Menu

EAGAINST.com

Κανείς δεν θα έπρεπε να τους φοβάται πια

Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου, γινόμαστε μάρτυρες μιας, πρωτοφανούς σε ένταση, εκστρατείας κατατρομοκράτησης του εκλογικού σώματος από τη μεριά του ελληνικού και διεθνούς μεγάλου κεφαλαίου, που χρησιμοποιώντας τον πολιτικό του βραχίονα, δηλαδή τα «μνημονιακά» κόμματα και τα ΜΜΕ, επιχειρεί την ουσιαστική ακύρωση της βούλησης της κοινωνίας, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από κοινωνικούς αγώνες από τον Μάιο του 2010 μέχρι σήμερα, αλλά ακόμα και μέσα από τις τελευταίες εκλογές.

Κατά την περίοδο των διερευνητικών εντολών, πρόσχημα της εκστρατείας αυτής υπήρξε ο υποτιθέμενος κίνδυνος της ακυβερνησίας, ενώ μετά την προκήρυξη των νέων εκλογών ένα νέο φάντασμα μας απειλεί: η άτακτη χρεοκοπία, η έξοδος από την Ευρωζώνη και η επιστροφή στη λίθινη εποχή…

Και στις δύο περιπτώσεις βέβαια, ο πραγματικός λόγος εξαπόλυσης αυτής της εκστρατείας είναι η επείγουσα ανάγκη του κεφαλαίου, των τραπεζών και των Νεοφιλελεύθερων πολιτικών ελίτ, για τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης που θα περάσει και θα εφαρμόσει τα εφιαλτικά 77 μέτρα για τα οποία έχουν ήδη δεσμευτεί προεκλογικά με τις υπογραφές τους οι Βενιζέλος και Σαμαράς. Το πόσο επείγουσα είναι αυτή η ανάγκη φαίνεται από το μπαράζ τρομοκρατικών δηλώσεων εγχώριων και ξένων πολιτικών και οικονομικών παραγόντων, όπως επίσης και από την καταιγίδα που μαίνεται στα έντυπα αλλά και ηλεκτρονικά ΜΜΕ.

Τελευταία τους ανακάλυψη προς αυτή την κατεύθυνση, ήταν η δημοσιοποίηση προβλέψεων για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, από διεθνή οικονομικά ινστιτούτα και (διεθνή και ελληνικά) χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, με κορυφαίο παράδειγμα την πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας: 65% υποτίμηση της δραχμής, 22% ύφεση, 34% ανεργία, 32% πληθωρισμός, 12% έλλειμμα, 373% χρέος. Το μόνο που λείπει από το εφιαλτικό τοπίο που φιλοτέχνησε ο κ. Ράπανος είναι οι εξωγήινοι, τα ζόμπι και ο Βελζεβούλης (εφόσον ο Καιάδας είναι ήδη εδώ…!).

Το πώς βγαίνουν αυτά τα νούμερα μικρή σημασία έχει. Η ανυπαρξία επιστημονικής τεκμηρίωσης των πορισμάτων του πονήματος επίσης. Γιατί π.χ. 32% πληθωρισμός και όχι 31% ή 33%; Άλλωστε η CITYGROUP δίνει άλλα νούμερα (60% υποτίμηση, 10% ύφεση, 20% πληθωρισμός, 400% χρέος κλπ.), όπως και η ALPHABANK, η BNP Paribas κ.ο.κ….

Κοινή συνισταμένη όλων αυτών των προβλέψεων που είναι όλες το ίδιο ατεκμηρίωτες και μπακαλίστικες είναι η εμπέδωση στο εκλογικό σώμα και στην κοινωνία, της αντίληψης ότι η αθέτηση των υποχρεώσεων που η χώρα έχει αναλάβει μέσω των μνημονίων, θα την οδηγήσει σε άτακτη χρεοκοπία, την έξοδο από την Ευρωζώνη και το χάος. Αυτό που δεν μας λένε είναι που οδήγησαν τη χώρα τα μνημόνια. Ας δούμε λοιπόν μερικά στοιχεία (στα οποία έχει γίνει λεπτομερής αναφορά σε προηγούμενη ανάρτησή μας):

α) Η ανεργία που παρελήφθη από το 8,9% έφτασε ήδη στο 22,6 % (1.120.097) με τη γυναικεία να βρίσκεται στο 25,7% και τη νεανική στο 52,7 %. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε τα στοιχεία έγκυρα _ πράγμα εξαιρετικά αμφίβολο αφού οι κατηγορίες ανέργων που δεν προσμετρώνται θα ανέβαζαν το ποσοστό 2 – 2,5 εκατοστιαίες μονάδες – πρόκειται για την δεύτερη μεγαλύτερη γενική ανεργία σε όλη την Ευρώπη μετά την Ισπανία, ενώ η νεανική και η γυναικεία κατέχουν πλέον το θλιβερό προνόμιο της πρωτιάς.

β) Η ύφεση που συνεχίζεται για 5η συνεχόμενη χρονιά έφτασε αθροιστικά περίπου στο 13,7% ενώ για το 2012 η Τρόικα προβλέπει 4,7%. Πρόκειται για την Τρίτη προς τα πάνω αναθεώρηση της πρόβλεψης μέσα σε 6 μόλις μήνες (αρχίζοντας από το 2,8% που προέβλεπε το Νοέμβριο 2011 ο προϋπολογισμός) και ενώ ήδη ανακοινώθηκε ύφεση 6,5% για το πρώτο τρίμηνο. Είναι βέβαιο ότι τα μέτρα του Ιουνίου θα εκτοξεύσουν την ύφεση σε νέα ύψη, ανεβάζοντας τη συνολική της πενταετίας  στο τέλος του έτους, σε επίπεδο άνω του 20% – ύφεση πρωτοφανή για τη μεταπολεμική Ευρώπη. Συνεπώς, τα όσα λέγονται τάχα για «Ανάπτυξη» και υγιή αναπτυξιακό καπιταλισμό (εκτός από αηδιαστικά) είναι και εντελώς αβάσιμα.

γ) Το δημόσιο χρέος που παρελήφθη στο 127% του ΑΕΠ έχει φτάσει ήδη στο 165% και «αν όλα πάνε καλά» θα ανέβει στο 198% στο τέλος του 2013. Κι αυτό ενώ υποτίθεται ότι όλα γίνονται για τον περιορισμό του…

Μόνο αυτά τα τρία στοιχεία αρκούν για να αποδείξουν ότι τι πρόγραμμα που επιβλήθηκε στη χώρα, εκτός από ακραία ταξικό (οι ολιγαρχίες απέναντι στους εργαζόμενους) και κοινωνικά βάρβαρο, είναι και αναποτελεσματικό ως προς τους στόχους που υποτίθεται ότι επιδιώκει. Η Ελλάδα δεν πρόκειται να χρεοκοπήσει αν βγει από το ευρώ για τον απλούστατο λόγο ότι είναι ήδη χρεοκοπημένη.

Το πρόγραμμα καταλήστευσης της κοινωνίας, που κατ’ ευφημισμό ονομάζεται «πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής» δεν είναι υλοποιήσιμο, αφού για να πετύχει τους στόχους του θα πρέπει να οδηγήσει μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές παροχές κάθε είδους, σε μηδενικά επίπεδα για τουλάχιστον μια δεκαετία. Με άλλα λόγια, τα μέτρα λιτότητας πρέπει στην πραγματικότητα να μετατραπούν σε μέτρα κατάσχεσης του λαϊκού εισοδήματος και μάλιστα τρέχοντος, προηγούμενου και μελλοντικού. Κάτι τέτοιο όμως – που ήδη άρχισε να συμβαίνει – οδηγεί σε εκμηδενισμό των φορολογικών εσόδων, κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και ασύλληπτη εμβάθυνση της ύφεσης. Μ’ αυτή την έννοια, η πορεία της χώρας προς τον οικονομικό θάνατο που επιβάλλουν τα μνημόνια, είναι τελικά ο ασφαλέστερος δρόμος για ην έξοδό της από την Ευρωζώνη…

Απ’ την άλλη πλευρά, το επιχείρημα των μνημονιακών δυνάμεων ότι η διακοπή χρηματοδότησης από τους δανειστές θα οδηγούσε σε αδυναμία καταβολής μισθών και συντάξεων, είναι επίσης εντελώς αβάσιμο, εφόσον τα δάνεια αυτή τη στιγμή χρησιμοποιούνται σε ποσοστό 91,5% για την αποπληρωμή του χρέους, με στόχο μάλιστα το 100% από τις αρχές του 2013. Ούτε ευρώ δεν πάει στην πραγματική οικονομία και στην κοινωνία, για την οποία μένουν μόνο οι τόκοι, η αποπληρωμή των οποίων θα ταλαιπωρήσει τουλάχιστον τις δύο επόμενες γενιές.

Πέρα όμως απ’ αυτά, πρέπει να τονιστεί πως είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι τυχόν έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη θα συνέφερε τους πιστωτές μας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα έθετε σε κίνδυνο μια σειρά από άλλες οικονομίες (Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Βέλγιο κλπ.) υπονομεύοντας έτσι συνολικά το εγχείρημα της νομισματικής ενοποίησης. Παράλληλα, θα αποσταθεροποιούσε σε απρόβλεπτο βαθμό την παγκόσμια οικονομία, βάζοντας σε κίνδυνο την ούτως ή άλλως πολύ επισφαλή και ασθενική «ανάπτυξη» των Η.Π.Α., πλήττοντας τις κινέζικες εξαγωγές, ρίχνοντας τις τιμές του ρώσικου πετρελαίου και φυσικού αερίου κλπ. Αν σκεφτούμε ότι η κρίση άρχισε με την χρεοκοπία της 31ης σε μέγεθος τράπεζας των Η.Π.Α., αν δούμε τις παρενέργειες που έχει στην Ισπανία η πιθανότητα χρεοκοπίας της 4ης σε μέγεθος τράπεζας της χώρας (ΒΑΝΚΙΑ), καταλαβαίνουμε τον αντίκτυπο μιας χρεοκοπίας Κράτους που βρίσκεται στην ευρωζώνη. Τη σταδιακή συνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας, αποδεικνύουν οι όλο και περισσότερες τις τελευταίες εβδομάδες, δηλώσεις αξιωματούχων και αναλυτών σε Αμερική και Ευρώπη, που προειδοποιούν για τις συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης ή την αποκλείουν εντελώς (σημ.: ήδη το κόστος μιας ελληνικής εξόδου από τη Ευρωζώνη αποτιμάται από πολλούς στο ύψος του ενός τρισεκατομμυρίου ευρώ).

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο ελληνικό αλλά ευρωπαϊκό και παγκόσμιο: Ο μέσος όρος του δημοσίου χρέους των 17 της Ευρωζώνης αγγίζει το 95% του ΑΕΠ τους, η ανεργία βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της 20ετίας (10,9% με τη νεανική στο 22%) και η ύφεση απειλεί πάνω από τα 2/3 των χωρών της. Η Κομισιόν προβλέπει ύφεση 0,5% για το 2012 και είναι βέβαιο ότι μέσα στο καλοκαίρι θα έχουμε αναθεώρηση της πρόβλεψης προς τα πάνω.

Βέβαια, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι μια αναγκαστική έξοδος της χώρας από το ευρώ μπορεί να αποκλειστεί εντελώς, ούτε ότι αν και εφόσον συμβεί θα είναι ανώδυνη. Σε μια τέτοια περίπτωση οι διεθνείς πιέσεις θα είναι αφόρητες και δεν αποκλείεται να πάρουν ακόμη και τη μορφή εμπάργκο στην εισαγωγή πρώτων υλών και βασικών καταναλωτικών αγαθών. Παράλληλα, θα υπάρξουν σίγουρα έντονες πληθωριστικές πιέσεις που θα θέσουν σε κίνδυνο τα ήδη μειωμένα εισοδήματα των εργαζόμενων, ενώ, αν δεν έχει προηγηθεί ένα καλά μελετημένο πρόγραμμα άμεσης κοινωνικοποίησης των τραπεζών, είναι πιθανό να υπάρξει πρόβλημα και με τις καταθέσεις (όσων έχουν ακόμα…). Το ότι τα προβλήματα αυτά είναι πολύ μικρότερα απ’ αυτά που θα δημιουργήσει η συνέχιση της ίδιας Νεοφιλελεύθερης πολιτικής, δεν σημαίνει ότι είναι αμελητέα.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια κατάσταση εξ ορισμού δύσκολη. Μέσα σ’ αυτή τη συγκυρία, οι εκλογές της 17ης Ιουνίου, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, όχι τόσο από την άποψη του εκλογικού αποτελέσματος όσο από αυτήν της ανάγκης συγκρότησης ενός ισχυρού μαζικού κοινωνικού κινήματος που να μπορέσει να εξελιχθεί σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων μετεκλογικά.

Σε περίπτωση που η προσπάθεια της Ν.Δ. για τη συγκρότηση ενός μαύρου Νεοφιλελεύθερου μνημονιακού μετώπου ευοδωθεί και βοηθούντος του καλπονοθευτικού εκλογικού νόμου τη φέρει στην εξουσία, είναι απολύτως απαραίτητη η δημιουργία, η αυτό-οργάνωση μιας ενιαίας κοινωνικής συμμαχίας ενάντια στη φτώχεια και την επέλαση των (ήδη συμφωνηθέντων) νέων μέτρων, μέσω της οικοδόμησης ενός δικτύου θεσμών κοινωνικής αλληλεγγύης:
-συσσίτια σε όσους έχουν ανάγκη,
-οργανωμένη άρνηση πληρωμής των χαρατσιών και των νέων κεφαλικών και ληστρικών φόρων
-αποφυγή κατασχέσεων για όσους αδυνατούν να πληρώσουν τα δάνεια
-μάχη για να μην κλείσει κανένα Νοσοκομείο και κανένα σχολείο
-οικοδόμηση δικτύου νομικής υποστήριξης όσων πλήττονται από τη νέα αντεργατική νομοθεσία και τις αντίστοιχες πρακτικές των εργοδοτών που βασίζονται σ’ αυτή.
-μποϊκοτάζ όπου είναι δυνατόν, των επιχειρήσεων που συνάπτουν ατομικές συμβάσεις,
-ενίσχυση των λαϊκών συνελεύσεων στις γειτονιές
-άμυνα στη βαρβαρότητα που υφίστανται οι μετανάστες και στη δράση των φασιστικών/νεοναζιστικών συμμοριών
-διοργάνωση γενικής πολιτικής απεργίας διαρκείας με προβολή των κοινωνικών πολιτικών προταγμάτων
-αίτημα για συντακτική συνέλευση με σκοπό μια άλλη οικονομική, κοινωνική και πολιτική οργάνωση.

Όλα αυτά θα πρέπει να αποσκοπούν στην όσο το δυνατόν συντομότερη πτώση της νέας κυβέρνησης που θα δείξει για τρίτη φορά μέσα σ’ ένα χρόνο σε όλη την Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο ότι κυβερνήσεις που παίρνουν τέτοια μέτρα δεν μπορούν (και δεν πρέπει) να σταθούν.

Σταθεροί και αδιαπραγμάτευτοι στόχοι του κινήματος πρέπει να είναι η μονομερής διαγραφή ολόκληρου του χρέους, η κατάργηση των μνημονίων, των δανειακών συμβάσεων και των εφαρμοστικών τους νόμων, η έξοδος της χώρας από την Ε.Ε. και την Ευρωζώνη, η κοινωνικοποίηση των τραπεζών και άλλων βασικών τομέων της οικονομίας υπό τον έλεγχο των εργαζομένων σ’ αυτούς με μοντέλα αυτοδιαχείρισης (εκλεγμένα και άμεσα ανακλητά όργανα) και η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας βασισμένη σε ένα τελείως διαφορετικό οικονομικό μοντέλο από αυτό του καπιταλισμού (ή του κρατικού καπιταλισμού).

Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι τέτοια μέτρα είναι αδύνατο να περάσουν χωρίς μια άνευ προηγουμένου ένταση του αυταρχισμού και της καταστολής, ειδικά μάλιστα αφού μια νέα μνημονιακή κυβέρνηση θα επείγεται να τα εφαρμόσει καθώς θα ξέρει ότι η θητεία της θα είναι βραχύβια, ενώ έχει ήδη χαθεί χρόνος με τις δύο προεκλογικές περιόδους. Επίσης, η κατάσταση που υπάρχει αυτή την στιγμή στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ισπανία, κάνει ακόμη πιο επείγουσα την ανάγκη των πιστωτών να τελειώνουν με την Ελλάδα. Το αν αυτή η αναμενόμενη ένταση του αυταρχισμού και ης καταστολής θα σημαίνει απλώς περισσότερες ωμότητες και θηριωδίες από τα ΜΑΤ ή θα πάρει τη μορφή ακόμη μεγαλύτερης συντηρητικοποίησης του νομικού πλαισίου με στόχο η χώρα να κυβερνάται συνεχώς υπό συνθήκες εκτάκτου ανάγκης, ή ακόμα αν θα φτάσει σε κάποιου είδους εκτροπή, είναι κάτι που δεν το ξέρουμε τώρα. Υποχρέωση όμως του κινήματος είναι να είναι έτοιμο για όλα.

Από την άλλη, σε περίπτωση που από τις εκλογές προκύψει μια αριστερή (εντός ή εκτός εισαγωγικών) κυβέρνηση – σε οποιαδήποτε αναλογία – είναι το ίδιο απαραίτητη και οργανωμένη η παρουσία ενός ισχυρού μαζικού κοινωνικού κινήματος. Όχι μόνο για να προασπίσει όσα θετικά βήματα τυχόν πραγματοποιηθούν από όσα εξαγγέλθηκαν, προστατεύοντάς τα (είναι βέβαιο πως αν μια τέτοια κυβέρνηση προχωρήσει σε πλήρη καταγγελία του μνημονίου θα δεχτεί «επίθεση» από τον διεθνή καπιταλισμό), αλλά κυρίως για να την ελέγχει, να την ωθήσει προς τη μεγαλύτερη δυνατή ριζοσπαστικοποίηση και το βάθεμα των κοινωνικών κατακτήσεων, να ακυρώσει τον κίνδυνο γραφειοκρατικοποίησής της που θα την απονεύρωνε και θα την απέκοβε από την κοινωνία, να εμποδίσει τυχόν υπαναχωρήσεις, παλινωδίες και στρογγυλέματα, μια δηλαδή συνεχή διολίσθηση προς τα δεξιά που θα απογοήτευε τον κόσμο, ωθώντας για άλλη μια φορά προς συντηρητικές επιλογές.

Τέλος, είναι απολύτως απαραίτητη η προσπάθεια συντονισμού με τους εργαζόμενους και τα κινήματα όλων των χωρών που πλήττονται από τις πολιτικές λιτότητας των Νεοφιλελεύθερων. Αυτή η διεθνιστική διάσταση είναι πολύ σημαντική αφού είναι βέβαιο ότι τους επόμενους μήνες η κρίση θα ενταθεί σε όλη την Ευρώπη τουλάχιστον.

Οι εκλογές της 17ης Ιουνίου είναι λοιπόν ένα μόνο επεισόδιο στον πόλεμο που ο καπιταλισμός και οι ολιγαρχίες έχουν κηρύξει στην κοινωνία. Αν από αυτές προκύψει μια όσο το δυνατόν πιο προοδευτική κυβέρνηση γίνεται στα πλαίσια του αντιπροσωπευτικού συστήματος, τόσο το καλύτερο. Αλλά ό,τι κι αν συμβεί, το κίνημα πρέπει να συνεχίσει να οργανώνεται για τη μετωπική σύγκρουση με τις ελίτ που θα ακολουθήσει τους επόμενους μήνες. Μια μνημονιακή κυβέρνηση υπό τον Σαμαρά ή οποιονδήποτε άλλο, είναι βέβαιο ότι κάτω από την πίεση των πιστωτών θα περάσει πολύ γρήγορα μέτρα που θα κάνουν και τον πιο δύσπιστο να συνειδητοποιήσει ότι η πολιτική που επιβάλλει η Τρόικα είναι απόλυτα καταστροφική και βάρβαρη. Μεγάλες μάζες θα αλλάξουν στρατόπεδο κάτω από την πίεση της γενικής εξαθλίωσης. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να τις υποδεχτούμε και να αγωνιστούμε μαζί τους στους κοινωνικούς αγώνες που θα χρειαστεί να δώσουμε πάρα πολύ σύντομα.


