Menu

EAGAINST.com

Λαϊκισμός, δημοκρατία και γιατί πρέπει να κερδίσουν οι λαϊκιστές

5u94C

Καθώς η ημέρα των εκλογών πλησιάζει, οι πολιτικές συζητήσεις σημαδεύονται με όλο και εμφατικότερο τρόπο από σχόλια για τον λαϊκισμό. Οι εξαγγελίες των πολιτικών δυνάμεων του λεγόμενου «κέντρου» μιλούν συνεχώς για ανάγκη συσπείρωσης όλων των «σοβαρών» μπλοκ απέναντι στην άνοδο των λαϊκιστικών σχημάτων (όπως για παράδειγμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α) που δήθεν απειλούν τη χώρα και το έθνος με πραγματική κατάρρευση. Με βάση το δικό τους σκεπτικό, οι πολιτικές επιλογές του λαϊκισμού αποτελούν βασική αιτία κάθε καταστροφής, καθώς επενδύουν στο δημαγωγικό λόγο, στο συλλογικό συναίσθημα οργής και αγανάκτησης, παρά στη λογική και τον κοινό νου, ή στο «ρεαλισμό» και την «υπευθυνότητα» αναφορικά με την κρίση χρέους και τα οικονομικά αδιέξοδα, (για τα οποία υποτίθεται μοναδική ευθύνη φέρουν κάποιες – εξίσου – δημαγωγικές πολιτικές στις οποίες μερικές δεκαετίες πριν επένδυσε ο εγχώριος «πολιτικός» κόσμος). Έτσι, όπως λέει και ο Σεβαστάκης[1], ο λαϊκισμός έφτασε πλέον να λογαριάζεται ως δημιουργός «αν όχι όλων, τουλάχιστον των περισσότερων δεινών τα οποία αντιμετωπίζει η χώρα», με άλλα λόγια, ως η βασική αιτία διαιώνισης των πολιτικών της διαπλοκής, ως ο κατεξοχήν γεννήτορας μιας κουλτούρας ελευθεριότητας και ακατάσχετης μεμψιμοιρίας, η οποία – όντας δήθεν αναπόσπαστο κομμάτι της μεταπολιτευτικής αριστερόστροφης πορείας που ακολούθησε η χώρα από το 1980 και έπειτα (όπως λέει στο η ομάδα του περιοδικού Πρόταγμα[2] στο 6ο τεύχος) – θέτει θανάσιμα εμπόδια στην ανάκαμψη της Ελληνικής οικονομίας, ενώ την ίδια στιγμή λειτουργεί ως τροχοπέδη για τον ευρωπαϊκό εξορθολογισμό και τον εκδυτικισμό της. Ο λαϊκισμός έτσι εξισώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αποσκοπεί στην αποσταθεροποίηση της κοινωνίας μέσω της επικράτησης μιας κουλτούρας ανομίας και παραλογισμού, που (με βάση τουλάχιστον την αντι-λαϊκιστική ρητορική) σταδιακά και νομοτελειακά οδηγεί στη διάβρωση των θεσμών που εγγυώνται ομαλότητα και σταθερότητα. Κι ενώ αυτός ο ορισμός αποτελεί κατεξοχήν βασική αφήγηση των πολιτικών φορέων της «σοβαρότητας» και της «υπευθυνότητας», μια δεύτερη προσέγγιση αρκεί για να μας οδηγήσει σε διαφορετικά συμπεράσματα.

Αρκετοί θεωρητικοί (όπως ο Ernesto Laclau, η Chantal Mouffe, ο Γιάννης Σταυρακάκης και σχεδόν όλη η σχολή του Essex) έχουν κατά καιρούς συγκρουστεί με την κυρίαρχη θεώρηση του λαϊκισμού ως μια παρεκτροπή της δημοκρατίας προς τη μανία του όχλου, ως τη βασική ουσία του ολοκληρωτισμού και του φασισμού[3]. Για τον Laclau[4] μάλιστα, ένα κίνημα λαϊκιστικό μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στη διεύρυνση της δημοκρατίας, καθώς ασκεί εξισωτικές έλξεις προς αιτήματα κοινωνικών ομάδων που μένουν στο περιθώριο, λόγω ακριβώς της αντιπροσωπευτικής κρίσης που χαρακτηρίζει τα σύγχρονα τεχνοκρατικά καθεστώτα. Για τον ίδιο, κάθε κίνημα που χαρακτηρίζεται ευρέως ως λαϊκιστικό (ποπουλίστικο) ποντάρει πάνω σε μια συγκεκριμένη και ομογενοποιημένη ταυτοτική ιδιότητα που αποδίδεται στο γενικό σύνολο – τον λαό εν γένει – η οποία λειτουργεί ως φορέας κοινωνικής κινητοποίησης. Αυτή η ταυτότητα φυσικά θα μπορούσε να νοηματοδοτηθεί ποικιλοτρόπως: μπορεί ο λαός ως κενό (και κατ’ επέκταση, ρευστό) σημαίνον να ταυτιστεί αποκλειστικά και μόνο την κοινή καταγωγή, τη φυλή και κάποιες άκαμπτες παραδόσεις, μπορεί όμως να υιοθετήσει και χαρακτήρα αμιγώς δημοκρατικό, θέτοντας αιτήματα που αφορούν τη συμμετοχή, τη διεύρυνση της δημοκρατίας και των πολιτικών δικαιωμάτων, ή ακόμα και την ανατροπή ενός απολυταρχικού καθεστώτος που αφαιρεί βασικές ελευθερίες. Ως εκ τούτου, ο λαϊκισμός είναι πάντοτε ανταγωνιστικός: θέτει σαφή διαχωριστικά όρια μεταξύ δύο στρατοπέδων, μεταξύ των λίγων που ελέγχουν τις αποφάσεις (δηλαδή της ολιγαρχίας) και αυτών που μένουν εκτός, δηλαδή της σιωπηλής πλειοψηφίας, το ανομοιογενές πλήθος που για να αποκτήσει πολιτική και συγκρουσιακή υπόσταση θα πρέπει να συσπειρωθεί και να συνενωθεί κάτω από μια κοινή ομπρέλα – μια εξισωτική αλυσίδα – παραμερίζοντας τις ενδογενείς του αντιθέσεις, και, ως εκ τούτου, συνδιαμορφώνοντας μια κοινή ταυτότητα (για να έρθω και πάλι στα λόγια του Laclau).

Ως εκ τούτου, ο λαϊκισμός θα μπορούσε να αφορά οτιδήποτε: από το κόμμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, το Sinn Fein, τους Podemos, το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν, τους Ανεξάρτητους Έλληνες, τους συνωμοσιολόγους εθνικιστές, τις αναρχικές πρωτοβουλίες στην Ευρώπη και την Αμερική, τους Τσαβίστας στη Βενεζουέλα και τους Περονιστές στην Αργεντινή, κινήματα αμεσοδημοκρατικά όπως το Occupy Wall Street, οι Αγανακτισμένοι και οι Πλατείες ή ακόμα και ο Μάης του 68 όλα αυτά θεωρούνται ως επί τω πλείστον κινήματα ποπουλίστικα, εφόσον θέτουν ως βασική τους γραμμή το ανταγωνιστικό δίπολο ο «λαός» ενάντια στις «ελίτ». Δημοκρατικά κινήματα ή αυταρχικά/αντιδραστικά (όπως το Tea Party Movement στις ΗΠΑ και το κίνημα Forconi στην Ιταλία) μπορούμε εξίσου να τα χαρακτηρίσουμε λαϊκιστικά, εφόσον σε κάθε περίπτωση η έννοια «λαός», ως το σύνολο που διέπεται από κοινά συμφέροντα και στερείται βασικών του διεκδικήσεων, αποτελεί το κύριο πολιτικό υποκείμενο που «χρωματίζεται» ανάλογα με την περίσταση και τον προσανατολισμό του κινήματος. Έτσι, για έναν δεξιό εθνικιστή, για παράδειγμα, ο λαός είναι το θύμα μιας συνωμοτικής ελίτ η οποία επιθυμεί να αλλοιώσει την εθνική του υπόσταση μέσω της μαζικής μετανάστευσης, αποδυναμώνοντάς τον εκ των έσω ή, με βάση τουλάχιστον την Αμερικανική εκδοχή του δεξιού λαϊκισμού, ο σκληρά εργαζόμενος μέσος άνθρωπος στερείται τους καρπούς του καθημερινού του κόπου του λόγω της υψηλής φορολογίας που επιβάλουν οι πολιτικές ελίτ με στόχο να συντηρήσουν το υπερδιογκωμένο κράτος πρόνοιας για δικό τους όφελος. Για έναν αριστερό λαϊκιστή, ο λαός αποκτά συχνά «προοδευτική» χροιά, καθώς επιχειρείται – είτε μέσω αγκιτατόρικης απεύθυνσης, είτε με διαγγέλματα, υπογραφές και ψηφίσματα – η συνένωση ακόμα και μειονοτικών αλλογενών κοινοτήτων με το σύνολο, ενάντια σε μια κοινή καταπιεστική εξουσία (πχ Τρόικα, Βερολίνο, Βρυξέλλες) που επιβουλεύεται τον απλό καθημερινό άνθρωπο και δρα εις βάρος του, αφαιρώντας θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα και κεκτημένα δεκαετιών. Συνεπώς, κοινό στοιχείο πολλών εν γένει λαϊκιστικών κινημάτων είναι η σύγκρουση με τη λογική του τεχνοκρατικού σχεδιασμού, ενώ στο λαϊκιστικό φαντασιακό τις περισσότερες φορές απορρίπτεται συλλήβδην οποιαδήποτε καθοδήγηση από κάποια Χ πεφωτισμένη αριστοκρατία.

Με λίγα λόγια, ένα κίνημα ποπουλίστικο ενδέχεται να εμπεριέχει μερικά από τα πιο βασικά στοιχεία της αυθεντικής δημοκρατίας, όπως η εναντίωση στον Πλατωνικό ελιτισμό, βάση του οποίου η πολιτική είναι αναντίρρητο καθήκον μιας κλίκας «ειδικών» – ένας ελιτισμός που επί της ουσίας χαρακτηρίζει τη σύγχρονη λογική της αντιπροσώπευσης των φιλελεύθερων καθεστώτων -, δίνοντας έμφαση στη δόξα (γνώμη). Μπορεί, ωστόσο, να συσπειρώνεται και κάτω από το πρόσωπο μιας χαρισματικής προσωπικότητας η οποία όμως στοχεύει αποκλειστικά και μόνο στην ανάληψη της εξουσίας, ή αντιστοίχως να στηρίζει ολιγαρχικές, ελιτίστικες και εξίσου αντιλαϊκές αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης (όπως για παράδειγμα, ο λαϊκισμός υπέρ του νόμου και της τάξης στις ΗΠΑ που στήριξε την κυβέρνηση του Reegan και του Nixon αντίστοιχα). Αυτό φυσικά δε συνεπάγεται ότι κάθε μορφή λαϊκισμού είναι από μόνη της εξισωτική με τη δημαγωγία, τον οπορτουνισμό ή τις αντιδραστικές και αυταρχικές ρητορικές. Η εμπειρική μελέτη, εξάλλου, μας δείχνει ξεκάθαρα πως «είναι δύσκολο να μιλήσουμε για δημοκρατική πολιτική δίχως λαϊκισμό»[5], δεδομένου ότι ποπουλίστικα κινήματα στο παρελθόν αποτέλεσαν τους πρώτους σπόρους κοινωνικών κινητοποιήσεων που συνέβαλαν είτε σε μια δικαιότερη κατανομή του πλούτου (όπως οι εργατικοί αγώνες του προηγούμενου αιώνα, καθώς και κινήματα αγροτών στις ΗΠΑ και την Ευρώπη) είτε στον περιορισμό των φυλετικών διακρίσεων (βλ Civil Rights Movement στις ΗΠΑ). Συνεπώς, όπως λέει και ο Panizza[6], ο ίδιος ο λαϊκισμός μπορεί να αποτελεί αναπόσπαστο καθρέφτη της δημοκρατίας – η πιο αυθεντική της φωνή (με βάση τον Lasch[7]) – καθώς και πεμπτουσία της πιο ριζοσπαστικής της εκδοχής[8]. Η δημοκρατία, όμως, δεν είναι πολίτευμα προστατευμένο από την ίδια την ύβρι (γι’ αυτόν άλλωστε τον λόγο ο Καστοριάδης το ονόμαζε πολίτευμα τραγικό) και, ως εκ τούτου, μια δημοκρατική (λαϊκιστική) διαδικασία μπορεί ανά πάσα στιγμή να παρεκτραπεί, οδηγώντας σε αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που αρχικά επιδίωκε, οδηγώντας σε περαιτέρω γενίκευση συγκρούσεων, βίας και τέλος στην ανάδυση απολυταρχικών καθεστώτων, δίχως ωστόσο κάτι τέτοιο να αποτελεί νομοτέλεια. Αυτό θα το καταλάβουμε καλύτερα αν έρθουμε σε μια σύντομη επαφή με τη σύγχρονη ιστορία.

