Menu

EAGAINST.com

Οι τίγρεις που έγιναν γουρουνάκια και το νέο αναπτυξιακό πρόγραμμα

Του Γιώργου Κάλη

Λίγα χρόνια μπορεί να φανούν αιώνες. Μόλις το 2004, ο Economist εκθείαζε το θαύμα «του Κέλτικου τίγρη», της Ιρλανδίας, και ήθελε να το δει να επαναλαμβάνεται αλλού. Το 2008, χρονιά που έφτασα στη Βαρκελώνη, η Ισπανία του Θαπατέρο πανηγύριζε γιατί το ΑΕΠ της για πρώτη φορά ξεπέρασε αυτό  της Ιταλίας. Την ίδια χρονιά το ΔΝΤ μας πληροφορούσε ότι η Ελληνική οικονομία ανθεί και ότι θα παραμείνει ισχυρή και τα επόμενα χρόνια.

Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή σε όλους. Λίγα χρόνια μόλις μετά οι τίγρεις μεταμορφώθηκαν σε «PIGS», γουρούνια δηλαδή, από τα αρχικά της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, της Ελλάδας και της Ισπανίας στα Αγγλικά. Μετά Χριστόν προφήτες, οι θριαμβολόγοι αναλυτές θυμήθηκαν τώρα τις μικρές επιφυλάξεις τις οποίες υποσημείωναν στις διθυραμβικές εκτιμήσεις τους: η Ελλάδα έκρυβε το αυξανόμενο δημόσιο έλειμμά της, η Ισπανία και η Ιρλανδία είχαν φούσκες στην στεγαστική αγορά. Κατά την κυρίαρχη αφήγηση, μαζί με την λαμπρή ανάπτυξη συνυπήρχαν προβλήματα τα οποία οδήγησαν στο τέλος της. Είμαστε σίγουροι όμως ότι τα προβλήματα αυτά ήταν ανεξάρτητα από την ανάπτυξη, και όχι αποτελέσματα ή και προϋποθέσεις της ίδιας της ανάπτυξης;

Μελετώντας γιατί κάποιες οικονομίες υπέφεραν πιο πολύ από την κρίση από ότι άλλες, ο Karl Aiginger, διευθυντής του Αυστριακού Ινστιτούτου Οικονομικής Έρευνας στη Βιέννη, βρήκε στατιστική συσχέτιση μεταξύ της έντασης με την οποία μια χώρα βίωσε την κρίση και του ύψους του δανεισμού της (δημόσιου και ιδιωτικού), καθώς και του εμπορικού ελλείμματος πριν από αυτή. Καμία έκπληξη εδώ. Αντιθέτως πολύ πιο ενδιαφέρον και απρόσμενο είναι το εύρημα ότι όσο μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης είχε μια χώρα πριν την κρίση, τόσο πιο έντονη ήταν η ύφεση μετά. Πως έγινε αυτό;Ας μείνουμε στα της Ελλάδας που τα γνωρίζουμε καλύτερα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η χώρα μας γνώριζε μια παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας του μέσου κατά κεφαλήν εισοδήματος . Η στασιμότητα είχε αρχίσει από το 1974 και την πετρελαϊκή κρίση, αλλά οι αναδιανεμητικές πολιτικές της κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου και οι επενδύσεις της σε δημόσια αγαθά, με παράλληλη φυσικά αύξηση του χρέους, επέτρεψαν την άνοδο του βιοτικού επιπέδου του μέσου Έλληνα παρά την στασιμότητα του εθνικού εισοδήματος. Η Ελλάδα δεν διέφερε ριζικά από άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες του ΟΟΣΑ, οι οποίες από την δεκαετία του 70 και μετά επίσης γνώρισαν πτώση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ, μετά το τέλος της «χρυσής» μεταπολεμικής περιόδου. Οι ρυθμοί ανάπτυξης, λέει η οικονομική θεωρία, είναι ταχείς όταν μια οικονομία επανέρχεται από μία καταστροφή ή όταν μια φτωχή συγκριτικά οικονομία, όπως η Κίνα σήμερα, συγκλίνει προς τις πλουσιότερες. Αφού ολοκληρωθεί όμως η βασική διαδικασία ανάπτυξης η τάση είναι για σταθεροποίηση σε έναν χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης. Είναι πιο εύκολο για μια χώρα που έχει μόνο ένα αυτοκίνητο να τα κάνει δύο από ότι μια χώρα η οποία έχει 1 εκατομμύριο αυτοκίνητα να τα κάνει 2 εκατομμύρια και μετά 4, 8 και ούτω καθ’ εξής.

