Menu

EAGAINST.com

Κρίση, του Φώτη Τερζάκη

ΚΑΤΗΦΕΙΑ, ΖΟΦΟΣ και ανασφάλεια πλανιώνται πάνω από την ελληνική κοινωνία. Το πρόγραμμα σταθεροποίησης που επέβαλαν ΔΝΤ και Ευρωπαϊκή Ένωση γίνεται αντιληπτό ως απειλή για τα «κοινωνικά κεκτημένα» της Μεταπολίτευσης και κουρελιάζει οριστικά εκείνη την καταναλωτική ευφορία που συνεπήρε επί τρεις περίπου δεκαετίες μικροαστικά και μεσαία στρώματα, λαθρεπιβάτες στο τραίνο της ευρωπαϊκής «ανάπτυξης» που πίστεψαν ότι έχουν απεριόριστο ελευθέρας στον επί πιστώσει παράδεισο μιας ιλουστρασιόν Δύσης. Με κουτοπόνηρη αμεριμνησία αφέθηκαν να ξεγελαστούν από ανενδοίαστες πολιτικές ηγεσίες, σάρκα εκ της σαρκός τους άλλωστε, για τις οποίες είναι εδώ και μισό αιώνα τουλάχιστον ––και ανεξαρτήτως πολιτικών αποχρώσεων–– άρθρο πίστεως το «ανήκομεν εις την Δύσιν». Ιδού λοιπόν τα επίχειρα της υπολογιστικής δουλικότητας, η δίκαιη αμοιβή τού υποτακτικού που έχει κάνει τέχνη τον προσεταιρισμό των ισχυρών με την ελπίδα ότι θα καρπωθεί και ο ίδιος ένα περίσσευμα ισχύος.

Ασφαλώς η ελληνική κοινωνία έπρεπε να πληρώσει. Για τί πράγμα όμως, είναι το κρίσιμο ερώτημα. Για την ανευθυνότητα, την αναξιοπιστία, τον παρασιτισμό της, λένε ορισμένοι, τα «τριτοκοσμικά» της χαρακτηριστικά – την έλλειψη δηλαδή εκείνης της ορθολογικότητας που θα την έκανε αντάξια του «ανεπτυγμένου κόσμου» στον οποίον φιλοδοξούσε να συμμετάσχει. Ξεχνούν όμως να μας πουν ποιος εξώθησε, και με ποιους εκβιαστικούς τρόπους, μία κοινωνία πρότινος στερημένη και τραυματισμένη από τον εμφύλιο διχασμό, την αμερικανοκίνητη δικτατορία και την ταπεινωτική ΝΑΤΟϊκή κηδεμονία στην υιοθέτηση των μοντέλων της παγκόσμιας αγοράς και σ’ εκείνες τις καταναλωτικές συμπεριφορές που απαιτούσε η αναπαραγωγή του διεθνοποιούμενου κεφαλαίου· ποιος κατέστρεψε την παραγωγική της αυτάρκεια εντάσσοντάς την σ’ έναν πανευρωπαϊκό (αναπόσπαστο τμήμα τού παγκόσμιου) καταμερισμό εργασίας, εξαρθρώνοντας τις αγροτικές της υποδομές, τη μικρή κατά τόπους παραγωγή και τις άτυπες συναλλακτικές σχέσεις, για να την μεταμορφώσει σε εξάρτημα της παγκόσμιας τουριστικής βιομηχανίας, κέντρο διοίκησης επιχειρήσεων και κόμβο χρηματιστικών και χρηματιστηριακών δραστηριοτήτων για την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια ή και την υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη – στην προοπτική τού οποίου σχεδιασμού χρηματοδοτήθηκαν φαραωνικά προγράμματα όπως τα μεγάλα έργα στην Αττική, η είσοδος στην ΟΝΕ και το όνειδος της Ολυμπιάδας του 2004· ποιος εξώθησε σε εγκληματικά ανεξέλεγκτο δανεισμό την οικιακή οικονομία, όπως τηρουμένων των αναλογιών και τον ίδιο τον κρατικό προϋπολογισμό, πέραν της ενδημικής διαφθοράς και κακοδιαχείρισης που απλώς επιδείνωσαν την κατάσταση κι επιτάχυναν μια εξέλιξη η οποία ήταν εν πολλοίς δρομολογημένη: διότι όσο απελπιστική κι αν παρουσιάζεται η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας σήμερα, η Ελλάδα κάθε άλλο παρά μόνη βρίσκεται στο ικρίωμα του δημόσιου χρέους, και οι ελληνικές ιδιομορφίες προφανώς δεν αρκούν για να εξηγήσουν την κανονικότητα με την οποία ο δημοσιονομικός στραγγαλισμός καραδοκεί τη μία μετά την άλλη τις χώρες του κόσμου, προχωρώντας αμείλικτα από τις περιφέρειες προς τα κέντρα.

Το ασυγχώρητο έγκλημα της ελληνικής κοινωνίας είναι μάλλον ο αυτισμός της. Το ότι καθ’ έξιν ––και αυτό αφορά όχι μόνο την κρίσιμη λαϊκή μάζα αλλά σε μεγάλο ποσοστό και τους διανοουμένους της–– αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως  μεμονωμένη και λίγο πολύ μοναδική περίπτωση, ότι αγνοεί συστηματικά τί συμβαίνει έξω από τα σύνορά της, ότι είναι ανίκανη να εντάξει τα όσα διαδραματίζονται στη μικρή και αμελητέα εσωτερική της σκηνή στο πυκνό πλέγμα τής διεθνούς πραγματικότητας. Αν απλώς κάποιοι παρακολουθούσαν προσεκτικά τί συμβαίνει εδώ και τριάντα-σαράντα χρόνια, ας πούμε, στη στη Ζιμπάμπουε ή στη Νιγηρία και στο μεγαλύτερο μέρος τής Αφρικής, σε μια σειρά από χώρες της Λατινικής Αμερικής με κορυφαίο παράδειγμα την Αργεντινή, κι εσχάτως σε περιπτώσεις χωρών όπως η Λεττονία, η Ουγγαρία, η Ρουμανία, η Μολδαβία, θα έβλεπαν καθαρά ποια είναι τα βήματα που έφεραν αυτή τη στιγμή εδώ την Ελλάδα – με την την Ιρλανδία, την Ισπανία, την Πορτογαλία ν’ ακολουθούν σε απόσταση αναπνοής… Με μία λέξη, από τις ημέρες της αποαποικιοποίησης στη δεκαετία του 1960, το κατά κεφαλήν εισόδημα στις περισσότερες χώρες του «αναπτυσσόμενου» κόσμου έχει πέσει περίπου στο μισό, ενώ το δημόσιο χρέος έχει εκτοξευθεί σε αστρονομικούς αριθμούς, και συνεχίζει ν’ αυξάνεται… Είναι το τίμημα της ένταξής τους στο παγκόσμιο διακρατικό σύστημα με όρους οικονομίας της αγοράς, επιλογή εξαναγκασμένη από τους πρώην δυνάστες τους, οι οποίοι εγκαταλείποντας τις κτήσεις τους διασφάλισαν τη διαρκή οικονομική τους εξάρτηση από τα μητροπολιτικά κέντρα. Αφού κατέστρεψαν με τις μονοκαλλιέργειες και με τον βιομηχανικό καταμερισμό της εργασίας την τροφική τους αυτάρκεια, αφού εξάρθρωσαν τις παραδοσιακές κοινωνικές δομές κι επέβαλαν τη χρηματική οικονομία, τις εξανάγκασαν στη συνέχεια ν’ αγοράζουν εκείνο που τους έκλεψαν με όρους οι οποίοι τις τοποθετούν αυτομάτως στο κατώτατο όριο της παγκόσμιας πυραμίδας του πλούτου: το μεροκάματο ενός ινδονήσιου εργάτη στις κακαοφυτείες της Ιάβας δεν αρκεί για ν’ αγοράσει μια σοκαλάτα συσκευασμένη στο Βέλγιο ή στην Ολλανδία. Τα κράτη που γεννήθηκαν με αυτό τον τρόπο, σκελετός των οποίων ήταν η ίδια η αποικιακή διοίκηση, επανδρώθηκαν από μια τοπική ελίτ σπουδασμένη στα πανεπιστήμια των αποικιακών κέντρων και, ως εκ τούτου, αποκομμένη από τον ιθαγενή πληθυσμό και συνηθισμένη να ταυτίζει τα συμφέροντά της με τα συμφέροντα εκείνων. Από την εξαρτημένη αυτή θέση έπρεπε να δανείζονται για να χρηματοδοτήσουν τη λειτουργία τους, και οι δανειστές τους επέβαλλαν περαιτέρω όρους που είχαν μοναδικό στόχο την «αξιοποίηση» της επένδυσής τους – δηλαδή, όχι μόνο την επιστροφή του δανείου στους ίδιους μέσω της εξαναγκαστικής αγοράς δικών τους προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά επιπροσθέτως τη διαρκή εξαθλίωση των πληθυσμών οι οποίοι πρέπει να γίνουν φτηνή εργατική δύναμη στο έλεος των δυτικών κεφαλαίων (δημιουργήθηκαν άλλωστε ειδικοί θεσμοί γι’ αυτό: και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είναι ένας από τους αποτελεσματικότερους…). Και όποτε τύχαινε να εμφανιστεί ένας υπερήφανος ηγέτης που οραματιζόταν την ανεξαρτησία τής χώρας του και μια καλύτερη μοίρα για τον πληθυσμό της, τί ευκολότερο από το να κινητοποιηθούν δυο-τρεις επιλοχίες με γυαλιά rayban και αμερικανικά (ή βρετανικά ή γαλλικά) τζιπ για να το κρεμάσουν στη μέση της πλατείας;

Αυτό, εν ολίγοις, στη δεκαετία του ’60 και του ’70 λέγαμε «νεοαποικισμό». Σήμερα η λέξη σπανίως ακούγεται· έχουμε επινοήσει νέες και πιο εξωτικές, όπως «παγκοσμιοποίηση» ή «αυτοκρατορία», που μας δίνουν την όμορφη ψευδαίσθηση ότι λέμε κάτι καινούργιο. Το κακό είναι ότι μας εμποδίζουν να δούμε τη συνέχεια ανάμεσα στα φαινόμενα που υποτίθεται ότι περιγράφουν. Και το θεμελιώδες φαινόμενο του οποίου την εκδίπλωση περιγράφουν ακούει σε ένα ακόμη πιο πολύχρηστο όνομα, που ο χειρισμός του ––δυστυχώς!–– αφήνει μικρά περιθώρια στους μεταμοντέρνους διανοούμενους ν’ ακουστούν πρωτότυποι: καπιταλισμός, κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής δηλαδή και οικονομία της αγοράς, ή καθολική μεσολάβηση του γενικού ισοδυνάμου (της φετιχισμένης μορφήςχρήμα). Αν το κτηνώδες αποικιακό εγχείρημα σηματοδοτεί την έναρξη του καπιταλισμού, αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα και την πρώτη απόπειρα παγκοσμιοποίησής του – πράγμα που σημαίνει, μια ροπή προς την παγκοσμιοποίηση πρέπει να θεωρείται εγγενής στον καπιταλισμό, μέρος τής ίδιας του της φύσης. Ακριβέστερα: εκείνο που έχει ο καπιταλισμός κοινό με τον καρκίνο είναι ότι χρειάζεται διαρκώς υγιείς ιστούς για ν’ αναλώνει – μη καπιταλιστικές κοινωνίες, μη εμπορευματοποιημένες πτυχές της κοινωνικής ζωής, μια προϋφιστάμενη βιόσφαιρα. Σύροντάς τα στον κύκλο τής εμπορευματοποίησης, όπως λέμε, τα «αξιοποιεί», δηλαδή τα στραγγίζει απ’ όλα τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά και τα αναλώνει. Οπότε χρειάζεται αμέσως καινούργια θύματα. Αυτή είναι και η σοβαρότερη εγγενής του αδυναμία: αν δεν απομυζά ασταμάτητα κάτι ζωντανό, το χρήμα παύει να γεννάει χρήμα και η μηχανή κινδυνεύει με εμπλοκή. Αυτό είναι που λέμε «δομική κρίση».

