Menu

EAGAINST.com

Ο Πέτρος Κροπότκιν και οι Λαϊκές Εξεγέρσεις από την Παρισινή Κομμούνα μέχρι την Εξέγερση της Kwangju

3364756069_3bd1a49bba

Του George Katsiaficas via Βραχόκηπος

Για να αντιληφθούμε καλύτερα την συνεισφορά του Πέτρου Κροπότκιν θα είμαστε απρόσεκτοι εάν δεν προσπαθήσουμε να συνταιριάξουμε την σκέψη του στην εποχή μας. Με την προσοχή μας στην τύχη της Μπολσεβίκικης επανάστασης ένα τέτοιο καθήκον είναι ειλικρινές. Ο Κροπότκιν από μόνος του ήταν ικανός να αναλύει την ανάπτυξη της επανάστασης και την οπισθοδρόμησή της. Πάντως, είναι λίγο πιο δύκσολο να εφαρμόσουμε την σκέψη του Κροπότκιν στην ανάπτυξη των επαναστατικών κινημάτων στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

Ενώ η σκέψη του αποτελεί ζωτική σπουδαιότητα της σύγχρονης αναρχικής σκέψης, ο Κροπότκιν είναι ακόμα και σήμερα ελάχιστα γνωστός έξω από τους κύκλους αυτούς. Στη Νότια Κορέα, η Kwangju αποτελεί κεντρικό σταθμό στην ανάπτυξη της σύγχρονης δημοκρατίας κι επίσης η εξέγερση που σημειώθηκε εκεί το 1980 – στην οποία σκοτώθηκαν περίπου 2.000 άτομα – παραμένει ακόμα έξω από τα όρια της ανθρώπινης νόησης. Και στις δύο περιπτώσεις, νομίζω ότι ο Ευρωκεντρισμός παίζει έναν ρόλο στην διαδικασία αυτή της περιθωριοποίησης. Αλλά αισθάνομαι ασφαλής στο να υποστηρίξω ότι εάν ο Κροπότκιν δεν είχε ποτέ εγκαταλείψει την Ρωσία και εάν είχε, επίσης, γράψει τα ίδια βιβλία και άρθρα, έξω από την Ρωσία θα ήταν ελάχιστα γνωστός και δεν θα υπήρχε τίποτα που να τον θυμίζει σήμερα.

Ίσως συγχωρήσουμε τον Κροπότκιν για μια σειρά πράγματα. Στην κορυφή της σειράς των πραγμάτων αυτών βρίσκεται η υποστήριξή του προς την Αντάντ κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάπου αλλού στη σειρά αυτή βρίσκονται και οι Ευρωκεντρικές του προκαταλήψεις. Σήμερα κάποιος αντιμετωπίζει αυτό το είδος ανάλυσης όπως στην «Αλληλοβοήθεια» με κατάπληξη. Η χρησιμοποίηση από αυτόν των «απολίτιστων» και των «βαρβάρων» είναι περιέργως απαρχαιωμένη. Επιπλέον, στις «Αναμνήσεις ενός Επαναστάτη» βρίσκουμε πλάγιες παραπομπές στα «Ασιατικά σχήματα», αναφορές σε «(…) μια Ανατολίτικη μόδα, με ένα απαίσιο τρόπο» και «ανατολίτικες διασκεδάσεις οι οποίες φαίνονταν αηδιαστικές» («Αναμνήσεις…», σελ. 76, 82, 310, στην αγγλική έκδοση). Υποθέτω ότι ο Κροπότκιν είχε σίγουρα αναπτύξει αυτές τις προκαταλήψεις, οι οποίες στην εποχή του σπανίως ήσαν υπό αμφισβήτηση.

Ο Κροπότκιν ήταν, πριν απ’ όλα, διεθνιστής. Αναλύοντας τον ρόλο της «Le Revolte» – της εφημερίδας που εξέδιδε στην Ελβετία – έγραψε: «Το να κάνεις κάποιον να νιώσει συμπάθεια με τον σφυγμό της καρδιάς του ανθρώπου, με την εξέγερσή του εναντίον της χρόνιας αδικίας, με τις προσπάθειές του να βρει νέες μορφές ζωής – αυτό πρέπει να είναι το κυριότερο καθήκον μιας επαναστατικής εφημερίδας. Είναι ελπίδα, όχι απελπισία, η οποία διεξάγει επιτυχείς επαναστάσεις» («Αναμνήσεις», σελ. 418).

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΡΟΠΟΤΚΙΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Παράλληλα με την Ρωσική Επανάσταση και την εμπειρία του στην Δυτική Ευρώπη, ο Κροπότκιν ανέπτυξε την ανάλυση του για την επανάσταση κυρίως σε σχέση με τα κινήματα στην Γαλλία, ειδικά αυτά κατά την Επανάσταση του 1789-93 και την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Για τον Κροπότκιν, η ελεύθερη κομμούνα ήταν το μέσο και ο σκοπός μιας αυθεντικής επανάστασης. Αντιπάθησε τις αντιπροσωπευτικές κυβερνήσεις και τους γραφειοκράτες εκείνους οι οποίοι επεζήτησαν να θέσουν τους εαυτούς τους πάνω από τις ευθύνες και τα δικαιώματα του λαού. Πολλές φορές, κατηγόρησε αυτούς οι οποίοι κάθονταν σαν στρατηγοί από μακριά και έδιναν διαταγές στα κινήματα των δρόμων («Αναμνήσεις», σελ. 282). Μπορεί κάποιος μόνο να φανταστεί τι θα έλεγε γι’ αυτούς που κάθονται σήμερα στο σπίτι κατά την διάρκεια των διαδηλώσεων και αύριο γράφουν «εγχειρίδια» γεμάτα συμβουλές για τους ακτιβιστές. Στην εποχή του, συμμετείχε σε ένοπλες διαδηλώσεις και υπερθεμάτιζε την δειλία κάτι που έπρεπε απαραιτήτως να ξεπεραστεί μέσα στο κίνημα («Αναμνήσεις», σελ. 419).

Η πίστη του Κροπότκιν στον απλό λαό ήταν απεριόριστη. Θαυμάζοντας την «αυθόρμητη οργάνωση που επέδειξε ο λαός του Παρισιού» στην Γαλλική Επανάσταση, σημείωσε ότι κάθε τμήμα της πόλης διόρισε τη δική του στρατιωτική και πολιτική επιτροπή, αλλά «ήταν στις Γενικές Συνελεύσεις, οι οποίες συγκαλούνταν το απόγευμα, όπου συζητιόταν κάθε σπουδαίο ζήτημα» («Η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση», σελ. 313). Αλλά καθώς ο καιρός περνούσε, παρατήρησε ο Κροπότκιν, αυτά τα τμήματα μετασχηματίστηκαν σε όπλα της Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας (δηλαδή, σε όργανα του Κράτους). Καθώς 40.000 επαναστατικές επιτροπές απορροφήθηκαν από το Κράτος, η επανάσταση δολοφονήθηκε.

Οι θυσίες χιλιάδων ανθρώπων που έχασαν την ζωή τους στα επαναστατικά κινήματα, αποκάλυψε στον Κροπότκιν την μορφή με την οποία μια αυθεντική επανάσταση θα εμφανιστεί: την «ανεξάρτητη κομμούνα». Μέσα από τα γραφτά του, ο Κροπότκιν αντιλήφθηκε τα δημοκρατικά καθεστώτα και τις αντιπροσωπευτικές κυβερνήσεις ως ικανοποίηση των φιλοδοξιών των ριζοσπαστών της μεσαίας τάξης, εκείνων οι οποίοι ήθελαν μεταρρυθμίσεις του υπάρχοντος συστήματος, για να βελτιώσουν αρκετά το άτομό τους παρά να επαναστατικοποιήσουν ολόκληρη την κοινωνία («Η κατάκτηση του ψωμιού», σελ. 44, 213-14). «Η αντιπροσωπευτική κυβέρνηση έχει φέρει εις πέρας την ιστορική της αποστολή: έχει δώσει μια θνητή μορφή στο νόμο του δικαστηρίου» («Αναρχικός Κομμουνισμός», σελ. 68). «Η απόλυτη μοναρχία αντιστοιχήθηκε στο σύστημα της δουλοπαροικίας. Η αντιπροσωπευτική κυβέρνηση αντιστοιχεί στο σύστημα του καπιταλιστικού νόμου» («Αναρχικός Κομμουνισμός», σελ. 52).

Αναπτύσσοντας τις απόψεις του όσον αφορά την Παρισινή Κομμούνα του 1871, έγραψε:

«Έτσι η εξέγερση της Παρισινής Κομμούνας έφερε την λύση ενός ζητήματος, το οποίο βασάνισε κάθε αληθινό επαναστάτη. Δύο φορές έχει προσπαθήσει η Γαλλία να πετύχει ένα είδος σοσιαλιστικής επανάστασης, προσπαθώντας να το επιβάλλει μέσω μιας κεντρικής κυβέρνησης, περισσότερο ή λιγότερο διατεθειμένης να το δεχτεί: το 1793-94, όταν προσπάθησε να εισαγάγει την πραγματική οικονομική ισότητα μέσω σκληρών Γιακωβίνικων μέτρων και το 1848, όταν προσπάθησε να επιβάλει μια «Δημοκρατική Σοσιαλιστική Δημοκρατία». Και κάθε φορά αποτύγχανε. Αλλά τώρα μας έχει υποδειχθεί μια νέα λύση: η ελεύθερη κομμούνα μπορεί να το κατορθώσει στο δικό της χώρο…» («Σύγχρονη Επιστήμη και Αναρχισμός», σελ. 164).

Η πολιτική μορφή μιας ελεύθερης κοινωνίας ήταν ξεκάθαρα για τον Κροπότκιν η ανεξάρτητη κομμούνα. «Αυτή ήταν η μορφή που έπρεπε να πάρει η κοινωνική επανάσταση, η ανεξάρτητη κομμούνα. Αφήστε όλη την χώρα και όλο τον κόσμο να είναι εναντίον της. Από την στιγμή που οι κάτοικοί της έχουν αποφασίσει ότι θα καταστήσουν κοινόχρηστη την κατανάλωση των εμπορευμάτων, την ανταλλαγή και την παραγωγή τους, πρέπει να την πραγματοποιήσουν μεταξύ τους». («Σύγχρονη Επιστήμη και Αναρχισμός», σελ. 164). Στην αντίληψή του για την Παρισινή Κομμούνα καθώς και των Κομμούνων της Καρθαγένης και της Βαρκελώνης, που ακολούθησαν τα χνάρια της, ο Κροπότκιν δίνει σάρκα και οστά στην έννοια της Κομμούνας ως πολιτική μορφή, μεταφέροντάς την στο μέλλον:

«Εάν αναλύσουμε όχι μόνο αυτό το κίνημα, αλλά ακόμα και τις εντυπώσεις που αυτό άφησε και τις τάσεις οι οποίες αναπτύχθηκαν κατά την διάρκεια της κοινοτικής επανάστασης, πρέπει να αναγνωρίσουμε σ’ αυτή μια υπόδειξη που μας δείχνει ότι στο μέλλον ανθρώπινες συγκεντρώσεις οι οποίες θα είναι περισσότερο προχωρημένες στην κοινωνική τους ανάπτυξη, θα προσπαθήσουν να αρχίσουν μια ανεξάρτητη ζωή και θα προσπαθήσουν, επίσης, να προσηλυτίσουν τα περισσότερο καθυστερημένα μέρη ενός έθνους για παράδειγμα, αντί να επιβάλλουν τις απόψεις τους με το νόμο και την εξουσία ή με το να υποβάλλουν τους εαυτούς τους σε ένα νόμο πλειοψηφίας, ο οποίος είναι πάντα ένας νόμος μετριότητας. Την ίδια στιγμή, η αποτυχία της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης μέσα στα πλαίσια της Κομμούνας καθεαυτής δείχνει ότι η αυτοκυβέρνηση και ο αυτοδιεύθυνση πρέπει να προχωρήσουν παραπέρα από μια απλή περιφερειακή κλίμακα. Για να είναι αποτελεσματική, πρέπει ακόμα να επεκταθεί σε ποικίλες λειτουργίες της ζωής της ελεύθερης κοινότητας». («Αναρχικός Κομμουνισμός», σελ. 51-20.

Σε μια μεταγενέστερη εργασία, ο Κροπότκιν διακήρυξε ότι μετά το 1871 «(…) η ελεύθερη κομμούνα θα είναι εφεξής το μέσο με το οποίο οι ιδέες του σύγχρονου σοσιαλισμού ίσως πραγματοποιηθούν». Και στην «Αλληλοβοήθεια» ανιχνεύει την μορφή την οποία έχει πάρει η κοινοτική συνεργασία και βρίσκεται σε εξέλιξη στην ιστορία.

Μετά το 1917, επέστρεψε στην Ρωσία. Αν και κριτικός προς τους Μπολσεβίκους, δημοσίευσε μόνο δύο μικρές σύντομες δηλώσεις για την επανάσταση, στοχεύοντας κυρίως στο να υπονομεύσει την αντεπανάσταση, τους ξένους στρατούς που στάλθηκαν στην Ρωσία. Επέδειξε, πάντως, ξανά την υποστήριξή του στην ελεύθερη κομμούνα:

«Όλες οι προσπάθειες επανένωσης κάτω από έναν κεντρικό έλεγχο των φυσιολογικά διαχωρισμένων τμημάτων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας είναι καταδικασμένες να αποτύχουν. Βλέπω την στιγμή όπου κάθε μέρος αυτής της ομοσπονδίας θα είναι από μόνο του μια ομοσπονδία ελεύθερων κομμούνων και ελεύθερων πόλεων. Και πιστεύω ακόμα ότι ορισμένα μέρη της Δυτικής Ευρώπης γρήγορα θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο». (Κροπότκιν, «Γράμμα στους Εργάτες της Δυτικής Ευρώπης»).

Σε σχέση με όλες τις επαναστάσεις της εποχής του, έθεσε τον στόχο της αυθεντικής ελευθερίας, την ανεξάρτητη κομμούνα. Αλλά πώς οι λαοί θα εκπληρώσουν αυτό τον στόχο; Ποια μέσα θα χρησιμοποιηθούν; Για τον Κροπότκιν, η απάντηση ήταν ξεκάθαρη: οι εξεγέρσεις θα προετοιμάσουν το έδαφος. Οι εξεγέρσεις και η ελεύθερη κομμούνα ήταν απαραίτητα βήματα για τον Κροπότκιν, επειδή πίστευε ότι ο λαός από μόνος του είναι που πρέπει να κάνει την δική του επανάσταση και όχι ένα κόμμα εμπροσθοφυλακής ή κάθε άλλη διαφορετικά οργανωμένη μικρή ομάδα. Για τις λαϊκές κινητοποιήσεις τίποτε άλλο δεν ήταν σπουδαιότερο όσο ένα κεντρικό σημείο συνάντησης, όπως ήταν, για παράδειγμα, το Palais Royal κατά την διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης:

«Αυτό το Palais Royal, με τους κήπους και τα καφενεία του, είχε γίνει μια υπαίθρια λέσχη, όπου δέκα χιλιάδες άνθρωποι όλων των τάξεων πήγαιναν κάθε μέρα να ανταλλάξουν νέα, να συζητήσουν τα διάφορα φυλλάδια, να ανανεώσουν τον ενθουσιασμό τους για μια μελλοντική δράση, να γνωρίζουν και να καταλάβουν ο ένας τον άλλον». («Η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση», σελ 61).