Το πως αντέδρασε η κάθε χώρα στις συνθήκες αυτές της δομικής οικονομικής στασιμότητας, εξηγεί το πως βίωσε την κρίση μετά. Για την Ελλάδα, όπως και για τις άλλες συγκριτικά φτωχότερες χώρες της ΕΕ, το ζητούμενο στις αρχές του 90 δεν ήταν απλά η έξοδος από την στασιμότητα, αλλά η «σύγκλιση» με τις μεγαλύτερες οικονομίες ενόψει της επερχόμενης νομισματικής ένωσης. Για την κυβέρνηση Σημίτη, ο στόχος της σύγκλισης αποτέλεσε οδηγό όλων των πολιτικών της. Όντως από το 1995 έως το 2007, οι ρυθμοί ανάπτυξης της Ελλάδας κυμάνθηκαν σε εξαιρετικά για ανεπυγμένη οικονομία επίπεδα, της τάξης του 3 με 4% τον χρόνο, με κορύφωση το «Κινέζικο» 6% του 2004, της χρονιάς των Ολυμπιακών αγώνων.

Πως έγινε αυτό το «θαύμα»; Πολύ απλά με την αύξηση του δημόσιου δανεισμού που τροφοδότησε τις κρατικές δαπάνες. Η είσοδος στην ΟΝΕ και το Ευρώ αύξησε την φερεγγυότητα της Ελλάδας και μείωσε το κόστος δανεισμού. Ας μην μας ξεγελάει εδώ το γεγονός ότι οι δημόσιες δαπάνες δεν φαίνεται να αυξήθηκαν ως ποσοστό επί του ΑΕΠ από την χρονιά της εισόδου στην ΟΝΕ έως την κρίση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αυξανόντουσαν οι δημόσιες δαπάνες. Αυξανόντουσαν στον ίδιο ρυθμό με το ΑΕΠ (για αυτό και ο λόγος τους παρέμενε ο ίδιος), κάτι για το οποίο δεν συντρέχει ιδιαίτερος λόγος, εκτός και αν ακριβώς η αύξηση του ΑΕΠ είναι άμεσο αποτέλεσμα της αύξησης των δαπανών.

Δεν κάναμε φυσικά κάτι χειρότερο εμείς από ότι η Ιρλανδία ή η Ισπανία, ή ακόμα από ότι οι ΗΠΑ ή η Μεγάλη Βρετανία, χώρες οι οποίες βασίστηκαν στον ιδιωτικό αντί για τον δημόσιο δανεισμό και τις φούσκες στην αγορά κατοικίας για να διατηρήσουν τους ρυθμούς ανάπτυξής τους. Η μόνη διαφορά είναι ότι δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων της Ελληνικής οικονομίας η οποία περνάει σε μεγάλο βαθμό από το κράτος, εδώ ήταν το κράτος το οποίο δανείστηκε ενώ εκεί ήταν οι εργολάβοι και τα νοικοκυριά. Ρίχνοντας χρήμα το κράτος στην αγορά έφερε τέλος στην περίοδο της στασιμότητας. Το χρήμα διοχετεύτηκε μέσα από τα διάφορα επιχορηγούμενα «Eθνικά προγράμματα ανάπτυξης», τους Ολυμπιακούς Αγώνες και τις κρατικοδιαίτες εγχώριες ιδιωτικές επιχειρήσεις και τράπεζες που αναπτύχθηκαν, όπως ακριβώς ο κ. Σημίτης ευελπιστούσε, «στον χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης».

Επιφανειακά, και έως ούτου έρθει η κρίση, κανείς δεν έβλεπε να πηγαίνει κάτι λάθος, αφού το δημόσιο χρέος, ακόμα και χωρίς τα μαγειρέματα, παρέμενε σταθερό ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Εξού και τα συγχαρητήρια του ΔΝΤ το 2008. Όλη η οικονομία όμως στηριζόταν σε έναν φαύλο κύκλο δανεισμού και ανάπτυξης: δανειζόμασταν για να αναπτυχθούμε και αναπτυσσόμασταν για να διατηρούμε το χρέος στα επίπεδά του. Ο κύκλος έσπασε με την παγκόσμια κρίση που έφερε τέλος στην ανάπτυξη, εκτινάσσοντας ως αποτέλεσμα το κόστος του δανεισμού στα ύψη.