Shortlink: http://wp.me/pyR3u-aNT

Αυτό που είμαστε. (Του Ίρβιν Γιάλομ)

Ποιός από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποιά απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.

Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της ζωής του. (Για όποιον έχει φιλοσοφικές τάσεις είναι γραμμένα σε γλώσσα σαφή και προσβάσιμη στον μη ειδικό). Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι.

Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία. Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ’ όλ’ αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα.

1. Αυτό που κατέχουμε. Τα υλικά αγαθά είνα απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.

2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων. Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενάουερ γράφει: “Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων… πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ’ τη σάρκα μας”. Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες.

Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει όψη. Οι γνώμες κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι, ή, ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.

3. Αυτό που είμαστε. Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μια καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη. Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή. Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.

Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πως ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες – είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα. Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενάουερ και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην ψυχοδυναμική όσο και στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.

Από το βιβλίο του Irvin Yalom, Στον κήπο του Επίκουρου: αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου, εκδόσεις Άγρα.

O Irvin D. Yalom (1931-) είναι επίτιμος καθηγητής ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ. Μαθητής και συνεργάτης του Rollo May, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους, εν ζωή, εκπροσώπους της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική και είναι συγγραφέας του εγκυρότερου και πληρέστερου εγχειρίδιου υπαρξιακής ψυχοθεραπείας («Existential Psychotherapy»). Το πρώτο του βιβλίο, «Theory and Practice of Group Psychotherapy», έχει μεταφραστεί σε 14 γλώσσες και αποτελεί βασικό διδακτικό εγχειρίδιο σε πολλές σχολές ψυχιατρικής και ψυχοθεραπείας.

Ο Yalom έχει γράψει πολλά ακόμη επιστημονικά βιβλία και άρθρα. Το λογοτεχνικό του έργο αρχίζει όψιμα και περιλαμβάνει δύο συλλογές διηγημάτων («Love’s Executioner» και «Momma and the Meaning of Life») και τρία μυθιστορήματα («When Nietzsche Wept», «Lying on the Couch» και «The Schopenhauer Cure»), που όλα έχουν γίνει μπεστ-σέλλερ σε πολλές χώρες. Όλα του τα λογοτεχνικά βιβλία αποτελούν ιστορίες ψυχοθεραπείας και ο ίδιος τα θεωρεί προέκταση του διδακτικού του έργου, το οποίο, όπως λέει, βρίθει ούτως ή άλλως ιστοριών και διηγήσεων.

Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», «Στο ντιβάνι» και «Η θεραπεία του Σοπενάουερ» (μυθιστορήματα)· «Ο δήμιος του έρωτα» και «Η μάνα και το νόημα της ζωής» (διηγήματα)· «Θρησκεία και ψυχιατρική», «Το δώρο της ψυχοθεραπείας», «Στον κήπο του Επίκουρου – Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου», «Θεωρία και πράξη της ομαδικής ψυχοθεραπείας και Ενδονοσοκομειακή ομαδική ψυχοθεραπεία» (δοκίμια και μελέτες)· «Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά – Μια ψυχοθεραπεία ειπωμένη δυό φορές» (με την Ginny Elkin)· «Θα φωνάξω την αστυνομία» που συνέγραψε με τον R.L.Berger (αφήγημα), ενώ ετοιμάζεται το βιβλίο «Υπαρξιακή ψυχοθεραπεία».

via: Από Κοινού


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-aNL

Το Προεκλογικό Μούδιασμα

Έχοντας ήδη προσπεράσει μια εκλογική διαδικασία, κατά την οποία δεν αναδείχθηκε κάποια κυβέρνηση, βρισκόμαστε και πάλι στις τελευταίες δύο εβδομάδες ενός εκλογικού παζαριού, κατά τις οποίες τα ΜΜΕ δείχνουν ανίσχυρα να προωθήσουν τα πολιτικά κόμματα που ξεκάθαρα λειτουργούν ως φερέφωνα των αγορών και των τραπεζών. Τα κόμματα αυτά αδυνατούν να καταθέσουν έστω και μία πρόταση που ν’ αποτελεί ειλικρινή και λογική συνέχεια του πρότερου κοινοβουλευτικού τους βίου και το ολοένα και πιο διάσημο σχήμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μοιάζει ν’ αποτελεί από τη μία όχημα ελπίδας για μεγάλο μέρος του κόσμου, μια κοινωνική απάντηση στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική τρομοκρατία, και από την άλλη, πιθανότατα, ένα κατ’ όνομα φιλολαϊκό κόμμα που θα καταφέρει να εφαρμόσει χωρίς πολλές αντιδράσεις σκληρά μέτρα, χάριν της δημοσιονομικής πειθαρχίας που επιβάλλει η Νεοφιλελεύθερη πολιτική και η διάσωση του καπιταλιστικού καζίνο.

Στην πραγματικότητα, ανεξαρτήτως του αν όσα προγραμματικά λέει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι ορθά ή θα εφαρμοστούν, η εναντίωση του στο μνημόνιο, ένα διεθνές σύμφωνο στο οποίο συλλογικά έχουμε αποδώσει κάθε ευθύνη για τα δεινά στα οποία έχει περιέλθει η χώρα, τον καθιστά αυτομάτως εκφραστή όλου εκείνου του κομματιού της κοινωνίας που έχει πληγεί σε ανυπολόγιστο βαθμό από τα μέτρα λιτότητας και προβλέπει ότι με την εφαρμογή της νέας συμφωνίας θα πληγεί ακόμη περισσότερο. Φυσικά, με την τρομολαγνία που έχει κυριεύσει τα -κράτος εν κράτει- εγχώρια και κυρίως ξένα ΜΜΕ, κάθε από μέρους τους κριτική στο πρόγραμμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ακυρώνεται αυτομάτως, ακόμη κι αν είναι επί μέρους βάσιμη ή εύλογη, αφού όλες οι τηλεπερσόνες-δημοσιογράφοι κατάφεραν να απωλέσουν την αξιοπιστία τους, εδώ και αρκετά χρόνια, εκτελώντας αδιαμαρτύρητα και ενάντια σε κάθε δεοντολογία και ηθική τις εντολές των διαπλεκόμενων εργοδοτών-χρηματοδοτών τους. Μήπως δεν ήταν οι απαξιωτικές δηλώσεις της Λαγκάρντ που έδωσαν δύο με τρεις επιπλέον μονάδες στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α, ή τα επικριτικά και εντελώς αβάσιμα άρθρα διαφόρων Νεοφιλελεύθερων κρετίνων στο Spiegel και την Bild που προξενούν αντιδράσεις και δυσαρέσκεια στους Έλληνες πολίτες – δυσαρέσκεια που θα εκφραστεί (κυρίως) μέσω της αριστερής ψήφου;

Οι ίδιοι οι καθεστωτικοί σαλτιμπάγκοι δημοσιογράφοι κατάφεραν το εξής: καθετί το οποίο υπερασπίζονται να είναι στα μάτια μεγάλου μέρους της κοινωνίας συστημικό και διαπλεκόμενο και καθετί το οποίο πολεμούν να μοιάζει αντισυστημικό, άρα και θετικό. Το φαινόμενο αυτό, όμως, έχει και αρνητικές συνέπειες, καθώς δεν συμβάλει πάντα στο να εκδηλωθεί αυτού του είδους η «αντισυστημικότητα» μέσα από κάποια αντικαπιταλιστική δράση. Έτσι, ο χωρίς όρια εθνικιστής και λαϊκιστής Σ.Χίος, φαντάζει για ένα μέρος του κόσμου έγκυρος δημοσιογράφος, ο νεοναζί τραμπούκος Κασιδιάρης μοιάζει μάγκας επειδή «την είπε», παίζοντας το βλακώδες επικοινωνιακό παιχνίδι του, στον γνωστό παπαγάλο του Mega, και η Κανέλλη φαίνεται σαν αγνή κομουνίστρια επαναστάτρια «που λέει πάντα την αλήθεια» (χωρίς φυσικά να θέλουμε να συνδέσουμε σε καμία περίπτωση τα τρία αυτά πρόσωπα). Αποτέλεσμα αυτής της κωμικοτραγικής κατάστασης είναι να επικρατεί ένα επικοινωνιακό κομφούζιο έτσι ώστε καθένας να μπορεί να πιστεύει όποια εκδοχή της είδησης ταιριάζει στις στερεοτυπικές του ιδέες, και όπου η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται σε επίπεδο συκοφαντίας και αισχρής ψευδολογίας (όπως οι δύο συνεχόμενες πλαστές «αποκαλύψεις» του Άδωνι). Μιλούν όλοι μαζί αλλά παράλληλα (μερικές φορές και παραληρητικά) χωρίς κανείς ποτέ να λέει κάτι.

Η 7η Μαΐου και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α

Την 7η του Μάη, μόλις λίγες ώρες αφότου έκλεισαν οι κάλπες ο πρόεδρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, Αλέξης Τσίπρας, δήλωσε πως η εκτόξευση των ποσοστών του κόμματός του ήταν μια ειρηνική επανάσταση, όπου οι δυνάμεις του μνημονίου ηττήθηκαν αφού οι ψηφοφόροι έστρεψαν το ενδιαφέρον τους προς τ’ αριστερά και γενικά προς τα αντι-μνημονιακά κόμματα. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α όμως κάθε άλλο παρά επαναστατικό κόμμα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Εμφανίζεται σαν μια πολλά υποσχόμενη δύναμη στον χώρο της Ελληνικής πολιτικής σκηνής που, κατά βάση, αναδεικνύει ένα καθαρά σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα το οποίο, παρά το ότι δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση πολιτική ριζικής ανατροπής, έχει ωστόσο αρκετά θετικά στοιχεία που οφείλουμε να χαιρετήσουμε (π.χ. η εξαγγελία κατάργησης των ΜΑΤ-ΥΜΕΤ, ο αφοπλισμός της αστυνομίας κατά την διάρκεια διαδηλώσεων και η απαγόρευση χημικών αποτελούν σοβαρές ενδείξεις μιας πρόθεσης εκδημοκρατισμού του κράτους, παρά τις όποιες ατέλειες όπως π.χ. η μη κατάργηση των ομάδων ΔΙΑΣ και ΔΕΛΤΑ που είναι από τις πιο κατασταλτικές και εχθρικές στην κοινωνία, η μη εκδίωξη της Frontex και η μή κατάργηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας).

Αναμφισβήτητα η 7η Μαΐου αποτελεί ορόσημο στην μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας, καθώς ανετράπη ως ένα βαθμό το κατεστημένο του παλαιού δικομματισμού. Έτσι, εδώ τίθεται το εξής ερώτημα: Μπορούν οι εκλογές να εκφράσουν μια εξέγερση; Η απάντηση είναι πως οι εκλογές μπορούν να εκφράσουν μια αγανάκτηση ή ν’ αντανακλούν μια τάση πόλωσης και ένα πνεύμα εξέγερσης που υπάρχει στην κοινωνία και υποβόσκει τα θεμέλια του σάπιου κατεστημένου. Ακόμα, όμως, και αν ισχυριστεί κανείς ότι οι εκλογές δεν είναι ικανές να οδηγήσουν σε ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό (πράγμα που κατά την άποψή μας αναμφισβήτητα ισχύει), στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό που αποτυπώθηκε την ημέρα εκείνη ήταν η αποτυχία του καθεστώτος μέσα από τους γνωστούς εκβιασμούς: «είναι ή μνημόνιο ή καταστροφή» (γνωστή φράση του τραγουδιστή Γ.Νταλάρα) να κατευθύνει την κοινωνία να επιλέξει πολιτικά κόμματα που θα υπερασπίζονται τις Νεοφιλελεύθερες πολιτικές άγριας λιτότητας του ΔΝΤ και της Ε.Ε.. Βέβαια, ο σκοπός μιας εξέγερσης που θα οδηγήσει σε επανάσταση είναι η ριζική απελευθέρωσή μας από κάθε είδους καταπιεστική εξουσία, αλλά με στόχο όχι απλά και μόνο την βελτίωση της οικονομικής μας κατάστασης. Πρόκειται για μια μορφή πάλης που αποσκοπεί στην εκ νέου θέσμιση της κοινωνίας πάνω σε πολιτικές βάσεις: στην δημιουργία, δηλαδή, πολιτικών σωμάτων, όπου όλοι οι πολίτες θα μπορούν να συνέρχονται και να συναποφασίζουν μέσα από ανοιχτές συνελεύσεις. Εν ολίγοις, μια επανάσταση θα πρέπει να συμβάλει και στην πολιτικοποίηση των μελών μιας κοινωνίας (πολιτικοποίηση όχι με την κοινοβουλευτική μορφή αλλά κάτω από το πρίσμα της άμεσης δημοκρατίας και της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας) και η μαζική απόρριψη του φαντασιακού της απάθειας και του οικονομισμού.

Τη στιγμή που μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού έχει εναποθέσει της ελπίδες του στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αγνοείται το γεγονός ότι αριστερά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα – είτε πρόκειται για ριζοσπαστικά όπως το Partido Socialista της Χιλής (με την τεράστια κληρονομιά του ιστορικού ηγέτη Salvador Allende) και τους Sandistas της Νικαράγουα, είτε για πιο μετριοπαθή όπως το Γερμανικό Sozialdemokratische Partei – στάθηκαν ανίκανα να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, και ακολούθησαν περισσότερο ή λιγότερο τις επιταγές της Νεοφιλελεύθερης πολιτικής. (Ας αναφέρουμε ενδεικτικά, πως στην Βρετανία, το Εργατικό Κόμμα ήταν αυτό που επέβαλε πρώτο δίδακτρα στα πανεπιστήμια, αρχικά γύρω στις 900 λίρες το χρόνο και μετέπειτα 3700 £ και όχι το κόμμα των Συντηρητικών). Έτσι, με βάση τα δεδομένα αυτά, ποια θα είναι η πραγματική σταδιοδρομία της «αριστερής» κυβέρνησης που προωθεί ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.; Αν κρίνουμε από το γεγονός πως δεν προτείνει έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και μιλά για ανάπτυξη, κατά το πρότυπο της Γαλλικής αριστεράς του Μελανσόν, τότε μάλλον πρόκειται για καπιταλιστικό (μεταρρυθμιστικό) κόμμα, (η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί πεμπτουσία του καπιταλισμού). Κάτω από τις παρούσες συνθήκες, όπου οι πολίτες είναι εξαθλιωμένοι από τις περικοπές αλλά και απομακρυσμένοι εδώ και 4 δεκαετίες από κάθε τάση για κοινωνικούς αγώνες, ίσως αυτά που προτείνει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ν’ αποτελούν για την πλειοψηφία της κοινωνίας μια καλή λύση προκειμένου να σταματήσει η πορεία της ολοένα και αυξανόμενης εξαθλίωσης (αποφεύγοντας ταυτόχρονα να έρθει σε ρήξη με το ίδιο της το σκεπτικό σύμφωνα με το οποίο «έχουμε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία που μπορεί να λειτουργήσει και να ζούμε ανεκτά»), αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν μονόδρομο ή λύση σε όλα μας τα προβλήματα. Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι τομές που θα χρειαστεί να γίνουν, προκειμένου να επιδιώξουμε τον ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, πρέπει να στοχεύουν, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, στην δημιουργία πολιτικής και πραγματικά δημοκρατικής συνείδησης. Εκεί που οφείλουμε να εστιάσουμε την προσοχή μας και να δράσουμε με υπευθυνότητα δεν είναι το ψευτο-δίλημμα «μνημόνιο ή αντιμνημόνιο» αλλά η έξοδος από την κρίση (που δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά, ταυτόχρονα, και πολιτισμική/αξιακή) μέσω της δημιουργίας αντι-δομών στα πλαίσια της πολιτικής αυτονομίας.

Ο μύθος της Ευρωπαϊκής αλληλεγγύης

Πολλοί αριστεροί, μαζί και αρκετοί ψηφοφόροι ή στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, αγνοούν, ή δεν θέλουν να κατανοήσουν, τις πολιτισμικές συγκρούσεις που ταλανίζουν την Ευρώπη αυτή τη στιγμή. Μιλούν για Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη προς την Ελλάδα (μάλιστα στην χθεσινή συγκέντρωση στο Μουσείο Μπενάκη ο Αλέξης Τσίπρας μαζί με τον Κώστα Δουζίνα δήλωσαν πως είναι απολύτως αναγκαίο να υπάρξουν πανευρωπαϊκές κινητοποιήσεις αλληλεγγύης προς την Ελλάδα και κυρίως την Ελληνική αριστερά). Κάτι τέτοιο φαντάζει το λιγότερο δύσκολο καθώς στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού έχει άκρως αρνητική εικόνα για την Ελλάδα (και δεν μιλάμε μόνο για τις χώρες-ατμομηχανές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, αλλά και για την περιφέρεια των P.I.I.G.S [1] ) Από τη μια, στις περισσότερες χώρες της Βόρειας Ευρώπης ο Νεοφιλελευθερισμός έχει καταστεί κοινή λογική, το αυτονόητο, και είναι πραγματικά δύσκολο γι’ αυτούς τους ανθρώπους που καθημερινά βομβαρδίζονται από κατευθυνόμενα δελτία ενημέρωσης να αφουγκραστούν και να κατανοήσουν την ελληνική Οδύσσεια. (Nα θυμίσουμε μήπως στους Ευρωπαϊστές συντρόφους που ονειρεύονται την δημοκρατική Ευρώπη των λαών ότι οι παρακάτω χώρες: Ισπανία, Ανδόρα, Λίχτενσταϊν, Βέλγιο, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Νορβηγία και Σουηδία έχουν ακόμη βασιλιάδες και βασίλισσες;)

Δεν είναι, όμως, τόσο η προπαγάνδα που καθηλώνει τις μάζες, όσο το γεγονός ότι ο καπιταλισμός «ευημερούσε» σε αυτές τις χώρες για χρόνια, έτσι ο μέσος Γερμανός, Φιλανδός ή Ολλανδός πολίτης μπορούσε να εξασφαλίσει δίχως δυσκολία μια άνετη καταναλωτική ζωή. Από την άλλη, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, η κρίση που βιώνουμε είναι ταυτόχρονα και πολιτισμική. Διότι η περιφρόνηση του Νότου και κυρίως της Ελλάδας δεν έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την οικονομία, αλλά και με το γεγονός ότι οι Βορειοευρωπαίοι πάντοτε έβλεπαν με καχυποψία και υπεροψία τους λαούς της Νότιας Ευρώπης (και όσο πιο Ανατολική είναι μια χώρα, όσο πιο κοντά στην Ασία, τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς). Η οικονομική κρίση ήταν απλά η αφορμή για να εκφραστεί αυτή η ιδεοληψία των Βορειοευρωπαίων που θεωρούν τους Έλληνες κατώτερο λαό, μια ιδεοληψία που για όσο καιρό η οικονομία ανθούσε δεν εκδηλωνόταν, καθώς κυριαρχούσαν οι γρήγοροι ρυθμοί ανάπτυξης και η κερδοφορία. Το ξέσπασμα της κρίσης, όμως, έγινε αφορμή ώστε το φαντασιακό του κυρίαρχου λευκού του βορρά να βγει στην επιφάνεια. Η απέχθεια των Βόρειων για τους Έλληνες μεγεθύνεται στην θέα των καμμένων αυτοκινήτων και των επεισοδίων κατά την διάρκεια των συγκρούσεων με τις δυνάμεις καταστολής. Κάτι τέτοιο, αποτελεί, σίγουρα, αποτρόπαιο θέαμα για τους σκληροτράχηλους προτεστάντες του «δούλευε και μην ερεύνα». Έτσι λοιπόν, η Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, πάνω στην οποία ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α προσπαθεί να επενδύσει είναι ανύπαρκτη, με μοναδική εξαίρεση μια μικρή μειοψηφία διανοούμενων και άλλων αριστερών που ελάχιστοι Ευρωπαίοι πολίτες τους παίρνουν στα σοβαρά.

