Menu

EAGAINST.com

Στείλτε την υπόλοιπη Ακρόπολη στο «Βρετανικό» Μουσείο

greek

Ή αλλιώς για την επανοικειοποίηση του παράλογου…

Τα show με τις γαλανόλευκες και οι σεντονοφορεμένες πομπές μπροστά στα μουσειακά εκθέματα, τα Χελίν (Hellene) που βιντεοσκοπούνται με φόντο την Ακρόπολη, oι προπαγανδιστικές φωτογραφικές δημιουργίες για την επιστροφή της ξενιτεμένης Καρυάτιδας αποδίδουν γλαφυρά (και φαίνεται πως δεν εξαντλούν) τον ζήλο του εθνικιστικού όχλου για εθνική ψυχική ανάταση. Tο επιχείρημα της ιστορικής συνέχειας είναι ατράνταχτο στο μυαλό των υπέρμαχων της απανταχού προγονοπληξίας: τα βιολογικά χαρακτηριστικά των νεοελλήνων είναι ίδια με αυτά ανθρώπων που έζησαν πάνω από 2000 χρόνια πριν (αντίο βιολογία, ιστορία και εθνολογία), τα λαϊκά (χριστιανικά) έθιμα (τα κάλαντα, η βάφτιση, τα αναστενάρια, τα αυγά του Πάσχα κ.α.) αντιστοιχούν ένα προς ένα με αρχαιοελληνικά έθιμα που έφτασαν σε μας σχεδόν άθικτα μέσα από τους αιώνες (αντίο λαογραφική έρευνα). Μήπως και  το ζεϊμπέκικο, ο καρσιλαμάς, το τσάμικο, το τσιφτετέλι είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τις αρχαιοελληνικές μουσικές κλίμακες; Θάνατος και στη μουσικολογία !

Το εθνικιστικό ναρκισσιστικό κιτς φυσικά δεν σταματά εδώ: ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός έχει κληρονομήσει αυτούσια την αρχαιοελληνική παράδοση. Αλλά φυσικά δεν διευκρινίζεται πουθενά μέσα στις εθνικιστικές φανφάρες τί ακριβώς κληρονόμησε από την αρχαία Ελλάδα: την (άμεση) δημοκρατία όπως εκφράστηκε μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες του προηγούμενου αιώνα ή τους δούλους στα νοικοκυριά που κατά βάση αντιπροσωπεύει τις σύγχρονες (και όχι μόνο) σχέσεις μισθωτής σκλαβιάς και την αυστηρή ιεραρχία; Όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα για την ώρα. Διότι, όπως λέει άλλωστε και κάποιος λαϊκός βάρδος: «δώσαμε τα φώτα / η Ελλάς δεν είναι κότα», και ως εκ τούτου όλοι οφείλουν να υποκλίνονται μπροστά σε τούτη την πολιτισμική κληρονομιά που κουβαλάμε στις πλάτες μας, κυρίως αυτοί οι Τούρκοι, οι Αλβανοί, οι Βούλγαροι και οι Μακεδόνες (εμ… καλά οι Σκοπιανοί ήθελα να πω) που μέρα και νύχτα παραμονεύουν να μας κατακτήσουν. Βέβαια, το σύγχρονο ελληνικό κράτος υπήρξε πάντα το θύμα και ποτέ ο θύτης ή συνεργός αποικιοκρατικών και ιμπεριαλιστών πολιτικών (αντίο ξανά ιστοριογραφία).

Για να λέμε όμως τα πράγματα με τ’ όνομά τους, ο Ελληνισμός σήμερα κινδυνεύει άμεσα από αυτήν την παγκόσμια Σιωνιστική συνωμοσία που στόχο έχει να διαλύσει τις εθνικές ταυτότητες και να υποδουλώσει την ανθρωπότητα. Το είπε άλλωστε και ο Κίσιντζερ ότι είμαστε λαός αναρχικός που δεν δαμάζεται εύκολα, άρα η μόνη λύση είναι να εκμηδενιστούν οι εθνικές μας παραδόσεις προκειμένου η Διεθνής Νέα Τάξη Πραγμάτων να πραγματώσει τα σχέδιά της που συνεχώς χαλάμε εμείς όντας ένας λαός περιούσιος! Μάλλον έτσι εξηγείται και η περίπτωση του Παστίτσιου: πρόκειται για ένα ακόμα δημιούργημα αυτής της (εβραιο)σατανικής λυκοσυμμαχίας που έχει οδηγήσει τους νέους μακριά από τον δρόμο του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού (δυο έννοιες καθόλου αντιφατικές όπως είπαμε και πιο πάνω), βεβηλώνοντας τα ιερά και ακούγοντας ξένα τραγούδια (που οι δημιουργοί τους δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, aka Σατανιστές). Και φυσικά, αν πιστεύεις ότι η δήλωση αυτή (του Κίσιντζερ) είναι ψεύτικη τότε σε πληρώνει ο Σόρος και οι εβραιομασώνοι. Διότι ο άνδρας αυτός έχει (κάπου, κάπως) εβραϊκές ρίζες, πράγμα που αποτελεί αυτούσια απόδειξη ενοχής (αντίο λογική, αντίο έννοιες όπως στοιχεία και αποδείξεις για τις οποίες άνθρωποι πέθαναν μέσα σε μπουντρούμια πριν από μερικούς αιώνες). Έχει άραγε η φαιδρότητα τα όριά της (που όταν τα ξεπερνάει καταλήγει στη σχιζοφρένεια) ή πρόκειται για ανεξάντλητη πηγή εφευρετικής ανοησιολογίας που εμπεριέχει πάντα ένα στοιχείο μαύρης κωμωδίας;

Το ζητούμενο φυσικά ποιό είναι; Ότι η εμμονή με την «κλοπή» των μαρμάρων (καθώς και με την άρνηση των Βρετανών πολιτικών να δεχθούν το αίτημα επιστροφής) πηγάζει ακριβώς από αυτόν τον παραλογισμό: «οι ξένοι μας ζηλεύουν και δεν έχουν ιστορία όπως εμείς» (αλλά δυστυχώς μας επιβουλεύονται οι Εβραίοι – όπως επικαλείται και ένας μάγος της σκέψης που διατείνεται ότι ξέρει όλη την αλήθεια για αυτούς τους τρισκατάρατους – κι έτσι δεν μπορούμε με την ιστορία αυτή των τριών χιλιάδων χρόνων να γίνουμε ένα έθνος ισχυρό, όπως τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου). Δεν υποκλίνονται στο μεγαλείο μας! Είναι αχάριστοι! Μας χρωστάνε πολιτισμό και αντί να μας προσκυνούν μας επιβουλεύονται και μας μισούν από φθόνο και φόβο μήπως και βρούμε πάλι τη χαμένη μας δύναμη και κατακτήσουμε τον κόσμο, κάνοντάς τους σκυλιά στα πόδια μας!

Έτσι λοιπόν, και εφόσον ο εθνικιστικός θίασος αυτής της χώρας (όπως και κάθε χώρας φυσικά) έχει επιλέξει να αγνοήσει τη φιλοσοφία (και φυσικά την αυτοψυχανάλυση) όπως και την τεκμηριωμένη αντίληψη για την εξέλιξη των (καλών) τεχνών, εφόσον το αυτονόητο μπορεί να οριστεί με τα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα της επαναλαμβανόμενης θυμικής αοριστολογίας και της μίζερης μικροαστικής μεμψιμοιρίας, είναι καιρός να αποχαιρετήσει και την γλυπτική, την ιστορία της τέχνης και την αρχαιολογία, στέλνοντας και τα υπόλοιπα κτίρια της Aκρόπολης στο «Βρετανικό» (φυσικά με πολλά εισαγωγικά) μουσείο. Ναι, μόνο τέτοιου είδους απαντήσεις ταιριάζουν σε όλη αυτή την παραληρηματική κίνηση θυματικής απογοήτευσης και ανομολόγητης ταύτισης με την έννοια της εθνικής οικογένειας, η οποία τρέφεται από την αυτολύπηση και την νοσταλγία για μια υποτιθέμενη χαμένη αξιοπρέπεια που υποτιθέμενα εκκολάπτει κάποια ευγενή συλλογικά (ή εθνικά) χαρακτηριστικά.

Η ιστορική ορθότητα δεν μπορεί να είναι προνόμιο κανενός κράτους, καθώς όπως εύστοχα σημειώνει ο Ernest Renan, “μέρος της ύπαρξης ενός έθνους είναι η λάθος αντίληψη για την ιστορία του” [1]. Το ξεπέρασμα της εθνικιστικού ναρκισσιστικού συμπλέγματος που διακατέχει μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και ιδιαίτερα την κρατική της πολιτική (ως συνέπεια) δεν μπορεί παρά να απαιτεί μια γενικότερη ανακατάταξη των θεμελιακών αξιών, συμπεριλαμβανομένης και μιας διαδικασίας αποφετιχοποίησης, αποδέσμευσης από αντικείμενα-ιδέες συμπλεγματικής ταύτισης (πατρίδα, θρησκεία, ιστορική συνέχεια κ.α.). Η πρόταση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια ομαδικής ψυχανάλυσης, όχι υπονοώντας πως ο ελληνικός λαός ως τέτοιος αποτελεί μια οντότητα που τις περισσότερες φορές δρα και σκέφτεται ομαδόν και ομοιόμορφα, αλλά αναγνωρίζοντας πως η χρόνια επίδραση ιδεών μέσα από κρατικούς φορείς ή κοινωνικά μορφώματα (το εκπαιδευτικό σύστημα, τα ΜΜΕ, η οικογένεια, τα πολιτικά κόμματα) έχει διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό τις κοινές συνιστώσες ετερόκλητων κοινωνικών ομάδων (π.χ. σύγκλιση αριστερών και δεξιών εθνικιστικών/αλυτρωτικών ρευμάτων).

Η απάντηση στην αποικιοκρατική λογική του Βρετανικού (ή όποιου) κράτους – που αναμφίβολα μάζεψε ό,τι μπορούσε από όπου πέρασε (και συνεχίζει να προσελκύει ανθρώπινο και υλικό δυναμικό ως απόρροια της εξωτερικής του πολιτικής εδώ και αιώνες) – δεν είναι ο σοβινιστικός παροξυσμός, η εμμονή στην σαθρή ιδέα της ιστορικής συνέχειας και η αναπαραγωγή θυματικών διεκδικήσεων για ζητήματα που η παγκόσμια ιστορική σκηνή έχει διευθετήσει εδώ και δεκαετίες ή αιώνες (λ.χ. το σταθερό μοτίβο διεκδίκησης πολεμικών αποζημιώσεων της Ελλάδας από τη Γερμανία). Η αντιμετώπιση του παγκόσμιου ηγεμονικού ρόλου των ισχυρότερων οικονομικά και γεωπολιτικά χωρών με περισσότερο σοβινισμό, συνωμοσιολογία και γραφικά καμώματα μπορεί μόνο να οδηγήσει σε εκμηδένιση κάθε δυνατότητας αμερόληπτης διαύγασης της πραγματικότητας και να συμπαρασύρει και μέρος της κοινής γνώμης που δεν διατρέχεται απαραίτητα από εθνικιστική υπεροψία αλλά τρέφει συναισθήματα συνάφειας με τον τόπο γέννησης.