Ένα παράδειγμα για την σπουδαιότητα των σημείων συνάντησης των λαϊκών κινητοποιήσεων ήταν η 10 Ιουνίου 1789. Αφού μαθεύτηκε ότι έντεκα στρατιώτες έχουν συλληφθεί και φυλακιστεί επειδή αρνήθηκαν να γεμίσουν τα όπλα τους για να τα χρησιμοποιήσουν εναντίον των πολιτών του Παρισιού, πάνω από 4.000 κόσμος πήγαν αμέσως από το PalaisRoyal να διασώσουν τους στρατιώτες αυτούς. Βλέποντας μια τέτοια μεγάλη δύναμη, οι φύλακες συμμορφώθηκαν και οι δραγόνοι, ξιφουλκώντας με ταχύτητα για να ανακόψουν το πλήθος, απέσυραν τα σπαθιά τους και συναδελφώθηκαν με τον κόσμο». («Η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση», σελ. 69). Θαυμάζοντας την αυθόρμητη μαχητικότητα του λαού στους δρόμους, ο Κροπότκιν σημείωσε ότι η κλεψιά τελείωσε – ότι τα πλήθη που είχαν τον έλεγχο των καταστημάτων δεν λεηλατούσαν – αλλά μόνο πήραν ό,τι ήταν απαραίτητο για την συλλογική τους διατροφή και την άμυνα («Η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση», σελ. 75, 106). Καθώς η εξέγερση επεκτάθηκε από την μια πόλη στις άλλες – από το Παρίσι σε σχεδόν όλη την Γαλλία – «Όλη η Ευρώπη ενθουσιάστηκε με τα λόγια και τα παραδείγματα της επανάστασης», ο Κροπότκιν ανίχνευσε πώς η εξέγερση ενοποίησε την Γαλλία με τρόπο που προηγουμένως δεν μπορούσε να φανταστεί. («Η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση», σελ. 95, 177).

Μετά την Παρισινή Κομμούνα του 1871, όταν παρόμοιες εξεγέρσεις ξέσπασαν στην Καρθαγένη και στην Βαρκελώνη στην Ισπανία, κατανόησε σχεδόν ότι οι εξεγέρσεις ενέπνευσαν άλλους ώστε να ξεσηκωθούν – ένα φαινόμενο που εγώ το καταλαβαίνω ως Eros effect (δες το βιβλίο μου «The Imagination of the New Left: A Global Analysis of 1968). Ο Κροπότκιν σημείωσε ότι οι εξεγέρσεις, ενώ είναι συχνά αποτέλεσμα της απελπισίας, ήταν απαραίτητες στην επανάσταση:

«Εξεγέρθηκαν ακόμα – μερικές φορές με την ελπίδα μιας τοπικής επιτυχίας – κατά την διάρκεια απεργιών ή σε μικρές στάσεις εναντίον κάποιου επίσημου που δεν ήταν αρεστός ή για να αποκτήσουν τροφή για τα πεινασμένα τους παιδιά, αλλά, τις περισσότερες φορές, χωρίς ελπίδα επιτυχίας: απλώς επειδή οι συνθήκες ήσαν ανυπόφορες. Όχι μία ή δύο ή δέκα, αλλά εκατοντάδες παρόμοιες εξεγέρσεις έχουν προηγηθεί και πρέπει να προηγηθούν κάθε επανάστασης. Χωρίς αυτές καμιά επανάσταση δεν μπορεί ποτέ να σφυρηλατηθεί». (Κροπότκιν, «Σύγχρονη Επιστήμη και Αναρχισμός».

Αργότερα διακήρυξε ότι οι εξεγέρσεις δεν είναι μόνο τα μέσα αλλά, επίσης, το κλειδί ώστε να καθοριστούν οι στόχοι της επανάστασης: «Και ίσως σημειωθεί, ως γενικός κανόνας, ότι ο χαρακτήρας κάθε επανάστασης καθορίζεται από τον χαρακτήρα και τον στόχο των εξεγέρσεων, οι οποίες προηγήθηκαν».

Με αυτές τις σκέψεις θα έλθω τώρα στην εξέγερση της Kwangju το 1980, η οποία μας προσφέρει μια εμπειρική επιβεβαίωση των ιδεών του Κροπότκιν. Παρά την κεντρική της σπουδαιότητα στο Κορεάτικο και στα δημοκρατικά κινήματα της Ασίας στη δεκαετία του 1980, σε αρκετό κόσμο η εξέγερση της Kwangju είναι άγνωστη. Θα κάνω πρώτα μια μικρή περίληψη και έπειτα θα απεικονίσω σκιαγραφήσω τα στοιχεία της εξέγερσης, ειδικά αυτά που είναι σπουδαία σε σχέση με ό,τι έχω περιγράψει ως άποψη του Κροπότκιν, για την ελεύθερη κομμούνα και τις εξεγέρσεις γενικά.

Θεμελιωδώς ανθρωπιστής, ο Κροπότκιν κατανόησε τον θάνατο και την διαφθορά που αντίκρισαν αυτοί οι οποίοι εξεγέρθηκαν με κουράγιο. Άφοβος στο να διατηρήσει μια αντίθεση αρχών στην καπιταλιστική τάξη, ακόμα και εάν φυλακιζόταν και του στερούνταν τα πολιτικά δικαιώματα, αρνήθηκε να επιτρέψει να ξεχαστούν τα βάσανα των άλλων. Διαβάζοντας τον ορισμό του για την κτηνωδία της κυβέρνησης, είναι δύσκολο να πούμε εάν αυτό συνέβη στο Παρίσι ή στην Kwangju:

«Πρέπει να πεθάνεις, ό,τι κι αν κάνεις! Εάν σε πάρουν με δεσμά στα χέρια, θάνατος! Εάν εκλιπαρήσεις για ελεημοσύνη, θάνατος! Όποιο δρόμο και να πάρεις, δεξιά, αριστερά, πίσω, μπροστά, πάνω, κάτω, θάνατος! Δεν είσαι μόνο έξω από το νόμο, είσαι και έξω από την ανθρωπότητα. Ούτε η ηλικία σου ούτε το φύλλο σου θα σε σώσει εσένα και τους δικούς σου. Πρέπει να πεθάνεις, αλλά πρώτα πρέπει να δοκιμάσεις την αγωνία της συζύγου σου, της αδελφής σου, των γιων και των θυγατέρων σου, ακόμα και αυτών στην κούνια! Μπροστά στα μάτια σου ο τραυματισμένος άνθρωπος θα συρθεί από το ασθενοφόρο και θα τρυπηθεί με τις ξιφολόγχες ή θα χτυπηθεί με ρόπαλο ή με καραμπίνα. Θα τον σύρουν και θα αφεθεί με σπασμένο πόδι ή ματωμένο μπράτσο και θα εκσφενδονιστεί σαν ταλαίπωρο δεμάτι, με βογκητά δεμάτι, στο χαντάκι. Θάνατος! Θάνατος! Θάνατος!». (Πέτρος Κροπότκιν, «Η Παρισινή Κομμούνα», 1895).

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΗΣ KWANGJU

Κατά τους περασμένους δύο αιώνες δύο ήσαν τα γεγονότα εκείνα που στάθηκαν απαράμιλλοι φάροι της αυθόρμητης ικανότητας χιλιάδων απλών ανθρώπων να αυτοκυβερνηθούν: Η Παρισινή Κομμούνα του 1871 και η Λαϊκή Εξέγερση της Kwangju, το 1980. Και στις δύο πόλεις μια άοπλη μάζα πολιτών, εναντίον της κυβέρνησής τους, ανέλαβε κατ’ αποτελεσματικό τρόπο τον έλεγχο του δημόσιου χώρου, διατηρώντας τον παρά την παρουσία πολύ καλά οπλισμένων στρατιωτικών δυνάμεων που επεδίωξαν να επαναφέρουν τον «νόμο και την τάξη». Εκατοντάδες χιλιάδες λαού ξεσηκώθηκαν τότε και δημιούργησαν λαϊκά όργανα πολιτικής εξουσίας τα οποία αντικατέστησαν τις παραδοσιακές μορφές διακυβέρνησης, με αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο. Οι αριθμοί των εγκλημάτων έπεσαν κατακόρυφα κατά την περίοδο της απελευθέρωσης και ο λαός, που πριν δεν είχε καμία ανάλογη εμπειρία, σχημάτισε μορφές φιλίας του ενός με τον άλλον.

Οι απελευθερωμένες πραγματικότητες της Κομμούνας του Παρισιού και αυτής της Kwangju αντιβαίνουν στον ευρύτατα καλλιεργημένο μύθο ότι οι άνθρωποι είναι κατά βάση κακοί και γι’ αυτό χρειάζονται σκληρές κυβερνήσεις ώστε να διατηρηθεί η τάξη και η δικαιοσύνη. Μάλλον, η συμπεριφορά των πολιτών κατά την διάρκεια αυτών των στιγμών της απελευθέρωσης αποκάλυψε μια έμφυτη ικανότητα για αυτοκυβέρνηση και συνεργασία.. Ήταν οι κυβερνητικές δυνάμεις και όχι ο ακυβέρνητος λαός που αντέδρασαν με μεγάλη κτηνωδία και αδικία.

Τα γεγονότα στην Kwangju ξετυλίχθηκαν μετά την δολοφονία του δικτάτορα της Νότιας Κορέας, Park Chung-Hee, από τον αρχηγό των μυστικών υπηρεσιών. Με την ευφορία από την θάνατο του Park, οι φοιτητές ηγήθηκαν ενός τεράστιου κινήματος υπέρ της δημοκρατίας, αλλά ο στρατηγός, Chun Doo-Hwan, κατέλαβε την εξουσία και απείλησε με βίαιη καταστολή εάν συνεχιστούν οι διαδηλώσεις. Σε όλη την Κορέα, με μόνη την εξαίρεση την Kwangju, ο λαός κλείστηκε στα σπίτια του. Με την υποστήριξη των ΗΠΑ, η νέα στρατιωτική κυβέρνηση εξαπέλυσε εναντίον της Kwangju παραστρατιωτικά σώματα για της δώσουν ένα μάθημα. Από την στιγμή που τα σώματα αυτά έφτασαν στην Kwangju, εγκαινίασαν ένα όργιο αφάνταστης τρομοκρατίας σε βάρος του πληθυσμού. Στις πρώτες μάχες που διεξήχθησαν, στις 18 Μαΐου 1980, οι άντρες των σωμάτων αυτών έσπασαν τα κεφάλια των άοπλων φοιτητών. Καθώς οι διαδηλωτές διασκορπίστηκαν για περισσότερη ασφάλεια και ανασυγκροτήθηκαν ξανά, οι παραστρατιωτικοί επιτέθηκαν με ανανεωμένη μοχθηρία. «Μια ομάδα παραστρατιωτικών έκανε επίθεση σε κάθε ένα φοιτητή ξεχωριστά, σπάζοντας το κεφάλι του και τα κόκαλά του και κλωτσώντας τον στο πρόσωπο.

Όταν τελείωναν, ο φοιτητής έμενε μια άμορφη μάζα κρέατος σε ρούχα» (Lee Jae-Eui, Kwangju Diary: Beyond the Darkness of the Age, σελ. 46). Τα σώματα των φοιτητών φορτώνονταν σε φορτηγά όπου στρατιώτες συνέχιζαν να τα χτυπούν και να τα κλωτσούν. Την νύχτα οι παραστρατιωτικοί είχαν εγκαταστήσει φρουρές σε αρκετά πανεπιστήμια.

Καθώς οι φοιτητές αμύνθηκαν, οι στρατιώτες χρησιμοποίησαν ξιφολόγχες εναντίον τους και συνέλαβαν περισσότερες δεκάδες διαδηλωτών, αρκετοί από τους οποίους ξεγυμνώθηκαν, βιάστηκαν και κακοποιήθηκαν περαιτέρω. Ένας στρατιώτης κραδαίνοντας την ξιφολόγχη του σε κρατούμενους φοιτητές, ούρλιαζε: «Με την ξιφολόγχη αυτή έκοψα τα στήθια σαράντα γυναικών Viet Cong στο Βιετνάμ»! Ο τοπικός πληθυσμός είχε σοκαριστεί από την αντίδραση αυτή των παραστρατιωτικών. Οι τελευταίοι ήταν τόσο πολύ εκτός ελέγχου που μαχαίρωσαν μέχρι θανάτου ακόμα και τον διευθυντή πληροφοριών ενός τοπικού αστυνομικού τμήματος, ο οποίος προσπάθησε να τους σταματήσει από το να είναι τόσο κτηνώδεις» (Kwangju Diary, σελ. 79).

Αλλά, παρά τις επιθέσεις και τις εκατοντάδες συλλήψεις, οι φοιτητές συνέχισαν να ανασυγκροτούνται και να αμύνονται. Καθώς η πόλη κινητοποιήθηκε την επόμενη ημέρα, λαός από κάθε τάξη και επάγγελμα κατέκλυσε τους δρόμους και οι φοιτητές μεταβλήθηκαν σε μειοψηφία μέσα στο πλήθος (The May 18 Kwangju Democratic Uprising, σελ. 127).

Αυτή η αυθόρμητη γενίκευση του λαϊκού κινήματος ξεπέρασε τις παραδοσιακές διαιρέσεις ανάμεσα σε τάξεις, μια από τις πρώτες ενδείξεις γενίκευσης της εξέγερσης. Οι παραστρατιωτικοί, για μια ακόμα φορά, κατέφυγαν στην σκληρή κτηνωδία – σκοτώνοντας και ακρωτηριάζοντας ανθρώπους οι οποίοι έτυχε να βρίσκονται στους δρόμους. Ακόμα, οδηγοί ταξί και λεωφορείων οι οποίοι προσπάθησαν να βοηθήσουν τραυματισμένους και ματωμένους ανθρώπους, χτυπήθηκαν και μερικοί δολοφονήθηκαν. Μερικοί αστυνομικοί προσπάθησαν να απελευθερώσουν κρυφά κάποιους κρατούμενους, αλλά και αυτοί, επίσης, χτυπήθηκαν με τις ξιφολόγχες των παραστρατιωτικών (Kwangju Diary, σελ. 113). Αρκετοί αστυνομικοί απλώς πήγαν σπίτι τους ενώ ο αρχηγός της αστυνομίας αρνήθηκε να διατάξει τους άντρες του να ανοίξουν πυρ κατά των διαδηλωτών, παρά την επιμονή των στρατιωτικών να το κάνει.

Ο κόσμος αμύνθηκε με πέτρες, μπαστούνια, μαχαίρια, σωλήνες, σιδερένιες βέργες και σφυριά, εναντίον 18.000 αντρών ειδικής αστυνομίας και πάνω από 3.000 παραστρατιωτικών. Αν και αρκετοί διαδηλωτές σκοτώθηκαν, η πόλη δεν μπόρεσε να ησυχάσει. Στις 20 Μαΐου, μια εφημερίδα με τίτλο «The Militant’s Bulletin» («Το Δελτίο του Μαχητή») κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, με ακριβή νέα, διαφορετικά απ’ αυτά του επίσημου Τύπου. Στις 6 το απόγευμα ένα πλήθος 5.000 διαδηλωτών ξεχύθηκε εναντίον ενός αστυνομικού οδοφράγματος. Όταν οι παραστρατιωτικοί τους απώθησαν, αυτοί ανασυγκροτήθηκαν και άρχισαν μια καθιστική διαδήλωση.