Μπορεί τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του προηγούμενου αιώνα (όπως ο φασισμός, ο ναζισμός και ο μπολσεβικισμός) να βασίστηκαν σε μια πλατιά πλειοψηφία προκειμένου να κρατηθούν στην εξουσία, ωστόσο αυτό δεν επιβεβαιώνει την ουσιοκρατική Χομπσιανή φιλελεύθερη αφήγηση του ανθρώπου ως homo homini lupus, ότι δηλαδή εκ φύσεως ο άνθρωπος διέπεται από μια ακατάσχετη μανία για εξουσία και κυριαρχία, και ως εκ τούτου αν αφεθεί ελεύθερος, δίχως την καθοδήγηση κάποιου ισχυρού, ντετερμινιστικά θα οδηγηθεί σε μια κατάσταση γενικευμένου χάους, όπου και θα επικρατήσει ο πολέμος όλων εναντίον όλων (bellum omnium contra omnes). Ξεκαθαρίζοντας: το καθεστώς του Χίτλερ, του Φράνκο, του Μουσσολίνι, του Στάλιν ή του Πολ Ποτ δε βάσισαν την ισχύ τους στην ανοιχτή συμμετοχή των μαζών στις αποφάσεις, σε δημοψηφίσματα ή σε κάποια αφήγηση που ήθελε το λαό κυρίαρχο στα πράγματα, μήτε προεικόνιζαν κάποια προλεταριακή διακυβέρνηση δίχως τη σιδηρά πειθαρχία της κεντρικής ηγεσίας. Ως εκ τούτου δεν μπορούμε να μιλήσουμε αμιγώς για λαϊκισμό όταν αναφερόμαστε στα καθεστώτα αυτά, μιας και η φρίκη που έσπειραν στην ανθρωπότητα δεν είναι το αποτέλεσμα κάποιων διαδικασιών λαϊκής κινητοποίησης (με τρόπο συμμετοχικό σε ότι αφορά τη λήψη των αποφάσεων), διαδικασίες που – με βάση τις φιλελεύθερες αφηγήσεις – οδηγούν ντετερμινιστικά στην επικράτηση μιας γενικευμένης ανομίας την οποία επωφελούνται διάφορες ομάδες οπορτουνιστών εξουσιομανών δημαγωγών. Μήτε μπορούμε Τοκβιλικά να επικαλεστούμε τη δικτατορία της πλειοψηφίας ενάντια στην καταπιεσμένη μειοψηφία, δεδομένου ότι δεν υφίσταται καμία λαϊκή βούληση πέρα από αυστηρή κομματική καθοδήγηση, η οποία με τη σειρά της εφάρμοζε το φυλετικό ή μαρξιστικό δόγμα, όπως ακριβώς όριζε η επιστημονική θεωρία είτε του εθνικοσοσιαλισμού είτε του μπολσεβικισμού (οι ιστορικοί νόμοι), μια θεωρία που βασικός της κορμός είναι ο κεντρικός σχεδιασμός και η σιδηρά πειθαρχία στις αποφάσεις της (τεχνοκρατικής κατά κάποιον τρόπο) ηγεσίας. Συνεπώς, αυτό που απουσιάζει πλήρως από τα καθεστώτα αυτά είναι ακριβώς το στοιχείο του αυθορμητισμού που συναντάμε διάχυτο στα λαϊκιστικά κινήματα, ενώ την ίδια στιγμή, αυτό που επιβεβαιώνεται στην περίπτωση του ολοκληρωτισμού είναι η ίδια η νεωτερικότητα: το ρασιοναλιστικό παράδειγμα και το έθνος κράτος (το κατεξοχήν δημιούργημα του αστικού φιλελεύθερου κόσμου) στα Χομπσιανά/Βεμπεριανά πρότυπα – αστυνομία, μυστικές υπηρεσίες, στρατός, κατασταλτικοί μηχανισμοί (όπως φυλακές, ψυχιατρεία, χώροι εγκλεισμού, στρατόπεδα συγκέντρωσης) – και φυσικά ο δαρβινισμός (κοινή θεωρία τόσο του οικονομικού/κοινωνικού φιλελευθερισμού όσο και του μπολσεβικισμού/φασισμού).

Σε ότι αφορά τα φασιστικά και ναζιστικά καθεστώτα κυρίως, ήταν το αστικό κράτος που οδήγησε στον αφανισμό 40.000.000 ανθρώπων σε όλη την Ευρώπη, παρά ο αγελαίος όχλος που επιτίθεται σε μετανάστες και Εβραίους. Στα λόγια του Bauman[9], το Ολοκαύτωμα «ήταν ένα παράγωγο του οίκου της νεωτερικότητας», ένα φυσικό αποτέλεσμα όχι μόνο του αιώνιου προ-νεωτερικού αντισημιτισμού, αλλά και της ρασιοναλιστικής κυριαρχίας του αστικού πολιτισμού, κατεξοχήν φορέας της οποίας είναι το κράτος. Εξάλλου ο συνήθης αριθμός των νεκρών ακόμα και έπειτα από συνεχόμενα πογκρόμ συνήθως δεν υπερβαίνει τους εκατό. Αυτό σημαίνει ότι – δίχως την ισχύ του κράτους (δίχως, δηλαδή, τα εξορθολογισμένα μέσα) – θα απαιτούνταν σχεδόν 200 χρόνια καθημερινών διώξεων προκειμένου ο αριθμός των νεκρών να αγγίξει τα οχτώ εκατομμύρια (Εβραίοι, τσιγγάνοι – βλ. Porajmos, ομοφυλόφιλοι) που εξόντωσαν οι ναζί μέσα σε λιγότερο από 4 χρόνια[10]. Επιπλέον, όπως επιβεβαιώνουν οι Agaben και Neocleous[11], το πιο φρικτό καθεστώς εξαίρεσης που διήρκεσε 12 χρόνια (το καθεστώς των ναζί) είχε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του αστικού νεωτερικού πολιτισμού: ο ίδιος ο Χίτλερ εκμεταλλεύτηκε στο απεριόριστο τη δυνατότητα που έδινε το φιλελεύθερο Γερμανικό Σύνταγμα σε μια εκλεγμένη κυβέρνηση να αναστέλλει πολιτικές ελευθερίες σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, παραχωρώντας κάθε αρμοδιότητα στα όργανά της να πράξουν οτιδήποτε αυτά κρίνουν αναγκαίο προκειμένου να αποτραπεί κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να θεωρηθεί δημόσιος κίνδυνος (πράγμα που – φυσικά σε πολύ μικρότερο βαθμό – έπραξε η κυβέρνηση του G.W.Bush στις ΗΠΑ έπειτα από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, που με πρόσχημα την ασφάλεια των πολιτών από την τρομοκρατία, νομοθεσίες που εξασφάλιζαν πολιτικές ελευθερίες ανεστάλησαν, διαδηλώσεις περιορίστηκαν και μετανάστες απήχθησαν από δυνάμεις του FBI). Στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου ο δημόσιος κίνδυνος ήταν κάποιοι «άραβες τρομοκράτες», στην περίπτωση του Χίτλερ «οι Εβραίοι μαζί με τους κομμουνιστές». Καί στις δύο περιπτώσεις, όμως, αυτό που κυριαρχεί είναι η «νομιμότητα» ενάντια στο χάος, με άλλα λόγια, το «συμμάζεμα της ανομίας» μέσω του κρατικού μηχανισμού, εφοδιασμένο με όλα τα απαραίτητα μέσα ώστε να αντιμετωπίσει «τις προκλήσεις του όχλου και την παραβατικότητα». Παρομοίως η δικτατορία των συνταγματαρχών, όπως και αντίστοιχα η δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή και του Βιντέλα στην Αργεντινή – παρά την υποστήριξη που είχαν από ένα κομμάτι του πληθυσμού των χωρών αυτών – δεν επιβλήθηκαν εξαιτίας κάποιας παρεκτροπής του ανώνυμου πλήθους, αλλά απεναντίας με πρόσχημα την προστασία του δημοσίου συμφέροντος από το χάος και την ανομία των Μαρξιστών και των ταραχοποιών.

Όλη αυτή η εμμονή με τη «νομιμότητα», την πολιτική ορθότητα, καθώς και η κινδυνολογία περί «επικράτησης του απαίδευτου όχλου», όπως τεκμηριώνει ο Neocleous[12], αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του φιλοσοφικού ρεύματος του Διαφωτισμού. Παρότι ο Διαφωτισμός αμφισβήτησε την καταπιεστική απολυταρχία της εκκλησίας και των βασιλιάδων, την ίδια στιγμή (όπως χαρακτηριστικά λέει ο Λοκ και ο Μοντεσκιέ) αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αναστολής μέρους των πολιτικών ελευθεριών (που το ίδιο το ρεύμα προτείνει ενάντια στο μοναρχικό δεσποτισμό) σε περίπτωση που το δημόσιο συμφέρον απειλείται. Έτσι, οι εξουσίες που – τυπικά έχουν την έγκριση της πλειοψηφίας – μπορούν ανά πάσα στιγμή να καταφύγουν σε δικτατορικές μεθόδους διακυβέρνησης για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται απαραίτητο (η περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας εμπίπτει ακριβώς πάνω σε αυτό το παράδειγμα). Συνεπώς, οι θεωρίες του Χομπς περί αδυναμίας του ανθρώπου να αυτοκυβερνηθεί – λόγω της εγωιστικής του φύσης – και η αναγκαιότητα ύπαρξης μιας κεντρικής εξουσίας όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν μονομερώς από τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού, αλλά απεναντίας λειτούργησαν ως ένα βαθμό βασικό αφήγημα πάνω στο οποίο βασίστηκε ολόκληρος ο αστικός πολιτισμός, όπως αναφέρει η Hannah Arendt[13]. Ενώ, με άλλα λόγια, οι φιλελεύθεροι φιλόσοφοι (με εξαίρεση τον Ρουσσώ) απέρριψαν τον πλήρη αποκλεισμό των πολιτών από την άσκηση της πολιτικής (που πρότεινε ο Χομπς), την ίδια στιγμή Χομπσιανές και Πλατωνικές συγκλίσεις αποτέλεσαν βασικοί πυλώνες της σκέψης τους: ο λαός έχει το δικαίωμα να επιλέγει μόνο μια φορά στα τέσσερα χρόνια τους «ειδικούς» που θα τον εκπροσωπούν, αυτούς που θα παίρνουν όλες τις αποφάσεις ερήμην του και που θα επιβάλουν κράτος έκτακτης ανάγκης αν χρειαστεί, όχι όμως να συμμετέχει άμεσα στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στη δικαστική εξουσία και να ελέγχει συνεχώς με τρόπο ουσιαστικό και ενδελεχή κάθε δημόσιο φορέα.