Συνεπώς, αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καλύτερη επιλογή, είναι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση πράγμα που ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α θεωρεί καταστροφή, αλλά αγνοεί το γεγονός πως η Ε.Ε είναι ένα καθαρά αντιδημοκρατικό μόρφωμα, με Νεοφιλελεύθερες βάσεις, αγνοεί και το ενδεχόμενο ότι αν η κυβέρνηση της αριστεράς επιδιώξει διαπραγματεύσεις με τους δανειστές και την Γερμανική κυβέρνηση, η Ελλάδα θα είναι πραγματικά μόνη της, μιας και η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού των χωρών του κέντρου θεωρεί τους Έλληνες υπαίτιους για την κρίση, αναπαράγοντας τα διάφορα ρατσιστικά στερεότυπα των Μέσων Ενημέρωσης, ενώ όταν τα εναλλακτικά δίκτυα διαδίδουν εικόνες φρίκης π.χ. από την καταστολή ή αναφέρονται στις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων πολιτών, θα νιώθει πως πραγματικά αποδίδεται δικαιοσύνη και πως «οι τεμπέληδες Έλληνες λαμβάνουν αυτό που τους αξίζει». Ως εκ τούτου, προκειμένου να υλοποιηθεί μια πραγματική δημοκρατία στην Ελλάδα, η έξοδος από την Ε.Ε. κρίνεται απαραίτητη. Άλλωστε, δεν υπάρχει και κανένα πολιτισμικό κοινό μεταξύ Ελλάδας και Δύσης. Διαφορετικά, θα πρέπει να υπολογίζουμε σε ντόμινο εξεγέρσεων, αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται ακόμα στον ορίζοντα, κυρίως σε ότι αφορά τις χώρες του προτεσταντικού Βορρά (πράγμα που, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι είναι αδύνατο να υπάρξουν αλυσιδωτές μαζικές διαμαρτυρίες και σε αυτές τις χώρες, δεδομένου ότι στον Καναδά οι φοιτητές για πάνω από ένα μήνα βρίσκονται στους δρόμους, ή ότι δεν θα πρέπει να το επιδιώξουμε. Προκειμένου, όμως, να μην καταλήξουν οι κινήσεις μας για κοινωνική αλλαγή σε πανωλεθρία, θα είναι προτιμότερο να ποντάρουμε στα σίγουρα, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να ανεξαρτητοποιηθεί η χώρα από τις δεσμεύσεις της προς την Ε.Ε., και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν γίνει καταγγελία των συμφωνιών που θέτουν την Ελλάδα μέλος του Ευρωπαϊκού καζίνου).

Η αυτονομία στην Ελλάδα

Επιστρέφοντας στην Ελληνική πραγματικότητα, θα πρέπει ν΄ αναγνωρίσουμε και μια θεμελιώδη δυσκολία σε ό,τι αφορά τον ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό προς την κατεύθυνση της αυτονομίας: στην Ελλάδα, η διαλεκτική επανάσταση/παλαιό καθεστώς έχει εθνικιστικές ρίζες (είτε μιλάμε για την κεντροδεξιά πολυκατοικία είτε για την σταλινική ή ρεφορμιστική αριστερά),  λόγω της ιστορικής αλλά και πολιτικής κληρονομιάς μας αφού: α) Η Ελλάδα ήταν πάντα χώρα υποτελής και ποτέ ανεξάρτητη, με αποτέλεσμα να είναι βαθιά ριζωμένος ο πόθος για εθνική ανεξαρτησία – γεγονός που (δι)έστρεφε προς ενός είδους περισσότερο ή λιγότερο ιδιόρρυθμο εθνικισμό σχεδόν κάθε πολιτική παράταξη ή τάση. Ανεξαρτησία όχι για χάρη της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατίας, αλλά χάριν των χαρακτηριστικών του έθνους καθαυτού. β) Η θέσμιση του νεοελληνικού κράτους δεν βασίστηκε πάνω σε φιλελεύθερες βάσεις, αλλά στις Μεγάλες Ιδέες και στον αλυτρωτισμό. Γι’ αυτόν τον λόγο και όλα τα κόμματα επενδύουν πάνω στην πατριωτική ιδεοληψία «πώς να σώσουμε την πατρίδα», συμπεριλαμβανομένου και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (ο οποίος πάντως, παρά το γεγονός ότι δεν ξεφεύγει από αυτήν την σοσιαλδημοκρατική πατριωτική τάση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. της δεκαετίας του ’80, είναι το μόνο κόμμα που τόνισε πως το πρόβλημα δεν είναι Ελληνικό, αλλά Ευρωπαϊκό αν όχι παγκόσμιο).

Συνεπώς, θα πρέπει να δημιουργήσουμε μια νέα «τάση» εντός του κοινωνικού κινήματος, μια τάση προς την αυτονομία, παρά να συσσωρεύουμε ερμηνείες επί ερμηνειών για τα εκλογικά αποτελέσματα, να περιμένουμε τον σωστό καπετάνιο που θα οδηγήσει το πλοίο στον προορισμό του είτε να αναπαράγουμε εθνικιστικές ντετερμινιστικές φαντασιώσεις. Αυτό που, ωστόσο, αξίζει να κρατήσουμε από την όλη αυτή ιστορία της 7ης Μαΐου είναι η τάση διεξόδου από την μίζερη πραγματικότητα. Μια έξοδος που, βέβαια, πραγματοποιείται εντός της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α στο ρόλο του καπιταλιστικού (σοσιαλδημοκρατικού) ναυαγοσώστη. Η διάψευση, όμως, των σοσιαλδημοκρατικών και φιλελεύθερων υποσχέσεων, θα μπορούσε να προκαλέσει μια έκρηξη δημιουργίας νέων ιδεών, λειτουργίας οικονομικών αλληλέγγυων δικτύων και στην ουσία ξεπέρασμα της πλαστικής ευημερίας. Στην πραγματικότητα παρατηρείται μια ξηρασία νέων ιδεών και αδυναμία αναθεώρησης των προταγμάτων στα πλαίσια των υπαρκτών αντικειμενικών συνθηκών

Τέλος εποχής;

Η ελληνική κοινωνία όντας παγιδευμένη ανάμεσα σε εκβιαστικά ψευτο-διλήμματα όπως αρχικά το «Μνημόνιο ή (άτακτη) χρεωκοπία» (που έθεταν ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ.), αργότερα «οικουμενική κυβέρνηση ή χάος» (που έθεταν και πάλι οι ίδιοι), «ευρώ ή καταστροφή» (που συνεχίζουν να θέτουν οι ίδιοι) και πλέον «Μνημόνιο ή ΣΥ.ΡΙΖ.Α.» (που θέτει στοχεύοντας σε αυτοδύναμη κυβέρνηση ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) έχει περιέλθει σε μια κατάσταση μουδιάσματος, ή αλλιώς αναμονής των εξελίξεων. Οι περισσότεροι προφανώς σκεφτόμαστε «τί να διεκδικήσεις από μια υπηρεσιακή κυβέρνηση, σε ποιόν να εναντιωθεί μια γενική απεργία;». Σαν οι κοινωνικές επαναστατικές δράσεις να είναι ένα αλισβερίσι  ανάμεσα σε εξουσιαστές κι εξουσιαζόμενους. Σαν να απαιτείται πάντα ένας άλλος πόλος, σαν η μόνη μορφή κοινωνικού αγώνα να είναι η αντιπαράθεση  σε κάποια εφαρμοζόμενη πολιτική. Όμως, βρισκόμαστε στην ιστορική στιγμή που κρίνονται επαρκείς οι διεκδικήσεις  από το κράτος; Μακριά από κάθε είδους πρινσιπαλισμό, αν κερδίζαμε την ακύρωση της μείωσης μισθών που υπεγράφη τον Φλεβάρη ή αν απλά ακυρωνόταν ένας άλλος άδικος νόμος θα ήμαστε αναμφίβολα ικανοποιημένοι. Αλλά σε ποιό βαθμό; Με άλλα λόγια, συνεχίζουμε να είμαστε στη φάση της άρνησης και του στείρου «όχι στο τάδε» ή είμαστε έτοιμοι, αποφασισμένοι και συνειδητοποιημένοι πως δεν υπάρχει τίποτε να (επανα)διεκδικήσουμε, παρά μόνο να δημιουργήσουμε;

Ακόμη  κι αν κατεβάζαμε τον πήχη, και δεν μιλούσαμε άμεσα για την επιδίωξη μιας κοινωνικής επανάστασης, που θα αναθέσμιζε ουσιαστικά κάθε πτυχή της  ατομικής και συλλογικής μας ζωής, η πιθανότητα κατάρρευσης του πολιτικού και οικονομικού μας συστήματος σαν χάρτινου πύργου δεν φαίνεται πια καθόλου απίθανη. Αν ο κοινοβουλευτισμός απορριφθεί στο φαντασιακό των σύγχρονων ευρωπαϊκών κοινωνιών, με αύξηση της αποχής παντού, όχι τόσο από αδιαφορία, αλλά κυρίως από αποστροφή, ενώ η Ε.Έ έχει εξελιχθεί σε έναν αυταρχικό μηχανισμό που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα εταιρικά συμφέροντα και την στιγμή που ολοένα και περισσότερο αναδύονται αντιεξουσιαστικά προτάγματα από κινήματα (ακόμη κι αν υγιώς αποκηρύσσουν την ιδεολογική «καθαρότητα»), φαίνεται πώς έρχεται η στιγμή που θα χρειαστεί, προεχόντως, να αυτοοργανωθούμε συλλογικά, να δημιουργήσουμε τις δομές αυτές που θα  εξασφαλίσουν το ίδιο μερίδιο εξουσίας σε όλους, την ίδια πρόσβαση στα  βασικά αγαθά σε όλους, την όσο δυνατόν μικρότερη σε κόστος μόχθου, ενέργειας και χρόνου, παραγωγή, χωρίς να ρίξουμε το βάρος απαραίτητα σε άμεσα και απροκάλυπτα συγκρουσιακές πρακτικές – τις οποίες ούτως ή άλλως, λίγο – πολύ, ξέρουμε  σε ποιό βαθμό μπορούμε να τις διαχειριστούμε και τι μπορούμε να περιμένουμε απ’ αυτές.

Έχουμε αυτή τη στιγμή πειραματικές, έστω, αντιδομές που θα λειτουργήσουν σαν θεμέλιο σε μια τέτοια περίπτωση ή δειλιάζουμε μπροστά στην πιθανότητα κάποιας αποτυχίας; Έχουμε ανοίξει κοινωνικό διάλογο σχετικά με το τι θέλουμε, πώς μπορούμε να το εφαρμόσουμε ή μιλάμε εμείς για εμάς; Έχουμε εντάξει στα προτάγματα μας τον παράγοντα της αξιοποίησης  της τεχνολογίας προς όφελος του συνόλου των πολιτών; Έχουμε δημιουργήσει δίκτυα παράλληλης δράσης και επικοινωνίας με κινήματα στην  Ευρώπη και τον κόσμο ή νομίζουμε πως είναι προτιμότερο και με μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας να δράσουμε μόνο σε τοπικό επίπεδο; Μεγάλο κομμάτι του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου παραμένει εγκλωβισμένο μέσα στη δική του αδυναμία να έρθει  σ’ επικοινωνία με τον μέσο πολίτη, και μοναδικό του διακύβευμα είναι η παλαιοαριστερίστικη αντίληψη ότι κάποια στιγμή, η όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, νομοτελειακά θα οδηγήσει στην επανάσταση.  Απάντηση, όμως, στα προβλήματα που ταλανίζουν την Ελληνική κοινωνία δεν ζητείται φυσικά μόνο από τους συνειδητοποιημένους  αναρχικούς. Ζητείται από όλους. Και όλοι, έχουμε την  ευθύνη να περάσουμε από την αυτοκριτική, από την αναγνώριση του σημείου  στο οποίο  βρισκόμαστε, στην δράση και την πράξη. Μετά το προεκλογικό μούδιασμα, ένα είναι βέβαιο, πως θα επανέλθει ο πόνος. Ίσως μικρότερος, ίσως μεγαλύτερος. Θα περιοριστούμε, όμως, και πάλι στα παυσίπονα;

[1] Θα έπρεπε να γίνει δημοψήφισμα στην Ελλάδα, δήλωσε ο Ιρλανδός υπουργός Οικονομικών, Μάικλ Νούναν, προκειμένου οι πολίτες να αποφασίσουν για την έξοδο ή μη από την ευρωζώνη. «Ίσως αυτό είναι που χρειάζεται η Ελλάδα», πρόσθεσε. Ωστόσο, ο κ. Νούναν σημειώνει ότι δεν ασκείται πίεση στην Ελλάδα να αποχωρήσει από το ευρώ, τονίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι το εξής: Γιατί οι Ιρλανδοί πολιτικοί κάνουν τέτοιου είδους δηλώσεις; Ξεχνούν πως το χρέος της Ιρλανδίας είναι τρεις φορές μεγαλύτερο από αυτό της Ελλάδας; Προφανώς και δεν το ξεχνούν. Όμως η Ιρλανδία είναι χώρα της Βόρειας Ευρώπης. Έτσι τα στερεότυπα περί «οκνηρής περιφέρειας» δεν αγγίζουν τους Ιρλανδούς, ενώ, σε αντίθεση με την περίπτωση της Ελλάδας, τυγχάνουν την συμπάθεια των Γερμανικών Μέσων Ενημέρωσης που τους κατατάσσουν στους αναξιοπαθούντες. Μπορούν, έτσι, και αναπαράγουν τον Νεοφιλελεύθερο στρουθοκαμηλισμό. Έπειτα, η Ιρλανδία δεν αντιστάθηκε απέναντι στα μέτρα λιτότητας; Απεναντίας, στο πρόσφατο δημοψήφισμα το 60,3% τάχθηκε υπέρ των περικοπών. Και γιατί η Ευρώπη δεν μιλά με σκληρή γλώσσα απέναντι στους Ιρλανδούς που καταψήφισαν την συνθήκη της Λισσαβώνας και αναγκάστηκαν έπειτα να ξαναψηφίσουν προκειμένου να υπερισχύσει το «ΝΑΙ»; Για τον πάρα πολύ απλό λόγο πως η Ιρλανδία ανήκει στον Βορρά, κάτι που για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνει ότι η κρίση είναι και πολιτισμική.

Συγγραφή: Efor, Michael Th, Ian Delta


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-aNs

Γυναίκες στα στρατόπεδα των Ναζί

Το γυναικείο σώμα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης γυναικών έχανε κάθε αξία, δεχόταν κάθε πειραματισμό, μάθαινε να ζει στον εξευτελισμό και σε ένα ατελείωτο μαρτύριο θανάτου. Μια πολύ σημαντική παράμετρος ήταν η γύμνια του σώματος, η συνεχής δημιουργία συνθηκών ντροπής έτσι ώστε να χαθεί κάθε αξιοπρέπεια, να επιτευχθεί η ζωοποίηση. Όπως γράφει ο Πρίμο Λέβι «Η άχρηστη βαναυσότητα της προσβολής της αιδούς καθόριζε την ύπαρξη όλων των Λάγκερ. Οι γυναίκες του Μπίρκεναου διηγούνται πως, από τη στιγμή που αποκτούσαν μια καραβάνα (από σμαλτωμένη λαμαρίνα), θα έπρεπε να τη χρησιμοποιήσουν για τρεις διαφορετικές χρήσεις: για να πάρουν την καθημερινή σούπα, για τις φυσικές τους ανάγκες τη νύχτα, όταν απαγορευόταν η χρήση του αποχωρητηρίου, και για να πλυθούν όταν υπήρχε νερό στα λουτρά». Και παρακάτω: «Στο Λάγκερ μπαίναμε γυμνοί: μάλλον κάτι παραπάνω από γυμνοί, γιατί όχι μόνον ήμασταν χωρίς ρούχα και παπούτσια (τα οποία κατάσχονταν), αλλά επίσης με ξυρισμένο το κεφάλι και όλο μας το σώμα. Το ξύρισμα ήταν ολικό και εβδομαδιαίο και η συλλογική και δημόσια γύμνια ήταν μια συνθήκη επαναλαμβανόμενη, τυπική και πλήρης νοήματος. Ήταν κι αυτή βία. Καθημερινά στο Λάγκερ εξαναγκαζόμασταν να γδυθούμε αμέτρητες φορές: έλεγχος των ψειρών, έρευνα των ρούχων, έλεγχος της ψώρας, πρωινό πλύσιμο, επιπλέον για τις περιοδικές επιλογές κατά τις οποίες μια “επιτροπή” αποφάσιζε ποιος ήταν ακόμα ικανός για δουλειά και ποιος προοριζόταν για εξόντωση»[1]. Στο Ravensbrück με ξυρισμένο κεφάλι έφταναν οι Εβραίες, οι Πολωνές κλπ και όχι οι Άριες, πχ οι Γερμανίδες, οι Αυστριακές, οι Νορβηγές. Αναμφίβολα το ξύρισμα του κεφαλιού στόχευε στον εξευτελισμό. Τα μαλλιά συμβολίζουν άλλοτε τον ανδρισμό, άλλοτε τη θηλυκότητα. Στόχος της κοπής τους ήταν να χαθεί οποιοδήποτε, έμφυλο ή μη, στοιχείο της προσωπικότητας. Η αφαίρεση του ονόματος είχε έναν παρόμοιο χαρακτήρα επίσης. Το όνομα της κρατούμενης αντικαθιστούσε ένα τατουάζ στο χέρι με έναν αριθμό. Ο αριθμός ήταν το όνομά της. Πέρα από την εκμηδένιση, οι Ναζί αξιοποίησαν και οικονομικά όλη αυτή τη διαδικασία. Χρησιμοποίησαν το μαλλί σαν πρώτη ύλη – «στις 6 Φεβρουαρίου του 1943, ο Himmler πληροφορείται ότι το Υπουργείο Οικονομίας παρέλαβε τρεις χιλιάδες κιλά ανθρώπινο μαλλί από το Άουσβιτς και το Μάϊντανεκ». Αντίστοιχα, βέβαια το τατουάζ με τον αριθμό στην αρχή γινόταν μόνο για τις Εβραίες, μετά για όλες τις γυναίκες. Οι μόνες που εξαιρούνταν ήταν οι Γερμανίδες, αρκεί να μην ήταν Γερμανοεβραίες.

Πέρα από τη γύμνια, το ξύρισμα, και τα τατουάζ που περίμεναν τις κρατούμενες από την αρχή της διαβίωσής τους

Walzkommando: τον κύλινδρο αυτό έπρεπε να σέρνουν οι τιμωρημένες γυναίκες, μέχρι να πεθάνουν…

στα Lager, ιδιαίτερα άτυχες ήταν αυτές οι οποίες θα έπρεπε να γεννήσουν μέσα στα στρατόπεδα. Στην περίπτωση του γυναικείου στρατοπέδου του Άουσβιτς, μια παράγκα όλη κι όλη ήταν αυτή όπου ξεγεννούσαν τα παιδιά. Από μαρτυρία της πρώην Πολωνής κρατουμένης Στανισλάβα Λεσίνκα γνωρίζουμε ότι «Μέσα στην παράγκα δεξιά και αριστερά υψώνονταν τετραώροφα σανιδένια κρεβάτια κι εκεί, πάνω σε βρόμικες κουρελούδες με λεκέδες από ξερά αίματα και περιττώματα, ξάπλωναν από 2-3 γυναίκες στο καθένα… Στη μέση, στο διάδρομο ήταν χτισμένο ένα τραπέζι-σόμπα που άναβε απ’ τις δύο άκρες. Εκεί ξεγεννούσαν τις γυναίκες… Άλλη θέρμανση δεν είχε η παράγκα, η παγωνιά τρυπούσε τα κόκαλα, απ’ το ταβάνι κρέμονταν σταλακτίτες. […] Ως το Μάη του 1943 όλα τα βρέφη που γεννιόντουσαν στο στρατόπεδο τα σκότωναν με τον πιο φριχτό τρόπο. Τα έπνιγαν στο βαρέλι με τις ακαθαρσίες, στη λεγόμενη βούτα. Την εξόντωσή τους την είχε αναλάβει η Κλάρα, μια Γερμανίδα, πρώην νοσοκόμα, που είχε καταδικαστεί για παιδοκτονία… Ακούγαμε τις μπουρμπουλήθρες την ώρα που έπνιγε τα βρέφη. Την άλλη μέρα η δυστυχισμένη μάνα έβλεπε το κορμάκι του παιδιού της έξω από την παράγκα, καταφαγωμένο από τα ποντίκια»[2]. Η μητρότητα τιμωρούταν, λοιπόν, με αποτρόπαιο τρόπο.