Τότε εξέλεξαν αντιπροσώπους για να προσπαθήσουν (με διαπραγματεύσεις) να διαχωρίσουν την αστυνομία από τον στρατό. Το βράδυ, η διαδήλωση αποτελείτο από 200.000 κόσμο, σε μια πόλη 700.000 πληθυσμού. Το μεγάλο αυτό πλήθος συνένωσε εργάτες, αγρότες, φοιτητές και ανθρώπους κάθε επαγγέλματος και τάξης. Εννιά λεωφορεία και πάνω από διακόσια ταξί ήσαν στην κεφαλή της διαδήλωσης, στην οδό Kumnam. Οι παραστρατιωτικοί επιτέθηκαν ξανά κτηνωδώς, αλλά αυτή την φορά ήταν ολόκληρη σχεδόν η πόλη που αμύνθηκε. Κατά την διάρκεια της νύχτας αυτοκίνητα, τζιπ, ταξί και άλλα οχήματα παραδόθηκαν στις φλόγες και οδηγήθηκαν εναντίον στις στρατιωτικές δυνάμεις. Αν και ο στρατός επιτέθηκε αρκετές φορές, η διαδήλωση τερμάτισε στην Πλατεία Δημοκρατίας. Στον σιδηροδρομικό σταθμό σκοτώθηκαν αρκετοί διαδηλωτές και στο Province Hall, γειτονικό στην Πλατεία Δημοκρατίας, οι παραστρατιωτικοί άνοιξαν πυρ στο πλήθος με όπλα M-16, σκοτώνοντας περισσότερους.

Ο λογοκριμένος Τύπος δεν ανέφερε τίποτα για τους νεκρούς. Αντίθετα, λανθασμένες πληροφορίες για βανδαλισμούς και μικρές αστυνομικές επιχειρήσεις ήσαν τα κατασκευασμένα νέα που μεταδίδονταν. Δεν έγινε κανένας λόγος για την κτηνωδία του στρατού. Αφού και τα νέα αυτά δεν έδωσαν την πραγματική διάσταση των γεγονότων, χιλιάδες κόσμος περικύκλωσε το κτίριο Τύπου. Γρήγορα η διεύθυνση και η φρουρά του κτιρίου υποχώρησαν και το πλήθος ξεχύθηκε μέσα σ’ αυτό και μην γνωρίζοντας να χρησιμοποιεί τα εργαλεία κλπ, παρέδωσε το κτίριο στις φλόγες. Το πλήθος έβαλε από τότε ως στόχους του και άλλα κτίρια.

«Την 1 την νύχτα το πλήθος κατευθύνθηκε στην Εφορία, όπου έσπασε τα έπιπλα και έβαλε φωτιά. Ο λόγος ήταν ότι οι φόροι, που έπρεπε να χρησιμοποιούνται για την βελτίωση της ζωής των ανθρώπων, χρησιμοποιούνταν από τον στρατό και για την παραγωγή όπλων που σκοτώνουν τους ανθρώπους. Ήταν ασυνήθιστο το ότι πυρπολήθηκαν τα κτίρια του Τύπου και της Εφορίας ενώ προστατεύτηκαν το κτίριο της αστυνομίας και άλλα κτίρια (The May 18 Kwangju Democratic Uprising, σελ. 138).

Πάντως, εκτός από δύο κτίρια Τύπου και την Εφορία, η Επιθεώρηση Εργασίας, ο σταθμός αυτοκινήτων του Province Hall και 16 αστυνομικά οχήματα πυρπολήθηκαν και αυτά. Η τελική μάχη δόθηκε στις 4 τα ξημερώματα στον σιδηροδρομικό σταθμό. Οι στρατιώτες χρησιμοποίησαν ξανά όπλα Μ-16 εναντίον του πλήθους, σκοτώνοντας αρκετούς διαδηλωτές που βρίσκονταν στις πρώτες γραμμές. Άλλοι διαδηλωτές, όμως, σκαρφάλωσαν στο κτίριο και σε κολώνες, επιτiθέμενοι από εκεί στους στρατιώτες. Και εκεί ήταν που με ένα απίστευτο σθένος ο κόσμος υπερίσχυσε και εξανάγκασε σε βιαστική υποχώρηση τον στρατό.

Στις 9 το πρωί της 21ης Μαΐου, περισσότεροι από 100.00 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν ξανά στην οδό Kumnam, έχοντας απέναντί τους παραστρατιωτικούς. Μια μικρή ομάδα φώναζε ότι έπρεπε να πάει κάποιος κόσμος στο Asia Motors (μια στρατιωτική αυτοκινητοβιομηχανία) για να απαλλοτριώσει οχήματα. Μερικές δεκάδες πήγαν προς τα εκεί, φέρνοντας, όμως, πίσω μόνο 7 οχήματα (γιατί ελάχιστοι ήσαν αυτοί που ήξεραν να οδηγούν). Αλλά καθώς εμφανίστηκαν περισσότεροι που γνώριζαν οδήγηση, περίπου 350 οχήματα, μαζί και μερικά τεθωρακισμένα, έπεσαν γρήγορα στα χέρια των διαδηλωτών. Οδηγώντας τα οχήματα αυτά, οι διαδηλωτές έφτασαν σε γειτονιές και χωριά, προσπαθώντας να επεκτείνουν την εξέγερση. Μερικά οχήματα έφεραν ψωμί και νερό και αναψυκτικά από ένα εργοστάσιο της Κόκα-Κόλα. Επίσης, εξελέγησαν μερικοί διαπραγματευτές και στάλθηκαν να διαπραγματευτούν με τον στρατό. Αλλά καθώς γινόταν αυτό άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί εναντίον των διαδηλωτών, τορπιλίζοντας την ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα και βάζοντας τέλος στις ελπίδες για ειρηνική διευθέτηση. Για δέκα λεπτά, ο στρατός πυροβολούσε και δεκάδες σκοτώθηκαν ενώ περίπου 500 τραυματίστηκαν.

Οι διαδηλωτές αντέδρασαν αμέσως και σε λιγότερο από δύο ώρες μετά τους πυροβολισμούς το πρώτο αστυνομικό τμήμα δέχτηκε επίθεση και πάρθηκαν όπλα. Έτσι περισσότεροι διαδηλωτές σχημάτισαν ομάδες που επιτέθηκαν σε περισσότερα αστυνομικά τμήματα και τμήματα της εθνικής φρουράς και έγιναν νέες συγκεντρώσεις σε δύο κεντρικά σημεία. Με την βοήθεια ανθρακωρύχων από την Hwasun, οι διαδηλωτές απέκτησαν μεγάλες ποσότητες δυναμίτη και άλλων εκρηκτικών (The May 18 KwangjuDemocratic Uprising, σελ. 143). Περίπου 7 λεωφορεία με εργάτριες ιματισμού πήγαν στο Naju, απ’ όπου απαλλοτρίωσαν εκατοντάδες καραμπίνες και διάφορα πυρομαχικά και τα έφεραν πίσω στη πόλη.

Παρόμοιες απαλλοτριώσεις όπλων σημειώθηκαν και στις επαρχίες Changsong, Yoggwang και Tamyang. Η εξέγερση επεκτάθηκε γρήγορα και στις πόλεις Hwasun, Naju, Hampyung, Kangjin, Mooan Haenam, Mokpo και αλλού, σε 16 τουλάχιστον συνολικά μέρη της νοτιοδυτικής Κορέας (The May 18 Kwangju Democratic Uprising, σελ. 164). Η ταχύτατη ανάπτυξη της εξέγερσης είναι μια ακόμα ένδειξη της ικανότητας του λαού για αυτοκυβέρνηση και αυτόνομη πρωτοβουλία. Ελπίζοντας να επεκτείνουν την εξέγερση στην Chunju και στην ίδια την Σεούλ, μερικοί διαδηλωτές προσπάθησαν να στήσουν οδοφράγματα σε εθνικές οδούς και δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, αλλά απωθήθηκαν από τον στρατό. Ελικόπτερα του στρατού άνοιξαν πυρ εναντίον οπλισμένων ομάδων διαδηλωτών από την Hwasun και την Yoggwang, οι οποίοι προσπαθούσαν να φτάσουν στην Kwangju. Εάν η δικτατορία δεν είχε υπό τον έλεγχό της τα ΜΜΕ και δεν είχε περιορίσει τα ταξίδια, τότε η εξέγερση θα εξελισσόταν σε πανεθνική κλίμακα.

Στο αποκορύφωμα των στιγμών, αναπτύχθηκε μια δομή η οποία ήταν δημοκρατικότερη από τις προηγούμενες στην πόλη. Σε συγκέντρωση στο Kwangju Park και στο Yu-TongJunction, σχηματίστηκαν οι μαχητικοί πυρήνες και η ηγεσία του κινήματος. Συγκεντρώθηκαν όπλα για να γίνει επίθεση στο Province Hall (όπου ο στρατός είχε το αρχηγείο του). Στις 5.30 το απόγευμα ο στρατός υποχώρησε και από τις 8 το βράδυ ο λαός έλεγχε την πόλη. Χαρμόσυνοι ήχοι παντού. Αν και τα όπλα του λαού, που ήσαν από την εποχή του Β’ Παγκoσμίου Πολέμου, ήσαν κατώτερα από αυτά του στρατού, ο ηρωισμός και η αφοσίωσή του αποδείχθηκαν ισχυρότερα όπλα από την τεχνική υπεροχή του στρατού. Η Ελεύθερη Κομμούνα κράτησε έξι ημέρες. Καθημερινά οι συνελεύσεις των πολιτών έδιναν φωνή στην απογοήτευση χρόνων και στις βαθιές φιλοδοξίες των απλών ανθρώπων. Τοπικές ομάδες πολιτών διατήρησαν την τάξη και δημιούργησαν έναν νέο τύπο κοινωνικής διαχείρισης – αυτόν από και για τον λαό. Συμπτωματικά, στις 27 Μαΐου – την ίδια ημέρα που η Παρισινή Κομμούνα συντρίφτηκε περίπου εκατό χρόνια πριν – η Κομμούνα της Kwangju συντρίφτηκε και αυτή από τον στρατό, παρά την ηρωική της αντίσταση. Αν και κατεστάλη κτηνωδώς το 1980, για τα επόμενα επτά χρόνια το κίνημα συνέχισε τον αγώνα και το 1987 οργανώθηκε μιας πανεθνικής κλίμακας εξέγερση, με την οποία, τελικά, έγινε ένας δημοκρατικός εκλογικός ανασχηματισμός στην Νότια Κορέα.

Ως άλλο θωρηκτό «Ποτέμκιν», ο λαός της Kwangju έχει επανειλημμένα σηματοδοτήσει την έλευση της επανάστασης – από την εξέγερση της Tonghak το 1894 και την φοιτητική εξέγερση του 1929 μέχρι την εξέγερση της Kwangju το 1980. Όπως η Παρισινή Κομμούνα και το θωρηκτό Ποτέμκιν», έτσι και η ιστορική σπουδαιότητα της Kwangju είναι διεθνής και όχι απλώς Κορεάτικη (ή Γαλλική ή Ρωσική). Η σημασία και τα διδάγματά της έχουν να κάνουν και με την Ανατολή και την Δύση και με τον Βορρά και τον Νότο. Η λαϊκή εξέγερση του 1980, όπως και αυτά τα προηγούμενα σύμβολα της επανάστασης, έχει ήδη τις επιπτώσεις της σε παγκόσμια κλίμακα. Μετά από δεκαετίες κατά τις οποίες τα βασικά δημοκρατικά δικαιώματα καταστέλλονταν στην Ανατολική Ασία, ένα κύμα εξεγέρσεων και στάσεων μετασχημάτισε την περιοχή. Οι επαναστάσεις του 1989 στην Ευρώπη είναι πασίγνωστες, αλλά ο Ευρωκεντρισμός συχνά προλαμβάνει την αντιστοιχία τους στην Ασία.

Έξι χρόνια μετά τη εξέγερση της Kwangju ανατράπηκε η δικτατορία του Μάρκος στις Φιλιππίνες. Η Κορασόν Ακίνο και ο Kim Dae-Jung γνωρίζονταν από τις ΗΠΑ και η εμπειρία της εξέγερσης της Kwangju τους βοήθησε την πρώτη στην Μανίλα. Σε όλη την Ασία, εμφανίστηκαν λαϊκά κινήματα για δημοκρατία και ανθρώπινα δικαιώματα. Δόθηκε τέλος στον στρατιωτικό νόμο στην Ταϊβάν το 1987. Στην Βιρμανία ένα λαϊκό κίνημα εμφανίστηκε με εκρηκτικό τρόπο τον Μάρτιο του 1988, όταν φοιτητές και εθνικές μειονότητες ξεχύθηκαν στους δρόμους της Ρανκούν και παρά την τρομερή καταστολή, το κίνημα κατάφερε να εκθρονίσει τον πρόεδρο Ne Win, μετά από 26 χρόνια διακυβέρνησης. Τον επόμενο χρόνο ακτιβιστές φοιτητές στην Κίνα άρχισαν έναν ακόμα εκτεταμένο και ανοιχτό αγώνα για δημοκρατία, για να τουφεκιστούν και δολοφονηθούν στην πλατεία Tiananmen και να καταδιώκονται για χρόνια μετά από αυτό. Η σειρά του Νεπάλ ήταν τον επόμενο χρόνο. Επτά βδομάδες διαδηλώσεων, που άρχισαν τον Απρίλιο του 1990, οδήγησαν τον βασιλιά να εκδημοκρατίσει την κυβέρνηση. Η επόμενη χώρα που απέκτησε την εμπειρία μας εξεγερτικής έκρηξης ήταν η Ταϊλάνδη, όταν η 20μερη απεργία πείνας ενός ηγετικού πολιτικού της αντιπολίτευσης έφερε στο δρόμο χιλιάδες λαού τον Μάϊο του 1992. Δεκάδες σκοτώθηκαν όταν η στρατιωτική δικτατορία κατέστειλε τις διαδηλώσεις, αλλά εξαιτίας αυτής της κτηνωδίας ο στρατηγός Suchinda Krapayoon αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Το 1988 στην Ινδονησία φοιτητές κάλεσαν σε μια «λαϊκή επανάσταση» και κατάφεραν να ανατρέψουν τον δικτάτορα Σουχάρτο. Σε συνεντεύξεις που πάρθηκαν από έναν Αμερικανό δημοσιογράφο σε πανεπιστήμια στην Ινδονησία, ειπώθηκε ότι τα λαϊκά συνθήματα που χρησιμοποιήθηκαν υιοθετήθηκαν από τις Φιλιππίνες και ότι αποτελούσε καινοτομία η κατάληψη των δημόσιων χώρων.

ΚΡΟΠΟΤΚΙΝ ΚΑΙ KWANGJU

Υπάρχουν τρεις κύριοι τρόποι με τους οποίους η εξέγερση της Kwangju απεικονίζει και επαληθεύει τον σκελετό της ανάλυσης του Κροπότκιν:

1) Η ανεξάρτητη κομμούνα και η ελεύθερη διανομή των εμπορευμάτων.

