημοκρατικών αντιλήψεων, μπορεί η νοσηρότητα αυτή να επεκταθεί υπό μορφή επιδημίας, όπως έχει γίνει αρκετές φορές στο παρελθόν. Οι σκηνές βίας και τρομοκρατίας στη βουλή και στους δρόμους με τους ναζιστές να διαλύουν κάθε έννοια έννομης τάξεως, σε συνδυασμό με άλλα φαινόμενα, όπως αυτό του Μπαλτάκου, του Πειραιά και του Βόλου, είναι ένδειξη της νοσηρής κατάστασης που επωάζεται στους θεσμούς.

Εδώ βρίσκεται το δεύτερο ζήτημα που ανέδειξαν οι εκλογές: επιβεβαιώθηκαν και στερεώθηκαν οι προσβάσεις και η επιρροή του ναζιστικού μορφώματος και της ακροδεξιάς στους κρατικούς μηχανισμούς, στον Στρατό, στην Αστυνομία, στο Λιμενικό, στην Εκκλησία και στο Δικαστικό σώμα. Οι θεσμοί αυτοί πλαισιώνουν το πλέγμα συμφερόντων που ασκεί ανέκαθεν την εξουσία και λαμβάνει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τις αποφάσεις – τα ΜΜΕ, τους τραπεζίτες, τους μεγαλοεπιχειρηματίες, τους εφοπλιστές και τους μεγαλοεργολάβους – υποστηριζόμενο από τα κόμματα της Δεξιάς, της Ακροδεξιάς και του Κέντρου (ΠΑΣΟΚ). Όλοι αυτοί δεν είναι κατά του καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού ούτε υπέρ των θεσμικών μεταρρυθμίσεων, πολλώ δε μάλλον υπέρ του «σοσιαλισμού». Επιθυμούν και απεργάζονται αυταρχικές λύσεις, πράγμα που έκαναν αρκετές φορές στο παρελθόν και απέδειξε εμπράκτως ο επικίνδυνος Α. Σαμαράς με την αντικοινοβουλευτική συμπεριφορά του – ακροδεξιοί συνεργάτες, υπόθεση Μπαλτάκου, γκεμπελική προπαγάνδα, κλείσιμο της ΕΡΤ, περιφρόνηση του κοινοβουλίου, πρόωρο κλείσιμο της βουλής.

Στο πλαίσιο αυτό, το τρίτο βασικό ερώτημα που ανακύπτει είναι τι θα κάνει με όλο αυτό το πλέγμα εξουσίας και νοσηρής κατάστασης – συστήματος και κοινωνίας – μία ενδεχόμενη κυβέρνηση της Αριστεράς. Δεδομένου ότι ο σχηματισμός κυβέρνησης δεν σημαίνει και ουσιαστική άσκηση εξουσίας, δύο ενδεχόμενα διαγράφονται μέσα στα πλαίσια της ρεαλιστικής πολιτικής. Πρώτον, η Αριστερά δεν συγκρούεται με το πλέγμα εξουσίας και συμφερόντων, απλώς προβαίνει σε μερικές επουσιώδεις μεταρρυθμίσεις και αφήνει το σύστημα ανέπαφο να συνεχίζει την νικηφόρα πορεία του και αυτή να επωφελείται από τα προνόμια και τα αγαθά της διακυβέρνησης, τα οποία δεν είναι ευκαταφρόνητα. Δεύτερον, η Αριστερά έχει αποφασίσει να συγκρουσθεί, όπως διαφαίνεται σε ορισμένα υπερφίαλα και θερμόαιμα στελέχη της. Σε αυτήν την περίπτωση όμως θα έπρεπε να έχει διασαφηνίσει τα μελλοντικά μέτρα διακυβέρνησης και τον τρόπο σύγκρουσης, διότι τα οχυρά της εξουσίας δεν πίπτουν επειδή αυτά θα αναγνωρίσουν την «ανωτερότητα» των ιδεών και του ήθους της Αριστεράς.

Όμως τίποτε τέτοιο δεν διαγράφεται στον ορίζοντα, διότι η Αριστερά δεν προτείνει λ.χ. χωρισμό Εκκλησίας και πολιτείας ούτε εκκαθάριση της Αστυνομίας, του Στρατού και του Δικαστικού σώματος από τα φιλοναζιστικά και φιλοχουντικά στοιχεία ούτε σημαντικές συνταγματικές αλλαγές. Ούτε επίσης φαίνεται να προετοιμάζεται μαζί με την κοινωνία -τον μοναδικό σύμμαχο που μπορεί να έχει σε περίπτωση πολιτικής σύγκρουσης. Επομένως το πιο πιθανό είναι η επιλογή της πρώτης οδού, η μη σύγκρουση. Οφείλει όμως στην περίπτωση αυτή η Αριστερά να ενημερώσει την κοινωνία και να μη δημιουργεί υπέρογκες προσδοκίες, πράγμα το οποίο φαίνεται απίθανο να πράξει. Εν ολίγοις η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά δύσκολη με ένα πολιτικό σύστημα ανάλγητο και ανίκανο, με μία κοινωνία διχασμένη, φοβισμένη και ηττημένη, οδεύουσα πρός τη δυστοπία.

Για έναν δημοκρατικό αντιφασισμό

SANYO DIGITAL CAMERA

Απόσπασμα από το άρθρο «Πολιτική ομάδα για την Αυτονομία: Η άνοδος της φασιστικής ακροδεξιάς και ο δημοκρατικός αντιφασισμός» για το 5ο τεύχος του Περιοδικού Πρόταγμα (σ.22-80)

Λαϊκισμός και «θυματικός εθνικισμός»

Παράλληλα με αυτού του είδους την ηθικοποίηση του πολιτικού, ένα άλλο στοιχείο που αναδύθηκε με την κρίση είναι ο διάχυτος και γενικευμένος λαϊκισμός: πρόκειται για δύο στοιχεία που συνδέονται στενά, εφόσον συντείνουν στο να αποκρύπτουν τις ευθύνες που αναλογούν στην ίδια την κοινωνία, μεγιστοποιώντας τις ευθύνες των ολιγαρχιών. Το πρόβλημα εδώ ξεκινά από τη βασική ανθρωπολογική συγκρότηση σήμερα, δηλαδή τον μεταμοντέρνο, ανεύθυνο και αδιάφορο για τα πολιτικά άνθρωπο, που αναθέτει σε άλλους (τους ειδικούς) τη διαχείριση των δημόσιων ζητημάτων, βυθιζόμενος ο ίδιος στην ανευθυνότητά του. Μια τέτοια πολιτική συγκρότηση είναι αναμενόμενο να οδηγεί σε περιόδους κρίσεων στην αναζήτηση σωτήρων αλλά και αποδιοπομπαίων τράγων. Στην ελληνική περίπτωση, λόγω της γενικότερης αδυναμίας της χώρας αυτής να παίξει ένα ρόλο σε διεθνές επίπεδο (αλλά και της νεοαποικιακής συμπεριφοράς των Ευρωπαίων ηγετών), το ρόλο των «μισητών εχθρών» παίζουν οι πρωθυπουργοί των άλλων κρατών, οι υπερεθνικοί οργανισμοί (ΔΝΤ, ΕΚΤ), η Goldman Sachs κ.λπ. Ο λαϊκισμός εδώ εκφράζεται μέσω της δαιμονοποίησης των ισχυρών ξένων δυνάμεων (που θέλουν να θέσουν υπό την κυριαρχία τους την Ελλάδα) και μέσω της αποσιώπησης των ευθυνών του ίδιου του ελληνικού κράτους και κομματιών της κοινωνίας στη συντήρηση και την αναπαραγωγή του παρασιτικού και κυριαρχικού οικονομικού μοντέλου. Αυτή η νεφελώδης κριτική στις διάφορες ελίτ οικοδομεί έναν θυματικό εθνικισμό[10] που ικανοποιεί την πληγωμένη εθνική υπερηφάνεια λόγω της οικονομικής κατάρρευσης και της διαχρονικής υποτέλειας. Σε συνδυασμό μάλιστα και με τις συνωμοσιολογικές θεωρίες που είναι της μόδας στη χώρα, ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός αποκτούν περισσότερο αντι-ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά ενσαρκώνοντας την απόγνωση και την αγωνία «να σωθεί η πατρίδα».

Η λαϊκιστική γοητεία της ακροδεξιάς

Ο συνδυασμός της ηθικιστικής οπτικής του πολιτικού και του διάχυτου λαϊκισμού προσφέρουν επομένως μια μοναδική ευκαιρία στην ακροδεξιά να αναπτυχθεί και να ριζώσει κοινωνικά. Θα ήταν βέβαια αφελές και επιφανειακό να δούμε την άνοδο της ΧΑ ως απλά μια συνέχεια του λαϊκιστικού φαινομένου του Καρατζαφέρη[11] . Δεν μπορούμε, όμως, να παραγνωρίσουμε και ορισμένα κοινά στοιχεία των δύο μορφωμάτων. Εκτός από μια κοινή δεξαμενή ψήφων (πατριωτών – εθνικιστών), η ΧΑ κληρονομεί και τα επικοινωνιακά τεχνάσματα προσέγγισης του κόσμου μέσω του διαρκούς φλερτ με τα ΜΜΕ (μέχρι και τον life style γάμο του Παναγιώταρου είδαμε λάιβ), συνοδεία κραυγών και προκλητικών δηλώσεων: ο Βορίδης και ο Άδωνις του ΛΑΟΣ αντικαθίστανται από τα ξυρισμένα κρανία και τους μουστακαλήδες της ΧΑ.

Πέρα από τις προφανείς διαφορές στο αισθητικό πεδίο, αυτό που είναι ανατριχιαστικό και αποκρουστικό είναι η αναβάθμιση στο επίπεδο της φασίζουσας υποκουλτούρας που εκπέμπουν οι βεντέτες της ΧΑ. Ωστόσο, θα ήταν παρακινδυνευμένο να ισχυριστούμε ακριβώς το ίδιο και για το κοινό τους ή τους ψηφοφόρους τους, καθώς η αναδυόμενη αποδοχή του κόμματος αυτού απηχεί μάλλον την απόγνωση και την κυνική προσπάθεια ενός κόσμου να πιαστεί από κάτι «αντισυστημικό», κάτι εκτός του «διεφθαρμένου παρελθόντος». Οσο κωμικοτραγικό κι αν ακούγεται, οι μαυροντυμένοι ακτιβιστές ενσαρκώνουν για ένα κομμάτι της σημερινής κοινωνίας τους λαϊκούς ήρωες που υπερασπίζονται τη χώρα και τους αγωνιστές που δεν μασάνε τα λόγια τους. Η ΧΑ πλασάρεται ως η κατεξοχήν καθαρή και αμόλυντη από τη διαφθορά παράταξη και επομένως μια γνήσια αντιμνημονιακή δύναμη[12] . Είναι οι «καλοί», αυτοί που στέκονται στο πλευρό του λαού και των κατατρεγμένων (αιμοδοσίες[13] , συσσίτια, μπραβιλίκια και «προστασία» γειτονιών)·, πόσο μάλλον όταν στην συγκυρία της κρίσης, με την αποσύνθεση των κρατικών δομών, οι άνθρωποι νιώθουν παντελώς αδύναμοι και η ΧΑ παίζει σωστά το παιχνίδι της ανάθεσης και της προστασίας. Σίγουρα αρκετοί από τους ψηφοφόρους τους έχουν αγκαλιάσει και τις ρατσίζουσες ιδέες και τις τραμπουκομαφιόζικες πρακτικές τους (επιθέσεις σε μετανάστες, ξυλοδαρμοί, απειλές, προπηλακισμοί κ.λπ.), αλλά αυτό που μάλλον αποτελεί τον κοινό τόπο μεταξύ αυτών που συμπαθούν την ΧΑ είναι η αίσθηση ότι «καλά τους τα ρίχνουν», «λένε αλήθειες», «τα χώνουν σε αυτούς που μας έφεραν εδώ» και άλλα παρόμοια[14] . Πρόκειται τελικά περισσότερο για μια κακομοίρικη νοοτροπία του Νεοέλληνα που, χωρίς ποτέ ο ίδιος να ενεργοποιείται, επιθυμεί και απαιτεί πλέον την τιμωρία των υπευθύνων (αναθέτοντας -μάταια βέβαια- το έργο στα τραμπουκοειδή), παρά για έναν πραγματικό εκφασισμό της κοινωνίας. Το πολιτικό περιεχόμενο εδώ περνά σε δεύτερη μοίρα, μπροστά στη γοητεία της ενεργητικότητας και της ματσό δήθεν «αυθεντικότητας».