Επί της ουσίας: το γεγονός της καταστροφής αρχαίων κτιρίων (από τον οποιοδήποτε ντόπιο ή μη) είναι αντικείμενο ιστορικής, αρχαιολογικής, καλλιτεχνικής (και πάνω απ’ όλα φιλοσοφικής/πολιτικής) μελέτης και δεν μπορεί να υποτάσσεται σε κάποια εθνικιστική μυθοπλασία αυτοθυματοποίησης και εξύψωσης του πεσμένου μας ηθικού. Τα κτίρια της Ακρόπολης καταστράφηκαν ή κινδύνεψαν να καταστραφούν πολλές φορές απ’ όσους πέρασαν από την Αθήνα κατά τα μεσαιωνικά και νεοτερικά χρόνια, μέχρι και τη δεκαετία του 1940. Ίσως η λιγότερο γνωστή περίπτωση είναι η πρόθεση του ΕΑΜ να ανατινάξει με δυναμίτη την Ακρόπολη κατά τα Δεκεμβριανά, με σκοπό να χτυπηθούν οι Βρετανοί στρατιώτες που είχαν στήσει το πυροβολικό τους στο λόφο (από το ντοκιμαντέρ Μηχανή του Χρόνου, Τα Δεκεμβριανά).

Αν το ζητούμενο είναι η γνώση του παρελθόντος μέσω της αρχαιολογικής έρευνας κι όχι η επιβεβαίωση μιας ψευδοακεραιότητας (εθνικής ή πολιτισμικής) ενάντια στην “αλλοδαπή επιβουλή”, η πιο δόκιμη απάντηση στο ζήτημα των γλυπτών του Παρθενώνα – πέρα από το περιπαικτικό και δηκτικό “στείλτε την υπόλοιπη Ακρόπολη στο Βρετανικό μουσείο” – θα πρέπει να εμπεριέχει τον επαναπροσδιορισμό των εννοιών του παράλογου και του λογικού, την κατεύθυνση του συναισθήματος προς την κατάρριψη της εργαλειακής ορθολογικότητας, και της λογικής προς την συγκράτηση της υπετροφίας του συναισθηματικού. Άλλωστε, κανένας δεν κατέχει τα εύσημα της ορθολογικότητας, της επιστημονικής αρτιότητας ή της ψύχραιμης κριτικής ικανότητας (η διττή έννοιας της ορθολογικότητας, όπως διαμορφώθηκε από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, εμπεριέχει και μια παράφρονα, “εργαλειακή ορθολογικότητα” [2] που υποτάσσεται στη λογική της απεριόριστης ανάπτυξης και της απόλυτης κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση, με τις αναμενόμενες θλιβερές συνέπειες), μήτε και το copyright του πολιτισμού!

Υ.Γ. 1
Από τις 94 σωζόμενες πλάκες της ζωφόρου του Παρθενώνα 36 βρίσκονται στην Αθήνα, 56 στο Βρετανικό Μουσείο – το οποίο καλό θα ήταν να μετονομαστεί σε Museum of World Heredity and Glodal Exhibits, δηλαδή Μουσείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς και Εκθεμάτων, αν θέλουν και οι ίδιοι οι Άγγλοι να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους πάνω απ’ όλα (λέμε τώρα) – και μία στο Λούβρο. Από τις 92 μετόπες, 39 βρίσκονται στην Αθήνα και 15 στο Λονδίνο. 17 εναέτια αγάλματα, μία Καρυάτιδα και μία κολόνα από το Ερέχθειο βρίσκονται επίσης στο Βρετανικό Μουσείο. Αρκετά λοιπόν είναι διαθέσιμα προς τέρψη των κατοίκων και των επισκεπτών και των δυο πόλεων. Η μετακίνηση τους θα μπορούσε να δικαιολογηθεί αν συντρέχουν καθαρά ερευνητικοί λόγοι (σίγουρα όχι για να “αστράψουν κάτω από τον υπέροχο Αττικό ουρανό”). Φυσικά, το ζήτημα περί συμπλήρωσης της Ακρόπολης μπορεί να τεθεί προς συζήτηση, δεδομένου ότι δεν διακατέχεται από υστερίες και εικονολατρικού τύπου επικλήσεις προς το παρελθόν (πράγμα που καθιστά κάθε συζήτηση αδύνατη, εφόσον η λογική δίνει τη θέση της στην προγονολατρική παραζάλη).

Υ.Γ. 2
Σύντομες απαντήσεις προς όλους τους διαδικτυακούς θαμώνες των εθνικιστικών ιστολογίων (όλων αυτών δηλαδή που διατείνονται ότι είναι «πατριωτικά» αλλά αυτή η εμφάνισή τους αποτελεί ένα μείγμα μεταμοντέρνου mall και γλοιώδους μικροαστίλας, σαν να έχει φτύσει ο Andy Warhol), και λοιπούς θιγομένους που τους σώθηκαν τα Lexotanil: Το κείμενο θεωρεί δεδομένο ότι α) τα αρχαιοελληνικά γλυπτά, κτίρια και γραπτά μετά από τόσους αιώνες έχουν περάσει πια στο public domain, τουτ’ έστιν ανήκουν σε όλους και όχι μόνο σε όσους έχουν γεννηθεί μεταξύ Κιλκίς και Κρήτης, β) πως ο ισχυρισμός άμεσης συγγένειας αρχαίων και νέων Ελλήνων (όπως και αρχαίων και νέων οποιασδήποτε εθνότητας) είναι άτοπος και επιστημονικά αστήριχτος.

Σημειώσεις
[1] Βλ. Eric J. Hobsbawm – Nations and Nationalism Since 1780
[2] Από το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη, Η Άνοδος της Ασημαντότητας.

Συνδιαμόρφωση: Σοφία Ζακάρη και Άρης Ελευθερούδης

Eίναι ωραία να είσαι Ευρωπαία;

A picture illustration taken with the multiple exposure function of the camera shows a one Euro coin and a map of Europe

Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο φύλλο #26 της εφημερίδας δρόμου Άπατρις

Μέσα στο πολιτικό χάος που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια, δύο βασικές τάσεις ξεχωρίζουν: από τη μία, η σχετική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών να τάσσεται χωρίς δισταγμό υπέρ της παραμονής της Ελλάδας σε Ε.Ε. και ευρωζώνη, στηρίζοντας κόμματα και παρατάξεις που εφαρμόζουν με κάθε θυσία και κόστος τις νεοφιλελεύθερες συνταγές. Από την άλλη βλέπουμε να αναδύεται ένα έντονα ευρωσκεπτικιστικό (και δίχως ξεκάθαρη πολιτική κατεύθυνση) ρεύμα, το οποίο αντιμετωπίζει τις ευρω-εκλογές ως αφορμή για να εκφράσει την αγανάκτησή του μέσω της κάλπης. Είναι σίγουρο ότι η διαδικασία αυτή στην πραγματικότητα αποτελεί μια ανακύκλωση των «διαφορών» των ελληνικών κομμάτων στα μάτια του χουλιγκανοποιημένου και βαθιά αποπολιτικοποιημένου ελληνικού εκλογικού κοινού που εν τοις πράγμασι αδιαφορεί για τις διαδικασίες που υποτίθεται ότι διαμορφώνουν τα πλαίσια λειτουργίας του μεγάλου ευρωπαϊκού κράτους – αυτού του (νεο)-«φιλελεύθερου» οικονομικοπολιτικού πατερούλη της Ευρώπης. Βέβαια η ελληνική περίπτωση είναι διττή, καθώς διαπιστώνεται παράλληλη ευρωλαγνεία αλλά και αδιαφορία για τους θεσμούς της Ε.Ε. Αδιαφορία η οποία όμως δεν οφείλεται σε κάποια παγιωμένη αντίληψη περί του ανούσιου των ευρωεκλογών ή του αντιπροσωπευτικού συστήματος εν γένει. Η φαινομενική αυτή αντίφαση μπορεί να εξηγηθεί μόνο αν ιδωθεί η σχέση Ελλάδας – Ευρώπης, ιστορικά.

«Ανήκομεν εις την Δύσιν»

Η ιστορία αυτή ξεκινά από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, με τη βοήθεια της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας που επιθυμούσαν τη διάλυση τη Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,με την ίδρυση αντίστοιχων συμφερόντων πολιτικών κομμάτων και την ενθρόνιση του Βαυαρού βασιλιά Όθωνα, περνάει από το τέλος της «Μεγάλης Ιδέας» ως βασικής πηγής τροφοδότησης της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας, γυρίζει γύρω από την ένταξη μας στο στρατόπεδο των δυτικών συμμάχων κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη μοιρασιά του πλανήτη που ακολούθησε (που είχε ως συνέπεια και τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο), γίνεται εντονότερη με την εξόφθαλμη εμπλοκή των ΗΠΑ στα εσωτερικά της χώρας με τη δικτατορία των συνταγματαρχών και συνεχίζεται με την ένταξη της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ κι έπειτα στην ευρωζώνη.

Το ελληνικό κράτος, καθώς ποτέ δεν αποτέλεσε ανεξάρτητη ή αυτάρκη οικονομική και στρατιωτική δύναμη, αναζητούσε πάντα συμμαχίες με τις υπερδυνάμεις της Δύσης τόσο ώστε να επιβιώσει, δεδομένου ότι η εσωτερική παραγωγή δεν αρκούσε για την κάλυψη της πλειονότητας των αναγκών του πληθυσμού, όσο και ώστε να διασφαλίσει ή να επεκτείνει (όπως στην περίπτωση της μικρασιατικής εκστρατείας) τα σύνορα του, όντας σε μια γεωγραφική ζώνη αστάθειας και διαρκών εθνικών συγκρούσεων. Η τεχνητή πολεμική με την Τουρκία, που εξασφάλισε αρκετές δεκάδες δις δολάρια στις βιομηχανίες όπλων, καθώς και οι καλλιεργούμενοι εθνικισμοί και αλυτρωτισμοί των δύο λαών που βρέχονται απ’ το Αιγαίο, συνεπικουρούμενοι απ’ τα τετρακόσια χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο, συνετέλεσαν στην ηγεμονία της ιδέας ότι μόνο μέσω της ευρωπαϊκής προοπτικής και της ένταξης της χώρας σε οικονομικοπολιτικές συμμαχίες, όπως η Ε.Ε, ή στρατιωτικές συνεργασίες, όπως το ΝΑΤΟ, θα εξασφαλιστεί η ακεραιότητα της χώρας. Ενδεικτικές του γεγονότος είναι οι συνεχείς δηλώσεις κυβέρνησης/αντιπολίτευσης πως «τα ελληνικά σύνορα είναι τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Πέραν όλων αυτών, βέβαια, τα μεγάλα κύματα μετανάστευσης του ελληνικού πληθυσμού προς το δυτικό, κυρίως, κόσμο συνέβαλαν στη δημιουργία ενός μύθου για τις δυτικές μητροπόλεις. Οι διεθνείς συνθήκες, ραγδαίας καπιταλιστικής ανάπτυξης, έδωσαν την ευκαιρία σε αρκετούς μετανάστες να εργαστούν στο εξωτερικό και να επιστρέψουν στις χώρες τους μ’ ένα συγκεντρωμένο μικρό ή μεσαίο κεφάλαιο (το οποίο έγινε μεγαλύτερο σε χώρες με χαμηλής αξίας νόμισμα όπως η Ελλάδα), γεγονός που συνέδεσε στο νεοελληνικό φαντασιακό την Ευρώπη με τον πλούτο και την άνεση (σε αντίθεση με την φτώχια και την οικονομική μιζέρια της Ελληνικής πραγματικότητας). Έτσι, οι Έλληνες πορεύονται στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, με την ιδεολογική κληρονομιά του 20ού. Μια μίξη αδικαιολόγητης περηφάνιας για τα επιτεύγματα των κατοίκων του ελλαδικού χώρου πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, χριστιανικής υποκρισίας, εθνικισμού,  αποπολιτικοποίησης και λαϊκισμού, μπολιασμένη με μια γερή δόση ευρωλιγούρας και ανάγκης επιβίβασης σε άρματα με αμερικάνικες, γερμανικές, ρώσικες ή κινέζικες σημαιούλες.