Όπως παρατηρεί και η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου: «οι γυναίκες έπρεπε να τιμωρηθούν όχι μόνο για τη φυλή τους αλλά και για το φύλο τους: η Εβραία γυναίκα είναι εκείνη που εγγυάται για τη συνέχιση της φυλής, εφόσον αυτή γεννά τα παιδιά και η μητρότητα είναι άμεσα ελέγξιμη, αντίθετα από την πατρότητα. Σύμφωνα με τη φυλετική λογική το παιδί της Εβραίας είναι αυταπόδεικτα ένας Εβραίος, ακόμη κι όταν αγνοεί κανείς την ταυτότητα του πατέρα ή όταν είναι βέβαιο ότι ο πατέρας είναι Άριος. Η μητρότητα στα στρατόπεδα τιμωρούταν αυστηρά. […] Το ίδιο ισχύει και για τα πειράματα στείρωσης των γυναικών. […] Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποια χειρότερη μορφή βιασμού του γυναικείου σώματος. Οι περισσότερες Εβραίες που υπέστησαν τα πειράματα πέθαναν και το ποσοστό θνησιμότητας των γυναικών ήταν μεγαλύτερο από εκείνο των αντρών. […] Η σεξουαλική επαφή μαζί της απαγορεύεται από τον κανονισμό, εφόσον η Εβραία θεωρείται φυλετικά “ακάθαρτη”. Θα βιασθεί λοιπόν με άλλους τρόπους. Η διωκτική φαντασία, σε συνδυασμό με την φυλετική ιατρική, στο σημείο αυτό επέδειξαν μεγάλη εφευρετικότητα»[3]. Είναι σήμερα γνωστό ότι όσες υφίσταντο “ιατρικά” πειράματα ονομάζονταν από τους Ναζί “κουνέλια”. Η πρώτη φάση πειραμάτων συμπεριλάμβανε εισαγωγή στο σώμα ουσιών που βρίσκονταν στο ξύλο ή στο γυαλί, η δεύτερη φάση αφορούσε τη “μεταμόσχευση οστών” από ένα άτομο σε ένα άλλο. Άλλη μια σημαντική παράμετρος ήταν και ένα είδος τεχνητής εμμηνόπαυσης για τις γυναίκες, στην ουσία αμηνόρροια η οποία προκαλούταν, σύμφωνα με κάποιους γιατρούς, από την κακή διατροφή. Ωστόσο, στο φαγητό οι ναζί έβαζαν βρωμιούχα άλατα για να σκοτώνουν τις σεξουαλικές επιθυμίες!

Ο Λέβι μας μεταδίδει πως τα Lager ήταν πρώτα στρατόπεδα εξόντωσης και εκμηδένισης της προσωπικότητας και, έπειτα, στρατόπεδα εργασίας. Είναι ενδεικτικό αυτό από το είδος της «εργασίας» στο οποίο υποβάλλονταν χιλιάδες κρατούμενες και στην περίπτωση του Ravensbrück όπου η καταναγκαστική δουλειά των κρατουμένων, πριν την εισαγωγή τους σε εργοστάσια, συχνότατα δεν είχε κανένα απολύτως παραγωγικό αποτέλεσμα για τη γερμανική βιομηχανία των ναζί: «Οι γυναίκες του Ravensbrück διηγούνται πως πέρασαν ατέλειωτες μέρες στο διάστημα της καραντίνας (πριν από το σχηματισμό των ομάδων για να δουλέψουν στο εργοστάσιο) φτυαρίζοντας αμμόλοφους: σε κύκλο, στη ζέστη του Ιουλίου, κάθε κρατούμενη έπρεπε να μετακινεί την άμμο από τον δικό της σωρό στο σωρό της διπλανής, δεξιά της, σε ένα είδος γύρω-γύρω όλοι χωρίς σκοπό και χωρίς τέλος, εφόσον η άμμος επέστρεφε στο σημείο από όπου είχε ξεκινήσει»[4].

Παρατηρούμε εδώ άλλη μια εξευτελιστική διαδικασία στην οποία το γυναικείο σώμα δεσμεύεται να συμμετέχει υπό την απειλή εξόντωσης. Στο, δε, Μπίρκεναου όπου οι ανειδίκευτες γυναίκες (λόγω του συνήθους τότε καταμερισμού εργασίας) υπήρξαν χιλιάδες σε σχέση με τους άντρες, είχε δημιουργηθεί ένα ολόκληρο κομάντο για γυναίκες, το κομάντο «Μεξικό», στο οποίο τοποθετούνταν οι γυναίκες που θεωρούνταν άχρηστες.Εκεί θα κρινόταν η τύχη τους, η οποία συνήθως ήταν η εξόντωση μετά έναν-δύο μήνες. Μέσα σε ένα τέτοιο χρονικό διάστημα η Danuta Czech μας πληροφορεί ότι πέρασαν περίπου 50,000 Εβραίες[5].

Τα βασανιστήρια με σκυλιά εναντίον γυναικών δεν σπάνιζαν στα KZ. «Οι περισσότερες αναφέρουν ότι συχνά οι φρουροί έριχναν πάνω τους τα σκυλιά για να διασκεδάσουν. Λέει η Στέλλα Ναχούμ: “Σ’ αυτό το κομάντο είχε σκυλιά, τα είχανε πάντα από πίσω μας. […] ήταν μια κοπελίτσα μικρή, αυτές ήταν τέσσερις αδελφές, Κερκυραίες, δεν μπορούσε να βαδίσει, το χιόνι ήταν ψηλό, ή θα σου έμενε η αρβύλα, ή θα έχανες τη γραμμή σου, στέλνουν τα σκυλιά από πίσω της και την κατασπαράξανε, αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Την κάνανε κομμάτια, κάτι σκυλιά μέχρι εκεί απάνω, σαν θηρία μεγάλα”». «Τόσο τυφλός είναι ο φασίστας σφαγέας, μπροστά στη φύση» έχει γράψει ο Αντόρνο «που σκέφτεται το ζώο μόνον ως μέσον για να ταπεινώσει τους ανθρώπους. Γι’ αυτόν ισχύει […] ότι “ήξερε να μεταμφιέζει το μίσος (του) για ορισμένα πράγματα και ανθρώπους σε ευσπλαχνία απέναντι στα ζώα”. […] Το ανάλαφρο χάιδεμα στα μαλλιά των παιδιών και το τρίχωμα των ζώων σημαίνει: αυτό το χέρι μπορεί να εξοντώσει. Χτυπά χαϊδευτικά το ένα θύμα προτού πατάξει το άλλο…».[6]

Είτε στην είσοδό της, λοιπόν, στο Ravensbrück είτε στην καθημερινότητά της (την «εργασία») και εν τέλει στο θάνατό της, η γυναίκα κρατούμενη αποτελεί εκμηδενισμένο σώμα. Η κορύφωση αυτής της διαδικασίας λαμβάνει χώρα είτε όταν τολμά να εκδηλωθεί το σώμα της θηλυκά (με μία γέννα) είτε όταν μέσω του κύκλου της εξαθλίωσης φτάνει στον τελικό της προορισμό, τον θάλαμο αερίων και την καμινάδα του κρεματορίου. Είναι προφανές ότι τα «εργατικά χέρια» δεν ήταν το βασικό κίνητρο για τη λειτουργία των Lager των Ναζί. Η «selektion» που διεκπεραίωναν προόριζε και κατεύθυνε τους κρατούμενους είτε στη γραμμή της ζωής είτε στη γραμμή του θανάτου. Όμως, όλα τα μέτρα που έπαιρναν μέσα στα KZ δεν ήταν μέτρα επιμόρφωσης εργατών αλλά μέτρα προετοιμασίας θανάτου. Από το στοίβαγμα στα τρένα χωρίς φαί και νερό κατά τη μεταφορά στα στρατόπεδα μέχρι την επίτευξη της απόλυτης εξαθλίωσης με διάφορα μέσα, το κίνητρο ήταν η γερμανική μανία εξόντωσης και όχι οτιδήποτε άλλο. Η έννοια «ικανότητα για εργασία» ήταν άλλος ένας κωδικός της ναζιστικής διόγλωσσας με βάση τον οποίο κρινόταν ότι ο α’ και όχι ο β’ μελλοθάνατος θα ζούσε για ακόμη λίγες ώρες, ή μέρες ή μήνες (άγνωστο πόσο) ζωντανός. Επιλεγόταν να ζήσει αυτός που δεν φαινόταν τόσο εξαθλιωμένος. Και φρόντιζαν, από κει και πέρα, με την καθημερινότητα του KZ να τον ή την εξαθλιώσουν ώστε στην επόμενη selektion να είναι μέσα στη γραμμή του θανάτου ακόμη κι αυτός που προηγουμένως γλίτωσε. Ήταν επόμενο πως οι κρατούμενοι και οι κρατούμενες έπρεπε να ψάξουν μέσα σε ένα παρανοϊκό σύμπαν να βρουν ψυχικά αποθέματα. Οι γυναίκες συνήθιζαν μάλιστα να τρίβουν με κόκκινο χαρτί τα μάγουλά τους για να φαίνονται υγιείς!

Μια “τούρτα γενεθλίων”, δηλαδή μια φέτα ψωμί με ίχνη μαργαρίνης, που προσέφεραν οι συγκρατούμενες στην Έρικα ή ένα νυχτικό που προσπάθησε να βρει η Ρασέλ Παρέντε ανταλλασσοντας λίγες πατάτες ήσαν λεπτομέρειες που κρατούσαν ζωντανή στις κρατούμενες την ελπίδα, την ανθρώπινη επικοινωνία και τη σχέση με τις αξίες της προηγούμενης ζωής τους. Στις μαρτυρίες των γυναικών βλέπουμε πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε η αλληλεγγύη. Η Σάρα Ναχμία, στην ανέκδοτη προφορική μαρτυρία της, αφηγείται ότι χρωστά τη ζωή της στην Πολωνή γιατρό Wanda, η οποία την “ανέλαβε”, και αυτό σήμαινε ότι την πήρε υπό την προστασία της, και όχι μόνο στον χώρο του νοσοκομείου”. Αυτό ήταν ένα συνηθισμένο φαινόμενο. Πάμπολλες είναι οι αφηγήσεις περιστατικών που δείχνουν την αυτοθυσία και την προσπάθεια για βοήθεια ανάμεσα σε εντελώς εξαθλιωμένες γυναίκες».[7]

Αντίστοιχη μαρτυρία έχουμε από μια αγωνίστρια της ΕΠΟΝ , η οποία ήταν μία από τις 16 Ελληνίδες του Ravensbrück. Περιγράφει το ότι μια μέρα που δούλευε στον τόρνο, αφαιρέθηκε και άρχισε να φαντάζεται πως επέστρεψε στο σπίτι της στην πατρίδα της. Η Aufseherin που την επέβλεπε στη δουλειά της, της πέταξε έναν κάλυκα δίπλα στο κεφάλι της. «Ένιωσε, φαίνεται, πως το νούμερο 42320 ταξίδευε αλλού. Είχε για λίγες στιγμές δραπετεύσει από την κόλασή του. Είχε διαπράξει ένα έγκλημα! Από νούμερο, τόλμησε να ξαναγίνει άνθρωπος. Ένα κορίτσι που ονειρευόταν. Όχι! Έπρεπε, ώσπου να πεθάνω, να είμαι το νούμερο 42320 και τίποτε άλλο… Ανταλλάξαμε ματιές με τις συμπατριώτισσές μου. Μιλούσαμε μόνο με τα μάτια. Πονάμε, πεινάμε, παγώνουμε, καιγόμαστε στον πυρετό και δουλεύουμε. Τα μάτια μόνο μας απομένουν για να μιλάμε μεταξύ μας. […] Συνεχίζαμε, κι απ’ αυτό το έσχατο μετερίζι, τον αγώνα του λαού μας. Της γενιάς μας. Ανυπόταχτες! Άνθρωποι ! Όχι νούμερα…».[8]

Άλλες, μάλιστα, τολμούσαν να αντιπαρατεθούν σε αυτή την εξαθλίωση με τον πιο ρητό τρόπο. Αν το γυναικείο εβραϊκό σώμα εκατομμύρια φορές υποδουλώθηκε και διαμελίστηκε, υπήρξαν και περιπτώσεις όπως αυτής της Mala Zimetbaum η γενναία συμπεριφορά της οποίας ενίσχυσε τα ψυχικά αποθέματα εκατοντάδων άλλων γυναικών κρατουμένων. Η Mala Zimetbaum ήταν μια νεαρή Πολωνοεβραία που το καλοκαίρι του 1944 κατάφερε να αποδράσει από το Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Συνελήφθη, όμως, ξανά στα σύνορα με τη Σλοβακία και στάλθηκε πίσω στο στρατόπεδο. «Ενώ περίμενε τους ανακριτές της στο κελί, μια σύντροφος κατόρθωσε να την πλησιάσει και τη ρώτησε: “Πως τα πας Μάλα;”. Απάντησε “Εγώ είμαι πάντα καλά”. Είχε καταφέρει να κρύψει πάνω της ένα ξυράφι”. Πριν την κρεμάσουν έκοψε μια αρτηρία του καρπού της. “Ο SS που εκτελούσε χρέη δημίου προσπάθησε να της αποσπάσει το ξυράφι και η Μάλα μπροστά σε όλες τις γυναίκες του στρατοπέδου, τον χαστούκισε στο πρόσωπο με το ματωμένο χέρι της. Αμέσως έσπευσαν άλλοι φρουροί εξαγριωμένοι: μια κρατούμενη, μια Εβραία, μια γυναίκα τόλμησε να τους προκαλέσει! Ποδοπατήθηκε έως θανάτου και άφησε την τελευταία της πνοή για καλή της τύχη στο καρότσι που τη μετέφερε στο κρεματόριο».[9]

Προσωπικές Μαρτυρίες από το στρατόπεδο συγκέντρωσης γυναικών του Ravensbrück από τις Ruth Meyerowitz , Doris Greenberg, Eva Braun Levine, Blanka Rothschild, Machla Spicehandler Braun, Hilda Kusserow, Gabrielle Weidner
θα βρείτε εδώ

Πηγές
[1] Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν – Πρίμο Λέβι (Άγρας)
[2] Ολοκαύτωμα: άγνωστες πτυχές, Εσδρά Μωυσή, έκδοση της Ισραηλιτικής Κοινότητας Λάρισας (2006), κείμενο “Η μαμή του
Άουσβιτς” (σελ. 26-8)
[3] Η γραφή και η βάσανος: ζητήματα λογοτεχνικής αναπαράστασης, Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου (Εκδόσεις Πατάκη, 2000)
[4] Πρίμο Λέβι, ό.π.
[5] Παρατίθεται στο Αμπατζοπούλου, (1997), ό.π., σελ.37.
[6] Διαλεκτική του Διαφωτισμού – Αντόρνο/ Χόρκχαϊμερ (Νήσος, 1996)
[7] Αμπατζοπούλου, ό.π.
[8] Λούλα Βλαχούτσικου-Γιαννακοπούλου, Κρατούμενη στα στρατόπεδα Ράβενσπρουκ και Μπούχενβαλντ (Παρέμβαση από το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο, Νοέμβριος 1998, προς το Προεδρείο της Ημερίδας για την Διεκδίκηση των Γερμανικών Αποζημιώσεων).
[9] Πρίμο Λέβι, ό.π.

Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το τρίτο τεύχος του περιοδικού Terminal 119,  για την κοινωνική και ατομική αυτονομία.


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-aMs

Μετανάστες, Κράτος και Φασίστες

Σχόλια της oμάδας συντονισμού του eagainst.com

Όσο η κοινωνική κρίση βαθαίνει, τόσο περισσότερο αναζητούνται αποδιοπομπαίοι τράγοι που θα ενοχοποιηθούν για όλα, για την εξαθλίωση που χτυπά την πόρτα του καθενός από εμάς. «Αφού εγώ δεν έχω να φάω, κάποιος πρέπει να πληρώσει γι΄αυτό», σκέφτονται πολλοί. Έχοντας συνδέσει την έννοια της δημοκρατίας με την κλεπτοκρατία, την διαφθορά και τα διαπλεκόμενα συμφέροντα, έχοντας συνδέσει την ευημερία με την υπερκατανάλωση και τον πολιτισμό με την πίστα στα μπουζούκια, οι ελίτ, χρησιμοποιώντας τα πρόθυμα ΜΜΕ και τις ακόμη πιο πρόθυμες ναζιστικές συμμορίες, εντόπισαν το σημείο στο οποίο μπορούν εύκολα να ποντάρουν, ώστε δημαγωγώντας εντελώς ανήθικα και προκλητικά να διαχωρίσουν και να αποπροσανατολίσουν μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Και το σημείο αυτό είναι η στάση απέναντι στη μετανάστευση και τους μετανάστες, την ίδια μάλιστα στιγμή που ένα σημαντικό ποσοστό των νέων (κυρίως πτυχιούχων)εγκαταλείπει την Ελλάδα ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή σε άλλες χώρες ανά την υφήλιο.

Αποτέλεσμα της εντατικής καλλιέργειας του μίσους, του ρατσισμού και της (αυθαίρετης) σύνδεσης της εγκληματικότητας με τη μετανάστευση είναι το χθεσινοβραδικό περιστατικό όπου μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο τρεις μετανάστες – ο ένας σε σοβαρή κατάσταση – έπειτα από επίθεση που δέχθηκαν στο Νέο Κόσμο. Μια ομάδα κρανοφόρων φασιστών μαχαίρωσαν αρχικά έναν 40-χρονο Αλβανικής ιθαγένειας στη διασταύρωση των οδών Κριναγόρου και Δημόνακτος, στο κέντρο της Αθήνας. Είκοσι λεπτά αργότερα τα ίδια άτομα επιτέθηκαν και τραυμάτισαν δύο Πολωνούς πολίτες στη διασταύρωση των λεωφόρων Καλλιρόης και Βουλιαγμένης. Πριν από δυο μέρες, την 30ή Μαϊου, στο σταθμό Αγίου Νικολάου του ΗΣΑΠ, 30 περίπου νεαροί φασίστες (σύμφωνα μάλιστα με αυτόπτες μάρτυρες πολλοί από αυτούς φορούσαν διακριτικά της Χρυσής Αυγής και φώναζαν ρατσιστικά συνθήματα) ξυλοκόπησαν μετανάστη από το Πακιστάν, προκαλώντας του σοβαρά τραύματα στο κεφάλι. Στη συνέχεια, πέταξαν το μετανάστη από το συρμό και έφυγαν προς τον σταθμό των Κ.Πατησίων όπου προέβησαν σε νέα επίθεση, ενώ η αστυνομία που ειδοποιήθηκε κατ’ επανάληψη, δεν προέβη σε καμία σύλληψη.Παρομοίως, την 28η Μαϊου, μετανάστης από το Μπαγκλαντές μαχαιρώθηκε στο σταθμό Ομόνοιας του μετρό, φέροντας σοβαρά τραύματα στο λαιμό και την κοιλιακή χώρα. Κανείς από τους επιβάτες δεν τόλμησε να επέμβει, ενώ ο δράστης χάθηκε στο πλήθος αφού λήστεψε τον τραυματισμένο μετανάστατη, πέρνοντάς του όσα χρήματα είχε μαζί του (130 ευρώ) Την ίδια μέρα, διμοιρίες των ΜΑΤ στα Ιωάννινα σφράγισαν εγκαταλελειμμένο δημόσιο κτίριο, στο οποίο είχαν βρει στέγη μετανάστες, ουσιαστικά ενταφιάζοντας.εντοιχοίζοντάς τους! Ο απεγκλωβισμός και η διάσωσή τους οφείλεται στην άμεση δράση των αντιεξουσιαστιών/τριών της πόλης. Όλα αυτά, μετά το ρατσιστικό πογκρόμ στην Πάτρα, όπου μετά τη δολοφονία ενός Έλληνα πολίτη από τρεις μετανάστες (πράξη η οποίο φυσικά είναι το ίδιο καταδικαστέα με κάθε παρόμοια πράξη βίας ασχέτως με την φυλετική, θρησκευτική, εθνική κλπ. ταυτότητα του δράστη) τρία πούλμαν με νεοναζί της Χρυσής Αυγής, μετέβησαν στο σημείο ώστε να δημιουργήσουν καταστάσεις «αντάξιες» με αυτές που εξέφραζαν τα ιδανικά των ιδεολογικών προγόνων τους, του Χίτλερ, του Ρούντολφ Ες και όσων ναζί βασανιστών δημιούργησαν τον πιο αξέχαστο εφιάλτη στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Αναδημοσιεύουμε ένα εξαιρετικό κείμενο της ομάδας προσφύγων και μεταναστών από τη Θεσσαλονίκη, Clandestina, το οποίο αν και εκτενές, είναι ιδιαίτερα περιεκτικό και πλήρες όσον αφορά το ζήτημα της μετανάστευσης και τους μύθους που έχουν στηθεί γύρω από αυτό.