Ασφαλώς δε θα πρέπει να υποτιμήσουμε όλες αυτές τις αντιμεταναστευτικές ρητορείες που τώρα, λόγω της κρίσης, έχουν πάρει τα πάνω τους, από τη στιγμή μάλιστα που -με μεγάλη ευθύνη των κρατικών και δημοτικών αρχών- ολόκληρες περιοχές βρίσκονται σε αναβρασμό λόγω της αναπτυσσόμενης γκετοποίησής τους και υποβάθμισης βασικών δομών και συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας από το μαφιόζικο έγκλημα. Στις συνθήκες φτωχοποίησης και γενικευμένης ανεργίας οι μετανάστες λειτουργούν ως το παράδειγμα προς αποφυγήν αλλά και ως το εξιλαστήριο θύμα: ξεσπάμε εκεί την οργή μας, ρίχνοντάς τους όλο το φταίξιμο για τα δεινά μας, για να ξεχάσουμε τις δικές μας μεγάλες ευθύνες στη διαμόρφωση της σημερινής κατάστασης.

Ωστόσο, αν εξετάσουμε τα πράγματα πιο προσεκτικά θα δούμε ότι η στοχοποίηση κοινωνικά αδύναμων ομάδων προκειμένου να λειτουργήσουν ως οι «αποδιοπομπαίοι τράγοι», όπως έγινε με τις οροθετικές πόρνες, τον μισογυνισμό που αναδύθηκε στην υπόθεση «παπαδιάς» ή τους μετανάστες μικροπωλητές, πραγματοποιείται άνωθεν, από τα ΜΜΕ, και δεν εκφράζει τη συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας 15 . Αν κάποιος προσπαθεί να προωθήσει μια κατάσταση εκφασισμού και κοινωνικού κανιβαλισμού δεν είναι τόσο η ίδια η κοινωνία μέσω της καθημερινής πρακτικής της, όσο αυτοί που ελέγχουν την πληροφορία και την είδηση, οι οποίοι ανάγουν τη συμμορίτικη λογική μειοψηφικών ομάδων της ακροδεξιάς σε κοινωνικό φαινόμενο. Άλλωστε όλη η δράση και ο ακτιβισμός της ΧΑ εκτελείται από τους στρατευμένους στην οργάνωση πυρήνες, οι οποίοι μπορούν και δρουν ανεξέλεγκτα χάρη στην απροκάλυπτη ασυλία που απολαμβάνουν από την αστυνομία και τις δικαστικές αρχές. Όπως παραδεχόταν κι ένας πρώην υψηλά ιστάμενος χρυσαυγίτης: «Πουθενά στην Ευρώπη δεν υπάρχει φιλοφασιστικό κόμμα που να απολαμβάνει την ασυλία που έχει η Χρυσή Αυγή από το ελληνικό κράτος»[16] . Προς το παρόν ο περίφημος «κοινωνικός κανιβαλισμός» εκδηλώνεται κυρίως με την συλλογική αδιαφορία και το έλλειμμα αλληλεγγύης μεταξύ των νεόπτωχων, των ανέργων ή των περιθωριοποιημένων, αφού αυτό που επικρατεί είναι η εξατομικευμένη στάση «να τη βολέψουμε τώρα στα δύσκολα», παρά σε μια έμπρακτη τάση αλληλοεξόντωσης των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων.

Ρατσισμός και εθνικισμός

Το καλοκαίρι του 1990, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πήρε το παγκόσμιο πρωτάθλημα στο ποδόσφαιρο. Στον ίλιγγο της επανένωσης κατέφταναν ξαφνικά άνθρωποι με γερμανικές σημαίες στα αυτοκίνητά τους, κατέβαιναν στους δρόμους και ζητωκραύγαζαν υπέρ της ΟΔΓ. Εκτυλίχτηκαν παράξενες σκηνές, καθώς ορισμένοι παλιοί αυτόνομοι, τρελαμένοι με αυτό που είχε καταφέρει να δημιουργήσει η νέα πραγματικότητα, πέταγαν πέτρες στ’ αμάξια με τους γερμανόπληκτους επιβάτες […]. Καλωσορίσατε στην πραγματικότητα των ‘90s. «Εμείς εναντίον όλου του άλλου κόσμου…»[78]

Η άνοδος της φασιστικής αγέλης του μανιάτη εκτροφέα έχει προκαλέσει ένα είδος πανικού στην αριστερά και τον αναρχικό χώρο. Ίσως διότι ένα φαινόμενο που το γνωρίζαμε για καιρό και για το οποίο ήμασταν οι μόνοι και οι μόνες που μιλούσαμε, προσπαθώντας -κυρίως ο αναρχικός χώρος- να το αντιμετωπίσουμε, το βλέπουμε ξαφνικά να διογκώνεται και να παίρνει πρωτόγνωρες διαστάσεις. Φεύγει από το underground, κατά κάποιον τρόπο, επίπεδο, και ανέρχεται στην κεντρική σκηνή. Παύει να απασχολεί ορισμένους πολιτικά «ψαγμένους» και αφορά πλέον την κοινωνία στο σύνολό της. Η αμηχανία που προκύπτει από αυτήν την εξέλιξη -και την αδυναμία μας να την ερμηνεύσουμε αλλά και να την αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά- έχει προκαλέσει την εμφάνιση δύο βασικών αντιδράσεων: πρώτον, μια οιονεί περιστολή της πολιτικής μας δραστηριότητας όχι απλώς στον «αντιφασισμό» αλλά σε μια εμμονή με τους «φασίστες» και, δεύτερον, σε μια προσπάθεια να δούμε στην άνοδο της στάνης του Ζαρούλια το κρυμμένο μυστικό, το κλειδί για την κατανόηση της νεότερης ιστορίας της χώρας.

Φυσικά αυτά τα δύο ψυχολογικά αντανακλαστικά συνδέονται μεταξύ τους. Αν καταλήγουμε, έστω ασυνείδητα, σε αυτήν την μονομανία με τον «αντιφασισμό», είναι επειδή πιστεύουμε ότι η άνοδος της ΧΑ ανταποκρίνεται στις βαθύτερες βλέψεις της ελληνικής κοινωνίας. Σαν, κατά κάποιον τρόπο, ο βαθύτερος φασισμός του Έλληνα και της Ελληνίδας να βρήκαν επιτέλους την έκφρασή τους. Όλη η ιδεολογία που κρύβεται πίσω από συνθήματα όπως το θρυλικό «σκουλήκια, μικροαστοί» πλέον νιώθει να επιβεβαιώνεται ιστορικά: ορίστε, είχαμε δίκιο τελικά, η ελληνική κοινωνία είναι ένας «βόθρος με σκατά», «οι μικροαστοί είναι οι εμπρηστές»[79]κ.λπ. Άρα, τελικά, η άνοδος του Ζαρούλια δεν είναι μια νέα εξέλιξη, την οποία οφείλουμε να διαυγάσουμε ώστε να δούμε πώς θα την αντιμετωπίσουμε. Όχι, είναι το πραγματικό πρόσωπο του συστήματος, αυτό που τόσον καιρό απλώς δεν εκφραζόταν ρητά. Αυτή είναι η ελληνική κοινωνία και τώρα που έσφιξαν τα γάλατα, δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο. Οι παλαιοσταλινικές ερμηνείες του φασισμού («ο φασισμός ως μακρύ χέρι του κεφαλαίου» 80 ) απλώς ενδυναμώνουν αυτήν την ιδέα.

Στην πραγματικότητα, όμως, τα πράγματα είναι λιγάκι διαφορετικά. Όπως προσπαθούμε να δείξουμε στο πρώτο κομμάτι του κειμένου μας, ναι μεν η άνοδος της ΧΑ δεν είναι απλώς μια συγκυριακή εξέλιξη· η κριτική πολλών αναρχικών στη μηχανιστική ανάλυση της αριστεράς («η φτώχεια γεννά τον φασισμό») είναι ορθότατη 81 . Ωστόσο, το γεγονός πως αυτή η άνοδος ερείδεται στην ύπαρξη ορισμένων εγγενών ανθρωπολογικών χαρακτηριστικών της ελληνικής κοινωνίας, δε σημαίνει πως αυτή η κοινωνία είναι «φασιστική». Τα χαρακτηριστικά που προσπαθούμε κι εμείς να αναλύσουμε (εθνικισμός, πολιτιστική εξαχρείωση, επιδεικτική αδιαφορία για την πολιτική, επιθυμία «τιμωρίας» των πολιτικών κ.λπ.) δημιουργούν όχι έναν νεοέλληνα ναζί και ρατσιστή, αλλά έναν απαίδευτο και εντελώς ανερμάτιστο, πολιτικά, ψηφοφόρο, ο οποίος δεν έχει πρόβλημα να ψηφίσει τον Ζαρούλια, όχι επειδή συμφωνεί με τις φασιστικές και ναζιστικές του διακηρύξεις, αλλά επειδή γουστάρει να τον βλέπει «να τα χώνει στο Σύστημα». Πρόκειται για το σύνδρομο του Ρομπέν των Δασών, όπως πολύ σωστά το έχει παρατηρήσει ο Notis: τον ρόλο της 17Ν παλιότερα, τον παίζει τώρα, στο συλλογικό φαντασιακό, η αγέλη των ανθρωπιδών του Ζαρούλια.

Διότι, κατά τα άλλα, είναι σαφές σε όποιον έχει στοιχειωδώς επαφή με την κοινωνία, ότι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι φυσικά εθνικιστές και εθνικίστριες, αλλά όχι ρατσιστές και ρατσίστριες. Και σε καμία περίπτωση το 7% με 10% που υποστηρίζει την ΧΑ δεν είναι ούτε πλειοψηφικό αλλά ούτε και πραγματικά φασιστικό στο μεγαλύτερο μέρος του. Μπορεί τα κανάλια να μην τις παρουσιάζουν, εφόσον δεν πουλάνε τόσο πολύ όσο οι ενέργειες των ουρακοτάγκων του Ζαρούλια, αλλά έχουν επανειλημμένως εκφραστεί αντιστάσεις στις δράσεις της ΧΑ από διάφορες κοινωνικές ομάδες: από τους πολύτεκνους που αποδοκίμασαν τον Κασιδιάρη (όταν πήγε να διαδηλώσει μαζί τους) και τους κρητικούς που έδιωξαν την τοπική αντιπροσωπία της ΧΑ από τα χωριά τους μέχρι παπάδες που έβγαλαν διαγγέλματα εναντίον της και γιατρούς που αρνήθηκαν να κάνουν «αιμοδοσία μόνο για Έλληνες» (τόσο στο Αγρίνιο όσο και, νωρίτερα, στη Σωτηρία, στην Αθήνα) ή ακόμα και τους οργανωμένους οπαδούς της ΑΕΚ στο Περιστέρι που αντέδρασαν στην προσπάθεια της ΧΑ να ιδρύσει γραφεία δίπλα στον σύνδεσμό τους.

Είναι επίσης ενδεικτικό πως κάθε φορά που η ΧΑ αφήνει στην άκρη το πιο πατριωτικό/εθνικιστικό προσωπείο της και εμφανίζει ακομπλεξάριστα τις πιο ρατσιστικές και φασιστικές της απόψεις, ο κόσμος την αποδοκιμάζει. Χαρακτηριστικότερη όλων η περίπτωση με τη γνωμάτευση του πίθηκου Παναγιώταρου περί της μη ελληνικότητας του μπασκετμπολίστα του Παναθηναϊκού, Σοφοκλή Σχορτσιανίτη. Όποιος παρακολούθησε τον διάλογο που ακολούθησε σε αθλητικές ιστοσελίδες και ραδιόφωνα, θα καταλάβει τι εννοούμε. Και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε όλα αυτά είναι πως το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου που αντιδρά σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι ούτε αριστερών ούτε, φυσικά, αναρχικών τάσεων: είναι καθημερινοί, μέσοι πατριώτες, οι οποίοι ωστόσο ούτε ρατσιστές ούτε φασίστες είναι. Αυτή όμως τη διαφορά μεταξύ πατριωτισμού-ρατσισμού/επιθετικού εθνικισμού αδυνατούν να την κατανοήσουν όσοι πιστεύουν ότι όποιος κρατά ελληνική σημαία είναι «φασίστας»[82].