Ο ευρωπολίτης κι η ευρωπολιτεία

Τι είναι, λοιπόν, αυτή η σύγχρονη ευρωπολιτεία, για τη συντροφιά της οποίας οι πολίτες της Ευρώπης χάνουν, σιωπηροί, ένα προς ένα τα κεκτημένα δικαιώματα τους και ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της; Ποιά είναι η Ελλάδα και τι σημαίνει τελικά το «να γίνουμε επιτέλους Ευρώπη»; Ποιά ακριβώς είναι η πολιτική φυσιογνωμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι τόσο ζηλευτή από την αόριστη, ασαφή και περιρρέουσα νεοελληνική μυθολογία; Η Ευρώπη της ανεργίας, της φτώχειας, της λιτότητας, της καταστολής, ακόμα και της «αποανάπτυξης» αν θέλουμε να μιλήσουμε την γλώσσα των οικονομιστών και του καπιταλισμού. Η νεοφιλελεύθερη Ευρώπη.

Η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη οφείλεται κυρίως στην σταδιακή υποχώρηση του παγκόσμιου εργατικού κινήματος μετά το Μάη του 1968 και στο κλίμα απάθειας, ιδιώτευσης και κομφορμισμού που καλλιεργήθηκε συστηματικά στις περισσότερες Δυτικές χώρες τις τελευταίες 4 δεκαετίες, στην αδυναμία του καπιταλιστικού μοντέλου του κρατικού παρεμβατισμού και της σοσιαλδημοκρατίας ν’ αμβλύνουν τις κοινωνικές ανισότητες, στην συντηρητικοποίηση και αλλοτρίωση των δυτικών κοινωνιών μέσω της αναγωγής του παραγωγισμού και της ηθικής της εργασίας σε υπέρτατες αξίες και κυρίως στον πανικό που δείχνει το διεθνές κεφάλαιο μπροστά στη σταθερή πτώση του ποσοστού κέρδους του (λόγω της ανάγκης ν’ αγοράζει ολοένα και πιο προηγμένη τεχνολογία, της υπερπροσφοράς προϊόντων και του ανταγωνισμού). Από οικονομική άποψη, χαρακτηρίζεται από την επιστροφή σ’ έναν σκληρό μονεταρισμό και στην πλήρη χρηματιστικοποίηση της οικονομίας που είναι το αποτέλεσμα της ανατροπής της ενδοκαπιταλιστικής ισορροπίας προς όφελος του τραπεζικού κεφαλαίου έναντι των άλλων μορφών (βιομηχανικό, εφοπλιστικό, εμπορικό), το οποίο απέκτησε την πρωτοκαθεδρία λόγω της πτώσης του ποσοστού κέρδους στην παραγωγή και της συνεπακόλουθης μεταστροφής των επενδύσεων σε κάθε είδους χρηματιστικά «προϊόντα». Τέλος, σε πολιτικό επίπεδο, κύριο γνώρισμά του είναι η «μείωση του ρόλου του Κράτους». Στην πραγματικότητα αυτό που γίνεται στόχος από τους νεοφιλελεύθερους είναι μόνο ο αναδιανεμητικός ρόλος του κράτους στον βαθμό που αυτός συνέβαινε, υπήρχε και εκφραζόταν μέσα από τους θεσμούς του λεγόμενου «κοινωνικού κράτους», θεσμοί που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η νομική αποκρυστάλλωση των εργατικών αγώνων και των κοινωνικών διεκδικήσεων, στο δίκαιο των αστικών πολιτευμάτων. Η «μείωση» του Κράτους βέβαια, δεν συμπεριλαμβάνει την καταστολή και την εισπρακτική πολιτική που, για χάρη της ελευθερίας των αγορών, εντατικοποιούνται αφήνοντας ,ως προς το κομμάτι αυτό, τα παραμύθια περί ελευθερίας των αγορών και ιδιωτικής πρωτοβουλίας μόνο προς κατανάλωση των πιο ανόητων.

Μέσα σ’ αυτό το οικονομικοπολιτικό περιβάλλον, ο ελληνικός καπιταλισμός είναι καταδικασμένος (όπως ήταν πάντα) να παραμείνει ο φτωχός συγγενής. Πάντα αντιπαραγωγικός, παρασιτικός και κρατικοδίαιτος, πάντα έκνομος ακόμα και με καπιταλιστικά κριτήρια νομιμότητας και με μόνιμη έλλειψη επενδυτικής νοοτροπίας, ακόμα και προ κρίσης, είναι σήμερα πιο καχεκτικός από ποτέ. Όσο περισσότερο συνειδητό είναι το γεγονός αυτό στην ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της χώρας, τόσο περισσότερο θ’ ακούμε τις πραγματικά απίστευτες ανοησίες περί ανάπτυξης γενικά και αόριστα, μείωσης του ελλείμματος και του δημοσίου χρέους, της ανεργίας, τόσο περισσότερο θα εθιζόμαστε στα διάφορα success story. Το μόνο που μπορεί να περιμένουμε είναι μεγαλύτερη φτώχεια, αύξηση ανεργίας, ολοσχερή εξαφάνιση κάθε κατάκτησης που σχετίζεται με την αγορά εργασίας, καταστολή, καταστολή, καταστολή. Πάνω σε αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, βασίζεται ολόκληρο το σκεπτικό της «αναγκαιότητας για περισσότερη Ευρώπη», για «παραδειγματισμό από τα αυστηρά εξορθολογισμένα Δυτικά πρότυπα».

Ευρωπαϊκή Ένωση ή διεθνής απομόνωση: ένα ψευδές δίλημμα

Η προσκόλληση, βέβαια, στην ιδέα ότι η Ελλάδα είναι μια πλήρως καθυστερημένη χώρα (λαμβάνοντας ως μοναδική αφετηρία τα ενδοκαπιταλιστικά προβλήματα) σε σχέση με την αναπτυγμένη Ευρώπη και ότι η μόνη λύση είναι η μετατροπή της σε μια εκδυτικισμένη φιλελεύθερη ολιγαρχία – πράγμα που συνεπάγεται ότι «τα μνημόνια είναι ευλογία για τον τόπο» – επισκιάζει την άλλη πτυχή της πραγματικότητας, ότι δηλαδή και οι Δυτικές κοινωνίες βρίσκονται σε εξίσου βαθιά αποσύνθεση. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν είναι αυτός που ήταν μερικές δεκαετίες πριν, όταν τα κοινωνικά κινήματα και οι δημοκρατικές πρωτοβουλίες κατάφεραν να προκαλέσουν ρωγμές στο συντηρητικό πολιτικό κατεστημένο. Απεναντίας, έχουν αρχίσει να παρουσιάζουν τις ίδιες «ανατολικού τύπου» παθογένειες (στην πραγματικότητα βέβαια πρόκειται για παθογένειες που σχετίζονται με το σύγχρονο στάδιο «ανάπτυξης» -ή, καλύτερα, σήψης – του καπιταλισμού) όπως αυτές της ελληνικής κοινωνίας (εξάπλωση της διαφθοράς – η οποία μπορεί να μην είναι ολοφάνερη όπως στην ελληνική περίπτωση, ωστόσο κυριαρχεί κάτω από έναν μανδύα νομιμότητας – διάλυση κάθε δημόσιας παροχής και ολική απαξίωση του δημόσιου αγαθού, μίσος προς τους αναξιοπαθούντες ανέργους, αντι-διανοουμενισμός, κραυγαλέος εθνικισμός και συντηρητισμός). Συνεπώς, ούτε η δήθεν «ευρωπαϊκή λύση» -και κατ’ επέκταση η θεοποίηση της Δύσης- βάσει μια παλιότερης εικόνας, μπορεί να υιοθετείται αστόχαστα και αβασάνιστα σαν μια βιώσιμη πρόταση, ούτε φυσικά και ο στείρος ευρωσκεπτικισμός (που φλερτάρει με τον ακραίο εθνικισμό, το λαϊκισμό και τη συνωμοσιολογία) συνιστά μια άξια αντιπρόταση. Πάνω σε αυτό το διττό πρόβλημα εμείς καλούμαστε να δώσουμε απαντήσεις: θα επιλέξουμε τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ταυτότητα ως αποκούμπι που μας παρέχει μια δήθεν σιγουριά ή θα πέσουμε στην παγίδα του επικίνδυνου απομονωτισμού που συστηματικά καλλιεργείται (όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης);

Αντί επιλόγου: «Ανήκομεν εις τον εαυτό μας»

Την ώρα που η συνθηματολογία στην κεντρική πολιτική σκηνή, λοιπόν, κινείται μεταξύ του «Ευρώπη ή χάος» και «Χάος ή Ευρώπη», αντίρροπες δυνάμεις αναπτύσσονται στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Στις συνθήκες της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης αναδύονται μεν κινήματα με περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, ενισχύονται όμως σημαντικά και οι νεοσυντηρητικές δυνάμεις, όπως και η ακροδεξιά, με αποκορύφωμα φυσικά την εκτόξευση του νεοναζισμού στην Ελλάδα, μέσω της Χρυσής Αυγής. Ο ευρωσκεπικισμός παίρνει περισσότερο λαϊκίστικες διαστάσεις είτε στρέφοντας τα βέλη του στην «απληστία των golden boys», είτε ψάχνοντας αποδιοπομπαίους τράγους στους «τεμπέληδες της νότιας Ευρώπης» και τους μετανάστες, είτε «αποκαλύπτοντας» μυστικές συνωμοσίες κατά συγκεκριμένων εθνών-θρησκειών. Από την άλλη, οι πολίτες καλούνται να απαντήσουν διαρκώς σε προκατασκευασμένα κλειστά δίπολα και να επιλέξουν αν «ανήκομεν εις την δύσιν» ή αν «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» (ή «η Γαλλία ανήκει στους Γάλλους»).

Σε πείσμα όλων αυτών, εμείς επιμένουμε πως «ανήκομεν εις τον εαυτό μας» (ως άτομα, ο καθένας ξεχωριστά, και ως κοινωνία κατ’ επέκταση) και έχουμε όλους τους λόγους του κόσμου ν’ αγωνιστούμε για την αυτοδιεύθυνση, την αυτοδιαχείριση και τη συλλογική και ατομική αυτονομία.