Αφού εκδιώχθηκε ο στρατός από την πόλη στις 21 Μαΐου, ο καθένας το χάρηκε και το απόλαυσε με τους άλλους. Οι αγορές και τα καταστήματα άνοιξαν ξανά και το νερό, τα τρόφιμα και το ηλεκτρικό διατίθονταν κανονικά. Δεν λεηλατήθηκαν τράπεζες και συνηθισμένα εγκλήματα όπως κλεψιές, ληστείες, βιασμοί και άλλα, σπάνια συνέβαιναν ή και καθόλου. Σε καλάθια, γκαζολίνη και τσιγάρα υπήρχε έλλειψη. Καθώς μερικοί άνθρωποι προσπάθησαν να παράγουν περισσότερα κοφίνια από τον στρατό, άλλοι αντάλλασσαν τσιγάρα και άλλα πράγματα μεταξύ τους, ευτυχισμένοι γι’ αυτό. Για μερικούς ανθρώπους, το να ανταλλάσσουν τσιγάρα με άλλους συμβόλιζε ένα σπουδαίο μέρος της κοινοτικής τους εμπειρίας. Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων οι οποίοι ακόμα είχαν τσιγάρα, έδιναν ένα πακέτο κάθε φορά για να είναι δίκαιοι με όλους. Υπήρχε μικρή έλλειψη αίματος στα νοσοκομεία, αλλά από την στιγμή που έγιναν γνωστές οι ανάγκες που υπήρχαν, κόσμος κατέκλυσε – συμπεριλαμβανομένων και βοηθών μπαρ και ιερόδουλων που επιτράπηκε και σ’ αυτές – τα νοσοκομεία για να δωρίσει αίμα. Ποσά χιλιάδων δολαρίων μαζεύτηκαν από δωρεές. Όλα αυτά τα παραδείγματα αποτελούν ενδείξεις του με πόσο αξιόλογο τρόπο ολόκληρη η πόλη λειτούργησε συλλογικά.

Για μέρες, πολίτες καθάριζαν εθελοντικά τους δρόμους, μαγείρευαν ρύζι, σερβίριζαν δωρεάν γεύματα στις αγορές και φύλαγαν φρουροί για τον φόβο μια ανέλπιστης αντεπίθεσης. Ο καθένας συνεισέφερε και έβρισκε την θέση του στη απελευθερωμένη Kwangju. Ένας νέος καταμερισμός αναδύθηκε αυθόρμητα. Η πολιτοφυλακή, της οποίας αρκετοί άντρες στέκονταν άγρυπνοι όλη νύχτα, ήταν υπόδειγμα υπευθυνότητας. Ο κόσμος αναγόρευσε την νέα πολιτοφυλακή σε Στρατό «Πολιτών» ή «οι σύμμαχοί μας» (καθώς ήταν αντίθετοι στον στρατό, «τον εχθρό μας»). Προστάτευσε τον λαό και ο λαός προστάτευσε αυτήν. Χωρίς καμιά κατήχηση και καμιά από εκείνες τις τρέλες που χαρακτηρίζει την συμπεριφορά κάθε στρατού σε όλο τον κόσμο, οι άντρες και οι γυναίκες που ανήκαν στην Πολιτοφυλακή αυτή συμπεριφέρονταν υποδειγματικά. Δεν έτρεφαν κανέναν φόβο στο να καθιερώσουν έναν νέο τύπο τάξης βασισμένης στις ανάγκες του πληθυσμού, αφοπλίζοντας όλους τους μαθητές των ανώτερων σχολείων, μια δραστηριότητα για την οποία ευθύνη φέρει επίσης και το «Δελτίο του Μαχητή» (Kwangju Diary, σελ. 71). Όταν επίκειτο η τελική επίθεση του κράτους, οι αρχηγοί της εξέγερσης πρότειναν όλοι οι μαθητές των σχολείων να γυρίσουν στα σπίτια τους, για να επιβιώσουν και να συνεχίσουν τον αγώνα μετέπειτα. Μετά από διαμαρτυρίες και με δάκρυα στα μάτια, οι νεαροί μαχητές αποχώρησαν.

2) Οι γενικές συνελεύσεις στην Πλατεία Δημοκρατίας δεν αποτελούσαν κυβερνητικό σώμα αλλά σώμα υψηλών αποφάσεων.

Η λαϊκή θέληση εκφράστηκε με καθημερινές συγκεντρώσεις γύρω από την πλατεία του Province Hall. Το μέρος αυτό που ήταν ιερό (για την εξουσία) πριν την απελευθέρωση της πόλης, μετονομάστηκε σε Πλατεία Δημοκρατίας στις 16 Μαΐου. Η ικανότητα να συγκεντρώνονται ειρηνικά χιλιάδες λαού ήταν ένα δικαίωμα που αποκτήθηκε με το αίμα αρκετών φίλων και γειτόνων. Ενστικτωδώς, ο λαός της Kwangju αναγνώρισε την πλατεία αυτή ως το πνευματικό του σπίτι και εκεί γίνονταν κάθε μέρα συγκεντρώσεις χιλιάδων ατόμων. Οι καθημερινές αυτές συγκεντρώσεις αποτέλεσαν το θεμέλιο ενός νέου είδους άμεσης δημοκρατίας όπου ο καθένας είχε δικαίωμα λόγου. Ο δημόσιος ρόλος των γυναικών ήταν εντυπωσιακός καθώς αντιτίθονταν στην υποταγή που υπέφεραν πριν. Αρκετοί άνθρωποι ήσαν ικανοί να εκφράσουν τις από καρδιάς ανάγκες τους:

«Το βασικότερο οικοδόμημα ήταν τώρα η ίδια η ενότητα του λαού. Εκφράζονταν όλα τα επαγγέλματα και οι τάξεις λαού –υπαίθριες πωλήτριες, δάσκαλοι, πιστοί διαφορετικών θρησκειών, νοικοκυρές, μαθητές, φοιτητές και αγρότες. Οι οργισμένοι λόγοι τους δημιούργησαν μια κοινή συνείδηση, μια εκδήλωση της τεράστιας ενέργειας της εξέγερσης. Είχαν έρθει τόσο κοντά ο ένας με τον άλλον, δημιουργώντας μια δυνατή αίσθηση αλληλεγγύης διαμέσου της εξέγερσης. Την στιγμή αυτή η πόλη ήταν ένα και το αυτό» (KwangjuDiary, σελ. 105).

Πέντε συγκεντρώσεις έγιναν κατά την διάρκεια της απελευθέρωσης της πόλης και τεράστια πλήθη συμμετείχαν σε αυτές. Η πρώτη μαζική συγκέντρωση ήταν αυθόρμητα οργανωμένη και έγινε για να γιορταστεί η ήττα και η υποχώρηση του στρατού την επόμενη ημέρα. Στις 23 Μάιου, στην πρώτη συγκέντρωση για την δημοκρατία, το πλήθος ξεπέρασε τις 150.000 άτομα. Τελείωσε με το πλήθος να τραγουδά «Η ευχή μας είναι η εθνική ενοποίηση». Στις 24 Μαΐου πάνω από 100.000 λαού συγκεντρώθηκε. Στις 25 του μήνα ήσαν 50.000 λαού και 30.000 συμμετείχαν στην τελευταία συγκέντρωση στις 26 του μήνα. Στην τελευταία αυτή συγκέντρωση ζητήθηκε ο σχηματισμός μιας εθνικής κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας.

3) Αυθόρμητη οργάνωση.

Η ικανότητα αυτοκυβέρνησης που αναδύθηκε αυθόρμητα, πρώτα εν μέσω της μάχης και αργότερα στην διακυβέρνηση της πόλης και την τελική αντίσταση, όταν η δικτατορία αντεπιτέθηκε, είναι πέρα από κάθε λογική. Στο τελευταίο μέρος του 20ού αιώνα, τα γράμματα, τα ΜΜΕ και η πανεπιστημιακή εκπαίδευση (που στην Ν. Κορέα συμπεριλαμβάνει και στρατιωτική εκπαίδευση για κάθε αγόρι) έχουν δώσει την ικανότητα σε εκατομμύρια ανθρώπους να αυτοκυβερνώνται πολύ σοφότερα απ’ ό,τι οι μικρές ελίτ που αναδεικνύονται στις θέσεις εξουσίας. Παρά την αυθόρμητη διαδικασία αντίστασης στην κτηνωδία των παραστρατιωτικών, οι άντρες και οι γυναίκες ξεσηκώθηκαν. Αρκετοί από αυτούς είχαν ελάχιστη ή και καμιά προηγούμενη πολιτική εμπειρία. Μερικοί είχαν ελάχιστη ή μη επίσημη εκπαίδευση. Όλα ξεδιπλώθηκαν σαν να ήταν μέρος συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων. Η απελευθερωμένη Kwangju οργανώθηκε χωρίς κυβερνητικές επινοήσεις ή σχεδιασμούς πολιτικών κομμάτων. Οι ιδέες του Κροπότκιν δεν θα μπορούσαν να έχουν λιγότερη επίδραση σ’ εκείνους οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της εξέγερσης απαλλοτριώνοντας οχήματα στην οδό Kumnam απ’ όσο στο πλήθος στο Palais Royal που απελευθέρωσε τους φυλακισμένους.

Δεν προϋπήρχε κανένα σχέδιο οργάνωσης, αφού σχεδόν όλοι οι ηγέτες του κινήματος είτε είχαν συλληφθεί είτε κρύβονταν μέχρι που άρχισε η εξέγερση. Την νύχτα της 17ηςΜαΐου, μέλη της στρατιωτικής μυστικής υπηρεσίας και αστυνομία εισέβαλαν σε σπίτια αγωνιστών σε όλη την πόλη, συλλαμβάνοντας την ηγεσία του κινήματος. Όσοι ηγέτες δεν συνελήφθησαν κρύβονταν. Ήδη τουλάχιστον 26 από τους ηγέτες του πανεθνικού κινήματος (συμπεριλαμβανομένου και του Kim Dae-Jung) συνελήφθησαν. Έτσι, το επόμενο πρωί ο κόσμος – πρώτα μερικές εκατοντάδες και έπειτα χιλιάδες άτομα – οργανώθηκε από μόνος του.

Η ανάδυση της ανάγκης οργάνωσης εμφανίστηκε εντελώς φυσιολογικά. Η διαδικασία ήταν προφανής στον καθέναν. Ακόμα και η κυβέρνηση δημόσια αναφερόταν στην εξέγερση σαν «κοινοτικά αυτοκυβερνώμενη». Περίπου στις 10.30 το πρωί της 22ης Μαΐου, μια ομάδα οκτώ ευαγγελιστών ιερωμένων συναντήθηκαν για να εκτιμήσουν την κατάσταση. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Arnold Peterson, ένας Αμερικανός βαπτιστής ιεραπόστολος, ο οποίος συνέβη να βρίσκεται στην Kwangju. Αργότερα έφερε στην μνήμη του την εκτίμηση των ιερωμένων:

«Η ομοφωνία των απόψεών τους μπορεί να συνοψιστεί με την φράση “Δεν μπορεί να γίνει”. Δεν είχε ακουστεί ξανά πολίτες μιας πόλης που είχαν εξεγερθεί να ανατρέπουν την κυβέρνησή τους χωρίς συνειδητό σχέδιο και ηγεσία» (Peterson, σελ. 49).

Υπήρχαν από πριν κάποιες ομάδες, όπως η ομάδα «Wildfire» (ένα νυχτερινό εργατικό σχολείο), η ομάδα «Clown» (μια επαναστατική θεατρική ομάδα) και η Εθνική Δημοκρατική Εργατική Ένωση, των οποίων τα μέλη συνεργάστηκαν στην έκδοση της καθημερινής εφημερίδας, «The Militant’s Bulletin» («Το Δελτίο του Μαχητή»), με την οποία έγινε μια προσπάθεια να συγκροτηθεί μια ένοπλη αντίσταση. Ανέτρεψαν με επιτυχία τον δήμαρχο και τα περισσότερα συντηρητικά μέλη του δημοτικού συμβουλίου. Συγκρότησαν μια συμμαχία αναδυόμενων ομάδων ένοπλων μαχητών, δημιούργησαν ένα δημιουργικό κέντρο, ως ένα φάσμα μεμονωμένων μαχητών οι οποίοι συνεργάστηκαν μεταξύ τους και αφιέρωσαν την δράση τους σε μια ένοπλη κατά κάποιο τρόπο αντίσταση.

Είναι σημαντικό να πούμε ότι αρκετά από τα μέλη αυτών των μαχητικών ομάδων συμμετείχαν πριν σε ομάδες μελέτης με θέμα την Παρισινή Κομμούνα, μερικοί δε με τον ποιητή και αγωνιστή Kim Nam-Ju. (Από συνέντευξη, 29 Νοεμβρίου 1999). Το 2001, ήρθα σε επαφή με 29 συμμετέχοντες στην εξέγερση. Αρκετοί από αυτούς είπαν ότι συμμετείχαν πριν σε ομάδες μελέτης, οι οποίες λίγο πριν την εξέγερση είχαν ως αντικείμενό τους την Παρισινή Κομμούνα. Ο Yoon Sang-Won (ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες που αναδύθηκαν στην απελευθερωμένη Kwangju), παρακολούθησε το 1976 μια ομιλία του Kim Nam-Ju στο βιβλιοπωλείο Nokdu, όπου μίλησε και συζήτησε με το ακροατήριο για την Παρισινή Κομμούνα. (Από συνέντευξη στις 7 Νοεμβρίου 2001). Κατά την διάρκεια της εξέγερσης, ο Yoon Sang-Won μίλησε δημόσια, τουλάχιστον μια φορά, για την Παρισινή Κομμούνα, σε συζητήσεις που είχε με άλλους σημαντικούς αγωνιστές από τον πανεπιστημιακό χώρο (Από συνέντευξη στις 22 Ιουνίου 2001). Τουλάχιστον πάνω από δέκα άλλοι σημαντικοί αγωνιστές είχαν μελετήσει την Παρισινή Κομμούνα.

Το ότι οι αγωνιστές αυτοί μελέτησαν την Παρισινή Κομμούνα πριν την εξέγερση της Kwangju, μας δείχνει κατά πόσο η κληρονομιά των εξεγέρσεων, είτε στο Παρίσι είτε στηνKwangju, συνειδητά ή όχι, εμπνέει το ανθρώπινο είδος στον αγώνα του εναντίον της καταπίεσης. Και παρά την κτηνώδη καταστολή της εξέγερσης – και στις δύο περιπτώσεις που εξετάζουμε εδώ – οι άνθρωποι άφησαν μια εμπειρία δημόσια δημιουργημένων νέων επιθυμιών και νέων αναγκών, νέων φόβων και νέων ελπίδων, στις καρδιές και στα μυαλά των συμμετεχόντων και όλων εκείνων οι οποίοι στάθηκαν στο μονοπάτι και στο κύμα των εξεγέρσεων.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Οι σύντομες αυτές επισημάνσεις για την εξέγερση της Kwangju δείχνουν πόσο η σκέψη του Κροπότκιν συνεχίζει να ενδυναμώνει τα επαναστατικά κινήματα. Οι πεποιθήσεις του, οι αναλύσεις του, σταχυολογημένες από το αίμα και τα βάσανα τόσων πολλών ανθρώπων, παραμένουν σε άμεση συνάφεια με τους σύγχρονους αγώνες.

Ενώ οι αντιλήψεις του Κροπότκιν είναι επίκαιρες σήμερα, θα ήταν ανόητο να μελετάμε μηχανιστικά την σκέψη του. Ιδιαίτερα όταν κάποια λάθη κοστίζουν ίσως την ζωή χιλιάδων, την επαναστατική θεωρία, ενώ καθιστούν συνειδητές τις αντιλήψεις των προηγούμενων επαναστατικών εγχειρημάτων, πρέπει να αφήνουμε τους ανθρώπους να δημιουργούν οι ίδιοι την τύχη τους.