Η ανεπάρκεια των «ταξικών» προσεγγίσεων

Τι πιο λογικό, λοιπόν, αυτή η αντίληψη της κατάστασης να μας οδηγεί σε μια τάση να μετατρέπουμε την πολιτική μας στράτευση σε μια μονοθεματικού τύπου δράση, τον «αντιφασισμό»; Τα προβλήματα όμως δε σταματούν εδώ. Διότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ένας σωστός αντιφασισμός δε θα ήταν κάτι εντελώς αρνητικό, έστω και ως «μονοθεματική» πολιτική στράτευση. Όμως η αδυναμία του ελληνικού αναρχικού και ελευθεριακού χώρου να απελευθερωθεί από τη γοητεία που του ασκεί ο εγχώριος σταλινισμός, τον κάνει να φλερτάρει με μια αριστερίστικου τύπου προσπάθεια δικαιολόγησης της τάσης του να βλέπει την άνοδο του Ζαρούλια ως την κορυφή του παγόβουνου που ακούει στο όνομα «εκφασισμός της κοινωνίας». Έτσι, η δημητρωφική ανάλυση του φασισμού ως μακριού χεριού του καπιταλισμού (ή του κράτους, σε μια πιο αναρχική εκδοχή της θεωρίας) μας οδηγεί σε μια περίεργη αντίληψη του αντιφασισμού, σχεδον σχιζοφρενική: από τη μια μεριά, δηλαδή, περιορίζουμε το γενικότερο πρόταγμά μας για τον ριζικό μετασχηματισμό των κοινωνιών σε μια αμυντική στάση απέναντι στο πιο επείγον κακό, ενώ, την ίδια στιγμή, από την άλλη μεριά, χρησιμοποιούμε τη δημητρωφική ανάλυση προκειμένου να δώσουμε με το ζόρι «ταξικά» χαρακτηριστικά σε αυτόν μας τον αντιφασισμό.

Αντί, με άλλα λόγια, να πούμε ότι, δεδομένου πως το επείγον αυτήν τη στιγμή είναι να βάλουμε φραγμό στην άνοδο της συμμορίας του Ζαρούλια, ρίχνουμε λιγάκι τον πήχη των πολιτικών και ιδεολογικών μας κριτηρίων και συμμαχούμε με ευρύτερα κομμάτια της κοινωνίας, με τις πολιτικές απόψεις των οποίων υπό κανονικές συνθήκες δε συμφωνούμε, τελικά κάνουμε το αντίθετο: προσπαθούμε να εξάγουμε τον αντικαπιταλισμό από τον αντιφασισμό. Δεδομένου ότι, όπως είδαμε παραπάνω, τελικά η άνοδος του φασισμού είναι η κρυμμένη αλήθεια της κοινωνίας μας, τελικά μόνο οι πραγματικά αντικαπιταλιστές είναι πραγματικοί αντιφασίστες. Άρα, δεν πολεμάμε τον φασισμό ως μια επιδείνωση της αρχικής κατάστασης, θέτοντας ως βραχυπρόθεσμο στόχο την επιστροφή σε ένα πιο νορμάλ κοινοβουλευτικό καθεστώς· τείνουμε να πιστεύουμε ότι τελικά ο πραγματικός αντιφασισμός είναι αναγκαστικά κι εξορισμού επαναστατικός κι έτσι ανοίγουμε μέτωπο ενάντια στους «μικροαστούς» αλλά και στην κοινωνία ολόκληρη, τελικά, η οποία είναι και υπεύθυνη για την άνοδο αυτού του φασισμού.

Αντί, με άλλα λόγια, ο αντιφασισμός να μας ανοίγει λίγο παραπάνω στην κοινωνία, μάλλον τείνει να μας χρησιμεύει ως δικαιολογία για να κλειστούμε ακόμα περισσότερο στον εαυτό μας. Στο κάτω κάτω αυτό που τελικά επείγει είναι να προστατευθούμε εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες, ως αναρχικός χώρος, από την υποτιθέμενη φασιστικοποίηση κράτους και κοινωνίας. Δε χρειάζεται καν να υπογραμμίσουμε πόσο λανθασμένη είναι μια τέτοια αντίληψη των πραγμάτων. Διότι ο αντιφασισμός είναι ένα πεδίο από τα πιο προνομιακά για τη διάδοση των δημοκρατικών και ελευθεριακών ιδεών. Πρόκειται για ένα θέμα που μόνο ο αναρχικός χώρος (και λιγότερο η αριστερά) αναδείκνυε ευθύς εξαρχής, πριν γιγαντωθεί και καταστεί εμφανές ακόμα και στους διανοητικά ηλίθιους. Αυτό είναι ένα στοιχείο που θα μπορούσε να δώσει πόντους σε αυτόν τον χώρο, μέσω της ανάδειξης της διορατικότητας και των πολιτικών του αντανακλαστικών, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους όψιμους αντιφασίστες που τόσο καιρό σφύριζαν αδιάφορα και τώρα ιδρύουν πρωτοβουλίες, βγάζουν βιβλία κ.λπ[83]. Πρόκειται, επίσης, για μια υπόθεση που μπορεί να φέρει σε επαφή με την πολιτική κάποιον κόσμο χωρίς ιδιαίτερα ριζοσπαστική στάση, ο οποίος όμως πιστεύει πως κάτι πρέπει να γίνει με την άνοδο της ΧΑ. Ειδικότερα κάποιος κόσμος που πολιτικοποιήθηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2008 αλλά και το καλοκαίρι του 2011 στις πλατείες της χώρας θα έπρεπε να συνιστά προνομιακό πεδίο απεύθυνσης. Βλέπουμε όμως, αντίθετα, ότι η νεολαία -που θεωρήθηκε ως κατηγορία που τελικά κερδήθηκε από τις αντιεξουσιαστικές ιδέες ή, πιο σωστά, πρακτικές- τελικά περνάει στη σφαίρα γοητείας της στάνης του Ζαρούλια.

Μετανάστες, ισλαμισμός και ισλαμο-αριστερισμός

Σε αυτό το πλαίσιο, πολύ συχνά παρατηρείται μια πουριστική, κατά κάποιον τρόπο, στάση, η οποία θεωρεί το σύνολο της κοινωνίας ως ρατσιστικά μολυσμένο, αναζητώντας τους τελευταίους ανθρώπους -που έλεγε κι ο Νίτσε- μέσα σε αυτήν την έρημο που εξαπλώνεται. Και τελικά τους βρίσκει στο πρόσωπο των μεταναστών: των νέων «κολασμένων της γης». Πράγμα που οδηγεί, εξίσου συχνά, σε μια απογύμνωση του αντιφασισμού από όλα τα πολιτικά χαρακτηριστικά που μπορεί να έχει ακόμα και ως μονοθεματική πολιτική δράση, ενώ ταυτόχρονα τον περιστέλλει στην απλή προστασία των μεταναστών. Φυσικά, για να μην παρεξηγηθούμε, είναι κι αυτό, πολύ συχνά, μια αναγκαιότητα και απαραίτητο κομμάτι του αγώνα ενάντια στην ΧΑ. Ωστόσο το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: όχι μόνο στην τάση να αντιλαμβανόμαστε αυτό το κομμάτι του γενικότερου αγώνα ως αυτοσκοπό αλλά και στην αδυναμία να δούμε ορισμένα ακόμα ζητήματα που τίθενται από το μεταναστευτικό.

Το πιο σημαντικό από αυτά είναι η αδυναμία των ίδιων των μεταναστών να δραστηριοποιηθούν με αποτελεσματικό τρόπο για να αποκρούσουν τις ρατσιστικές επιθέσεις αλλά και για να προσπαθήσουν να βελτιώσουν, γενικότερα, τη θέση τους μέσα στην ελληνική κοινωνία. Διότι, δε θα πρέπει να το ξεχνάμε, αν είμαστε υπέρ της δημοκρατίας και της αυτονομίας, ότι θα πρέπει να είμαστε και υπέρ της αυτοοργάνωσης και της αυτενέργειας των κοινωνικών υποκειμένων και ομάδων. Ο αναρχικός χώρος και η αριστερά δεν είναι σωματοφύλακες των μεταναστών και αυτοί οι τελευταίοι δε θα πετύχουν τίποτε αν δε βασιστούν, πρωτίστως, στις δικές τους δυνάμεις. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, αυτό που δείχνει να κινητοποιεί τους μετανάστες δεν είναι η πολιτική ή, έστω, τα κοινωνικά ζητήματα που τους αφορούν, αλλά η θρησκεία. Περιπτώσεις όπως η απεργία πείνας των «300», πριν από δύο χρόνια, ή η ενστικτώδης άμυνα σε ορισμένες ρατσιστικές επιθέσεις 84 αποτελούν μάλλον εξαίρεση παρά κανόνα. Οι μόνες άξιες λόγου κινητοποιήσεις μεταναστευτικών συλλόγων τα τελευταία χρόνια υπήρξαν τα δύο συλλαλητήρια διαμαρτυρίας για το σκίσιμο ενός αντιτύπου του Κορανιού από ειδικό φρουρό, κατά τη διάρκεια ελέγχου στην Αθήνα, το 2009. Πρόκειται για δύο πορείες που τελικά μετατράπηκαν σε μανιφέστα ισλαμικής πίστης, χάνοντας κάθε χαρακτήρα πολιτικής διαμαρτυρίας. Και το ίδιο συνέβη και με τη διαδήλωση της πακιστανικής κοινότητας Αθήνας ενάντια στην άνοδο του ρατσισμού, τον περασμένο Αύγουστο.

Κι εκεί εμφανίστηκε το εξής χαρακτηριστικό φαινόμενο: μια πολιτική διαμαρτυρία τελικά μετατράπηκε σε συλλογική δήλωση πίστης στο Ισλάμ, με μαζικές γονυκλισίες, «Αλάχου ακ-μπαρ» και τη σημαία της Σαουδικής Αραβίας (με το αραβούργημα της σαχάντα, της ομολογίας πίστης των μουσουλμάνων) να κυματίζει στα σκαλιά της Πλατείας Συντάγματος. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο ότι το μεγαλύτερο μέρος των μεταναστών (που προέρχονται από χώρες του Μαγκρέμπ, της υποσαχάριας Αφρικής και της Ασίας) είναι φορείς θρησκευτικών και ετερόνομων αντιλήψεων και κοινωνικών πρακτικών, πράγμα που τους δυσκολεύει ιδιαίτερα να πολιτικοποιηθούν και να αγωνιστούν για τα δικαιώματά τους. Το μόνο πράγμα που δείχνει να τους κινητοποιεί -εκτός από κάποιες περιπτώσεις αυτοάμυνας απέναντι σε βίαιες επιθέσεις- είναι ό,τι βιώνουν ως προσβολή της θρησκείας τους, δηλαδή του Ισλάμ. Τα υπόλοιπα δείχνουν να τους αφήνουν αδιάφορους. Στην πορεία της Πακιστανικής Κοινότητας βλέπαμε πλακάτ να λένε «Τιμωρία στους φασίστες που επιτίθενται σε τζαμιά και προσβάλλουν τον Προφήτη και το Κοράνι».