Δεν νομίζω ότι το Ελληνικό κράτος έχει τέτοιο βαθμό ελέγχου της οικονομίας για να καθορίζει πόση ανάπτυξη θέλει και πότε. Αναφέρομαι εδώ κυρίως σε μια δυναμική, και μία συγκυρία καταστάσεων, τις οποίες οι κυβερνήσεις της προ της κρίσης περιόδου σε ένα βαθμό ενθάρρυναν με τις δημόσιες δαπάνες, και σίγουρα δεν προσπάθησαν να σταματήσουν, όπως θα μπορούσαν να κάνουν. Γιατί άλλωστε να το κάνουν; Η ανάπτυξη έφερνε χρήμα στα ισχυρά συμφέροντα, που μέσω των ΜΜΕ, εκλέγουν κυβερνήσεις. Η ανάπτυξη επέτρεπε αύξηση και σύγκλιση των μισθών με την υπόλοιπη Ευρώπη, η οποία ήταν επιτακτική μετά την δραματική αύξηση του κόστους διαβίωσης που έφερε το Ευρώ. Γιατί μια κυβέρνηση να προσπαθήσει να φρενάρει μια οικονομία η οποία «αναπυσσόταν» και «συνέκλινε», κάτι το οποίο ήταν το ζητούμενο και για το οποίο όλοι την συνέχαιραν;

Δεν φταίει η ίδια η ανάπτυξη θα πει κάποιος, αλλά το γεγονός ότι η ανάπτυξη στην Ελλάδα είχε σαθρές βάσεις. Χρειαζόμαστε «υγιή» ανάπτυξη λένε κάποιοι ή «έξυπνη ανάπτυξη» κάποιοι άλλοι. Δυστυχώς δεν γνωρίζω ανεπτυγμένη οικονομία, έξυπνη ή χαζή, η οποία να μπορεί να αναπτύσσεται με 2-3% το χρόνο σε υγιείς βάσεις. Με την κατάρρευση της χρηματοπιστωτικής φούσκας κατέρρευσαν και οι μύθοι περί δήθεν αυξανόμενης παραγωγικότητας των ΗΠΑ την δεκαετία του 90, ή του «τεχνολογικού θαύματος» της Ιρλανδίας. Παρά την επανάσταση στον χώρο της πληροφορικής, και ακόμα και με τις τεράστιες φούσκες που δίνουν πλαστή εικόνα του ΑΕΠ, οι ρυθμοί ανάπτυξης των ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες ωχριούν μπροστά σε αυτούς της δεκαετίας του 50 ή του 60.  Αν οικονομολόγοι όπως ο Robert Gordon, έχουν δίκιο,  η εποχή της διαρκούς ανάπτυξης έχει φτάσει στο τέλος της για τις ανεπτυγμένες οικονομίες . Ακόμα και πολιτικά συντηρητικοί οικονομολόγοι, όπως ο Robert Lucas, που θεωρούν εαυτούς αισιόδοξους σε σύγκριση με τον Gordon προσβλέποντας στην ανεξάντλητη δεξαμενή της τεχνολογικής προόδου, μιλούν για ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 1.5 με 2% το χρόνο.  Για να αρχίσει να μειώνει η Ελλάδα το χρέος, απαιτούνται ρυθμοί ανάπτυξης μεγαλύτεροι του επιτοκίου δανεισμού, δηλαδή του ρυθμού με τον οποίο αυξάνεται το χρέος. Στην καλύτερη των περιπτώσεων ευελπιστούμε σε ένα χαμηλό επιτόκιο της τάξης του 5%, δηλαδή για να αρχίσουμε να μειώνουμε το χρέος χρειαζόμαστε χονδρικά ανάπτυξη μεγαλύτερη του 5%. Ένας τέτοιος αφύσικος ρυθμός ανάπτυξης μπορεί να επιτευχθεί για λίγο σε μία οικονομία η οποία επανακάμπτει μετά από μια καταστροφή. Για να διατηρηθεί όμως απαιτεί νέες φούσκες και νέα δάνεια. Όπως δείχνει όμως η μελέτη του Aiginger, όσο μεγαλύτερη η φούσκα τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η επόμενη ζημιά.