Εκείνο που συμβαίνει σήμερα, στη λεγόμενη εποχή της παγκοσμιοποίησης, είναι ότι αυτή η διαδικασία βρίσκεται πολύ κοντά στο σημείο να ολοκληρωθεί: πολύ κοντά στο να μην έχει απομείνει τίποτα έξω από τον θανάσιμο εναγκαλισμό τής χρηματικής οικονομίας και της κεφαλαιοκρατικής «αξιοποίησης», τίποτα πλέον το παρθένο για ν’ αναλωθεί, οπότε ο καπιταλισμός είναι αναγκασμένος να φάει τις ίδιες του τις σάρκες. Αυτό στην τεχνική γλώσσα των αναλυτών του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής (που τόσο άσχημα τους διαβάζουν οι αυταποκαλούμενοι κληρονόμοι τους) λέγεται «πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» και «κρίση υπερσυσσώρευσης». Είναι ακριβώς η ταυτότητα της κρίσης που διανύουμε, της οποίας τα συμπτώματα έχουν τρομοκρατήσει την παγκόσμια κοινωνία, και μέρος των συμπτωμάτων αυτών είναι η τραγωδία μιας αλυσίδας χωρών που ξεκινάει ––έχει προ πολλού ξεκινήσει–– από την «υπανάπτυκτη» περιφέρεια και φτάνει αισίως πλέον, διαδοχικά, στην Ανατολική και στη Νότιο Ευρώπη. Όχι βεβαίως ότι προορίζεται να σταματήσει εδώ: τα σημάδια έχουν πυκνώσει ήδη στην καρδιά των κοινωνιών που θεωρούνται ––και είναι–– οι ατμομηχανές της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατικής οικονομίας.

Πώς φτάσαμε λοιπόν ως εδώ; Το 2008, όταν έσκασε η βόμβα, μιλούσαν όλοι για χρηματοπιστωτική κρίση· σήμερα, δύο χρόνια αργότερα, έχει πάρει τη μορφή δημοσιονομικής κρίσης. Εκείνο που συνέβη εν τω μεταξύ είναι ότι οι κρατικές οικονομίες συμφώνησαν να διασώσουν τον κλονισμένο χρηματοπιστωτικό τομέα δημιουργώντας υπέρογκες τρύπες στους δικούς τους προϋπολογισμούς, τις οποίες τώρα πασχίζουν ν’ αναπληρώσουν με μια ληστρική ––και απεγνωσμένη–– λεηλάτηση των ίδιων των εργαζόμενων πληθυσμών τους. Απεγνωσμένη επειδή, αν δει κανείς καθαρά την πορεία των συμβάντων που οδήγησαν ως εδώ, θ’ αντιληφθεί ότι το φάρμακο είναι χειρότερο από την ασθένεια που καλείται να θεραπεύσει. Διότι, ας μην υπάρχουν επ’ αυτού αυταπάτες, η κρίση για την οποία μιλάμε έχει ξεκινήσει από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, και στα τέλη της δεκαετίας του ’80 έφτασε ήδη στην πρώτη της κορύφωση. Τότε, απέναντι στην καλπάζουσα ύφεση που θα μπορούσε να έχει οδηγήσει σε κραχ όμοιο με του 1929, επινοήθηκε η στρατηγική του μαζικού δανεισμού και της χρηματιστικής αξιοποίησης κεφαλαίων τα οποία λίμναζαν και ήταν αδύνατο πλέον να αξιοποιηθούν στην παραγωγική σφαίρα: σαν να λέμε, αφού εξαντλήθηκαν τα όρια εκμετάλλευσης της ανθρώπινης εργατικής δύναμης, των μη-ακόμη καπιταλιστικών κοινωνιών και της ίδιας της φύσης, σύρεται στην κολασμένη τροχιά τής εμπορευματοποίησης και αυτός ο χρόνος, καθώς προεξωφλείται και αναλώνεται η δυνητική παραγωγή (αυτό είναι το ακριβές νόημα της αντιστροφής των παραδοσιακών σχέσεων παραγωγικού-χρηματιστικού κεφαλαίου υπέρ του δεύτερου)·  και αν αυτή δεν πραγματοποιηθεί στον αναμενόμενο χρόνο και στο αναμενόμενο ύψος, κάτι που είναι αναπόφευκτο, ακολουθεί η αλυσίδα καταστροφών που παρακολουθήσαμε το 2008, δήθεν έκπληκτοι. Τίποτα δεν είναι πιο εξοργιστικό ––και αβυσσαλέα παραπλανητικό–– από τις κούφιες ηθικολογικές κραυγές κατά των «κερδοσκόπων» που ακούστηκαν τότε, κι εξακολουθούν να ακούγονται, από στόματα «προοδευτικών» και «αριστερών» κάθε είδους: λες και υπάρχει μια έντιμη και ηθική παραγωγική οικονομία στην οποία θα πρέπει να επιστρέψουμε, λες και το κέρδος δεν είναι η καταστατική αρχή που κινεί την καπιταλιστική οικονομία, λες και δεν είναι αυτή η οικονομία στις κλασικές, καταστατικές της αρχές δύναμη στραγγαλισμού τής ανθρωπινης ζωής και της φύσης στο ικρίωμα της «αξιοποίησης», αέναης δηλαδή κερδοφορίας του κεφαλαίου που είναι η μόνη αξία και ο μόνος σκοπός, και σε τελευταία ανάλυση λες και δεν ήταν αυτή η φυγή προς τα εμπρός του κερδοσκοπικού κεφαλαίου προϊόν της «κανονικής» λειτουργίας του καπιταλισμού, τη στιγμή που η μόνη εναλλακτική εκδοχή ήταν η πλήρης κατάρρευσή του! Τη στιγμή όμως που αυτή η κατάρρευση είχε ξαναμπεί στην ατζέντα πολλών ριζοσπαστικών κινημάτων στην Ευρώπη και στην Αμερική (και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου, οπωσδήποτε) γύρω στα 1970, όλες οι «προοδευτικές» δυνάμεις της κοινωνίας, περιλαμβανομένων των οργανώσεων της κοινοβουλευτικής αριστεράς και των Κομμουνιστικών Κομμάτων, συστρατεύθηκαν για να τον στηρίξουν με κάθε τίμημα. Αυτοί οι ίδιοι τώρα θρηνούν για την επικράτηση του «νεοφιλελευθερισμού» και για την άρση των «κοινωνικών κεκτημένων», που ήταν στην πραγματικότητα το εχέγγυο της ενσωμάτωσής τους στο υπάρχον πολιτικό σύστημα!

Το «κράτος προνοίας» που νοσταλγουν οι μελιστάλακτοι αυτοί δημοκράτες, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι «κατάκτηση» των δυνάμεων της εργασίας, ήταν ένας μηχανισμός αποτροπής της κατάρρευσης του καπιταλισμού τη στιγμή που προσέκρουσε στην προηγούμενη τέτοια κρίση υπερσυσσώρευσης, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’20 (είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι κρίσεις αυτές συμπίπτουν με την κορύφωση των σημαντικότερων επαναστατικών γεγονότων του εικοστού αιώνα). Ήταν ακόμη ένας τρόπος να υπαχθούν όλες οι δυνάμεις της κοινωνίας, ασφαλώς η εργασιακή δύναμη αλλά και οι μέχρι τότε εξαιρούμενες από την παραγωγική εργασία δραστηριότητες, στον κύκλο της εμπορευματικής αξιοποίησης, και αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με τον δεσποτικό άνωθεν σχεδιασμό (δηλαδή, από το ίδιο το κράτος ως πράκτορα των μονοπωλιακών συμφερόντων, όπως πειραματικά έβαλαν σ’ εφαρμογή οι λεγόμενοι ολοκληρωτισμοί, το πραγματικό θερμοκήπιο του «κοινωνικού κράτους»)· η συγκεντροποίηση αυτή αντικατοπτρίστηκε και στη διεθνή πολιτική, όπου ο ανταγωνισμός μεμονωμένων αποικιακών αυτοκρατοριών για τον έλεγχο των παγκόσμιων πλουτοπαραγωγικών πηγών έδωσε τη θέση του σε λίγους μεγάλους άξονες ισχύος με μια υπεδύναμη στο κέντρο και γύρω της ένα σύστημα δορυφορικών κρατών, ενώ η στρατιωτική κατοχή κρίθηκε ασύμφορη και τη θέση έδινε όλο και περισσότερο σε μορφές οικονομικού καταναγκασμού υπό την έννοια της μετατροπής τής παγκόσμιας κοινωνίας σε ενιαία, ελεγχόμενη από τα δυτικά χρηματιστηριακά κέντρα, αγορά (το σύστημα νομισματικών ισοδυναμιών που καθιερώθηκε στο Μπρέτον-Γουντς ήταν το κατεξοχήν εργαλείο για την αποκρυστάλλωση μιας παγκόσμιας ιεραρχίας ισχύος, προπομπός της σημερινής λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης»…). Δόλωμα γι’ αυτούς τους μετασχηματισμούς, αλλά και αναγκαίος όρος για την ανακύκλιση της εμπορευματικής παραγωγής, ήταν η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των ασφυκτικά ελεγχόμενων μαζών τού ανεπτυγμένου τουλάχιστον κόσμου, υπό τον όρον ότι υπήρχαν ακόμα περιθώρια αντιστάθμισης του κεφαλαιοκρατικού κέρδους από την υπερεντατική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Η ξέφρενη τεχνολογική καινοτομία και η προϊούσα οικοκτονία ανήγγειλαν το τέλος αυτής της ευφορικής περιόδου του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Αυτοί έμελλαν να είναι και οι κύριοι πρωταγωνιστές, όπως φαίνεται, στους ραγδαίους ανασχηματισμούς της δεκαετίας του ’70. Η περιβαλλοντική εξάντληση πρόβαλε με τη μορφή της πετρελαϊκής κρίσης που ανέβασε απότομα το κόστος της παραγωγής και των μεταφορών, ενώ οι εφαρμογές της τελευταίας τεχνολογικής επανάστασης ––η γενίκευση του αυτοματισμού–– εμφανίστηκαν ως προσωρινό αντίδοτο που θα τόνωνε την κερδοφορία των επιχειρήσεων. Ο τεράστιος τεχνολογικός ανασχηματισμός που επακολούθησε, όμως, είχε μια μοιραία συνέπεια που έθιγε τη βαθύτερη δομή του καπιταλισμού: καθιστώντας την ανθρώπινη εργασία όλο και περισσότερο περιττή, και κατά κάποιον τρόπο ασύμφορη, μείωνε τις δυνατότητες απόσπασης υπεραξίας, άρα πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, ενώ πυροδοτώντας δομική ανεργία, συνεπώς μειούμενη αγοραστική δύναμη σε αυξανόμενα ποσοστά του πληθυσμού, δυσχέραινε την ανακύκλιση των εμπορευμάτων στην αγορά, άρα κρίσης υπερπαραγωγής. Η τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας που επέτρεπαν οι νέες, αυτοματοποιημένες μορφές εργασίας γινόταν θηλειά στο λαιμό του καπιταλισμού, εφόσον εμμένοντας αυτός στη μεγιστοποίηση του κέρδους έπρεπε ν’ αποκλείσει τόσο την ισοκατανομή του ελεύθερου χρόνου, δηλαδή την απελευθέρωση του συνόλου της ανθρωπότητας από ένα μεγάλο ποσοστό ετερόνομης εργασίας, όσο και τη μείωση των ρυθμών της λεγόμενης «ανάπτυξης», δηλαδή της ανάλωσης ανθρώπων και φυσικών πόρων στην ξέφρενη επιδίωξη κερδοφορίας. Υπό αυτές τις συνθήκες επινοήθηκε η απονενοημένη στρατηγική τού «υπερχρέωση ή θάνατος» – που αποδείχθηκε τελικώς υπερχρέωση και θάνατος.