Μια προσπάθεια ερμηνείας ενός στημένου παιχνιδιού με περισσευάμενους, αναλώσιμους, μετανάστες και φασίστες

Στις 26 Μαρτίου ο υπουργός «προστασίας του πολίτη» Χρυσοχοΐδης ανακοινώνει την ίδρυση 30 κέντρων κράτησης μεταναστών, συνολικής χωρητικότητας 30.000 κρατουμένων (αριθμός υπερδιπλάσιος των φυλακισμένων στο ήδη υπερκορεσμένο «σωφρονιστικό» σύστημα στην Ελλάδα).

Στις 31 Μαρτίου ο υπουργός υγείας Λοβέρδος αναφέρεται σε υγειονομική βόμβα (η ίδια έκφραση που είχε χρησιμοποιήσει και στην απεργία πείνας των 300 μεταναστών εργατών) και ανακοινώνει την κράτηση επ’ αόριστον των μεταναστών που αποτελούν «δημόσιο κίνδυνο».
Τα επιχειρήματα τα γνωστά:

  • Η κατάσταση είναι ανεξέλεγκτη λόγω «απουσίας μεταναστευτικής πολιτικής».
  • Η Ελλάδα δεν χωράει τόσους μετανάστες.
  • Οι μετανάστες αποτελούν απειλή για τη δημόσια υγεία.
  • Οι μετανάστες αυξάνουν την εγκληματικότητα, καθώς προέρχονται από χώρες όπου «η ανθρώπινη ζωή δεν έχει τόση αξία όσο στην πολιτισμένη Δύση».
  • Οι μετανάστες καταστρέφουν το κέντρο της Αθήνας.

Για κάποιες μέρες η δημόσια συζήτηση μονοπωλείται από τις εξαγγελίες των δύο υπουργών και τις αντιδράσεις των κατοίκων των περιοχών για τις οποίες εξαγγέλθηκε η κατασκευή των κέντρων κράτησης, αφού «δεν θέλουν οι περιοχές τους να γίνουν χωματερές για τα σκουπίδια της Αθήνας».

Tο κλίμα άλλαξε για λίγο με την αυτοκτονία του 77χρονου συνταξιούχου Δημήτρη Χριστούλα μπροστά στο ελληνικό κοινοβούλιο και τον βαρύ τραυματισμό του Μάριου Λώλου, προέδρου της ένωσης φωτορεπόρτερ, από επίθεση των ΜΑΤ κατά τη διάρκεια κινητοποιήσεων διαμαρτυρίας που καταστάλθηκαν βίαια. Ωστόσο το θέμα επανέρχεται, καθώς η (νεοναζιστική) ακροδεξιά πλασσάρεται επίμονα στο δημόσιο λόγο ως «λύση στην οποία καταφεύγουν οι κάτοικοι γειτονιών της Αθήνας» οι οποίοι «αντιμετωπίζουν αξεπέραστα προβλήματα εξαιτίας της παρουσίας των μεταναστών» και «δεν έχουν σε ποιον άλλο να στραφούν» αφού «η αστυνομία απουσιάζει» και η μόνη διέξοδος είναι οι περιπολίες των νεοναζί. Τελικά η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται προς την ακροδεξιά «αφού πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα για να αποτραπεί η άνοδος της ακροδεξιάς».

Οι αιτιάσεις περί «υγειονομικής βόμβας» απαντήθηκαν άμεσα από το (κρατικό) ΚΕΕΛΠΝΟ, ενώ το ανεφάρμοστο και αναποτελεσματικό (ως προς τους διακηρυγμένους στόχους του) του μεγαλόπνοου σχεδίου Χρυσοχοΐδη-Λοβέρδου καταδείχθηκε από ανακοινώσεις της Διεθνούς Αμνηστίας, μελών της Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ακόμα και από αξιωματούχους της Ε.Ε.

Πολλοί μίλησαν για ένα προεκλογικό τρυκ. Στο κείμενο που ακολουθεί θα καταδείξουμε ότι όχι απλά δεν έχουμε να κάνουμε με «απουσία μεταναστευτικής πολιτικής» αλλά αντιθέτως πρόκειται για μια στοχευμένη πολιτική επιλογή, στο πλαίσιο της «δημιουργικής καταστροφής» και της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης.

Συγκεκριμένα, θα επιχειρηματολογήσουμε για το ότι αυτή η κρατική επιλογή:

  • αχρηστεύει εργατικό δυναμικό
  • θέτει τους μετανάστες σε καθεστώς ομηρίας από τις μαφίες
  • παράγει απόγνωση σε γειτονιές της Αθήνας
  • διοχετεύει συνολικά στη χώρα τη δυσαρέσκεια από την οικονομική κατάσταση σε ιδεολογίες μισαλλοδοξίας
  • γεννάει φασιστικές πολιτοφυλακές με κοινωνική υποστήριξη
  • τελικά διαμορφώνει μια μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, στο πλαίσιο της οποίας οι Έλληνες έχουν να χάσουν πολύ περισσότερα από ό,τι οι μετανάστες.

Επίσης θα επιχειρήσουμε μια απάντηση στα (παρα)κρατικά επιχειρήματα («δεν χωράνε», «είναι εκατομμύρια», «Δουβλίνο ΙΙ», «έλλειψη ευρωπαΐκής αλληλεγγύης», «παρεμπόριο», «εγκληματικότητα») και θα διατυπώσουμε παρατηρήσεις για τις στάσεις όσων βρίσκονται από την πλευρά της κοινωνικής δικαιοσύνης και απελευθέρωσης.

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Για αρκετές ημέρες βομβαρδιστήκαμε με μια αληθοφανή επιχειρηματολογία διανθισμένη με χονδροειδέστατα ψέματα. Ο δημόσιος λόγος δεν έθεσε κανένα από τα ερωτήματα που είναι απαραίτητα για να αναλυθεί το «πρόβλημα»: Γιατί στοιβάζονται τόσοι άνθρωποι στην Αθήνα; Ποιοι είναι υπεύθυνοι; Ποιοι επωφελούνται; Ποιές πολιτικές επιλογές εξυπηρετεί αυτή η συσσώρευση; Ποιες κοινωνικές μεταβολές προωθούνται; Η προπαγάνδα πάντα απευθύνεται στο θυμικό και όχι στη λογική, πρέπει να φαντάζει ως η μόνη αλήθεια και όσοι αντιπαρατίθενται σε αυτή να παρουσιάζονται ως μη ρεαλιστές.

Το λεγόμενο μεταναστευτικό πρόβλημα προβλήθηκε με τον ίδιο παράλογο τρόπο με τον οποίο όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα παρουσιάστηκαν όχι ως αποτέλεσμα της δομικής αναδιάρθρωσης που επιβάλεται στην Ελλάδα-πειραματόζωο, αλλά επειδή οι Έλληνες είναι τεμπέληδες, έχουμε 1.500.000 δημόσιους υπάλληλους, οι πολιτικοί είναι κλέφτες, το σύστημα υγείας ξοδεύει πολλά για να περιθάλπτει τους μετανάστες κλπ.Έτσι, όπως ένας εκπρόσωπος του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου επελέγη ως πρωθυπουργός για να μας σώσει από τις επιθέσεις του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, μια παρακρατική οργάνωση με κυπατζίδικο παρελθόν και συμμετοχή σε μαφιόζικες συμμορίες και «δουλειές της νύχτας» παρουσιάζεται ως σωτήρας από τις μαφιόζικες συμμορίες και την εγκληματικότητα.

Το γεγονός ότι συνταξιούχοι ωθούνται στην αυτοκτονία και η ευκολία με την οποία τα ΜΑΤ ανοίγουν κεφάλια φωτορεπόρτερ έχει άμεση σχέση με τη δημαγωγία για το μεταναστευτικό, την οποία διαδέχθηκε η δημαγωγία για την «εντυπωσιακή αύξηση της δημόσιας απεύθυνσης των νεοναζί».Εμπροσθοφυλακή αυτής της λαθροχειρίας ήταν τα ΜΜΕ, τα οποία επιδόθηκαν σε μια κλασική ρητορική κατασκευής εξιλαστήριων θυμάτων.

Οι κραυγές των ΜΜΕ

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι μέσα σε ολιγόλεπτα ρεπορτάζ οι αναγγελθέντες χώροι κράτησης αναφέρονταν εναλλάξ ως στρατόπεδα συγκέντρωσης, «κλειστοί χώροι φιλοξενίας»(!), κέντρα υποδοχής ή κέντρα μεταναστών. Η ανάγκη για «τελική λύση» πλασσάρεται ανακατεμένη με φτιασίδια ανθρωπισμού και δημοκρατίας. Τα πλάνα αστυνομικών να εφορμούν με σκυλιά, το ζουμάρισμα σε χειροπέδες περασμένες σε «μελαψούς» και η επαναλαμβανόμενη ως εφιαλτική ηχώ κραυγή «λαθρομετανάστες» σε τι άλλο αποσκοπούν από το να αποστερήσουν τους μετανάστες από την ανθρώπινη ιδιότητα και να τους μετατρέψουν σε θηράματα για τους κυνηγούς κεφαλών; Αν θα μπορούσε κανείς να κατανοήσει την υιοθέτηση ρατσιστικού λόγου από ανθρώπους που ζούνε σε υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας, πώς εξηγείται το γεγονός ότι σε όλη την ελληνική επικράτεια, άνθρωποι οι οποίοι κάνουν μέρες και βδομάδες να δουν μετανάστη, οικειοποιήθηκαν με χαρακτηριστική ευκολία τη δημαγωγία του μίσους; Μπορεί να μοιάζει προφανές, αλλά είναι ταυτόχρονα αναγκαίο να επαναλαμβάνεται αδιάκοπα το γεγονός ότι σε κάθε περίοδο κρίσης χρειάζονται δημόσια θύματα.

Αν τα σύγχρονα ΜΜΕ υπήρχαν στους προηγούμενους αιώνες, θα μας παρουσίαζαν αποκαλυπτικά ρεπορτάζ για το πώς οι γυναίκες στην πυρά, οι μάγισσες, συνουσιάζονταν με το διάβολο, θα πρόβαλαν εμπεριστατωμένες έρευνες που αποδεικνύουν ότι οι ινδιάνοι δεν έχουν ψυχή και η εξόντωσή τους είναι χριστιανικό καθήκον, θα ακούγαμε επαναλαμβανόμενα ότι οι εβραίοι πίνουν το αίμα μωρών κλπ.Η εξάπλωση της υστερικής δαιμονοποίησης βασίζεται σε αρχέγονα ένστικτα.

Οι μετανάστες, τα «καθάρματα»…

Στην Αρχαία Αθήνα, κατά τον εορτασμό των Θαργηλίων εκδίωχναν από την πόλη μετά από δημόσια διαπόμπευση τους «φαρμακούς» ή αλλιώς τα «καθάρματα», δύο άντρες (ο ένας μεταμφιεσμένος σε γυναίκα) που χρησίμευαν ως συμπυκνωμένη αναπαράσταση του κακού. Η τελετουργική εκδίωξη των «καθαρμάτων» θα επέφερε τη θεραπεία της πόλης, την «κάθαρση» (ή το «ξεβρώμισμα», όπως το λένε σήμερα). Σε μια κοινωνία που ρυθμιζόταν μέσω θεατρικών συμβολισμών, αυτή ήταν μια αναίμακτη τελετή, η οποία όμως έφερε τις μνήμες πραγματικών ανθρωποθυσιών του παρελθόντος. Στον ιουδαϊκό κόσμο είχαμε τους αποδιοπομπαίους τράγους, στη Ρώμη τον «homo sacer», η χριστιανική Ευρώπη μεταχειρίστηκε τους διωγμούς των αιρετικών ενώ στις απαρχές του καπιταλισμού το κυνήγι των μαγισσών ήταν επίσημη κρατική πολιτική. Τα αντισημιτικά πογκρόμ των ναζί είναι η πιο πρόσφατη έκφραση μιας αρχέγονης αιματηρής τελετουργίας η οποία συνενώνει την κοινωνία θυσιάζοντας τα «καθάρματα».

Ως σύγχρονοι φαρμακοί, γιατρειά για την ελληνική κοινωνία που βρίσκεται σε κρίση, καταδεικνύονται οι μετανάστες και ποιος θα ήταν καταλληλότερος για το ρόλο της θεραπαινίδας του υπουργού προστασίας του πολίτη από τον υπουργό υγείας; Στο πλευρό τους οι θιασώτες των εκκαθαρίσεων και της «τελικής λύσης» που παρατάσσουν τους αγκυλωτούς σταυρούς μαζί με τα μικρόφωνα των δημοσιογράφων.Το πάντρεμα της «προστασίας» και της «υγείας» δημιουργεί το πλαίσιο όπου ανθεί το αίτημα «να ξεβρωμίσει ο τόπος», να καθαρθεί, να ξεφορτωθούμε τους υπανθρώπους, τα «καθάρματα».

Το πολιτικό κατεστημένο παίρνει το ρίσκο να δημιουργήσει φασιστικό κίνημα προκειμένου να εξασφαλίσει τον κοινωνικό έλεγχο και τη διασφάλιση της τάξης εν όψει των ακόμη χειρότερων ημερών που έρχονται. Ο φασισμός μπορεί να έχει χαρακτηριστικά κινήματος (ενίοτε ανεξέλεγκτου) τελικά όμως κάνει τη δουλειά των αφεντικών. Του καπιταλισμού.

Οι (μέχρι τώρα) επιλογές του (ευρωπαϊκού) καπιταλισμού

Η «λύση του μεταναστευτικού» θα ήταν να υπάρξουν συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης με ελευθερία στις χώρες προέλευσης των μεταναστών. Αφού όμως το πλιάτσικο και η καταλήστευση των χωρών του τρίτου κόσμου είναι το βασικό στήριγμα του παγκόσμιου καπιταλισμού, αυτό είναι προφανώς ανέφικτο. Ειδικά στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, όπου οι πολιτικές ΔΝΤ που εφαρμόζονται σήμερα στην Ελλάδα εφαρμόστηκαν με ακόμα μεγαλύτερη αγριότητα στις χώρες από όπου προέρχονται οι μετανάστες, ο παγκόσμιος καπιταλισμός θέλει να διαχειριστεί τις μεταναστευτικές ροές (που ο ίδιος δημιουργεί) προς όφελός του και ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.

Το 2003 γίνεται γνωστή έρευνα των Ηνωμένων Εθνών σύμφωνα με την οποία αν η ΕΕ θέλει να διατηρήσει το επίπεδο ζωής του 1995 θα χρειαστεί ως το 2025 135 εκατομμύρια μετανάστες. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στο πλαίσιο της κρίσης, καθώς επιλογή των αφεντικών είναι η καταβαράθρωση του επιπέδου ζωής στην Δύση, αυτή η προοπτική αλλάζει. Ενδεχομένως οι αριθμοί να αλλάζουν, όμως η γενική κατεύθυνση παραμένει. Έρευνα του 2008 του Βρετανικού Κοινοβούλιου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ποσοστό 17% της ανάπτυξης είναι αποτέλεσμα της μετανάστευσης. Το 2009, έρευνα του Υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων της Γαλλίας ανακοίνωσε ότι το ετήσιο καθαρό κέρδος της γαλλικής οικονομίας από τους μετανάστες είναι 12,4 δισεκατομμύρια € και τόνισε ότι η είσοδος 100.000 νέων μετανάστων κάθε χρόνο ισοδυναμεί με μείωση κατά 1% του ελλείματος στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Γαλλίας από το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Το Κέντρο για την Αμερικανική Πρόοδο (υπό τη διοίκηση του J. Podesta, μέλους της κυβέρνησης Κλίντον) τον Ιανουάριο του 2010 αποφάνθηκε ότι «η διεύκολυνση των μεταναστών χωρίς χαρτιά για απόκτηση κάποιων νομιμοποιητικών εγγράφων και η προσέλκυση περισσότερων μεταναστών στις ΗΠΑ θα προσέθετε 1,5 τρισεκατομμύριο δολλάρια στην αμερικάνικη οικονομία μέσα στην επόμενη δεκαετία». Προσφάτως, ομάδα ερευνών των Βρυξελλών υπό τον οικονομολόγο Andre Sapir επιβεβαίωσε την αναγκαία για την επιβίωση της Ευρώπης προοπτική εισόδου μεγάλου αριθμού μεταναστών και τόνισε ότι το απόθεμα εργατικού δυναμικού που χρειάζεται η ΕΕ «είναι η βόρεια Αφρική, καθώς η ανατολική Ευρώπη δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες που παλιότερα και μέχρι τη δεκαετία του ’70 κάλυπταν οι μετανάστες από τη νότια Ευρώπη».

Εδώ και χρόνια η Ε.Ε. έχει κάνει σαφές ότι θέλει ένα «ξεσκαρτάρισμα» των μεταναστευτικών ροών, κατά προτίμηση εκτός των συνόρων της, θέλει όμως και παράνομους μετανάστες στο εσωτερικό της γιατί, πέραν του ότι είναι φτηνοί, μειώνουν τα δικαιώματα και τις απαιτήσεις των νόμιμων μεταναστών και στη συνέχεια όλων των εργαζόμενων. Επιπλέον, οι μετανάστες χωρίς χαρτιά μπορούν να «απομακρύνονται» δίχως να διανοούνται να διεκδικούν συντάξεις, επιδόματα κλπ.

Η ύπαρξη αυτού του κατώτατου εργασιακού υποστρώματος δημιουργεί διαίρεση στην εργατική τάξη καθώς αποτελεί καθεστωτική επιλογή η καλλιέργεια ένας θεσμικού ρατσισμού, ο οποίος ανακινεί θέματα όπως η μουσουλμανική μαντήλα, οργανώνει μαζικές απελάσεις Ρομά κλπ, πολιτικές δηλαδή που συντηρούν την ύπαρξη της υποτιμημένης και χωρίς δικαιώματα εργασίας ενώ ταυτόχρονα ικανοποιούν το δημόσιο αίσθημα κατά των μεταναστών το οποίο δημιουργείται από τον κατευθυνόμενο ρατσισμό. Με άλλα λόγια, ο ρατσισμός δεν αποσκοπεί στην κατάργηση του υποτιμημένου εργατικού δυναμικού των μεταναστών χωρίς χαρτιά αλλά στη διατήρηση και αναπαραγωγή του υπό καθεστώς φόβου. Για να το πούμε αλλιώς, ο ρατσισμός ρίχνει τα μεροκάματα. Όταν όμως το ζήτημα δεν είναι η διαχείριση ενός φτηνού εργατικού δυναμικού αλλά το στοίβαγμα ανθρώπων-σκουπιδιών σε περιβάλλον γενικευμένης κρίσης, τότε δεν επαρκεί ο ρατσισμός, γι’ αυτό κατεβαίνουμε ένα σκαλί παρακάτω, στο φασισμό.