Ο αναρχικός χώρος αλλά και η αριστερά αδυνατούν να κατανοήσουν το φαινόμενο, λόγω της χονδροειδούς μαρξιστικής τους ανάλυσης: «οι μετανάστες είναι οι νέοι προλετάριοι, άρα, αργά η γρήγορα, η εκμετάλλευση που υφίστανται θα τους πολιτικοποιήσει» κ.λπ. Και φυσικά υπάρχει και η μεγάλη γοητεία που ασκεί το Ισλάμ ως δήθεν «αντιστασιακή» θρησκεία, που τα βάζει με τη «Δύση», τους «αμερικάνους ιμπεριαλιστές» και τα «γεράκια του σιωνισμού». Δε θα μπορούσε να περιμένει κανείς από αυτόν τον ισλαμοαριστερισμό, που γοητεύεται από τον Αχμαντινεζάντ, τη Χαμάς και τη Χεζμπολά, να ενοχλείται από την κυριαρχία που ασκεί η θρησκεία -και μάλιστα το επιθετικό και θεοκρατικό Ισλάμ- στα μυαλά αυτών των ανθρώπων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σκεπτόμενοι άνθρωποι, που νιώθουν φυσική αποστροφή προς κάθε θρησκεία, πιστεύουν ότι αυτή η κυριαρχία του Ισλάμ είναι προϊόν της επιβολής κάποιων κακών και αντιδραστικών ελίτ στους καλούς μετανάστες προλετάριους («ισλαμικό νταβατζιλίκι στους ταξικούς αγώνες τους» κ.λπ.)[85]. Αδυνατούν να δουν το βάθος και την ανθρωπολογική διάσταση του προβλήματος.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει αυτό το θέμα να συζητηθεί κάποια στιγμή. Θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, καθώς, είναι πολύ πιθανό, όπως συμβαίνει στην δυτική Ευρώπη, η ακροδεξιά να αρχίσει να παίζει το χαρτί του ισλαμισμού για να προωθήσει υπογείως τον ρατσισμό της: θα αρχίσει να μιλά για τον κίνδυνο που θέτει η ισλαμική θεοκρατία για τις δικές μας εκκοσμικευμένες κοινωνίες, υιοθετώντας τα φιλελεύθερα και αριστερά επιχειρήματα που η ίδια η αριστερά (αλλά και οι αναρχικοί, πολύ συχνά) έχει ξεχάσει. Θα πρέπει επίσης να το έχουμε αυτό υπόψη, ώστε να είναι ξεκάθαρο και κάτι ακόμα: ο αντιφασισμός δεν πρέπει να μετατρέπεται σε τυφλό φιλομεταναστευτισμό. Στο βαθμό που οι ίδιοι οι μετανάστες αρνούνται να σπάσουν την παραδοσιακή θρησκευτική τους ετερονομία, δεν υπάρχουν και πολλά κοινά μεταξύ ημών και αυτών. Διότι, ναι μεν, τους υπερασπιζόμαστε απέναντι στις επιθέσεις της ντόπιας ακροδεξιάς στο όνομα της υπεράσπισης καθολικών και απαραβίαστων -για εμάς, πάντα!- αξιών όπως η ισότητα ή η αλληλεγγύη, αλλά δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλοί από αυτούς τους μετανάστες όχι μόνο δε μοιράζονται αυτές τις αξίες, αλλά είναι και οπαδοί του ισλαμισμού, δηλαδή της θρησκευτικής ακροδεξιάς, η οποία τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε πορεία ανόδου σε πολλές αραβικές, αφρικανικές χώρες αλλά και στην μέχρι τώρα «μετριοπαθή» Τουρκία[86]. Και φυσικά αυτή η θεοκρατική και σκοταδιστική ιδεολογία αποτελεί θανάσιμο εχθρό κάθε προτάγματος που έχει για στόχο του την ατομική και κοινωνική αυτονομία. Πράγμα που σημαίνει ότι ο αγώνας ενάντια στην ακροδεξιά και τον φασισμό πρέπει να πολεμάει όλες τους τις εκφάνσεις: τόσο την πολιτική όσο και τη θρησκευτική.

[10] Δανειζόμαστε αυτήν την έννοια από τον Α. Γαβριηλίδη και το βιβλίο του, Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού. Ρίτσος-Ελύτης-Θεοδωράκης-Σβορώνος, Αθήνα, Futura,2007. Βλ. επίσης και το κείμενο του Ν. Γκιμπιρίτη σε αυτό τεύχος.
[11] Τέτοιος ρόλος συνεχιστή της μεγάλης παράδοσης της λαϊκιστικής δεξιάς θα μπορούσε να αποδοθεί μάλλον στον Π. Χαμμένο, αν και αυτός αποτελεί μια σαφώς πιο ατάλαντη εκδοχή του επικοινωνιακού θιάσου του λαϊκισμού.
[12] Ας μην ξεχνάμε τον πρωτεύοντα ρόλο της πόλωσης «μνημόνιο – αντιμνημόνιο» στη σημερινή ρευστή πολιτική κατάσταση και βέβαια στις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις.
[13] Αιμοποσίες στο κατά Καιάδαν Ευαγγέλιον!
[14] Σε σχετική έρευνα που έχει γίνει η πλειοψηφία του κόσμου αποδοκιμάζει τις χουλιγκανίστικες πρακτικές της οργάνωσης και συμφωνεί με την τοποθέτηση της οργάνωσης εκτός νόμου.
[15] Στυλοβάτες της προώθησης ενός τέτοιου κλίματος κοινωνικού κανιβαλισμού στάθηκαν το τελευταίο διάστημα τα διάφορα υπουργοειδή τύπου Λοβέρδου, Δένδια και Χρυσοχοϊδη.
[16] Χ. Κουσουμβρής, συνέντευξη στον Ταχυδρόμο, 27/3/2004. Η συμμαχία πολλών σωμάτων της αστυνομίας και του δικαστικού χώρου αποτελεί πράγματι μια ελληνική ιδιαιτερότητα, ειδικά το τελευταίο διάστημα όπου η προστασία των φασιστών από τα ΜΑΤ, τα βασανιστήρια σε αντιφασίστες (επιδεικνύοντας σαφείς φιλοχρυσαυγίτικες προτιμήσεις) και οι αναβολές των δικών επιφανών μελών της οργάνωσης τείνουν να γίνουν ο κανόνας. Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες, αυτή η κατάσταση έχει να κάνει όχι μόνο με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές (βλ. και το προτελευταίο μέρος αυτού του κειμένου) αλλά και με την αδυναμία του ελληνικού κράτους να επιβληθεί στα εκάστοτε λόμπι και τις ομάδες συμφερόντων, οι οποίες αναπτύσσονται ακόμα και μέσα στα ίδια τα σώματα ασφαλείας).
[78] A. G. Grauwacke, Autonome Antifa. Σύντομη ιστορία του γερμανικού αντιφασιστικού και αντιρατσιστικού κινήματος (1980-2003), Αθήνα, Antifa Scripta, 2007, σ. 20. Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι οι γερμανοί «αυτόνομοι» δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με αυτό που στην Ελλάδα αποκαλούμε «αυτόνομος χώρος», καθώς συνιστούν μια παραλλαγή του ευρύτερου αριστερισμού.
[79] Όπως έλεγε και ένα σύνθημα των γερμανών αυτόνομων, με αφορμή εμπρησμούς κατοικιών μεταναστών από τους ναζί: A. G. Grauwacke, Autonome Antifa…, ό. π., σ. 24.
[80] Πρόκειται για τη θεωρία του γενικού γραμματέα της Κ. Διεθνούς, αρχισταλινικού Γκεόργκι Δημητρώφ, η οποία κωδικοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1935, με την περίφημη αναφορά του στο 7 ο συνέδριο της ΚΔ («Η φασιστική επίθεση και τα καθήκοντα της Κομουνιστικής Διεθνούς στην πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στον φασισμό»). Εδώ μια αγγλική εκδοχή του κειμένου.
[81] Βλ. για παράδειγμα το κείμενο της Ομάδας Ελευθεριακών Κομουνιστών, «“Εγκληματικές” ερμηνείες γεγονότων», στην ιστοσελίδα Ελευθεριακή Κίνηση.
[82] Σχετικά με αυτό το τελευταίο σημείο, βλ. και την ανάλυσή μας στο Editorial του τ. 4 του Προτάγματος, ό. π., σσ. 13-22.
[83] Εκτός από την περίφημη Πρωτοβουλία ενάντια στη ναζιστική βία με την οποία ο Βενιζέλος προσπαθεί να βγει από την πολιτική αφάνεια, βλ. και τον συλλογικό τόμο με τον εύγλωττο τίτλο Βία των εκδόσεων Πόλις, με κείμενα αστέρων όπως ο Μανδραβέλης, ο Μ. Μητσός των Νέων κ.λπ.
[84] Όπως για παράδειγμα τον τελευταίο Σεπτέμβριο στην Κυπαρισσία, κατά τη διάρκεια τοπικού πανηγυριού, οπότε και κυνηγήθηκαν οι χρυσαυγίτες που πήγαν να κάνουν «έλεγχο» στους πάγκους των αλλοδαπών μικροπωλητών.
[85] Βλ. για παράδειγμα τα σχόλια σε μια συζήτηση σχετικά με το ζήτημα που συζητάμε, η οποία έλαβε χώρα στο αθηναϊκό Indymedia με αφορμή τη διαδήλωση της πακιστανικής κοινότητας Αθήνας, τον προηγούμενο Αύγουστο.
[86] 86. Τι έχουν να πουν, για παράδειγμα, σήμερα όλοι αυτοί οι αριστεροί που υπερασπίζονταν
τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στην Αίγυπτο, απέναντι στις προσπάθειες επιβολής νοθείας στις εκλογές από τον (αμερικανοκίνητο) στρατό; Τι έχουν να πουν για την προσπάθεια δικτατορικής εκτροπής που κάνει ο πρόεδρος Μόρσι και για την έμμεση αλλά σαφή του απόπειρα να προωθήσει περαιτέρω εφαρμογή του ισλαμικού δικαίου; Την εκλογική νοθεία την καταγγέλλουμε –πολύ σωστά· γιατί όμως δεν κάνουμε το ίδιο και με τις αξιώσεις των ισλαμιστών; Είναι δυνατόν σε κείμενα που αναφέρονται στην άμεση δημοκρατία, να παραθέτουμε έναν εκ των ιδρυτών των Αδελφών Μουσουλμάνων, όπως κάνει ο Γ. Λιερός (Ξαναπιάνοντας το νήμα. Η κοινωνική αναμέτρηση στην Ελλάδα σήμερα, Αθήνα, Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2011, σ. 26, υπ. 9), ειδικά για να αναφέρουμε ως έμπνευσή μας το γεγονός πως ο εν λόγω θεωρητικός «υποστήριζε ότι οι ισλαμιστές δεν θα έπρεπε να αναλάβουν την πολιτική εξουσία αλλά να παραμείνουν μια εξωτερική δύναμη κριτικής προς το κράτος»;

Η πρώτη μαζική φασιστική οργάνωση στην Ελλάδα

Του Ελευθεριακού

ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΕΛΛΑΣ (ΕΕΕ)

0012

Τα Τρία Εψιλον, όπως λεγόταν χαρακτηριστικά η οργάνωση, εμφανίστηκαν στη Θεσσαλονίκη το 1927 με στόχο την «άμυνα του Εθνους» απέναντι στον κομμουνισμό και σε όλα εκείνα τα αλλότρια ρεύματα στα οποία χρέωναν την ευθύνη για την οικονομική και την ηθική κρίση που μάστιζε την ελληνική κοινωνία.

Στη Θεσσαλονίκη υπήρχε έντονη η παρουσία του εβραϊκού στοιχείου (περίπου 60.000 Εβραίοι κατοικούσαν τότε στη συμπρωτεύουσα). Τα Τρία Εψιλον πήραν από την αρχή ξεκάθαρη αντισημιτική θέση που τη συνδύαζαν με τον αντικοι-νοβουλευτισμό και τον αντικομμουνισμό. Στους βασικούς ακόμα εχθρούς συγκαταλεγόταν ο ταξικός συνδικαλισμός και τα υπάρχοντα κόμματα. Αρχηγός της οργάνωσης ήταν ο έμπορος Γ Κοσμίδης, με γραμματέα τον τραπεζικό Δ. Χαριτόπουλο. Τα γραφεία της ΕΕΕ βρίσκονταν στην οδό Πανταζίδου 8.

Οι «Τριεψιλίτες», όπως αυτοαποκαλούντο τα μέλη της ΕΕΕ, είχαν υιοθετήσει ως έμβλημα τον δικέφαλο αετό και οραματίζονταν την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Φορούσαν κίτρινα πουκάμισα και μαύρες μπότες για να τονίσουν τη βυζαντι-νοελληνική προέλευση, χαλύβδινα κράνη και κρατούσαν γκλομπ, ενώ πίστευαν στην ανωτερότητα και την καθαρότητα της ελληνικής φυλής.

Τα περισσότερα μέλη της οργάνωσης ήταν νεαρής ηλικίας και προέρχονταν στην πλειονότητα τους από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων, τα οποία είχαν στερηθεί σε μεγάλο βαθμό οποιαδήποτε μορφή κρατικής πρόνοιας από τη σχεδόν ανύπαρκτη της ελληνικής μεσοπολεμικής πολιτείας.