Ευτυχώς, από μια άποψη, μια λανθασμένη –σήμερα – άποψη του Κροπότκιν ήταν η δήλωσή του ότι οι αιματοβαμμένοι φορείς της καταστολής «ποτέ δεν καταγγέλθηκαν» (Κροπότκιν, Revolutionary Pamphlets, σελ. 138). Κατά απίστευτο τρόπο, μετά την νίκη του αγώνα του Ιουνίου 1987 στην Νότια Κορέα, οι πρώην πρόεδροι Chun Doo Hwan καιRoh Tae-woo (εγκέφαλοι της αιματηρής καταστολής της εξέγερσης της Kwangju) δικάστηκαν και φυλακίστηκαν. Σπάνια στην ιστορία έχουν οι εγκέφαλοι ενός τέτοιου αιματηρού μακελέματος αναλάβει τις ευθύνες τους.

Ας ελπίσουμε ότι στο μέλλον, τα όνειρα του Κροπότκιν για ελευθερία και ευημερία θα αντικαταστήσουν τον παρόντα εφιάλτη της παγκοσμιοποιημένης κυριαρχίας, του πολέμου και της στρατιωτικοποίησης.

* Ο George Katsiaficas είναι καθηγητής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών στο Ινστιτούτο Wentworh της Βοστόνης της Μασαχουσέτης, εκδότης του «New Political Science» και συγγραφέας αρκετών βιβλίων όπως το «Subversion of Politics: European Autonomous SocialMovements» and «The Decolonisation of Everyday Life of the New left: A Global Analysis of 1968». Πρόσφατα ήταν επισκέπτης καθηγητής στο πανεπιστήμιο Chonnam της Kwangju της Ν. Κορέας.

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «North-Eastern Anarchist» Νο 7 της North-Eastern Fedaration of Anarchists Communists (NEFAC – Βορειοανατολική Ομοσπονδία Αναρχοκομμουνιστών, η οποία εδρεύει και δρα στις βόρειες ΗΠΑ και τον Καναδά).

Ο Αντερς Μπρέιβικ και οι φασιστικές θηριωδίες: δύο χρόνια μετά

Ο Καστοριάδης και η θεωρία της δημοκρατίας

Cornelius Castoriadis

Για την επικαιρότητα ενός «ανεπίκαιρου» στοχαστή

Στη χώρα μας, αλλά και αλλού, ο Κορνήλιος Καστοριάδης ευτύχησε να συναντήσει ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, που συνεχίζει να συζητά με ενδιαφέρον τα κείμενά του. Αυτό οφείλεται, δίχως άλλο, στο έντονο πολιτικό πάθος του, που τροφοδοτεί μια ριζοσπαστική κριτική των σύγχρονων πολιτικών και κοινωνικών δομών στο όνομα μιας αληθινής, άμεσης δημοκρατίας.

Του Κωνσταντίνου Καβουλάκου* 

Ο Καστοριάδης απέφυγε βέβαια να αναγάγει την κοιτίδα των αμεσοδημοκρατικών πρακτικών, την αρχαία ελληνική δημοκρατία, σε αιώνιο πρότυπο ενός τέτοιου πολιτεύματος – προτίμησε να κάνει λόγο γι’ αυτήν ως «δημιουργική πηγή της ιστορίας», από την οποία μπορούμε να εμπνευστούμε για να βρούμε τον δικό μας δρόμο.

Απέναντι σε αυτήν τη δυνατότητα, οι περισσότεροι στοχαστές της συγκαιρινής πολιτικής φιλοσοφίας στάθηκαν και συνεχίζουν να στέκουν εχθρικά. Δεν ήταν μόνο το μέγεθος των μικρών πόλεων-κρατών της αρχαιότητας διαφορετικό σε σύγκριση με τα σύγχρονα κράτη, μας λένε. Είναι επίσης, και κυρίως, εντελώς διαφορετική η «πολυπλοκότητα» των νεωτερικών αγοραίων οικονομιών και των αντίστοιχων γραφειοκρατικών μηχανισμών. Αυτή συμβαδίζει άλλωστε με τον απαραμείωτο νεωτερικό πλουραλισμό των ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων, ο οποίος βρίσκεται σε έντονη αντίθεση προς τα παραδεδομένα ήθη των σχετικά ομοιογενών αρχαιοελληνικών πόλεων. Συμπέρασμα: η αρχαία ιδέα της άμεσης δημοκρατίας δεν μπορεί να βρει εφαρμογή σήμερα.

Εντούτοις, παρά τη σχεδόν ομόφωνη απόρριψη της άμεσης δημοκρατίας ως οργανωτικού προτύπου για τα σύγχρονα κράτη, ο Καστοριάδης συνέχισε να την υπερασπίζεται και να την επικαλείται ενάντια στις ολιγαρχικές τάσεις της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας μέχρι το τέλος της ζωής του. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο το γεγονός ότι, με τα μέτρα της κυρίαρχης πολιτικής φιλοσοφίας των τελευταίων σαράντα ετών, ο Καστοριάδης εμφανίζεται ως ένας «ανεπίκαιρος» στοχαστής.

Στην πραγματικότητα, όμως, η πολιτική σκέψη του Καστοριάδη αναπτύχθηκε σε ζωντανή αντιπαράθεση προς τις τρέχουσες πολιτικοφιλοσοφικές θεωρίες. Απέναντι στη συζήτηση που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γύρω από τα ηθικά θεμέλια του σύγχρονου δημοκρατικού κράτους δικαίου, ο Καστοριάδης κράτησε κατ’ αρχάς αποστασιοποιημένη στάση. Η ριζικά ιστορική προοπτική της θεωρίας τού κοινωνικού φαντασιακού τον έκανε να απορρίπτει την ιδέα μιας φιλοσοφικής θεμελίωσης με βάση αφηρημένες έννοιες του ανθρώπινου λόγου. Εμμέσως όμως συμμετείχε στη συζήτηση, τοποθετώντας στη θέση της «θεμελίωσης» την κριτική «διαύγαση» των ιστορικά συγκροτημένων «φαντασιακών σημασιών» μας. Ως τέτοιες αντιλαμβανόταν την ελευθερία, την ισότητα και τη δημοκρατία: αποτελούν ανοικτά ιστορικά προτάγματα που αναλαμβάνουμε κατά το δυνατό συνειδητά, για να τα προωθήσουμε περαιτέρω με κριτικό τρόπο.

Αν και η αντιπαράθεση του Καστοριάδη με την πολιτική φιλοσοφία της εποχής μας δεν αποτυπώθηκε σε ένα συστηματικό έργο, μπορεί κανείς να την ανασυγκροτήσει από τις σκόρπιες αναφορές του. Απέναντι στον φιλελεύθερο ατομικισμό προβάλλει ένα κλασικό επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε ευρέως στη διαμάχη φιλελευθερισμού-κοινοτισμού της δεκαετίας του ’80: Οι φιλελεύθεροι στηρίζονται στο πλασματικό επινόημα ενός αφηρημένου, αποδεσμευμένου από το κοινωνικό του πλαίσιο, ατόμου, το οποίο βλέπουν στην υποτιθέμενη αντίθεσή του προς την κοινότητα. Γι’ αυτό επικεντρώνουν την προσοχή τους στα «αρνητικά» δικαιώματα προστασίας του από τις παρεμβάσεις του κράτους. Ο Καστοριάδης θεωρεί αυτήν την αρνητική έννοια ελευθερίας αναγκαία στις συνθήκες της νεωτερικότητας αλλά, εξαιτίας του «αμυντικού» της χαρακτήρα, φανερά ανεπαρκή και περιορισμένη.

Το νεωτερικό πρόταγμα της πραγμάτωσης της ελευθερίας απαιτεί ως εκ τούτου μια ευρύτερη έννοιά της, η οποία περιλαμβάνει τη θετική διάσταση της πολιτικής συμμετοχής των πολιτών στα κοινά. Γιατί χωρίς την ίση συμμετοχή όλων στην εξουσία οδηγούμαστε αναπόδραστα στον δεσποτισμό και την κατάργηση κάθε ελευθερίας. Ετσι, αντίθετα με ό,τι υποστηρίζουν οι φιλελεύθεροι, η αρνητική, ατομική ελευθερία βρίσκεται σε σχέση αμοιβαίας συνεπαγωγής με τη θετική, συλλογική ελευθερία των πολιτών – ένα επιχείρημα που δεν διαφέρει ριζικά από τη «διαδικασιακή» θεμελίωση των δικαιωμάτων που μας πρόσφερε ο Χάμπερμας στη δεκαετία του ’90.

Βέβαια, απέναντι στην επικέντρωση του Χάμπερμας στις δημοκρατικές «διαδικασίες», ο Καστοριάδης διατηρούσε την ισχυρή αντίρρηση ότι η δημοκρατία θα πρέπει να νοείται ως ένα ολιστικά συγκροτημένο «καθεστώς» που, αν και περιλαμβάνει προφανώς διαδικασίες διαβούλευσης και συλλογικής απόφασης, δεν εξαντλείται σ’ αυτές. Γιατί οι διαδικασίες εξαρτώνται πάντα από την ύπαρξη ενός ζωντανού δημοκρατικού «πνεύματος», βάσει του οποίου διαμορφώνονται τα κριτικά-δημοκρατικά υποκείμενα που θα τις εφαρμόσουν. Χωρίς την αναγωγή ευρύτερων δημοκρατικών αξιών σε περιεχόμενο του κοινού αγαθού της κοινότητας, αυτή δεν μπορεί να λειτουργήσει αληθινά δημοκρατικά, όσο κι αν εξωτερικά τηρεί κάποιες τυπικές διαδικασίες.

Με αυτόν τον τονισμό της σημασίας των συλλογικών δημοκρατικών ηθών, ο Καστοριάδης πλησιάζει την παράδοση του δημοκρατικού ρεπουμπλικανισμού, όπου η πραγματική συμμετοχή των πολιτών συνδέεται εσωτερικά με το κοινό αγαθό της πολιτικής κοινωνίας. Αλλά και απέναντι σε στοχαστές αυτής της κατεύθυνσης, όπως π.χ. η Χάνα Αρεντ, ο Καστοριάδης ορθώνει τις αντιρρήσεις του: Το αρχαιοπρεπές «αγωνιστικό» μοντέλο της πολιτικής ελευθερίας της Αρεντ στηρίζεται σε έναν λανθασμένο χωρισμό της κοινωνίας από την πολιτική. Χάνονται έτσι από τη ματιά του θεωρητικού τα άπειρα νήματα που συνδέουν την υλοποίηση της πολιτικής ελευθερίας με τις ευρύτερες κοινωνικές της προϋποθέσεις, π.χ. την πολιτική ρύθμιση του κοινωνικού ζητήματος.

Αν και ο Καστοριάδης συμμερίζεται προφανώς τον θαυμασμό της Αρεντ για την αρχαία ελληνική δημοκρατία, σκέφτεται τη δυνατότητα της σύγχρονης δημοκρατίας με νεωτερικούς όρους, ως τη δυνατότητα ενός πολιτικού και συγχρόνως κοινωνικού ιδεώδους. Συγκροτημένη ολιστικά, η δημοκρατία θα πρέπει να νοηθεί εντέλει ως εκείνη η μορφή ζωής την οποία ο Καστοριάδης συνέδεε με τη δημοκρατική «παιδεία» με τη βαθιά και περιεκτική αρχαιοελληνική έννοια του όρου.

Σήμερα συνειδητοποιούμε ότι η πολυδιάστατη κρίση των δημοκρατικών θεσμών δεν είναι παρά εκδήλωση της εντεινόμενης μετατροπής τους σε τύπους κενούς περιεχομένου. Εάν το πρόβλημα είναι λοιπόν η έκλειψη του αξιακού περιεχομένου της δημοκρατικής ζωής, τότε οι στοχασμοί του Καστοριάδη, που συνεχίζουν για πολλούς να είναι «ανεπίκαιροι», αποκτούν μια απροσδόκητη επικαιρότητα – δεν είναι τυχαίο ότι προσφάτως το όνομα Καστοριάδης ακούστηκε πολλές φορές στις κατειλημμένες πλατείες. Βέβαια, οι ιδέες του θα χρειαστούν μια ιστορική συγκεκριμενοποίηση, για την οποία ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα στις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, προτιμώντας να μας αφήσει το μήνυμά του σε ένα μπουκάλι, το οποίο ξεβράζουν τώρα τα κύματα της ιστορίας.

*O Kωνσταντίνος Καβουλάκος είναι αναπληρώτης καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

Όλα είναι τρόμος

sakkas_is_free«Η σημερινή απόφαση του Συμβουλίου Εφετών είναι μια απάντηση σε όσους όλο αυτό το διάστημα υποστήριζαν ότι η Πολιτεία είχε συμφέρον στη συνέχιση της προσωρινής κρατήσεως του κατηγορουμένου κ. Κώστα Σακκά στις φυλακές.[…] Το κράτος Δικαίου αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα της Δημοκρατίας και της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης. Αυτό είναι η πυξίδα μας και η αδιαπραγμάτευτη αρχή μας».

Μ’ αυτά τα λόγια του Υπουργού Δικαιοσύνης (και πρώην Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων) έκλεισε από πλευράς Κράτους η υπόθεση της απεργίας πείνας του Κώστα Σακκά. Ωραία λόγια και απόλυτα αναμενόμενα, βγαλμένα από κάποιο παλιό δελτίο ειδήσεων μιας εποχής που κοίμιζε τον κόσμο αφήνοντας την εντύπωση ότι «η δημοκρατία μας λειτουργεί». Λόγια απευθυνόμενα σε κουτούς ή σε κανένα, αφού η αλήθεια είναι ότι ακόμα και οι στοιχειωδώς υποψιασμένοι σύμμαχοι της Κυβέρνησης (βλ. σχετικές δηλώσεις ΠΑ.ΣΟ.Κ., ΔΗΜ.ΑΡ., Δράσης κλπ.) γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι μέθοδοι και τα μέσα επιβολής με τα οποία οι κυβερνώντες (σαν εκπρόσωποι μιας τάξης και μιας ομάδας συμφερόντων και όχι τόσο σαν μια παρέα πολιτικών που διοικεί την χώρα) κρατιούνται στην εξουσία, γίνονται κάθε μέρα όλο και πιο «πρωτοποριακά»…, σε βαθμό που θα μπορούσε να ειπωθεί ότι εφηύραν ενός νέου τύπου «αντιπροσωπευτική δημοκρατία», η οποία αυτο-αμφισβητείται διαρκώς αλλά μονόπαντα: καταστρατηγώντας ή παραβιάζοντας ευθέως τις ίδιες τις θεμελιώδεις αρχές της, αυτό καθαυτό το νομικό πλέγμα που, ούτως ή άλλως είναι ένα οικοδόμημα προστασίας των εξουσιαζόντων και των κυρίαρχων τάξεων.

Φαίνεται πως η σήψη είναι τόσο βαθιά που όλοι τους τώρα τρέχουν να μαζέψουν τον «πολιτικό και το νομικό πολιτισμό τους» (όπως τόσο πολύ τους αρέσει να λένε για να χαϊδεύουν τα ίδια τους τα’ αυτιά), μετατρέποντάς τον με κάθε ευκαιρία και για κάθε ανάγκη της καθημερινότητας σε έναν «τυπικά νόμιμο τρόμο». Είναι φανερό ότι είναι σε ελεύθερη πτώση και μαζί μ’ αυτούς, σε ελεύθερη πτώση είναι και όλο το φαντεζί αλλά τζούφιο (από άποψη δημοκρατικότητας εκτός εισαγωγικών) σύστημα αξιών τους. Με τα πιο τηλεοπτικά ελληνικά επικοινωνείται εκ μέρους των κυβερνώντων και όσων αυτοί εκπροσωπούν μια διαρκής απειλή: όποιος δεν συμμορφωθεί διατρέχει τον άμεσο κίνδυνο να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα λυσσασμένο κράτος που συμπεριφέρεται αμείλικτα και ρεβανσιστικά σε όποιον/-α δεν δέχεται να απεμπολήσει κάθε ψήγμα αξιοπρέπειας.

