Menu

EAGAINST.com

Πελατειακό κράτος και κυβέρνηση – διάλογος και προοπτικές

34-35a-thumb-large

Του Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Έχει ειπωθεί κατά καιρούς από εκπροσώπους όλων των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης πως είναι τεχνικά δύσκολο ή και αδύνατο να εντοπιστεί, να ελεγχθεί για παραβάσεις και να φορολογηθεί η – αριθμητικά ελαχιστότατη – ελληνική οικονομική ολιγαρχία. Η οικονομική ελίτ δηλαδή που σε στενή συνεργασία με την πολιτική εξουσία εδραίωσε το «στενό» πελατειακό κράτος. Ακούγεται μάλιστα πως αφού δεκαετίες τώρα δεν έγινε κάτι ουσιαστικό επ’αυτού, σήμερα είναι ακόμη πιο δύσκολο να γίνει σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον ανεξέλεγκτων χρηματοροών. Πλέον ο στενός πυρήνας των διαχρονικών (αριστοκρατικής καταβολής) εθνικών προμηθευτών και απομυζητών του δημόσιου χρήματος έχει διευρυνθεί και ισχυροποιηθεί, εμποτίζοντας όλες τις πτυχές της εγχώριας και εξωχώριας οικονομικής δραστηριότητας.

Την εν λόγω ελίτ έχουν πιάσει λίγο πολύ στο στόμα τους σχεδόν όλοι οι πολιτικοί ηγέτες, χρησιμοποιώντας μάλιστα – και κατά τους μεταπολιτευτικούς καιρούς – σκληρές εκφράσεις εναντίωσης. Ασφαλώς τόσο οι πολιτικοί όσο και οι δημοσιολόγοι έχουν καταπιαστεί (πολύ συχνότερα μάλιστα) και με το φαινόμενο μιας διευρυμένης μικρής και μικρομεσαίας πελατείας, αυτής που συνθέτει ένα «ευρύ» αυτή τη φορά πελατειακό κράτος. Στην δεύτερη περίπτωση μάλιστα ακούγονται πολύ συχνά επιχειρήματα ευτελούς λογικής που ενώ αγνοούν επιδεικτικά τον παράγοντα «ποσόστωση» (δηλαδή τα ποσοστά των χρηματικών ποσών που στερούν από το κράτος οι λίγοι ολιγάρχες σε σχέση με αυτά που του στερούν οι πολλοί και μικροί), ταυτοχρόνως υπερπροβάλλουν το φαινόμενο τονίζοντας την ευρύτητά του.

Αναφορές που, στα πλαίσια ενός εναλλασσόμενου δημοσιολογικού ρεπερτορίου, τη μια αποτελούν δυσφήμιση και ύβρη και την άλλη ευκαιρία για μεταρρυθμίσεις και πάταξη της διαφθοράς. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε μια συνολική εικόνα ενός αέναου φαύλου κύκλου, ενός άλυτου προβλήματος που εμπλέκει ασφαλώς τους λίγους ισχυρούς, αλλά συνάμα και το σύνολο του λαού. Με την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού η ισχυροποίηση των οικονομικών ολιγαρχών επέβαλε σταδιακά και παρασκηνιακά στην πολιτική εξουσία όλο και περισσότερους όρους εκβιασμού και πίεσης. Πιέσεις και εκβιασμοί που στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας, της οικονομικής ασφάλειας και της ησυχίας του λαού υπήρξαν ιδιαίτερα πειστικοί και ωφέλιμοι (τόσο για τους πολιτικούς, όσο και για τους ολιγάρχες).

Πολλές υπήρξαν και οι υποσχέσεις για εκκίνηση κεντρικών δράσεων από την πλευρά του κράτους που θα οδηγούσαν – κάποια αόριστη μελλοντική στιγμή – στην επίλυση αυτού του μεγάλου ζητήματος. Δράσεις που στην πραγματικότητα κανείς δεν γνωρίζει ποιες είναι ακριβώς και ποιους αφορούν (μόνο τους λίγους, μόνο τους πολλούς, και τους δυο, με εξαιρέσεις ή χωρίς), γεγονός στο οποίο συνέβαλε καθοριστικά το φαινόμενο της πολιτικής διαφθοράς σε συνδυασμό με την γιγαντιαία γραφειοκρατία, την επέλαση του τεχνοκρατισμού και τον εκφυλισμό της Δικαστικής εξουσίας.

Όπως και στο παρελθόν έτσι και σήμερα, η τρέχουσα κυβέρνηση έχει υποσχεθεί ότι θα αναλάβει κεντρικές δράσεις και δεδομένου του αφηγήματος του ΣΥΡΙΖΑ που τον φέρνει πιο κοντά στους αδύναμους και απέναντι στους ισχυρούς, είναι λογικό κανείς να αισιοδοξεί. Παρά τους κομματικούς μηχανισμούς που φέρει αξιωματικά στο σώμα της η σημερινή κυβέρνηση έχει ομολογουμένως μια νέα, διαφορετική χροιά. Απόρροια αυτής της χροιάς είναι και η καλή πίστη που της δόθηκε και που αφορά στην προγραμματική της συνέπεια και στις προθέσεις της να εντοπίσει και να υποχρεώσει τους λίγους και ισχυρούς να πληρώσουν τα αναλογούντα, αποτρέποντας την επιβολή νέων μέτρων στους αδύναμους. Η επιτυχία της σε αυτό το εγχείρημα δεν μπορεί παρά να είναι ευχή και προσδοκία της πλειοψηφίας των Ελλήνων.

Εδώ όμως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε εάν αυτές οι κεντρικές δράσεις (εάν όντως γίνουν πράξη κάποια στιγμή) θα αρκούσαν ώστε να βρεθεί ουσιαστική και τελική λύση. Η απάντηση είναι δυστυχώς αρνητική (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην μονιμότητα της λύσης) καθώς – εάν αυτή η λύση αφεθεί στο κεντρικό κράτος με την μορφή που έχει σήμερα- το φαινόμενο αυτό ακόμη και αν αντιμετωπιστεί πρόσκαιρα, σύντομα θα αναγεννηθεί.

Αυτό γιατί το πρόβλημα συνδέεται άμεσα με το ίδιο το πολίτευμα. Είναι ακριβώς η δομή του πολιτεύματος (κοινοβουλευτισμός και αντιπροσώπευση, δηλαδή η πίστη που δίνει ο πολίτης κάθε τέσσερα χρόνια στην κάλπη) και ασφαλώς η μετεξέλιξή του (μετακοινοβουλευτισμός), που επέτρεψε στην πολιτική εξουσία να ασκείται σχεδόν αποκλειστικά με όρους εμπορικούς-ανταλλακτικούς και με γνώμονα το συμφέρον των αγορών, αγνοώντας επιδεικτικά τη λαϊκή βούληση. Το αντάλλαγμα ή ίσως και η προϋπόθεση για την επικυριαρχία και ενίσχυση του «στενού» πελατειακού κράτους ήταν η δημιουργία ενός δεύτερου διευρυμένου πυρήνα πελατών (νεόπλουτοι, μικρό-επαίτες, επίδοξοι ταξικοί αναρριχητές κ.λπ.). Έτσι εξελίχθηκε η εμπορευματοποίηση των σχέσεων κράτους-πολίτη όπου οι όροι της αγοράς τελικά κυριάρχησαν «κατά κράτος». Αυτή η σχέση κράτους-πελάτη αυτοτροφοδοτείται και διαιωνίζεται μέσα από ένα εθνικής εμβέλειας (αλλά ασφαλώς όχι καθολικό) δίκτυο συνενοχής, ομερτάς, ανικανότητας, αφωνίας, κομματικοποίησης, απολιτικοποίησης, ιδιώτευσης και αιχμαλωσίας των συνειδήσεων. Γιατί θα ήταν τουλάχιστον αφελές, όσο και υβριστικό να θεωρήσει κανείς ότι το σύνολο των πολιτών, των πολιτικών και των οικονομικών παραγόντων αυτής της χώρας είναι διαπλεκόμενοι και διεφθαρμένοι. Εξίσου υβριστική και εξοργιστική είναι η θεώρηση που θέλει όλους τους πολίτες δυνάμει διεφθαρμένους, αρκεί να τους δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία και η συγκυρία.

Στους σημερινούς καιρούς βαθιάς οικονομικής κρίσης οι πολίτες, ενώ ενθυμούνται και αναγνωρίζουν το μέγεθος και τη σημασία του προβλήματος ως οικονομικού, αδυνατούν να εντοπίσουν την βαθιά πολιτική και κοινωνική του υπόσταση, έτσι ώστε να φανταστούν και επομένως να συμβάλουν ενεργά στη δημιουργία μιας νέας, διαφορετικής και απελευθερωμένης, από αυτή την χυδαία σχέση, κοινωνίας.

Το φαινόμενο είναι πολύ περισσότερο κοινωνικοπολιτικό και εκφράζεται πολύ εύστοχα από τον Γάλλο κοινωνιολόγο Πιέρ Ροζανβαλόν στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο του «Η κοινωνία των ίσων» (Εκδόσεις Πόλις) όπου και αναδεικνύει το «παράδοξο του Bossuet»… «στις μέρες μας έχουμε μια γενική απόρριψη της σημερινής μορφής της κοινωνίας, η οποία συνυπάρχει με μια μορφή αποδοχής των μηχανισμών που την παράγουν». Οι πολίτες λοιπόν ενώ απορρίπτουν – γενικά και αόριστα – αυτό το αρρωστημένο και χυδαίο σύστημα, ταυτόχρονα αποδέχονται σιωπηρά και φοβικά τους μηχανισμούς που διαιωνίζουν την ύπαρξή του. Η σιωπηρή αυτή αποδοχή και η πρόσδεση σε νοοτροπίες και συμπεριφορές που παραπέμπουν σε παλαιότερα καθεστώτα ιεραρχίας, υποταγής και ετερονομίας είναι και η βάση πάνω στην οποία εδράζεται και αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα το ίδιο το σύστημα.