Συγγραφή: Efor, Ian Delta, Μιχάλης Θ

ΕΡΤ_Μιλώντας Πειρατικά

Μπορείτε να διαβάσετε/κατεβάσετε το κείμενο σε μορφή pdf και σε μεγαλύτερο μέγεθος πατώντας εδώ

Εδώ Δημοκρατία, Εδώ Δημοκρατία…

Με το αιφνιδιαστικό διάταγμα διακοπής λειτουργίας της ΕΡΤ και μαζικών απολύσεων 2654 εργαζομένων η κυβέρνηση στην πραγματικότητα εξέπληξε μόνο όσους αρνούνται να δουν τις επιβεβλημένες πραγματικότητες της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Το διάταγμα αυτό έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά σειρά ενεργειών της που εν καιρώ καπιταλιστικής κρίσης ολοκληρώνεται στο υπάρχον αυταρχικό καθεστώς – η Βουλή διακοσμητική χωρίς να αποφασίζει για τίποτα, 4 επιστρατεύσεις, 19 πράξεις νομοθετικού περιεχομένου (δηλαδή αποφασίζομεν και διατάσσομεν). Έρχεται επίσης να προστεθεί στην πολιτική που δεν διστάζει να καταστρέφει καθημερινά εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες (φόροι, χαράτσια, περικοπές, κατασχέσεις, απολύσεις), να πετά ως άχρηστους στη χωματερή της ανεργίας το 58% των νέων (με την ανεργία να φτάνει στο 27,4%[1] να απαξιώνει και να αποδομεί τη δημόσια υγεία και παιδεία, να εκκενώνει ελεύθερους κοινωνικούς χώρους με στρατιωτικού τύπου επεμβάσεις, να επιφυλάσσει βασανιστήρια στα κάτεργα της ΓΑΔΑ σε όποιον τολμά να σηκώσει κεφάλι, να καταστέλλει κινηματικά μέσα ενημέρωσης, και να παραμποδίζει -ακόμα και να απαγορεύει- κάθε προσπάθεια αυτο-οργάνωσης και αλληλεγγύης των πολιτών (κοινωνικά ιατρεία, χαριστικά παζάρια, συλλογικές κουζίνες κλπ.), σφραγίζοντας οποιοαδήποτε πόρτα διεξόδου από το αποπνυκτικό σκοτάδι που τους έχει βυθίσει – πολιτική που καταλήγει εν τέλει στην απόλυτη ταύτιση των θέσεων του υπερσυντηρητικού, αυτοπροσδιοριζόμενου ως φιλελεύθερου, κόμματος με αυτές του ναζιστικού, αυτοπροσδιοριζόμενου ως εθνικιστικού, μορφώματος.

Η βασική διαφορά με το κλείσιμο της ΕΡΤ είναι η έκταση της έντασης που προκάλεσε το μαύρο της οθόνης και τα παράσιτα του ραδιοφώνου στις συχνότητες των κρατικών μέσων. Η διαφορά είναι πως σήμερα η συστημική τρομοκρατία δεν στρέφεται μόνο ενάντια στους κατοίκους της Χαλκιδικής, ούτε μόνο ενάντια στους αναρχικούς/ελευθεριακούς/αριστερούς των καταλήψεων. Στρέφεται εναντίον όλων. Δεν χτυπά μόνο τον οικοδόμο στην Αλεξανδρούπολη, ούτε μόνο τη δασκάλα στα Γιάννενα, αλλά χτυπά πλέον, με τον ίδιο κυνικό τρόπο, πρόσωπα που καθημερινά, καλώς ή κακώς, φιλοξενούνταν δια της τηλεοράσεως στα σπίτια της πλειοψηφίας των πολιτών. Σε μια κοινωνία που στο μεγαλύτερο μέρος της αναγνωρίζει κάτι ως είδηση «αφού το πει η τηλεόραση», το δράμα του τεχνικού της ΕΡΤ αποκτά αναγκαστικά μεγαλύτερες διαστάσεις απ’ ό,τι το πιθανώς μεγαλύτερο δράμα του αγνώστου της διπλανής πόρτας.

Ας μη γελιόμαστε όμως. Δεν είναι όλοι οι άγνωστοι της διπλανής πόρτας ίδιοι (όπως ούτε και όλοι οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ). Για παράδειγμα αυτός που υποβαθμίζει τις απολύσεις των εργαζόμενων επειδή «υπάρχουν ήδη ενάμιση εκατομμύριο άνεργοι», στην πραγματικότητα γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του όλους τους άνεργους συνολικά και δεν αφιέρωσε ποτέ ούτε μισό λεπτάκι απ’ το χρόνο του, ούτε λίγη απ’ την ενέργεια του, ώστε να σταθεί έμπρακτα αλληλέγγυος σε οποιονδήποτε. Ως αλληλεγγύη αντιλαμβάνεται στην καλύτερη περίπτωση τη φιλανθρωπία που καρπώνεται ή με αλαζονικό οίκτο προσφέρει κι όχι το να ματώσουμε ο ένας για τον άλλον ενωμένοι απέναντι σε ό,τι και όποιον μας καταπιέζει. Εκείνος που διαμαρτύρεται για το «τετράευρο της ΕΡΤ κάθε μήνα» πάσχει από επιλεκτική αμνησία . Προτιμά να ξεχνάει πως το 49,5 % περίπου των δαπανών της ΕΡΤ τροφοδοτούσαν τη μισθοδοσία 36 υψηλόμισθων στελεχών, ενώ το 50,5 % προοριζόταν για να καλύψει τις πάσης φύσεως ανάγκες επιβίωσης των υπόλοιπων εργαζομένων με μέσο όρο αμοιβής τα 880 ευρώ [2]. Κάνει πως δεν γνωρίζει για τα πενήντα ευρώ κάθε μήνα που πληρώνει εμμέσως για τα ιδιωτικά κανάλια μέσω των εισφορών που δεν καταβάλλουν ποτέ (20% επί των διαφημίσεων θεσμοθετημένο αλλά ουδέποτε καταβεβλημένο) ενώ χρησιμοποιούν χωρίς αντίτιμο το δημόσιο αγαθό των ραδιοσυχνοτήτων. Σφυρίζει αδιάφορα μπρος στους «μεταρρυθμιστές» που διόγκωσαν το πελατειακό Κράτος, κάνοντας δωράκια φοροαπαλλαγών στους εφοπλιστές, στο Άγιο Όρος, και στους «φιλάνθρωπους» κροίσους, ενώ συνεχίζει να στηρίζει αυτούς που τσουβάλιασαν ως τεμπέληδες τους εργαζόμενους με τα διορισμένα κουμπαράκια «ειδικών θέσεων», τα οποία φυσικά ακόμη χρυσοπληρώνουν. Είναι σχεδόν βέβαιο όμως πως δυσανασχέτησε με τις απεργίες που τάχα «έδιωξαν τους τουρίστες» (17 εκατομμύρια αναμένονται φέτος, 5-6 παραπάνω από πέρσι παρότι ήταν μια χρονιά με μεγάλo αριθμό απεργιών) , για τους μετανάστες που «έπιασαν όλα τα παγκάκια» (λες και οι περισσότεροι «γηγενείς» αφήνουν την τηλεοπτική τους θαλπωρή για να βγουν στην π
λατεία), για την ελεύθερη κατασκήνωση (λες και οι παραλίες δεν είναι δημόσιος χώρος) και για καθετί ενοχλητικά «διαφορετικό» από την κανονικότητα της νόρμας: δουλειά-κατανάλωση-ύπνος.

Σε καμία περίπτωση, βέβαια, δεν δεχόμαστε το Κράτος ως εισπράκτορα και διαχειριστή του μόχθου μας. Όχι όμως για λόγους «εκδίκησης» απέναντι στους δημοσίους υπαλλήλους ή επειδή πιστεύουμε σε κάποιον «παράδεισο της αυτορυθμιζόμενης αγοράς» (άλλωστε το πρώτο θα μας έκανε αμέσως μικρόψυχους, το δεύτερο ηλίθιους). Αλλά διότι για μας το Κράτος είναι ο εγγυητής της ασφάλειας των προνομιούχων, ένας μηχανισμός συγκέντρωσης και προστασίας των πολιτικών/οικονομικών εξουσιών που μοιράζονται σε μια κλειστή κάστα. Ανεξαρτήτως διαχειριστή, είναι αυτό που θα μας τσακίσει με τα ΜΑΤ σε περίπτωση που διεκδικήσουμε το δίκαιο, αυτό που θα συντηρήσει ή/και θα εντείνει την εχθρικότητα με γειτονικούς λαούς ώστε ν΄ανανεώνει συνεχώς τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, αυτό που μας υπόσχεται συνεχώς τη βία μέσω των νόμων, αλλά και του Συντάγματος, στη διαμμόρφωση των οποίων δεν μας δόθηκε ποτέ κανένα δικαίωμα και δυνατότητα συμμετοχής. Γι΄αυτό και δεν υπερασπιζόμαστε την ΕΡΤ ως ένα κρατικό μέσο, αλλά ως ένα εν δυνάμει δημόσιο, κοινωνικοποιημένο μέσο, το οποίο η κυβέρνηση επέλεξε να τσαλαπατήσει, αποκαλύπτοντας το πραγματικό της πρόσωπο, αυτό του λύκου, μπροστά και στην τελευταία ανυποψίαστη κοκκινοσκουφίτσα.

Η κυβέρνηση πετά για μια ακόμη φορά -και πλέον πανηγυρικά- στον κάλαθο των αχρήστων τον δημοκρατικό της μανδύα, φανερώνοντας απροκάλυπτα στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας τις προθέσεις, τις προτεραιότητες και τις αξίες της. Κι αν κάτι ακόμη κρύβει εντέχνως, αυτό είναι τα όριά της, το μέχρι ποιό σημείο μπορεί να φτάσει ώστε να υλοποιήσει τις πολιτικές της επιλογές και να ικανοποιήσει τα μικροκομματικά της συμφέροντα και τις δεσμεύσεις της απέναντι στα ντόπια και ξένα αφεντικά της. Η επικοινωνιακή πολιτική του Αντώνη Σαμαρά (ενός ακροδεξιού ηγέτη με ακροδεξιά ιστορία, που, όσο κι αν παριστάνει άκομψα και κωμικά τον Πρωθυπουργό μιας «δημοκρατικής χώρας», δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί, αρκεί να δει κανείς ποιοί είναι οι στενοί συνεργάτες του: οι πιο λαομίσητοι και επικίνδυνοι άνθρωποι που θα μπορούσε να βρει κανείς στο κόμμα της Δεξιάς: Φ.Κρανιδιώτης, Ν. Δένδιας, Α, Γεωργιάδης, Μ.Βορίδης κλπ.) είναι ξεκάθαρη: θέλει να πείσει πως «οι ιδέες του κυριαρχούν» και άρα κάθε αντίδραση στην υλοποίησή τους προέρχεται από περιθωριακές ομάδες, συντεχνίες και «βολεμένους». Σε αναλογία του αναρχικού συνθήματος «το δίκιο το έχουν οι εξεγερμένοι», ο Σαμαράς επιδιώκει να προβάλλει το «δίκιο των κυβερνώντων» σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, που ευελπιστεί πως θα νομιμοποιήσει κάθε πολιτική του επιλογή -ακόμη και ακραία ή φαινομενικά παράλογη- εξουδετερώνοντας τις κοινωνικές αντιστάσεις. Βέβαια, αποφεύγει να αναφερθεί στις ίδιες τις ιδέες ή τις μεθόδους που επιστρατεύει για την «κυριαρχία», περιοριζόμενος σε κωμικοτραγικές τηλεπαραστάσεις κατά τις οποίες εμπορεύεται νταηλίκι και πατριωτισμό υπό τις οπαδικές ιαχές των εθελόδουλων (βρες μου μια θέση στην Πυροσβεστική κι εμένα μπάρμπα) ΔΑΠιτών.