Με λίγα λόγια, ο λαός εξακολουθεί, ακόμα και στη φιλοσοφία των φιλελεύθερων, να θεωρείται «ανίκανος» να αναλάβει πολιτικές ευθύνες (μεταβιβάζοντάς τες σε τρίτους), λόγω της έμφυτης αγελαίας τάσης του ανώνυμου πλήθους να οδηγεί την κοινωνία στην απόλυτη καταστροφή. Αυτή η θεώρηση αποτελεί βασικό πυρήνα της σκέψης των αντιλαϊκιστών, και συνάμα αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης Ευρωπαϊκής νεοφιλελεύθερης στροφής. Η γνωστή «θεωρία των άκρων»[14] στοχεύει ακριβώς στην ενίσχυση αυτού του ελιτισμού, καθώς αυτοσκοπός της δεν είναι η ταύτιση του κομμουνισμού με το φασισμό (όπως επίμονα διατείνονται διάφοροι σεχταριστές αριστεροί και αναρχικοί ιδεολόγοι), αλλά η εκβιαστική κινδυνολογία που προωθεί την περαιτέρω περιθωριοποίηση της δημόσιας σφαίρας, πατώντας (επικοινωνιακά) πάνω στο ιστορικό παράδειγμα του ολοκληρωτισμού και παρερμηνεύοντάς το δογματικά (πάντα κάτω από το φιλελεύθερο πρίσμα της έμφυτης ανθρώπινης ιδιοτέλειας που, νομοτελειακά, οδηγεί στην ύβρη). Με βάση λοιπόν τη θεωρία αυτή, οποιοσδήποτε κινητοποίηση αμφισβητεί τα μέτρα λιτότητας, την εξαθλίωση και το μαρασμό παραπέμπει σε κάποιου είδους ιντριγκαδόρικη αγκιτάτσια μερικών γραφικών αιμοβόρων Σταλινικών που στοχεύουν στην κατάληψη της εξουσίας με τη βία (αυτών, δηλαδή, που θα μας καταντήσουν Κούβα). Ταυτοχρόνως, η ροπή μεγάλης μερίδας του πληθυσμού που αμφισβητεί την παγκοσμιοποίηση, την πολιτική ορθότητα και την αθρόα μετανάστευση επιλέγοντας να μένει προσηλωμένη στη γλώσσα και τις παραδόσεις της εκλαμβάνεται από την αριστοκρατία του πνεύματος ως μια επικίνδυνη «τάση εκφασισμού της κοινωνίας» (θεώρηση που βρίσκει σύμφωνους και πολλούς αναρχικούς, οι οποίοι στην εμμονή τους με τον αντιμικροαστισμό και τον προοδευτισμό, ευθυγραμμίζονται πλήρως με τη λαοφοβία των νέων φιλελεύθερων, όπως ακριβώς είχε συμβεί κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων του 2011). Ως εκ τούτου, η αδιαμφισβήτητη απόρριψη του λαϊκισμού – η ταύτισή του δηλαδή με το στοιχειό του ολοκληρωτισμού, του φασισμού και του Σταλινισμού στα πλαίσια της αγιοποίησης του «κέντρου» ενάντια στα «έκνομα άκρα» – όπως ο Laclau τονίζει επίσης[15], οδηγεί στη συνολική απόρριψη της πολιτικής δράσης, ενδυναμώνοντας όλο και περισσότερο την ισχύουσα κοινωνική θέσμιση και την ανάθεση της εξουσίας στις ολιγαρχίες, στην αξίωση του να κυβερνούν οι λίγοι «άριστοι». Φυσικά, δε θα φάνταζε καθόλου υπερβολή αν στο άμεσο μέλλον φτάναμε ακόμα και στο σημείο «οι ίδιες οι εκλογές να θεωρούνται, λίγο πολύ, κερκόπορτα του λαϊκισμού»[16], (δεδομένης της ενίσχυσης λαϊκιστικών κομμάτων στην Ευρώπη).

Τη στιγμή λοιπόν που οι παραδοσιακές δυνάμεις του κέντρου όχι μόνο μοιάζουν ανίκανες να ανοίξουν διόδους που θα μεταφέρουν λαϊκά αιτήματα αλλά λειτουργούν ως μέσα καταστολής επενδύοντας στην τρομολαγνία και το φόβο, η ανάπτυξη αντισυστημικών λαϊκιστικών κινημάτων χρίζει επιτακτικής ανάγκης. Ο λαϊκισμός αποτελεί μια από τις βασικότερες οδούς ώστε να οικοδομηθεί το πολιτικό πεδίο καθώς εξυψώνει τους ασθενέστερους (αυτούς που βρίσκονται στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας) θέτοντάς τους πρωταγωνιστές στις πολιτικές και κοινωνικές τριβές, ενάντια στα αδιέξοδα της τεχνοκρατίας. Εξάλλου «οι λαϊκές ταυτότητες εμπεριέχουν περισσότερη κοινή λογική από ότι οι άκαμπτες ιδεολογίες που κυριαρχούν στις δημόσιες συζητήσεις»[17]. Το κατά πόσο, φυσικά, αυτές οι επικλήσεις έχουν θετικά αποτελέσματα, δεν είναι της παρούσης. Παρόλα αυτά, η ίδια η ιστορία μας έχει δείξει ότι από τη μια λαϊκιστικά κινήματα κατάφεραν και ώθησαν αποκλεισμένες ομάδες στο προσκήνιο των γεγονότων, ενώ πολλές φορές τέτοιου είδους κινητοποιήσεις οδήγησαν σε αποκλεισμό άλλων κοινωνικών ομάδων, και αυτό συνίσταται ακριβώς στην τραγικότητα της δημοκρατίας, η οποία δεν μπορεί να προβλεφθεί μήτε μπορεί να αποφευχθεί με κατασταλτικά μέτρα και περιορισμούς. Βέβαια, όπως είχε πει και ο Μακιαβέλλι[18] (επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω ιστορικά παραδείγματα μερικούς αιώνες πριν λάβουν σάρκα και οστά), τα εγκλήματα των βασιλιάδων και των ηγεμόνων είναι πολύ περισσότερα σε σύγκριση με αυτά που διαπράττει ο ίδιος ο λαός. Κι εφόσον λοιπόν ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι απλά μια εικασία, αλλά απεναντίας μια ιστορική αλήθεια, δεν μας μένει παρά να θεωρούμε επιτακτική ανάγκη την ενίσχυση των λαϊκιστικών φωνών όσο το δυνατό περισσότερο γίνεται. Προτού όμως προσφύγουμε σε κάτι τέτοιο, θα πρέπει να εξετάσουμε ένα ακόμα τελευταίο ζήτημα: μπορεί ο λαϊκισμός να αποτελεί δίοδο για τη διεύρυνση του πολιτικού πεδίου, ωστόσο πολλές φορές λαϊκιστικά κινήματα κατέληξαν (παραδόξως) απλά και μόνο στη βελτίωση του κοινοβουλευτισμού εξαντλώντας τα πολιτικά διακυβεύματα σε ζητήματα της κάλπης, όπως (για παράδειγμα) οι πλατείες τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ισπανία που αντί να θέσουν το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας ως αυτοσκοπό μιας πολιτειακής αλλαγής, κατέληξαν να συσπειρωθούν γύρω από την ηγεσία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α και των Podemos αντίστοιχα, ή κινήματα σεξουαλικών μειονοτήτων που υπέστησαν φαγοκυττάρωση από τη μαρκετίστικη φιλελεύθερη ιδεολογία.

Προκειμένου λοιπόν να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, δεν έχουμε παρά να θέσουμε ως συνολική ταυτότητα τις αξίες που πρεσβεύει το πολιτικό ον, ο ανθρωπολογικός τύπος δηλαδή που συνεχώς αμφισβητεί κάθε δοσμένη νόρμα και αξία, που διέπεται από τη λογική της δημόσιας σφαίρας και αντιτίθεται στην ανάθεση της πολιτικής σε αντιπροσώπους. Ως εκ τούτου, δεν έχουμε ανάγκη απλά από μια λαϊκή κινητοποίηση που μέσα σε λίγες εβδομάδες θα ξεφουσκώσει, αλλά από μια συλλογική αναγέννηση η οποία θα σκάψει βαθύτερα στο ζήτημα των δημοκρατικών διεκδικήσεων, από ένα λαϊκισμό δηλαδή που θα ξεπεράσει τον εαυτό του (μετα-λαίκισμός), που θα καταστήσει την άμεση συμμετοχή των ανθρώπων στην άσκηση της εξουσίας ως απόλυτο αυτοσκοπό. Η κατάκτηση της δημοκρατίας δε φαίνεται ότι θα έρθει μέσα από σποραδικές εκδηλώσεις αντίδρασης και αγανάκτησης ούτε από αφορισμούς και προσκολλήσεις σε διαφόρων ειδών θεολογίες του παρελθόντος. Απεναντίας, απαιτούνται συνεχόμενες προσπάθειες κοινωνικών ζυμώσεων, συνδιαμορφώσεων και ανοιχτής επικοινωνίας, μέσα από λαϊκές συνελεύσεις και κοινωνικές δράσεις, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς διαχωρισμούς σε αυτόνομους, αναρχικούς, αριστερούς ή πατριώτες, μαύρους, λευκούς, γηγενής ή μετανάστες, θέτοντας ως σημείο εκκίνησης για την πραγματοποίηση του προτάγματος για ίση συμμετοχή ισότιμων μελών μιας κοινωνίας.

Σημειώσεις:

[1] Βλ. Νικόλας Σεβαστάκης και Γιάννης Σταυρακάκης Λαϊκισμός και Κρίση, (2013 Νεφέλη: Αθήνα). Δοκίμιο του Ν.Σεβαστάκη, σελ.15.

[2] Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία, Πρόταγμα (2013) 6ο τεύχος. Βλ, Το «τέλος της Μεταπολίτευσης;» Μια χαρτογράφηση του πεδίου σύγκλισης μεταξύ ακροδεξιάς και φιλελευθερισμού. σελ.29-92.

[3] Βλ. α) Peter Fritzsche, Rehearsals for fascism: populism and political mobilization in Weimar Germany, 1990, Oxford University Press, και β) Gino Germani, Authoritarianism, Fascism, and National Populism, 1978, Transaction Publishers.

[4] Ernesto Laclau, 2007. On Populist Reason. 2 Nd ed. London: Verso.

[5] Margaret Canovan, «Εμπιστοσύνη στο λαό!: ο λαϊκισμός και οι δύο όψεις της δημοκρατίας», Φάκελος «Λαϊκισμός και Δημοκρατία», Σύγχρονα Θέματα, 2010, σελ. 15-23

[6] Βλ. Francesco Panizza, 2005. Populism and The Mirror of Democracy. New York: Verso Books

[7] Christopher Lasch, 1995. The Revolt of the Elites and the Betrayal of Democracy. US: Norton. Βλ. κεφάλαιο «Communitarianism or Populism» (σελ. 92-115)

[8] Margaret Canovan, 1981. Populism. London: Junction Books.

[9] Zygmunt Bauman, 1989. Modernity and The Holocaust. New York: Cornell University Press Ithaca.

[10] Sapini, P., J., & Silver, M., 1980. Survivors, Victims and Perpetrators: Essays in the Nazi Holocaust. Washintgon: Hemisphere Publishing Corporation

[11] Giorgio Agamben, 2005, State of Exception, The University of Chicago Press, και β) Mark Neocleous, 2010, Security, Liberty and the Myth of Balance: Towards a Critique of Security Politics.

[12] Από: Mark Neocleous, 2010, Security, Liberty and the Myth of Balance: Towards a Critique of Security Politics.

[13] Βλ. Hannah Arendt, 1976, The Origins of Totalitarianism. California: A Harvest Book, σελ, 123-157.

[14] O πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Commission, José Manuel Barroso, σε συνέντευξή του στο περιοδικό Time Online, στην ερώτηση «τί σας ανησυχεί στην Ευρώπη σήμερα;» απαντά: «μάλλον η άνοδος ορισμένων λαϊκιστικών κινημάτων στα άκρα του πολιτικού φάσματος».

[15] Από Ernesto Laclau, 2007 (On Populist Reason. 2 Nd ed. London: Verso), βλ. Εισαγωγικό σημείωμα.

[16] Βλ. Νικόλας Σεβαστάκης και Γιάννης Σταυρακάκης, Λαϊκισμός και Κρίση, σ.69, (2013 Νεφέλη: Αθήνα). Δοκίμιο του Γ.Σταυρακάκης, σ.69

[17] Όπως [7], σελ. 111.