Η βαρβαρότητα αυτού του συστήματος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο εάν απορρίψουμε τους μηχανισμούς που το αναπαράγουν και το διατηρούν ισχυρό. Όσοι από εμάς οραματίζονται και αγωνιούν για μια διαφορετική κοινωνία πραγματικής ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης αναζητούν και τα μέσα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυτή. Αξιόλογη προσπάθεια και ευκαιρία για διάλογο αποτελεί το φόρουμ – πολιτικό εργαστήρι «ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Προτάσεις για έναν άλλο κόσμο από κοινού» που διοργανώνεται από τις πρωτοβουλίες: Ηλιόσποροι (www.iliosporoi.net) και Reaserch & Degrowth Greece (www.degrowth.org), στις 20-22 Φεβρ. 2015 στο Πολυτεχνείο, Αμφιθέατρο Γκίνη (εδώ το πρόγραμμα του φόρουμ).

Η υπέρβαση του κοινοβουλευτισμού και της αντιπροσώπευσης, ο εμβολιασμός (έστω αρχικά) του πολιτεύματος με αμεσοδημοκρατικά εργαλεία, η πορεία επομένως προς την άμεση Δημοκρατία (όπου η θλιβερή σχέση κράτους-πελάτη θα μπορούσε να εκριζωθεί οριστικά), το πρόταγμα της αυτονομίας, η πολιτική παιδεία, η αυτοοργάνωση, η αποανάπτυξη (απομεγέθυνση) & παραγωγική ανασυγκρότηση, η αλληλέγγυα οικονομία, η αυτάρκεια, και η οικονομική αποκέντρωση είναι ισχυρά και πειστικά μέσα, τα οποία οφείλουμε να αναζητήσουμε, να συζητήσουμε και να διαδώσουμε.

Ο σαφής καθορισμός μιας πορείας πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού, για τον οποίο θα αξίζει να αγωνιστούμε συλλογικά, αποτελεί τόσο επιτακτική ανάγκη όσο και καθήκον.

Προοπτικές ανανέωσης και διεύρυνσης του Δημοκρατικού Εγχειρήματος

121226777]

Toυ Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Το παρόν κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια* προσέγγισης των προοπτικών για ανανέωση και διεύρυνση του αιτήματος των πολιτών για άμεση συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, τη θέσπιση και την εφαρμογή των νόμων. Η εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος – όπως αυτή διαμορφώθηκε και μέσα από της πλατείες των αγανακτισμένων του 2011 – είναι πολύτιμη και μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο σύμβουλο για την αποφυγή ατομικών/συλλογικών σφαλμάτων και παραλείψεων.

Πολλοί υπήρξαν οι παράγοντες που καθόρισαν την μετέπειτα πορεία του αιτήματος για άμεση Δημοκρατία, οι οποίοι και απέτρεψαν τη δημιουργία ενός ισχυρού και αυτόνομου Πολιτικού Σώματος…

Αρχικά οι κομματικές και οι συνδικαλιστικές αναμείξεις που είχαν σαν στόχο την οικειοποίηση ορισμένων δράσεων, συνέβαλαν καθοριστικά στον αποπροσανατολισμό και στην αποδυνάμωση του αιτήματος. Η θωράκιση ενός ανανεωμένου εγχειρήματος από κάθε είδους προσπάθεια κομματικής οικειοποίησης και εκμετάλλευσης μπορεί να το προστατέψει από τη φαγοκυττάρωσή του[1] από το αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα και κατ’ επέκταση από τη σταδιακή αποκινητοποίηση και εξαφάνισή του.

Παράλληλα η κατασταλτική κρατική βία σε συνδυασμό με τις αυτόκλητες δράσεις (υπερασπιστικού και/ή επιθετικού χαρακτήρα), οδήγησαν σε απονομιμοποίηση και αποδυνάμωση της μαζικότητας του κινήματος. Με τη σημερινή κυβέρνηση μπορεί να υπάρξει η προοπτική και το ενδεχόμενο, τουλάχιστον παροδικά, να αμβλυνθεί ο κατασταλτικός χαρακτήρας του κράτους που παραδοσιακά επέδειξαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Αν και θα ήταν υπερβολικό να μιλήσει κανείς για σιδηρά απολυταρχική στάση, αρκετές φορές, στο πρόσφατο παρελθόν, ξεπεράστηκε το σημείο ισορροπίας που διατηρεί ως κοινωνικά αποδεκτή την χρήση της νόμιμης κρατικής βίας. Είναι πιθανό η τρέχουσα κυβέρνηση να απαιτήσει λιγότερη εκχώρηση δικαιωμάτων από τον πολίτη προς όφελος της ευταξίας και της ασφάλειας [4]. Μία από τις κύριες μέριμνες επομένως θα πρέπει να είναι, η ειρηνική μαζικοποίηση ενός κινήματος το οποίο θα αυτό-προστατεύεται και δεν θα προσφέρει αφορμές για άσκηση κατασταλτικής βίας.

Τα κυρίαρχα ΜΜΕ έδρασαν κυρίως ανασταλτικά και αποπροσανατολιστικά παρά υποστηρικτικά. Ο επικοινωνιακός χάρτης σε ό,τι αφορά στην ελευθερία και την αμεροληψία των ΜΜΕ θα μπορούσε στο επόμενο διάστημα να αλλάξει προς το καλύτερο. Η συμβολή τους (αν και είναι πιθανό να παραμείνουν ή να μεταλλαχθούν σε φιλοκυβερνητικά) θα μπορούσε να αποδειχτεί θετική και ουσιαστική.

Ποικίλες ιδεολογικές μονολιθικότητες (ελευθεριακές, κομμουνιστικές, εθνικιστικές κλπ.) οδήγησαν σε κατακερματισμό, αναχωρητισμό και τελικά απομόνωση από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Η αναγέννηση αυτού του πολιτικού αιτήματος προϋποθέτει την Ένωση Πολιτών όπου κοινός στόχος θα είναι το Δημοκρατικό Εγχείρημα (ως θεσμική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος) και όχι η επικράτηση κάποιων ηγετικών φυσιογνωμιών και ιδεολογημάτων. Επομένως το ζητούμενο είναι ο κοινός στόχος και οι κοινός παρονομαστής και όχι οι διχαστικές διαφοροποιήσεις. Οι πιθανότητες επιτυχίας εξαρτώνται από την αναζήτηση της έλλογης σύνθεσης και της συλλογικής φαντασίας και όχι από την προσκόλληση σε ιδεολογικής φύσης εμμονές και δογματικούς ανταγωνισμούς.

Η πλήρης από-ιδεολογικοποίηση δεν είναι ούτε εφικτή ούτε κατ’ ανάγκη ωφέλιμη, η υπέρβαση όμως των ιδεολογικών κολλημάτων (σε ότι αφορά στη Δημοκρατία) είναι απαραίτητη.

Κοινός παρονομαστής σε αυτό το πολιτικό σώμα δεν μπορεί παρά να είναι το πολιτικό πάθος για ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη και έλεγχο της εξουσίας [2] [3]. Ένα πάθος το οποίο θα πηγάζει από τη βαθιά συνείδηση και πίστη στις τρείς αυτές θεμελιώδεις έννοιες καθώς και στην αναγκαιότητα για διαρκή έλεγχο της εξουσίας η οποία έχει μια έμφυτη ροπή στη διαφθορά. Το πάθος αυτό μπορεί να μετασχηματίσει ασύνδετες μάζες ανθρώπων που υποκινούνται κυρίως από ένστικτα σε πολίτες που θα ενεργούν βασιζόμενοι στη λογική.

Χωρίς αυτό το πάθος, η επικυριαρχία του πόθου για ατομική ευημερία (όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον καθένα) θα συνεχίσει να οδηγεί σε αντιφατικές στάσεις ζωής. Σε ανθρώπους δηλαδή που ενώ αναζητούν την ευημερία, πραγματώνουν την αδιαφορία και την ιδιώτευση παραδίδοντας το μέλλον τους σε αντιπροσώπους. Είναι ουσιώδης η αναγνώριση του ότι η ατομική ευημερία δεν μπορεί παρά να συμπορεύεται εξισωτικά με την συλλογική, καθώς και ότι δεν είναι συνώνυμο της επανάκτησης/αύξησης του επιπέδου κατανάλωσης, ούτε φυσικά μπορεί να επιτευχθεί με κάποιο μαγικό τρόπο, δεν γίνεται να προσφερθεί χωρίς προσωπική συμμετοχή και συλλογικότητα. Η συνεχής διεύρυνση της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας αποτελεί τραγικό και λυπηρό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Ο κίνδυνος κοινωνιών όπου ένα ελαχιστότατο ποσοστό πλουσίων και προνομιούχων θα ανησυχεί για την ασφάλειά του και ένα συντριπτικό ποσοστό ανθρώπων θα ανησυχεί τόσο για την ασφάλειά του όσο και για την επιβίωσή του, είναι ήδη ορατός.