Αρχικά το κάλεσμα των Τριών Έψιλον δεν βρήκε την ανταπόκριση που η ηγεσία επιθυμούσε. Σταδιακά, όμως, οι μαζικές επιδείξεις δύναμης με τις παρελάσεις συγκροτημένων τμημάτων, οι εξορμήσεις στην επαρχία, αλλά κυρίως η οικονομική κρίση και οι αντιθέσεις ανάμεσα στον ντόπιο πληθυσμό και στο εβραϊκό στοιχείο, κατέστησαν την οργάνωση εξαιρετικά δημοφιλή στους Θεσσαλονικείς.

Η καθοριστική αρχή για την ανάπτυξη της ΕΕΕ έγινε τον Ιούνιο του 1931. Με αφορμή την αποκάλυψη της συμμετοχής αντιπροσώπου της εβραϊκής οργάνωσης «Μακάμπη» σε συνέδριο της Μακεδονικής Επιτροπής στη Σόφια τον Αύγουστο του 1930, όπου υιοθετήθηκε η ιδέα της αυτονόμησης της Μακεδονίας, η Εθνική Παμφοιτητική Ενωση (ΕΠΕ) της Θεσσαλονίκης, που λειτουργούσε ως αντίβαρο στην εξαπλούμενη δράση των κομμουνιστών στα Πανεπιστήμια, κυκλοφόρησε φυλλάδια με τα οποία καλούσε τους Θεσσαλονικείς να μποϋκοτάρουν τους Εβραίους της πόλης παρουσιάζοντας τους ως ξένα στοιχεία με κερδοσκοπικά ενδιαφέροντα και αντεθνική δράση, αφού συνεργάζονταν με τους κομμουνιστές και με Βούλγαρους κομιτατζήδες.

Στις 25 Ιουνίου η εφημερίδα «Μακεδονία» δημοσίευσε ανακοίνωση της ΕΠΕ η οποία αιτιολογούσε τους λόγους της αντισημιτικής κίνησης:

Ή αναστάτωσις… οφείλεται εις την συσσώρευσοιν, επί έτη, της αγανακτήσεως της ελληνικής ψυχής λόγω της ανήκουστου διαγωγής των Εβραίων…Τους καλούμεν να γίνουν καλοί Έλληνες πολίται απορρίπτοντες τον εβραϊκόν ψευτοεθνισμό ο οποίος κατά δηλώσεις ομοφύλου των κοινωνιολόγου εκ Ζυρίχης τους άγει εις την καταστροφήν. Καλούμεν τους συμπολίτες Εβραίους να παύσουν πάσαν κίνησην εναντίον των μελών της Ενώσεως μας διότι ούτως αυτοί πρώτοι προκαλούν τας σκηνός και τα επεισόδια των οποίων την ευθύνην φέρουν ακεραίαν και να διαλύσουν τη Μακαμπή.

Παράλληλα ο Σύνδεσμος Εφέδρων Αξιωματικών έστειλε το παρακάτω τηλεγράφημα προς την κυβέρνηση και τον Τύπο: «Οργανώσεις ημών διατελούσαι εν αναστατώσει και κατάπληκτοι προ αποκα-λυφθειαών προδοτικών αντεθνικών ενεργειών Μακαμπή, εξαιτούνται άμεαον διάλυσιν ταύτης και απέλααιν οργάνων διοικήσεως. Εις περίπτωσιν συνταγματικής ή νομικής αδυναμίας ήμεθα ηναγκασμένοι να εφαρμόσωμεν άγραφους νόμους και σύνταγμα προστασίας ελληνικής Μακεδονίας επιβάλλοντες αυτόματον διάλυσιν Μακαμπή και αναγκάζοντες θρασύδειλα όργανα ταύτης μεταβώσι πάραυτα συνάντησην « αρκουδιαρέων αυτονομιστών» (εφημ. «Μακεδόνικα Νέα», 25/6/1931).

Το απόγευμα της 24ης Ιουνίου εθνικιστές φοιτητές μέλη της ΕΠΕ, πέταξαν προκηρύξεις στα εβραϊκά καταστήματα της συμπρωτεύουσας. Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης αντέδρασαν και συνεπλάκησαν με τους φοιτητές στην περιοχή του Βαρδάρη, στην Ερμού, στη Βενιζέλου και αλλού. Δύο μέλη της ΕΠΕ, ο Εύθυμης Καρπαθούσης και ο Βασίλης Σκουβαλής, συνελήφθησαν από την αστυνομία αλλά αφέθηκαν σύντομα ελεύθεροι μετά από παρέμβαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΠΕ.

Ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, με επικεφαλής τον αστυνόμο Γαβριλάκη και τον διαμερισματάρχη Γιουλούντρα, κατέλαβαν τα επίκαιρα σημεία της πόλης για να αποτρέψουν την κλιμάκωση των επεισοδίων. Στο γνωστό ζαχαροπλαστείο του Φλόκα απαγόρευσαν στα μέλη της ΕΠΕ να μοιράσουν προκηρύξεις, ενώ ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Βογιατζίδης ανέκρινε τους φοιτητές που συμμετείχαν στη διανομή των φυλλαδίων. Οι Εβραίοι προσπάθησαν να σταματήσουν την κυκλοφορία των προκηρύξεων και νέοι της Μακαμπή συγκρούστηκαν με φοιτητές και εθνικιστές των Τρία Εψιλον που έσπευσαν να επωφεληθούν από την κατάσταση.

Μόλις ο γενικός διοικητής Μακεδονίας Στυλιανός Γονατάς πληροφορήθηκε τα επεισόδια, διέταξε την κατάσχεση των φυλλαδίων και τη σύλληψη των πρωταιτίων. Εντούτοις, ένα μανιασμένο πλήθος από χαλυβδόκρανους και άλλους εθνικιστές διαδήλωσε την πρόθεση του να συνεχίσει τον αγώνα, έχοντας προηγουμένως εξασφαλίσει τη συμπαράσταση των περισσότερων φορέων της πόλης.

Τη νύκτα της 25ης Ιουνίου ένας φανατισμένος όχλος από 200 άνδρες της ΕΠΕ, της ΕΕΕ και εφέδρων αξιωματικών, επιτέθηκε στα γραφεία της Μακαμπή που βρίσκονταν στη διασταύρωση των οδών Καραϊσκάκη και Πραξιτέλους. Μέσα στα γραφεία της εβραϊκής οργάνωσης βρισκόταν ο πρόεδρος της Μακαμπή Αλμπέρτος Κοέν, ο αντιπρόεδρος Ζακ Ερρέρα, ο γενικός γραμματέας Σιακή Σαλώμ και δέκα ακόμα άτομα. Οι επιτιθέμενοι, αφού εκραύγασαν διάφορες κατηγορίες και συνθήματα όπως «εργάζεσθε προδοτικώς και ήλθαμε να εκδικηθούμε», άρχισαν να σπάζουν πόρτες, γραφεία και παράθυρα. Ο εμπρησμός του οικήματος αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή από διερχόμενους αστυφύλακες του 2ου Αστυνομικού Τμήματος, ενώ συνελήφθηκαν δύο εθνικιστές εργάτες, οι Νικ. Γιαγκάς και Αριστείδης Αποστόλου, που έλαβαν μέρος στα επεισόδια.

Την επόμενη μέρα και ενώ ο Γονατάς καλούσε τα προεδρεία της ΕΠΕ, της ΕΕΕ, των Εθνικών Λεγεώνων και των εφέδρων αξιωματικών για να τους κάνει συστάσεις, τα γραφεία της ΕΠΕ κατακλύσθηκαν από συγχαρητήρια τηλεγραφήματα ανωνύμων πολιτών και παραρτημάτων εθνικών οργανώσεων από τις επαρχιακές πόλεις της Βόρειας Ελλάδας, Κοζάνη, Κατερίνη, Δράμα, Ξυνό Νερό κ.ά.

Κατά τη διάρκεια των ταραχών τραυματίστηκε ο αντιπρόεδρος της Μακαμπή Ζακ Ερρέρα. Αμέσως μετά μια επιτροπή της εβραϊκής κοινότητας ζήτησε από τον αστυνομικό διευθυντή Καλοχριστιανάκη την εφαρμογή πρόσθετων μέτρων ασφαλείας, ενώ διαμαρτυρήθηκε έντονα στον γενικό διοικητή.

Ο Γονατάς, γνωστός από τη συμμετοχή του στο κίνημα του 1922 με τους Κονδύλη, Πάγκαλο και Πλαστήρα, είχε τη φήμη του σκληρού και άμεμπτου αξιωματικού. Αρνήθηκε να κηρύξει στρατιωτικό νόμο επειδή κάτι τέτοιο, όπως δήλωσε τότε στη «Νέα Αλήθεια», «…θα επέφερε περιορισμόν της νυκτερινής κινήσεως εις βλάβην όλων των κινηματογράφων και θα επαύξανε την οικονομικήν κρίσιν…». Στις 29 Ιουνίου στην πόλη επικρατούσε γενικός αναβρασμός. Μια ομάδα χριστιανών δέχθηκε επίθεση στον εβραϊκό συνοικισμό Χαριλάου αρ. 6 από Εβραίους οπλισμένους με λοστούς και ρόπαλα. Πέντε άτομα τραυματίστηκαν, οι περισσότεροι χριστιανοί, ενώ διάχυτος υπήρχε ο φόβος για περαιτέρω ταραχές.

Τα πρώτα μαζικά πογκρόμ ενάντια στην εβραϊκή κοινότητα

φ7

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ένα ετερόκλητο πλήθος από 150-200 άτομα κατευθύνθηκε προς τον εβραϊκό συνοικισμό κοντά στην προσφυγική συνοικία της Τούμπας με πρόθεση να τον πυρπολήσει, αλλά λίγο πριν φθάσει στον προορισμό του η αστυνομία το σταμάτησε. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς τον συνοικισμό του Κάμπελ ενισχυμένο από 1.500-2.000 πολίτες από τις προσφυγικές συνοικίες. Λίγη ώρα πριν από τα μεσάνυκτα εκδηλώθηκε πυρκαγιά στον συνοικισμό. Πρώτα κάηκε το παντοπωλείο του Γιοσέ Βρέζια, μετά το παράπηγμα του Σαλαμών Βεντούρα.

Ακολούθησε η συναγωγή, το σχολείο του συνοικισμού, ένα φαρμακείο, το σπίτι του ραβίνου και ιατρού του Κάμπελ. Μηχαήλ Πέσσα. Η φωτιά επεκτάθηκε και στα άκρα του συνοικισμού, στα αποκαλούμενα «Καναρίνια». Ο πανικός που προκλήθηκε κατέστησε το έργο της κατάσβεσης πολύ δύσκολο, με αποτέλεσμα να αποτεφρωθούν τελικά 20 σπίτια και να μείνουν άστεγοι περίπου 100 Εδραίοι, στην πλειοψηφία τους φτωχοί βιοπαλαιστές. Το προεδρείο της Μακαμπή κατήγγειλε αργότερα ότι ανάμεσα στους «εμπρηστές» υπήρχαν νέοι των Τρία Εψιλον, της Αντικομμουνιστικής Οργάνωσης Μακεδονίας-Θράκης και πρόσφυγες των συνοικισμών Τούμπας, Καλαμαριάς και Σέδες.

Κατά τις επόμενες ημέρες τα επεισόδια μεταξύ Χριστιανών και Εβραίων γενικεύθηκαν με αποτέλεσμα το ενδεχόμενο επιβολής στρατιωτικού νόμου να τεθεί εκ νέου. Οι στρατιωτικές αρχές και ο γενικός διοικητής όμως ήταν αντίθετοι, θεωρώντας ότι το μέτρο αυτό θα όξυνε ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Τελικά στις 2 Ιουλίου η αναστάτωση που προκλήθηκε εκτονώθηκε και η γενική διοίκηση διέθεσε το ποσό των 500.000 δρχ. για την αποκατάσταση των ζημιών. Παράλληλα οι αρχές της πόλης έκαναν έκκληση στους Εβραίους να επιστρέψουν στις εστίες τους.