[18] Niccolo Machiavelli, 2003, The Discources, London: Penguin Books

Η επίθεση στο Charlie Hebdo και τα ζητήματα που μας θέτει

AANSLAG PARIJS

Και ξαφνικά ώρα μηδέν! Η γαλλική σατιρική εφημερίδα Charlie Hebdo δέχεται επίθεση από ένοπλους τζιχαντιστές με αποτέλεσμα δώδεκα νεκρούς. Στη συνέχεια ακολουθείται διπλή ομηρία από τους δράστες της πρώτης επίθεσης και συνεργούς τους η οποία λήγει με τον θάνατο τεσσάρων ομήρων, τριών τρομοκρατών και τη διαφυγή ενός. Ό τρόμος αναδύεται για άλλη μια φορά στη παρηκμασμένη Δύση και στη σχέση της με τον ισλαμικό κόσμο ένα ακόμα θλιβερό επεισόδιο έρχεται να προστεθεί.

Με αφορμή τις αιματηρές επιθέσεις του τελευταίου τριημέρου όλοι έτρεξαν να εκφράσουν τον αποτροπιασμό τους για αυτές, την οδύνη τους για τα θύματα και την ανησυχία τους για την ελευθέρια του λόγου. Από τους κατά τόπους ολιγάρχες διάφορων χωρών έως τον ακροδεξιό θίασο – που δεν έχασε την ευκαιρία να χύσει το δηλητήριο του – και από τον μέσο απαθή τηλεορασόπληκτο έως διάφορα κομμάτια της αριστεράς – που μέχρι πρότινος υπερασπιζόταν φονταμενταλιστικές τάσεις του Ισλάμ στη βάση του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα – όλοι είχαν κάτι να πουν. Τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν τις τελευταίες μέρες στη Γάλλια μας θέτουν προβλήματα που σίγουρα υποκριτικές ανακοινώσεις και κροκοδείλια δάκρυα δεν μπορούν ούτε καν να τα θίξουν.

Σε ένα πρώτο επίπεδο πρέπει να γίνουν σαφές οι ευθύνες της Δύσης για το μπάχαλο που έχει δημιουργήσει στη Μέση Ανατολή αρχικά με απευθείας αποικιακούς πολέμους και ύστερα, όχι με τους πιο αθώους τρόπους, τη προώθηση και τοποθέτηση δικών της ανθρώπων σε θέσεις εξουσίας. Το σημερινό αποτέλεσμα της οικονομικής και κοινωνικής εξαθλίωσης που βιώνει ο αραβικός κόσμος σε συνδυασμό με την αποτυχία των προηγούμενων καθεστώτων που προωθούσαν έναν μερικό εκμοντερνισμό έχει σαν αποτέλεσμα την άνοδο του ισλαμισμού με διάφορες θρησκευτικές, μιλιταριστικές, γραφειοκρατικές οργανώσεις, που προτείνουν ένα θεοκρατικό μοντέλο κοινωνίας. Τα ήδη γνωστά σχήματα που τοποθετούν τη Δύση ως το απόλυτο κακό και τους Άραβες ως τα αιώνια θύματα της Ιστορίας και αντίστροφα ανάλογα σχήματα που τοποθετούν τη Δύση εντελώς άκριτα σαν ένα αιώνιο μοντέλο ή πρότυπο και τους Άραβες apriori ως κατώτερους το μόνο που κάνουν είναι να συσκοτίζουν χειρότερα τη κατάσταση. Θέλοντας να δούμε το πρόβλημα στην ολότητα του είναι αναγκαίο να ξεφύγουμε από μανιχαϊστικά δίπολα που αποκρυσταλλώνονται σε μια στείρα αντίδραση από τη μια μεριά και στον αυτοφενακισμό από την άλλη. Το ζήτημα που ανακύπτει από τα θλιβερά γεγονότα του Charlie Hebdo και του τελευταίου τριημέρου είναι το κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα της κρίσης και της επιλογής όσον αφορά τη θέσμιση της κοινωνίας.

Κάθε κοινωνία υπάρχει δημιουργώντας τους δικούς της θεσμούς οι οποίοι θέτουν ένα ιδιαίτερο σύμπλεγμα κανόνων, νόμων, σημασιών, αξιών, εργαλειών,κινήτρων κλπ. “Αυτή η θέσμιση δεν είναι παρά το κοινωνικά επικυρωμένο ( με τρόπο τυπικό ή άτυπο) μάγμα των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών που έχουν δημιουργηθεί απ΄αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνία.”1 Το κοινωνικό αυτό φαντασιακό που όπως είπαμε δημιουργεί τους θεσμούς, εκλαμβάνεται κάθε φορά με μια θετική, de facto ισχύ μέσα στην κοινωνία. Οι περισσότερες από τις γνωστές μας κοινωνίες σε όλες σχεδόν τις εποχές θεσμίστηκαν περιφράσσοντας το νόημα και τη σημασία χωρίς να τίθεται το ζήτημα της νομιμότητας τους. Στο κοινωνικό – ιστορικό πεδίο με τη δραστηριότητα της πολιτικής και της φιλοσοφίας αναδύεται το ερώτημα της de jure ισχύος, οπού δεν αποδεχόμαστε άκριτα την υπάρχουσα θέσμιση, αναγνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει μια μοναδική και ενιαία “αληθής” παράδοση, και απαιτούμε να δίνουμε λόγο και να διερωτόμαστε ρητά για τη θεσμισμένη παράσταση του κόσμου. Το ερώτημα του τι πρέπει να κάνω? τίθεται στο κέντρο της δραστηριότητας μας.

Για να έχει νόημα αυτό το ερώτημα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι νόμοι που συνέχουν τη κάθε κοινωνία δεν είναι προκαθορισμένοι αλλά δικό μας δημιούργημα και ότι εμείς δημιουργούμε τη τάξη αυτού του κόσμου. Από τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε ότι οι ίδιες οι νόρμες είναι νέες μορφές που θέτουμε εμείς οι ίδιοι ερχόμαστε αντιμέτωποι και με τη τρομακτική διαπίστωση ότι το Καλό και το Κακό είναι και αυτά κοινωνικό – ιστορικές δημιουργίες. Από αυτό το πνεύμα διαπνεόμαστε, που το βρίσκουμε στην αρχαιοελληνική πόλη ( 7ος – 4ος π.Χ αιώνας), στα town hall meetings της Αμερικανικής επανάστασης, τις πολιτικές συνελεύσεις των συνοικιών της Γαλλικής επανάστασης, στη Παρισινή Κομμούνα, στα σοβιέτ του πρώτου χρόνου τις Ρωσικής επανάστασης, στα εργατικά συμβούλια κ.ά., και με αυτό το πνεύμα απαντάμε ότι απορρίπτουμε κάθε ετερόνομη θέαση και συντασσόμαστε με το πρόταγμα της αυτονομίας. Ούτε με ιμάμηδες, ούτε με παπάδες, ούτε με τους γκουρού της “αγοράς”, ούτε με τον γραμματέα του κόμματος, αλλά με την κοινωνική επανάσταση ως διαρκής αυτοθέσμιση της συλλογικής και ατομικής μας δραστηριότητας.

Σε αυτό το σημείο για να έχουμε μια ολοκληρωμένη άποψη είναι απαραίτητο να αναφέρουμε και να τονίσουμε το γεγονός ότι οι δράστες των συγκεκριμένων τρομοκρατικών ενεργειών αλλά και παλαιότερων όπως αυτών που σημειώθηκαν μερικούς μήνες πριν στο Λονδίνο γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε ευρωπαϊκές πόλεις.

Οι σημερινές Δυτικές κοινωνίες έχοντας χάσει οποιοδήποτε μέτρο ή όριο που θα μπορούσε να μετουσιώσει τα πάθη και τις επιθυμίες των ανθρώπων έχουν μετατρέψει τα σημερινά άτομα σε μια μονοσήμαντη και μονόχνοτη σκιά. Η πολιτική, η οικονομία, η εργασία, η οικογένεια, βασικοί πυλώνες μέχρι πρότινος της συγκρότησης της ανθρώπινης ύπαρξης έχουν χάσει κάθε σημασιακό περιεχόμενο και έχουν αντικατασταθεί από μια εικονική πραγματικότητα κλεισμένη στον ψευδοεαυτό της. Η μόνη πραγματικότητα που φαίνεται να μπορεί να ιδωθεί αυτή τη στιγμή είναι αυτή που μπορείς να κατασκευάσεις από τα υλικά που σου προσφέρει η διαφήμιση και η μαζική κουλτούρα. Αυτό που μετράει σήμερα είναι η ναρκισσιστική εικόνα που μπορείς “να πουλήσεις” στο facebook και στο twitter καθώς και η παρουσίαση του εαυτού στην καθημερινή ζωή. Η δύναμη για δημιουργία και ο έρωτας για δημιουργία ( vis formandi και libido formandi) που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο όν όπως το έδειξε ο Καστοριάδης, η θέληση για τη συγκρότηση ενός νοήματος και η δημιουργία μιας ζωής φαίνεται πως έχουν υποσκελίσει στην επιλογή διαθέσιμων εμπορικών προϊόντων και ήδη διαμορφωμένων τρόπων (στυλ) ζωής.

Όλη αυτή η πνιγερή ατμόσφαιρα που έχουν να προσφέρουν απλόχερα οι μητροπόλεις της Δύσης καταδεικνύει το σημασιακό κενό των σύγχρονων κοινωνιών. Αυτό λοιπόν το κενό μαζί με την οικονομική και κοινωνική καταπίεση που βιώνουν αρκετοί νέοι από τις μεταναστευτικές κοινότητες προσπαθούν να καλύψουν η ένταξη τους σε διάφορες ισλαμιστικές οργανώσεις και η υιοθέτηση διάφορων εκδοχών θρησκευτικότητας. Αντίστοιχα φαινόμενα – τηρουμένων των αναλογιών βέβαια – που προσπαθούν να καλύψουν αυτό το κενό νοήματος παρατηρούμε με τη χρήση ναρκωτικών και την προσχώρηση σε διάφορα εσωτερικιστικά ρεύματα και μεταφυσικές δοξασίες από την Ανατολή.

Όλα όσα εκτυλίχθηκαν το τριήμερο της προηγούμενης εβδομάδας στο Παρίσι ήρθαν να μας υπενθυμίσουν με αρκετά οδυνηρό τρόπο αυτή τη φορά την ανθρωπολογική κρίση των Δυτικών κοινωνιών. Το ερώτημα πλέον είναι ξεκάθαρο. Οι σημερινές κοινωνίες ή θα συνεχίσουν απρόσκοπτα στο σημερινό χάος και θα πέφτουν από κρίση σε κρίση και από πόλεμο σε πόλεμο ή θα επιδιώξουμε μια ριζική ανατροπή και μια απελευθέρωση του ανθρώπου και της κοινωνίας. Η απάντηση ανήκει στη καθεμία και στο καθέναν μας ξεχωριστά.

1 Καστοριάδης, Κ., Χώροι του ανθρώπου, εκδ. ‘Υψιλον, Η ελληνική πόλις και η δημιουργία της δημοκρατίας, σελ. 163

Οι άλλες ιστορίες

Zapatistas

Του Σίμου Ανδρονίδη

«Ήταν η νύχτα του καϊμάν, νύχτα καθάρια πνιγμένη στα ρύγχη που πρόβαλαν μες απ’ τη λάσπη, κι απ’ τα υπναλέα τενάγη ένας μουντός θόρυβος από πανοπλίες γυρνούσε στη χθόνια καταγωγή». (Pablo Neruda, ‘Mερικά Ζωντανά’).