Όταν μια κοινωνία πολιτών λειτουργήσει αυτόνομα σε μια δημόσια σφαίρα έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τους θεσμούς και τις δομές που την διέπουν, έτσι ώστε να αποφασίσει τι θα μεταβάλει, τι θα καταργήσει και τι θα αποδεχθεί[3]. Η πολιτική εξουσία όπως εκφράζεται μέσω της αντιπροσώπευσης εκμεταλλεύεται διαχρονικά το μονοπώλιο του ορισμού των εννοιών περί νομιμότητας, κοινού συμφέροντος επηρεάζοντας καταλυτικά το Λόγο του πολίτη έτσι ώστε αυτός να έρθει σε θέση ταυτόσημη με τη δική της [3][4]. Με αυτό τον τρόπο ο Συλλογικός Λόγος [3][4] παρουσιάζεται εσφαλμένα ως μια γνήσια σύνθεση του Ατομικού, ενώ στην πραγματικότητα διαμορφώνεται και κατευθύνεται από την ίδια την πολιτική εξουσία.

Άλλωστε οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις μεταθέτουν συνεχώς στο μέλλον (ενταφιάζοντας έννοιες όπως η κλήρωση και η ανακλητότητα) την ουσιαστική αναθεώρηση του Συντάγματος, τόσο σε ότι αφορά στις ασυλίες, την ατιμωρησία και τα προνόμια του πολιτικού προσωπικού όσο και σε ότι αφορά στην υιοθέτηση – έστω και αδύναμων – αμεσοδημοκρατικών εργαλείων. Ενδεικτική είναι η αναθεώρηση του 1986 κατά την οποία ο θεσμός του δημοψηφίσματος κατ’ ουσία απενεργοποιήθηκε καθώς πέρασε από τις προεδρικές εξουσίες στην κυβέρνηση. Το εγχείρημα επομένως, θα πρέπει να έχει ως βασικό του στόχο την μετουσίωση του παρόντος πολιτικού συστήματος. Οι πολιτειακές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και οι θεσμικές αλλαγές [2] μπορούν να επιτευχθούν μόνον εάν αποφασιστούν συλλογικά και αυτόνομα. Ώστε από αυτή την προσπάθεια να προκύψει ένα γνήσιο έργο σύνθεσης, ένα διηνεκές εγχείρημα για τη υπέρβαση και/ή συνάρθρωση των όποιων αντιφάσεων. Ο δρόμος προς τη Δημοκρατία για να μην αναιρεί την ίδια της τη φύση οφείλει να συνθέτει συλλογικά και να εξελίσσεται δυναμικά.

Η αντίληψη και η αποδοχή του γεγονότος ότι τα οικονομικής φύσης στοιχεία της σύγχρονης κρίσης είναι μόνο μερικά από τα συμπτώματα μιας χρόνιας, βαθύτερης και σύνθετης ασθένειας στενά συνδεδεμένης με την αντιπροσώπευση, χαράσσει το αρχικό και αναγκαίο τμήμα μιας διαδρομής που θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν πολιτικό τρόπο προσέγγισης με σκοπό την ίαση από την ασθένεια και όχι απλά την πρόσκαιρη ή ευκαιριακή αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της.

Εφόσον έχει εκχωρηθεί στην πολιτική εξουσία το δικαίωμα να δημιουργεί και να διαπραγματεύεται αξίες, θεσμούς, χρέη, δανεισμούς κ.λπ., ο πολίτης έχει κάθε δικαίωμα να επαναδιαπραγματευθεί το – εμφανώς πλέον – δυσλειτουργικό και μη συλλογικά ωφέλιμο κοινωνικό συμβόλαιο που έχει συνάψει μαζί της.

* Ο συντάκτης δεν φιλοδοξεί να υποδυθεί τον Κύριο των εννοιών ούτε ασφαλώς τον ειδικό. Το κείμενο αυτό αποτελεί μια προσπάθεια αναζήτησης, μελέτης, κατανόησης, σύνθεσης και προσέγγισης της Δημοκρατίας.

[1] Ο όρος φαγοκυττάρωση χρησιμοποιείται εδώ μεταφορικά. Ορίζεται ως εγκόλπωση οργανικών ή ανόργανων σωματιδίων από τα φαγοκύτταρα και προϋποθέτει καταρχήν, την αναγνώριση αυτών των σωματιδίων ως ξένων.

[2] Γιώργου Ν. Οικονόμου. «Άμεση Δημοκρατία, αρχές επιχειρήματα, δυνατότητες» Εκδόσεις Αθήνα 2014, Εκδόσεις Παπαζήση.

[3] Κορνήλιου Καστοριάδη, «Η Ορθολογικότητα του Καπιταλισμού», Αθήνα 1998 εκδ. Έψιλον και «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας», Αθήνα, 1985 (1978)

[4] Γιώργου Ν. Πολίτη «Το δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής – Η νόμιμη άμυνα στην αυθαίρετη εξουσία», Αθήνα 2012, Εκδόσεις Ψυχογιός.

Οι εκλογές σε συνθήκες μετακοινοβουλευτισμού

C1C6BAEF-C82A-4735-B3CC-4D2DF88B3DA8

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 20 Ιανουαρίου 2015]

Του Γιώργου Ν. Οικονόμου

Ακόμη μία φορά η κοινωνία σέρνεται σε εκλογές, χωρίς ουσιαστική ενημέρωση, πληροφόρηση και συμμετοχή σε αυτά που συμβαίνουν. Άλλη μία φορά καλείται να επικυρώσει το ολιγαρχικό κομματοκρατικό σύστημα που οδήγησε στην χρεοκοπία και είναι ανίκανο να σταματήσει την ολέθρια πορεία. Πάλι η κοινωνία είναι έτοιμη να αναθέσει τις τύχες και το μέλλον της σε αμφιλεγόμενους πολιτικούς, προβληματικά κόμματα, σε γραφειοκρατικές διακυβερνήσεις και θνησιγενή προγράμματα.

Πράγματι, η κομματική αντιπαράθεση εδώ και πέντε έτη εγκλώβισε τη συζήτηση στο δίπολο «μνημόνιο – αντιμνημόνιο», «τρόικα – αντιτρόικα». Οι μεν ισχυρίζονται ότι θα σώσουν τη χώρα με το μνημόνιο και το ευρώ, ενώ οι δε ότι θα σώσουν την κοινωνία από το μνημόνιο και από το ευρώ. Αυτό όμως που κατάφεραν και οι δύο πλευρές ήταν να σώσουν το αποτυχημένο και παραπέον σύστημα, βοηθώντας το να διατηρηθεί άθικτο χωρίς αναδόμηση, αναδιάρθρωση και ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές. Αυτά τα αντιθετικά δίπολα-διλήμματα, συγκαλύπτουν το ουσιαστικό και θεμελιώδες πρόβλημα της χώρας, που είναι η ανάγκη για βαθειές πολιτειακές και θεσμικές αλλαγές, οι οποίες λείπουν εκκωφαντικά από τις διαθέσεις και τα προγράμματα όλων των κομμάτων.

Ταυτοχρόνως λείπουν από την κοινωνία το όραμα, η επιθυμία και η βούληση για ριζικές αλλαγές, οι οποίες θα αφαιρέσουν εξουσία, προνόμια και πλούτο από τους παραδοσιακούς κατόχους και θα επιτρέψουν τη συμμετοχή των ατόμων στη λήψη των αποφάσεων και στη θέσπιση των νόμων. Χωρίς αυτή τη συμμετοχή δεν είναι δυνατόν να βρεθεί διέξοδος στην καταστροφική πορεία, διότι ένας από τους λόγους για την πορεία αυτή ήταν η πολιτική απουσία της κοινωνίας. Επίσης, οι δήθεν ειδικοί αποδείχθηκαν ανίκανοι, διαπλεκόμενοι και διεφθαρμένοι, ενώ η εκλογική νίκη δεν προσπορίζει την ουσιαστική εξουσία, η οποία στην πραγματικότητα ασκείται από την ολιγαρχία των τραπεζών, των επιχειρήσεων, των ΜΜΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αλήθεια αυτή επιβεβαιώνεται και από την σημερινή εικόνα των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων, τα οποία, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, έχουν μεταλλαχθεί σε μετα-αντιπροσωπευτικά, μετα-κοινοβουλευτικά πολιτεύματα. Ενώ δηλαδή διατηρούν ακόμη το κοινοβούλιο και τις εκλογές εν τούτοις αυτά δεν παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, διότι οι τελευταίες λαμβάνονται από τις αγορές, από κέντρα που δεν έχουν εκλεγεί από τις κοινωνίες. Σε αυτό συνετέλεσε η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και χρηματιστικοποίησης εκ μέρους των μεγάλων επιχειρήσεων, των τραπεζών και χρηματιστηρίων με τη βοήθεια των κοινοβουλίων όλων των δυτικών χωρών. Έτσι οι αποφάσεις λαμβάνονται όχι μόνο ερήμην της κοινωνίας αλλά και ερήμην του κοινοβουλίου. Αυτό σημαίνει απουσία τόσο δημοκρατίας όσο και αντιπροσώπευσης. Η κατάσταση αυτή έχει λάβει ακραία μορφή στην περίπτωση της Ελλάδας, στην οποία είναι έκδηλη η ανάθεση των αποφάσεων σε κέντρα εκτός της κοινωνίας και του κοινοβουλίου, στην εξωθεσμική τρόικα. Στο πλαίσιο αυτό οι εκλογές δεν συνιστούν ουσιαστικό όργανο πολιτικής και αντιπροσώπευσης. Δεν λύνουν τα θεμελιώδη προβλήματα. το κύριο που καταφέρνουν είναι να τα συγκαλύπτουν, να τα οξύνουν ή να τα μεταθέτουν. Το μόνο που επιτρέπουν οι εκλογές είναι η διαχείριση της εξουσίας προς όφελος των κομμάτων, των ισχυρών και της ολιγαρχικής ελίτ. Επί πλέον η άποψη πως τα κόμματα μπορούν να επαναφέρουν το κοινοβούλιο στην προτέρα κατάστασή του για να αποφασίζει κυριαρχικώς είναι φαύλος κύκλος, αφού από την προτέρα κατάσταση μεταλλάχθηκε σε μετακοινοβουλευτισμό εν πλήρει γνώσει και συνειδήσει.