…από την υπερεκμετάλλευση στους ανθρώπους σκουπίδια…

Ο καπιταλισμός της ανάπτυξης χρειάζεται φτηνό εργατικό δυναμικό. Ο καπιταλισμός της καταστροφής χρειάζεται ανθρώπους-σκουπίδια. Αν τη δεκαετία του ’90 οι εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες από την Αλβανία είχαν στοιβαχτεί στο κέντρο της Αθήνας, αντί να αποτελέσουν φτηνή εργατική δύναμη στα χωράφια και στις οικοδομές, θα μιλούσαμε και τότε για ένα «πρόβλημα που έγινε ανεξέλεγκτο». Αντιθέτως, η δεκατία του ’90 ήταν η χρυσή εποχή της ανάπτυξης. Παρομοίως, έως το 2007 οι κύριες πύλες εισόδου στην Ευρώπη μεταναστών χωρίς χαρτιά ήταν η Ισπανία και η Ιταλία αλλά δεν εμφανίστηκαν περιπτώσεις «Αγίου Παντελεήμονα». Σε αυτές τις χώρες η διαχείριση των μεταναστών εξακολουθεί και σήμερα να βασίζεται στην εκμετάλλευση της φτηνής εργατικής δύναμης για την παραγωγή.

Η Ελλάδα αποτελεί ένα πειραματόζωο για την «δημιουργική καταστροφή». Έτσι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι (οι μετανάστες μέχρι τώρα, οι ντόπιοι στο άμεσο μέλλον) αντιμετωπίζονται όχι πια ως ένα φτηνό εργατικό δυναμικό, αλλά ως «άνθρωποι-σκουπίδια», περιττοί για την καπιταλιστική οικονομία -μέχρι αυτή να τους «χρειαστεί», όταν κριθεί ότι η συνολική υποτίμηση έχει πια καταστήσει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό -ντόπιων και μεταναστών- επαρκώς κερδοφόρο). Οι μετανάστες «δεν χωράνε στην Ελλάδα» για τον ίδιο λόγο που δεν χωράνε και οι Έλληνες: εξαιτίας της απόφασης για διάλυση της παραγωγικής διαδικασίας και μελλοντική ανασυγκρότησή της με όρους μεγαλύτερης κερδοφορίας.

Επιπλέον, η συστηματική υποβάθμιση των μεταναστών είναι αποτέλεσμα πολιτικής απόφασης στο πλαίσιο του πειράματος που συντελείται σήμερα στην Ελλάδα, δηλαδή στο πλαίσιο της δημιουργίας και διαχείρισης μιας εσωτερικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης. Παρόμοιες αποθήκες/χωματερές ανθρώπινου δυναμικού υπάρχουν στα αμερικάνικα γκέτο ή στα γαλλικά προάστια. Η διαφορά είναι ότι δεν βρίσκονται στο κέντρο – η χωροθέτηση στο κέντρο της Αθήνας εξυπηρετεί άλλες πολιτικές και ας δούμε πρώτα ποιοι κερδίζουν άμεσα από αυτό το στοίβαγμα.

Όμηροι μιας μηχανής θανάτου

Όταν οι αλβανοί μετανάστες περνούσαν παράνομα τα σύνορα, χρειάζονταν απλώς κάποιους που να ξέρουν τα περάσματα στα βουνά. Δεν υπήρχε ανάγκη για τη δημιουργία του τεράστιου κυκλώματος δουλεμπορίου που στήθηκε μετά το 2000 και τους «ανθρωπιστικούς πολέμους» ενάντια στην «τρομοκρατία», ένα κύκλωμα που ξεκινά από ένα χωριό του Αφγανιστάν ή του Μπαγκλαντές και φτάνει σε κάποιο υπόγειο στην Αθήνα όπου οι μετανάστες κρατούνται όμηροι μέχρι να πληρώσουν τα λύτρα στις μαφίες. Πρόκειται για ένα τεράστιο κύκλωμα στο οποίο συμμετέχουν δουλέμποροι, αστυνομικοί, άνθρωποι της νύχτας, νταβατζήδες και πρεζέμποροι, φασίστες και μαχαιροβγάλτες. Αυτό το κύκλωμα έχει τεράστια κέρδη που ξεπερνούν κατά πολύ το εμπόριο ηρωίνης. Κάθε μετανάστης που φτάνει στην Ελλάδα έχει ξοδέψει χιλιάδες ευρώ για να φτάσει μέχρι εδώ. Κάθε πέρασμα συνόρων σημαίνει την καταβολή στο κύκλωμα ενός ποσού που κυμαίνεται από μερικές εκατοντάδες έως και 4 χιλιάδες ευρώ. Αυτά είναι τεράστια ποσά για ανθρώπους που προέρχονται από χώρες όπου το μέσο ετήσιο εισόδημα είναι 600-800 ευρώ και το μεροκάματο δεν ξεπερνά τα 3 ευρώ.

Πώς συγκεντρώνονται αυτά τα ποσά; Στις χώρες προέλευσης των μεταναστών οι οικογενειακοί δεσμοί είναι ιδιαίτερα ισχυροί και οι οικογένειες πολυπληθείς (συχνά ένα χωριό αποτελείται από δύο μεγάλα σόγια). Τα χρήματα συγκεντρώνονται από ολόκληρο το σόι πουλώντας γη, ζώα, σπίτια. Συνήθως το ποσό που συγκεντρώνεται και πάλι δεν φτάνει. Τότε πρέπει να δανειστούν από το κύκλωμα διακίνησης. Συχνά, όταν ο μετανάστης φτάσει στο όνειρο-Εύρωπη πρέπει να δουλέψει για αρκετά χρόνια ώστε να ξεχρεώσει το κύκλωμα μεταφοράς. Αν δεν το κάνει, κλείνεται σε κάποιο καταγώγιο μέχρι η οικογένειά του, πίσω στο χωριό του, να συγκεντρώσει τα λύτρα. Άλλες φορές το κύκλωμα λειτουργεί αντίστροφα. Αν ο μετανάστης δεν συγκεντρώσει εδώ κάποιο ποσό που απαιτεί ο δουλέμπορος, τότε τον απειλούν ότι θα πάθει κακό κάποιο μέλος της οικογένειάς του πίσω στην χώρα προέλευσής του.

Τη στιγμή της έξαρσης της αντιμεταναστευτικής ρητορείας, στις 5 Απριλίου, έγινε γνωστή μια υπόθεση όπου 17χρονος Πακιστανός πέθανε από ασιτία, καθώς δουλέμποροι τον κρατούσαν επί 2,5 μήνες χωρίς φαγητό προκειμένου να αποσπάσουν λύτρα από τους συγγενείς του. Προφανώς οι δημοσιογράφοι θεώρησαν την απαγωγή κάποιο περίεργο έθιμο των Πακιστανών, άσχετο με το «μεταναστευτικό πρόβλημα».

Οι μετανάστες που φτάνουν στην Ελλάδα δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω. Δεν υπάρχει περίπτωση να ξεχρεώσουν δάνεια χιλιάδων ευρώ επιστρέφοντας σε μια χώρα με μεροκάματο 2-3 ευρώ. Ακόμα και στην περίπτωση που τα χρήματα συγκεντρώθηκαν αποκλειστικά με προσπάθειες της οικογένειας, αυτό σημαίνει ότι η οικογένεια έχει καταστραφεί οικονομικά και η επιστροφή του ανήμπορου να ξεπληρώσει το δάνειο μετανάστη σημαίνει ότι ο ίδιος θα μετατραπεί σε παρία και η οικογένεια θα ζει σε μια αιώνια και χωρίς ελπίδα σωτηρίας εξαθλίωση.

Αφού οι μετανάστες δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω, η μόνη επιλογή τους είναι να προχωρήσουν μπροστά. Είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι πριν μερικά χρόνια το πέρασμα από την Τουρκία στην Ελλάδα κόστιζε 3.000 €. Σήμερα κοστίζει 500, ενώ 3.000 € και παραπάνω κοστίζει το να φύγεις από την Ελλάδα προς άλλες χώρες της ΕΕ. Συγκεκριμένα, η ταρίφα για μεταφορά με νταλίκα από την Αθήνα στη Γαλλία είναι 4.000 €, ενώ όλο και πιο δημοφιλές γίνεται το πέρασμα μέσω των δυτικών Βαλκανίων (η ταρίφα από την Αλεξανδρούπολη στην Αυστρία είναι 2.800 €). Η εμπορεύσιμη αξία ενός ανθρώπου που περνά τον Έβρο δίνοντας 500 € φτάνοντας στην Ελλάδα εξαπλασιάζεται! Οι μετανάστες «εγκλωβίζονται στην Ελλάδα» δουλεύοντας όπου βρουν μέχρι να συγκεντρώσουν τα χρήματα που πρέπει να καταβάλουν για το επόμενο πέρασμα.

Αυτά μπορεί πολύ εύκολα να τα μάθει οποιοσδήποτε δημοσιογράφος, αλλά αυτό θα σήμαινε ότι θα αντιμετώπιζε τους μετανάστες ως ανθρώπους και όχι ως σκουπίδια.

…κυβερνητικές μπλόφες…«…στην Ελλάδα υπάρχουν εκατομμύρια παράνομοι μετανάστες…»

Ακούμε συνέχεια από επίσημα χείλη ότι στην Ελλάδα υπάρχουν 1.000.000 μετανάστες χωρίς χαρτιά, αριθμός που στη λαϊκιστική δημαγωγία εκτοξεύεται σε εκατομμύρια. Δεν μπαίνουμε σε μια αριθμολογία για το «πόσοι χωράνε», αλλά προφανώς και μόνο 10.000 άνθρωποι παρατημένοι σε μια γειτονιά χωρίς μέσα επιβίωσης είναι αρκετοί για να προκληθεί ανθρωπιστική κρίση, ενώ είναι εξίσου προφανές ότι σε μια χώρα που υποτίθεται θέλει να αναπτύξει τον πρωτογενή τομέα χωράνε εκατομμύρια μετανάστες αν είναι «κοινωνικά και εργασιακά ενταγμένοι». Χωρίς λοιπόν να επιχειρηματολογήσουμε για το «πόσοι χωράνε», θα εξηγήσουμε τη σκοπιμότητα των ανακριβειών για το πόσοι πραγματικά βρίσκονται στην Ελλάδα και αυτό για να καταδείξουμε ότι οι επίμονες αναφορές στο πόσοι μπαίνουν χωρίς ποτέ να αναφέρεται πόσοι βγαίνουν κρύβουν τα κυκλώματα δουλεμπορίας και τις μαφίες, η ύπαρξη των οποίων εξυπηρετεί την ένταση της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης.

Μπορεί τα τελευταία χρόνια τα 3/4 όσων διασχίζουν χωρίς χαρτιά τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ να το κάνουν από τα ελληνοτουρκικά σύνορα, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι μένουν στην Ελλάδα. Σύμφωνα με έκθεση του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), ο αριθμός των ανθρώπων που βρίσκονται στην Ελλάδα χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα είναι περίπου 400.000. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν από την Eurostat το Φλεβάρη του 2012, την περσινή χρονιά συνολικά στην ΕΕ έγιναν 220.390 νέες αιτήσεις για άσυλο (σε αυτό τον αριθμό δεν υπολογίζονται οι νέες αιτήσεις που έγιναν σε Ιταλία, Αυστρία, Νορβηγία, Ελλάδα που δεν έχουν δώσει στοιχεία για όλους τους μήνες). Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, οι νέες αιτήσεις υπολογίζονται σε λιγότερες από 10.000. Παρεμπιπτόντως, το ποσοστό των αιτήσεων ασύλου που είχαν θετική απάντηση ήταν: Γερμανία 24%, Σουηδία 33%, Βρεταννία, Ιταλία, Βέλγιο 29% και στην Ελλάδα … 2% (το ποσοστό της Ελλάδας αναφέρεται στο τρίμηνο Απρίλιος-Ιούνιος 2011, για το οποίο υπάρχουν ανακοινωμένα στοιχεία σύμφωνα με τα οποία εξετάστηκαν 2.400 αιτήσεις και έγιναν δεκτές 55. Συνολικά εκτιμάται ότι στην Ελλάδα υπήρχε μείωση κατά 15% του αριθμού των αιτήσεων σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά).

Αν από τις 220.000 περσινές αιτήσεις αφαιρέσουμε τα 50.000 άτομα που έφυγαν κυρίως από τη Λιβύη, την Τυνησία και άλλες χώρες της Βόρειας Αφρικής περνώντας από τη Μάλτα και την Ιταλία και ανατρέποντας για κάποιους μήνες τη στατιστική που αναδεικνύει την Ελλάδα σε κύρια πύλη εισόδου, μένει ένας αριθμός της τάξης των 170.000. Αφαιρώντας κάποιες χιλιάδες που έφτασαν απευθείας σε ευρωπαϊκές πόλεις μέσω αεροπορικών πτήσεων, παραμένει ένας τεράστιος αριθμός ο οποίος δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο εκτιμώντας ότι ένα σημαντικό ποσοστό όσων περνάνε στην Ελλάδα, καταλήγουν τελικά σε άλλες χώρες της ΕΕ.

Το «ένα εκατομμύριο λαθρομετανάστες» του Χρυσοχοΐδη ανταποκρίνεται στο συνολικό αριθμό των μεταναστών στην Ελλάδα, συνυπολογίζοντας τους χωρίς χαρτιά, τους νόμιμους, τους νομιμοποιημένους και τους κοινοτικούς, δηλαδή ένα ποσοστό επί του συνολικού πληθυσμού κοντά στο μέσο όρο της ΕΕ και μικρότερο από ό,τι σε άλλες χώρες (οι μετανάστες αποτελούν π.χ. το 11% του πληθυσμού της Γαλλίας και το 13% του πληθυσμού της Γερμανίας, ενώ αν φύγουμε από την ΕΕ και πάμε στις ΗΠΑ, εκεί το ποσοστό είναι ακόμα μεγαλύτερο, με 42,8 εκατομμύρια μετανάστες).

Την «ελάφρυνση» της χώρας από τους «υπεράριθμους» μετανάστες χωρίς χαρτιά αναλαμβάνουν τα κυκλώματα δουλεμπορίου, για τους τρόπους λειτουργίας και τα τεράστια κέρδη των οποίων μιλήσαμε προηγουμένως. Ας εξετάσουμε άλλη μια παράμετρο. Μας λένε ότι μεγάλη αιτία του προβλήματος είναι η «χαλαρή» στάση που κρατά η Τουρκία στα σύνορά της, δεν μας εξηγούν όμως τους λόγους της «σφιχτής» στάσης της Ελλάδας στα δικά της σύνορα προς την ΕΕ, στάση που προφανώς δεν είναι αποτέλεσμα κάποια πρεμούρας για πιστή εφαρμογή των ευρωπαϊκών συμφωνιών…

Η σφιχτή φρούρηση των συνόρων δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους για τα κυκλώματα δουλεμπορίου. Έτσι, τα τελευταία χρόνια τα δουλεμπορικά δεν ναυαγούν πια στο Αιγαίο (όπου το 2007 είχαμε κοντά 200 νεκρούς -όμως αυτό δεν ενδιέφερε κανέναν τότε, ούτε αποτελούσε «υποβάθμιση της ανθρώπινης ζωής»). Τα δουλεμπορικά σήμερα ναυαγούν στο Ιόνιο, ως αποτέλεσμα της πίεσης της ελληνικής ακτοφυλακής. Περιέργως, αυτό δεν το παρατήρησε κανένας δαιμόνιος αναλυτής, ούτε αναρωτήθηκε για το πώς σχετίζεται η διάλυση των αυτοσχέδιων καταυλισμών μεταναστών στην Πάτρα και στην Ηγουμενίτσα με τα κυκλώματα τα οποία θησαυρίζουν από το δουλεμπόριο και τα οποία δυσανασχετούσαν από την ύπαρξη, ας το πούμε έτσι, αυτόνομων δυνατοτήτων διέλευσης των εσωτερικών συνόρων της ΕΕ.

Η συνθήκη Δουβλίνο ΙΙ

Δημοσιογράφοι και πολιτικοί ανακάλυψαν εσχάτως τη συνθήκη Δουβλίνο ΙΙ και μας την υποδεικνύουν ως κύρια αιτία του «προβλήματος» και ταυτόχρονα απόδειξη της έλλειψης κοινοτικής αλληλεγγύης. Δεν μας λένε όμως ότι η συνθήκη Δουβλίνο ΙΙ έχει ανασταλεί για την Ελλάδα από τις περισσότερες χώρες της ΕΕ ήδη από τον Δεκέμβρη του 2010, καθώς «η Ελλάδα δεν είναι ασφαλής τόπος για τους πρόσφυγες», αναστολή που επικυρώθηκε και σε θεσμικό επίπεδο της ΕΕ, το Σεπτέμβρη του 2011, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αφού η Ελλάδα «είναι ανίκανη να διαχειριστεί την ανθρωπιστική κρίση». Οι αιτούντες άσυλο δεν επιστρέφονται πλέον στην Ελλάδα και οι αιτήσεις τους εξετάζονται στις άλλες χώρες της ΕΕ – η αναστολή της συνθήκης Δουβλίνο ΙΙ είναι άλλωστε ο λόγος για τον οποίο συζητιέται στα ευρωπαϊκά όργανα η αναστολή για την Ελλάδα και της συνθήκης Σένγκεν.

Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και βαλκανικά αλισιβερίσια

Όπως προαναφέραμε, πυρήνας της πολιτικής της Ε.Ε. για τη διαιώνιση της τόσο απαραίτητης εκμετάλλευσης των μεταναστευτικών ροών είναι η εξωτερίκευση των συνόρων της σε συνδυασμό με τη δημιουργία εσωτερικών απαρτχάιντ. Aκούμε συχνά ότι η ΕΕ δεν μας δίνει αρκετά χρήματα «για να χτίσουμε φυλακές και να φυλάξουμε τα σύνορά μας», ποτέ όμως δεν αναφέρεται ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν διεκδικεί κονδύλια για να κάνει λιγότερο τραγικές τις συνθήκες ζωής των μεταναστών (που φυσικά στη συνέχεια υποβαθμίζουν και τις συνθήκες ζωής των Ελλήνων).

Στην πρόσφατη συνάντηση Χρυσοχοΐδη – Malmström, ο έλληνας υπουργός παραδέχθηκε ότι η Ελλάδα έχει χρησιμοποιήσει μόνο 40 από τα 250 εκατομμύρια ευρώ που της διατέθηκαν από το Ταμείο Προστασίας Εξωτερικών Συνόρων και το Ταμείο Επιστροφών. Ξέχασε όμως να αναφέρει το Ευρωπαϊκό Ταμείο για τους Πρόσφυγες που έχει δημιουργήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με προϋπολογισμό 628 εκατομμύρια ευρώ για τα έτη 2008-2013, όπως επίσης ξέχασε να αναφέρει ότι την τριετία 2008-2010 η Ελλάδα, ενώ διαμαρτυρόταν για το μεγάλο ποσοστό εισόδου μεταναστών χωρίς χαρτιά στην ΕΕ από τα ελληνικά σύνορα, ζήτησε από αυτά τα 628 εκατομμύρια ευρώ μόνο 16,8 εκατομμύρια (τα οποία και της δόθηκαν αμέσως).

Το περιεχόμενο της «διαμάχης» Ελλάδας-ΕΕ για το μεταναστευτικό είναι το εξής:
H ΕΕ λέει στην Ελλάδα: ξεσκαρτάρισε τους μετανάστες που περνάνε τα σύνορά σου, κράτησε ένα ποσοστό ως δικαιούμενους άσυλο, μετέτρεψε τους υπόλοιπους σε ελεγχόμενους υπό απέλαση, απέλασε αρκετούς, κράτησε τους υπόλοιπους ως φοβισμένο εργατικό δυναμικό, κατά καιρούς νομιμοποίησε κάποιους (όπως έκανε πριν 2 χρόνια η Ιταλία και λίγο παλιότερα το Βέλγιο και η Ισπανία), μόνο φρόντισε να κάνεις αυτές τις νομιμοποιήσεις σαν να παρακούς τις εντολές μου, αφού επισήμως είμαστε κατά των μαζικών νομιμοποιήσεων. Η Ελλάδα απαντά ότι δεν θέλει να αναλάβει τις επαναπροωθήσεις γιατί η Τουρκία δεν τους δέχεται, θέλει να αναλάβει η ΕΕ τη διαπραγμάτευση με την Τουρκία και αφού η Ελλάδα δεν απελαύνει, δεν δίνει και άσυλο ούτε προβαίνει σε νομιμοποιήσεις – ενισχύοντας τελικά μια κατάσταση παρανομίας πέραν των ορίων αυτού που η Ε.Ε. θα ήθελε να υπάρχει στο εσωτερικό της (βέβαια η έννοια του «εσωτερικού» της ΕΕ όπως είδαμε αλλάζει…). Η διαμάχη μεταξύ Ελλάδας – ΕΕ – Τουρκίας είναι πάντως δευτερεύουσα ως προς την ουσία του «μεταναστευτικού προβλήματος» γιατί αυτή η διαμάχη ούτε προκαλεί ούτε θα επιλύσει την ανθρωπιστική κρίση.