Οι εκδόσεις των συναδέλφων εξέδωσαν το 2014 το βιβλίο ‘Οι άλλες ιστορίες’ του υποδιοικητή Μάρκος, μίας εμβληματικής μορφή του κινήματος των Ζαπατίστας. Οι μικρές ιστορίες που περιέχονται σε αυτό το μικρό βιβλίο συμπυκνώνουν την στάση ζωής, την κουλτούρα και την σοφία των ιθαγενών της επαρχίας Τσιάπας του Μεξικού. Και αυτήν ακριβώς την σοφία κατέγραψε στις μικρές «αυτόνομες» ιστορίες του ο υποδιοικητής Μάρκος, ανασύροντας στην επιφάνεια όλο τον πνευματικό «πλούτο» των ιθαγενών. Θα λέγαμε πως η ώσμωση, η σύμφυση μεταξύ ιθαγενών και Ζαπατίστας αποκρυσταλλώνεται και στο κατεξοχήν λογοτεχνικό πεδίο, το οποίο δεν καταγράφει απλώς και μόνο ιστορίες, αλλά «εμπλουτίζει» την ζωή. Οι ‘άλλες ιστορίες’ του υποδιοικητή Μάρκος συγκροτούν την πράξη του διαρκούς στοχασμού πάνω στη ζωή και στη φύση, στο πολιτικό και στην ενεργή αντίσταση. Δεν εκμαιεύει την συγκίνηση των αναγνωστών, αντιθέτως, θα λέγαμε πως συμβάλλει στην ενεργοποίηση των αντανακλαστικών του ανθρώπου ως κατεξοχήν κοινωνικού και πολιτικού «ζώου». Με αυτόν τον τρόπο, οι ιστορίες του Μάρκος «επικοινωνούν» οργανικά με τις ευρύτερες συνηχήσεις της ρήσης του Αριστοτέλη.

Οι αφηγήσεις του Μάρκος κινούνται στον αντίποδα των «πλούσιων» λογοτεχνικών εικόνων και αφηγήσεων καθότι δεν προβάλλουν μόνο την λιτότητα εικόνων, αλλά κύρια την λιτότητα που εγγράφεται σε εκείνα τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά που συγκροτούν την ανθρώπινη ζωή και πράξη, όπως ένα δένδρο που «φιλτράρει» και «διαμεσολαβεί» το φως.

Για τον σπουδαίο Σταγειρίτη φιλόσοφο, ο άνθρωπος είναι και λειτουργεί ως πολιτικό «ζώον», ως ζώον που δύναται να αντιληφθεί το όλον που τον περιβάλλει. Ο άνθρωπος, προικισμένος με τις λειτουργίες της σκέψης και της νόησης αίρει την κατάσταση του «άγριου θηρίου», στοχάζεται πολιτικά, συγκροτεί εκείνες τις πρωτόλειες συλλογικότητες που τείνουν να οδηγήσουν στη δόμηση οργανωμένων κοινωνιών. Έτσι, και οι ιστορίες του υποδιοικητή Μάρκος,1 μας υπενθυμίζουν το εύρος που έχει αποκτήσει η ρήση του Σταγειρίτη φιλόσοφου, ενώ, την ίδια στιγμή, καταδεικνύουν ότι το πολιτικό «ζώον» παραμένει διαρκές ζητούμενο για όλους όσοι δρουν και εναντιώνονται στην υπάρχουσα κοινωνικοπολιτική θέσμιση.

«Και όλα τα κοιτάγματα έμαθαν οι πρώτοι άντρες και οι γυναίκες. Και το πιο σημαντικό που έμαθαν είναι το κοίταγμα που κοιτά το ίδιο το κοίταγμα και το μαθαίνει και το γνωρίζει, το κοίταγμα που κοιτά το ίδιο κοιτάζοντας και κοιτάζοντας τον εαυτό του, που κοιτάζει δρόμους και κοιτάζει αύριο που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, δρόμους που είναι ακόμη να περπατηθούν και ξημερώματα που είναι να γεννηθούν».2 Το «κοίταγμα» παραμένει διαρκές και μεταβαλλόμενο, στοχαστικό και «ενεργητικό». Αυτό το στοχαστικό «κοίταγμα», μαζί με τις λέξεις που προφέρονται και αποτυπώνονται στο χαρτί αποτελούν τα «όπλα» των δραστήριων και σκεπτόμενων ανθρώπων. Το «κοίταγμα» πηγαίνει πέρα από τον ορίζοντα, κοιτάζει «βαθιά» τον «εαυτό» του, «προχωρά» όταν η δράση σταματά. Και αυτά τα «πρώτα κοιτάγματα που έμαθαν οι πρώτοι άντρες και οι γυναίκες», αποτελούν την πρώτη ύλη που «τρέφει» με στοχασμό και με αμφιβολία τον κόσμο.

Ο Μάρκος και οι ιθαγενείς, ο Μάρκος και οι Ζαπατίστας μας προσκαλούν στο ταξίδι των κοιταγμάτων, ένα ταξίδι γνώσης και αμφιβολίας, δράσης και σιωπής. Όταν οι λέξεις «σωπαίνουν», το κοίταγμα «κοιτάζει αύριο που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, δρόμους που είναι ακόμη να περπατηθούν και ξημερώματα που είναι να γεννηθούν». Ο γερό-Αντόνιο της ‘ιστορίας των κοιταγμάτων’ είναι η αρχετυπική μορφή της εξονυχιστικής παρατήρησης του κόσμου, που άλλοτε προσλαμβάνει την μορφή του κοιτάγματος και άλλοτε των λέξεων. Γιατί «Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο, Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος, ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…»[3]

O αιώνιος διαβάτης κοιτάζει, παρατηρεί, αφουγκράζεται την σιωπή της μιας στιγμής, συγκροτεί το όλον. Ο Μάρκος μιλά ως «άλλος», ως ένα «αντηχείο» που φέρει τις λέξεις των ιθαγενών, εκείνες τις λέξεις που ιεραρχούν την πολλαπλότητα του κόσμου, ενός κόσμου που ανήκει σε όλους τους ζώντες οργανισμούς. Το κοίταγμα και οι χιλιοειπωμένες λέξεις βρίσκουν το κρυμμένο νόημα της ζωής του ανθρώπου. Και ένα απλό κοίταγμα, ως το δώρο που έδωσαν «οι πιο πρώτοι θεοί» στον άνθρωπο βλέπει μέχρι τα «αγέννητα» ξημερώματα και τα υπέροχα και μεγάλα σύννεφα. Αυτός είναι ο πλούτος των ιθαγενών: η λιτότητας της εικόνας και το νόημα της μεγάλης λέξης, της λέξης που περνά μέσα από δύσβατους και «αδιάβατους» δρόμους.

Οι ‘άλλες ιστορίες’ του Μάρκος, παράγουν πλούσιες λέξεις, εικόνες και ιστορίες, ‘άλλες ιστορίες’. Δεν ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, αντιθέτως συνιστούν την «ρέουσα», «παρούσα» και ενεργή αφήγηση μίας κοινότητας ανθρώπων που, με τις δικές τους λέξεις εγγράφουν την λιτότητα και τον στοχασμό στις προϋποθέσεις συγκρότησης του αξιοβίωτου βίου. Το «φίλτρο» της προφορικής παράδοσης φτάνει έως εμάς, «νοτισμένο» με τις παραδόσεις της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής. «Ο γερο-Αντόνιο σηκώνεται αργά, παίρνει το δέρμα, το εξετάζει προσεκτικά. Μετά το τυλίγει και μου το παραδίδει. «Παρ’ το», μου λέει. «Σ’ το χαρίζω, για να μην ξεχάσεις ποτέ ότι το λιοντάρι και το φόβο τα σκοτώνεις αν ξέρεις που να κοιτάξεις…» Ο γερο-Αντόνιο γυρνά και μπαίνει στην καλύβα του. Στη γλώσσα του γερο-Αντόνιο αυτό σημαίνει: «Τελείωσα πια. Αντίο». Εγώ έβαλα σε μια πλαστική σακούλα το δέρμα του λιονταριού κι έφυγα…»[4]

Ο φόβος και το λιοντάρι «σκοτώνονται» από το κοίταγμα και τις λέξεις. ‘Οι άλλες ιστορίες’ ανασύρουν στην επιφάνεια τον άλλο άνθρωπο, το πολιτικό «ζώον» που ιδιαίτερα σήμερα, παραμένει το ζητούμενο. Λίγες ημέρες πριν την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών το μικρό βιβλίο του υποδιοικητή Μάρκος προσφέρει μία ιδανική ευκαιρία για έναν καίριο στοχασμό πάνω στο τι σημαίνει πολιτική και πολιτικό «ζώον». Αυτές οι πολλαπλές και «αντιλογοτεχνικές» αφηγήσεις, περιέχουν πολλαπλά επίπεδα, αποδομούν βεβαιότητες, «τινάζουν» σκέψεις, αφυπνίζουν συνειδήσεις, παρουσιάζουν τον «άλλο» άνθρωπο μιας άλλης αριστεράς βαθιά γειωμένης και συνδεδεμένης με τις προφορικές-πολιτισμικές παραδόσεις.

Η «ζώσα» λογοτεχνία συναντά ένα «αντιλογοτεχνικό» παράδειγμα που την «εμπλουτίζει» με τα οργανικά στοιχεία των «άλλων» ιδεών. ‘Οι άλλες ιστορίες’ συγκροτούν τον συλλογικό διανοούμενο που ενυπάρχει στο πνεύμα και στις πρακτικές ενός μαχόμενου πλήθους, ενός πλήθους που συγκροτείται μέσω της σύνδεσης «ατομικοτήτων». Σήμερα, το πολιτικό «ζώον» του Αριστοτέλη, το πολιτικό «ζώον» των Ζαπατίστας, το «ζώον» που σκέπτεται ολικά και δρα μαχητικά, είναι περισσότερο επίκαιρο από ποτέ.

Η πολιτική, η αριστερή πολιτική, χρειάζεται τις ρέουσες αφηγήσεις. Ας «κρύψουμε» τις δικές μας λέξεις και ας αφουγκραστούμε μαζί τους. «Κατέβασε το ποτήρι, την κοίταξε βαθιά στα μάτια και σαν συνέχεια των όσων είχε αναπολήσει της είπε: «Γυναίκα, τι λες; Να κρύψουμε τα βιβλία μας σε εκείνο το χωράφι που έχεις στο χωριό για παν ενδεχόμενο;»[5] Κι αυτά τα «κρυμμένα» βιβλία θα αποκαλύψουν την ζωή και την «κρισιακή» πολιτική πράξη.

[1] Ο Μάρκος έφερε τον τίτλο του υποδιοικητή (Subcomandante στα Ισπανικά), θεωρώντας πως τον τίτλο του διοικητή τον φέρει αυτοδικαίως ο λαός. Στην αντίληψη των Ζαπατίστας η ιεραρχία συγκροτείται και διαρθρώνεται από τα «κάτω» προς τα «άνω», καθότι οι πολλαπλές μορφές αυτοοργάνωσης και συγκρότησης του όλου καταλήγουν στην «θέσμιση» του «διοικητή» λαού. Ουσιαστικά, επρόκειτο για μία μορφή άμεσης και δικτυακής αντιιεραρχίας. Οι στρατιωτικοί τίτλοι που φέρουν τα διάφορα πρόσωπα παραπέμπουν σε δρώντα υποκείμενα που υπηρετούν τον διαρκώς επιδιωκόμενο στόχο της θέσμισης του «διοικητή» λαού. Στο πολλαπλό εξεγερσιακό γίγνεσθαι των Ζαπατίστας, το σημαίνον παραμένει η διαρκής απεύθυνση στις δυνατότητες δράσης του « πραγματικού διοικητή». Ο τίτλος φέρει «εντός» του, περιέχει τις μονάδες εκείνες που συγκροτούν το πλήθος των μαχόμενων ανθρώπων.

[2] Βλ. σχετικά, Υποδιοικητής Μάρκος, ‘Η ιστορία των κοιταγμάτων’, Οι άλλες ιστορίες΄, Μετάφραση: Καρατζάς Γιώργος, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα, 2014, σελ. 32.

[3] Βλ. σχετικά, Ματσάδο Αντόνιο, ‘Cantares’, 13/10/2012, www.poiein.gr

[4] Βλ. σχετικά, Υποδιοικητής Μάρκος, ‘Το λιοντάρι σκοτώνει κοιτάζοντας΄…ό.π, σελ. 36.

[5] Βλ. σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Το πραξικόπημα’. ‘Σχεδία Μνήμης’, Εκδόσεις Mars Poetica, Βέροια, 2014, σελ. 26.

Guanyem Barcelona: φόρος τιμής στην (εφικτή;) ουτοπία

Μέσω της Δημοτοπίας

«Ζούμε σε μια εξαιρετική εποχή που απαιτεί γενναίες, δημιουργικές πρωτοβουλίες. Αν είμαστε ικανοί να φανταστούμε μια άλλη πόλη, τότε έχουμε τη δύναμη να την μεταμορφώσουμε..»