Από την άλλη, η εκλογική διαδικασία δεν δανείσθηκε τυχαίως όρους από την στρατιωτική και πολεμική ορολογία. Πρόκειται ακριβώς περί εκστρατείας, με όλη τη σημασία της λέξεως, που έχει σκοπό να αλώσει τη συνείδηση και να κάμψει τη θέληση των ανθρώπων, έτσι ώστε αυτοί, βομβαρδισμένοι με προεκλογικές υποσχέσεις, βαρύγδουπα συνθήματα, λεηλατημένοι από την πλύση εγκεφάλου, τους εκβιαστικούς μονόδρομους και τα εκφοβιστικά διλήμματα, να συρθούν εξουθενωμένοι και καθημαγμένοι στις κάλπες, να παραδοθούν και να παραδώσουν την εξουσία στα κόμματα, στους ολίγους. Ο αντίπαλος, δηλαδή, στην προεκλογική εκστρατεία, δεν είναι ο άλλος υποψήφιος ή το άλλο κόμμα – αυτοί, λίγο ή πολύ, είναι οι κερδισμένοι και οι νικητές, επειδή ούτως ή άλλως συμμετέχουν στη διανομή της εξουσίας και επωφελούνται από αυτήν. Ο ουσιαστικός αντίπαλος είναι οι πολλοί, οι οποίοι πρέπει να καμφθούν και να αλλοτριωθούν πολιτικώς, να καταντήσουν ψηφοφόροι, να παραδώσουν τα ψήγματα ελεύθερης σκέψης και πολιτικής δύναμης που κατέχουν στους ολίγους κομματικούς. Έτσι όμως χάνεται τόσο η διέξοδος από τη χρεοκοπία και την παρακμή όσο και το όραμα της δημοκρατίας. Οι μεγάλοι ηττημένοι των εκλογών είναι η κοινωνία και η δημοκρατία.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων τι μπορεί να κάνει η χειμαζόμενη κοινωνία; Η μόνη δύναμη που έχει η κοινωνία είναι η εφεδρεία της επανάστασης, λέει η Χάννα Άρεντ και συμφωνεί ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Επανάσταση δεν σημαίνει όπλα, φόνοι, εμφύλιοι και κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων, με τη μαρξιστική και λενινιστική έννοια, αλλά μία κινητοποίηση του κοινωνικού πλήθους για ριζοσπαστικές αλλαγές, για θεσμική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος. Προαπαιτούμενο είναι η κοινωνία να συμπεριφερθεί όχι ως εκλογικό παθητικό ενεργούμενο, αλλά ως ενεργητικό πολιτικό υποκείμενο, ως αυτόνομη συλλογικότητα με βούληση και όραμα για μία δημοκρατική κοινωνία.

Podemos: Ανάμεσα στην «αριστερή ηγεμονία» και την «έφοδο» των κοινωνικών κινημάτων στους θεσμούς

1413755798826podemosc4

Του Θοδωρή Καρυώτη

«Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 17 του πολιτικού περιοδικού Βαβυλωνία, Ιανουάριος 2015»

Από τις αρχές του 2014, το Podemos εμφανίστηκε στην Ισπανία ως μια νέα πολιτική δύναμη που απειλεί να αποσταθεροποιήσει το μεταπολιτευτικό σύστημα δικομματικής εναλλαγής στην εξουσία. Με την ευρεία στήριξη των νέων, των λαϊκών στρωμάτων και των κοινωνικών κινημάτων και με επίκεντρο την χαρισματική ηγεσία του νεαρού καθηγητή πολιτικών επιστημών Pablo Iglesias, το νέο κόμμα έχει βλέψεις στην εξουσία και ευαγγελίζεται την ανατροπή της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης των τελευταίων δεκαετιών. Όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, το Podemos επιδιώκει να καταλάβει το κενό που δημιουργεί η εξάντληση της σοσιαλδημοκρατίας, προωθώντας την αναδιανομή του πλούτου υπέρ των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων, βάζοντας φρένο στην διάλυση του κράτους πρόνοιας και προωθώντας την επανεκκίνηση της εθνικής οικονομίας απέναντι στην επίθεση του διεθνούς κεφαλαίου.

Ας προσπεράσουμε την εύκολη a priori κριτική που λέει «είναι αυτονόητο λοιπόν ότι το Podemos (ή ο ΣΥΡΙΖΑ ή προσθέστε εδώ το κόμμα της [δυσ]αρεσκείας σας) δεν αποτελεί σχέδιο χειραφέτησης των από τα κάτω με όρους κοινωνικής αυτοδιάθεσης, αλλά απόπειρα ανασυγκρότησης της κυριαρχίας»· ας εξετάσουμε αντίθετα αυτό το κόμμα ως προϊόν των πολιτικών εξελίξεων και ιδιαίτερα των κοινωνικών κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων στην Ισπανία.

Η κινηματική έκρηξη του 2011

Το κίνημα των «indignados», με αφετηρία τις πλατείες τον Μάιο του 2011, αποτέλεσε για την ισπανική κοινωνία το «ξύπνημα» από δεκαετίες αποπολιτικοποίησης, με μια ευρύτερη αριστερά απομονωμένη και αδύναμη μετά από 40 χρόνια δικτατορίας και 33 χρόνια ηγεμονίας του μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Οι πρωταγωνιστές του κινήματος των πλατειών ήταν κυρίως νέοι καταδικασμένοι στην ανεργία και την επισφάλεια, οι οποίοι συσπειρώθηκαν γύρω από την απόρριψη του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος και την απαίτηση για πραγματική δημοκρατία. Ωστόσο, όπως σε κάθε μαζικό λαϊκό κίνημα, πίσω από τα κεντρικά συνθήματα των indignados κρυβόταν ένα εύρος από προσεγγίσεις και αιτήματα: Από την απόρριψη του κράτους ως ρυθμιστή και διαμεσολαβητή της κοινωνικής ζωής έως την υπεράσπιση του κράτους ως μηχανισμό αναδιανομής του πλούτου και ως ανάχωμα στην καπιταλιστική ανομία· από το φαντασιακό της αποανάπτυξης, της αυτοδιαχείρισης και της οικοδόμησης των κοινών μέχρι το αίτημα για επανεκκίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας με σκοπό την απορρόφηση των εκατομμυρίων ανέργων. Το βασικό αίτημα και συνεκτικό στοιχείο του κινήματος (στο οποίο ταυτίζονται με το παγκόσμιο κύμα κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων) ήταν η πολιτική ισότητα, η κατάργηση του χάσματος ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους. Η έλλειψη ιδεολογικών «αποσκευών» και η απουσία οργανωμένων πολιτικών ομάδων στο εσωτερικό τους, επέτρεψε στους indignados να συνεχίσουν να υπάρχουν ως συμπαγές κίνημα χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να λύσουν τις εσωτερικές τους αντιφάσεις ή να πάρουν ξεκάθαρες ιδεολογικές θέσεις. Κατάφεραν έτσι να αλλάξουν ριζοσπαστικά το πολιτικό σκηνικό αλλά και το περιεχόμενο του δημοσίου διαλόγου στην Ισπανία.

Παρά τη μαζική κινητοποίηση, που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις έφτασε να έχει τη στήριξη του 80% των Ισπανών πολιτών, οι επόμενοι μήνες έφεραν αφενός την επιδείνωση της πολιτικής και οικονομικής κατάστασης αφετέρου μια αυτοδύναμη κυβέρνηση του Partido Popular, του κόμματος της μετά-φρανκιστικής δεξιάς, με το 44% της ψήφου. Ακολούθησε μια σκοτεινή εποχή, με εντατικοποίηση της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης και ακραία καταστολή, με αποκορύφωμα το «Νόμο Φίμωτρο» («Ley Mordaza»), ένα πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά δεδομένα κατασταλτικό νομοσχέδιο, το οποίο ποινικοποιεί τις μορφές διαμαρτυρίας που ανέπτυξαν αυτά τα νέα κινήματα και στοχοποιεί συγκεκριμένες οργανώσεις, όπως η PAH (Πλατφόρμα Ζημιωμένων από τα Στεγαστικά Δάνεια) που έχοντας μαζική λαϊκή στήριξη έχει οργανώσει δυναμικές παρεμβάσεις τα τελευταία χρόνια (σταμάτημα εξώσεων, καταλήψεις στέγης, μποϋκοτάζ τραπεζών, διαμαρτυρίες μπροστά σε σπίτια πολιτικών κτλ).