Όταν ακούω για νέα μεγαλεπήβολα προγράμματα ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού αισθάνομαι σαν να μπήκα στη μηχανή του χρόνου. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Δυστυχώς όχι σαν φάρσα, αλλά σαν συνέχιση της τραγωδίας.

 

Ο άνθρωπος που εξεγείρεται: η φιλοσοφία της εξέγερσης στον Μιχαήλ Μπακούνιν και στον Αλμπέρ Καμύ

Πρόλογος Μετάφρασης

Ο Πιοτρ Β. Ριαμπόφ είναι ιστορικός και φιλόσοφος, διδάκτωρ του Παιδαγωγικού Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας. Ενεργός στο αναρχικό κίνημα από το 1987, με πλούσια αρθρογραφία, επικεντρώνει το έργο του αφενός στην προβληματική του υπαρξισμού στην σύγχρονη κουλτούρα και αφετέρου στην ιστορία των κινημάτων απελευθέρωσης. Η συνοπτική, συγκριτική θέση του για τον «άνθρωπο που εξεγείρεται» στο έργο του Μπακούνιν και του Καμύ ταξιδεύει εδώ με αφορμή τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Ρώσου φιλοσόφου και καλεί σε μια συζήτηση για τον «εξεγειρόμενο» του σήμερα.

Μετάφραση από τα ρωσικά: ΛενΜ, Μάιος 2014

the-famous-pose-of-albert-camus1 bakunin

 

 

 

 

 

Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν και Αλμπέρ Καμύ… Αυτά τα δυο ονόματα δεν στέκονται τυχαία δίπλα-δίπλα εδώ. Και οι δύο αυτοί στοχαστές, που έζησαν σε διαφορετικές χώρες και σε διαφορετικούς αιώνες, έκαναν την κατηγορία της «εξέγερσης» μια από τις θεμελιωτικές έννοιες των πρωτότυπων διδασκαλιών τους για τον άνθρωπο. Όμως, αν στον Μπακούνιν αυτές συναντιούνται μόνο ξεχωριστά, και όχι ενταγμένες σε ένα σύστημα ιδεών για την εξέγερση, στον Καμύ η εξέγερση γίνεται η σπουδαιότερη κατηγορία. Κατά τη γνώμη του Μιχαήλ Μπακούνιν, η εξέγερση είναι ένα από τα τρία σημαντικότερα γνωρίσματα «κάθε ανθρώπινης, τόσο ατομικής όσο και συλλογικής, παρουσίας στην ιστορία», πλάι στη ζωική φύση και τη νόηση του ανθρώπου. Είναι ακριβώς μέσα από την εξέγερση που δημιουργείται η προσωπικότητα, το έργο, η ελευθερία και συντελείται η ενσάρκωση του ανθρώπου. Με αυτόν τον τρόπο, η εξέγερση παρουσιάζεται ως η σπουδαιότερη και ειδικά ως ανθρώπινη ιδιότητα. Όμως, τι εννοεί ο Μπακούνιν με τη λέξη «εξέγερση» και εναντίον ποιου έχει στραφεί αυτή η εξέγερση;

Αντίθετα με τα διαδιδόμενα στερεότυπα, ο Μπακούνιν, αυτός ο φλογερός εξεγειρόμενος, εννοεί με την εξέγερση κάθε άλλο παρά την ολική άρνηση και την καταστροφή χωρίς όρια. Στα έργα του υποδεικνύει επίμονα τα όρια της εξέγερσης και τη σχετικότητά της. Είναι πεπεισμένος ότι η απόλυτη εξέγερση, η εξέγερση εναντίον της Φύσης ως ολότητας του κόσμου ή εναντίον της «δεύτερης φύσης», δηλαδή της Κοινωνίας, είναι αδύνατη και στερείται κάθε νοήματος. Έξω από την φύση και την κοινωνία, για τον Μπακούνιν, δεν υπάρχει τίποτα, τίποτα το υπερφυσικό και δεν δόθηκε λόγος στον άνθρωπο να βγει από τα πλαίσιά τους. Η Φύση και η Κοινωνία στο σύνολό τους είναι το έδαφος στο οποίο μεγαλώνουμε, το πάτωμα στο οποίο είμαστε καταδικασμένοι να παίξουμε το παιχνίδι μας. Όμως, εναντίον της δεδομένης φύσης και της δεδομένης κοινωνίας, ο άνθρωπος μπορεί και πρέπει να εξεγερθεί, αναμορφώνοντας τον κόσμο και τον ίδιο μέσα στον κόσμο, εγείροντας στον αγώνα ειδικά την ανθρώπινη πραγματικότητα.