Παρ’ όσα επακολούθησαν δεν έχουμε πάψει να περιστρεφόμαστε γύρω από αυτό το σημείο. Η σημερινή λυσσαλέα επίθεση των καταφανώς τρομαγμένων κεφαλαιοκρατικών ελίτ στον κοινωνικό κόσμο από την εκμετάλλευση του οποίου εξασφαλίζουν την υπεροχή και τα προνόμιά τους, η αδυσώπητη καταλήστευση όσων απομένουν αιχμάλωτοι στη μισθωτή εργασία και η αδιαφορία ––ουσιαστικά μεθοδευμένη εξόντωση–– για τη αυξανόμενη μάζα που καταφανώς περισσεύει, δεν λύνουν το παραπάνω δομικό πρόβλημα, τουναντίον το επιτείνουν. Επικρατούσα στρατηγική σε αυτές τις συνθήκες είναι το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», και ο απεγνωσμένος αγώνας  των κατεχόντων για διασφάλιση των αθέμιτων κεκτημένων τους εξομοιώνει όλο και περισσότερο τον παγκόσμιο καπιταλισμό των ημερών μας με το οργανωμένο έγκλημα. Ο γενικευμένος κοινωνικός πόλεμος, χωρίς στρατηγική και κανόνες, χωρίς αναστολές και οίκτο από καμία πλευρά, μοιάζει να είναι η πραγματικότητα που μας περιμένει τις ημέρες που έρχονται.

 

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΛΟΙΠΟΝ να κάνουμε; Οι αναλύσεις περισσεύουν, εκείνο που όλοι ζητούν είναι προπαντός πρακτικές λύσεις. Το δυσκολότερο ίσως δεν είναι να πει κανείς τί πρέπει να γίνει, αλλά το πώς μπορεί να γίνει αυτό που θα έπρεπε. Πώς οι άνθρωποι δηλαδή μπορούν να κινητοποιηθούν ώστε να δράσουν με τον τρόπο που μια στοιχειωδώς ορθολογική ανάλυση της κατάστασης υποδεικνύει. Στο επίπεδο της κρατικής πολιτικής, αν ακόμα υπάρχει τέτοιο πράγμα, για παράδειγμα, υποστηρίζεται από ένα μεγάλο μέρος της ακροαριστερής διανόησης η μονομερής έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η κήρυξη στάσης πληρωμών για την Ελλάδα. Η θέση αυτή είναι οπωσδήποτε ορθή από θέση αρχής· αναρωτιέται κανείς ωστόσο πώς, υπό τον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων, θα ήταν δυνατή μια επιστροφή στο εθνικό νόμισμα χωρίς αυτό να σημάνει αυτομάτως πολλαπλασιασμό των οικονομικών αποκλεισμών της χώρας και τελεσίδικο στραγγαλισμό της. Η χάραξη μιας αυτόνομης οικονομικής/νομισματικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο υπό τις υπάρχουσες συνθήκες και με την παρούσα κατάσταση της παραγωγικής υποδομής, φοβάμαι, παρουσιάζεται τόσο εφικτή όσο και η υπόθεση του σοσιαλισμού «σε μία μόνη χώρα». Εκείνο που θα έπρεπε να τεθεί ως στρατηγικός στόχος είναι μάλλον η διάλυση της ευρωζώνης, και αυτό απαιτεί συντονισμένη δράση εκ μέρους πολλών χωρών, σε πρώτη φάση τουλάχιστον εκείνων που θίγονται αμεσότερα από τους σκληρούς καταναγκασμούς του ευρωπαϊκού νομίσματος. Μία πολιτική συμμαχιών σε μεσογειακό επίπεδο εναντίον του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου, η οποία θα σφυρηλατούσε ταυτόχρονα οικονομικούς και πολιτικούς δεσμούς με τον Αραβικό κόσμο, κι εν συνεχεία με ένα ευρύτερο τόξο χωρών από τη Λατινική Αμερική, την Μέση Ανατολή, την Ασία και την Αφρική, με τακτικό στόχο τη ρήξη τής αλυσίδας του χρέους και στρατηγικό τη δημιουργία ενός διεθνούς αντιολιγοπωλιακού μετώπου που θ’ αντιπαρατασσόταν δυναμικά στην ιμπεριαλιστική Δύση και θα βραχυκύκλωνε τα σχέδια της κεφαλαιοκρατικής παγκοσμιοποίησης, θα προσανατολιζόταν δυναμικά προς την τροφική αυτάρκεια, τη μεθοδευμένη απο-ανάπτυξη προς όφελος του κοινωνικού και περιβαλλοντικού πλούτου και, βεβαίως, τη χάραξη αυτόνομης πολιτικής των χωρών, ενώ θα ενίσχυε διεθνώς τη συνασπισμένη παρουσία τους μέσ’ από εντατικές οικονομικές, ενεργειακές, πολιτισμικές και κοινωνικές ανταλλαγές μεταξύ τους, φαίνεται ως η μόνη βιώσιμη πολιτική σε αυτό το επίπεδο. Θα θωράκιζε επίσης τις χώρες αυτές απέναντι στο ενδεχόμενο απροκάλυπτων στρατιωτικών επεμβάσεων εκ μέρους τού ολοκληρωτικού άξονα της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας (που αρθρώνεται ακόμα γύρω από τον ηγεμονικό συνασπισμό ΗΠΑ-Βρετανία-Ισραήλ-Αυστραλία): στο επίπεδο της πλανητικής πολιτικής, όπως και στο επίπεδο της μοριακής δράσης των κοινωνικών κινημάτων, συνιστά πάντα προτεραιότητα  ζωής και θανάτου να προσδιορίσουμε με ευκρίνεια ποιος είναι ο εχθρός.

Το ερώτημα είναι, ποιες χώρες θα ήταν υποψήφιες για μια τέτοια πολιτική όταν οι όροι του κοινοβουλευτικού παιχνιδιού διασφαλίζουν τη μονοπώληση της πολιτικής εξουσίας από μέλη μιας ορισμένης ελίτ τής οποίας τα συμφέροντα είναι εν τοις πράγμασιν διαπλεγμένα με την διεθνή κεφαλαιοκρατική ολιγαρχία, και ποια συντεταγμένη πολιτική δύναμη στην Ελλάδα θα είχε το σθένος και τη βούληση για μια τέτοια ιλιγγιώδη αλλαγή πλεύσης. Κανένα απολύτως σημάδι μιας τέτοιας δύναμης δεν υπάρχει στον ορίζοντα. Ούτε βεβαίως υπάρχει ένδειξη μιας χαλύβδινης συλλογικής βούλησης η οποία θα πίεζε ασφυκτικά, από τα κάτω, τις πολιτικές ηγεσίες οδηγώντας σε ρήξη το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα. Διότι οι αποφασιστικές αλλαγές κρίνονται όχι στο επίπεδο των ηγεσιών και της κρατικής πολιτικής αλλά στο επίπεδο της κοινωνικής βάσης, στο επίπεδο της ανθρώπινης συλλογικότητας που είναι σε θέση, όταν πράγματι θέλει, να μεταβάλει το πολιτισμικό παράδειγμα και να πυροδοτεί κοσμοϊστορικές αλλαγές περιεχομένων.

Αναμφίβολα οι μάζες αυτές, και τα κινήματα που προορίζονται να συστήσουν την εμπροσθοφυλακή τους, θα αναγκαστούν να ασκήσουν μορφές βίας ικανής ν’ απαντήσει στην πολλαπλάσια βία των εγκληματικών συμφερόντων που στέκουν απέναντί τους. Το έργο που έχουν να επιτελέσουν δεν είναι όμως στρατιωτικής τάξεως και τίποτα δεν πρόκειται να κριθεί στο επίπεδο των συγκρούσεων ως τέτοιων. Όλα θα εξαρτηθούν από την ανάδυση ενός νέου συλλογικού φαντασιακού, ικανού να υλοποιηθεί σε συγκεκριμένες μορφές ζωής, στον επίμονο πειραματισμό με καινοφανείς τρόπους συμβίωσης, παραγωγής και συλλογικής αυτοδιαχείρισης. Η πολιτική αυτονομία, η κατά τόπους αυτοοργάνωση και ο οριζόντιος τρόπος λήψης των αποφάσεων είναι μια επίπονη και μακρόχρονη μαθητεία για υποκείμενα ––όπως όλοι εμείς–– που έχουν ανατραφεί και διαπαιδαγωγηθεί στον μολυσμένο αέρα της θεσμικής εθελοδουλείας· είναι ωστόσο η μόνη ελπίδα των ανθρώπων να γίνουν αληθινοί ρυθμιστές της ζωής τους, μιας ζωής που για πρώτη φορά ίσως θ’ αξίζει να τη ζήσουν. Το επιτακτικότερο πράγμα που ακολουθεί είναι ο αναπροσδιορισμός των ίδιων τους των αναγκών. Όσο οξύμωρο κι αν ηχεί, οι άνθρωποι είναι οι τελευταίοι που γνωρίζουν τί οι ίδιοι χρειάζονται, όταν η συστηματική χάλκευση των αναγκών τους και των καταναλωτικών τους προτύπων από και για λογαριασμό του σιδερένιου μηχανισμού ανακύκλισης του εμπορεύματος έχει γίνει από καιρό γι’ αυτούς δεύτερη φύση. Θα πρέπει να στραφούν σε μη οικονομικώς ανταλλάξιμα αγαθά, σε ποιοτικές μορφές ηδονής και εκπλήρωσης, δημιουργώντας ζώνες συναλλαγής εκτός της εμπορευματικής αγοράς, αδιαμεσολάβητες από το μορφή χρήμα. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι υπο τίς παρούσες συνθήκες στις περισσότερες χώρες του κόσμου αυτό είναι κατ’ ουσίαν παράνομο, αν σκεφτούμε τον καταναγκασμό που ασκεί στις κοινωνικές ανταλλαγές το ασφυκτικό σύστημα φορολόγησης-ασφάλισης· και αυτό αναπόδραστα σημαίνει ότι, σε κάποιον βαθμό, θα πρέπει να μάθουμε να αφήνουμε τους νόμους του ολιγαρχικού κράτους ν’ απονομιμοποιηθούν απλώς εκλαμβάνοντάς τους ως μη ισχύοντες, ως μη δεσμευτικούς για τη δράση μας, στον βαθμό που δεν έχουν προκύψει από πραγματική διαβούλευση στην οποία έχουμε συμμετάσχει. Οπωσδήποτε όμως υπάρχουν αρκετά περιθώρια ενδιάμεσων τακτικών: παραδείγματος χάριν, η σύσταση τοπικών αγορών με χρήση εκτός από το εθνικό νόμισμα μη μετατρέψιμων τοπικών νομισμάτων, όπως έχουν κάποιοι προτείνει… Τέτοια τοπικά συστήματα ανταλλαγής υπηρεσιών και αγαθών μπορούν να συμπληρώνονται με τη δωρεάν παροχή ενός όλο και μεγαλύτερου μέρους αγαθών και με την αυτοπαραγωγή, ώστε ο μισθός να μην χρειάζεται να καλύπτει παρά ένα όλο και μικρότερο μέρος των πραγματικών αναγκών. Προπαντός, χρειάζεται να αναπροσανατολιστούμε σε μια λογική των ανταλλαγών υπό την αρχαϊκή ––δηλαδή, εξαιρετικά μοντέρνα–– λογική του δώρου, τη μόνη που μπορεί να πλήξει στην καρδιά του το πλέγμα τής ανταλλακτικής αξίας και να εγγυηθεί μια σταδιακή μετατόπιση του κέντρου βάρους προς τις αξίες χρήσης.