Η εμφάνιση του Podemos και η «έφοδος στους θεσμούς»

Οι συζητήσεις για την συμμετοχή των indignados και του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος στις εκλογές –αυτό που αργότερα θα ονόμαζαν «έφοδο στους θεσμούς» («asalto a las instituciones»)– προϋπάρχουν της εμφάνισης του Podemos. Το βασικό κίνητρο για την επιλογή της εκλογικής οδού είναι ότι πρόκειται για ένα κίνημα που αισθάνεται ότι αντικατοπτρίζει την κοινωνική πλειοψηφία, αλλά δέχεται αλλεπάλληλες ήττες επειδή σε επίπεδο πολιτικής αντιπροσώπευσης βρίσκεται στη μειοψηφία. Η επιθυμία για θεσμοποίηση του αγώνα καταδεικνύει φυσικά την αδυναμία των κινημάτων να συγκροτηθούν ως πολιτικό υποκείμενο έξω από το στενό πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας· από την άλλη, είναι ενδεικτική επίσης της απόρριψής του περιθωριακού ρόλου που επιφυλάσσει το πολιτικό σύστημα στα κινήματα βάσης, και της αισιοδοξίας ότι η κεντρική πολιτική σκηνή μπορεί να «αποικιστεί» με τις αξίες και τις μεθόδους των τελευταίων. Ταυτόχρονα, οι indignados απορρίπτουν την παραδοσιακή αριστερά, το λεξιλόγιο, της συνταγές και την οργάνωσή της (στο πρόσωπο της Ενωμένης Αριστεράς [Izquierda Unida], της συμμαχίας που μεταπολιτευτικά συγκεντρώνει τις δυνάμεις της κοινοβουλευτικής αριστεράς), και επιδιώκουν την δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα. H πρώτη απόπειρα να δημιουργηθεί ένα κόμμα που να μεταφέρει την ατμόσφαιρα και τις οργανωτικές μεθόδους των πλατειών στην κεντρική πολιτική σκηνή και να απομακρύνεται από τις παθογένειες των παραδοσιακών κομμάτων γίνεται με το Partido X (Κόμμα Χ). Δεν καταφέρνει όμως να εγείρει την φαντασία ευρύτερων κοινωνικών ομάδων και η επιρροή του ποτέ δεν επεκτείνεται πέρα από το στενό κύκλο των ακτιβιστών.

Το Podemos αναπτύχθηκε σε ένα κλίμα όπου το πολιτικό σύστημα και οι δορυφόροι του –κόμματα, συνδικάτα, μέσα ενημέρωσης– ήταν πλήρως απαξιωμένα και νέοι τρόποι οργάνωσης και πάλης έρχονταν στο προσκήνιο. Ξεχωριστό παράδειγμα αποτελούν οι «παλίρροιες» («mareas»), οριζόντιες κλαδικές ή θεματικές συνομαδώσεις που, οργανωμένες συνελευσιακά και παρακάμπτοντας τα γραφειοκρατικά συνδικάτα, εξαπέλυσαν σημαντικές και νικηφόρες μάχες ενάντια στην νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση: η «λευκή παλίρροια» και η «πράσινη παλίρροια» ενάντια στην διάλυση τη δημόσιας υγείας και παιδείας αντίστοιχα, η «γαλάζια παλίρροια» ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών ύδρευσης, η «πορτοκαλί παλίρροια» ενάντια στις περικοπές στα προγράμματα πρόνοιας, κ.ο.κ.

Ανάμεσα σε μια αμείλικτη δεξιά και μια σαστισμένη αριστερά, το Podemos υπήρξε το μόνο κόμμα που κατάφερε να μιλήσει τη γλώσσα αυτών των νέων μορφών οργάνωσης και να παρουσιαστεί σαν σύνθεση και πολιτική έκφραση των αγώνων ενάντια στην εξαφάνιση των λαϊκών κεκτημένων. Αποτέλεσε αρχικά δημιούργημα μιας παρέας νέων αλλά έμπειρων ακαδημαϊκών του πανεπιστημίου Complutense της Μαδρίτης –οι οποίοι είχαν ήδη αποκτήσει κάποια δημοσιότητα μέσω της εβδομαδιαίας τηλεοπτικής εκπομπής που παρουσιάζουν, της «La Tuerka»– με την Αντικαπιταλιστική Αριστερά (Izquierda Anticapitalista), ένα δραστήριο διεθνιστικό κόμμα που ήδη από το 2012 αναζητούσε συνεργασίες για να δημιουργήσει τον «Ισπανικό ΣΥΡΙΖΑ», δηλαδή μια συμμαχία της ριζοσπαστικής αριστεράς με βλέψεις εξουσίας. Μετά το θρίαμβο του Podemos στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2014, ο ριζοσπαστικός λόγος του και η επιμονή του στην «ήπια» αντιπροσώπευση (συμμετοχικές διαδικασίες, κυκλικότητα, ανακλητότητα, κτλ) συναρμόζουν με τις ανησυχίες της νέας γενιάς αγωνιστών· έτσι ένα μεγάλο κομμάτι των indignados πείθεται ότι αυτό είναι το κόμμα με το οποίο θα κάνουν «έφοδο στους θεσμούς»· σε τέτοιο βαθμό που οι «κύκλοι» του Podemos, οι τοπικές ανοιχτές συνελεύσεις που αποτελούν τη «βάση» του κόμματος, αντικαθιστούν τις εναπομένουσες συνελεύσεις των indignados σε πολλές ισπανικές πόλεις. Υπάρχουν βεβαίως και φωνές που κριτικάρουν τη διάχυση του κινήματος μέσα στο νέο πολιτικό φορέα, αλλά ο γενικευμένος ενθουσιασμός τις αφήνει στο περιθώριο.

Στη βάση του ανερχόμενου νέου κόμματος, λοιπόν, συναντούμε μια συμμαχία ανάμεσα στα νέα κινήματα των κοινών, της συμμετοχής και της αυτοδιαχείρισης, με τα κινήματα που υπερασπίζονται τα δημόσια αγαθά και το κράτος πρόνοιας. Δεν υπάρχει καμία αντίφαση στη συμμαχία αυτή: όσο κι αν είναι σημαντικό να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα σε κοινό και δημόσιο, άλλο τόσο σημαντικό είναι να δούμε τα δημόσια αγαθά ως κοινά του παρελθόντος, προϊόντα κοινωνικών αγώνων που βρίσκονται υπό κρατική «επιτήρηση», τα οποία οφείλουμε να προστατεύσουμε από το αδηφάγο ιδιωτικό κεφάλαιο.

Ηγεμονία και αριστερή στρατηγική

Η ομάδα ακαδημαϊκών που –άτυπα αρχικά– βρίσκεται στην ηγεσία του Podemos, ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα του Ernesto Laclau και της Chantal Mouffe για έναν «αριστερό λαϊκισμό», έχει αναπτύξει μια αναλυτικότατη επικοινωνιακή στρατηγική. Στα πλαίσια της ανάπτυξης μιας νέο-γκραμσιανής «αριστερής ηγεμονίας», εισάγει στη ρητορική της έννοιες παραδοσιακά συνδεδεμένες με την δεξιά, όπως η «κοινή λογική» ή η «εθνική κυριαρχία», απευθύνεται στο συναίσθημα των ψηφοφόρων με νέα σύμβολα και ιδέες, δηλώνει ότι το κόμμα «δεν ανήκει ούτε στην αριστερά ούτε στη δεξιά» και εγκαταλείπει την μαρξιστική ταξική ανάλυση υπέρ μιας απλούστερης διχοτομίας ανάμεσα στον «λαό» και την «κάστα». Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να απευθυνθεί σε μεγάλα κομμάτια των ψηφοφόρων που μοιράζονται την «αγανάκτηση» με το πολιτικό σύστημα αλλά δεν κινητοποιούνται από την παραδοσιακή αριστερή ρητορική, και έτσι να εδραιώσει τη νέα ηγεμονία που θα φέρει το Podemos στην εξουσία.

Στην καρδία αυτού του πολιτικού εγχειρήματος, λοιπόν, υπάρχει μια ένταση ανάμεσα αφενός στη βάση του κόμματος, ριζωμένη σε συγκεκριμένους και καθημερινούς κοινωνικούς αγώνες, γαλουχημένη στη συμμετοχική λήψη αποφάσεων και στην αυτοοργάνωση, και αφετέρου στην ηγετική ομάδα, η οποία, έχοντας εκπονήσει ένα συγκροτημένο ηγεμονικό σχέδιο, ενδιαφέρεται κυρίως να απευθυνθεί στην κοινωνική πλειοψηφία, συναρθρώνοντας ένα ευρύ φάσμα αγώνων, αιτημάτων και ταυτοτήτων με ορίζοντα την κατάκτηση της εξουσίας. Εντούτοις, το δίλλημα που αντιμετωπίζει το Podemos υποβόσκει στην καθημερινή πράξη οποιουδήποτε πολιτικού εγχειρήματος, κοινοβουλευτικού ή μη: αφενός η ανάγκη διεύρυνσης της κοινωνικής απεύθυνσης και στήριξης, αποβλέποντας στη δημιουργία ενός φορέα με δυνατότητα ουσιαστικής πολιτικής επιρροής, αφετέρου η διατήρηση των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, αξιών, στοχεύσεων και οργανωτικών μορφών που δίνουν στο εγχείρημα τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του.