Η Ελλάδα θα μπορούσε να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της ΕΕ και να συνεχίζεται ο εφιάλτης των ανθρώπων-σκουπιδιών στο κέντρο της Αθήνας ή να μην τις ικανοποιεί αλλά ο εφιάλτης να μην υπάρχει (μέσω της απορρόφησης ενός μέρους των μεταναστών στην αγροτική παραγωγή, της απελευθέρωσής τους από τα κυκλώματα, της διασποράς τους στο σύνολο της χώρας και της «κοινωνικής και εργασιακής ένταξής» τους, έστω και χωρίς νομιμοποίηση και υπό στυγνή εκμετάλλευση, βλ. π.χ. μπαγκλαντέζους μετανάστες στα φραουλοχώραφα της Ηλείας).

Η συσσώρευση των ανθρώπων-σκουπιδιών στο κέντρο της Αθήνας δεν είναι αποτέλεσμα της «παράνομης εισόδου τους στη γη της επαγγελίας». Η ανθρωπιστική κρίση έχει τα ίδια αίτια με αυτά της δημιουργίας 1,5 εκατομμυρίου ελλήνων ανέργων. Είναι η χρησιμοποίηση της Ελλάδας ως πεδίου πειραματισμού για τη δημιουργία και διαχείριση μιας εσωτερικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, ως μόνης διεξόδου της κρίσης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, καθώς ο καπιταλισμός ο ίδιος παίρνει τη μορφή της παγκοσμιοποιημένης κρίσης διαρκείας.

«…οι μετανάστες είναι καταστροφή για την Ελλάδα…»

Πολλοί μιλάνε για την αναγκαιότητα διατύπωσης ρεαλιστικών προτάσεων από τη μεριά της κοινωνικής αμφισβήτησης – δυστυχώς η μόνη ρεαλιστική λύση είναι το τέλος του καπιταλισμού και η μόνη ρεαλιστική πρόταση για απάλυνση των επιπτώσεων αυτού του βάρβαρου συστήματος μέχρις να επιτευχθεί η κατάργησή του είναι οι κοινωνικοί αγώνες. Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουμε τι πραγματικά συμβαίνει γύρω μας. Καμμιά φορά λοιπόν η διατύπωση προτάσεων που φαντάζουν ως ρεαλιστικές στο πλαίσιο του συστήματος είναι χρήσιμη γιατί μέσα από την άρνηση εφαρμογής τους αποδεικνύονται οι πραγματικοί στόχοι του αντιπάλου.
Όταν τις τελευταίες δεκαετίες εκατοντάδες χιλιάδες έχουν εγκαταλείψει την πρωτογενή παραγωγή καθιστώντας την Ελλάδα αν μη τι άλλο εξαρτημένη διατροφικά, είναι τουλάχιστον αστείο να λέμε ότι ένα διαθέσιμο φτηνό εργατικό δυναμικό εκατοντάδων χιλιάδων «δεν χωράει».

Για μια κλασική φιλελεύθερη οικονομική αντίληψη οι μετανάστες θα μπορούσαν να είναι «ευλογία» για την ελληνική κοινωνία, με όρους φυσικά στυγνής καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και όχι κοινωνικής οικονομίας ή κοινωνικής δικαιοσύνης. Για να γίνουμε συγκεκριμένοι: ένας άνθρωπος προερχόμενος από μία χώρα όπου το μεροκάματο είναι 2 ευρώ, θα ήταν παραπάνω από πρόθυμος να εργαστεί με ένα μεροκάματο πενταπλάσιο από ό,τι στην χώρα προέλευσής του, δηλαδή ένα μεροκάματο, ας πούμε, 10 ευρώ, αρκεί να μην έπρεπε να το δαπανά σε δικηγόρους, δουλεμπόρους και για την επιβίωσή του. Τα ποσά που διατίθενται για καταστολή και κέντρα κράτησης θα μπορούσαν να διατεθούν για αξιοπρεπή στέγαση. Αν θα μπορούσαν οι μετανάστες να εργάζονται στον πρωτογενή τομέα και ταυτόχρονα να επιβιώνουν δαπανώντας καθημερινά 2-3 ευρώ (μέσω εσωτερικής ανταλλαγής προϊόντων και τη χρήση κουπονιών και όχι χρήματος για τις υπόλοιπες καθημερινές ανάγκες) θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν το υπόλοιπο για να ενισχύουν τις οικογένειές τους πίσω στη χώρα προέλευσής τους στέλνοντας 150 ευρώ το μήνα, δηλαδή 2.000 ευρώ το χρόνο, ποσό τριπλάσιο από το μέσο ετήσιο εισόδημα στις χώρες τους.

Από μια τέτοια πρόταση όλοι θα έβγαιναν κερδισμένοι: οι μετανάστες για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και οι ντόπιοι γιατί: (1) η Ελλάδα θα ήταν διατροφικά αυτάρκης, αντί να εισάγονται προϊόντα τα οποία ο έλληνας καταναλωτής πληρώνει πολύ ακριβότερα (και για την παραγωγή των οποίων ο παραγωγός τους στο λεγόμενο τρίτο κόσμο βγάζει πολύ λιγότερα), (2) αυτό που λένε εθνική οικονομία θα ενισχυόταν γιατί η χώρα αντί να εισάγει θα έκανε εξαγωγές, γεγονός που θα δημιουργούσε νέες θέσεις εργασίας, (3) το κέντρο της Αθήνας θα αποσυμφοριζόταν, (4) η ερημωμένη ελληνική ύπαιθρος θα αποκτούσε ζωή, (5) τα κυκλώματα της μαφίας θα δέχονταν θανάσιμο πλήγμα καθώς θα έφευγε από τον έλεγχό τους μια τεράστια πηγή κέρδους και συνακόλουθα η αποδυνάμωσή τους θα τα καθιστούσε λιγότερα ισχυρά και στους υπόλοιπους τομείς της δραστηριότητάς τους (πορνεία, εμπόριο όπλων και ναρκωτικών, εγκλήματα κατά της ζωής και της μικροϊδιοκτησίας).

Αυτό το απόλυτα ρεαλιστικό για μία τάση των καπιταλιστών σχέδιο φυσικά δεν πρόκειται να εφαρμοστεί από τους διαχειριστές της εξουσίας παρόλο που εξυπηρετεί τους δημόσια διακηρυγμένους στόχους τους και αυτό γιατί δεν εξυπηρετεί τους πραγματικούς τους στόχους οι οποίοι είναι: διατροφική εξάρτηση του πληθυσμού, εξάρτηση από τις διεθνείς τράπεζες και τις πολυεθνικές, υποβάθμιση του επιπέδου ζωής, δημιουργία μιας διαρκώς υποβαθμιζόμενης εργασιακής εφεδρείας, κατάργηση δικαιωμάτων, δημιουργία παρακρατικών συμμοριών με κοινωνική αποδοχή.

…για το «παρεμπόριο»

Μια άλλη αφήγηση που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα, είναι ότι «οι μετανάστες μικροπωλητές ευθύνονται για τα μαγαζιά που κλείνουν». Δηλαδή η εξαφάνιση του διαθέσιμου εισοδήματος δεν σχετίζεται με το κλείσιμο των μαγαζιών! Για να το πούμε απλά, όσα χρήματα έχει για να ξοδέψει ο φτωχοποιημένος νεοέλληνας, τόσα θα ξοδέψει. Αγοράζοντας ένα υποκατάστατο προϊόν από μικροπωλητή, εξοικονομεί χρήματα τα οποία θα διαθέσει για την αγορά άλλων προϊόντων. Αν δεν αγόραζε φθηνά από το μικροπωλητή, θα του έμεναν λιγότερα χρήματα. Αγοράζοντας από μικροπωλητή, χάνει βέβαια το κατάστημα που πουλάει το ομοειδές προϊόν, κερδίζουν όμως όλα τα υπόλοιπα καταστήματα. Αγοράζοντας ένα φθηνό παπούτσι ή ένα φορτιστή για κινητό από το δρόμο, σου μένουν χρήματα για να αγοράσεις ένα βιβλίο, τρόφιμα ή τα φάρμακα τα οποία δεν διατίθενται πλέον δωρεάν. Από την άλλη, τα χρήματα που δαπανώνται για τις καθημερινές επιχειρήσεις-σκούπα της ΕΛ.ΑΣ., δεν θεωρούνται πεταμένα λεφτά και κανένας δεν χαρακτήρισε το «κίνημα της πατάτας» ως παρεμπόριο το οποίο βλάπτει τα μανάβικα, ούτε το σύστημα μη-χρηματικής ανταλλαγής υπηρεσιών το οποίο εξήγγειλαν π.χ. ο περιφερειάρχης κεντρικής Μακεδονίας Τζιτζικώστας και τοπικοί δήμοι θεωρήθηκε ότι πλήττει αυτούς που επιμένουν να «προσφέρουν τις υπηρεσίες τους» με χρηματικό αντάλλαγμα, όσους δηλαδή έχουν απομείνει να εργάζονται. Στην «αναπροσαρμογή της οικονομίας» κερδίζουν οι πολυεθνικές, στοχοποιούνται οι μετανάστες και οι υπόλοιποι ας τα βγάλουν πέρα όπως μπορούν, όσο μπορούν.

Το κυνήγι των μικροπωλητών αφενός αποσκοπεί στην εδραίωση της εικόνας παραταγμένων διμοιριών των ΜΑΤ στα πάρκα και τις πλατείες, δημιουργεί δηλαδή τις προϋποθέσεις για την αποδοχή της διαρκούς παρουσίας ενός στρατού κατοχής, τόσο απαραίτητου σε μια χώρα υπό οικονομική κατάρρευση. Επιπλέον, το κυνήγι των μικροπωλητών συντελεί στην αύξηση της παραβατικότητας, με τον ίδιο τρόπο που το κυνήγι των μαλακών ναρκωτικών αυξάνει τη χρήση των σκληρών.

…για την παραβατικότητα, τις μαφίες και τη χρησιμότητά τους

Μιας και αναφερθήκαμε στα ναρκωτικά είναι ενδιαφέρον ότι στο δημόσιο λόγο σχετίζονται με την ηρωίνη οι μετανάστες και όχι οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, λαμβάνοντας υπόψη ότι η παραγωγή της ηρωίνης στο Αφγανιστάν μετά την «απελευθέρωσή του» από τους συμμάχους πενταπλασιάστηκε (ή και δεκαπλασιάστηκε, σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις).

Όσο για την απόφανση ότι οι μετανάστες αυξάνουν την εγκληματικότητα, καθώς προέρχονται από χώρες όπου «η ανθρώπινη ζωή δεν έχει τόση αξία όσο στην πολιτισμένη Δύση», είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι αυτή διατυπώνεται ενώ λίγες βδομάδες πριν, στις 11 Μάρτη, αμερικανός πεζοναύτης εκτέλεσε «για πλάκα» 16 αμάχους (μεταξύ τους 9 παιδιά) κατά τη διάρκεια νυχτερινής του βόλτας σε 2 χωριά νότια της Κανταχάρ. Είναι προφανές ότι η οικονομική κρίση και η προσπάθεια για επιβίωση σε συνθήκες παρανομίας και διωγμών δημιουργούν το περιβάλλον για την άνθηση των διαφόρων μαφιών.Οι επιχειρήσεις σκούπα όμως δεν πολεμούν τις μαφίες, αντιθέτως τις τροφοδοτούν.

Όταν για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους δεν υπάρχει νόμιμος τρόπος απόκτησης εισοδήματος και όταν οι μετανάστες μικροπωλητές αντιμετωπίζονται ως μεγαλέμποροι ναρκωτικών, όταν αλέθονται στη μηχανή του κιμά οικονομικοί μετανάστες, πρόσφυγες, αιτούντες άσυλο, θύματα trafficking και ασυνόδευτοι ανήλικοι οι οποίοι αντιμετωπίζουν καθημερινά ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια, επιχειρήσεις σκούπα, είναι προφανές πώς δημιουργείται το υλικό για τη στελέχωση συμμοριών. Εξάλλου οι μαφίες του δουλεμπορίου και οι μαφίες της διακίνησης ναρκωτικών, trafficking, πορνείας και άλλων μορφών εγκληματικότητας διασταυρώνονται και αλληλοσυντηρούνται.Παρενθετικά, ας αναφερθούμε σε μια άλλη πτυχή «της υποβάθμισης του κέντρου της Αθήνα», δηλαδή στην κατακόρυφη πτώση της αξίας γης και ακινήτων που ανοίγει τεράστια προοπτική κέρδους, μια πτυχή του «προβλήματος» η οποία αναφέρεται συχνά αλλά στη γενική στόχευση είναι μάλλον δευτερεύουσας σημασίας. Αξίζει εδώ να αναφερθεί επιγραμματικά το αίσχος όπου για διαμερίσματα που κανονικά θα νοικιάζονταν για 200 ευρώ, οι έλληνες ιδιοκτήτες εισπράττουν 1.800 ευρώ και πλέον (3 ευρώ το άτομο την ημέρα για 5 άτομα σε κάθε δωμάτιο ενός διαμερίσματος με 4 δωμάτια).

Επιστρέφοντας στη χρησιμότητα των μαφιών, ας διευκρινίσουμε πως δεν εννοούμε ότι η ίδρυση των μαφιόζικων συμμοριών έγινε με κρατική απόφαση ούτε ότι η επάνδρωσή τους έγινε με κρατική επίβλεψη, δεν αναπτύσσουμε κάποια θεωρία συνομωσίας. Το κράτος άφησε την κατάσταση να εξελιχθεί με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και όρους ώστε να τη διαχειριστεί προς το συμφέρον του. Δεν υπήρξε κάποιος ιθύνων νους πίσω από την ανάπτυξη μιας μαφίας που με τη δράση της βοηθά πολιτικά το κράτος κι ενός κράτους που με τη στάση του βοηθά πρακτικά τη μαφία. Αυτή η εξέλιξη ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού αδιαφορίας, ανικανότητας, φυσικής ροπής και δομικής συγγένειας, αφού οι εξουσιαστικοί σχηματισμοί με αμοιβαία συμφέροντα έχουν την τάση να αλληλοαναγνωρίζονται και να αλληλοϋποστηρίζονται. Άλλωστε, όπως έχει ειπωθεί στο παρελθόν, «η μαφία είναι το έμβρυο του κράτους».

Το κράτος προτιμά να αναθέτει σε μαφίες τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών και στους φασίστες την επίλυση του «μεταναστευτικού προβλήματος» γιατί στη συνέχεια μπορεί να εμφανίζει την κατασταλτική πολιτική ως αναγκαία και επιθυμητή (και στο βαθμό που μπορεί να «συνεννοείται» με τα αφεντικά των μαφιών και τους επικεφαλής των παρακρατικών, ρισκάροντας ένα μικρό ενδεχόμενο η κατάσταση να γίνει πραγματικά ανεξέλεγκτη). Τα αφεντικά των μαφιών σε πολλές περιπτώσεις διατηρούν σχέσεις με «συνεργάσιμους ποινικούς» αλλά και με τμήματα της αστυνομίας και φασίστες – οι τελευταίοι μπορεί την ημέρα να συμμετέχουν σε «επιτροπές κατοίκων» και το βράδυ να αναλαμβάνουν την εκτέλεση συμβολαίων θανάτου. Το (μικρό) ενδεχόμενο ανεξέλεγκτων μαφιών και παρακρατικών είναι για τους καπιταλιστές προτιμότερο από μια (ορατή) προοπτική ανεξέλεγκτης διάχυτης κοινωνικής ανυπακοής.

Γιατί τελικά, οι μαφίες είναι ιδαίτερα χρήσιμες σε περιόδους κοινωνικής έντασης. Είναι ευρέως γνωστό το πώς χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν η μαφία ενάντια στο κοινωνικό κίνημα στην Ιταλία ή ότι σήμερα στο Μεξικό ο πόλεμος ενάντια στο κοινωνικό κίνημα διεξάγεται μέσω του πολέμου εναντίον της μαφίας.

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2007 δρομολογήθηκε στον αναπτυγμένο κόσμο η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και η αντικατάστασή του από το κατασταλτικό κράτος της ασφάλειας. Ειδικά στην Ελλάδα, αυτή η πολιτική εντάθηκε μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 08, τότε που ένα αδύναμο κράτος μπαλαντζάριζε ανάμεσα στην επιλογή του να αφήσει τα πράγματα να ξεθυμάνουν και στην επιλογή της καταστολής και της κοινωνικής απονομιμοποίησης που αυτή θα προκαλούσε εφαρμοζόμενη ενάντια σε μαθητές που επιτίθονταν σε αστυνομικά τμήματα.

Από την άνοιξη του 2009 η δαιμονοποίηση των μεταναστών χρησιμοποιήθηκε ως αντιεξέγερση στον Δεκέμβρη, γειτονιές της Αθήνας μετατράπηκαν σε φυτώρια νεοναζιστικού λαϊκισμού και αυξήθηκε η δράση των μαφιών. Στη θέση της διάχυτης κοινωνικής ανυπακοής, είναι πολύ προτιμότερη για την εξουσία μια κατάσταση άλογου μίσους όπου αντί για την αθωότητα της πολιτικής αμφισβήτησης του Δεκέμβρη θα υπάρχει ένα άλλο είδος βίας, με μαφίες και ναζιστικές πολιτοφυλακές στο δρόμο, μια σφαγή όπου η κοινωνία θα παρακαλάει για την επέμβαση του κράτους.

Όταν οι φιλήσυχοι πολίτες, κραδαίνοντας ελληνικές σημαίες επικροτούν και προτρέπουν σε πράξεις βίας και στην πυρπόληση κτηρίων, όπως έγινε στις 12 Φλεβάρη 2012 στην Αθήνα, ανοίγει ο δρόμος για ένα είδος κοινωνικού ριζοσπαστισμού που φύσει και θέσει είναι πιο κοντά στο φασισμό παρά στην κοινωνική απελευθέρωση. Είναι οι ίδιοι φιλήσυχοι πολίτες που λίγους μήνες πριν υψώναν κρεμάλες μπροστά στη βουλή και μιλούσαν για ένα νέο Γουδί…

Από την άμεση δημοκρατία στο να «ξεβρωμίσει ο τόπος»

Ο φασισμός ιστορικά αναπτύχθηκε χρησιμοποιώντας συνθήματα της αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού/αναρχικού χώρου  και «δίνοντας λύσεις» με τη μορφή της δράσης ενός «ανατρεπτικού κινήματος» ενάντια στο κατεστημένο, ενός κινήματος που γοήτευε με τη βία έχοντας επιλέξει έναν εύκολο στόχο ενάντια στον οποίο ασκούσε προπαγανδιστικά αυτή τη βία. Ο φασισμός ιστορικά αναπτύχθηκε μετά την ήττα της αριστεράς, χρησιμοποιήθηκε από τα αφεντικά για να συντριβούν τα κινήματα αρχικά και οι κοινωνίες συνολικά και στη συνέχεια ο καπιταλισμός να επανακάμψει ως δύναμη σωτηρίας.

Η δημιουργία γκέτο και η υποβάθμιση της αξίας της ανθρώπινης ζωής (είτε αυτή συμβαίνει στα σύνορα και στα δουλεμπορικά, είτε στις γειτονιές της Αθήνας ή στα εργασιακά κάτεργα) είναι, εκτός των άλλων, μια ιστορική ήττα της αριστεράς η οποία άνοιξε το δρόμο για τις «λύσεις» της ακροδεξιάς.