Εξάλλου το να δεχτεί κανείς όλα τα δεδομένα του περιβάλλοντος, το να συμφιλιώνεται με όλα τα δαιμόνια και τις ατέλειες του σύμπαντος, σημαίνει για τον Μπακούνιν ότι προδίδει την ανθρώπινη μοίρα, ότι παραιτείται από την ελευθερία. Είναι αδύνατη τόσο η ολική άρνηση της Φύσης και της Κοινωνίας όσο και η απόλυτη αποδοχή της δεδομένης φύσης και της δεδομένης κοινωνίας. Κατανοώντας και τους κανόνες που διέπουν τη φύση, την κοινωνία αλλά και αυτούς τους ίδιους, ο άνθρωπος ταυτόχρονα και μερικώς απελευθερώνεται από την καταπίεση αυτών των κανόνων, επεκτείνει τη ζώνη της αυτονομίας του, υπερνικά τους δεσμούς που τον αλυσοδένουν με τον περιβάλλοντα κόσμο και με αυτόν τον ίδιο.

Επομένως, γίνεται κατανοητό ότι στο πλαίσιο της ανθρώπινης εξέγερσης τεράστια σημασία αποδίδεται στη νόηση και την επιστήμη, με τη βοήθεια των οποίων ο άνθρωπος αποσπάται από τον περιβάλλοντα κόσμο, σαν να «σφετερίζεται», σύμφωνα με την έκφραση του Μπακούνιν, τους κανόνες που διέπουν αυτόν τον κόσμο. Στη διαδικασία αυτής της εξέγερσης, γράφει ο Μπακούνιν, ο άνθρωπος «επιτυγχάνει σταδιακά την αποτίναξη του ζυγού της εξωτερικής φύσης, του ζυγού των δικών του φυσικών ατελειών και… του ζυγού ενός κοινωνικού οργανισμού που έχει καθιερωθεί αυταρχικά».

Εξεταζόμενη από αυτήν την οπτική γωνία, στην ανάπτυξη τόσο του κάθε ξεχωριστού ατόμου, όσο και γενικά, της ανθρωπότητας στο σύνολό της, ενυπάρχει η εξέγερση∙ η εξέγερση που στηρίζεται στην αρχική συνθήκη του περιβάλλοντος και που, ταυτόχρονα, την απαρνείται. Σε μια τέτοια πραγματεία της εξέγερσης όχι ως απόλυτης και μοναδικής πράξης, αλλά ως διαδικασίας, που συνδυάζει στο εσωτερικό της στιγμές άρνησης και δημιουργίας, εκδηλώθηκε με σαφήνεια η αριστοτεχνική διαλεκτική του Μπακούνιν, η οποία βρήκε την έκφρασή της στο διάσημο σύνθημά του: «Στο πνεύμα εκείνου που απαρνείται ενυπάρχει το πνεύμα εκείνου που δημιουργεί, το πάθος για καταστροφή συνυπάρχει με το πάθος για δημιουργία».

Περνώντας από μια γενικά φιλοσοφική εξέταση της εξέγερσης στην συγκεκριμένη μορφή της, ο Μπακούνιν στέκεται σε εκείνα τα είδη εξέγερσης, όπως η εξέγερση του ανθρώπου εναντίον της εξωτερικής φύσης (με τη στενή σημασία της λέξης), εναντίον της εσωτερικής φύσης του και ακριβέστερα, εναντίον του «ζωικού» της στοιχείου, το οποίο εκτοπίζεται από την ελευθερία που καλλιεργείται και ταυτίζεται από εκείνον με την ανθρωπότητα, εναντίον του Θεού ως του ιερού θεμελίου οποιασδήποτε ιδανικής ή πραγματικής τυραννίας, εναντίον οποιασδήποτε εξωτερικής αυθεντίας, που επιβάλλεται στο άτομο έξωθεν και ενσαρκώνεται κυρίως από το Κράτος. Η σχέση του Μπακούνιν με την εξέγερση του ατόμου εναντίον της κοινωνίας δεν είναι μονοσήμαντη. Στις περιπτώσεις, όπου η κοινωνία επηρεάζει το άτομο ωφέλιμα, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της σκέψης και της ελευθερίας, η εξέγερση, φυσικά, δεν χρειάζεται.