Μια πολύ ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία για τη διεκδίκηση του δήμου Βαρκελώνης έκανε πρόσφατα την εμφάνιση της μέσω μιας πλατφόρμας που ονομάζεται GuanyemBarcelona [Ας νικήσει η Βαρκελώνη], η οποία ξεκίνησε από μια ομάδα ανθρώπων της πόλης αποτελούμενη από διανοούμενους, εργαζόμενους  και ακτιβιστές στα τοπικά κινήματα. Μεταξύ των τελευταίων και η Ada Colau, που είναι γνωστή στην Ισπανία ως η εκπρόσωπος της PAH ένα κίνημα σε όλη τη χώρα που βοηθά τα θύματα των εξώσεων από τις τράπεζες. Ακόμα κι αν στόχος της GuanyemBarcelona είναι να κερδίσει τις επόμενες δημοτικές εκλογές, το Μάιο του 2015, δεν πρόκειται για ένα πολιτικό κόμμα ως τέτοιο. Μάλλον, είναι μια πρόσκληση σε υφιστάμενα κοινωνικά κινήματα και πολιτικές οργανώσεις καθώς και σε απλούς πολίτες να επιστρέψουν την πολιτική στους πολίτες και να συσπειρωθούν γύρω από τέσσερις βασικούς στόχους:

    1. Να διασφαλιστούν τα βασικά δικαιώματα και μια αξιοπρεπή ζωή για όλους.
    2. Να προωθηθεί μια οικονομία η οποία δίνει προτεραιότητα στην κοινωνική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη.
    3. Να εκδημοκρατιστούν οι θεσμοί και να δοθεί η δυνατότητα στους ανθρώπους να αποφασίσουν σε τι είδους πόλη θέλουν να ζήσουν.
    4. Να δεσμευτεί από ένα νέο ηθικό συμβόλαιο η σχέση μεταξύ των πολιτών και των αντιπροσώπων.

Σε επίπεδο αυτοδιοίκησης έχουν ήδη ξεκινήσει σε πολλές ισπανικές πόλεις δικές τους «ας κερδίσει» πρωτοβουλίες, συμπεριλαμβανομένων των GanemosMadrid, GanemosSevilla, GanemosMálaga, GanemosValladolid, GanemosLasPalmas, GanemosAlmería, και GanemosToled και προσπαθούν να ανοίξουν διόδους επιρροής των κινημάτων και των απλών πολιτών στους κυρίαρχους θεσμούς, πρεσβεύοντας μια άλλη αντίληψη για την αντιπροσώπευση, όπου οι αντιπρόσωποι δεν θα διαχωρίζονται από τους πολίτες και δεν θα ασκούν εξουσία επάνω τους, αλλά αντιθέτως θα ανοίγουν τους θεσμούς στην άμεση και διαρκή επιρροή των πολιτών. Οι κινήσεις Ganemos ανά την Ισπανία συμβαδίζουν έτσι με τη λογική που εκφράζει το PODEMOS σε επίπεδο κεντρικού κράτους και κεντρικής κυβέρνησης, αλλά παραμένουν πολύ πιο οριζόντιες και αμεσοδημοκρατικές (ελέγχονται από τοπικές συνελεύσεις, δεν έχουν δημιουργήσει κάθετες γραφειοκρατίες κλπ.) σε σύγκριση με το PODEMOS για την ώρα.

Ακολουθεί η ελληνική μετάφραση του μανιφέστου/καλέσματος της GuanyemBarcelona τον Ιούνιο του 2014 (που βρίσκεται στην ιστοσελίδα της GuanyemBarcelona)

GuanyemBarcelona. Ας νικήσει η Βαρκελώνη.

Ζούμε σε μια εποχή βαθιών αλλαγών. Αξιοποιώντας το πλαίσιο της κρίσης,οι οικονομικές δυνάμεις έχουν ξεκινήσει μια ανοιχτή επίθεση στα δικαιώματα και τις κοινωνικές κατακτήσεις της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Ωστόσο, η επιθυμία για πραγματική δημοκρατία είναι ολοένα και πιο έντονη στις πλατείες, στο δρόμο, στο διαδίκτυο, αλλά και στις κάλπες. Τα τελευταία χρόνια, πλήθος κινημάτων και πρωτοβουλίες πολιτών έχουν καταγγείλει την απάτη από την οποία υποφέρουμε και έχουν αποδείξει την αδυναμία της παλαιάς πολιτικής να δώσει απάντηση στις ανάγκες του κόσμου. Οι πρωτοβουλίες αυτές, ωστόσο, έχουν συχνά συναντηθεί με την αλαζονεία μερικών ελίτ που αισθάνονται ατιμώρητοι, που δεν διορθώνουντα λάθη τους και που τώρα θέλουν να μας επιβάλουν μια ακόμα μεταπολίτευση (Transicion), έτσι ώστε τίποτα να μην αλλάξει. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να επιτρέψουμε έναν θεσμικό αποκλεισμό από τα πάνω που μας αφήνει χωρίς μέλλον. Πρέπει να ενισχύσουμε, περισσότερο από ποτέ, τον κοινωνικό ιστό και τους αυτοοργανωμένους χώρους πολιτών.

Αλλά έχει έρθει επίσης η ώρα να επανοικειοποιηθούμε τους θεσμούς για να τους διαθέσουμε στην υπηρεσία των πλειοψηφιών και του κοινού καλού. Για να αποδείξουμε ότι μπορούμε να δράσουμε αλλιώς πρέπει να πάμε βήμα-βήμα. Και το πρώτο βήμα είναι να ξεκινήσουμε από ό,τι γνωρίζουμε από κοντά: τον δήμο, την πόλη μας, τις γειτονιές μας.

Η Βαρκελώνη είναι ένας αποφασιστικός χώρος για να προωθήσουμε την δημοκρατική εξέγερση που χρειάζεται. Πρώτον, επειδή έχει ήδη έναν συνεργατικό και διεκδικητικό ιστό ικανό να πραγματοποιήσει φιλόδοξα ανατρεπτικά σχέδια. Δεύτερον, διότι μια δημοκρατική εξέγερση στη Βαρκελώνη δεν θα ήταν ένα καθαρά τοπικό φαινόμενο. Θα συνδεόταν με πολλές παρόμοιες πρωτοβουλίες βάσης που προσπαθούν να διαλύσουν το σημερινό πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Στη χώρα μας (Καταλονία), σε όλο το Ισπανικό κράτος και στην Ευρώπη.

Επειδή πιστεύουμε στο δικαίωμα της επιλογής, θέλουμε να επιλέξουμε, εδώ και τώρα, πως πρέπει να είναι η Βαρκελώνη που χρειαζόμαστε και επιθυμούμε. Θέλουμε μια πόλη που να προωθεί την ειλικρίνεια των κυβερνώντων και να αποτρέπει την μαφιόζικη συνομωσία πολιτικής και χρήματος. Πρέπει να βάλουμε ένα τέλος στη συσσώρευση των αξιωμάτων, να περιορίσουμε αποζημιώσεις και θητείες, να προωθήσουμε διαφανείς ατζέντες και να δημιουργήσουμε αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου των δημοσίων ιθυνόντων. Θέλουμε ένα νέο ηθικό συμβόλαιο μεταξύ των πολιτών και των αντιπροσώπων. Πρέπει να βρούμε τον τρόπο να περιορίσουμε και να αντιστρέψουμε τις προσβλητικές ανισότητες που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια. Θέλουμε μια πόλη χωρίς εξώσεις και υποσιτισμό, όπου ο κόσμος δεν θα βλέπει τον εαυτό του καταδικασμένο να ζει στο σκοτάδι ή να υποφέρει από καταχρηστικές αυξήσεις στις τιμές των μέσων μαζικής μεταφοράς. Η πρόσβαση στη στέγαση, στην εκπαίδευση, στην υγεία, και σε ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα θα πρέπει να είναι εγγυημένα δικαιώματα για όλους και όχι προνόμια διαθέσιμα σε μια μειονότητα.

Θέλουμε μια πραγματική μητροπολιτική δημοκρατία, που απαιτεί από τους εκπροσώπους να διοικούν υπακούοντας. Μια δημοκρατία με αποκέντρωση και άμεση εκλογή τοπικών συμβούλων, με κοινωνικό έλεγχο επί των προϋπολογισμών και με πρωτοβουλίες και δημόσιες δεσμευτικές διαβουλεύσεις που να βοηθάνε στη λήψη κοινών και νομιμοποιημένων αποφάσεων.
Χρειαζόμαστε μια Βαρκελώνη φιλόξενη αλλά επίσης διαθέσιμη να σταθεί απέναντι στα μεγάλα οικονομικά, μεσιτικά και τουριστικά λόμπι. Χρειαζόμαστε θεσμούς που ποντάρουν στην κοινωνική οικονομία και τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας. Οι Συμβάσεις δημοσίων έργων πρέπει να συμμορφώνονται με τα κριτήρια της κοινωνικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης.

Δεν θέλουμε μια πόλη που πουλάει την αστική της κληρονομιά στον καλύτερο πλειοδότη. Θέλουμε θεσμούς που θα επανακτήσουν τον δημοκρατικό έλεγχο του νερού, που θα προωθήσουν δημοσιονομικά και πολεοδομικά μέτρα για τον τερματισμό της κερδοσκοπίας με αντικείμενο τη γη και θα προωθήσουν περιβαλλοντικά βιώσιμες πολιτικές για την ενέργεια και τις μεταφορές. Πολλές από αυτές τις πρωτοβουλίες υποστηρίζονται, εδώ και καιρό, από κοινωνικά κινήματα, κινήματα γειτονιάς και συνδικαλιστικά κινήματα καθώς και από διαφορετικές πολιτικές οργανώσεις. Αλλά δεν μπορούν να ριζώσουν δίχως την ευρεία συμμετοχή της κοινωνίας.

Η διάσωση της δημοκρατίας από τις δυνάμεις που την κρατούν αιχμάλωτη είναι ένας δύσκολος στόχος, φιλόδοξος, αλλά ταυτόχρονα συναρπαστικός. Απαιτεί την δημιουργία νέων εργαλείων κοινωνικού συντονισμού και πολιτικής παρέμβασης, όπου να συναντάται ο οργανωμένος κόσμος με αυτόν που αρχίζει να κινητοποιείται. Ο κόσμος που μάχεται εδώ και καιρό με τον κόσμο που αισθάνεται εξαπατημένος αλλά λαχταρά να ενθουσιαστεί με ένα κοινό πρόταγμα. Για αυτό προωθούμε αυτή την πλατφόρμα πολιτών. Για να οικοδομήσουμε μια πολυσυμμετοχική, νικηφόρα υποψηφιότητα των πλειοψηφιών που να έχει παρουσία στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, στον κόσμο του πολιτισμού και να μας επιτρέψει να μεταμορφώσουμε τους θεσμούς προς όφελος του κόσμου.

Δεν επιθυμούμε ούτε έναν κομματικό συνασπισμό ούτε έναν απλό κομματικό συνδυασμό. Θέλουμε να ξεφύγουμε από τις παλιές κομματικές λογικές και να κατασκευάσουμε νέους χώρους που, σεβόμενοι την ταυτότητα του καθενός, θα είναι κάτι πέρα από το αριθμητικό άθροισμα των μερών που την αποτελούν. Πιστεύουμε ότι η πόλη μας συγκεντρώνει τις συνθήκες για να καταστεί αυτό δυνατό.

Δεν υπάρχει μια μαγική φόρμουλα για να λύσει τα προβλήματα που θα συναντήσουμε κατά μήκος της διαδρομής. Θα πρέπει να προχωρήσουμε ρωτώντας και πρέπει να το κάνουμε χωρίς φόβο. Οι καλύτερες εμπειρίες μας δείχνουν ότι αν οργανωθούμε με βάση την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων και πρακτικών, μπορούμε να επιτύχουμε στόχους που φαινόντουσαν αδύνατοι.