Όλα λοιπόν είναι τρόμος. Και η υπόθεση Σακκά είναι μια καλή ευκαιρία να εξεταστεί αυτός ο μηχανισμός, αυτή η νέα μεθοδολογία της εξουσίας, σε μερικές διαστάσεις του.

Από πολιτική άποψη

Μετά από ένα καραμπινάτο νομικό σκάνδαλο (απόφαση προφυλάκισης πολίτη για 36 μήνες – στο νομικό κομμάτι της υπόθεσης θα επανέλθουμε παρακάτω), εκδίδεται από το Συμβούλιο Εφετών η απόφαση αποφυλάκισης του αναρχικού απεργού πείνας Κώστα Σακκά, αντικαθιστώντας την προσωρινή κράτηση με τους ακόλουθους περιοριστικούς όρους: απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, υποχρεωτική εμφάνισης κάθε Δευτέρα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του, υποχρεωτική διαμονή στην οικία που έχει δηλώσει ως κατοικία του, απαγόρευση οποιασδήποτε επαφής και επικοινωνίας με συγκατηγορουμένους του στην υπόθεση της οργάνωσης «Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς», καταβολή χρηματικής εγγύησης 30 χιλιάδων ευρώ και απαγόρευση μετακίνησης εκτός του νομού Αττικής.

Το αίτημα αποφυλάκισης γίνεται δεκτό λόγω της κρίσιμης κατάστασης της υγείας στην οποία περιήλθε ο Σακκάς, αφού πριν από λίγες μέρες είχαν απορριφθεί οι Αντιρρήσεις που προέβαλε κατά της νομιμότητας της διάταξης με την οποία η προσωρινή του κράτηση παρατεινόταν για 6 μήνες ακόμα, φτάνοντας τους 36.

Οι πραγματικές πολιτικές διαστάσεις της απόφασης αποφυλάκισης του συντρόφου μας είναι οι εξής:

α) Εκτελεστική εξουσία (Κυβέρνηση) και Δικαστική εξουσία, φοβήθηκαν το ενδεχόμενο ενός δεύτερου Δεκέμβρη 2008 μέσα στον Ιούλιο. Προσπάθησαν όσο μπορούσαν, να φτάσουν τα πράγματα στα άκρα και να δοκιμάσουν τις αντοχές του α/α χώρου (αλλά και της υπόλοιπης κοινωνίας στον βαθμό που δεν κοιμάται τον ύπνο του Δικαίου…). Όταν πιθανολόγησαν ότι η κατάσταση ενδεχομένως να ξεφύγει από τα χέρια τους αν δολοφονούσαν τον Σακκά, αποφάσισαν (αργά και βασανιστικά, αναβάλλοντας την έκδοση του σχετικού βουλεύματος από μέρα σε μέρα, σα να μην υπήρχε άμεσος κίνδυνος για τη ζωή του Σακκά), να διατυμπανίσουν την ανθρωπιά της Ελληνικής Δικαιοσύνης, αποφυλακίζοντάς τον λόγω προβλημάτων υγείας εξαιτίας της απεργίας πείνας και όχι επειδή είχαν παραβιάσει κατάφορα κάθε σχετική συνταγματική διάταξη αλλά και τις αντίστοιχες του Κώδικα Ποινική Δικονομίας.

β) Εκτελεστική εξουσία (Κυβέρνηση) και Δικαστική εξουσία, φοβήθηκαν το ενδεχόμενο ο τυχόν θάνατος του Σακκά να αποτελέσει ένα ακόμα λόγο ήττας στις εκλογές που φαίνεται ότι προετοιμάζουν για το φθινόπωρο. Η Αριστερά (η οποία αρκέστηκε σε νερόβραστες καθωσπρεπίστικες δηλώσεις, εστιάζοντας στο ανθρωπιστικό ή στο νομικό κομμάτι της υπόθεσης και όχι στο πολιτικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς του Κράτους απέναντι στο συγκεκριμένο κατηγορούμενο), θα έσπευδε με ιδιαίτερη χαρά να βρωντοφωνάξει πάνω από το πτώμα του συντρόφου μας ότι «η Μνημονιακή Κυβέρνηση και η Τρόικα δολοφονούν και εμείς σας τα λέγαμε, παραβιάσατε τους νόμους και σκοτώσατε ένα άμυαλο παιδί» κλπ., προκειμένου να μαζέψει απ’ όπου θα μπορούσε μερικές ψήφους παραπάνω (η Αριστερά, η οποία εν προκειμένω, ψέλλισε ένα δυο κονσερβαρισμένα λόγια, καλά θα κάνει να σταματήσει την προσπάθεια να περάσει την αποφυλάκιση Σακκά ως δική της επιτυχία – αποφυλάκιση η οποία οφείλεται μόνο στο θάρρος του ίδιου και την υποστήριξη που είχε από τους αλληλέγγυους συντρόφους του που αντιμετωπίστηκαν ως εγκληματίες επειδή τόλμησαν να του συμπαρασταθούν).

γ) Εκτελεστική εξουσία (Κυβέρνηση) και Δικαστική εξουσία, πίστεψαν ότι θα καθησυχάσουν τόσο την κοινωνία που είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι κάτι βρωμάει στην υπόθεση αυτή, όσο και τον ίδιο τον α/α χώρο σε κάποιο βαθμό. Ταυτόχρονα, γελώντας κάτω από τα μουστάκια τους και με την έπαρση που χαρακτηρίζει τους δικαστές που πάντα νομίζουν ότι είναι πιο έξυπνοι από τον λαουτζίκο, επιβάλλουν τους προαναφερόμενους όρους, επιτυγχάνοντας:

-την αποποίηση της ευθύνης του θανάτου του Σακκά σε περίπτωση που αυτός αρνούνταν να καταβάλει το υπέρογκο ποσό της εγγύησης ή, ακόμα χειρότερα, την μετακύλιση της ευθύνης του θανάτου στους αλληλέγγυους συντρόφους του, στην περίπτωση που αυτός αρνούνταν να διακόψει την απεργία πείνας έως ότου καταβληθεί το ποσό της εγγύησης. Όλα κανονίστηκαν υπέροχα. Οι αλληλέγγυοι σύντροφοι θα μαζέψουν με εράνους και συναυλίες ένα εντελώς παράνομα επιβληθέν υπέρογκο ποσό για το αγαπημένο τους Κράτος, διαφορετικά θα πάρουν αυτοί το κρίμα στο λαιμό τους, είτε για την μη αποφυλάκιση τους συντρόφου τους είτε για το ενδεχόμενο θανάτου του και Κυβέρνηση και Δικαστές θα έβγαιναν λάδι στα μάτια όλων των υπόλοιπων που αρνήθηκαν από αφέλεια ή εσκεμμένα να μιλήσουν για την πολιτική διάσταση της υπόθεσης, εμμένοντας σε ανθρωπιστικά λογίδρια.

-την κατατρομοκράτηση όλης της κοινωνίας και το «σπάσιμο του τσαμπουκά» του α/α χώρου, θυμίζοντας ότι ούτε τους δικούς τους νόμους υπολογίζουν, ότι είναι ικανοί να σκοτώσουν ή να βασανίσουν με παράνομες κρατήσεις, ότι ακόμα και όταν δείχνουν το ανθρωπιστικό τους πρόσωπο, η σε αναμονή της εκδίκασης της υπόθεσης του κάθε απολυμένου που προφυλακίστηκε, ελευθερία, θα θυμίζει με τρόπο εμφατικό την παντοδυναμία του Κράτους πάνω σε σώμα και πνεύμα κάθε υπόδικου. Η απαγόρευση επικοινωνίας με τους συγκατηγορουμένους (όταν αυτή μπορεί να γίνει άνετα στα πλαίσια της δίκης ή δια μέσω των συνηγόρων υπεράσπισης που έχουν τη νομική υποχρέωση να κάνουν το καλύτερο δυνατό για τους εντολείς τους), η απαγόρευση εξόδου από το νομό Αττικής τη στιγμή που υπάρχει και η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και μάλιστα τη στιγμή που κάθε επτά μέρες ο κατηγορούμενος πρέπει να εμφανίζεται στο τμήμα βασανιστηρίων της περιοχής του (λες και θεωρούν την εκτός Αττικής Ελλάδα άλλη χώρα – και μακάρι να ήταν να πηγαίναμε κι εμείς), είναι κινήσεις συμβολικές με σκοπό να τσακίσουν με το γάντι, το αγωνιστικό φρόνημα (υπαρκτό ή εκκολαπτόμενο) κάποιων.

Από νομική άποψη

Ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά για το νομικό κομμάτι της υπόθεσης. Το γεγονός ότι ο α/α χώρος δεν αναγνωρίζει κάποιου είδους ηθική ή κοινωνική «νομιμοποίηση» στο δίκαιο της αστικής «δημοκρατίας», δεν σημαίνει ότι η νομική προσέγγιση της υπόθεσης είναι χωρίς αξία αφού, αφ’ ενός είναι σημαντικό να καταδειχτεί σε όλους εκτός του α/α χώρου ότι η ίδια η αστική «Δικαιοσύνη» κάθε άλλο παρά τυφλή είναι, μην διστάζοντας να αυτοαναιρείται οποτεδήποτε έρχεται αντιμέτωπη με όποιον θεωρεί απειλή για αυτήν (δικαιώνοντας έτσι ακριβώς την αναρχική αντίληψη ότι ο Νόμος είναι ο μηχανισμός συντήρησης της εξουσίας από τις κυρίαρχες τάξεις σε έναν κόσμο κεντρικά/κρατικά οργανωμένης και συστηματοποιημένης εκμετάλλευσης) και, αφ’ ετέρου επειδή μέσα από αυτή την προσέγγιση θα γίνει ακόμα πιο κατανοητό το γεγονός ότι ο αντίπαλος είναι πιο φοβισμένος από ποτέ, ενεργεί σπασμωδικά και ασυντόνιστα, δημιουργώντας ρήγματα ακόμα και μέσα στους κόλπους του. Η αυτοαναίρεση της «νομιμότητας» της εξουσίας, στο βαθμό που παίρνει ακραίες διαστάσεις όπως σήμερα, δεν αποκλείεται να οδηγήσει σε πλήρη συντριβή της με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αφού δημιουργεί μια κατάσταση που εκ των πραγμάτων δεν ξέρει να (δια)χειρίζεται, ενώ ταυτόχρονα δυσαρεστεί, στον ένα ή τον άλλο βαθμό και για διαφορετικούς λόγους ίσως, αλλά πάντως δυσαρεστεί, πρώην συμμάχους της (όπως κομμάτια της μεσαίας τάξης, φιλελεύθερους ή και ακόμα και διαπλεκόμενους που αισθάνονται ανασφάλεια μπροστά στη νέα, εντελώς απρόβλεπτη και έκρυθμη κατάσταση).

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.4 του ισχύοντος Συντάγματος: «Νόμος ορίζει το ανώτατο όριο διάρκειας της προφυλάκισης, που δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος στα κακουργήματα και τους έξι μήνες στα πλημμελήματα. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις τα ανώτατα αυτά όρια μπορούν να παραταθούν για έξι και τρεις μήνες, αντίστοιχα, με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου. Απαγορεύεται η υπέρβαση των ανώτατων ορίων της προφυλάκισης με τη διαδοχική επιβολή του μέτρου αυτού για επί μέρους πράξεις της ίδιας υπόθεσης.».

Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 288 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας: «1. Όταν το έγκλημα για το οποίο διατάχθηκε η προσωρινή κράτηση συρρέει κατ’ ιδέαν με άλλο έγκλημα ή αν το έγκλημα τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση, η προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 287 υπολογίζεται από τότε που για πρώτη φορά κρατήθηκε ο κατηγορούμενος είτε για ένα από τα εγκλήματα που συρρέουν κατ’ ιδέαν είτε για μία από τις μερικότερες πράξεις που απαρτίζουν το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα. 2. Από την επιβολή της προσωρινής κράτησης έως την έκδοση οριστικής απόφασης δεν μπορεί να διαταχθεί νέα προσωρινή κράτηση του ίδιου κατηγορουμένου για άλλη πράξη για την οποία, με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας, ήταν δυνατό να ασκηθεί ποινική δίωξη ή να απαγγελθεί κατηγορία, ταυτόχρονα με την ποινική δίωξη συνεπεία της οποίας επιβλήθηκε η προηγούμενη προσωρινή κράτηση ή μέσα σε εύλογο διάστημα από αυτήν. Κατ’ εξαίρεση μπορεί να διαταχθεί νέα προσωρινή κράτηση για άλλη πράξη, αν η ποινική δίωξη γι’ αυτήν δεν μπορούσε να ασκηθεί παρά μόνο στους τρεις τελευταίους μήνες πριν από την πάροδο του χρονικού ορίου της διάρκειας της προηγούμενης προσωρινής κράτησης ή την τυχόν απόλυση του κρατουμένου. Στην περίπτωση αυτή η νέα προσωρινή κράτηση δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από ένα έτος και δεν παρατείνεται.».

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι απαγορεύεται η υπέρβαση των ανώτατων ορίων της προσωρινής κράτησης με τη διαδοχική επιβολή του μέτρου αυτού για επιμέρους πράξεις της ίδιας υπόθεσης, οπότε η δεύτερη προσωρινή κράτηση συνιστά παραβίαση θεμελιωδών ποινικών και δικονομικών διατάξεων, καθώς μεγεθύνει το μέγιστο επιτρεπόμενο του ανώτατου χρόνου προσωρινής κράτησης – δικαστική πρακτική που συνιστά ευθεία παραβίαση της θεμελιώδους αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, αφού η προσωρινή κράτηση αποτελεί έσχατο δικονομικό μέτρο με σκοπό την εξασφάλιση της εμφάνισης του κατηγορουμένου ενώπιον των δικαστικών αρχών και δεν πρέπει να θίγει την προσωπικότητα του κατηγορούμενου.

Είναι δηλαδή προφανές ότι η προσωρινή κράτηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να διαρκέσει πάνω από 18 μήνες. Ακόμα όμως και με την αμφίβολης συνταγματικότητας διάταξη του άρθρου 288ΚΠΔ, παρ. 2 εδ. β΄και γ΄ (η οποία τέθηκε στο άρθρο το 1996), ισχύουν τα εξής:

Σε περίπτωση συρροής περισσότερων εγκλημάτων (καλύτερα: κατηγοριών για τέλεση διαφορετικών αξιόποινων πράξεων), αν το έγκλημα για το οποίο επιβλήθηκε η προσωρινή κράτηση τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση ή αν συρρέει κατ’ ιδέαν [1] με άλλο έγκλημα, η διάρκεια της προσωρινής κράτησης υπολογίζεται από τότε που για πρώτη φορά κρατήθηκε ο κατηγορούμενος (είτε για μια από τις μερικότερες πράξεις που στοιχειοθετούν το «κατ’ εξακολούθηση έγκλημα» είτε για μία από τις πράξεις που συρρέουν κατ’ ιδέαν). Άρα για αυτές τις δύο περιπτώσεις, αναγνωρίζεται η συνέκτιση της προσωρινής κράτησης που επιβλήθηκε με περισσότερα εντάλματα.

Σε περίπτωση αληθούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, δεν μπορεί να διαταχθεί νέα προσωρινή κράτηση για άλλη πράξη εκτός εάν η ποινική δίωξη για αυτήν την άλλη πράξη δεν μπορούσε ν’ ασκηθεί παρά μόνο εντός των τελευταίων τριών μηνών πριν την πάροδο του χρόνου διάρκειας της προηγούμενης προσωρινής κράτησης.