«Χρειάζεται», «πρέπει»: κανονιστικότητες, δηλαδή, τις οποίες μοιάζει να περιγελά σκληρά το de facto ισχύον, η πραγματική συνείδηση των μαζών και τα τρέχοντα κίνητρά τους. Διότι οι μάζες αυτές, ας μη γελιόμαστε, παρά την ανώφελη κολακεία τους από θεωρητικούς οι οποίοι στις ημέρες μας τις χρίζουν ––ακόμα–– «κυρίαρχο λαό» ή ––πλέον–– «δυνητικά επαναστατικό πλήθος», μοιάζουν να βρίσκονται σε βαθύτερα ληθαργική κατάσταση απ’ ό,τι ποτέ άλλοτε στο πρόσφατο παρελθόν, απορροφούν άπληστα τις μολυσμένες αξίες των δημίων τους, ακόμα και στο χείλος της κατακρήμνισης ονειρεύονται κάποιου είδους θαυματουργή «έξοδο» που θα τους επιτρέψει να επιστρέψουν στον προηγούμενο ––κλονισμένο–– τρόπο ζωής και στρέφουν με ευκολία τη δίκαιη κατ’ αρχάς οργή τους όχι στους ίδιους τούς δυνάστες τους αλλά σε άλλες ομάδες εξαθλιωμένων, τις οποίες αντιλαμβάνονται ως αντεκδικητές στον δηλητηριώδη παράδεισο που τους υποσχέθηκαν, και τον οποίον ποτέ δεν θα έχουν. Ιδού η αχίλλειος πτέρνα όλων των ουτοπιών, όλων των ριζικών προγραμμάτων αναμόρφωσης της κοινωνίας: δεν μπορείς να εξαναγκάσεις τις μάζες να δράσουν με τον τρόπο που ονειρεύεσαι γι’ αυτές – σωτηρία με το στανιό, όπως λέμε, δεν υπάρχει… Κι αν είσαι στην ίδια βάρκα μαζί τους, δύσκολα θ’ αποφύγεις τη μοίρα να τις ακολουθήσεις στον βυθό.

Αυτό είναι το ανυπέρβατο όριο της θεωρίας, της ανεξάρτητης σκέψης. Είναι η έσχατη τραγωδία της, αν προτιμάτε… Αν όμως τη δύσκολη στιγμή όλοι στρέφονται σ’ αυτήν ζητώντας πιεστικά ιδέες και απαντήσεις, ας μπουν στον κόσμο τουλάχιστον να τις ακούσουν. Όσοι ζητούν απαντήσεις τις οποίες ήδη γνωρίζουν, ας μη ρωτούν· όταν η αλήθεια και ο «ρεαλισμός» βρίσκονται σε πλήρη διάζευξη, ποιος μπορεί να υποχρεώσει, και στο όνομα ποιας αναγκαιότητας, τη θεωρία να γίνει νομιμοποιητής των κυρίαρχων ψευδαισθήσεων του καιρού της; Ασφαλώς και γνωρίζουμε τί πρέπει να γίνει· αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε σε θέση να υποδείξουμε πώς μπορεί να γίνει, διότι αυτό δεν μπορεί να το υποδείξει κανένας, ειμή μόνον εκείνος που βασίζεται στα μέσα εξαναγκασμού τα οποία ενδεχομένως διαθέτει για να επιβάλει επιλογές και συμπεριφορές στην ανθρώπινη συλλογικότητα. Ή, για το θέσω αλλιώς: σε στιγμές τόσο ασυνήθιστες όσο αυτή που διανύουμε, ο ύψιστος δυνατός ρεαλισμός έγκειται στο κατανοεί κάποιος, και να δείχνει καθαρά, το χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα σ’ εκείνο που πρέπει να γίνει και αυτό που κάθε φορά μπορεί, στην πραξη, να γίνει.


 Αναδημοσίευση από το site του Φώτη Τερζάκη.

[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Πανοπτικόν 14 (Οκτώβριος 2010)]


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-9oV

Επείγουσα επιστολή αγωνιστή από το Κάιρο

Είμαι εδώ και 4 ημέρες ανάμεσα σε πυροβολισμούς και νευροπαραλυτικά αέρια, εδώ, στην πλατεία Bab El Louq, 5 λεπτά πίσω απ’ την πλατεία Ταχρίρ, κοντά στο υπουργείο εσωτερικών. Ακριβώς έξω απ’ το παράθυρό μου, μπορώ να δώ τα πυρά των όπλων και τα κάνιστρα των αερίων και τις μοτοσυκλέτες που παίρνουν τους τραυματίες από την μάχη φέρνοντάς τους στα πρόχειρα νοσοκομεία τον έναν μετά τον άλλον… κάθε ώρα, μέρα και νύχτα…

Πέφτουν πυροβολισμοί, και αυτά τα παράξενα νευροπαραλυτικά αέρια όλην την ώρα και γύρω στις 10:30 χθες το βράδυ οι εξεγερμένοι χτυπήθηκαν για μια ώρα περίπου από περίπου 30 αγνώστους με μαύρες στολές των ειδικών δυνάμεων και διαφορετικά είδη πραγματικών πυρών και αερίων, με τα φώτα των δρόμων σβησμένα και μόνο οι πυροβολισμοί των όπλων, η χλωμή λάμψη της σελήνης και τα παράξενα φωσφορικά φώτα κοντά στο υπουργείο εσωτερικών να φωτίζουν στο σκοτάδι. Μετά από μία ώρα, η πλατεία Bab El Louq όπου κατοικώ επανακτήθηκε με τίποτα παραπάνω από πέτρες και ακατάβλητη αποφασιστικότητα και αλληλεγγύη. Απέναντι στους πυροβολισμούς και τις επιθέσεις στα γυμνά σώματά τους, οι εξεγερμένοι φώναζαν μέσα στην νύχτα μονάχα “hurriya” (ελευθερία) και “madaniya και όχι islamiya” (πολιτικό και όχι ισλαμικό καθεστώς)…

Την ίδια στιγμή, η πλατεία Ταχρίρ γεμάτη με μια millioniya (διαδήλωση ενός εκατομμυρίου διαδηλωτών) δέχθηκε τουλάχιστον δύο επιθέσεις την νύχτα με νευροπαραλυτικά αέρια τα οποία δεν μπορείς να δεις ή να μυρίσεις. Είδα με τα ίδια μου τα μάτια τους ανθρώπους γύρω μου να σωριάζονται ξαφνικά κάτω. Απ’ ότι γνωρίζω δεν έχει γίνει ακόμα σαφές από πού ερχόταν το αέριο – από κάποιο αεροπλάνο; από τον εξαερισμό του μετρό κάτω απ’ την πλατεία ή από ρίψεις από διπλανές ταράτσες; Είναι ανοιχτός πόλεμος ενάντια στον πληθυσμό, είναι απίστευτο, εγκληματικό.

Ο ίδιος εισέπνευσα αρκετό αέριο και είμαι διανοητικά και σωματικά ελαφρώς αλλά συνεχώς αποπροσανατολισμένος, ενώ η αναπνευστική οδός μου καίει. Είμαι συγκλονισμένος βαθύτατα. Προς όποιον θέλει να καταλάβει: οι αιγύπτιοι εξεγερμένοι δε θα τα παρατήσουν, κανείς μας δε θα τα παρατήσει ποτέ πια. Πρόκειται για το να παραμείνει η μάλλον να γίνει κανείς για πρώτη φορά ξανά άνθρωπος.

Ακολουθεί ένα βίντεο του αιγυπτιακού κινήματος “Occupy”, μια πρόσκληση σ’ όλους τους Αιγύπτιους και στον καθένα που καταλαβαίνει ότι δεν πρόκειται μόνο για την Αίγυπτο, ότι είναι η μάχη όλων μας για την ελευθερία και για ένα μέλλον για τον καθέναν σ’ αυτόν τον κόσμο που θα αντικαταστήσει τη λογική της συσσώρευσης και της λεηλασίας και της καταπίεσης που απαιτείται για να τις διασφαλίσει, ένα κάλεσμα συμμετοχής σε ανοιχτές διαδηλώσεις και καθηστικές διαμαρτυρίες μπροστά απ’ τις αιγυπτιακές πρεσβείες σ’ ολόκληρο τον κόσμο, απ’ τις 3μμ την ερχόμενη Παρασκευή στις χώρες σας. Το βίντεο είναι στα αραβικά και στα αγγλικά, το μεσαίο κομμάτι είναι στα αγγλικά:

Προσπαθήστε να παρακολουθήσετε τις ειδήσεις στα μη-καθεστωτικά ΜΜΕ (facebook και blogs) και στα νέα του Al Jazeera, για όσους μιλούν αραβικά, προτιμήστε την αραβική έκδοση.

Επίσης, για όσους μιλούν αραβικά παρακάτω βρίσκεται ένας σύνδεσμος για ένα απ’ τα πιο σημαντικά τηλεοπτικά προγράμματα στην Αίγυπτο μετά την επανάσταση, μια εκπομπή που μεταδόθηκε προχθές. Σ’ αυτήν, ο δημοσιογράφος Youssri Foda φιλοξενεί τρεις απ’ τους τραυματισμένους συντρόφους μας να μιλήσουν καθώς και τον εξίσου γνωστό δημοσιογράφο Bilal Fadl.

Ο οδοντίατρος Ahmed Harara, o blogger και ακτιβιστής Malek Mustapha και ο φωτογράφος Ahmed Abdel Fattah της αιγυπτιακής καθημερινής Al-masry-al-youm, όλοι τους έχουν χάσει την όρασή τους εξαιτίας στοχευμένων πυρών από μικρή απόσταση με αυτά που λέμε khartouche, βλήματα που περιέχουν μεταξύ 13 και 16 σφαιριδίων διαφορετικών μεγεθών, από σκληρό πλαστικό ή μέταλλο. Χρησιμοποιούμενα σε μικρές αποστάσεις μπορούν να γίνουν θανάσιμα, καθώς και -εάν στοχεύουν τα μάτια- να τα καταστρέψουν. Ο Ahmed Harara είναι στενός μου φίλος.

Έχασε το δεξί του μάτι στην πρώτη επανάσταση στις 28 Γενάρη 2011 και πριν από 4 μέρες έχασε και το αριστερό του μάτι. Θα μείνει για πάντα τυφλός αλλά γύρισε πίσω στην πλατεία Ταχρίρ, αμέσως μετά την επέμβαση στο νοσοκομείο. Στην εκπομπή αυτή θα δείτε τους νεαρούς αξιωματικούς που έριξαν τη σφαίρα και θα ακούσετε τη φωνή ενός απ’ τους αξιωματικούς αυτούς να δηλώνει περήφανα στον ανώτερό του ότι κατάφερε να πετύχει ξανά μάτι…

Υπήρχε προμελετημένος σχεδιασμός. Στοχεύουν τους ακτιβιστές στα μάτια. Αλλά η απάντηση είναι να ξαναγυρίζουμε στην πλατεία Ταχρίρ, την πλατεία της απελευθέρωσης, καθώς όπως λέει κι ο Ahmed στην εκπομπή ένα πυροβολημένο μάτι είναι προτιμώτερο από ένα κλειστό μάτι. Δεν είναι τυφλοί και θέτουν τον καθένα ενώπιον της αναγκαιότητας να πάρει θέση, όχι άλλα ψέμματα, όχι άλλες υπεκφυγές.