Για την ηγετική ομάδα του, το Podemos αποτελεί φυσική συνέχεια και ταυτόχρονα «ωρίμανση» του κινήματος των πλατειών. Υπό αυτήν την οπτική, τα κοινωνικά κινήματα, παρόλο που είναι σημαντικά στο βαθμό που δημιουργούν μια νέα συνειδητοποίηση και καταδεικνύουν τη σήψη του υπάρχοντος συστήματος, δεν παύουν να αποτελούν μια μικρή –μολονότι συνειδητοποιημένη και δραστήρια– μειοψηφία της ισπανικής κοινωνίας. Το ζητούμενο, εντούτοις, είναι η σύνδεση με τις ανησυχίες και τις προσδοκίες του «μέσου πολίτη» –της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Είναι προφανές ότι ως εκλογική –και μετέπειτα ως κυβερνητική– στρατηγική, η σύνδεση με την «κοινωνική πλειοψηφία» μπορεί να αποδώσει καρπούς –και πιθανότατα να οδηγήσει στις πρώτες μη νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις της Ευρώπης σε Ελλάδα και Ισπανία. Ωστόσο, τα φαντασιακά νοήματα, οι προσδοκίες, οι αξίες της «κοινωνικής πλειοψηφίας» δεν έχουν ουδέτερο πρόσημο – αντίθετα είναι προϊόντα αιώνων καπιταλιστικής ηγεμονίας. Μια πιθανή απομάκρυνση του Podemos από τη δεξαμενή νέων νοημάτων, αξιών, οργανωτικών μορφών και πολιτικών προταγμάτων που είναι τα αυτόνομα κοινωνικά κινήματα βάσης μπορεί εύκολα να φυλακίσει το νέο κόμμα στον στενό ορίζοντα της «κοινωνικής σωτηρίας» από τη φιλελεύθερη επέλαση –ή σύμφωνα με το λεξιλόγιο του Podemos, τη «διάσωση των πολιτών» («rescate ciudadano»). Κινδυνεύει έτσι η φιλόδοξη νέα αριστερά να περιοριστεί στον άχαρο ρόλο του διαχειριστή ενός βάρβαρου κοινωνικού συστήματος, δέσμια –ε΄κούσια ή ακούσια– των ατομιστικών υλικών προσδοκιών της μεσαίας τάξης, επαναλαμβάνοντας έτσι την άδοξη πορεία της σοσιαλδημοκρατίας.

Η αντίφαση στην καρδιά του εγχειρήματος

Η ένταση ανάμεσα στο λαϊκιστικό ηγεμονικό σχέδιο της ηγεσίας και στην ριζοσπαστική, οριζόντια και συμμετοχική κατεύθυνση της βάσης έγινε εμφανής στο ιδρυτικό συνέδριο του κόμματος, τον Οκτώβριο του 2014, όπου παρουσιάστηκαν οι διαφορετικές οργανωτικές, πολιτικές και δεοντολογικές προτάσεις. Η οργανωτική πρόταση με τίτλο «Sumando Podemos» («Μαζί Μπορούμε») συγκέντρωνε τις αγωνίες της βάσης: Συλλογική ηγεσία, ενισχυμένος ρόλος για τους «κύκλους», τακτικά συνέδρια, διαφάνεια και συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, εναλλαγή και ανακλητότητα στις θέσεις ευθύνης. Ωστόσο, η οργανωτική πρόταση που υπερψηφίστηκε ήταν αυτή που κατέθεσε η ομάδα του Pablo Iglesias, με τίτλο «Claro que Podemos» («Φυσικά Μπορούμε») η οποία θεσπίζει τη θέση του γενικού γραμματέα, ενισχύει την ηγεσία, επιτρέπει στον ηγέτη να επιλέγει αυτούς που τον πλαισιώνουν, υποβιβάζει το ρόλο του συνεδρίου και των «κύκλων» και προκρίνει τις συγκεντρωτικές δομές στο όνομα της «αποτελεσματικότητας». Ταυτόχρονα ο νέος οργανωτικός χάρτης ορίζει ότι όσοι είναι ενεργοί σε άλλες πολιτικές οργανώσεις δεν μπορούν να έχουν αξιώματα μέσα στο νέο κόμμα, μια πρόβλεψη που αποβλέπει στην εσωκομματική περιθωριοποίηση της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Ο Iglesias έφτασε ακόμα να εκβιάσει ότι αν δεν εγκριθεί η πρόταση του θα αποσυρθεί από το κόμμα. Η οργανωτική πρότασή αυτή προκάλεσε μεγάλη αντίδραση ανάμεσα στους περίπου 16.000 παρόντες λόγω των συγκεντρωτικών χαρακτηριστικών της, αλλά εγκρίθηκε με το 80% των ψήφων. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι η ψηφοφορία ήταν ανοιχτή σε οποιονδήποτε είχε πρόσβαση στο διαδίκτυο, με μια απλή ψηφιακή «εγγραφή» στη σελίδα του κόμματος. Ψήφισαν έτσι πάρα πολλά νέα μέλη (περισσότερα από 100.000) τα περισσότερα από τα οποία δεν είχαν σημαντική πολιτική δέσμευση ή δραστηριότητα· αυτό ευνόησε τους τηλεοπτικούς «αστέρες» της «La Tuerka», έναντι αυτών που κατέθεσαν την αντίπαλη πρόταση.

Το σφάλμα του Pablo Iglesias και των στελεχών που τον πλαισιώνουν δεν έγκειται στην εκπόνηση του ηγεμονικού σχεδίου και την υιοθέτηση μιας λαϊκιστικής ρητορικής. Άλλωστε, κάθε πετυχημένο πολιτικό εγχείρημα έχει στο κέντρο του μια διαδικασία «μετάφρασης» των βασικών ιδεών και αξιών του σε όρους που θα επιτρέψουν τη συμμετοχή του στο δημόσιο διάλογο. Ειδάλλως διακυβεύεται η ίδια η δυνατότητα του να επηρεάσει την κοινή γνώμη, και άρα αμφισβητείται ο «πολιτικός» χαρακτήρας του και οδηγείται σε περιθωριοποίηση, μια κατάσταση τόσο συχνή στον αριστερό και τον ελευθεριακό χώρο, που πλέον θεωρείται δεδομένη –ακόμα και επιθυμητή, αφού υπό μια συγκεκριμένη οπτική, η κοινωνική απομόνωση μιας πολιτικής ομάδας αποτελεί απλά «επιβράβευση» της επαναστατικότητάς της.

Αντίθετα, το σφάλμα της ηγετικής ομάδας του Podemos είναι ότι μέσω της επιβολής του δικού της οργανωτικού σχεδίου, απενεργοποιεί αυτήν ακριβώς τη διαλεκτική που ανέδειξε το Podemos ως ελπιδοφόρα πολιτική δύναμη και κλείνει τις διόδους μέσω των οποίων η οργανωμένη κοινωνία μπορεί να επηρεάσει τη μελλοντική εξέλιξη του εγχειρήματος. Θεωρεί την κατάκτηση της κεντρικής εξουσίας ως εκ των ων ουκ άνευ της πολιτικής δραστηριότητας και υπάγει τη δράση των κινημάτων στην εκλογική δυναμική. Ενώ για τους αγωνιστές βάσης που στηρίζουν το Podemos το κόμμα αποτελεί «εργαλείο» του κινήματος και η κατάκτηση της εξουσίας μια «στιγμή» του ευρύτερου αγώνα, μετά το συνέδριο του Οκτώβρη τα κινήματα παραγκωνίστηκαν για χάρη μιας ισχυρής ηγετικής ομάδας η οποία θα μπορέσει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Η αντίφαση αυτή, που βρίσκεται στην καρδιά του Podemos, γίνεται εμφανής στην άβολη σχέση του με ένα άλλο πολιτικό εγχείρημα που ξεπήδησε από τις κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών και από την απόφαση για «έφοδο στους θεσμούς», του Ganemos –ή Guanyem στην Καταλονία. Το Ganemos αποτελεί ενωτική πρωτοβουλία κινηματικού χαρακτήρα που έχει καταφέρει να συνενώσει κινήματα, αριστερά και οικολογία για τη συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές της άνοιξης του 2015. Τοπικές πλατφόρμες έχουν δημιουργηθεί σε δεκάδες πόλεις, ανάμεσα τους στην Βαρκελώνη, όπου η δραστήρια και δυναμική Πλατφόρμα Ζημιωμένων από τα Στεγαστικά Δάνεια (PAH) έχει την πρωτοβουλία, και στη Μαδρίτη, όπου κομμάτια του αυτόνομου κινήματος, ιδιαίτερα γύρω από την ομάδα Observatorio Metropolitano, αποτελούν την κινητήρια δύναμη. Το Podemos εξαρχής χαιρέτισε την εμφάνιση αυτών των δημοτικών κινήσεων, αναγνώρισε τις κοινές πολιτικές τους στοχεύσεις και μεθόδους και δεσμεύτηκε να μην παρουσιάσει ξεχωριστές υποψηφιότητες στις πόλεις όπου συμμετέχει το Ganemos στις δημοτικές εκλογές. Τελευταία όμως το κλίμα έχει αλλάξει: η εμμονή του Ganemos στις «αργές» διαδικασίες βάσης, την εναλλαγή και την ανακλητότητα των υποψηφίων και τις ιδέες εμπνευσμένες από τον ελευθεριακό δημοτισμό έχουν αποξενώσει την ηγεσία του Podemos, η οποία μελετά την δημιουργία ξεχωριστού δημοτικού συνδυασμού στη Μαδρίτη με ηγετικά χαρακτηριστικά γύρω από το «νούμερο δύο» του κόμματος, τον καθηγητή πολιτικών επιστημών Juan Carlos Monedero. Αν τελικά το Podemos παρουσιάσει αυτή την υποψηφιότητα ενάντια στο Ganemos, το διαζύγιο του με τα κοινωνικά κινήματα θα θεωρηθεί τετελεσμένο. Η απόφαση αναμένεται να παρθεί πριν τον Φεβρουάριο του 2015.