Συμπερασματικά προκύπτει ότι: Αν οι επιμέρους πράξεις για τις οποίες κατηγορείται κάποιος, εντάσσονται στην ίδια [2] υπόθεση, ανεξάρτητα από τη συρροή που τις συνδέει, το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης που μπορεί να επιβληθεί για τις πράξεις αυτές συνολικά, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους 18 μήνες.

Αν οι επιμέρους πράξεις δεν εμπίπτουν στην έννοια της «ίδιας υπόθεσης» αλλά πρόκειται για κατ’ ιδέαν συρροή εγκλημάτων  ή για κατά εξακολούθηση εγκλήματα και πάλι το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης που μπορεί να επιβληθεί δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους 18 μήνες.

Άρα, ακόμα και με το πιο συντηρητικό νομικό σκεπτικό και εξαιρετικά αμφίβολης συνταγματικότητας, δυνατότητα για υπέρβαση του 18μήνου υπάρχει μόνο εάν οι επί μέρους πράξεις βρίσκονται σε σχέση αληθινής πραγματικής συρροής. Αλλά και πάλι, αυτή η νέα προσωρινή κράτηση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από ένα έτος και δεν παρατείνεται. Δηλαδή, ακόμα και με αυτό το σκεπτικό, αν το δεχτούμε ως ορθό και συνταγματικό και εφ’ όσον πράγματι συντρέχουν οι προϋποθέσεις (αληθινή πραγματική συρροή), η συνολική διάρκεια της προφυλάκισης δεν μπορεί να ξεπεράσει τους 30 μήνες.

Ο Σακκάς, ο οποίος προφυλακίστηκε την 4.12.2010, άρχισε απεργία πείνας την 4.6.2013, δηλαδή ακριβώς την πρώτη μέρα του 31ου μήνα της προσωρινής του κράτησης (προφανώς όχι αποδεχόμενος την συνδρομή των νομικών προϋποθέσεων, αλλά αποδεχόμενος την αναμενόμενη από κάθε αναρχικό δυσμενέστερη δυνατή αντιμετώπισή του από το κράτος). Από εκεί και πέρα, ο πολιτικός αγώνας του πήρε άλλο νόημα: να ξεμπροστιάσει ακριβώς την ασυνέπεια της αστικής «δικαιοσύνης» που ξεπέρασε σε φαντασία (και σε παρανομία) ακόμα και τον ίδιο της τον εαυτό , ακόμα και την πιο ακραία, αυστηρή και κατά την άποψή μας, αντισυνταγματική, νομική άποψη.

Είναι λοιπόν φανερό ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έγιναν απίστευτα νομικά όργια εναντίον του Κώστα Σακκά, όποιο σκεπτικό κι αν θελήσει να υιοθετήσει κανείς. Μάλιστα, ακούστηκαν και απόψεις που λίγο πολύ οδηγούσαν στο νομικό συμπέρασμα πως αν ένας κατηγορούμενος καθυστερήσει τη δίκη κάνοντας χρήση δικονομικών δικαιωμάτων του (π.χ. αίτηση εξαίρεσης δικαστών, μαρτύρων κλπ.), το Δικαστήριο δικαιούται να τον «τιμωρήσει» παραβιάζοντας τις αυξημένης τυπικής ισχύος δικονομικές διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 4 του ΣΥντάγματος. Αλλά έχουμε ανοσία πια. Και στην κακεντρέχεια και στην ηλιθιότητα.

Κάποιες τελευταίες, μη τρομαγμένες σκέψεις

Δεν μας εκπλήσσουν όλα αυτά. Εμείς ποτέ δεν περιμέναμε καμία «δίκαιη αντιμετώπιση» από ένα νομικό σύστημα που είναι φτιαγμένο για να εξυπηρετεί με νύχια και με δόντια τα κυρίαρχα στρώματα, τους εκμεταλλευτές, το πολιτικό τους προσωπικό και τα μαντρόσκυλά τους. Ειδικά σε περίοδο βαθιάς κρίσης του (ελληνικού) καπιταλισμού, όταν από την άλλη πλευρά χάνεται κάθε πρόσχημα, όταν κάποιοι πραγματικά καλοπροαίρετοι μένουν άναυδοι και αναρωτιούνται «μα πώς είναι δυνατόν να είναι κάποιος μέσα 31 μήνες και βάλε χωρίς να δικαστεί,  δεν υπάρχει δικαιοσύνη;» κλπ., μάλλον πολιτικά δικαιωμένοι αισθανόμαστε.

Δεν θεωρούμε ούτε ήττα ούτε νίκη την αποφυλάκιση του Κώστα Σακκά. Ό,τι κατάφερε το κατάφερε με την απίστευτη θέλησή του και με την ηθική βοήθεια τω αλληλέγγυων συντρόφων του. Μας αρκεί που θα είναι σύντομα καλά, έτοιμος να αγωνιστεί και πάλι για τις ιδέες του.

Το ποσό της εγγύησης των 30.000 ευρώ, που θα καταβληθεί με πραγματική αγάπη από τους αλληλέγγυους, δεν παύουμε να το θεωρούμε μία ακόμα ληστεία του λαϊκού εισοδήματος (όπως τόσες άλλες που πραγματοποιούνται μέσω των μέτρων λιτότητας) και, κυρίως, μια κίνηση ρεβανσισμού ενάντια στον α/α χώρο.

Αλλά καλό είναι να καταλάβουν όλοι, τόσο οι κυβερνώντες και οι φορείς κάθε θεσμισμένης (και μη…) εξουσίας όσο και όσοι στηρίζουν άλλους πολιτικούς χώρους, ότι δεν είμαστε ούτε ανόητοι, ούτε αμόρφωτοι, ούτε ανυποψίαστοι.

Η αλληλεγγύη θα συνεχίζει να είναι το όπλο του α/α χώρου, όσο κι αν προσπαθούν να τον χτυπήσουν ακριβώς μέσω αυτού του πολιτικού χαρακτηριστικού του. Και μέσω αυτής της αλληλεγγύης ο χώρος αυτός διογκώνεται καθημερινά, συγκινώντας όχι μόνο με τον συναισθηματικό, αλλά και με τον πολιτικό του λόγο, όλο και περισσότερους.

Σημείωση: Από εχθές 11/7, υπάρχει στο Κατειλημμένο Κοινωνικό Κέντρο Κ*ΒΟΞ κουτί οικονομικής ενίσχυσης, για την κάλυψη της εγγύησης αποφυλάκισης του συντρόφου Κ.Σακκά (υπενθυμίζεται ότι ο ίδιος αρνήθηκε την συγκέντρωση των χρημάτων μέσω τραπεζών) ενώ ήδη διοργανώνονται συλλογικές κουζίνες για την συγκέντρωση του ποσού της εγγύησης.

Παραπομπές στο κείμενο

1. Συρροή εγκλημάτων έχουμε όταν ο δράστης με μία ή περισσότερες πράξεις (ή παραλείψεις) τελεί περισσότερα από ένα εγκλήματα.  Η συρροή διακρίνεται σε αληθινή και σε κατ’ ιδέαν. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε όντως περισσότερα τους ενός αδικήματα, ενώ στη δεύτερη μόνο φαινομενικά υπάρχουν περισσότερα, αλλά τελικά ο δράστης θα τιμωρηθεί μόνο για ένα.

2. Για «ίδια» υπόθεση μιλάμε όταν η συμπεριφορά του δράστη για την οποία κατηγορείται εμφανίζει μια φυσική ενότητα που εντάσσεται σε ένα χωροχρονικά «εγκληματικό» σχέδιο.

 

O ανθρωπολογικός τύπος του ύστερου καπιταλισμού

41a2e-vlakeia-300x270

Γ. Κοκκινάκος via: Από Κοινού

Ποτέ άλλοτε το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα δεν είχε τόση εντροπία, αλλά και ποτέ ίσαμε τώρα δεν υπήρχε αυτή η ηγεμονία της ιδεολογίας του καπιταλισμού στην κοινωνία.Πραγματικά το καπιταλιστικό φανταστικό έχει καταλάβει και κυριαρχεί στο μυαλό και στην καρδία του σύγχρονου ανθρώπου

Οι άνθρωποι πλέον δεν ονειρεύονται, δε ζητούν ένα άλλο σύστημα πιο ανθρώπινο και πιο ελεύθερο, δεν έχουν κανένα όραμα για μια άλλου τύπου κοινωνική οργάνωση. Μέσα ακόμα και από την κρίση του καπιταλισμού , δεν αναδύεται ο άνθρωπος του μέλλοντος όπως συνέβαινε σ όλες τις παλαιότερες κοινωνίες σε κρίση. Ο καπιταλισμός ιδιαίτερα με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» – ή του κρατικού καπιταλισμού καλύτερα – έγινε πιο επιθετικός αλλά και ο πλανήτης πιο ασταθής και πιο ανισσόροπος. Η πρόβλεψη του Κέυνς ότι μέσω του καπιταλισμού όλες οι ανάγκες του ανθρώπου θα ικανοποιούνται –έτσι έλεγε το 1928-με ένα μικρό μόνο μέρος της εργασιακής του απασχόλησης για να ικανοποιηθεί ο παλαιός Αδάμ μέσα μας , όχι μόνο δεν ίσχυσε αλλά δείτε πως είναι ο κόσμος σήμερα.

Η παγκόσμια κρίση πλέον , ιδιαίτερα μετά την επικράτηση των νέων τεχνολογιών και με τα απίστευτα παίγνια γεωστρατηγικής, δεν ξέρουμε καν πως θα ελεγχτεί. Ο κόσμος πλέον και όχι μόνο οι χώρες που βρίσκονται σε κρίση έχει γίνει αβέβαιος.

Ο καπιταλισμός πριν φανερώσει τα αδιέξοδα του κατέστρεψε τον ψυχισμό των ανθρώπων , διαμόρφωσε ένα νέο ανθρωπολογικό τύπο.

Και επειδή  όταν κανείς θέλει δροσερό , γάργαρο νερό να πιει για να ξεδιψάσει πρέπει να πάει στην πηγή την λαλέουσα ακούστε ένα απόσπασμα.

«ότι κατάφεραν οι ταξικές κοινωνίες μέσα στα τελευταία 2500 χρόνια δεν το κατάφεραν οι κοινωνίες των γενών 7500-8000 πριν.

Κατάφεραν δηλαδή να καταστρέψουν ότι καλό, υψηλό και ευγενές έχει το ανθρώπινο είδοςεις βάρος ενός μόνο χαρακτηριστικού του, της λαιμαργίας. Αλλά αυτό δεν θα το κατάφερναν ποτέ αν δεν έπεφτε θεραπαινίδα στην ποδιά τους η Επιστήμη και κατά περιόδους και η Τέχνη»

Το απόσπασμα είναι από την «Καταγωγή της Οικογένειας» του Ένγκελς και έχει γραφεί πριν 150 και πάνω χρόνια την εποχή του πρώιμου καπιταλισμού. Σήμερα δεν θα χρειαζόταν σχεδόν τίποτα επιπλέον για να περιγράψει και να εξηγήσει το γιατί, για την κατάσταση που έχει περιέλθει η κοινωνία και ο άνθρωπος. Ο καπιταλισμός πως κατάφερε να διαμορφώσει αυτόν τον ανθρωπολογικό τύπο; Έναν  άνθρωπο μοναχικό, νευρωτικό, φοβικό και φοβισμένο αλλά και ατομιστή, επιθετικό, λαίμαργο, αποθηκευτικό καταναλωτικό και ενεργοβόρο; Καριερίστα, αμοραλιστή, εγωιστή, αμετροεπή, ασεβή με τη φύση και το περιβάλλον ανταγωνιστικό; έναν άνθρωπο «κάτοικο του εγώ» και απηνή  διώκτη του «εμείς»  έναν άνθρωπο που ακόμα και στη σημερινή γενική καταστροφή, διατηρεί μια ψευδαισθητική πιθανότητα ατομικής διαφυγής; Σε μια πρόσφατη έρευνα οι πολίτες σκόραραν σαν υπέρτατη αξία την οικογένεια. Με σωστή ανάγνωση της έρευνας προκύπτει η αποθέωση του ατομισμού.

Πώς λοιπόν, με ποιους μηχανισμούς, ανεδύθη και συγκροτήθη ως υποκείμενο, το σημερινό υβρίδιο ανθρώπου; Η σημερινή εκτρωματική μορφή του ανθρώπινου όντος; Κατ’ αρχάς υπάρχει ένα πρώτο ερώτημα. Γιατί ο σημερινός άνθρωπος αποτελεί ένα ανθρώπινο υβρίδιο. Η εξήγηση είναι προφανής. Ο καθένας μας πρέπει να σκεφθεί, ότι ατομικός άνθρωπος δεν υπάρχει. Ο καθένας από μας αν μεγάλωνε έξω από τους άλλους ανθρώπους δεν θα ήταν άνθρωπος αλλά κάτι άλλο. Ο άνθρωπος είναι ο κοινωνικός άνθρωπος. Συγκροτούμαι και συμπληρώνομαι ως άνθρωπος επειδή «κλέβω» από τους άλλους ανθρώπους, απ’ την κοινωνία, από ότι με περιβάλλει. Αυτό το μέρος ο άνθρωπος  δεν πρέπει να το καρπούται  ως ατομικό υποκείμενο. Οφείλει να το επιστρέφει στην κοινωνία. Αυτή είναι η ιστορική και επιστημονική νομιμοποίηση του αιτήματος  μιας κοινωνίας της αλληλεγγύης, του μοιράσματος, της συλλογικότητας, της ευθύνης και της ελευθερίας.

Μιας κοινωνίας που θα επιτρέπει σε κάθε μέλος της να αυτοπραγματώνεται. Δεν την ονομάζω κομμουνιστική, επειδή μετά την περιπέτεια των ιδεών του μαρξισμού με την εφαρμογή του στις ανατολικές χώρες, έχει φορτιστεί αρνητικά ο όρος. Όμως πρόκειται για αυτό το πράγμα.

Ποτέ άλλοτε στην ιστορία δεν κακοποιήθηκε λέξη  —- όπως ο Κομμουνισμός. Ακόμα και ο απολυταρχικός καπιταλισμός της Κίνας σήμερα Κομμουνισμός ονομάζεται. Καμία σχέση δεν έχουν όλες αυτές οι περιπτώσεις και όλες αυτές οι περιπέτειες  με το όραμα του Μαρξ.

«Ο Κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ’ αυτό πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό το πραγματικό κίνημα που καταργεί την σημερινή κατάσταση πραγμάτων» έλεγε ο Μαρξ.

Η τερατώδης αντίληψη της ταύτισης του κομμουνισμού με το υπερτροφικό κράτος και της κοινωνίας με το κόμμα ή του πολιτικού του γραφείου, δεν γέννησε το καινούριο αλλά κυοφόρησε και γέννησε ένα τέρας, στο τέλος.

Κοινωνία «ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών» ήταν ο κομμουνισμός για τον Μαρξ. Αλλά ας επανέλθουμε στο πώς και στο γιατί του σημερινού ανθρωπολογικού τύπου.

Δυο λύκους έχει μέσα του κάθε άνθρωπος έλεγε ο γερό-Ινδιάνος στον εγγονό του. Τον καλό και τον κακό. Και ποιος κερδίζει παππού; Ρωτά ο εγγονός. Αυτόν που ταΐζεις παιδί μου.