Οι μαύρες οθόνες αποτελούν το τέλος της φλυαρίας περί δημοκρατίας και θεσμών, αλλά και τον επιθανάτιο ρόγχο της θεωρίας των δύο άκρων. Πώς θα μπορέσει άλλωστε να επικαλεστεί τη δημοκρατία αυτός που λαμβάνει και εκτελεί αποφάσεις τεράστιας σημασίας απλώς με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου αγνοώντας το συνταγματικά αρμόδιο νομοθετικό όργανο, τη Βουλή, πόσω μάλλον όταν απαξιώνει την ίδια την κοινωνία στης οποίας το όνομα δήθεν λειτουργεί; Πώς θα κινδυνολογήσει και πάλι βασιζόμενος στην τεχνητή θεωρία των δύο άκρων, όταν ταυτίζεται και στηρίζεται εμπράκτως από τους ναζί της Χρυσής Αυγής και τον Καρατζαφέρη, δημιουργώντας στην ουσία ένα και μόνο άκρο: αυτό των υπερασπιστών του απολυταρχισμού, την αναμενόμενη συμμαχία των εκδικητικών, των χαιρέκακων, των μισάνθρωπων, των ατομιστών, των αιμοχαρών;

Ο κοινοβουλευτισμός παίζει τα ρέστα του

Μετά από μερικές μέρες τηλεοπτικών τσαμπουκάδων, χάριν του θεάματος, τα τρία κόμματα της συγκυβέρνησης κατάφεραν τελικά να βγουν από το δήθεν αδιέξοδο, καθώς οι «ανυποχώρητοι» Βενιζέλος και Κουβέλης τελικά υποχώρησαν, και ο «αποφασισμένος» Σαμαράς ενέδωσε στις πιέσεις για περιορισμένη λειτουργία των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών μέσων έως την ίδρυση του νέου φορέα. Έτσι, το κυβερνητικό Τρίο Στούτζες κατάφερε να ικανοποιήσει την εκλογική του πελατεία, ο καθένας με διαφορετικό βέβαια τρόπο, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ επιδόθηκαν σ’ έναν ανταγωνισμό καπελώματος των πολιτών που στέκονται αλληλέγγυοι με την παρουσία τους στα κτίρια της ΕΡΤ σε όλη τη χώρα. Από την άλλη, η Χρυσή Αυγή επιδόθηκε σ’ αυτό που ξέρει να κάνει καλά: στην ολοφάνερη στήριξη της κυβέρνησης με τους γνωστούς της τακτικισμούς του «ναι μεν, αλλά» που ελπίζει πως θα αποκρύψουν την βαθιά συστημικότητα της τουλάχιστον μέχρι τις επόμενες εκλογές.

Ενώ λοιπόν, αρχικά, η Νέα Δημοκρατία φαινόταν πως επιθυμεί είτε την άμεση προσφυγή στις κάλπες είτε την εμπέδωση της κυριαρχίας της στον κυβερνητικό συνασπισμό, φαίνεται πως η πίεση α) από ένα μέρος της κοινωνίας, β) τους δανειστές (βλέπε άρθρο New York Times για πάγωμα δόσεων [3]), γ) από τον διεθνή τύπο (δεκάδες εφημερίδες, τηλεοπτικοί σταθμοί, δίκτυο EBU [4]), δ) από την εγχώρια οικονομική ελίτ (βλέπε αρθρογραφία μεγάλων ιδιωτικών μέσων), την οδήγησαν σε μια προσωρινή συμβιβαστική λύση μεταξύ των τριών, την οποία διευκόλυνε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας [5] για κατάργηση της ΕΡΤ, απόλυση των εργαζομένων, αλλά «συνέχιση της μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και λειτουργία διαδικτυακών μέσων από δημόσιο φορέα για το χρονικό διάστημα έως τη σύσταση και λειτουργία του νέου φορέα» (απόφαση για την οποία δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τους πανηγυρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ).

Το βέβαιο είναι πως (και) αυτή η κυβέρνηση θα είναι βραχύβια, αφού σύντομα θα ζητήσει τη «νωπή λαϊκή εντολή», ώστε ν’ αντιμετωπίσει επικοινωνιακά (μέσω της τεχνητής ασυμφωνίας των πολιτικών κατευθύνσεων ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ) τη νέα «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» που θα δημιουργηθεί (όπως έχουμε ήδη αναλύσει στο κείμενο «Δεν μας φοβίζουν τα νέα μέτρα, μια επικαιροποίηση στο φως των νέων εξελίξεων» [6]). Ήδη, άλλωστε, σχηματοποιούνται οι νέες συμμαχίες στον κοινοβουλευτικό χάρτη, με τη Νέα Δημοκρατία να κινείται ολοένα και εντονότερα προς τη Χρυσή Αυγή και τη δεύτερη να αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να διατηρήσει την ψευδεπίγραφη εικόνα της «αντισυστημικής» δύναμης, πριν καταλήξει στην κυβερνητική συνεργασία με το ακροδεξιό συνοθύλευμα Νέας Δημοκρατίας, (στην πραγματικότητα πρώην) ΛΑ.ΟΣ.

Από την άλλη, η Αριστερά αποδεικνύεται (για μια ακόμη φορά) ανίκανη να διαχειριστεί την ιστορική ευκαιρία που της παρουσιάζεται, κάνοντας μια στροφή προς τη συντήρηση, αντί να ριζοσπαστικοποιείται. Επιδιώκοντας να διευρύνει το εκλογικό του πελατολόγιο ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να προτιμά την αφάλεια της αντιγραφής παλιών δοκιμασμένων συνταγών, και συγκεκριμένα του νεκρού ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 90, αντί να έχει το θάρρος να στραφεί προς αυτό που γεννιέται στην κοινωνία. Ακολουθώντας την πάγια τακτική του καπελώματος των κοινωνικών αγώνων, της «νομιμοφροσύνης» και της υπακοής στην κομματική (εκ των άνωθεν προσδιορισμένη) γραμμή και τις επιταγές της κοινωνίας του θεάματος, η Αριστερά σήμερα, του ΚΚΕ συμπεριλαμβανομένου, κατάντησε ένα brand name, κενό περιεχομένου, μέρος ενός κόσμου που οι κοινωνίες αφήνουν σιγά σιγά οριστικά πίσω τους. (Ενδεικτικά, καθώς μοιράζα φυλλάδια σχετικά με το νερό ως δημόσιο αγαθό, μια ηλικιωμένη κυρία μου είπε θυμωμένη: «δεν ήρθαμε εδώ για τα κομματικά σας», θεωρώντας πως ανήκω σε κάποιο κόμμα. Αυτό, οι στελεχάρες των κομμάτων, δεν το αντιλαμβάνονται).

Όσο κοιτάμε προς τα πάνω μόνο σκοτάδι βλέπουμε. Φρούδες ελπίδες, ματαιώσεις, ξεθωριασμένους ηγετίσκους, (παρα)πολιτική του σαλονιού, των πάνελ και των εκλογικών μπαλκονιών. Είναι συνειδητή, λοιπόν, η επιλογή μας να κοιτάξουμε προς τα κάτω και στην περίπτωση της ΕΡΤ. Όχι στις διοικήσεις της, ούτε στις φίρμες που παρελαύνουν στα παράθυρα της, αλλά στους εργαζόμενους, στους πολίτες που επιθυμούν να συνδράμουν, σ’αυτούς που οραματίζονται κοινωνικά μέσα ενημέρωσης, στους μόνους φορείς δημιουργίας.

ΕΡΤ_Η προοπτική της δημόσιας τηλεόρασης

Καθώς ένα απο τα βασικά χαρακτηριστικά της τηλεόρασης σαν μέσου είναι ο διαχωρισμός του πομπού απ’ τον δέκτη, και η ενισχυμένη εξουσία του πρώτου εις βάρος του δεύτερου, είτε θα πρέπει να εγκαταλείψουμε οριστικά κάθε χρήση του μέσου, είτε να επιδιώξουμε την όσο γίνεται μεγαλύτερη συμμετοχή του μέχρι πρότινος δέκτη σε ό,τι προβάλλει ο πομπός. Είναι ίσως η πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες που βρισκόμαστε μπροστά σε μια υπέροχη ευκαιρία κατάληψης και κοινωνικοποίησης ενός τόσο μεγάλου κρατικού μηχανισμού. Η ΕΡΤ αυτή τη στιγμή βρίσκεται περισσότερο από ποτέ στα χέρια των εργαζομένων και μακριά απ’ αυτά των υπουργών και των διοικητικών εντολοδόχων που διορίζουν κάθε τόσο [7]. Φυσικά, δεν είμαστε βέβαιοι αν πράγματι οι εργαζόμενοι έχουν –και για πόσο- τη διάθεση να προχωρήσουν σ’ ένα τόσο σημαντικό βήμα. Ξέρουμε πως δεν έχουν πια τίποτε να χάσουν, τουλάχιστον οι περισσότεροι-ες εξ’ αυτών. Επίσης, δεν είμαστε βέβαιοι αν το κίνημα έχει τη διάθεση να συμμετάσχει σε μια κατάσταση τόσο συγκρουσιακή με τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς και ποιές θα είναι οι αντοχές του, με το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας να βρίσκεται σε χρόνια πολιτική νάρκωση. Ξέρουμε πως θα έπρεπε να το έχει κάνει εδώ και πολύ καιρό. Αυτό που θα προσπαθήσουμε να δούμε είναι αν όντως αξίζει τον κόπο, θέτοντας παράλληλα κάποιες ενδεικτικές προτάσεις.

Καταρχάς, τι ακριβώς σημαίνει κοινωνικοποίηση και αυτοδιαχείριση ενός δημόσιου μέσου επικοινωνίας; Τίποτε λιγότερο από πλήρη ανεξαρτητοποίηση, εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, κατάργηση κάθε ιεραρχικής σχέσης και αποδέσμευση από σχέσεις εξάρτησης με το Κράτος, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και κάθε λογής κεφαλαιούχο που επιθυμεί να διαφημίσει τα προϊόντα του, υλικά ή άυλα. Πώς μπορεί να χρηματοδοτηθεί; Ως γνωστόν, μέχρι πριν μια εβδομάδα η ΕΡΤ χρηματοδοτούνταν από τους φορολογούμενους μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ και από τις διαφημιζόμενες εταιρίες. Τα έξοδα της, με την υπερκοστολόγηση, της παχυλές αμοιβές διαφόρων, και τις αδικαιολόγητες σπατάλες ξεπερνούσαν κατά πολύ τις πραγματικές οικονομικές ανάγκες για την ομαλή της λειτουργία. Εφόσον, λοιπόν, η ελληνική κοινωνία πράγματι επιθυμεί ένα ολοδικό της βήμα, θα πρέπει και να το στηρίξει χρηματοδοτώντας το, με ελεύθερη συνεισφορά. Για το κόστος λειτουργίας ενός τόσο μεγάλου οργανισμού, φυσικά, και την αναπροσαρμογή των εξόδων οι εργαζόμενοι στην ΕΡΤ θα μπορούσαν να καταθέσουν πολύ περισσότερες προτάσεις και διεξόδους. Μια απλή σκέψη όμως είναι η εξής: αν 3 εκατομμύρια πολίτες συνέχιζαν ν’ αποδίδουν τέσσερα ευρώ το μήνα στην ΕΡΤ, τότε 12 εκατομμύρια ευρώ κάθε μήνα θα ήταν μάλλον αρκετά ώστε ν΄αποφευχθεί κάθε υποχώρηση προς τον κόσμο του μάρκετινγκ και της προώθησης του καταναλωτισμού. Ποιός θα παίρνει τις αποφάσεις; Εφόσον υπάρχει η προοπτική της αυτοδιαχείρισης, τότε οι ήσσονος σημασίας αποφάσεις για τη λειτουργία της μπορούν να λαμβάνονται από τις συνελεύσεις των εργαζομένων, και οι μείζονος σημασίας (αφού το μέσο ανήκει σε όλους) σε ανοιχτές συνελεύσεις με τη δυνατότητα συμμετοχής μέσω διαδικτύου που θα θέτουν προτάσεις προς διαδικτυακή ψηφοφορία (ώστε να μην περιορίζεται η συμμετοχή μόνο στη φυσική παρουσία που δεν είναι εφικτή για όλους-ες).