Η ισραηλιτική κοινότητα με ανακοινώσεις στον τοπικό Τύπο απάλλαξε τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές της συμπρωτεύουσας από τις όποιες ευθύνες καταλογίσθηκαν σε αυτές. Ωστόσο αργότερα ο Γονατάς κατηγορήθηκε ως ηθικός αυτουργός για τον εμπρησμό του συνοικισμού. Λίγο μετά απομακρύνθηκε από τη γενική διοίκηση Μακεδονίας και ανέλαβε την προεδρία της Γερουσίας στην Αθήνα. Ο συνοικισμός Κάμπελ μετονομάσθηκε σε συνοικισμό Στυλιανού Γονατά και αυτό αποδίδεται στην επιρροή που ασκούσε η ΕΕΕ στο δημοτικό συμβούλιο της πόλης.

Η συνέχεια υπήρξε ακόμα πιο εντυπωσιακή για την οργάνωση. Οι βίαιες εκδηλώσεις κατά των Εβραίων και ο αντικομμουνιστικός της αγώνας θα ενταθούν, με αποτέλεσμα να αποκτήσει τη συμπαράσταση και την οικονομική ενίσχυση πολλών κρατικών φορέων. Σε επιστολή του στις 8/2/1932 προς τον Φίλιππο Δραγούμη, πολιτευτή της βόρειας Ελλάδας, ο διευθυντής των παραρτημάτων της ΕΕΕ Αναστάσιος Νταλίπης αναφέρει: «…διάφορα κονδύλια εψήφισαν ο Δήμος Θεσσαλονίκης, το Υπουργείο Προνοίας και αι Τράπεζαι Εθνική και Εκδοτική».

Τον Απρίλιο του 1932, στη δίκη για τη πυρπόληση του Καμπελ, ο συνήγορος της ΕΕΕ με αρκετή δόση αυταρέσκειας δηλώνει πως αν «πριν από το Κάμπελ η ΕΕΕ είχε 12 παραρτήματα και 3.000 μέλη, τώρα έχει 27 παραρτήματα και 7.000 μέλη».

Η ΚΑΘΟΔΟ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ (πορεία προς τη Ρώμη)

Μέσα στη συγκεχυμένη πολιτική κατάσταση της δεκαετίας του ’30 οι «Τριεψιλίτες» επιχείρησαν, κατά το πρότυπο της πορείας του Μουσολίνι προς τη Ρώμη, να οργανώσουν μια ανάλογη πορεία προς την Αθήνα. Την Κυριακή 18 Ιουνίου 1933 συγκεντρώθηκαν στη Θεσσαλονίκη όλοι οι τομεάρχες και οι επικεφαλής των Παλαιών Αξιωματικών, για να λάβουν τις σχετικές οδηγίες για την κάθοδο τους στην πρωτεύουσα.

Στις 20 Ιουνίου διανεμήθηκε στον τοπικό Τύπο το ακόλουθο ανακοινωθέν των μελών της «Τρία Έψιλον»: «Ανακοινούται ότι η από μηνών εξαγγελθείσα κάθοδος των μελών της ΕΕΕ Θεσσαλονίκης μετά αντιπροσωπειών των απανταχού της Ελλάδος παραρτημάτων αυτής, πραγματοποιείται οριστικώς το εσπέρας του προσεχούς Σαββάτου 24ην τρέχοντος, με επιστροφήν την πρωίαν της Τρίτης, 27η Ιουνίου. Δια της καθόδου ταύτης, ήτις πρόκειται να προσλάβη τον χαρακτήρα Πανελληνίου Εθνικού συναγερμού, εκπληρούται η ζωηρά επιθυμία της ΕΕΕ όπως τρανωσουν την ευγνωμοσύνη αυτών προς τους αφανείς εργάτας του μεγαλείου της ελληνικής πατρίδος δια της στέψεως του Ηρώου αυτών (σ.σ. εννοεί το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη). Πάσα αντίθετος διάδοσις οποθενδήποτε προερχομένη είτε περί τον χρόνο της μεταβάσεως και επιστροφής ή τον σκοπόν της καθόδου, είναι ανακριβής.
Το Ανώτατον Διοικητικόν Συμβούλιον της ΕΕΕ».

Στην πραγματικότητα, πέρα από τη «Μουσολίνική» πορεία που επιχείρησαν τα Τρία Έψιλον αποσκοπούσαν στην «επιβολή της κοινωνικής ειρήνης και του κράτους προνοίας», αλλά κυρίως στον παραμερισμό των κομμουνιστών και των άλλων «αντεθνικών στοιχείων».

Στις 25 Ιουνίου 1933 δύο ειδικά ναυλωμένα τραίνα μετέφεραν στην Αθήνα περισσότερους από 1.500 χαλυβδόκρανους. Το προηγούμενο βράδυ της 24ης προς την 25η Ιουνίου και ενώ η πρώτη αμαξοστοιχία εισερχόταν στη Λάρισα, δύο πολυπληθείς ομάδες κομμουνιστών διαδηλωτών λιθοβόλησαν τα βαγόνια στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης. Στη συνέχεια τα επεισόδια γενικεύθηκαν, αφού πολλά μέλη της ΕΕΕ κατέβηκαν από την αμαξοστοιχία και συνεπλάκησαν με τους διαδηλωτές. Μάλιστα συνέλαβαν έναν κομμουνιστή, τον Π. Ηλιόπουλο, τον οποίο παρέδωσαν στην αστυνομία. Κατά τη διάρκεια των λιθοβολισμών τραυματίστηκε στο κεφάλι ένας χαλυβδόκρανος, ο Κερτινιάδης από τη Θεσσαλονίκη.

φ8

Το επόμενο πρωί στις 8 έφθασε στην Αθήνα η πρώτη αμαξοστοιχία. Ακολούθησε η δεύτερη με επιβάτες τους φοιτητές της οργάνωσης και τους Άλκιμους (τη νεολαία της ΕΕΕ) . Στο δεύτερο τραίνο επέβαιναν επίσης τα μέλη της Εθνικοκοινωνικής Ένωσης «Ξίφος Βυζαντινών» και αντιπροσωπεία των Εφέδρων Αξιωματικών Μακεδονίας-Θράκης, κατέληξε εν μέσω των χειροκροτημάτων των πολιτών στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Προηγουμένως τα μέλη της οργάνωσης Τρία Εψιλον παρατάθηκαν και χαιρέτησαν τη σημαία τους. Επικεφαλής της πορείας ήταν οι ποδηλάτες Αλκιμοι με τις μπλε μπλούζες και η μουσική μπάντα του δήμου Αθηναίων. Ακολουθούσε η φάλαγγα των χαλυβδόκρανων με φαλαγγάρχη τον Αναστ. Νταλίπη, υπασπιστή τον Σ. Ασβεστά, επιτελάρχη της οργάνωσης τον Χαρ. Βασιλογεώργο και επιτελείς των διαφόρων υπηρεσιών, όπως π.χ. Στρατωνισμού και Στρατολογίας τον Δημ. Γούλα, Υγειονομικού τον Αχ. Τζηρίδη, Πληροφοριών τον Στ. Αγγελομάτη και υφομαδάρχη τον Παττερίδη.

Στη συνέχεια με απόλυτη πειθαρχία ακολουθούσαν οι χαλυβδόκρανοι των επαρχιακών τμημάτων και αντιπρόσωποι τους: Ασπετάκης από την Έδεσσα, Σμυρλής από τη Βέροια, Πέκος από την Κλεισούρα, Φάκαλος από τα Γιαννιτσά, Παντελής από την Πτολεμαϊδα, Παπαθανασίου από το Αμύνταιο, Ρωμπαράς από τη Φλώρινα κ.ά. Στο τέλος της πορείας βρίσκονταν το προεδρείο και ο αρχηγός της οργάνωσης μαζί με την αντιπροσωπεία της ΕΠΕ.
Στην τελετή της Πλατείας Συντάγματος παραβρέθηκαν ο υπουργός Εσωτερικών I. Ράλλης, ο φρούραρχος Μπακόπουλος, ο πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς, ο υπουργός Δικαιοσύνης Ταλλιαδούρος, αρκετοί βουλευτές, ενώ οι Άλκιμοι (σημ.τ.συν. να σημειωθεί ότι πολλά χρόνια αργότερα η δικτατορία των συνταγματαρχών αντέγραψε αυτή την οργάνωση με αυτό το πρότυπο και την ονομασία για την νεολαία της), ευλογήθηκαν από τον Μητροπολίτη Βέροιας Πολύκαρπο. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης των στεφάνων από τις εθνικιστικές οργανώσεις μία διμοιρία ευζώνων απέδιδε τιμές.

φ8 φ2

ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΚΚΕ

φ5

Η κομματική οργάνωση του ΚΚΕ στο λεκανοπέδιο της Αττικής προσπάθησε κινητοποιώντας τα μέλη του να εμποδίσει την κάθοδο των μελών της Τρία Έψιλον στην πρωτεύουσα. Ο τότε γραμματέας της ΚΟΑ, Βασίλης Νεφελούδης, έγραψε στα απομνημονεύματα του: «Αποφασίσαμε να παρατάξουμε τις δυνάμεις μας σε πυκνές ομάδες κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής για να υποδεχτούμε τους φασίστες των ΕΕΕ με αποδοκιμασίες, πριν ακόμα πατήσουν το πόδι τους στην Αθήνα».

Ο Τύπος της εποχής κατέγραψε με λεπτομέρειες τα επεισόδια που τάραξαν την ηρεμία της πρωτεύουσας. Στους Μύλους της Αττικής «ομάς τεσσαράκοντα κομμουνιστών καιροφυλακτούσα, ελιθοβόλησε την αμαξοστοιχίαν…» (Καθημερινή, | 26/6/1933).

Στη λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί ανάμεσα σε ομάδα κομμουνιστων και τους επιβάτες του τραίνου, με αποτέλεσμα τον φόνο ενός 35χρονου λιμενεργάτη, του Ανάργυρου Πικραμένου. Στη διασταύρωση των οδών ) Βουλής και Καραγεώργεβιτς μια άλλη ομάδα αριστερών διαδηλωτών επιτέθηκε εναντίον των αστυνομικών που προστάτευαν τον χώρο της τελετής. Συμπλοκές έγιναν και στον σταθμό Λαρίσης. Στη Μητροπόλεως, όπου μερικές δεκάδες κομμουνιστές επιχείρησαν να οργανώσουν αντιδιαδήλωση προς το Σύνταγμα, Χαλυβδόκρανοι και αστυνομικοί τους ξυλοκόπησαν και 31 από τους διαδηλωτές συνελήφθησαν.

Το ίδιο βράδυ πάνω από 100 κομμουνιστές επιτέθηκαν στο Βαρβάκειο, όπου είχαν στρατωνισθεί οι Αλκιμοι. Ακολούθησε πετροπόλεμος, συμπλοκή με γκλομπ και σφαίρες από την αστυνομία και τους Τριεψιλίτες. Ένας διαδηλωτής, ο Π. Θωμόπουλος, τραυματίστηκε βαριά από αδέσποτη σφαίρα. Η αστυνομία για να αποτρέψει τη «διασάλευση της τάξης» συνέλαβε «προληπτικά» 200 περίπου κομμουνιστές.

Η απήχηση που είχε στην κοινή γνώμη η κάθοδος στην Αθήνα των Τρία Έψιλον, ιδιαίτερα στη βόρεια Ελλάδα, ήταν αρκετά μεγάλη. Το κύριο άρθρο των «Μακεδονικών Νέων» στις 27/6/1933 τόνιζε με έμφαση: «Ναι ένωση εθνικιστών ενώνει τους Έλληνας. Η κάθοδος των μελών της Εθνικής Ενώσεως Ελλάς εις την πρωτεύουσαν και το προσκύνημα αυτών εις τον τάφον του Αγνώστου στρατιώτου υπήρξε εκδήλωσις, την οποίαν εξετίμησιε δεόντως η κοινή γνώμη ολοκλήρου της χώρας, η ποία περιέβαλε πάντοτε την ισχυράν αυτήν μακεδονικήν οργάνωσιν με συμπάθειαν και στοργήν… Η Εθνική Ένωσης Ελλάς ιδρυθείσα εδώ επάνω εις την πόλιν αυτήν, όπου αι διάφοροι υπονομεύσεις και οι αντιιοί κίνδυνοι που επαναπειλούν την κρατικήν και εθνικήν μας υπόστασιν είναι περισσότερον έκδηλοι και βαθύτερον αισθητοί, παρά εις την παλαιν Ελλάδα, έτυχεν ανεπισήμου μεν πλην στοργικής ενισχύσεως εκ μέρους των αρχών και ορισμένων στρατιωτικών παραγόντων και κατόρθωσε βαθμιέαν και, κατόπιν επιμόνου και δύσκολου εργασίας, να φθάση εις την σημερινήν περιωπήν «. Και το άρθρο κατέληγε: «… Η εθνική αύτη ε-ϊΐρία οφείλει να μείνει εκεί όπου την τοποθετεί η εθνική και κοινωνική αποστολή της ίνα ανέλθη εις μεγαλυτέραν ακόμη περιωπήν και αποτελέση έναν η9ινόν εθνικόν και κοινωνικόν δεσμόν μεταξύ των Ελλήνων, τους οποίους χωρίζει τα κόμμα και η πολιτική».