Αυτό εκφράζεται ρητά απ’ τον δημοσιογράφο Bilal Fadl στην εκπομπή. Το πρόγραμμα δίνει επίσης μια καλή σύνοψη των γεγονότων των περασμένων μηνών που οδήγησαν σ’ αυτήν τη δεύτερη αιγυπτιακή επανάσταση.

μέρος Ι με τον Ahmed Harrara και τον Bilal Φαντλ

Μέρος ΙΙ με τον Malek Mustafa και Ahmed Abdel Fattah

Θερμούς χαιρετισμούς σε όλους σας
Ανών.

Αναδημοσίευση από Βαβυλωνία 

Δημοσιεύτηκε αρχικά στο Rioter

Η αυταρχική φάρσα

        Ο Χέγκελ κάνει κάπου την παρατήρηση ότι όλα τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα και πρόσωπα παρουσιάζονται σα να λέμε, δύο φορές. Ξέχασε όμως να προσθέσει: τη μια φορά σαν τραγωδία, την άλλη σαν φάρσα. (Κάρλ Μαρξ)

Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών έρχονται να βάλουν στη θέση του τον ίδιο τον νεοφιλελευθερισμό. Η προσδοκία του τελευταίου για μια κατάσταση της αγοράς όπου το Κράτος δεν θα υπάρχει, και όλα θα ρυθμίζονται από αυτή την δήθεν αυτορυθμιζόμενη αγορά αποδείχτηκε αυταπάτη. Η ανοχή του λαού της Ελλάδας προς ένα διεφθαρμένο και επικίνδυνο πολιτικό κατεστημένο και των αντιδραστικών λαϊκών στοιχείων που το υποστηρίζουν, συνεχίζεται. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι τώρα δεν δόθηκε ο λόγος στο συμβολικό υποκατάστατο αυτού που έλλειπε, και χάριν του οποίου κάθε γραφειοκρατικό κόμμα μπορούσε να επιπλεύσει στην επιφάνεια μιας ήδη χρεοκοπημένης κοινωνίας: στις εκλογές. Σχεδόν 45 χρόνια μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, η νέα εκτροπή έχει για πρωταγωνιστές όχι κάποιους σκληροτράχηλους στρατιωτικούς εθνικιστές, αλλά τα χαϊδεμένα παιδιά του παγκόσμιου καζίνο. Η επανάληψη αυτής της ιστορίας, αν και τα γεγονότα έχουν αντικαταστήσει την ωμότητα των στρατιωτικών αρμάτων μάχης με τα άθλια χαμόγελα πίσω από καλά περιφρουρημένα κτίρια και συνειδήσεις, έρχεται να επικυρώσει την ιδεαλιστική θέση του Χέγκελ υπό το πρίσμα της κωμικής της θέασης από τον Μαρξ. Ο νεοφιλελευθερισμός και η ελεγχόμενη από τα τράστ ανελεύθερη αγορά έχει ανάγκη το Κράτος. Σε περιόδους σαν και την δικιά μας, όπου η βαρβαρότητα είναι ταυτόσημη με την κοινωνική πραγματικότητα, το δίκαιο που η τελευταία πασχίζει να επιβάλλει μπορεί να αποφευχθεί μόνο με μια εκτροπή σε ένα αυταρχικό Κράτος.

Αυτό το Κράτος είναι το όργανο επιβολής της παγκόσμιας βιομηχανίας και των συμφερόντων της στην εκάστοτε χώρα, χωρίς το οποίο δεν μπορεί η ίδια να ζήσει. Την θέση των συνταγματαρχών έχουν πάρει οι τεχνοκράτες και οι ειδικοί που θα αναλάβουν να φέρουν εις πέρας το δύσκολο έργο «εξυγίανσης» της χώρας. Αν οι πρώτοι είχαν επιβληθεί στο όνομα του έθνους, κάνοντας υποτραπέζιες συμφωνίες με την διεθνή οικονομική εξουσία, τα σημερινά αμερικανοθρεμμένα επιβάλλονται χωρίς ίχνος ντροπής και στο όνομα του έθνους, και στο όνομα της διεθνούς εξουσίας. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο τσαλαπατημένος λαός δεν μπορεί να αντιληφθεί το μέγεθος του θράσους αυτών που τόσα χρόνια με πάθος στήριζε. Ο ανασταλτικός όρος που παίζει εδώ τον καίριο ρόλο δεν είναι τόσο η σημασία του έθνους, αλλά η υποχώρηση των ίδιων των μαζών μπροστά σε μια πολύπλοκη πραγματικότητα που τους είπαν πως μόνο οι ειδικοί μπορούν να διαχειριστούν. Η δράση της πουλημένης δημοσιογραφίας, της άθλιας και αθλίως φιλόδοξης οικογένειας και των ιδεολογικών γραφειοκρατικών κομμάτων φανερώνεται σήμερα σε όλο της το μεγαλείο. Οι πλήρως εκπαιδευμένοι στην ημιμάθεια – δηλαδή την απέχθεια της γνώσης καθεαυτής – άνθρωποι έχουν μάθει να ακούνε «απ΄τον Φύρερ μέχρι το ντόπιο αφεντικό, αλλά ποτέ ο ένας τον άλλο […] Πρέπει να ανακατεύονται σε όλα, αλλά όχι στην ηγεσία». Κάθε υποχώρηση από την κυριαρχία πάνω στην κοινωνική πραγματικότητα, όμως, είναι και ένα βήμα πίσω στον αρχαϊσμό.

Τα μόνα κόμματα που έμειναν εκτός του συνασπισμού εξουσίας είναι αυτά της αριστεράς και είναι καταδικασμένα πλέον ή να έρθουν αντιμέτωπα με την ίδια τους την αθλιότητα ή να βοηθήσουν πραγματικά και ουσιαστικά τον κόσμο που τους έχει ανάγκη. Η επιμονή του μεγαλύτερου μέρους της αριστεράς στον κυνοβουλευτισμό είναι, αν μη τι άλλο, τραγική και επικίνδυνη σε μια περίοδο που το διεθνές κεφάλαιο και τα τσιράκια του «έχουν αηδιάσει με τον κυνοβουλευτισμό και δεν μπορούν πια να ζήσουν χωρίς φασισμό». Η πολυδιάσπασή της οφείλει να συνεχιστεί έως ότου απομείνουν τα άτομα μόνα τους. Η όξυνση των αντιφάσεων και των ιδεολογιών θα συνεχιστεί όσο τα πράγματα θα γίνονται δυσκολότερα. Η αντίσταση του λαού «αντανακλά αρνητικά την κατάσταση στην οποία επιτίθεται» έτσι και αλλιώς. Ο αριστερός θα εμμένει όλο και περισσότερο στην γραμμή του. Το ίδιο και οι αντιεξουσιαστικές συλλογικότητες, οι περισσότερες εκ των οποίων μένουν πιστές σε αυτό που ο λαός θα ήθελε από κάθε έννοια να πραγματώσει- άσχετα αν δεν το γνωρίζει. Σε αυτήν την αντίσταση η αριστερά ή θα αποφασίσει να διαλυθεί και με τις δύο έννοιες, δίνοντας περιεχόμενο και πείρα στον αγώνα ή δεν θα κάνει τίποτα.

Όποιος είναι με τους δρόμους είναι και με τον λαό και αντίστροφα.

Οι φράσεις στα εισαγωγικά είναι κλεμμένες από τον Μαξ Χορκχάιμερ.


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-9b5

Το αγελαίο, άβουλο ζώο , του Κώστα Δεσποινιάδη

         Ο ανθρωπολόγος Πιέρ Κλαστρ στο εξαιρετικό του δοκίμιο Η αρχαιολογία της Βίας (ελλ.εκδ Έρασμος) καταρρίπτει την επικρατούσα ανθρωπολογική άποψη ότι ο πόλεμος στις πρωτόγονες κοινωνίες είναι ένα μέσο απόκτησης και εξασφάλισης της απαραίτητης για την ομάδα- κοινότητα τροφής και υποστηρίζει ότι ο πόλεμος σ΄αυτές είναι πρωτίστως μια προσπάθεια ορισμού της ταυτότητας της ομάδας έναντι των άλλων ομάδων. Το κύριο αίτιο του πολέμου στις πρωτόγονες κοινωνίες, κατά τον Κλαστρ, είναι ότι τα μέλη τους θέλουν με κάθε τρόπο να καθορίσουν την ταυτότητά τους, να επισημάνουν την «ιδιαιτερότητά» τους, να τονίσουν την «διαφορετικότητά» τους, να αποκτήσουν ένα «Εμείς,» που να είναι απολύτως και σαφώς διαχωρισμένο από το «Εμείς» των «Άλλων,» οι οποίοι ακριβώς επειδή είναι οι «Άλλοι» καθίστανται θανάσιμοι εχθροί. Για την πρωτόγονη κοινωνία μια γενικευμένη φιλία, μια καθολική ειρήνη θα σήμαινε το τέλος της ταυτότητάς της, θα ακύρωνε αυτό το διακριτό «Εμείς» και θα σηματοδοτούσε το τέλος της.

Ρίχνοντας μια ματιά στις σημερινές κοινωνίες, που ασφαλώς διαφέρουν σε πάρα πολλά απ΄τις αποκαλούμενες πρωτόγονες, νομίζω πως μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι αυτή η παμπάλαια ανάγκη του ανθρώπου να εντάσσεται σε ομάδες-αγέλες, με σαφέστατα διακριτικά σημάδια απ΄τις υπόλοιπες ομάδες-αγέλες, και ταυτόχρονα να αποδίδει στις «αντίπαλες» ομάδες την ιδιότητα του Εχθρού, παραμένει σε ισχύ.

Οι άνθρωποι, καθ΄όλη τη διάρκεια της νεότερης ιστορίας τους εντάσσονται σε αγέλες που τις νοηματοδοτούν θετικά (φυλές, έθνη, κράτη, θρησκείες, ιδεολογίες) και επιτίθενται στις αντίστοιχες αγέλες των «Άλλων,» τις οποίες νοηματοδοτούν αρνητικά. Μέσω αυτής της επίθεσης στους «Άλλους,» επιτυγχάνεται η σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των μελών της ομάδας και ενδυναμώνεται το αίσθημα ότι σε έναν εχθρικό και απειλητικό κόσμο η μονάδα έχει κάποιους δίπλα της για να στηριχτεί.

Ο Κλαστρ όμως, στο κείμενό του, τονίζει και κάτι ακόμα. Οι πρωτόγονες κοινωνίες χαρακτηρίζονται στο εσωτερικό τους από μια ασύλληπτη για εμάς ομοιογένεια. Δεν υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι όχι μόνο γιατί ήταν ηθικά επιλήψιμο και απορριπτέο απ΄την κοινότητα, αλλά και γιατί δεν υπάρχουν οι κατάλληλες οικονομικοκοινωνικές δομές (που σημαίνει, βεβαίως, ότι οι «άγριοι» δεν επέτρεψαν σε αυτές τις δομές να αναπτυχθούν στο εσωτερικό των κοινοτήτων τους). Το δικό τους «Εμείς» ταυτόχρονα είναι και ένα ατόφιο «Εγώ» για το κάθε μέλος τους.