Ποιοί θα έχουν το δικαίωμα του λόγου στο δημόσιο μέσο; Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε δεδομένη την ελευθερία του λόγου, αναγνωρίζοντας παράλληλα σε μια ελίτ «διάσημων» την αποκλειστικότητα στην εκφορά του δημόσιου λόγου που απευθύνεται στις μάζες. Οι κατασκευασμένες περσόνες, που συνήθως προέρχονται απ’ το χώρο του κοινοβουλίου, του αθλητισμού, του πολιτισμού, της νομικής επιστήμης, αποτελούν συνήθως τις προσκεκλημένες αυθεντίες των τηλεπαραθύρων, άνθρωποι που τις περισσότερες φορές δεν έχουν τίποτε να πουν. Αυτοί μιλούν εξ ονόματος της κοινής γνώμης, σχηματίζοντας την κοινή γνώμη, ακριβώς επειδή έχουν επιλεχθεί για να επιτελέσουν αυτόν το ρόλο. Χιλιοειδωμένες φάτσες που αναπαράγουν χιλιοειπωμένες αρλούμπες εισβάλλουν καθημερινά στη ζωή των παθητικών δεκτών, αιμοδοτώντας την μισοπεθαμένη κυρίαρχη κουλτούρα της ηλιθιότητας που μας περικυκλώνει. Η λειτουργία αυτή είναι απολύτως φυσιολογική για ένα κρατικό μέσο, που λειτουργεί σαν μηχανισμός διαιώνισης της κρατικής κυριαρχίας. Για ένα δημόσιο/κοινωνικό όμως; Γιατί η γνώμη του Άδωνι και της συζύγου του είναι περισσότερο σημαντική από την άποψη του δασκάλου, της σερβιτόρας, του επιπλοποιού, της νοσοκόμας, του τεχνικού υπολογιστών, του κτηνοτρόφου, της φοιτήτριας; Βασικό χαρακτηριστικό ενός δημόσιου μέσου είναι η ελεύθερη συμμετοχή σε αυτό, να είναι δηλαδή βήμα της κοινωνίας στο σύνολό της και όχι, κατ’ αντιστοιχία των ιδιωτικών συμφερόντων μέσων, βήμα μιας κλειστής σέχτας μαϊντανών. Πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό; Μέσω της ελεύθερης δήλωσης συμμετοχής στις εκάστοτε θεματικές ή μη εκπομπές, και της επιλογής των προσώπων μέσω κλήρωσης.

Ένα άλλο ζήτημα είναι η ερευνητική δημοσιογραφία που, στις μέρες της κυριαρχίας του διαδικτύου εις βάρος των άλλων μέσων, είναι ο τομέας στον οποίο τα τηλεοπτικά και έντυπα ενημερωτικά δίκτυα ολόκληρου του πλανήτη ρίχνουν μεγάλη βαρύτητα ώστε να προτάξουν -κατά το δυνατόν- την ποιότητα απέναντι στην ποσότητα της μπλογκόσφαιρας. Ποιός λοιπόν μπορεί ν’ αποφασίζει για τα θέματα τα οποία θα ερευνούν οι εργαζόμενοι ενός δημόσιου μέσου, αν όχι οι ίδιοι οι πολίτες στους οποίους απευθύνονται; Θα μπορούσε κάλλιστα να διεξάγεται μια ηλεκτρονική ψηφοφορία πχ κάθε μήνα, η οποία θα θέτει στην κρίση των ενδιαφερόμενων πολιτών τα ζητήματα αυτά που θα απασχολήσουν τις έρευνες των δημοσιογράφων. Μάλιστα, σε ανάλογο φόρουμ, οι πολίτες θα μπορούσαν να συνεισφέρουν τα μέγιστα στην έρευνα προσθέτοντας πληροφορίες, απόψεις, οπτικοακουστικό υλικό, μειώνοντας το κόστος και τον δαπανούμενο χρόνο και αυξάνοντας παράλληλα τις πηγές και την αξιοπιστία των ερευνών.
Πώς θα μπορούσαν να μειωθούν τα έξοδα χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα; Καθώς το βασικό (υποκριτικό) επιχείρημα της κυβέρνησης εναντίον της λειτουργίας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης είναι το οικονομικό της κόστος, αναρωτιόμαστε: γιατί η ΕΡΤ δαπανά εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο ώστε να προβάλλει αθλητικούς αγώνες ανώνυμων εταιριών; Kαθώς στόχος του δημοσίου μέσου δεν είναι η κερδοσκοπία, αλλά η προσφορά στο κοινωνικό σύνολο, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να μάθουμε τι ακριβώς προσφέρει η παρουσίαση του εταιρικού ανταγωνισμού, πέρα από αρκετά εκατομμύρια ευρώ στις τσέπες απατεώνων; Στη θέση του, φυσικά, θα μπορούσαν να προβληθούν αθλητικές εκδηλώσεις κάθε είδους, των εκατοντάδων ερασιτεχνικών σωματείων σε ολόκληρη τη χώρα.

Μια ακόμη πιθανότητα συμμετοχής των πολιτών στο πρόγραμμα της δημόσιας τηλεόρασης είναι το παιδικό πρόγραμμα, το οποίο έχουμε συνηθίσει να δημιουργείται από ενήλικες με αποδέκτες τα παιδιά. Θεωρεί κανείς πως τα παιδιά, με απλή βοήθεια των ενηλίκων, δεν θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν τη φαντασία, την ενέργεια, τον αυθορμητισμό, τα όνειρα τους μέσω ενός δημόσιου μέσου; Πιστεύει κανείς πως ένα διαθεματικό project διάρκειας ενός έτους με στόχο την παραγωγή μιας μόνο τηλεοπτικής εκπομπής για κάθε σχολικό τμήμα δεν θ’ αποτελούσε μέσο ανάπτυξης των κοινωνικών και γνωστικών δεξιοτήτων των παιδιών, παράλληλα με το ισχυρό κίνητρο που θα έδινε η δημόσια προβολή του έργου τους;

Όλα τα παραπάνω είναι ασφαλώς απλά πρώτες σκέψεις, αποτελούν όμως μια ένδειξη πως η προοπτική του αγώνα για την κοινωνικοποίηση της ΕΡΤ δεν θα ήταν ούτε μάταιος, ούτε βέβαια εύκολος. Αναγνωρίζουμε τις δυσκολίες που ήδη συναντούν οι απολυμένοι εργαζόμενοι και, στεκόμενοι αλληλέγγυοι, τους καλούμε σ’ έναν αγώνα για νίκη όχι απλά εργατική, αλλά ουσιαστικά επαναστατική. Οι κάθε λογής πολιτικάντηδες δίνουν και θα συνεχίσουν να δίνουν έναν αγώνα για την πάρτη τους, για τα μικροπολιτικά τους συμφέροντα, για τ΄αφεντικά τους. Τι γυρεύουμε εμείς μέσα στη νύχτα των άλλων;

«Αν οι προτάσεις μας έχουν έναν τόνο εξωπραγματικό, αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι ουτοπικές, αλλά επειδή είναι ισχυρές οι δυνάμεις που τις αντιμάχονται.»[8] Ας προσπαθήσουμε για το αδύνατο, πριν γίνει αδιανόητο.

Παραπομπές

[1] ΕΛ.ΣΤΑΤ, πρώτο τρίμηνο 2013
[2] Εφημερίδα των Συντακτών, ΕΡΤ: τα 10 «παραμύθια» μιας μετέωρης κυβέρνησης
[3] New York Times, Greek Leaders to Meet in Effort to Save Government
[4] Guardian, ERT shutdown: EBU urges EU leader to overturn Greek government decision
[5] Aπόφαση ΣτΕ
[6] Eagainst.com, Δεν μας φοβίζουν τα νέα μέτρα
[7] Athens.indymedia.org, Φάκελος «οι διορισμοί του Σαμαρά στην ΕΡΤ
[8] Χέρμπερτ Μαρκούζε, «Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος», 1964

Συνδιαμόρφωση κειμένου από: Efor, Ian Delta, AngelV,John Kaps

Resistanbul

960239_566402846716030_1242308127_n

Εδώ και επτά ημέρες, το τουρκικό Κράτος, που θεωρήθηκε χώρα-πρότυπο από το ΔΝΤ, έχει εξαπολύσει μια βίαιη κατασταλτική επίθεση εναντίον των πολιτών, που αρχικά διαμαρτύρονταν για την καταστροφή της φύσης στο πάρκο της πλατείας Ταξίμ και στη συνέχεια άφησαν το αίμα τους στο δρόμο διεκδικώντας την ελευθερία που το «σουλτανικό» καθεστώς τους στερεί. Πρόκειται για τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις στην ιστορία της χώρας, οι οποίες έχουν φέρει σε δύσκολη θέση πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές που όπως και στην περίπτωση της Τυνησίας, αδυνατούν να εξηγήσουν αυτό που ποτέ δεν θα μπορέσουν να καταλάβουν: αδυνατούν να ερμηνεύσουν για ποιόν λόγο οι «αλάνθαστες» στατιστικές τους και τα αναπτυξιακά τους προγράμματα έπεσαν (πάλι) έξω, γιατί το οικονομικό τους μοντέλο, που για χρόνια μάς προπαγάνδιζαν ως το μοναδικό που αποδίδει καρπούς, απέτυχε για μια ακόμη φορά, γιατί μια οικονομία που συνεχίζει να αναπτύσσεται – έστω οριακά- (2,2% το 2012) δεν εξασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη (ή αλλιώς υποταγή) . Φυσικά, γι’ αυτούς, η εκρηκτική και ανεξέλεγκτη δύναμη του αυθόρμητου, οι δαιδαλώδεις επαναστατικοί διάδρομοι που μπορεί ν’ ακολουθήσει η φαντασία των νέων όταν αποφασίσουν να στραφούν εναντίον των καταπιεστών τους είναι κάτι που πέρα για πέρα αδυνατούν να εξηγήσουν, και αντ’ αυτού βρίσκουν διαφόρων ειδών φτηνές δικαιολογίες στρουθοκαμηλίζοντας ότι οι διαδηλωτές είναι μια «χούφτα πλιατσικολόγων» και ανεύθυνων νεαρών που δεν έχουν κανένα πολιτικό κίνητρο παρά μόνο το να επιθυμούν το κάθε τι στο τζάμπα. Όσο κι αν διάφορα γραβατωμένα παπαγαλάκια επιδιώκουν να καλύψουν με συνωμοσιολογικές σκιές την τουρκική εξέγερση, τόσο η έμπρακτη αλληλεγγύη στους δρόμους των τουρκικών πόλεων, η μαχητικότητα και η αυτοθυσία των νεαρών διαδηλωτών, οι μαυροκόκκινες σημαίες και τα συνθήματα και σύμβολα της ελευθερίας στους τοίχους των πόλεων και στα πανό, τους διαψεύδουν.