Παρά τη σκληρότητα της κρίσης, έχει ανοίξει ένα ιστορικό ρήγμα που δεν μπορούμε ούτε θέλουμε να μην εκμεταλλευτούμε. Ζούμε εξαιρετικές περιστάσεις που απαιτούν τολμηρές και δημιουργικές πρωτοβουλίες. Αν μπορούμε να φανταστούμε μια άλλη πόλη, έχουμε τη δύναμη να την μεταμορφώσουμε. Σε προσκαλούμε να σκεφτούμε μαζί στις 26 Ιουνίου. Για μας, για όσους έχουν προηγηθεί στην προσπάθεια και για αυτούς που θα έρθουν. Έχει φτάσει η ώρα να αποδείξουμε ότι είναι δυνατό να οικοδομήσουμε μια διαφορετική πόλη.

Έχει φτάσει η στιγμή να κερδίσουμε την Βαρκελώνη.

Ιακωβίνικος ισλαμισμός: Όταν το υποκείμενο καταντά ενοχλητικό

FRANCE-ATTACKS-MEDIA-DEMO

Το κείμενο που ακολουθεί θέλει να εγείρει προβληματισμούς για κάποιες μέχρι τώρα ακλόνητες βεβαιότητες της αριστεράς τις οποίες η πραγματικότητα αναιρεί με πείσμα. Δυστυχώς έχουμε φτάσει στο σημείο η συζήτηση αυτή να μην μπορεί να γίνει χωρίς να προκαταληφθεί όποιος μιλήσει με βάση αυτά που θίγει και αυτό σημαίνει πως το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου έχει ήδη υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά.

Στον κριτικό προβληματισμό κρέμεται πάντα σαν δαμόκλειο σπάθη πάνω από το κεφάλι μας ο εκβιασμός της προσδοκώμενης απάντησης. Λες και το να διαπιστώνει κανείς πως βαδίζει σε λάθος οδό πρέπει αυτομάτως να σημαίνει πως έχει κατά νου κάποια άλλη να προτείνει. Δεν είναι έτσι. Κάποιοι δρόμοι ίσως δεν έπρεπε ποτέ να παρθούν και κάπου αλλού να χρειάζεται να διαμορφωθεί προοπτική σε μονοπάτια που δεν κουβαλάνε το άχθος των προηγούμενων επιλογών.

Προφανώς η δημοκρατία και η ενίσχυσή της στις δομές και στο περιεχόμενο είναι ένας ακόμα αχαρτογράφητος δρόμος που πρέπει να φτιάξουμε μόνοι μας με όσες λιγότερες από τις μέχρι τώρα βεβαιότητες μας έχουν οδηγήσει σε αδιέξοδα, όπως η «θωράκισή» της ελευθερίας από εχθρούς της. Να διαμορφώσουμε δηλαδή περισσότερη δημοκρατία χωρίς να φοβόμαστε εάν δεν είναι αρκετά φιλελεύθερη για τα στάνταρ μας [να επενδύσουμε στο αναπτυξιακό της σκέλος όχι το προστατευτικό]. Αλλά το τελευταίο είναι αντικείμενο πρωτίστως της πολιτικής δράσης για να κάνουμε και δευτερευόντως της πολιτικής σκέψης για να συζητάμε.

Από τα προάστια στον ναζισμό

Ίσως να είναι λίγοι αυτοί που μέσα στην γενικότερη αίσθηση των ημερών πρόσεξαν την υπό-είδηση της δολοφονικής επίθεσης στο Παρίσι ότι «Οι δύο δράστες του Charlie Hebdo γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Γαλλία από αλγερινούς γονείς». Οι «ισλαμιστές τρομοκράτες» οι οποίοι διεύρυναν το ισλαμοδυτικό μέτωπο του πολέμου μερικά εκατοντάδες χιλιόμετρα δυτικότερα του Κομπάνι είναι γεννημένοι γάλλοι πολίτες θρεμμένοι στα σπλάχνα του γαλλικού Republique. Το Αλγερινό κράτος, πατρίδα του Καμύ και του Ζιντάν δεν είναι κάποιο Ιράκ ή κάποιο υποανάπτυκτο Αφγανιστάν αποκομμένο και απομονωμένο από τις δυτικές αξίες ( αγορές ) το οποίο υπέπεσε στον σκοταδισμό του φονταμενταλισμού, αλλά γνήσιο παιδί της Γαλλικής αποικιοκρατίας.

Ακόμα λιγότεροι ίσως να είναι όσοι συνδυάσουν το γεγονός πως οι άνθρωποι που σήμερα αποκηρύσσουμε ως σκοταδιστές, τρομοκράτες ή «φασίστες ναζί», είναι οι ίδιοι άνθρωποι που στις περιπτώσεις των «εξεγέρσεων των μπανλιέ» των παριζιάνικων προαστίων αποτελούν το επαναστατικό υποκείμενο. Τα αδέρφια Σερίφ και Σαΐντ Κουασί, όσο άβολο και αν είναι να παραδεχτούμε είναι χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι αυτής της νεολαίας που τόσο τραγουδήθηκε και εξυμνήθηκε η οργή της (la Haine) από την αριστερά. Γεννήθηκαν και οι δύο στα ανατολικά προάστια του Παρισιού από αλγερινούς γονείς οι οποίοι πέθαναν όταν τα δύο αδέλφια ήταν ακόμη παιδιά. Μεγάλωσαν σε ορφανοτροφείο στην πόλη Ρεν. Κάνανε δουλειές του «πρεκαριάτου» όπως διανομές πίτσας κλπ, ακολουθούσαν την μόδα του Ραπ και είχαν ανέκαθεν προβλήματα με την αστυνομία για μικροπαραβατικότητες. Παρόλα αυτά ο Ουμπέρτο Έκο, εκφράζοντας ένα γενικό αίσθημα, δεν δίστασε να τους χαρακτηρίσει ως νεοναζί, κρίνοντας τους προφανώς από την πράξη τους και όχι τόσο από την τάξη τους ή τις ιδεολογικοπολιτικές τους πεποιθήσεις.

Είναι συνηθισμένο πια οτιδήποτε δυσάρεστο για την φιλελεύθερη κουλτούρα των δυτικών, και όχι απαραίτητα τόσο αποτρόπαιο όσο η μαζική δολοφονία, να το κατατάσσουμε στην κατηγορία του «ναζισμού». Παρόλα αυτά ίσως για λάθος λόγους ο Έκο θίγει σωστά ένα είδος αλήθειας καθώς πράγματι «η αποκαλυπτική επιθυμία του ΙSIS να κατακτήσουν τον κόσμο» ως η πιο εκφρασμένη μορφή στον κόσμο του πολιτικοποιημένου ισλαμισμού είναι ένα είδος αντεστραμμένου διαφωτισμού ή να το πούμε αλλιώς είναι κομμάτι της νεωτερικότητας ως νεωτερική αντίδραση σ’ αυτήν και όχι τόσο αναβίωση κάποιου προνεωτερικού εκβαρβαρισμού. Στην ουσία το ISIS έχει περισσότερη σχέση με την πολιτιστική επανάσταση του Μάο παρά είναι κάποια ιστορική συνέχεια των Χαλιφάτων του παρελθόντος. Υπό αυτή την έννοια είναι περισσότερο μετά-νεωτερικό παρά μια συντηρητική επανάσταση και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το μωσαϊκά θρησκειών και την γνήσια πολυπολιτισμικότητα με την οποία ήταν δομημένα τα Χαλιφάτα του προ-νεωτερικού κόσμου.

Αυτή η υποκριτική αντιφατικότητα του ISIS ως το πιο προχωρημένο στάδιο του πολιτικοστρατιωτικού Ισλάμ στον 21ο αιώνα, δείχνει πως στους σκοπούς των πολιτικοποιημένων ισλαμιστών δεν είναι κάποια κατοχύρωση της θρησκείας τους ή ακόμη και πολιτισμικής αυτονομίας τους (όπως στην περίπτωση των Ζαπατίστας ή λοιπών ιθαγενών) αλλά η δημιουργία έθνους-κράτους, ήτοι η επιτομή του νεωτερικού πολιτισμού, και μάλιστα ενός έθνους-κράτους καθαρά αποικιοκρατικού-ιμπεριαλιστικού («το Ισλάμ πρέπει να επικρατήσει πάνω σε όλους») που είναι όμοιο όχι μόνο με τις ολοκληρωτικές παρεκκλίσεις αλλά και με την αποικιακή επικράτηση της αγοράς του φιλελεύθερου πολιτισμού σε όλη την οικουμένη. Κατά ένα διεστραμμένο τρόπο οι μουσουλμάνοι τζιχαντιντές στην προσήλωση που έχουν στον απόλυτο στόχο βρίσκονται αρκετά κοντά σους Ιακωβίνους και τους Ναροντικούς και αυτή η ιστορική αντιστοίχιση, ιδιαίτερα για όποιον πέσει στα χέρια τους, δεν θα πρέπει καθόλου να θεωρείται φάρσα.

Τα προνόμια των πραγματικά φτωχών

Είναι πολύ πιο βολικό για την φιλελεύθερη Ευρώπη που διαδηλώνει αυτές τις ημέρες την θλίψη της για τα θύματα, να αγνοεί αιτίες και παρελθόν και να προσποιείται πως οι αδελφοί Κουασί είναι μια ουρανοκατέβατη μεταμοντέρνα «στιγμή», ένα ακατανόητο προϊόν διαστρέβλωσης του Ισλάμ, ή μια αποστολή τρομοκρατών από το «βουνό των Ασσασίνων» παρά πως είναι ίδιο παριζιάνοι όπως και τα θύματα τους.

Όμως υπάρχει κάτι περισσότερο που και οι αδελφοί Κουασί και οι Stéphane Charbonnier, Georges Wolinski, Jean Cabut και Bernard Verlhac μοιράζονται εξίσου. Είναι όλοι τους θύματα του νεωτερικού κόσμου. Τα μεν δολοφονημένα θύματα ως εκφραστές του «δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση», οι μεν θύτες του «δικαιώματος στην πολιτιστική ιδιαιτερότητα». Και βρισκόμαστε εδώ αντιμέτωποι με μια από τις αναρίθμητες συγκρούσεις που παράγει ο νεωτερικός κόσμος όταν το ένα δικαίωμα αναιρεί το άλλο αλλά όλα μαζί συγκροτούν τον ίδιο κόσμο κάτω από την αδιαμφισβήτητη σκεπή της αγοράς. Είναι πολύ δύσκολο για τους αριστερούς να αντιληφθούν άλλο λόγο εκτός του τυφλού φανατισμού, των οποίων εξάλλου το δικαίωμα στην πολιτιστική ιδιαιτερότητα τόσο πολύ υποστήριξε η Charlie Hebdo, που να ώθησε τα αδέλφια Κουασί να της αποδώσουν αντί για ευγνωμοσύνη σφαίρες. Και είναι πολύ πιο εύκολο να πιστεύουν πως όποιος στερείται αναντίρρητα δικαιώματα αυτομάτως θα πρέπει να είναι ευαίσθητος και για τα δικαιώματα των άλλων. Με βάση αυτό τον γιαολουσισμό (pourtousissisme στα γαλλικά) είναι το ίδιο προοδευτικό να αγωνίζεσαι για το δικαίωμα στην πολιτιστική ιδιαιτερότητα και την θρησκευτική πίστη με το δικαίωμα στην έκφραση για να κοροϊδεύεις την πίστη αυτή στα μούτρα τους. Για τον ψυχόκοσμο ενός αριστερού Ευρωπαίου το εξεγερμένο μίσος των αδελφών Κουασί προς αυτή την προοδευτικότητα γίνεται κατανοητό μόνο ως προϊόν μιας άσπλαχνης αχαριστίας.