Και τώρα, τι;

Πιθανότατα τo Podemos δεν θα είναι το κόμμα-κίνημα που πολλοί περίμεναν στις απαρχές του. Μετά το συνέδριο του Οκτώβρη, και πάντα με την καθοδήγηση της ομάδας της «La Tuerka», το κόμμα έχει συγκροτηθεί ως «εκλογική μηχανή» διαρθρωμένη –με σημαντικές ποιοτικές διαφορές βεβαίως– κατ’ ομοίωση του κρατικού μηχανισμού του οποίου τα ηνία θέλει να αναλάβει. Είναι πιθανό η στρατηγική αυτή να καταφέρει να εκσφενδονίσει το κόμμα στην εξουσία, όπου θα έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει μια σημαντική ρωγμή στην ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και της αντιδραστικής δεξιάς στην Ισπανία και την Ευρώπη. Προς το παρόν όμως, η διαδικασία οικοδόμησης ενός κόμματος αυθεντικής «λαϊκής εξουσίας», στηριγμένου σε διαδικασίες βάσης και στην άμεση δημοκρατία –αν δεχτούμε βεβαίως ότι η άμεση δημοκρατία μπορεί να ευδοκιμήσει στο ασφυκτικά στενό πλαίσιο της κοινοβουλευτικής πολιτικής– ανακόπηκε πρώιμα με το ιδρυτικό συνέδριο.

Είναι σημαντικό τα ισπανικά κοινωνικά κινήματα να διατηρήσουν την αυτονομία τους και να μην διαχυθούν μέσα στο ηγεμονικό σχέδιο του Iglesias. Από μια πιθανή κυβέρνηση του Podemos μπορούν να περιμένουν μια ανατροπή των συσχετισμών δύναμης, που θα τους δώσει μια ανάσα και θα ανακόψει την αμείλικτη καταστολή που δέχονται αυτήν τη στιγμή. Πιθανότατα θα βρουν επίσης ένα αποφασισμένο σύμμαχο τόσο στην οικοδόμηση των κοινών όσο και στην υπεράσπιση του δημοσίου και του κράτους πρόνοιας –αν και είναι εξίσου πιθανό να χρειαστεί να διαδραματίσουν το ρόλο της μόνης ουσιαστικής αντιπολίτευσης, όταν η κυβέρνηση θα αρχίσει τους αναπόφευκτους συμβιβασμούς με την οικονομική εξουσία.

Για το επόμενο διάστημα και μέχρι τις γενικές εκλογές αναμένεται μια μαζική εισροή προς το Podemos μεσαίων και χαμηλόβαθμων στελεχών της Ενωμένης Αριστεράς –η οποία είναι σίγουρο ότι θα καταποντιστεί εκλογικά λόγω της εμφάνισης του νέου κόμματος. Αναμένεται επίσης η έξοδος πολλών αγωνιστών βάσης που έχουν δει το ρόλο τους να υποβαθμίζεται και τις οργανωτικές τους μεθόδους να παραγκωνίζονται μέσα στο νεότευκτο κόμμα. Παρ’ όλες τις ολοένα αυξανόμενες εσωτερικές κριτικές και την αναπόφευκτη «υποχώρηση» σε κάποιες από τις πιο ριζοσπαστικές του θέσεις –για παράδειγμα πλέον δεν μιλάει για λογιστικό έλεγχο αλλά για αναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χρέους– το Podemos έχει καταφέρει να κινητοποιήσει μεγάλα κομμάτια της ισπανικής κοινωνίας που παραδοσιακά απείχαν από τις εκλογές και να τραβήξει προς τα αριστερά ένα μέρος του συντηρητικού εκλογικού σώματος. Μένει να διαπιστώσουμε εάν στον έναν χρόνο που το χωρίζουν από τις γενικές εκλογές θα καταφέρει να δημιουργήσει μια μακρόπνοη εσωτερική δυναμική που να ευνοεί τη δημοκρατία και τη συμμετοχή ή θα θυσιάσει τις αξίες αυτές για χάρη της βραχυπρόθεσμης εκλογικής αποτελεσματικότητας.

Μερικές σκέψεις για την Αριστερά με αφορμή το βιβλίο ‘Οι άλλες ιστορίες’

Zapatistas

Toυ Σίμου Ανδρονίδη

«Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς, πως θα γενούνε τα σκοτάδια λάμψη;» (Ναζίμ Χικμέτ, ‘Όπως ο Κερέμ’).

Το βιβλίο του υποδιοικητή Μάρκος, που φέρει τον εύγλωττο τίτλο ‘Οι άλλες ιστορίες’ μας προσφέρει την δυνατότητα συμβολής στη θεωρητική συζήτηση περί Αριστεράς. Και υπάρχει μία νοητή γραμμή που συνδέει την Αριστερά με το βιβλίο του Μάρκος: αυτή η νοητή γραμμή αφορά την «αναζήτηση» του ανθρώπου, του ανθρώπου που μέσα από ρήξεις και υπερβάσεις δημιουργεί την ιστορία του κοινωνικού όλου. Τι σημαίνει αριστερή πολιτική πράξη σήμερα; Ποια είναι η Αριστερά του 21ου αιώνα; Πως προσδιορίζεται; Οι μικρές και έξοχες ιστορίες του εμβληματικού και ταυτόχρονα «πολλαπλού» ηγέτη των Ζαπατίστας επιδιώκουν να απαντήσουν στα συγκεκριμένα ερωτήματα. Και είναι ακριβώς αυτή η προσπάθεια απάντησης που υπερβαίνει τις θεωρητικές αναζητήσεις των «ταγών» της Αριστεράς.

Στην περίπτωση των Ζαπατίστας, η Αριστερά συγκροτείται και ανασυγκροτείται καθημερινά. Εκκινώντας από την αφετηριακή πράξη της ζωής και της κοινωνίας «οικοδομεί» ένα στέρεο αξιακό υπόβαθρο, στην «κορυφή» του οποίου στέκει ο άνθρωπος-παραγωγός. Και είναι η Αριστερά ως αξιακή και κανονιστική κατεύθυνση που προσδίδει έναν θετικό και ταυτόχρονα «επιθετικό» προσδιορισμό στον άνθρωπο. Έτσι, ο άνθρωπος μετατρέπεται σε άμεσο παραγωγό, σε άμεσο διαμορφωτή κοινωνικής συνείδησης, σε λυδία λίθο της πράξης και της κοινωνικής αλλαγής.

Οι πολλές «ατομικότητες» συγκροτούν την ενιαία συλλογικότητα της πράξης. Αν η Γαλλική Επανάσταση προσδιόρισε τον άνθρωπο ως πολίτη, η πολιτική αριστερά τον προσδιορίζει ως παραγωγό της νέας κοινωνικής συνείδησης. Στο γίγνεσθαι των Ζαπατίστας και των ιθαγενών της Τσιάπας, η Αριστερά συγκροτείται ως καθημερινή πράξη διαμόρφωσης ενός κοινωνικά διαφορετικού κόσμου. Αυτή η αξιακή αριστερά λειτουργεί ανάγοντας την «μοναδικότητα» και την διαφορετικά σε εργαλεία κατανόησης του ανθρώπου και του κόσμου που μας περιβάλλει. Πρωτίστως όμως, εκκινεί από την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Και η ανθρώπινη φύση, σε πείσμα διάφορων απόψεων και αντιλήψεων, περιλαμβάνει την ετερότητα και την διαφορετικότητα. Η Αριστερά των Ζαπατίστας προωθεί την λαϊκή αυτενέργεια και αυτοδιαχείριση.

Ας θυμηθούμε τα λόγια του επίκαιρα λόγια του Τερέντιου: ‘’Άνθρωπος είμαι, και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο’’ (στα Λατινικά: ‘Homo sum: human nil a me alienuum puto’). Αυτή η μικρή φράση του Τερέντιου αποτελεί τον θεμέλιο λίθο συγκρότησης της «άλλης» Αριστεράς των Ζαπατίστας, της Αριστεράς που ενσωματώνει οργανικά τις πολλαπλές πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Στις ‘άλλες ιστορίες’ του υποδιοικητή Μάρκος, οι λέξεις χαράζονται σαν μικρά «κρύσταλλα», που μέσα από την διαφάνεια της επιφάνειας τους διαβλέπεις την ζωή να κυλάει, τον άνθρωπο να δρα και την Αριστερά να ενυπάρχει μέσα σε αυτές τις μικρές και απλές ιστορίες. Και κάποιος καλόπιστος δύναται να αναρωτηθεί: είναι δυνατόν να συγκροτείται η Αριστερά ως όραμα, ως αναγέννηση και ως πράξη σε αυτή την μακρινή γωνιά του κόσμου; Η απάντηση μας είναι καταφατική. Η Aριστερά των ιθαγενών της επαρχίας Τσιάπας του Μεξικού δεν μας δίνει έτοιμες κατευθύνσεις, αντιθέτως, μέσα από το εύρος των ιστοριών του Μάρκος (που μπορεί να είναι ο γερο-Αντόνιο, ή η προβαλλόμενη «ταυτότητα» των ιθαγενών), διακρίνεται η Αριστερά της πολλαπλότητας, η Αριστερά που «αναγεννιέται» σαν το νερό. Τα πάντα από κάπου εκκινούν: στην περίπτωση των Ζαπατίστας εκκινούν από την «ολική» θεώρηση του ανθρώπου που εντάσσεται αρμονικά στο ευρύτερο φυσικό του περιβάλλον.