Ο καπιταλισμός λοιπόν τάισε τον κακό λύκο. Και αυτός μεγάλωσε, θέριεψε, υπερίσχυσε. Και ο καλός έμεινε υποδεέστερος, αδύναμος, για τις δουλειές του σπιτιού. Καχεκτικός και απαξιωμένος.

Προσωπικά πιστεύω πως ο κακός λύκος, ο ζωώδης, ο ενστικτώδης άνθρωπος δηλαδή, ως πρώτος γεννηθείς είναι δυνατότερος. Εκ γενετής. Διότι για τους ψυχαναλυτές και ψυχαναλύζοντες έπιασε πρώτος τη θηλή. Κάτι που φαίνεται να γνώριζαν και οι πρώτες αναδιανεμητικές κοινωνίες και οι Αρχαίοι Αθηναίοι στην Αθηναϊκή δημοκρατία.

Ο καλός κυνηγός που έφερνε στην καλύβα το μεγάλο θήραμα-βαριά βιομηχανία της εποχής μας-έπαιρνε ίσο μερίδιο με όλους στη φυλή. Όχι από αλτρουϊσμό-όπως πιστεύουμε-αλλά από καθήκον, επειδή του το επέβαλε η κοινωνία, παρ’ ότι διεμαρτύρετο.

Οι Αρχαίοι Αθηναίοι είχαν θεσπίσει τον θεσμό των εύθυνων  και των δέκα λογιστών, που κάθε πολίτης που ασκούσε δημόσιο αξίωμα περνούσε απ’ την βάσανο τους.

Απ’ τον Μικρό Ναυτίλο του Ελύτη σας διαβάζω

Σκηνή πρώτη: Κατάκοιτος, με γάγγραινα στο πόδι, ο Μιλτιάδης έχει μεταφερθεί στο δικαστήριο, κι εκεί, με κατάπληξη κι έσχατη αποκαρδίωση ακούει την καταδίκη του.

Σκηνή δεύτερη: Μ’ εγκαρτέρηση, μετά τον εξοστρακισμό του από τους Αθηναίους ο Αριστείδης, ανεβαίνει στο καράβι που θα τον απομακρύνει απ’ την πατρίδα του.

Σκηνή τρίτη: Ο Φειδίας ριγμένος στις φυλακές σαν κακούργος αργοπεθαίνει από γηρατειά και θλίψη.

Σκηνή τέταρτη: Ο Σωκράτης, στο στρώμα της φυλακής μετά την καταδίκη του σε θάνατο πίνει το κώνειο ήρεμος και ξεψυχάει κλπ κλπ

Γι αυτό σήμερα 2500 χρόνια μετά εξακολουθούμε να μελετούμε το φαινόμενο της Αρχαίας Αθηναϊκής δημοκρατίας.

Αλλά εν τω μεταξύ έχομε θεσπίσει το «Νόμο περί ευθύνης υπουργών»  για να κατοχυρωθεί το ακαταδίωκτο σε κάθε λεηλάτη του δημόσιου πλούτου.

Πώς όμως ο σύγχρονος καπιταλισμός-ιδιαίτερα ο ύστερος-μπόρεσε να διαμορφώσει τον ανθρωπολογικό τύπο της κατανάλωσης; Μπόρεσε δηλαδή να διαμορφώσει τον σκελετό του, την σπονδυλική του στήλη; Όλοι καταλαβαίνουμε ότι αν για 5 μήνες σταματήσουν οι άνθρωποι να καταναλώνουν τα «απαραίτητα» ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει. Επομένως όποιος θέλει ανατροπή αρκεί να κάνει αυτό. Χωρίς ρητορείες

και εσχατολογικές ιδέες ή σωτηριολογικές εξαγγελίες. Όμως για να το πούμε στην γλώσσα των μαθηματικών «Δοςμοι πα στω και τα γαν κινάσω» έλεγε ο Αρχιμήδης.

Από τη στιγμή που ο καπιταλισμός συνέδεσε την καταναλωτική αγορά όχι με τις πραγματικές ανάγκες αλλά με την επιθυμία των ανθρώπων (εφαρμόζοντας ιδέες της ψυχανάλυσης), ο ξέφρενος καπιταλισμός θα έφτανε στα ύψη, η σπατάλη ενέργειας εκεί που ποτέ δεν είχε φτάσει και τα προϊόντα δεν θα σήμαιναν μόνο κάλυψη στοιχειωδών αναγκών, αλλά θα είχαν  και έχουν  και άλλα ψυχολογικά συμφραζόμενα .

Διότι οι ανάγκες έχουν όρια, οι επιθυμίες είναι ακόρεστες. Το αυτοκίνητο πχ πλέον δεν είναι μόνον μέσο μεταφοράς, αλλά καλύπτει κι άλλες ψυχολογικές ανάγκες, είναι ισχυρό σήμα ευμάρειας, καταξίωσης κλπ. Το ίδιο συμβαίνει με όλα τα αγαθά.

Τα λογικά επιχειρήματα και η λογική αναλυτική σκέψη, τα πολιτικά ενεργήματα και τα στρατηγικά προτάγματα για την κοινωνία, αντικαταστάθηκαν από υποσυνείδητα ορμέμφυτα, εικόνες, επιθυμίες και φαντασιώσεις έτσι όπως ο πολίτης να μην ενεργεί λογικά αλλά συναισθηματικά. Έτσι μπορεί να εξηγήσει κανείς όλη την παθολογία σύζευξης κοινωνίας-αγοράς-πολιτικής.

Ο πλανήτης έχει αρκετό πλούτο για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του καθενός, αλλά όχι και την αδηφαγία όλων. Έλεγε ο Μαχάντμα Γκάντι.

Όμως ο καπιταλισμός έχει ανάγκη για να ζει ,την αδηφαγία.

Όλοι διαισθανόμαστε τι θα γίνει σε λίγα χρόνια. Οι επιστήμες και εν μέρει και η τέχνη όπως έλεγε ο Έγκελς αντί να πουν αυτό πρέπει να πουν, βαυκαλίζονται με ιδέες παντοδυναμίας, εμπεδώνοντας στην συνείδηση των ανθρώπων ότι ο άνθρωπος όλα μπορεί να τα λύσει. Ήρθε όμως η Φουκοσίμα για να μας δείξει ότι το αρχαίο Ύβρις-Άτι-δίκη εξακολουθεί να κυριαρχεί στο Σύμπαν και στα  ανθρώπινα.

Έκανα αυτό τον μακροσκελή πρόλογο γιατί θεωρώ το βιβλίο εξόχως πολιτικό. Γιατί πιστεύω ότι η λύση θα είναι πολιτική και ότι τίποτε δεν κινείται έξω από την σφαίρα της πολιτικής. Ποιας πολιτικής όμως; Της πολιτικής ως τέχνης του εξαπατάν, ως τέχνης της ιδίας κάρπωσης του δημόσιου πλούτου; Ως τέχνης για την προάσπιση των συμφερόντων μιας ελίτ, ή ως πρακτικής για την βελτίωση της ζωής των ανθρώπων; Πρέπει επομένως να επαναορίσομε την Πολιτική. Και κυρίως να επινοήσουμε τρόπους ελέγχου της όποιας εξουσίας. Αλλά πριν ζητήσουμε ένα νέο συλλογικό πολιτικό υποκείμενο που θα ενσαρκώσει τις ιδέες της άμεσης δημοκρατίας, της αυτοδιαχείρισης, της αυτονομίας, της ελευθερίας  και της συμμετοχής, πρέπει να αλλάξουμε –να αρχίσουμε να αλλάζουμε- τον άνθρωπο. Έχομε ανάγκη από ένα νέο ανθρωπολογικό τύπο, της αλληλεγγύης, της συλλογικότητας, της επανανοηματοδότησης της ζωής, της ολιγάρκειας, της εκ νέου ιεράρχησης των αξιών, αλλιώς κινούμαστε στο ίδιο μοτίβο. Το παλιό σε συσκευασία καινούργιου.

Κοίταξε πως λειτουργεί ένα κόμμα στο εσωτερικό του για να δεις μπροστά σου την μελλοντική κοινωνία. Προσομοίωση της κοινωνίας είναι το κόμμα.

Διότι βασικός νόμος στις θεωρίες της συμπεριφοράς   είναι το εξής: «αν θέλεις να μάθεις κάτι κάντο το. Αν θέλεις να το ξεμάθεις κάνε κάτι άλλο».  Και άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Μόνο έτσι θα έλθει το καινούργιο. Αλλά νησίδες τέτοιου τύπου πρέπει να πολλαπλασιαστούν διότι  μόνο τότε  αυτή  η τρικυμισμένη θάλασσα των πολλαπλών συλλογικοτήτων θα μετατραπεί σε παλμικό κύμα προωθητικό της κοινωνίας.

Οι ιδέες της αποανάπτυξης σήμερα φαντάζουν ουτοπικές, ή γραφικές κατ άλλους. Όμως προσέξτε. Τα μεγάλα  άλματα στο  σκέπτεσθαι  αλλά και στο πράττειν δεν έγιναν όταν δώσαμε διαφορετικές απαντήσεις στα ίδια ερωτήματα αλλά όταν θέσαμε νέα ερωτήματα. Όπως :

  • Συνιστά η ανάπτυξη πρόοδο και η αποανάπτυξη οπισθοδρόμηση;
  • Η θεωρία ή η πρακτική συμπεριφορά θα αλλάξει τον άνθρωπο;
  • Μπορεί να ζητήσουμε αλλαγή χωρίς εμείς να αλλάξουμε. Μπορεί να αλλάξουμε χωρίς να αλλάξουμε δηλαδή;
  • Είναι οι φυσικοί πόροι περατοί ή θα βρει ο άνθρωπος τρόπους να αντιμετωπίσει το πρόβλημα;
  • Μπορεί να αλλάξει η κοινωνία χωρίς επανανοηματοδότηση των αξιών της ζωής;
  • Τα κόμματα όπως υπάρχουν σήμερα, αυτά που θέλουν να εκσυγχρονίσουν το παλιό, αλλά και αυτά που ευαγγελίζονται ένα νέο μέλλον, είναι σε θέση να το κάνουν, λειτουργώντας με τέτοια ιδεολογικά σχήματα , πρακτικές και λειτουργίες του παρόντος;
  • Υπάρχει πρόβλημα όταν λες ότι θέλεις κάτι και κάνεις κάτι άλλο; Όταν υπάρχει σχάση μεταξύ ιδεών και πρακτικής; Μεταξύ ιδεολογίας και κοινωνικής συμπεριφοράς;
  • Υπάρχει σήμερα επαναστατική προοπτική ριζικής αλλαγής της κοινωνίας, χωρίς τις ιδέες της αποανάπτυξης, της άμεσης δημοκρατίας και της συμμετοχής;
  • Είναι κινδυνολογία όταν λέμε σήμερα κοντοφτάνουνε όπως λέτε εδώ στη Κρήτη ή είναι ένας υπαρκτός κίνδυνος;
  • Έχει σχέση το ευ  ζην με το ΑΕΠ μόνο;
  • Είναι αξία μόνον η εργασία ή και η τεμπελιά; Ακούστε τι λέει ο Ν.Καρούζος:

    Τέλος, την έβδομη ημέρα ο Θεός αναπαύτηκε. Είν’ ακριβώς η μέρα όπου καθιερώνεται στην ύπαρξη η τεμπελιά, με τον άνθρωπο πλασμένο μέσα στη μακαριότητα της Εδέμ. Αυτή την κατάσταση την ανέτρεψε ο Αδάμ εκλέγοντας. Το παιχνίδι του παράδεισου διαδραματίστηκε ανάμεσα στο δέντρο της ζωής και το δέντρο της γνώσεως. Εάν οι πρωτόπλαστοι παρέμεναν υπήκοοι της απραξίας και υπαρκτικής πληρότητας, τρώγοντας απ’ το δέντρο της ζωής μονάχα, θα ‘χε γλιτώσει ο κόσμος απ’ την Ιστορία, η τεμπελιά θα ‘τανε αδιάκοπη έκφανση αθανασίας (η αιωνιότητα). Ωστόσο, η εξέλιξη υπήρξε εκείνη που ξέρουμε και έτσι ο άνθρωπος εξώστηκε απ’ τον παράδεισο, ήτανε γι’ αυτό προειδοποιημένος (ίσον νους), η αιωνιότητα κομματιάστηκε για να καταντήσει χρόνος, εισέβαλε ο θάνατος, η εργασία έγινε αναγκαιότητα. Πρώτο ερώτημα: τι το ήθελε στον παράδεισο ο Θεός το δέντρο της γνώσεως; Απόκριση: Η νοητική σύλληψη «παιχνίδι», δεν έχει δομική υπόσταση χωρίς κανόνες και επομένως χωρίς τον κίνδυνο για λανθασμένη κίνηση. Δεύτερο ερώτημα: γιατί να εκφράζει αναγκαστικά το δέντρο της γνώσεως όλεθρο; Απόκριση: Η γνώση κρεουργεί την πληρότητα, εισάγει στις μετρήσεις, προκαλεί τη θνητότητα του ενός πράγματος υπέρ του άλλου, θέτει όρια και ιδρύει αέναα τις διαφορές τέμνοντας. Τρίτο ερώτημα: και γιατί η τεμπελιά κι όχι η εργασία; Τρίτη απόκριση: γιατί η τεμπελιά ταυτίζεται με την εσωτερική ζωή, με το άσπιλο, τη νοσταλγία της αδαμικής μακαριότητας, πέραν καλού και κακού, συνυφαίνοντας έτσι μιαν ανώτερη μορφή εργασίας: του απόλυτου τη χρήση.

Σας είπα μερικές σκέψεις που έκανα διαβάζοντας το βιβλίο. Ένα βιβλίο που σου ανοίγει ένα νέο χώρο ιδεών και σκέψεων. Ένα βιβλίο αναστοχασμού.

Σαν ερέθισμα για σκέψη, για μεταβολισμό νέων ιδεών και συναισθημάτων.

Το σύστημα έχει εμπεδώσει στον άνθρωπο πλήθος δοξασιών και στερεοτύπων, έτσι που το φυσικό να φαίνεται αφύσικο. Και κάθε αφύσικο φυσικό. Τσεκάρετε τις πρώτες σκέψεις που σας έρχονται ακούγοντας αυτά, για να δείτε πόσο αλήθεια είναι αυτό που σας λέω. Σκεφθείτε μόνον ότι σήμερα στον πλανήτη 1 έχει να φάει και 4 λιμοκτονούν. Είναι αυτός ένας κόσμος για τα ανθρώπινα μέτρα;

Όμως τίποτα δεν θα αλλάξει χωρίς την δράση των ανθρώπων, ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός της ιστορίας του και της μοίρας του.

Όλα τα πράγματα συμβαίνουν για μια πρώτη φορά… Προς το παρόν η ιστορία αναπαύεται στο  ανάκλιντρο της ανάγκης η  δολιχοδρομεί. Εχουμε πολύ δρόμο μέχρι να βγεί στο πάμφωτο μπαλκόνι της ελευθερίας,όχι μόνον ως κοινωνική και ιστορική τάση και όχι νόμο,όχι μόνο ως ηθικό πρόταγμα ,αλλά και κυρίως ως αποτέλεσμα της συνειδητής δράσης των ανθρώπων αν αποφασίσουν να δράσουν ικανοποιώντας την θέληση τους και την επιθυμία τους ,ζώντας σε μια κοινωνία και μια ζωή έμπλεη νοήματος.

Υ.Σ Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή την παρουσίαση στα Χανιά του βιβλίου «Ο Ανθρωπολογικός τύπος της Αποανάπτυξης-Τοποικοποιήσης»