Η εξέγερση στην Τουρκία δεν είναι ένα αποκλειστικά τουρκικό φαινόμενο, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως μεμονωμένο, και δεν μπορεί να προβλεφθεί η συνέχεια με βεβαιότητα, καθώς η κατάσταση αυτή τη στιγμή είναι αποκλειστικά και μόνο στα χέρια της (πράγματι ετερογενούς) τουρκικής κοινωνίας. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε αν θα σβήσει σταδιακά, αφήνοντας μια σημαντική παρακαταθήκη για το μέλλον, αν θα προκαλέσει σοβαρές πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις στη χώρα ή αν θα σχηματίσει ένα γνήσια επαναστατικό κίνημα που θα συμπαρασύρει σαν ντόμινο και τις υπό ανάφλεξη ευρωπαϊκές κοινωνίες, και ειδικά τη γειτονική ελληνική κοινωνία. Ότι και να γίνει όμως, μια εξέγερση σηματοδοτεί το ξεκίνημα μιας νέας εποχής, καθώς μια νέα πραγματικότητα γεννιέται στους δρόμους που έχει ως βασικό της θεμέλιο την αλληλεγγύη των πολιτών και όχι τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, κάτι που δεν σβήνεται εύκολα όσο και αν προσπαθούν οι διάφορες «πολιτικές» γραφειοκρατίες να το κατευθύνουν εκεί που τους βολεύει. Μήπως, όμως, ήρθε η στιγμή αυτού του είδους η αλληλεγγύη να ξεπεράσει και τα σύνορα, να εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο;

Πολιτικάντιδες, φονταμενταλιστές, αυτο-αποκαλούμενοι προφήτες, ιστορικοί της συμφοράς και διαφόρων ειδών προπαγανδιστές για χρόνια ολόκληρα προσπαθούσαν με κάθε μέσο να μας πείσουν ότι οι δυο λαοί είναι εχθροί μεταξύ τους, ότι δεν έχουν κανένα κοινό δεν έχουν παρά μόνο το σπαθί και το αίμα. Ότι θα πρέπει να είμαστε πάντοτε διαθέσιμοι να δώσουμε τη ζωή μας στον πόλεμο αυτόν, ενάντια στους «κακούς γείτονες» αναζητώντας χαμένα μεγαλεία και δόξες του παρελθόντος. Είναι αναμφισβήτητο ότι οι γεωπολιτικές αντιπαλότητες μεταξύ μας για αιώνες ολόκληρους τροφοδοτούσαν μίση και εντάσεις. Όχι μόνο δεν αρνούμαστε να κοιτάξουμε την ιστορία, αλλά καλούμαστε να την επανεξετάσουμε ταυτόχρονα. Σήμερα που τα αυτοκρατορικά καθεστώτα έχουν καταρρεύσει, οι νέοι «πασάδες» και «βασιλιάδες» έχοντας ως όπλο τους το κέρδος και τις αγορές, συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται λαούς, προωθώντας τα συμφέροντα των ολιγαρχιών, ενώ οι καθημερινοί πολίτες βιώνουν την καταπίεση, την εξαθλίωση και κάθε είδους ταπείνωση μόνο και μόνο για να μην θιχτούν τα συμφέροντα των αγορών και αυτών που αποκομίζουν το κέρδος από το λητρικό σύστημα που ονομάζεται καπιταλισμός. Κάτω από αυτές τις συνθήκες που ολόκληρη η υδρόγειος έχει μετατραπεί οικονομικό καζίνο, εμείς θα συνεχίσουμε  να κοιτάμε στο παρελθόν κλείνοντας τα μάτια στον εργασιακό μεσαίωνα, στην καταστροφή του φυσικού μας περιβάλλοντος και την μετατροπή των πόλεών μας σε μοντέρνες φυλακές μαζανθρώπων που καταναλώνουν και απέχουν, σκύβοντας το κεφάλι παθητικά στις εντολές των αφεντικών; Ή μήπως ήρθε ο καιρός να έρθουμε σε επαφή μεταξύ μας και να αφήσουμε πίσω τα φαντάσματα του παρελθόντος, βλέποντας ότι μόνο η ενότητα και η αδελφοσύνη θα μπορούσε να μας βγάλει από αυτό το αδιέξοδο. Άλλωστε, ούτε έχουμε να χωρίσουμε κάτι μεταξύ μας, αλλά απεναντίας, περισσότερες πολιτισμικές ομοιότητες έχουμε παρά διαφορές.

Έτσι, η ελληνική κοινωνία, η οποία δέχεται την ίδια επίθεση με αυτήν που οδήγησε τους Τούρκους πολίτες στην απόγνωση, μια επίθεση πολυμέτωπη που οι οικονομικοπολιτικές ολιγαρχίες έχουν εξαπολύσει, και την συνεχή κατασταλτική επίθεση του Κράτους, στέκεται πλειοψηφικά αλληλέγγυα στον τουρκικό λαό, εκφράζοντας τη συμπαράσταση της με πορείες, πανό, συνθήματα σε τοίχους και τρικάκια, από την Αθήνα, έως το πιο απομακρυσμένο νησί. Σίγουρα υπάρχουν και εξαιρέσεις καί στις δυο περιπτώσεις! Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να κοιτάξουν μπροστά μένοντας εγκλωβισμένοι σε εθνικιστικές υστερικές αφηγήσεις, όμως αυτοί δεν είναι ούτε πλειοψηφία ούτε σε μια τέτοια κρίσιμη στιγμή θα πετύχουν να μας διχάσουν και πάλι. Η κερδοσκοπική παγίδα των εμπόρων όπλων και όσων έχουν οικονομικό ή πολιτικό συμφέρον από τη καλλιέργεια και την αναπαραγωγή του μίσους μεταξύ των δύο λαών, που έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους, θα βρίσκει πάντα απέναντι της τους πολίτες που αγωνίζονται για την κοινωνική αλληλεγγύη, την ισότητα, την κατάργηση των εθνικών και θρησκευτικών συνόρων. Οι αγωνίστριες κι οι αγωνιστές της Τουρκίας, ας γνωρίζουν πως δίπλα τους δεν ζουν απλά φίλες και φίλοι, αλλά συναγωνίστριες και συναγωνιστές, που ζουν με το ίδιο ακριβώς πάθος για λευτεριά.

«Δεν είμαι Αθηναίος, ούτε Έλληνας πολίτης, αλλά πολίτης του κόσμου.»
Σωκράτης

solidarity_turkey_003

Αθήνα, συγκέντρωση αλληλεγγύης

solidarity_turkey_009

Αθήνα, συγκέντρωση αλληλεγγύης

dsc01871

Θεσσαλονίκη, πανό από συγκέντρωση αλληλεγγύης

_5dm0933

Ιωάννινα, συγκέντρωση αλληλεγγύης

dsc03854

Βέροια, πανό αλληλεγγύης

Περιστέρι, πανό αλληλεγγύης από τους Fentagin

Περιστέρι, πανό αλληλεγγύης από τους Fentagin


Συνδιαμόρφωση από Efor και Michael Theodosiadis

Καταλήψεις Στέγης Παντού!

Ominous-Octopus-Omnibus-500x294

Με την ανεργία να αγγίζει το 30 % μέσα στο 2013 σύμφωνα με τις πιο έγκυρες προβλέψεις, με τους πολίτες ν’ αδυνατούν όλο και πιο συχνά να καλύψουν τις βασικότερες ανάγκες (στέγη, διατροφή, ένδυση κλπ. – ενδεικτικά αναφέρουμε την κατακόρυφη αύξηση των εξώσεων σε μισθώσεις κατοικίας αλλά και σε επαγγελματικές), αλλά και τους ιδιοκτήτες ακινήτων να μην μπορούν πια να αποπληρώσουν τους κάθε λογής φόρους που επιβάλλονται επί της ακίνητης περιουσίας, ενώ, την ίδια στιγμή, το 25% των στεγαστικών δανείων βρίσκονται στο κόκκινο, οι δρόμοι που ανοίγονται μπροστά μας είναι δύο: είτε θα βρεθούμε στα πεζοδρόμια, τις πλατείες και τις στοές των μεγαλουπόλεων μένοντας σε χαρτοσπιτόκουτα, αντιμέτωποι με την πιο μεγάλη ανθρωπιστική κρίση που έχει αντικρίσει η χώρα μετά την κατοχή, συνηθίζοντας στο θέαμα του θανάτου ανθρώπων σε δρόμους ή αίθουσες αναμονής των (διαλυμένων πια) νοσοκομείων και αρκούμενοι στον κυνισμό των πολιτικών που με βαρύγδουπες δηλώσεις λένε «όσοι κοιμούνται στο δρόμο να κάνουν υπομονή να έρθει η άνοιξη», είτε θα ακολουθήσουμε τον άλλο δρόμο, αυτόν της πολυεπίπεδης αντίστασης και του σφετερισμού, στην πράξη, της εξουσίας: μαζικές και συλλογικές καταλήψεις κτιρίων που δεν αξιοποιούνται και μέσα από αυτές, οργάνωση της καθημερινότητας και της ζωής μας σε πρότυπα αυτο-οργάνωσης, αυτοδιαχείρισης και αλληλεγγύης.

Πολλοί βέβαια θα πουν πως «μα το κτίριο αυτό, ίσως να το έχει εγκαταλείψει ο ιδιοκτήτης του εδώ και χρόνια, όμως του ανήκει». Ίσως αυτός ο ισχυρισμός να στέκει νομικά (αν και όχι πάντα), κατά πόσον όμως μπορεί να σταθεί ηθικά ειδικά στην εποχή της πλήρους απονομιμοποίησης (μεταφορικά και κυριολεκτικά) του αστικού πολιτεύματος; Πόσο ανήθικο μπορεί να είναι το νομοθέτημα αυτό που προστατεύει το απαραβίαστο της ιδιοκτησίας, και αφήνει έρμαιο των οικονομικών και κοινωνικών καταστάσεων τον ίδιο τον άνθρωπο; Κι αν, για το νόμο, η κατάληψη στέγης είναι αδίκημα, τότε, ηθικά, τι ακριβώς είναι η ιδιοκτησία; O Προυντόν έγραψε σχετικά με την ιδιοκτησία:

«Αν έπρεπε ν’ απαντήσω στο ερώτημα «τι είναι δουλεία;» κι αν επρόκειτο να απαντήσω με μια λέξη «έγκλημα», θα με καταλάβαιναν αμέσως όλοι. Δεν θα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσω μια μακροσκελή επιχειρηματολογία για να δείξω πως η εξουσία ν’ αποστερείς έναν άνθρωπο απ’ τις σκέψεις του, τη βούληση του και την προσωπικότητα του, κι ότι το να υποδουλώνεις έναν άνθρωπο είναι σαν να τον δολοφονείς. Γιατί τότε στο ερώτημα «τι είναι ιδιοκτησία» να μην μπορώ ν’ απαντήσω παρόμοια «κλοπή», δίχως να ξέρω πως θα με παρεξηγήσουν όλοι, παρόλο που η δεύτερη πρόταση αποτελεί απλώς μια παραλλαγή της πρώτης;» (Π.Ζ. Προυντόν, Τι είναι η Ιδιοκτησία)