Στις δικές μας κοινωνίες συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η αντιπαλότητα απέναντι στους «Άλλους» συνοδεύεται από έναν απάνθρωπο διαχωρισμό στο εσωτερικό της κοινότητας, στο «Εμείς». Πλούσιοι και φτωχοί, πρωτοκοσμικοί και τριτοκοσμικοί, καταπιεστές και καταπιεζόμενοι, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι όχι μόνο υπάρχουν εντός των ίδιων κοινωνιών αλλά και η ψαλίδα που τους χωρίζει συνεχώς ανοίγει, για το δε «Εγώ,» ούτε λόγος να γίνεται. Μια μειοψηφία απολαμβάνει τα «οφέλη» του πολιτισμού, ενώ οι υπόλοιποι απειλούνται καθημερινά με εκμηδένιση (με την κυριολεκτική έννοια του όρου). Ή για να ακριβολογούμε, ακριβώς για να απολαύσουν κάποιοι αυτά που θεωρούνται αγαθά του πολιτισμού καταδικάζουν καθημερινά τους υπόλοιπους σε μια μίζερη επιβίωση που με τη μεγαλύτερη επιείκεια αποκαλούμε ζωή. Οι ανάλγητοι δείκτες των νεοφιλελεύθερων τεχνοκρατών μάς λένε ψυχρά πως κάποιοι είναι υπεράριθμοι και δεν χωράνε στο τρένο της καπιταλιστικής «προόδου.» Πρέπει να κατέβουν, και αν δεν το πράξουν οικειοθελώς θα τους αναγκάσουν οι παγκόσμιοι χωροφύλακες.

Και όσο περισσότερο διευρύνεται αυτή η εσωτερική διαφορά ανάμεσα στους «πάνω» και τους «κάτω» τόσο περισσότερο οι «από πάνω» ενισχύουν τα προπετάσματα καπνού, όλα τα επίπλαστα «Εμείς» (φυλές, έθνη, κράτη, θρησκείες, ιδεολογίες), και στέλνουν τους «από κάτω» να σκοτώσουν και να σκοτωθούν υποτίθεται γι΄αυτά, στην ουσία όμως για να συσκοτίσουν ποιο είναι το μοναδικό «Εμείς και οι Άλλοι» απ΄το οποίο θα έπρεπε να ξεκινά η συζήτηση.

Από το «Πόλεμος και Ασφάλεια», εκδόσεις Πανόπτικον , Δεκέμβρης 2008

Αφιερωμένο σε όλες και όλους όσους συμμετείχαμε στην απεργιακή διαδήλωση της 20/10/2011 σε κάθε πόλη της Ελλάδας.

«Μπρος στα ελαττώματα της συζύγου τους δείχνονται όλο κατανόηση – η ανθρωπότητα όμως οφείλει να κάνει αύριο το θαύμα. Φέρονται τάχα έτσι επειδή αγαπούν λίγο ή επειδή αγαπούν πολύ την ανθρωπότητα;» Μαξ Χορκχάιμερ, σημείωση για τους Ριζοσπάστες από το πρώτο μέρος των Notizen (φιλοσοφικό σημειωματάριο).


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-91h

Οργάνωση, αυθορμητισμός και η Ουγγρική Επανάσταση

«Στα χρόνια που θα ‘ρθουν, όλα τα προβλήματα
που έχουν βαρύνουσα σημασία συνοψίζονται σε
τούτο: Είστε υπέρ η κατά της δράσης και του
προγράμματος των Ούγγρων εργατών;»
Κορνήλιος Καστοριάδης

Παρά τη μικρή της ζωή, η ουγγρική Επανάσταση έθεσε κατ’ αρχήν τις οργανωτικές μορφές και τα κοινωνικά νοήματα που δηλώνουν μια κοινωνικοϊστορική θεσμική δημιουργία. Η πηγή αυτής της δημιουργίας ήταν η δραστηριότητα του ουγγρικού λαού: διανοουμένων, φοιτητών, εργατών. «Θεωρητικοί» και «πολιτικοί» ως τέτοιοι, αντί να συμβάλουν έστω και στο ελάχιστο, συνέχισαν να προσφέρουν στο λαό απάτη και φενακισμό. Βέβαια, οι διανοούμενοι έπαιξαν σημαντικό θετικό ρόλο, γιατί, πολλούς μήνες πριν από την τελική έκρηξη, καταπιάστηκαν (στον Κυκλο Petofi και αλλού) να καταρρίψουν τούς «πολιτικούς», «ιδεολογικούς» και «θεωρητικούς» παραλογισμούς που επέτρεπαν στη σταλινική γραφειοκρατία να παρουσιάζει την ολοκληρωτική δικτατορία της σαν «λαϊκή δημοκρατία», σαν «σοσιαλισμό». Αν έπαιξαν αυτό το ρόλο, αυτό το πέτυχαν όχι «κομίζοντας στο λαό» μια καινούργια, ετοιματζίδικη «αλήθεια», αλλά καταγγέλλοντας θαρραλέα τις παλιές ψευτιές γι’ αυτό που ήταν. Κατά την αυτόνομη δραστηριότητά του, και με τη βοήθειά της, ο λαός δημιούργησε νέες θετικές αλήθειες. Τις ονομάζω θετικές, γιατί ενσαρκώνονται σε πράξεις και σε οργανωτικές μορφές με προορισμό όχι μόνο ν’ αγωνιστούν εναντίον της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης της γραφειοκρατίας, αλλά επίσης και προπαντός να υπηρετήσουν νέες μορφές οργάνωσης της κοινωνικής ζωής, στη βάση νέων αρχών. Αυτές οι αρχές συνεπάγονται ριζική ρήξη με τις κατεστημένες κοινωνικές δομές (στην Ανατολή όσο και στη Δύση), και απ’ τη στιγμή που διατυπώνεται ρητά, κάνουν χωρίς νόημα τη «θεωρία» και την κληρονομημένη πολιτική «φιλοσοφία». Αυτό, με τη σειρά του, ανατρέπει την πατροπαράδοτη σχέση μεταξύ «θεωρίας» και «πράξης» καθώς και μεταξύ «θεωρητικών» και απλών ανθρώπων. Στην ουγγρική Επανάσταση – όπως και στα άλλα προηγούμενα ιστορικά παραδείγματα – βρίσκουμε μια καινούργια αφετηρία, μια καινούργια πηγή, που μας αναγκάζει να στοχαστούμε εκ νέου πάνω στο πρόβλημα της πολιτικής – δηλαδή της συνολικής θέσμισης της κοινωνίας – στο σύγχρονο κόσμο, και μας δίνει ταυτόχρονα μερικά από τα όργανα αυτού του στοχασμού.

Εδώ, θ’ ακούσουμε ίσως διάφορους θορύβους και διαμαρτυρίες, εναντίον του «αυθορμητισμού» ως και της «σκοταδιστικής δημαγωγίας». Ας ρίξουμε μια ματιά, πριν απαντήσομε σ’ αυτά, στη συμβολή ορισμένων διάσημων πολιτικών και θεωρητικών πριν από τα γεγονότα του 1956 η κατά τη διάρκειά τους. Ας πάρουμε π.χ. τον Gyorgi Lukàcs. Ιδού ασφαλώς, ένας από τούς σπάνιους αληθινά δημιουργικούς μαρξιστές θεωρητικούς που έχουν φανεί από τον καιρό του Μαρξ. Ε λοιπόν, αυτός τι έκαμε; Από το 1924 (περίπου) ως το 1956, εκάλυψε στον ιδεολογικό τομέα, τον Στάλιν και τον σταλινισμό, τις δίκες της Μόσχας, το Γκούλαγκ, το «σοσιαλιστικό ρεαλισμό» και ο,τι έγινε στην Ουγγαρία από το 1945· εφάρμοσε διαδοχικά τις εντολές του Ζηνόβιεφ, του Μπουχάριν, του Ζντάντοφ, του Ρεβαί κλπ. Και το έκανε εν πλήρει επιγνώσει γιατί ήξερε τόσο τα γεγονότα όσο και το μαρξισμό «την επαναστατικότερη αντίληψη που παρήγαγε ποτέ η ιστορία»5. Πότε τόλμησε να μισοϊδεί το φως; Όταν οι μάζες αυθόρμητα ξεσπάσανε εναντίον των συνεπειών της θεωρητικής του διδασκαλίας. Ενώ πέρασε τη ζωή του, να επικαλείται τη List der Vernuft – το πολυμήχανο του νου – έγινε η άκρα προσωποποίηση της Unlist der brossen Vernuft – η τύφλωση του κοινού «νου».

Ας πάρουμε τώρα την περίπτωση του Ίμρε Ναγκυ, του «πολιτικού». Ποια ήταν η βοήθειά του, τι έκανε με την «πολιτική» του ικανότητα ενάντια στις ύπουλες ψευτιές της ρωσικής γραφειοκρατίας; Βρήκε έστω και για μια στιγμή μέσα του τη διαύγεια να κατανοήσει, και το θάρρος να διακηρύξει: «Ότι κι αν συμβεί, μην πιστεύετε ποτέ τούς Ρωσους – κάτι ξέρω που το λέω»;

Όχι. Πελάγωσε· και δοκίμασε να ζητήσει τη βοήθεια… των Ηνωμένων Εθνών! Η ιστορία δημιουργούσε τον εαυτό της, το αιματηρό δράμα της εξουσίας ήταν παρόν, αυτούσιο: άρματα και κανόνια αντιμετώπιζαν τα χέρια και τα γυμνά στήθια εκατομμυρίων ανθρώπων. Και ο Ναγκυ, ο «πολιτικός», ο Realpolitiker, δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλο παρά μόνο τα Ηνωμένα Έθνη, αυτό το απαίσιο γκινιόλ, όπου οι κακούργοι της Μόσχας και της Ουάσιγκτον, επιτίθενται ο ένας εναντίον του άλλου στους δημόσιους λόγους τους, και συμφωνούν για τις βρώμικες κομπίνες τους στους διαδρόμους.

Αυτή ήταν η παραγωγή των επαγγελματιών της θεωρίας και της πολιτικής, μη αυθόρμητο είδος, συνειδητό, σοφό και υψηλής ειδίκευσης. Οι μη-επαγγελματίες, αυτοί, παρήγαγαν μια ριζική επανάσταση – που δεν την πρόβλεψε, που δεν την προετοίμασε που δεν την οργάνωσε οποιοσδήποτε, άρα «αυθόρμητη» όπως όλες οι επαναστάσεις της ιστορίας.

Ο ουγγρικός λαός δεν ενήργησε «αυθόρμητα» με την έννοια που ένα μωρό κλαίει «αυθόρμητα» όταν πονάει. Ενήργησε από την κοινωνική και ιστορική πείρα του, και έτσι, έκαμε κάτι. Όταν αυτός που περιβάλλεται το γελοίο τίτλο του «θεωρητικού» η του «επαναστάτη» παρατηρεί αφ’ υψηλού αυτό που ονομάζει «αυθορμητισμό», να πιο αξίωμα κρύβει μέσα στο κεφάλι του: αδύνατον αυτός ο όχλος να μπορεί ποτέ να μάθει το παραμικρό για τη ζωή του, να βγάλει απ’ αυτήν κάποιο συμπέρασμα κάπως σοβαρό, να περάσει από το «δύο και δύο» στο «τέσσερα» – αδύνατον, προπαντός, να βάλει μπρος νέες ιδέες και ν’ αναζητήσει τις δικές του λύσεις στα δικά του προβλήματα. Δεν χρειάζεται να υπογραμμίσουμε την ουσιαστική ταυτότητα αυτού του αξιώματος με τα θεμελιώδη δόγματα σχετικά με τον άνθρωπο και την κοινωνία που ήταν τα δόγματα των διευθυντικών τάξεων εδώ και χιλιά δες χρόνια. Εδώ κρίνω αναγκαία μια μεγάλη παρένθεση. Δεν είναι δυνατόν παρά να κάνει εντύπωση το ότι οι «μαρξιστές» και οι «αριστεριστές» επιμένουν να σπαταλούν τον καιρό και την ενεργητικότητά τους [στο] να γράφουν χωρίς τελειωμό για τη σχέση μεταξύ του «Πρώτου Βιβλίου» και του «Τρίτου Βιβλίου» του Κεφαλαίου, να σχολιάζουν και να δίνουν νέες ερμηνείες στο τάδε η στο δείνα σχόλιο για τον Μαρξ, που έκανε ο τάδε η ο δείνα ερμηνευτής του, να υπομνηματίζουν χωρίς να κουράζονται βιβλία, χωρίς σχεδόν ποτέ να λογαριάζουν την αληθινή ιστορία, την πραγματική δημιουργία μορφών και νοημάτων στη δραστηριότητα και με τη δραστηριότητα των ανθρώπων. Ακόμα μια φορά, η ιστορία ανάγεται γι’ αυτούς στην ιστορία των ιδεών – ειδικότερα στην ιστορία ενός πολύ μικρού αριθμού ιδεών. Μια από τις συνέπειες αυτού είναι ότι η ιστορία τείνει να είναι όλο και λιγότερο κατανοητή. Γιατί η ιστορία δεν είναι απλώς ο κατάλογος των ιστορικών «γεγονότων». Αυτό που λογαριάζεται, από επαναστατική άποψη, είναι η ερμηνεία αυτών των γεγονότων, που δεν μπορούμε να την αφήσουμε στους ιστορικούς του πανεπιστημιακού establishment. Αυτή η ερμηνεία είναι βέβαια λειτουργία των «θεωρητικών ιδεών» και του πολιτικού προτάγματος του ερμηνευτή. Αλλά είναι ο οργανικός δεσμός ανάμεσα στα εξής τρία στοιχεία: το πρόταγμα, τις ιδέες και την αναγνώριση της πραγματικής ιστορίας ως πηγής, (και όχι ως υλικού νεκρού), κι αυτό είναι που αποτελεί την ειδοποιό διαφορά της εργασίας ενός επαναστάτη διανοούμενου και το μόνο που χαρακτηρίζει τη ριζική ρήξη της με την πατροπαράδοτη και επικρατούσα αντίληψη της «θεωρητικής εργασίας». Λοιπόν σήμερα, αυτός ο δεσμός βρίσκεται πράγματι κομμένος, στο 99% της φιλολογίας της «αριστεράς».