Για «δολοφονικές επιθέσεις των κομμουνιστών» στην μεγαλοπρεπήν παρέλασιν της ΕΕΕ» έκαναν λόγο και οι υπόλοιπες εφημερίδες («Ελεύθερο Βήμα», «Καθημερινή» κ.ά.). Παρόμοια πορεία και λαμπαδηφορία αντίστοιχη με αυτές των SS και των SΑ στη Γερμανία πραγματοποίησαν 100 περίπου χαλιβδόκρανη στους δρόμους του Πειραιά. Όμως και αυτή η πορεία δεν τελείωσε ομαλά. Κομμουνιστές, αστυνομικοί και Τριεψιλίτες συγκρούστηκαν μεταξύ τους και οι επικεφαλής της πορείας συνελήφθησαν.

Η ηγεσία των «Τρία Έψιλον» βιάστηκε να αξιοποιήσει την επιτυχία της καθόδου προς την Αθήνα και εξήγγειλε τον μετασχηματισμό της οργάνωσης σε πολιτικό κόμμα. Θεωρητικός του κινήματος ήταν ο γνωστός τότε στους Θεσσαλονικείς Ελ. Σταυρίδης, ο οποίος με άρθρα που δημοσίευε στην εφημερίδα «Δράση» (επίσημο δημοσιογραφικό όργανο της ΕΕΕ με γραφεία στην περιοχή του ναού της Αγίας Σοφίας) εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους η οργάνωση ακολουθούσε αντισημιτική πολιτική.

Συγκεκριμένα ανέφερε ότι: «Κατά τας εκλογάς του 1915 οι Εβραίοι εψήφισαν τον συνδυασμόν του Δ. Γούναρη και έδωκαν εις το Λαϊκόν κόμμα 18 βουλευτάς περισσοτέρους, αφαιρέσαντες αυτούς από τον Βενιζελισμόν… Δεν ανεχόμεθα η τύχη και το μέλλον της Ελλάδος να ρυθμίζεται με εβραϊκός ψήφους αίτινες πάντοτε έχουν ύποπτα ελατήρια και δεν ελαύνονται βεβαίως από αγάπην προς την ελληνική πατρίδα…»(εφημερίδα «Δράσις», 28/2/1934).

Πολύ γρήγορα η οργάνωση με τη μαζικότητα της και τον δυναμικό εθνικιστικό προσανατολισμό της ξεπέρασε τα όρια της Θεσσαλονίκης και ίδρυσε παραρτήματα σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Στην Άθωνα η προσπάθεια «μεταφύτευσης» των Τρία Εψιλον υπήρξε άμεση αλλά όχι τόσο αποδοτική.

Πρόεδρος της αθηναϊκής τοπικής ΕΕΕ υπήρξε ο I. Λαζαρής, με γενικό γραμματέα τον Δ. Πολυμερή. Στο παράρτημα γυναικών ήταν η Ευθυμία Αγγελομάτη, στην προσφυγική Νέα Ιωνία ο Ν. Συμεωνίδης, στη Νεάπολη ο Μ. Σκευοφύλακας, στα Πετράλωνα ο Δ. Γιαννακόπουλος, στον Βύρωνα ο Α. Αραδούλης. Στην Καστοριά αρχηγοί του τοπικού παραρτήματος ήταν ο Ιω. Γκότσης και ο Αριστ. Αρμάσης. Τον Απρίλιο του 1934 ιδρύθηκε τοπική ΕΕΕ και στην Πτολεμαϊδα. Οι πρώτοι «Τριεψιλίτες» στη μακεδόνικη αυτή πόλη ήταν οι Κων/νος Αδαμόπουλος, Σωκράτης Καλαϊτζόπουλος, Γεωρ. Παρ. Μισανδρέου. Νικ. Ξυνόο. Δπυ. Σπανό.

Ο πρωτοσέλιδος τίτλος της «Δράσης» στις 2/3/1934 εξηγούσε τους σκοπούς του κινήματος («Ελεύθεροι από παντός δεσμού, θα συνεχίσωμεν τον τραχύν αγώνα του καθαρμού μέχρι τέλους») και κατήγγειλε τις δύο ξένων συμφερόντων εταιρίες ηλεκτροφωτισμού και ύδρευσης της συμπρωτεύουσας ως «απατώσες και εκβιάζουσες». Την ίδια χρονιά η ΕΕΕ υποστήριξε δικό της υπερκομματικό υποψήφιο στις δημοτικές εκλογές της Θεσσαλονίκης. Η προσπάθεια αυτή όμως απέτυχε, καθώς ο υποψήφιος «Τριεψιλίτης» δήμαρχος Βορτσέλας συγκέντρωσε μόλις 798 σταυρούς προτίμησης έναντι 12.672 του υποψηφίου των Φιλελευθέρων Μηνά Πατρικίου και 16.084 του υποψηφίου των Λαϊκών Μάνου, ο οποίος τελικά εξελέγη.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως μία ομάδα χαλυβδόκρανων αποχώρησε από την κεντρική επιτροπή των Τρία Εψιλον (Δ. Ιατρίδης, Σπ. Βάσσος, Αθαν. Ζαρίφης και Λεων. Περλεγκίδης) και ψήφισε μαζικά τον υποψήφιο των Φιλελευθέρων Μηνά Πατρίκιο. Αργότερα, αφού προσχώρησε στην κίνηση αυτή και ο πρώην βουλευτής του κομμουνιστικού κόμματος Σταυρίδης, όλοι μαζί ίδρυσαν μια μικρότερης εμβέλειας εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση με την ονομασία «Εθνικοί Δημοκρατικοί Φρουροί Βορείου Ελλάδος». Αρχηγός της οργάνωσης υπήρξε κάποιος Περιστέρης, που κατά τη διάρκεια της Κατοχής έδρασε στα Τάγματα Ασφαλείας.

Παρόλη την αποτυχία του κινήματος στις δημοτικές εκλογές του 1934, σε κάποιες περιοχές της χώρας οι «χαλυβδόκρανοι» σημείωσαν θεαματικά αποτελέσματα. Στα Ιωάννινα εξελέγη δημοτικός σύμβουλος ο Σ. Μαρτίνης, υποψήφιος της ΕΕΕ, με 913 ψήφους επί 2.700 που ψήφισαν. Η επιτυχία μάλιστα του «Τριεψιλίτη» Μαρτίνη έλαβε διαστάσεις θριάμβου επειδή ο ίδιος με επιστολή του σε τοπική εφημερίδα, την «Ηπειρωτικός Αγών», δήλωσε εξαρχής πως επιζητούσε τις ψήφους των χριστιανών μόνο κατοίκων της πόλης και όχι των Εβραίων.

Στην Κοκκινιά του Πειραιά, προπύργιο της Αριστεράς, εξελέγησαν δύο μέλη των Τρία Εψιλον, οι Αξαρλής και Χρυσοχέρης. Γεγονός όμως είναι ότι η δύναμη της οργάνωσης μειώθηκε σημαντικά έπειτα από δύο συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις το 1933 και το 1934, αφού πάρα πολλά μέλη της ΕΕΕ είτε προσεχώρησαν σε άλλες παρεμφερείς εθνικιστικές ομάδες, είτε αφομοιώθηκαν από τους μηχανισμούς της εγχώριας εξουσίας (Λαϊκό Κόμμα, βενιζελικοί) που μονοπωλούσαν τότε τα πολιτικά πράγματα.

Η προσπάθεια της οργάνωσης να πολιτευθεί σήμενε την άρση της κρατικής υποστήριξης και τη διακοπή της χρηματοδότησης, με αποτέλεσμα σταδιακή διαρροή των μελών της προς διάφορες κατευθύνσεις.

Στη Θεσσαλονίκη πάντως, όπου η ΕΕΕ εξαιτίας των ειδικών συνθηκών -εβραϊκή μειονότητα, ισχυρό εργατικό κίνημα, αυξημένη ανεργία- έδειχνε μεγαλύτερη δραστηριότητα, η κρίση καθυστέρησε να εκδηλωθεί. Η οργάνωση στη συμπρωτεύουσα διέθετε φοιτητική φάλαγγα, παράρτημα γυναικών και τμήμα ερασιτεχνικού θεάτρου που έδινε παραστάσεις στην αίθουσα του Λευκού Πύργου.

Τα Τρία Εψιλον για να αντιμετωπίσουν την κομουνιστική δραστηριότητα που ήταν το ίδιο αξιόλογη και για να προσφέρουν «εις τον κατατρεγμένον υπό των κεφαλαιοκρατών και απατηθέντα υπό των κομμουνιστών εργάτην την φιλόστοργον σκιάν το εθνικού κράτους», είχαν διαιρέσει την πόλη σε τομείς. Τομεάρχες της ΕΕΕ στον 6ο Τομέα της Διοικτηρίου ήταν οι Λεπτουργός Νικόλαος, Μαυρόπο λος Γεώργιος και Ζήσου Νικόλαος, στον 9ο Τομι Αγ. Γεωργίου οι Χρυσαφίδης Γεώργιος και Τερζόγλου Παναγιώτης, στον 8ο Ακροπόλεως οι Καρακατσάνης Γεώργιος και Μεϊμαρίδης Δημήτρης κ.ά.

Στην εφημερίδα του κινήματος «Δράση», εκτος από αναγνώσματα εθνικιστικού περιεχομένου, εφλοξενούντο στήλες για θέματα εργατικά, προσφυγιάς, φοιτητικά, για απεργίες και ανταποκρίσεις για τις δραστηριότητες των αντίστοιχων εθνικοσοσιαλιστικών οργανώσεων του εξωτερικού.

Τον Μάιο του 1934 δεκάδες χαλυβδόκρανη πρωτοστάτησαν σε επεισόδια με κομμουνιστές εργάτες και αστυνομικούς, όταν παρέλασαν επιδεικτικά μέσα στην Πάτρα κατά τη διάρκεια φιλοβασιλικής διαδήλωσης. Τα επεισόδια άρχισαν στην πλατεία Ομονοίας, όταν μία ομάδα εθνικιστών «Αλκίμων» (σημ. τ. σύντ.:αρκετά αργότερα την ίδια ονομασία και παρόμοιες στολές χρησιμοποίησε και η χούντα των συνταγματαρχών στη δική της νεολαιίστικη παραστρατιωτική οργάνωση), μετά την ορκωμοσία τους παρέλασαν υπο τους ήχους στρατιωτικής μουσικής «φέροντες κρανη και γκλομπς». Μια ομάδα κομμουνιστών επιχείρησε να τους αποδοκιμάσει, δέχθηκε όμως την επίθεση των «Αλκίμων» με αποτέλεσμα να υπάρξει συμπλοκή με τραυματίες εκατέρωθεν. Αξίζει να σημειωθεί πως το παράρτημα της ΕΕ στην Πάτρα θεωρείτο από τα περισσότερο πολυπληθή, αφού τα μέλη του ξεπερνούσαν τα 500.

Με αφορμή τις βίαιες εκδηλώσεις και τον μαχητικό λόγο των μελών των Τρία Εψιλον, η οργάνωση βρέθηκε αρκετές φορές στο επίκεντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος. Κατά τη διάρκεια της καθιερομένης παρέλασης της 25ης Μαρτίου στη Θεσσαλονίκη εκατοντάδες «Τριεψιλίτες» επιχείρησαν δυναμικά να παρελάσουν ανάμεσα στους προσκόπους της εβραϊκής Μακαμπή. Η αστυνομία συγκρούστηκε μαζί τους και συνέλαβε πολλά στελέχη της κεντρικης επιτροπής.