Εάν πραγματικά επιθυμούμε να αλλάξει τούτη η ζοφερή κατάσταση, τότε το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι οι νόμοι δεν είναι ούτε δοσμένοι από κάποιον θεό, ούτε γραμμένοι σε κάποια ιερή πέτρα. Τους νόμους είτε τους δημιουργούμε εμείς, είτε μια ολιγαρχία. Μπορούμε να τους αλλάζουμε ή να τους καταργούμε, έχουμε (ηθικά τουλάχιστον) το δικαίωμα αυτό, όταν πραγματικά κρίνουμε ότι αυτό είναι αναγκαίο. Επαναστατικά κινήματα, όπως το εργατικό κίνημα, τα κινήματα των γυναικών, των μειονοτήτων κ.α. ήταν αυτά που κατάφεραν και επέφεραν κοινωνικές αλλαγές, αμφισβητώντας νόμους και αξίες που για την εποχή τους θεωρούνταν θέσφατα. Αυτό δεν το πέτυχαν υπακούοντας στο μοιρολατρικό δόγμα του νόμου και της τάξης, αλλά, αντίθετα, μέσω της επαναστατικής δράσης· μέσα από τις συγκρούσεις με τους μηχανισμούς που προστάτευαν τους εκάστοτε θεσμούς της καταπίεσης. Βέβαια, παρότι τα κινήματα του παρελθόντος πέτυχαν αρκετά, δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν μια στέρεη βάση, μια κοινωνία που θα αυτοθεσμίζεται, αυτοοργανωμένη και δεκτική σε διαρκή κοινωνικό έλεγχο και αμφισβήτηση. Αντιθέτως, αντιμετωπίζουμε και πάλι ένα κλειστό σύστημα εξουσιών, που αποκλείει την γνώμη και την παρέμβαση της πλειοψηφίας, προστατεύοντας αποκλειστικά και μόνο όσους ανήκουν στην ισχυρή, αλλά όχι παντοδύναμη, μειοψηφία. Μήπως, όμως, έφτασε η στιγμή ν’ αμφισβητήσουμε κάθε νόμο τον οποίο δεν συνδιαμορφώσαμε, κάθε στοιχείο της συλλογικής μας συνείδησης που υιοθετήσαμε πριν καν το θέσουμε σε κριτική; Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι ανάγκη να αμφισβητήσουμε ριζικά όλο αυτό το σύστημα ιδεών και νόμων που καθιστούν δυνατή τη συγκέντρωση ιδιοκτησίας, κεφαλαίου και εξουσίας, απομυθοποιώντας και περιφρονώντας την «ιερότητα» όλων όσων αυτά συμβολίζουν.

Είναι σίγουρο ότι θα βρεθούν πολλοί που θα χρησιμοποιήσουν το γνωστό και ιδεολογικά φορτισμένο, ιδιοκτητικό επιχείρημα πως «όποιος θέλει να χρησιμοποιήσει έναν χώρο ας δουλέψει ώστε να μπορεί να τον πληρώσει και, τέλος, ας κάνει μέσα ό,τι επιθυμεί». Αυτού του είδους οι απόψεις (που, φυσικά είναι ευρέως διαδεδομένες σε πολλές αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες), δεν είναι μόνο μυωπικές (δεδομένου ότι η ανεργία, κυρίως στους νέους ξεπερνά τα 50% ενώ το όριο συνταξιοδότησης αγγίζει τα 68-70), αλλά, ταυτόχρονα, αναπαράγουν την αξιακή πεμπτουσία του καπιταλισμού: να μην επιθυμείς και να μην προσφέρεις τίποτα χωρίς αντίτιμο, να απολαμβάνεις μόνο ότι αρκεί να καλύψει ο μισθός σου, διαφορετικά είσαι τεμπέλης. Κοινώς: αυτός που δεν δουλεύει δεν θα φάει (βλ. Μαξ Βέμπερ: Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού). Έννοιες όπως «τεμπέλης» και «τζαμπατζής» έχουν κωδικοποιηθεί με σκοπό να διαφεντέψουν την κοινωνική ανισότητα, την αδικία, τα προνόμια, καθώς χρησιμοποιούνται από διάφορους προπαγανδιστές των ΜΜΕ με σκοπό τον αποπροσανατολισμό. Προσπαθούν μέσω της καλλιέργειας μιας ενοχικής ηθικής να περάσουν το μήνυμα ότι «τα πράγματα είναι καλά και μόνο αυτοί που δεν δουλεύουν πληρώνουν τις συνέπειες των πράξεών τους». Με τέτοιου είδους επιχειρήματα καταστρατηγούνται βασικά δικαιώματα, όπως αυτό της στέγης, που κερδήθηκαν με αίμα και θυσίες εκατομμυρίων ανθρώπων. Το δικαίωμα στην στέγαση είναι αυτονόητο και μή διαπραγματεύσιμο. Εκτός κι αν συμφωνήσουμε με τις ολιγαρχίες πως δεν έχουν όλοι δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, αλλά μόνο όσοι στέκονται αντάξιοι της ανηθικότητας που επιβάλλει η διαδικασία αναρρίχησης στην θέση του ισόβιου εξουσιαστή. Λες και όσοι τα κατάφεραν καλά με τα καπιταλιστικά αξιολογικά κριτήρια, οι έχοντες, δεν τα κατάφεραν εκμεταλλευόμενοι τον μόχθο των μη εχόντων…

Μια άλλη μερίδα ανθρώπων θα υποστήριζε ότι όλες αυτές οι κινήσεις που θα στοχεύουν στην φροντίδα των νεοάστεγων, των αναξιοπαθούντων, θα πρέπει να γίνουν από τους κρατικούς φορείς και όχι από εμάς τους ίδιους. Δηλαδή, από τους αρμόδιους οι οποίοι εκλέχθηκαν «δημοκρατικά» ή διορίστηκαν «αξιοκρατικά» γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Αυτή η τοποθέτηση είναι εσφαλμένη αφού αγνοεί ότι το Κράτος δεν είναι θεσμός που παράσχει αλληλεγγύη αλλά, όπως και κάθε γραφειοκρατικός οργανισμός (όπως θα έλεγε και ο Μαξ Βέμπερ βλ. Essays in Sociology κεφ.8), αποσκοπεί στο κέρδος. Κάθε Κράτος αποτελεί μια επιχείρηση της οποίας απώτερος σκοπός είναι η προστασία της περιουσίας των ολιγαρχιών η οποία παρουσιάζει τα δικά της συμφέροντα ως τα μοναδικά που συμβάλλουν στο κοινό καλό είχε πει ο Μαρξ και ο Ένγκελς, κι έτσι διαιωνίζεται η αδικία καθώς εμείς αδυνατούμε να έρθουμε σε επαφή με την πραγματικότητα, όπου η κατάσταση βαδίζει καθημερινά από το κακό στο χειρότερο. Το γεγονός ότι σε κάποιες χώρες υπάρχει «ισχυρό Κράτος Πρόνοιας» που δίνει στους φτωχούς «ψίχουλα από το τραπέζι των πλουσίων» οφείλεται στους εξής παράγοντες: α) πριν από μερικά χρόνια κάποιοι άνθρωποι συγκρούστηκαν με τα συμφέροντα των ολιγαρχιών κι έτσι κατάφεραν να ελέγξουν τους μηχανισμούς καταστολής για δικό τους όφελος και β) οι ίδιοι οι πλούσιοι αναγνώρισαν ότι αν δεν δώσουν ψίχουλα από το τραπέζι τους η οργή θα μετατραπεί σε έκρηξη, εφαρμόζοντας πλήρως την Μακιαβελική τακτική του «δίνε λίγα για να έχεις πολλά». Τί γίνεται, όμως, όταν σε καθεστώς μαζικής απάθειας οι συγκρούσεις με την καθεστηκυία τάξη απουσιάζουν και αντί για πολιτική δράση υπομένουμε μοιρολατρικά; Τότε η Πρόνοια εξαφανίζεται και μένει σκέτο το Κράτος, το οποίο αρχίζει να δείχνει τον πραγματικό του εαυτό: είσαι άνεργος; Πήγαινε να δουλέψεις δωρεάν! Είσαι άστεγος; Εμείς θα κάνουμε παράνομες τις καταλήψεις ώστε να πεθάνεις στο δρόμο. Αυτή είναι για παράδειγμα η πάγια λογική της Βρετανικής κυβέρνησης που έχει κηρύξει τον πόλεμο σε κάθε είδους αναξιοπαθούντα. Το πιο ανησυχητικό όμως απ’ όλα είναι πως το δικαίωμα στην δωρεάν στέγαση αμφισβητείται με την ανοχή της ίδιας της κοινωνίας (λόγω αδιαφορίας, απάθειας και αποπολιτικοποίησης ή άκρατου συντηρητισμού και αλλοτρίωσης) όλο και περισσότερο αντί να συμβαίνει το αντίθετο, αντί δηλαδή να απορρίπτονται μαζικά στις συνειδήσεις των πολιτών οι πολιτικές δαιμονοποίησης της φτώχειας. Έτσι η στέγαση μετατρέπεται σε προνόμιο για λίγους με τραγικές συνέπειες για τις κοινωνίες μας, καθώς σε όλη την Ευρώπη ψηφίζονται από τα Κοινοβούλια νόμοι που θέλουν παράνομες της καταλήψεις περνάνε δίχως να συναντήσουν καμία αντίσταση (ήδη στην Ολλανδία θεωρείται πλέον ποινικό αδίκημα).

Κλείνοντας, κρίνουμε σκόπιμη την παράθεση μέρους της ανακοίνωσης των αντιεξουσιαστών και αντιεξουσιαστριών που κατέλαβαν το κτίριο στην οδό Σαχίνης 3 στα Ιωάννινα:

«Δε θεωρούμε κανέναν πιο αρμόδιο να φροντίσει για τις ανάγκες και τις ζωές μας πέρα από εμάς τους ίδιους και τις κοινότητές μας. Με όπλο την αυτοοργάνωση και την οριζοντιότητα, παίρνουμε τις ζωές μας στα χέρια μας και δημιουργούμε το δικό μας κόσμο, αυτόν της ελεύθερης κάλυψης των αναγκών χωρίς τη μεσολάβηση κέρδους για κανέναν, τον κόσμο της ελεύθερης δημιουργίας και της ισότιμης απόλαυσης. Δε κλαιγόμαστε στα γραφεία κανενός κομματάρχη (αριστερού ή δεξιού) για να μας λύσει το πρόβλημα για στέγη, παρά δρούμε αυτόνομα και αδιαμεσολάβητα. Δεν εναποθέτουμε τις ελπίδες στο θεό, σε μια αριστερή κυβέρνηση, στο στοίχημα, στην καλή μας τύχη ή στη φιλευσπλαχνία της οικογένειας, αλλά βάζουμε τον πλούτο των γνώσεων, των ικανοτήτων, των εμπειριών, των συναισθημάτων και της ευφυΐας μας στην υπηρεσία των συλλογικών μας αναγκών. Δεν περιμένουμε να ξαναπαχύνουν οι καπιταλιστικές αγελάδες ώστε να μπορεί το κράτος να μας ανέχεται στα ειδικά διαμορφωμένα περιθώρια του ως παράσιτα, αλλά καταλαμβάνουμε και δημιουργούμε χώρους αντιεξουσίας. Δεν ελπίζουμε στο ξεπέρασμα της κρίσης και την ανάκαμψη των αγορών για να βρεθεί μια γωνίτσα και για εμάς, αλλά αγωνιζόμαστε να κάνουμε πράξη τα λόγια του Κροπότκιν, δηλαδή «να κατεδαφίσουμε αυτόν τον κόσμο χτίζοντας το δικό μας».

Και ακριβώς αυτό θα κάνουμε. Θα κατεδαφίσουμε αυτό τον κόσμο για να φτιάξουμε τον δικό μας, όχι από ηρωισμό ή μόνο επειδή έχουμε υψηλά ιδανικά, αλλά γιατί απλώς δεν γίνεται διαφορετικά. Ή ζωή με αξιοπρέπεια ή καπιταλισμός που κακοφορμίζει μέρα με τη μέρα.

Συνδιαμορφώθηκε από: Ian Delta, Michael Theodosiadis, Efor

Σύντομο URL: http://eagainst.com/?p=47404