Μα αυτό που συζητούμε εδώ, πάει, πράγματι πολύ πιο μακριά. Γιατί πρόταγμα και ιδέες έχουν τη ρίζα τους στην πραγματική ιστορία, στη δημιουργική δραστηριότητα των ανθρώπων στη σύγχρονη κοινωνία. Το επαναστατικό πρόταγμα δεν είναι η λογική συνέπεια μιας σωστής θεωρίας. Σ’ αυτόν τον τομέα, οι διαδοχικές θεωρίες είναι μάλλον δοκιμές γενικής διατύπωσης αυτού που είναι η μάζα των ανθρώπων – των εργατών, πρώτα πρώτα, έπειτα των γυναικών, των σπουδαστών, των εθνικών μειονοτήτων κλπ.- εκφράζουν εδώ και δυο αιώνες στην πάλη τους εναντίον των κατεστημένων θεσμών της κοινωνίας – είτε κατά τις επαναστάσεις, στο εργοστάσιο, η στην καθημερινή ζωή τους. «Ξεχνώντας» το αυτό, ο «επαναστάτης» διανοούμενος μπαίνει σε μια γελοία αντίφαση. διακηρύσσει ότι η θεωρία του του επιτρέπει να καταλαβαίνει, και μάλιστα να κρίνει, την ιστορία – και φαίνεται ν’ αγνοεί ότι η ουσιαστική πηγή αυτής της θεωρίας είναι η ιστορική δραστηριότητα του λαού στο παρελθόν. Έστι καταντάει τυφλός μπροστά σ’ αυτή τη δραστηριότητα έτσι όπως εκδηλώνεται στο παρόν -τυφλός π.χ. μπροστά στην ουγγρική Επανάσταση.

Ας πάμε ως την άκρη της παρατήρησής μας: ας πάρουμε το έργο του Μαρξ. Αν ήταν απλώς και μόνο μια «σύνθεση» της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, της αγγλικής πολιτικής οικονομίας, και του γαλλικού ουτοπικού σοσιαλισμού, δεν θα ήταν παρά μια θεωρία μεταξύ πολλών άλλων. Αυτό που αποτελεί τη διαφορά είναι οι πολιτικές ιδέες που ενέπνεαν τον Μαρξ. Αλλά ποια είναι η πηγή αυτών των ιδεών; Δεν υπάρχει, πράγματι, τίποτα εκεί μέσα – τίποτα, εν πάση περιπτώσει, που να έχει ακόμα κάποιαν ανταπόκριση και κάποιαν αξία σήμερα – που να μπορούμε να το αποδώσουμε στον ίδιο τον Μαρξ. Στις ιδέες του, όλα η σχεδόν όλα, έχουν την πηγή τους στο εργατικό κίνημα όπως ήταν μεταξύ 1800 και 1840. Όλα η σχεδόν όλα φαντάζουν ήδη άσπρα πάνω σε μαύρο στην εργατική φιλολογία αυτής της εποχής. Και ποια είναι η μοναδική καινούργια πολιτική ιδέα που στάθηκε ικανός να συλλάβει ο Μαρξ μετά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο; Είναι η ιδέα της καταστροφής του μηχανισμού του Κράτους και της «δικτατορίας του προλεταριάτου» – «δίδαγμα» όπως υπογραμμίζει ο ίδιος, της Κομμούνας του Παρισιού· δίδαγμα που ενσαρκώνεται στη δραστηριότητα των παρισινών εργατών και, κατά πρώτο λόγο, στην νέα μορφή θεσμού που δημιούργησαν: στην ίδια την Κομμούνα. Αυτή τη δημιουργία, ο Μαρξ, παρά τη θεωρία του και τη μεγαλοφυΐα του, δε στάθηκε ικανός να την προβλέψει. Αλλά, όντας Μαρξ, και όχι μαρξιστής, μπόρεσε να την αναγνωρίσει – εκ των υστέρων.

Ας γυρίσουμε στην κυρίως συζήτησή μας. Τι θα μπορούσε να είναι το «μη-αυθόρμητο» στο οποίο αντιτάσσουμε το αυθόρμητο; Θα ήταν η «συνείδηση»; Αλλά ποιός τολμάει να πει οτι οι ούγγροι εργάτες, π.χ. ήταν μησυνειδητοί; Με ποια έννοια; Ήταν υπνοβάτες, βρίσκονταν κάτω από την επίδραση του L.S.D. ; Η μήπως θα ήθελε να πει κανείς ότι δεν ήταν «αρκετά» σύνειδητοί η όχι συνειδητοί «με το σωστό τρόπο»; Αλλά τι είναι «αρκετή» συνείδηση, ποιός είναι ο «σωστός τρόπος» να είναι κανείς συνειδητός; Ο τρόπος του κ. Mandel, μήπως; Η του κ.Sartre; Η μήπως πρόκειται για την απόλυτη Γνώση; Γνώση τίνος; Είναι κανείς εδώ γύρω που να ισχυρίζεται ότι την αντιπροσωπεύει; Και τι την κάνει; Ξερουμε, πάντως, τι την κάνανε ο Kautsky και ο Λενιν την δική τους τη γνώση.

Ή το αντίθετο του «αυθόρμητου» βρίσκεται στην οργάνωση; Αλλά το ζήτημα είναι ακριβώς: ποια οργάνωση, και οργάνωση τίνος; Η «αυθόρμητη» δράση των ούγγρων εργατών και του ουγγρικού λαού ήταν δράση που απέβλεπε στην οργάνωση, και κάτι παραπάνω: ο αυθορμητισμός τους ήταν ακριβώς αυτό, η αυτοοργάνωσή του. Κι αυτό είναι ακριβώς εκείνο που ο γραφειοκράτης ψευτο«θεωρητικός» απεχθάνεται περισσότερο απ’ το κάθε τι: το ότι οι εργάτες, αντί να περιμένουν, με παθητικόν ενθουσιασμό, να έρθει να τούς «οργανώσει», οργανώνονται μόνοι τους σε εργατικά συμβούλια. Και πως τούς οργανώνει, όταν του δώσουν την ευκαιρία; Όπως το κάμανε οι κυρίαρχες τάξεις επί αιώνες στα εργοστάσια και στο στρατό. Και τούτο, όχι μόνον αν και όταν πάρει την εξουσία, παρά από πιο μπροστά: σ’ ένα μεγάλο συνδικάτο π.χ. η σ’ ένα «μπολσεβίκικο κόμμα», όπου οι εσωτερικές σχέσεις, από τη δομή τους, τη μορφή τους και το περιεχόμενό τους, αναπαράγουν απλώς τη δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας: ιεραρχία, χωρισμό σ’ ένα στρώμα διευθυνόντων και μια μάζα εκτελεστών, πέπλο ψευτο- «γνώσης» ριγμένο πάνω στην εξουσία μιας γραφειοκρατίας, που επανεκλέγει τον εαυτό της και διαιωνίζεται κλπ. ήτοι τη μορφή που ανταποκρίνεται στην αναπαραγωγή και στη διαιώνιση της πολιτικής αλλοτρίωσης (και, κατά συνέπεια, της αλλοτρίωσης καθ’ όλου). Αν το αντίθετο του «αυθόρμητου», δηλ. της αυτο-δραστηριότητας και της αυτοοργάνωσης είναι η ετεροοργάνωση – από τούς πολιτικούς, τούς «θεωρητικούς», τούς «επαγγελματίες επαναστάτες» κλπ. – τότε το αντίθετο του αυθόρμητου είναι ολοφάνερα η αντεπανάσταση, ή η συντήρηση της υφιστάμενης τάξης.

Η Επανάσταση είναι ακριβώς η αυτο-οργάνωση του λαού. Αυτό και μόνο προϋποθέτει προφανώς ένα «γίγνεσθαι-συνειδητό» των ουσιαστικών χαρακτηριστικών και μηχανισμών του καθιδρυμένου συστήματος, καθώς και του πόθου και της θέλησης να βρεθεί μια καινούργια λύση του προβλήματος της θέσμισης της κοινωνίας. (Είναι σαφές, π.χ. ότι η κατανόηση που είχαν στην πράξη οι ούγγροι εργάτες του κοινωνικού χαρακτήρα της γραφειοκρατίας ως τάξης εκμεταλλευτικής και καταπιεστικής και των όρων της ύπαρξής της, ήταν, από θεωρητική άποψη, απείρως ανώτερη απ’ όλες τις ψευτο-«θεωρητικές» αναλύσεις που περιέχονται σε τριάντα χρόνια τροτσκιστικής φιλολογίας και στα πιο πολλά απ’ τ’ άλλα γραπτά «μαρξιστών της αριστεράς»). Αυτοοργάνωση είναι εδώ αυτοοργανούσθαι και συνείδηση, συνειδητόγίγνεσθαι· και στις δυο περιπτώσεις έχουμε ένα processus, όχι μια κατάσταση. Όχι πως ο λαός ανακάλυψε επιτέλους «την» κατάλληλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης· αλλά ξεδιακρίνει ότι αυτή η «μορφή» είναι η δραστηριότητά του αυτοοργάνωσης, σε συμφωνία με την κατανόηση που έχει της κατάστασης και των σκοπών που θέτει στον εαυτό του. Μ’ αυτήν την έννοια, η επανάσταση δεν μπορεί παρά να είναι «αυθόρμητη» στην γέννησή της καθώς και στην ανάπτυξή της. Γιατί η επανάσταση είναι ρητή αυτοθέσμιση της κοινωνίας. «Αυθόρμητο» δε σημαίνει τίποτε άλλο εδώ παρά την κοινωνικο- ιστορική δημιουργική δραστηριότητα, στην υψηλότερή της έκφραση, τη δραστηριότητα που έχει σκοπό την θέσμιση της ίδιας της κοινωνίας. Για’ αυτό, όλες οι επαναστατικές εκρήξεις των νεοτέρων χρόνων προσφέρουν αδιαφιλονείκητα παραδείγματα.