Ως απάντηση στην επίθεση του κεφαλαίου που διεξάγεται με το πρόσχημα της κρίσης στην Ελλάδα προτάχθηκαν κυρίως το κίνημα των πλατειών και οι βίαιες αντιπαραθέσεις με τις δυνάμεις καταστολής. Το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας μπορεί να υλοποιούνταν στις συνελεύσεις γειτονιάς ή σε όσους είχαν σταθερή και οργανική σχέση με τις πλατείες, όμως για τις εκατοντάδες χιλιάδες που κάποια στιγμή έφτασαν να συγκεντρώνονται στην πλατεία Συντάγματος ή «άμεση δημοκρατία» δεν ήταν προφανώς μια οργανωτική πραγματικότητα αλλά ένα σύνθημα το οποίο εναλλασσόταν με κατάρες ενάντια στους «κλέφτες-προδότες-πολιτικούς». Μια πολιτική ατζέντα δηλαδή που εύκολα υιοθετείται από την ακροδεξιά. Επιπλέον, αυτό που κυριαρχούσε ήταν μια πολιτική επιχειρηματολογία επικεντρωμένη στον «αντιμνημονιακό αγώνα» από την οποία απουσίαζαν (ή υπήρχαν με τελείως υποβαθμισμένο τρόπο) οι μετανάστες, ο ρατσισμός κλπ. Γι’ αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει η ευκολία με την οποία εντάχτηκαν στον ακροδεξιό λαϊκισμό τόσο η επιχειρηματολογία για δημιουργία «Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου» όσο και οι αφηρημένες αναφορές στην άμεση δημοκρατία και την αυτοοργάνωση (σε συνδυασμό βέβαια με αναφορές στην αναγκαιότητα μιας νέας Μακρονήσου για τον εσωτερικό εχθρό).

Φιλαράκια από παλιά

Από την άλλη πλευρά, ένα από τα αποτελέσματα του ανεβάσματος του επιπέδου της βίας ήταν η νομιμοποίηση της βίας και της ακροδεξιάς (δεν είναι άλλωστε ασύνηθες οι ίδιοι άνθρωποι που υπερασπίζονται επιθέσεις αναρχικών σε τράπεζες, να υποστηρίζουν και επιθέσεις ακροδεξιών σε μετανάστες – για κάθε πρόβλημα ο κατάλληλος άνθρωπος…). Βέβαια η βία της ακροδεξιάς ασκείται με την ανοχή, την κάλυψη ή και τη συνδρομή της αστυνομίας, γιατί αλλιώς το κοινωνικό κίνημα θα τους είχε συνθλίψει σαν μια κουράδα σκύλου στο πεζοδρόμιο. Πέραν όμως της «δυνατότητας των ακροδεξιών να ασκούν και αυτοί βία», είχαν επιπλέον το πλεονέκτημα να «δίνουν άμεσα λύσεις» – βλ. και το προπαγανδιστικό στερεότυπο του συνταξιούχου που οι χρυσαυγίτες τον συνοδεύουν μέχρι το ΑΤΜ για να πάρει με ασφάλεια τη σύνταξή του (τι ειρωνεία, την ίδια σύνταξη που έχουν πετσοκόψει τα αφεντικά των παρακρατικών…). Καλώς ή κακώς οι λύσεις μέσω της αυτοοργάνωσης και της δημιουργίας δικτύων αλληλεγγύης είναι πιο δύσκολες από τον χρυσαυγίτη που μοιράζει πόρτα-πόρτα κούτες με γάλα και μακαρόνια αφήνοντας το τηλέφωνό του για τα περαιτέρω. Επιπλέον οι έννοιες της αλληλεγγύης και των κοινωνικών δικτύων υφαρπάχθηκαν και «εθνικοποιήθηκαν» (άλλωστε και ιστορικά η φαιά πανούκλα εξαπλώθηκε μιλώντας για «εθνικό σοσιαλισμό»).

Ως αντιπαράθεση λοιπόν στην προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης, αφεντικά και ΜΜΕ έστρωσαν το δρόμο προς τον ολοκληρωτισμό, ο οποίος εμφανίζεται ως ένα κίνημα ενάντια στο κατεστημένο, κίνημα που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τη βία για να υπερασπιστεί τον «λαό». Αφεντικά και ΜΜΕ, το δρόμο που οι ίδιοι έστρωσαν, δεν χάνουν ευκαιρία στη συνέχεια να τον καταδικάζουν μετά βδελυγμίας… Μια κοινωνία που έχασε την πίστη της στον πολιτικό κόσμο (αντιδρώντας σαν απατημένοι σύζυγοι) είναι σε μεγάλο ποσοστό πρόθυμη να ευθυγραμμισθεί με τις προσταγές του μίσους και της μισαλλοδοξίας.Γι’ αυτό το λόγο εξάλλου, η καταγγελία των ναζιστικών συμμοριών ως βίαιων, λούμπεν στοιχείων στην ουσία αποτελεί διαφήμισή τους, τη στιγμή που ο λαός διψάει για αίμα και εκδίκηση.

Οι κήρυκες τους μίσους λένε πράγματα που ο λαός θέλει να ακούσει και από το «έξω όλοι οι μετανάστες» στο «θάνατος στους μετανάστες» η απόσταση είναι μικρή.

Δεν είναι πιθανή η εκδοχή ότι θα φτάσουμε σε ένα φασισμό του μεσοπολέμου, ούτε ότι οι επιθέσεις στους μετανάστες θα λάβουν τις διαστάσεις των αντισημιτικών πογκρόμ, καθώς οι μετανάστες, εκτός των άλλων χρήσεών τους, είναι πηγή τεράστιων εσόδων. Ένα νεοναζιστικό κοινοβουλευτικό κόμμα που θα διατηρούσε τις πρακτικές του μακρόπροθεσμα θα οδηγούσε σε εμφυλιοπολεμική αντιπαράθεση καθώς θα ερχόταν στην κεντρική πολιτική σκηνή η εγκληματική δραστηριότητα του πεζοδρομίου που μέχρι τώρα παραμένει στην σκιά. Ο εμφύλιος πόλεμος ωστόσο δεν φαντάζει επιλογή της κυριαρχίας (τουλάχιστον προς το παρόν…). Ούτε όμως η επί μακρόν εγκατάλειψη της βίαιης και μαφιόζικης πρακτικής είναι ρεαλιστική επιλογή για ένα νεοναζιστικό κόμμα, καθώς αυτό θα σήμαινε αυτοακύρωσή του (μετατροπή του σε κοινοβουλευτική δύναμη «ήπιου» ρατσισμού και αντικατάστασή του στο δρόμο από μια άλλη οργάνωση βίας).

Η ύπαρξη ενός νεοναζιστικού κοινοβουλευτικού κόμματος εξυπηρετεί τη στρατηγική της έντασης και της απειλής της «ανωμαλίας» που επισείονται ως δαμόκλειος σπάθη για να αποκατασταθεί η ομαλότητα, δηλαδή για την επαναφορά στην παραδοσιακή πολιτική τάξη. Επιπλέον, καθώς οι κοινωνικές πρακτικές και τα οράματα που υπερβαίνουν συνολικά το πολιτικό σύστημα παρουσιάζονται ως το ένα άκρο και οι νεοναζί ως το άλλο, επιδιώκεται η εξουδετέρωση της διάχυτης κοινωνικής αντιπολίτευσης. Οι επιπτώσεις δηλαδή στην ελληνική κοινωνία από την ανάδειξη της πιθανότητας ενός φασιστικού κινήματος θα είναι καταστροφικές και οι Έλληνες έχουν πιο πολλά να χάσουν από ό,τι οι μετανάστες. Η υπεράσπιση των μεταναστών είναι τόσο υπεράσπιση των κατακτήσεών μας που αφαιρούνται όσο και υπεράσπιση της δυνατότητάς μας για αγώνα προς την κοινωνική απελευθέρωση.

Τέλος, καθώς η ρητορεία των νεοναζί για το «μεταναστευτικό» δεν διαφέρει και τόσο από εκείνη της κυβέρνησης, οι «ακραίες» προτάσεις των νεοναζί κάνουν τις προτάσεις της κυβέρνησης να φαίνονται ρεαλιστικές, ανθρωπιστικές και αναγκαίες. Μακροπρόθεσμα, οι χωρίς χαρτιά κάπως θα ενταχθούν στην παραγωγή. Έχουμε ήδη αναφέρει ότι σκοπός του καπιταλισμού δεν είναι η εξαφάνιση των χωρίς χαρτιά αλλά η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη «αξιοποίησή» τους. Όποιος εκμεταλλεύεται ένα κοπάδι δεν θέλει να το εξαφανίσει αλλά να εξασφαλίσει το προνόμιο του σφαγέα.

Σήμερα οι μετανάστες χρησιμοποιούνται για την εδραίωση της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, αύριο θα αποτελέσουν φτηνό και χωρίς δικαιώματα εργατικό δυναμικό – και ποια συνθήκη δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια εκμετάλλευσης από το διάχυτο φόβο σε συνδυασμό με τη δυνατότητα αυθαίρετης φυλάκισης και απέλασης όσων μεταναστών διανοηθούν σε οργανωθούν σε σχηματισμούς αγώνα στα εργασιακά κάτεργα; Συνήθως, όταν μια συνθήκη συγκροτείται ως παράδειγμα, έχει την τάση να εξαπλώνεται. Από το κυνήγι μαγισσών λοιπόν, οι Έλληνες έχουν να χάσουν πολύ περισσότερα από ό,τι οι μετανάστες. Αυτό δεν φαίνεται να το συνειδητοποιεί η Αριστερά…

Το κυνήγι μαγισσών και η στάση της αριστεράς

Οι περισσότερες οργανώσεις της άκρας αριστεράς (αλλά και ομάδες του αντιεξουσιαστικού χώρου) αντιμετώπισαν τις εξαγγελίες Χρυσοχοΐδη-Λοβέρδου ως προεκλογικό τρυκ και ο πολιτικός λόγος που άρθρωσαν έμοιαζε να ωθείται περισσότερο από την ανησυχία τους να μην μετατοπιστεί ο δημόσιος λόγος από το προνομιακό (όπως νομίζουν) έδαφος του «αντιμνημόνιου» παρά να πηγάζει από την κατανόηση των πραγματικών επιπτώσεων ενός σύγχρονου κυνηγιού μαγισσών.

Το ΚΚΕ, ενώ αναπτύσσει ένα σχετικά θετικό λόγο ως προς το μεταναστευτικό, είναι ταυτόχρονα απρόθυμο να αντιπαρατεθεί έμπρακτα με τους φασίστες (οι οποίοι αναπτύσσονται σε λαϊκές γειτονιές παραδοσιακής ισχύος του κόμματος) και είναι παραπάνω από πρόθυμο να συγκρουστεί βίαια με την άκρα αριστερά και τους αναρχικούς. Το ΚΚΕ μοιάζει να χρησιμοποιεί τη «θεωρία των άκρων» με τον ίδιο τρόπο που το κάνει η κυβέρνηση, θέλοντας να εμπεδώσει την αρχή ότι «όποιος αγωνίζεται πρέπει να το κάνει μέσα από τη ασφάλεια του κόμματος». Όταν το κόμμα απειλείται με απώλεια του ελέγχου αγώνων καθώς σε αυτούς συμμετέχουν και δυνάμεις της κοινωνικής αμφισβήτησης, τότε πρέπει στο κάδρο να εισαχθούν και οι ακροδεξιοί, ώστε οι εργαζόμενοι να αποκηρύξουν εξίσου τις δύο απειλές. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί ότι μέλος του ΠΑΜΕ παρουσίασε στους απεργούς της Χαλυβουργίας τους νεοναζί αναφωνώντας «όλη η Ελλάδα είναι μαζί μας»;

Η «ήπια αριστερά» που ονειρεύεται την επιστροφή στη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση έχει φτάσει να υιοθετεί τόσο την κρατική φρασεολογία (μιλώντας για «λαθρομετανάστες») όσο και την κρατική ρητορεία, παραδεχόμενη ότι «οι μετανάστες είναι πρόβλημα». «Διαφοροποιείται» λέγοντας ότι το «πρόβλημα» δεν λύνεται με «ακραίους» και αστυνομικές επιχειρήσεις. Μιλάει δηλαδή τη γλώσσα της εξουσίας και απλά γκρινιάζει γιατί το «μεταναστευτικό» αντικατέστησε στο δημόσιο λόγο τον «αντιμνημονιακό αγώνα».

Μια άλλη οπτική, αυτή της πολύχρωμης και καλόβολης πολυπολιτισμικότητας και της υποστήριξης της οργάνωσης των μεταναστών στη βάση της εθνικής τους καταγωγής, συνετρίβη μπροστά στη θλιβερή εικόνα αντιπροσώπων μεταναστευτικών κοινοτήτων στο πλευρό του Παπουτσή κατά τη διάρκεια των δηλώσεών του ενάντια στους 300 απεργούς πείνας, οι ίδιοι αντιπρόσωποι μεταναστευτικών κοινοτήτων που εμφανίστηκαν πρόσφατα στο πλευρό του Χρυσοχοΐδη για να στηρίξουν την πολιτική του για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Μια οπτική του κοινωνικού κινήματος η οποία προέτασσε το «είμαστε όλοι μετανάστες» και έτρεφε ελπίδες για ένα νέο επαναστατικό υποκείμενο (καθώς «οι αλβανοί μετανάστες 2ης γενιάς θα εντάσσονταν μαζικά στο κοινωνικό κίνημα») έφτασε σε μια στάση πλήρους αμηχανίας, βλέποντας αλβανούς μετανάστες να συμμετέχουν σε πογκρόμ εναντίον άλλων μεταναστών, πογκρόμ οργανωμένα από νεοναζί.

Εξίσου προβληματική αποδείχθηκε η «σκληρή ταξική» ανάλυση η οποία θεωρεί το καθεστώς εξαίρεσης δευτερεύον ως προς την εκμετάλλευση της εργασίας, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι το καθεστώς εξαίρεσης είναι μια τελείως διαφορετική διάσταση της εκμετάλλευσης. Όταν σε έναν άνθρωπο που στοιβάχτηκε με εκατοντάδες άλλους σε ένα κέντρο κράτησης, που τον εξευτέλισαν άντρακλες της αστυνομίας για να κάνουν τους καμπόσους, που τον κυνήγησαν παρακρατικοί, όταν σε αυτόν τον άνθρωπο λες ότι καλά όλα αυτά αλλά βασικά πρέπει να έχει «μίσος ταξικό», όταν υποτάσσεις το καθεστώς εξαίρεσης στα ζητήματα εργασιακής εκμετάλλευσης, τότε σύντομα όχι μόνο η εργασία αλλά και η κοινωνία συνολικά θα κυριαρχηθεί από το καθεστώς εξαίρεσης. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι ενώ πολύ συχνά μια σειρά από αγώνες κατακρίνονταν γιατί ήταν «διαταξικοί», σπανιότατα κατακρίθηκαν αγώνες γιατί ήταν «εθνικοί», δηλαδή ελληνικοί, και όποτε έγινε αυτό, η ευθύνη αποδιδόταν στους μετανάστες «που δεν αγωνίζονται».

Λοιπόν, δεν είμαστε όλοι μετανάστες, όπως και το πάρκο Ζουκότι στη Νέα Υόρκη δεν είναι πλατεία Ταχρίρ. Δεν είμαστε όλοι μετανάστες, ούτε οι μετανάστες είναι απλά τμήμα της εργατικής τάξης και πρέπει να στελεχώσουν τις ελληνικές οργανώσεις, όπως μεγαλόψυχα τους προτείνουν κάποιοι. Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε σήμερα να πρέπει να προσπαθήσουμε να πείσουμε ότι οι μετανάστες είναι άνθρωποι. Εδώ βέβαια έχουμε φτάσει στο σημείο να ακούμε ότι οι μετανάστες είναι πρόβλημα, γιατί πάνω που τα πηγαίναμε τόσο καλά με τη ριζοσπαστικοποίηση του ελληνικού λαού μέσα από τον αντιμνημονιακό αγώνα και τις πλατείες, οι μετανάστες μάς χάλασαν τη δουλειά γιατί εξαιτίας τους αναπτύχθηκαν οι φασίστες…

Επαναφορά του κοινωνικού ζητήματος

Μπορούμε βέβαια απλά να περιμένουμε μέχρις ότου η πλειοψηφία τρομάξει από «τους ακραίους νεοναζί» και επιστρέψει στην ασφάλεια των κυβερνητικών κομμάτων οπότε οι (παρα)κρατικοί υπάλληλοι θα αποσυρθούν στην εφεδρεία και στις συνήθεις ασχολίες τους, το «φασιστικό κίνημα» θα αποσυρθεί και θα επανέλθουμε στον συνήθη διάχυτο ρατσισμό.

Δηλαδή θα είμαστε ικανοποιημένοι επειδή απέναντί μας δεν θα βρίσκεται ο λούμπεν φασισμός αλλά ο γνώριμος πανταχού παρών ρατσισμός, ενώ η επανεμφάνιση του «φασιστικού κινήματος» θα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια των αφεντικών.

Όπως είδαμε, ο θεσμικός ρατσισμός είναι αυτός που ενισχύει τον φασισμό, για να ενισχυθεί με τη σειρά του από αυτόν, καθώς το κράτος πρέπει να εφαρμόσει ρατσιστικές πολιτικές «για να αποτραπεί η άνοδος του φασισμού». Από την άλλη, ο θεσμικός ρατσισμός, δηλαδή η επίσημη πολιτική της ΕΕ, σκοτώνει απείρως περισσότερο από ό,τι οι φασιστικές συμμορίες: το περσινό καλοκαίρι πάνω από 1.500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να περάσουν από τη Λιβύη στην Ιταλία δια θαλάσσης και ενώ η περιοχή ήταν γεμάτη από πλοία του ΝΑΤΟ που περιπολούσαν για να αποτρέψουν επίθεση του Καντάφι αλλά δεν πρόσεξαν τα σαπιοκάραβα που έπλεαν ακυβέρνητα, με χαλασμένες μηχανές και γεμάτα ανθρώπους που τελικά πέθαναν βασανιστικά από τη δίψα. Επίσης ο θεσμικός ρατσισμός είναι ευέλικτος: το «Clandestino» του Manu Chao μπορεί να ακούγεται σε σούπερ-μάρκετ, μπαρ κι εμπορικά κέντρα την ίδια ώρα που ανακοινώνονται στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα αφεντικά μπορούν να παραλαμβάνουν μελέτες για το πόσους παραπάνω μετανάστες χρειάζονται την ίδια ώρα που ανακοινώνουν ότι εδώ και χρόνια δεν χωράνε πλέον άλλοι.

Η κεντρική ανάδειξη του ζητήματος των μεταναστών με όλες της πτυχές του, η ανάδειξη του ζητήματος ως πρωτοβουλία και επιλογή του κοινωνικού κινήματος και όχι ως ενοχική απάντηση όταν αυτό τίθεται από τον αντίπαλο, είναι προϋπόθεση για την επαναφορά του κοινωνικού ζητήματος.
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η τεράστια δυναμική του κοινωνικού κινήματος που ήρθε στην επιφάνεια το Δεκέμβρη του ’08, έχει κάθε δυνατότητα να αποκρούσει την έφοδο των αφεντικών, αρκεί να συνειδητοποιήσει τόσο τη δύναμη τη δική του όσο και τη σπουδαιότητα του ζητήματος.

Αρκεί να συνειδητοποιήσει ότι πέραν της δημόσιας αντιλόγησης της κρατικής προπαγάνδας (εκεί επιθυμεί να συμβάλει και το παρόν κείμενο) ο αγώνας «για» και «με» τους μετανάστες πρέπει άμεσα να πάρει τη θέση που του ανήκει στο αλληλένδετο και αδιαχώριστο πλαίσιο αγώνα που συναρθρώνει τη δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης και αντιθεσμών, την υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών και την αυτοοργάνωση στις γειτονιές. Η αλληλεγγύη στους μετανάστες είναι ο καθοριστικός παράγοντας για να μην χαθούμε στη ζοφερή δυστοπία του ολοκληρωτισμού που οικοδομείται από την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.


Σύντομο URL:http://wp.me/pyR3u-aLS