«Ο Πρώτος Πατέρας των Γκουαρανί αναδύθηκε από τα σκοτάδια, φωτισμένος από τη λάμψη της ίδιας του της καρδιάς. Δημιούργησε τις φλόγες και την ομίχλη. Τον έρωτα, αλλά δεν είχε που να τον δώσει. Τη γλώσσα, αλλά δεν υπήρχε κανείς να την ακούσει. Τότε συμβούλεψε τους θεούς να δημιουργήσουν τον κόσμο, και να φτιάξουν τη φωτιά, την ομίχλη, τη βροχή και τον άνεμο. Τους πρόσφερε τη μουσική και τα λόγια του ιερού ύμνου, ώστε να πάρουν ζωή οι γυναίκες και οι άντρες. Έτσι ο έρωτας έγινε μυστήριο, η γλώσσα ζωντάνεψε και ο Πρώτος Πατέρας απαλλάχτηκε από τη μοναξιά. Τώρα συνοδεύει τους άντρες και τις γυναίκες που περπατούν και τραγουδούν: Τώρα πατάμε στη γη, σε τούτη τη γη που λάμπει»[1].

Στο παραπάνω έξοχο απόσπασμα που παραθέτει ο Ουρουγουανός συγγραφέας Eduardo Galeano, διαφαίνεται η ευρύτερη κοσμοαντίληψη των ιθαγενών. Και δεν μπορούμε να μην εντοπίσουμε τις ομοιότητες με τις ‘άλλες ιστορίες’ του Subcomandante Μάρκος, εκεί όπου η φωτιά, και η ομίχλη, ο άνεμος και το νερό, συντροφεύουν τον άνθρωπο σε κάθε βήμα της δικής του ζωής. Όπως ο Μάρκος, έτσι και ο Eduardo Galeano αντλούν «εικόνες» και λέξεις από την ανεξάντλητη λαϊκή παράδοση αυτών των περιοχών, εκεί όπου οι «πρώτοι» θεοί αποκτούν «ανθρώπινα» χαρακτηριστικά. Και έτσι προχωρά και η Αριστερά μέσα στις ιστορίες του. Προχωρά μέσα από τις εικόνες και τα δέντρα, μέσα από τις λέξεις και τα μεγάλα και άγρια λιοντάρια, μέσα από το φόβο και το νερό για να επιστρέψει στο πρωταρχικό σημείο: στον άνθρωπο ως σημείο κλειδί για την ερμηνεία και την «αναπαραγωγή» του κόσμου, στον άνθρωπο ως παραγωγό του νέου κοινωνικά, κόσμου.

Θα ονομάζαμε αυτή την «ρηξιακή» Αριστερά ως διαρκώς ανανεούμενη, όχι τόσο ως αξιακό υπόβαθρο αλλά κύρια ως νόημα και ως πρωταρχική λέξη του κόσμου. Από πού εκκινεί η Αριστερά αν όχι από τον Άνθρωπο-παραγωγό; Από πού εκκινεί αν όχι από την καθημερινή επιδίωξη σύνδεσης με το μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων; Από πού εκκινεί αν όχι από την θέαση του κόσμου ως μία μεγάλη εικόνα; Από πού εκκινεί αν όχι από την συνύφανση με την πολλαπλότητα και την διαφορετικότητα; Από πού εκκινεί αν όχι από την μεγάλη ιδέα της μεταβολής του κόσμου; Αυτές τις αφετηριακές αρχές της Αριστεράς έρχεται να μας τις υπενθυμίσει το μικρό βιβλίο του υποδιοικητή Μάρκος.

«Όπως το σπαθί του παραμυθιού του γερο-Αντόνιο, η κυβερνητική επίθεση του Φεβρουαρίου εισχώρησε χωρίς καμιά δυσκολία στις περιοχές των Ζαπατίστας. Ισχυρό, εκθαμβωτικό, με όμορφη λαβή, το σπαθί της Εξουσίας χτύπησε τη Ζαπατίστικη Ζώνη. Όπως το σπαθί της ιστορίας του γερο-Αντόνιο, έκανε μεγάλο θόρυβο και φασαρία, όπως αυτό, τρόμαξε μερικά ψάρια. Όπως στο παραμύθι του γερο-Αντόνιο, το χτύπημα του ήταν μεγάλο, δυνατό… και άχρηστο. Όπως το σπαθί της ιστορίας του γερο-Αντόνιο, εξακολουθεί να είναι μέσα στο νερό, να σκουριάζει και να παλιώνει. Το νερό; Συνεχίζει το δρόμο του, τυλίγει το σπαθί και, χωρίς να του δίνει σημασία, φτάνει μέχρι το ποτάμι, που θα πρέπει να το πάει μέχρι το μεγάλο νερό, όπου γιατρεύουν τη δίψα οι πρώτοι θεοί, οι μεγάλοι, αυτοί που γέννησαν τον κόσμο…»[2]

Αυτή είναι η Αριστερά, η δική μας Αριστερά που σαν το «μεγάλο» νερό, παρασέρνει το παλιό για να οικοδομήσει το νέο, «χτυπώντας» ταυτόχρονα το μεγάλο και «όμορφο» σπαθί της εξουσίας. Η Αριστερά που αναλύει επιστημονικά το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Η Αριστερά του όλου που στηρίζεται στη λογοτεχνία και στην ποίηση, στην εικόνα και στις λέξεις. Η «κρισιακή» πολιτική έχει «απολυτοποιήσει» έννοιες και αριθμούς. Η Αριστερά οφείλει να «απολυτοποιήσει» τον άνθρωπο-εργαζόμενο. Οι μοναδικές και πολλαπλές εκφάνσεις του κοινωνικού ενυπάρχουν σε αυτό το μικρό βιβλίο, οι ιστορίες του οποίου, ανασυγκροτούν τον άνθρωπο ως κατεξοχήν πολιτικό «ζώον».

Και η κατηγορική προσταγή της Αριστεράς, της Αριστερής πολιτικής πράξης και των αριστερών πολιτικών κομμάτων οφείλει να είναι η ακόλουθη: «Resist much, obey little», όπως έγραψε ο σπουδαίος Αμερικανός ποιητής Walt Whitman. «Αντισταθείτε πολύ, υπακούστε λίγο». Η πολιτική «επιστήμη» της Αριστεράς είναι διαρκής και στοχαστική, αναδεικνύοντας τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους. Και ένας τέτοιος οργανικός διανοούμενος της Αριστεράς είναι και ο υποδιοικητής Μάρκος. Η αριστερή πολιτική «επιστήμη» παράγει στοχασμό, γνώση και έμπρακτη αμφισβήτηση.

«Για τον Γκράμσι, αντίθετα, ο πραγματικός οργανικός διανοούμενος μιας ανεπτυγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας είναι το πολιτικό στέλεχος, το νέο είδος, ο κοινωνικά και ανθρωπολογικά νέος τύπος ανθρώπου που παρήγαγε το εργατικό κίνημα στην πορεία της συγκρότησης του: μέσα από τα συνδικάτα, τις κοινωνικές οργανώσεις, τις πολιτιστικές ενώσεις, τα πολιτικά κόμματα, με τις εφημερίδες τους και τα οργανωτικά τους μέσα. Αυτοί είναι οι οργανικοί διανοούμενοι του εργατικού κινήματος στην εποχή των μαζών και των κομμάτων τους»[3]

Η Αριστερά ανοίγεται στο όλον, κάθε ώρα και κάθε στιγμή, «παράγοντας» τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους. Και η «ρηξιακή» Αριστερά στοχεύει στον δομικό μετασχηματισμό της κοινωνικής ολότητας. Και χαρακτηριστικό του εύρους της Αριστεράς που μπαίνει στη μάχη, είναι το κάτωθι απόσπασμα από το διήγημα ‘Το ΛΟΤΤΟ’ του Αλέκου Χατζηκώστα: «Δεν βαριέσαι, έτσι και έτσι χαΐρι δεν έχουμε. Τουλάχιστον, ας αλλάξουμε τα γούρια μας και ποιος ξέρει, μπορεί να φτιάξουμε μόνοι μας την τύχη μας. Μετά έκλεισε την πόρτα και ενώθηκε με τους συμφοιτητές του…»[4]. Η Αριστερά είναι η διαρκής ερώτηση, και όχι η απάντηση. Και αυτή η Αριστερά της ερώτησης και όχι της άμεσης κατάφασης οφείλει να μαθαίνει από τα λάθη της.

[1] Βλ. σχετικά, Galeano Eduardo, ‘Μνήμη της φωτιάς. Η Αρχή’, Μετάφραση: Κανσή Ισμήνη, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 2009, 16.

[2] Βλ. σχετικά, Υποδιοικητής Μάρκος, ‘Οι άλλες ιστορίες’, Μετάφραση: Καρατζάς Γιώργος, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα, 2014, σελ. 49.

[3] Βλ. σχετικά, Κουβελάκης Στάθης, ‘Ο Πουλαντζάς ως οργανικός διανοούμενος’, στο, Γολέμης Χάρης & Οικονόμου Ηρακλής, (επιμ.), ‘Ο Πουλαντζάς σήμερα’, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς/Νήσος, Αθήνα, 2012, σελ. 378.

[4] Βλ. σχετικά, Χατζηκώστας, Αλέκος, ‘Το ΛΟΤΤΟ’, Σχεδία Μνήμης, Εκδόσεις Ars Poetica, Βέροια, 2014, σελ. 127. Ο Αλέκος Χατζηκώστας αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αριστερού οργανικού διανοούμενου του λόγου και της πράξης. Μέσα από τα διηγήματα του διαφαίνεται η δική του λαϊκή-πολιτική Αριστερά, μία Αριστερά που αποτελεί ταυτόχρονα δείκτη «ωριμότητας», κάτι που είναι εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για την «ύφανση» της μέσα στο καθημερινό και πολύπλοκο πράττειν.