Καμμιά ιστορική δράση δεν είναι «αυθόρμητη» αν μ’ αυτό έννοήσουμε ότι θα ξεπηδούσε στο κενό, ότι θα ήταν απολύτως χωρίς σχέση με τις συνθήκες, το περιβάλλον, το παρελθόν. Και κάθε μεγάλη ιστορική δράση είναι ακριβώς αυθόρμητη με την αρχική σημασία της λέξης: spons, «πηγή»8. Η ιστορία είναι δημιουργία, που σημαίνει: ξεπέταγμα εκείνου που δεν είναι εγγεγραμμένο ήδη μέσα στις «αιτίες» του, στους «όρους» του κλπ. εκείνου που δεν είναι επανάληψη – ούτε υπό στενήν έννοια, ούτε ως παραλλαγή του ήδη δεδομένου – εκείνου που είναι, απεναντίας, θέση νέων μορφών και σχημάτων, νέων σημασιών – δηλαδή αυτοθέσμιση. Για να το πούμε με όρους στενούς πιο πραγματιστικούς, πιο μαθηματικούς: αυθόρμητο είναι το υπερβάλλον του «αποτελέσματος» ως προς τις «αιτίες»9. Οι ούγγροι εργάτες έδρασαν με την πείρα τους, και η δράση τους υπήρξε επεξεργασία με τη λιγότερο αγοραία σημασία της λέξης – αυτής της πείρας. Όμως αυτή η δράση δεν ήταν «αναγκαία» αντίδραση η απάντηση, αιτιακά προσδιορισμένη, σε μια δεδομένη κατάσταση- πολύ περισσότερο, αυτή η επεξεργασία δεν ήταν το προϊόν μιας «λογικής» διαδικασίας αφαίρεσης συμπερασμού, κλπ. Εδώ και μερικά χρόνια, μισή ντουζίνα χώρες της Ανατολικής Ευρώπης – και η ίδια η Ρωσία πολύ πιο μπροστά – εγνώριζαν μια γενική κατάσταση ουσιαστικά όμοια με κείνην, που θα μπορούσε να δοκιμάσει κανείς να καταλογίσει στην έκρηξη του 1956. Τουλάχιστον τα γεγονότα της Ανατολικής Γερμανίας το 1953, της Πολωνίας το 1956 (και το 1970 και το 1976) της Τσεχοσλοβακίας το 1968 καθώς και οι πιο περιορισμένες και λιγότερο γνωστές εξεγέρσεις στη Ρωσία (Νοβοτσερκάσκ, π.χ.) είναι η απόδειξη αυτής της ουσιαστικής ομοιότητας. Ωστόσο μόνο στην Ουγγαρία αυτή η λαϊκή δραστηριότητα έφτασε σ’ εκείνη την ένταση που είναι ικανή να γεννήσει μιάν επανάσταση. Ότι η Ουγγαρία και ο λαός της έχει κάτι το ιδιαίτερο, τίποτε πιο βέβαιο. Το ίδιο και κάθε χώρα και και κάθε λαός. Ξερομε πως κάθε ατομική οντότητα είναι απολύτως μοναδική και, απ’ αυτήν την άποψη, απολύτως όμοια με τις άλλες. Οι «ιδιομορφίες» της ουγγρικής ιστορίας κλπ. δε μας βοηθούν καθόλου όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε εξαντλητικά γιατί αυτή η ιδιαίτερη μορφή επανάστασης έγινε σ’ αυτήν την ιδιαίτερη χώρα και αυτή την ιδιαίτερη στιγμή. Μια συγκεκριμένη ιστορική έρευνα μπορεί προφανώς να συμβάλει στο «να κάμει κατανοητό» (εκ των υστέρων, και δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τα ατέλειωτα προβλήματα που συνεπάγεται αυτή η ρήτρα) ένα σημαντικό μέρος της αλληλουχίας των γεγονότων, των πράξεων των ανθρώπων, και των αντιδράσεών τους, κλπ. Δεν επιτρέπει ποτέ να πηδάμε απ’ αυτή την περιγραφή και απ’ αυτή τη μερική κατανόηση των καταστάσεων, κινήτρων, δράσεων κλπ, στην «εξήγηση του αποτελέσματος».

Έτσι π.χ. μπορεί να πει κανείς: μια επανάσταση έχει «αιτία» την εκμετάλλευση και την καταπίεση. Μα αυτά υπάρχουν εδώ και αιώνες (και χιλιετηρίδες). Λένε τότε: πρέπει εκμετάλλευση και καταπίεση να φτάσουν ως ένα «ακραίο σημείο». Αλλά ποιο είναι αυτό το «ακραίο σημείο»; Και μήπως δεν το φτάσαμε αλλεπάλληλα, χωρίς ν’ ακολουθήσει κάθε φορά επανάσταση; Συνεχίζουν: αυτό το «ακραίο σημείο» εκμετάλλευσης και καταπίεσης πρέπει να συμπίπτει με μια «εσωτερική κρίση» των διευθυντικών ταξεων, με τη στειρότητα η τη διάλυση του καθεστώτος. Αλλά τι περισσότερο θέλετε, ως στειρότητα και διάλυση, απ’ ότι πραγματοποιήθηκε στις πιο πολλές χώρες της Ευρώπης μετά το 1918 η μετά το 1945; Τέλος: οι μάζες πρέπει να έχουν φτάσει σ’ ένα ικανοποιητικό επίπεδο συνείδησης και μαχητικότητας. Και τι καθορίζει το επίπεδο συνείδησης και μαχητικότητας των μαζών; Η επανάσταση δεν έγινε, επειδή οι συνθήκες για μιάν επανάσταση δεν ήταν ώριμες. Η πιο σημαντική απ’ αυτές τις συνθήκες είναι ένα επαρκές επίπεδο συνείδησης και μαχητικότητας των μαζών. Επαρκές για τι; Μα, επαρκές για να κάμει την επανάσταση. Με λίγα λόγια: δεν έγινε επανάσταση γιατί δεν έγινε επανάσταση. Αυτή είναι, στην περίπτωσή μας, η τελευταία λέξη της «μαρξιστικής»(η απλώς «ντετερμινιστικής», «επιστημονικής») σοφίας.

Τα πράγματα είναι ακόμα πιο καθαρά όταν αντιμετωπίζομε όχι την «εξέγερση», ως έκρηξη και καταστροφή της παλαιάς τάξης, αλλά την επανάσταση ως αυτοοργανωμένη δραστηριότητα που αποβλέπει στην θεσμιση μιας νέας τάξης. (Αυτή η διάκριση είναι, φυσικά, μια διαχωριστική αφαίρεση). Μ’ άλλα λόγια, όταν εξετάζομε το θετικό περιεχόμενο αυτού που το ονόμασα παραπάνω επεξεργασία της πείρας. Η παλαιά κατάσταση πραγμάτων, όσο αβάσταχτη κι αν ήταν θα μπορούσε να γεννήσει μόνο μια επί πλέον δόση καρτερίας, μιάν επίταση της θρησκοληψίας, η το αίτημα για λίγο πολύ «μετριοπαθείς» μεταρρυθμίσεις. Αντίς γι’ αυτό, το κίνημα βραχυκύκλωσε όλες τις άλλες «λύσεις», και ο λαός βάλθηκε να πολεμήσει και να πεθάνει για τη γενική ανοικοδόμηση της κοινωνίας. Θα ήταν ζόρικο έργο, για τον θεωρητικό που θα ήθελε ν’ αποδείξει πως ήταν η μόνη «λογική» και/η «πρακτικώς δυνατή» εκλογή για την Ουγγαρία του 1956. Πολλές χώρες στον κόσμο δώσανε, κι εξακολουθούν να δίνουν αναρίθμητα παραδείγματα για το αντίθετο. Το θετικό περιεχόμενο της «απάντησης» – σύσταση εργατικών συμβουλίων, διεκδίκηση για αυτοδιαχείρηση και κατάργηση στις νόρμες εργασίας κλπ. – δεν ήταν εξαγόμενο «συλλογισμού». Δεν ήταν η εκλογή του «μόνου δυνατού άλλου όρου του διλήμματος» κλπ. Ήταν μια επεξεργασία που υπερέβη το δεδομένο (και ο,τι είναι δεδομένο μαζί με το δεδομένο, συνέπειά του η περιεχόμενό του) και κατέληξε στο καινούργιο. Το ότι οι ρίζες αυτού του καινούργιου βυθίζονται μέσα σε μια βαθιά και οργανική σχέση με τις προγενέστερες δημιουργίες του εργατικού κινήματος και με το περιεχόμενο άλλων φάσεων της επαναστατικής δραστηριότητας, αυτό δε μειώνει τη σημασία του· το αντίθετο μάλιστα. Υπογραμμίζει το ότι η ουγγρική Επανάσταση εγγράφεται στη σειρά των αγώνων που αποβλέπουν, εδώ και διακόσια περίπου χρόνια, σε μια ριζική ανοικοδόμηση της κοινωνίας. Σημαδεύει στη δραστηριότητα του ουγγρικού λαού μια νέα στιγμή της ανάπτυξης του επαναστατικού προτάγματος (projet) – και, ταυτόχρονα, βεβαιώνει ότι αυτές οι δημιουργίες έχουν μια σημασία που υπερβαίνει, και μάλιστα κατά πολύ, τη στιγμή και τούς όρους που προσιδιάζουν στη γέννησή τους.

Οι μορφές οργάνωσης – τα συμβούλια – που δημιούργησαν οι ούγγροι εργάτες είναι του ίδιου τύπου με τις μορφές που δημιούργησαν παλαιότερα και αλλού οι επαναστάτες εργάτες. Οι σκοποί και οι διεκδικήσεις που διακήρυξαν αυτά τα συμβούλια βρίσκονται πάνω στη γραμμή αυτών που πρόβαλε ολόκληρη η ιστορία του εργατικού κινήματος – είτε πρόκειται για την ανοιχτή πάλη, είτε για τον άτυχο αγώνα που διεξάγεται μέρα με τη μέρα σ’ όλα τα εργοστάσια της υδρογείου – ενώ σε ορισμένα βασικά σημεία (αυτοδιαχείριση, κατάργηση των νορμών εργασίας) έχουν χαρακτήρα πιο ρητό και πιο ριζικό. Υπάρχει λοιπόν στον σύγχρονο κόσμο μια ενότητα του επαναστατικού προτάγματος. Αυτή την ενότητα, μπορούμε να την κάνομε «πιο κατανοητή» δείχνοντας αυτό που είναι ιστορική κληρονομιά και ιστορική συνέχεια, αυτό που είναι ομοιότητα των συνθηκών – ιδιαίτερα στη ζωή και στην εργασία – μέσα στις οποίες το κοινωνικό σύστημα τοποθετεί την εργατική τάξη. Αλλά, ακόμα μια φορά, όσο πρόσφοροι, όσο σημαντικοί κι αν είναι αυτοί οι παράγοντες, δε θα μπορέσουν ποτέ να μας δώσουν το σύνολο των «αναγκαίων και επαρκών όρων» για την παραγωγή του περιεχομένου των «απαντήσεων» του 1871, 1905, 1917, 1915, 1936-1937, 1956 – η για την έλλειψη τέτοιες παραγωγής, σε άλλες περιπτώσεις. Γιατί αυτό που έχομε εδώ, είναι όχι μια «αντικειμενική» ενότητα, όχι μια ενότητα ως ταυτότητα μιας τάξης «αποτελεσμάτων» που προκύπτουν από μια τάξη «ταυτών αιτιών» – παρά μια ενότητα σε διαμόρφωση, που τώρα γίνεται, ενότητα που κάνει η ίδια τον εαυτό της (και, φυσικά, όχι ακόμα γινομένη): ενότητα κοινωνικο-ιστορικής δημιουργίας.

Απόσπασμα από την Ουγγρική Επανάσταση, του Κορνήλιου Καστοριάδη.


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-8TQ