Πως είναι όμως δυνατό οι «εξεγερμένοι προλετάριοι» των προαστίων να μετατρέπονται σε «ναζί τζιχατζιντές»; Για τον ευαίσθητο αριστερό μια τέτοια αναγωγή είναι αδιανόητη. Η καταπιεσμένη ταυτότητα που εξεγείρετε, που πετάει πέτρες στους μπάτσους και καίει την γειτονιά της είναι μια δικαιολογημένη εξέγερση στην καπιταλιστική εκμετάλλευση που έχει μετατρέψει σε μητροπολιτικούς παρίες την σύγχρονη νεολαία και ιδιαίτερα αυτή που δεν είναι γηγενής της Ευρώπης. Επομένως μόνο θετική μπορεί να είναι μια άρνηση στο ευρωπαϊκό σοβινισμό, ακόμα περισσότερο (γιατί όχι;) αυτός ο παρίας γίνεται «της γης οι κολασμένοι» το νέο μεσσιανικό υποκείμενο που ήρθε να αντικαταστήσει το προλεταριάτο στον ιστορικό του ρόλο. Όταν όμως το υποκείμενο αποκτά πρόσωπο με ονοματεπώνυμο, γίνεται Σερίφ και Σαΐντ, και στρέφει την οργή του σε ολόκληρο το πακέτο που γέννησε την «καπιταλιστική εκμετάλλευση» συμπεριλαμβανομένου όλων των αξιών του διαφωτισμού τότε από το υποκείμενο που προσεγγίζαμε με εργαλειακή συμπάθεια μετατρέπεται αυτομάτως σε «ναζί τζιχαντζιτή».

Τι αξία όμως έχουν τελικά όλες αυτές οι ιδεολογικές και ταξικές αναλύσεις εάν τα «υποκείμενα» τις αλλάζουν σαν τα πουκάμισα; Όλα τα παραπάνω δεν είναι και πολύ διαφορετικά από τον τρόπο που αντιμετώπισε η αριστερά το αυτόχθων ευρωπαϊκό προλεταριάτο στις αρχές του 20ου αιώνα όταν η εργατική τάξη subito και εσπευσμένα έτρεξε να αγκαλιάσει το φασιστικό κέλευσμα. Έτσι και σήμερα ο μειονοτικός που ασπάζεται τον αντινεωτερισμό είναι το ίδιο μια ακατανόητη εξέλιξη όπως όταν ο βιομηχανικός εργάτης εγγραφόταν στο φασιστικό κόμμα της γειτονιάς του. Η σύνηθες αιτία που εξηγεί το φαινόμενο εξακολουθεί και στις δύο περιπτώσεις να είναι ίδια και να αποδίδεται στην έλλειψη κατανόησης από την μεριά των καταπιεσμένων των βασικών αιτιών της καταπίεσης τους. Στο γιατί δεν ενδύονται τα υποκείμενα την επαναστατική τους περιβολή η συνηθισμένη απάντηση είναι περισσότερη και ενδελεχής μελέτη των κειμένων του Μαρξ[1].

Και πράγματι γιατί όχι; Εάν ο οργισμένος μειονοτικός εκφράζει μια εμπράγματη κριτική στην υποκρισία του διαφωτισμού είναι οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ αυτοί που θεμελίωσαν στο πεδίο της θεωρίας αυτή την ερμηνεία[2]. Αλλά περισσότερο αυτό που σημαίνει η παραπάνω αναφορά είναι πως το ιδεώδες για ένα διεθνή διαφωτισμό, (ένα παγκόσμιο δυτικό σοσιαλισμό pourtousissisme [για όλους]) αποτέλεσε εκ γενετής ένα χιμαιρικό τέρας[3]. Εμείς οι δυτικοί θα πρέπει να είμαστε οι τελευταίοι που να κουνάμε το δάχτυλο σε αυτούς τους «δολοφόνους», «φασίστες» και «τοταλιριστές». Γιατί είμαστε εμείς που στην τελική τους διδάξαμε την γοητεία της πολιτικής δολοφονίας, τον τρόμο που αναδύει η τιμωρία της συλλογικής ευθύνης και το ιδεώδες του ολοκληρωτισμού. Ακόμα περισσότερο είμαστε εμείς που αγιοποιήσαμε την δεινή τους θέση. Για την αριστερά εάν είσαι καταπιεσμένος δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο για να καταταγείς στην κατηγορία του εξεγερμένου προκειμένου να εκφράσεις απέναντι στον οποιονδήποτε την δίκαιη οργή σου.

Οι νεαροί λούμπεν στα παριζιάνικα προάστια έχουν λάβει μια άρρητη διαπαιδαγώγηση της νέας αριστεράς των μετά-αποικιακών σπουδών και έχουν μάθει από αυτή διαρκώς να κατηγορούν τη Δύση για τη δεινή τους θέση στην ταξική πυραμίδα αλλά τελικά δεν κάνουν και οι ίδιοι κάτι για να οργανωθούν και να αντιπαλέψουν αυτή την κατάσταση, εμμένουν απλώς σε μια θυματοποίηση που τους προσφέρει λίγα παραπάνω benefits. Η μόνη περίπτωση που βλέπουμε μια μαζική «αντίδραση» είναι μέσω του πολιτικού Ισλάμ. Πλέον με τις εξαγγελίες της πολυπολιτισμικότητας σε συνδυασμό με τους πολεοδομικούς διαχωρισμούς του μητροπολιτικού σχεδιασμού κατάφερε κάθε προάστιο ή περιφέρεια να τα συγκροτήσει ως «αυτονομημένες» μικροκοινότητες που δεν αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι κάθε μειονότητα να ζει σε μια «γυάλα» αδιαφορώντας εξ’ ολοκλήρου για τις υπόλοιπες κοινότητες και φυσικά για την Republique στο σύνολό της.

Ο φιλελεύθερος Ιανός

Η αδυναμία της αριστεράς για μη-αφηρημένη σκέψη έχει κάνει όλους τους φιλελευθέρους να σκέπτονται σε πόζα «κουτσό», με το ένα πόδι της σκέψης ανάπηρο, και να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα μονάχα στην μισή της διάσταση, ή για να το πούμε ξεκάθαρα, μονάχα στην διάσταση που είναι ακόλουθη της φαντασιακής ιδεολογία τους. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο (αλλά ίσως με το άλλο πόδι) σκέφτονται «κουτσά» και οι δεξιοί. Για τους μεν και για τους δε ο «οτιδήποτε είναι ο άλλος» είναι ή απόλυτα καλός ή απόλυτα κακός, από αυτή την κουτσή σκέψη απορρέει φυσικά και η τάση της εποχής περί «ισλαμοφοβίας» είτε στην δεξιά της έκδοση δηλαδή ως ρατσιστικό μπούγιο είτε στην αριστερή της ως αντιρατσιστικό.

Για τους αριστερούς το ζήτημα είναι παγιωμένο. Αν κάτι το κατατρέχει η δεξιά τότε η αριστερά έχει εργολαβικά την ευθύνη να το υπερασπίζεται. Αυτή η θέση πάγια από την εποχή του Ντρέιφους έχει εμποτίσει τόσο πολύ την ουσία που κάνει κάποιον να είναι αριστερός ώστε η υπεράσπιση παρέχεται πλέον σε «ότι και αν είναι αυτό» άκριτα και χωρίς προϋποθέσεις αρκεί «αυτό» να διώκεται από την δεξιά. Οι σκιτσογράφοι του Charlie Hebdo μέχρι και τον τραγικό τους θάνατο «παρέμειναν πάντα ασυμφιλίωτοι εχθροί του ρατσισμού» και «όλοι τους πεπεισμένοι άθεοι»[1]. Η μόνη διαφορά είναι πως ποτέ μέχρι τώρα δεν ταίριαξαν μαζί όλα αυτά, γιατί εάν σκεφτούμε με όρους που να συνδυάζουν μαζί τα προαναφερόμενα, ενός «αντιρατσιστικού αθεϊσμού» δηλαδή, τότε κάτι κουτσαίνει με τις ανάλογες καμπάνιες κατά της Ισλαμοφοβίας, και αυτό το «κάτι» είναι η σκέψη μας.

Για τους δεξιούς το ζήτημα είναι πιο απλό. Το καλύτερο πρόβλημα είναι το καθόλου πρόβλημα. Έτσι είναι καλύτερα να μην υπήρχαν καθόλου μουσουλμάνοι στην Ευρώπη ή οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος αν ήταν δυνατό. Ανέκαθεν το δεξιό κουτσό αρέσκεται να ζητάει τα αδύνατα, κρυφά μέσα τους επιθυμούν μια νέα τελική λύση για τους μουσουλμάνους. Στην ουσία έτσι επιθυμούν για μια άλλη φορά την αυτοκαταστροφή της Ευρώπης και μαζί με αυτήν και του εαυτού τους. Αλλά και ο πόθος των αριστερών δεν είναι λιγότερο παιδαριώδης. Ο διαφωτισμένος μουσουλμάνος, δηλαδή ο μουσουλμάνος χωρίς ισλαμισμό μόνο στον υποκριτή χριστιανό που άλλα πιστεύει και άλλα κάνει μπορεί να βρει το αντίστοιχό του. Η αγκαλιά αλληλεγγύης των ευρωπαίων φιλελευθέρων στους μουσουλμάνους είναι το εισιτήριο εισόδου σε μια Ευρώπη που σε αντίθεση με την αριστερά έχει ένα ξεκάθαρο όρο: Ο μόνος ισλαμισμός που μπορεί να γίνει αποδεκτός στην Ευρώπη είναι ο «φιλελεύθερος ισλαμισμός», όμως απλά αυτά τα πράγματα δεν γίνονται!

Έτσι προκειμένου να γίνουν ευρωπαίοι πολίτες οι μουσουλμάνοι θα πρέπει να γίνουν πρώτα σαν εμάς, άνθρωποι χωρίς καμία πίστη στα σοβαρά, χωρίς αξίες παρά μόνο μια απεριόριστη προσήλωση στα ατομικά δικαιώματα, ο καθένας να ζει το όνειρό του μέσα σε ένα κόσμο που χωνεύει τα πάντα. Καλούμε τους μετανάστες και τους μουσουλμάνους στην Ευρώπη προκειμένου να χάσουν οτιδήποτε καλό ή κακό και αν ήταν αυτό που τους ορίζει ως υπάρξεις, να πιάσουν μια δουλειά σαν όλους μας, ένα σπίτι σαν όλους μας, να αποκτήσουν μια έγχρωμη τηλεόραση σαν όλους μας και το δικαίωμα να κάνουν βόλτα για ψώνια σαν όλους μας χωρίς να τους ζητάει χαρτιά ο αστυνομικός, και αυτό το ονομάζουμε πολυπολιτισμική κοινωνία;

Τι μένει μετά από όλα αυτά; Το πιο σίγουρο είναι αυτό που ήδη ισχύει. Ο φιλελευθερισμός θα συνεχίσει να αγωνίζεται για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες όλων μας την ίδια στιγμή που θα μας εκμηδενίζει όλο και περισσότερο ως ανθρώπινες υπάρξεις. Και πολύ πιθανό να χωνέψει τελικά στα εντόσθια του και τον ισλαμισμό με τον ίδιο τρόπο που χώνεψε και τον χριστιανισμό. Άλλωστε ήδη διαμορφώνεται το πρότυπο του «καλού ευρωπαίου ισλαμιστή» και αυτό το έργο έχουν αναλάβει εργολαβικά να το διεκπεραιώσουν οι απανταχού ευρωπαϊκές αντιρατσιστικές ομάδες. Προσωπικά δυσκολεύομαι πλέον να δω και σε αυτό οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς. Υπάρχουν αναρίθμητοι τρόποι να ξεριζώσεις ένα άνθρωπο από τον εαυτό του. Οι δεξιοί χρησιμοποιούν τον φόβο οι αριστεροί υιοθετούν την υποκρισία. Ο καθένας ας προτιμήσει αυτό που τον πληγώνει λιγότερο.

Αν ίσως κατανοήσουμε τα παραπάνω όσο πικρόχολα και αν φαίνονται ίσως θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε στο τέλος ποια είναι εκείνη η γοητεία που αδυνατούμε πλέον να προσφέρουμε στον εαυτό μας την οποία όμως βρήκαν οι νεαροί αλγερινοί από το Παρίσι στον Ιακωβίνικο Ισλαμισμό τους.

1. Βλ. Charlie, από τί πέθανε ο Θεός; του Γιώργου Μητραλιά
2. «Διαλεκτική του διαφωτισμού», εκδόσεις ύψιλον
3. «Μαύρη Λειτουργία. Η αποκαλυπτική θρησκεία και ο θάνατος της ουτοπίας», John Gray, εκδόσεις Οκτώ