Χαρακτηριστικό δείγμα για την κατάσταση που επικρατούσε τότε στους δρόμους και τις γειτονιές πολλών επαρχιακών πόλεων είναι η επιστολή που έστειλε ένας «Τριεψιλίτης» από την Ξάνθη στην εφημερίδα «Δράση» του κινήματος: «Στας 9 όλοι οι Αλκιμοι της ΕΕΕ συγκεντρωμένοι περίμεναν τας διαταγάς του ομαδάρχου. Αυτός, αφού μας ομίλησε δια την ημέραν των εκλογών, εδιάλεξε περί τους 25, τους καλυτέρους και μεγαλύτερους εξ ημών, τους διέταξε να πάνε να φάνε στα σπίτια τους και στις 10 ακριβώς το βράδυ να βρίσκονται στη Λέσχη. Οι άλλοι ήσαν ελεύθεροι… Στις 10 ακριβώς η βροντώδης φωνή του αρχηγού ακούεται… Να σταμπάρετε τα σφυροδρέπανα (σ.σ. που ήταν ζωγραφισμένα στους τοίχους της πόλης) και να τα μετατρέψετε σε δικέφαλους αετούς. Αμέσως χωρισθήκαμε σε τρία τμήματα. Το πρώτο με επικεφαλής τον ίδιον έκαμε την αρχήν και μετέβαλε το κόκκινο σφυροδρέπανο σε έναν όμορφο αετό. Κατά τις 2 π.μ. τα δύο τμήματα συνεπλάκησαν με τμήμα κομμουνιστών (περί τους δέκα) οι οποίοι εκολλούσαν ρεκλάμες (αφίσες)με την κόκκινη σημαία. Τα ποντίκια -αφού τους εξυλοκόπησαν-τους έκαμαν να τραπούν εις άτακτοι φυγή αφήσαντας ως λάφυρα, τις ρεκλάμες των, μία σκάλαν, ένα πινέλο, κόλλα κ.ά.

Οι πουλημένοι της Μόσχας δεν ξεχνούν τα παθήματα τους, Θέλουν να τα εκδικηθούν. Παρακολουθούν τους Αλκίμους για να τους βρουν μεμονωμένους και να τους ξυλοκοπήσουν…».

Το κλίμα της εποχής θύμιζε -σε μικρότερο βαθμό βέβαια- τις συγκρούσεις μεταξύ των Ταγμάτων Εφόδου (SΑ) και των κομμουνιστών στην προναζιστική Γερμανία (1927-1933).

Άλλο ενδεικτικό δημοσίευμα της «Δράσης» είναι το ακόλουθο: «Αθλοι και πάθημα Εβραίων κομμουνιστών. Προχθές εις την διασταύρωσιν Βενιζέλου και Βασιλέως Ηρακλείου δύο κομμουνισταί, εκ των οποίων ο εις ήτο Εβραίος, επιτέθησαν εκ των όπισθεν κατά του εφημεριδοπώλου μας Ο. Νικολάου, δια να τον κακοποιήσουν και να ξεσχίσουν τα φύλλα της Δράσεως τα οποία επώλει. Ο Νικολάου ημύνθει γρονθοκοπήοας τους θρασείς αντιπάλους του, οπόταν κατέφθασαν δύο άλλοι εθνικισταί τυχαίως αντιληφθέντες την σκηνήν, οι Αναστ. Κελτε-μίδης και Βασ. Τραμπούκης. Το αποτέλεσμα ήτο ότι οι δύο κομμουνισταί εδάρησαν ανηλεώς, πράγμα το οποίον θα τους γίνει ασφαλώς σωτήριον μάθημα…»(Εφημερίδα «Δράσις», Μάρτιος 1934).Παρόλο που η οργάνωση δεν είχε ξεκάθαρο πολιτικό προσανατολισμό, ο τρόπος συλλογισμού και δράσης των μελών της εκινείτο σε αυστηρά δογματικό εθνικιστικό πνεύμα και το καθαρό φυλετικό κράτος ήταν το κυρίαρχο ιδεολογικό στοιχείο των Τρία Έψιλον.

Τον Απρίλιο του 1934 αντιπροσωπεία της Ρουμανικής Σιδηράς Φρουράς επισκέφθηκε τα γραφεία της ΕΕΕ στη Θεσσαλονίκη. Αφού περιηγήθηκαν την πόλη ο Ρουμάνος εκπρόσωπος και ο υπασπιστής της ΕΕΕ Σ. Πετρίδης, εξέδωσαν κοινό ανακοινωθέν κατά «των Εβραίων και των κομμουνιστών που επιχειρούν να δηλητηριάσουν τις εθνικές κοινωνίες».

Παρόλη την ιδεολογική συγγένεια των Τρία Εψιλον με τα καθεστώτα του Χίτλερ και του Μουσολίνι, η εφημερίδα «Δράση» σχολίαζε στις 7 Απριλίου 1934, στη στήλη «Επί των γεγονότων», τη στάση των ιταλικών αρχών κατοχής στα Δωδεκάνησα: Ό Αγών των Δωδεκανησίων είναι ιερός. Ημείς οι ελεύθεροι παρακολουθούμεν με συμπάθειαν τα τόσον συγκινητικά αισθήματα των αλυτρώτων αδελφών. Ας είναι βέβαιοι ότι μίαν ημέραν θα νικήσουν. Οι τίμιοι εθνικοί αγώνες πάντοτε θριαμβεύουν».

Τα μέλη των Τρία Εψιλον ήταν οργανωμένα στρατιωτικά, είχαν φανατισμό και πειθαρχία, αλλά προφανώς δεν διέθεταν την κατάλληλη ηγεσία. Το κίνημα εκφυλίστηκε σταδιακά και η δικτατορία του Μεταξά το βρήκε διαλυμένο, αφού τα περισσότερα στελέχη του προσεχώρησαν στην Οργάνωση Εθνικοφρόνων Σοσιαλιστών (ΟΕΣ) του Ιάκωβου Διαμαντόπουλου στα τέλη του 1934.

Χαρακτηριστικά δε αναφέρεται ότι στις βουλευτικές εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 η ΕΕΕ έλαβε μόλις 505 ψήφους (0,04%) του εκλογικού σώματος. Το παράδοξο είναι ότι πολλά από τα μέλη της οργάνωσης προέρχονταν και είχαν πολιτική κάλυψη από το κόμμα των Φιλελευθέρων.

Κατά τη διετία 1935-36 η οργάνωση δεν παρουσίασε καμία σχεδόν πολιτική δραστηριότητα, γεγονός που μάλλον οφείλεται στο ότι εξέλιπε η οικονομική υποστήριξη και η προστασία που παρείχαν τα αστικά κόμματα.

Αρκετά στελέχη των Τρία Εψιλον εμφανίστηκαν αργότερα, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, στο πλευρό των Γερμανών. Πιο γνωστός από όλους ήταν ο συνταγματάρχης Γ Πούλιος (ή Πούλος), που έδρασε στην περιοχή των Γιαννιτσών με τους «πραιτοριανούς» του ο Γ Βαρδακας, η οικογένεια Κοσμίδη κ.ά. Οι περισσότεροι όμως «χαλυβδόκρανοι» τομεάρχες της ΕΕΕ -Ελευθεριάδης από την Ξάνθη, Μπουκουβάλας από την Κοζάνη, Παπαχρήστου από τα Γιάννενα, Παπαζαντζάρης από την Καστοριά και άλλοι εντάχθηκαν στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου, αφού πίστεψαν πως οι προσπάθειες τους ευοδώθηκαν ως έναν βαθμό και τα οράματα τους για ένα πραγματικά εθνικολαϊκό κράτος ενσάρκωναν η ΕΟΝ και η 4η Αυγούστου.

f12

ΑΝΑΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΕΕΕ)

Το καλοκαίρι του 1941 ανασυστάθηκε στην Αθήνα με τη συγκατάθεση των Γερμανών η παλαιά αντισημιτική οργάνωση ΕΕΕ. Η ηγετική ομάδα των αναγεννημένων Τριων Εψιλων αποτελείτο από τον δικηγόρο Κων. Γούλα από την Θεσσαλονίκη , τον συνταγματάρχη Γρηγορακη , τον υιό Κοσμιδη (πρωταγωνιστή των επεισοδίων του Κάμπελ), τον Βασ. Σκανδάλη, αδελφό του Κ. Σκανδάλη και διευθυντή των ελληνόφωνων εκπομπών του ραδιοφώνου, και τον Γεώργιο Αρβανιτάκη, παλαιό κομμουνιστή και “αναβαπτισμένο» συνδικαλιστή της 4ης Αυγούστου, οι πρώτες συζητήσεις για το πολιτικό πρόγραμμα τις οργάνωσης έγιναν σε ένα ισόγειο της οδού Σκουφά 10, όπου έμεναν οι Κοσμίδης και Γούλας. Για τους δύο «σκληροπυρηνικούς» Βορειοελλαδίτες ο αντιεβραϊσμός ήταν ζήτημα όχι μόνο πολιτικής αλλά κοσμοθεωρίας, ενώ πρόβαλαν στο καταστατικό των «Τριών Έψιλον την Αρχή του Αρχηγού «…ως αξιώτερη και ιστορικά πλέον δικαιωμένη από την Αρχή της πλειοψηφίας». το κίνημα ευελπιστούσε να αποτελέσει έναν εθνοσοσιαλιστικό προμαχώνα από όπου θα επιλέγονταν τα καλύτερα και τα ικανότερα στελέχη για να αναλάβουν κυβερνητικές θέσεις.

Τα γραφεία τους στεγάζονταν στην οδό Σίνα 8, ενώ στη συμβολή των οδών Στησιχόρου και Μουρούζη υπήρχε αίθουσα του Τμήματος Προπαγάνδας, υπεύθυνοι για την καθοδήγηση των νέων μελών ηταν οι Αρβανιτάκης, Πανταζής, Χ. Λάμπρου και Χρ. κος. Εφημολογείτο ότι πίσω από τα κατοχικά Τρια Εψιλων κρθβονταν ο στρατιγος Μπάκος και ο υπασπιστής του, λοχαγός Βουδικλάρης. Σταδιακά με τη χρηματοδότηση των Γερμανών και την κατάλληλη προπαγάνδα η ΕΕΕ απέκτησε κάποια απήχηση και μερικές εκατοντάδες νέα μέλη. Στην περιοχή της Θεσσαλίας π.χ., σύμφωνα με μια αναφορά ενός πληροφοριοδότη της ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή το καλοκαίρι του 1944, δρούσε μια μεγάλη ομάδα 800 Τριεψιλιτών υπό τον αντισυνταγματάρχη Χρυσοχοϊδη, η οποία αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση των κομμουνιστών. Η ίδια αναφορά έκανε λόγο για παραρτήματα της ΕΕΕ στην περιφέρεια:

«…1. Εις Τρίκαλα με αρχηγόν τον Μαντζούφαν. Η εύκολος δύναμις της ομάδος είναι 150 άνδρες. 2. Εις Ιωάννινα αποτελούμενον από 30 μέλη υπό τας διαταγάς του λοχαγού Μιχαλάκη…» (Αρχείο Εθνικής Αντίστασης, Εκδόσεις ΔΙΣ, αναφ. 393/22.7.44, 239/26.8.44, 79/22.7.44).

Στην Αθήνα η οργάνωση δέχθηκε ένα ισχυρότατο κτύπημα τον Αύγουστο του 1944, όταν στη λαχαναγορά του Ρέντη δολοφονήθηκε από άνδρες της ΟΠΛΑ ο Βασίλης Σκανδάλης. Η εντυπωσιακή αυτή ενέργεια κατατρόμαξε τα υπόλοιπα στελέχη, αφού η επιδρομή έγινε μέσα στα τοπικά γραφεία του Ρέντη τα οποία φυλάσσονταν από πέντε οπλοφόρους «χίτες» (την εποχή εκείνη λόγω του γνωστού «αντικομμουνιστικού κλίματος» υπήρχε συνεργασία και κοινή δράση από τις περισσότερες οργανώσεις του ευρύτερου αντιεαμικού χώρου).

Επειδή λίγο πριν από την αποχώρηση των Γερμανών η κατάσταση γινόταν όλο και πιο ρευστή, οι περισσότεροι αδιάλλακτοι των Τριών Εψιλον αποφάσισαν να διαφύγουν προς Βορρά, για να δώσουν στα τελευταία οχυρά του Ράιχ την ύστατη μάχη.