Σε εκείνες τις περιπτώσεις, όπου η κοινωνία συνθλίβει και υποδουλώνει το άτομο, που το διαφθείρει, η εξέγερση του ανθρώπου εναντίον της κοινωνίας, στην οποία ζει, καθίσταται απαραίτητη, ως η προϋπόθεση της πνευματικής αυτοσυντήρησής του. Ο Μπακούνιν τονίζει ότι το Κράτος, που πάντοτε εξασκεί επιρροή στον άνθρωπο με τρόπο βάναυσο, εξωτερικό και βίαιο, φαίνεται να προβοκάρει το ίδιο την εξέγερση εναντίον του, και αυτή η εξέγερση είναι πολλές φορές ευκολότερη από την εξέγερση του ανθρώπου εναντίον της κοινωνίας, μιας κοινωνίας που προηγείται του ανθρώπου, τον περιβάλλει και διαμορφώνει, διακριτικά και φυσικά, ένα άτομο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή της. Σε αυτήν την περίπτωση, λέει ο Μπακούνιν, «ο άνθρωπος πρέπει, τουλάχιστον εν μέρει, να εξεγερθεί εναντίον του εαυτού του, καθώς με όλες τις υλικές, διανοητικές και ηθικές έξεις και επιδιώξεις του, ο ίδιος δεν είναι παρά ένα προϊόν της κοινωνίας».

Συνολικά, συζητώντας για τη σύλληψη της έννοιας της «εξέγερσης» στον Μπακούνιν, πρέπει να σημειωθεί ο πολυδιάστατος και αμφίσημος χαρακτήρας της στη διδασκαλία του μεγάλου ρώσου αναρχικού. Ο Μπακούνιν πραγματεύεται αυτήν την κατηγορία σε διαφορετικά σημεία της δουλειάς του, υπό ελαφρώς διακριτές οπτικές γωνίες, με διαφορετικό βαθμό γενίκευσης. Από τη μια πλευρά ο Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς διερευνά την «εξέγερση» με ακραία ευρύτητα, σαν συνώνυμο της ελευθερίας και της ανθρωπότητας, σαν αναπόσπαστο γνώρισμα και στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, σαν διαδικασία εξέλιξης του ανθρώπου, ο οποίος ταυτόχρονα και αναδύεται από το έδαφος της Φύσης και της Κοινωνίας, και έχει συνδεθεί με αυτό το έδαφος και το αρνείται, το μεταμορφώνει.

Πρέπει να προστεθεί ότι σε αυτές τις σκέψεις άφησε το στίγμα της η ιδέα της γραμμικής προόδου της φύσης και της κοινωνίας που αποτελεί έναν κοινό τόπο για την πλειοψηφία των στοχαστών του 19ου αιώνα. Από την άλλη πλευρά, ερμηνεύει την κατηγορία της «εξέγερσης» πιο στενά, μόνο σαν μια ιδιωτική στιγμή ελευθερίας, σαν ένα από τα συστατικά της, το οποίο ακόμη και σε ό,τι είναι άκρως αρνητικό, δεν εξαντλεί όλο το περιεχόμενό της. Τέλος, συχνά στα έργα του Μπακούνιν γίνεται λόγος για συγκεκριμένες μορφές εξέγερσης εναντίον συγκεκριμένων μορφών και φαινομένων της φύσης και της κοινωνίας, εναντίον της θεϊκής, κρατικής ή κοινωνικής αυθεντίας, εναντίον της εξωτερικής, μη ανθρώπινης φύσης και της εσωτερικής ζωικής φύσης του ανθρώπου. Όπως ήδη σημείωσα, ο Μπακούνιν δεν συστηματοποίησε τις σκέψεις του για την εξέγερση και η ανασκόπηση τους, όπως παρουσιάστηκε εδώ, φαίνεται ελαφρώς απλοποιημένη, αλλά, συνολικά επαρκής για την ανασυγκρότησή τους.

Αυτές οι σκέψεις για την εξέγερση ήταν για τον Μπακούνιν θεμελιώδεις, διότι του επέτρεψαν να καθιερώσει σε έναν κόσμο που συνδέεται με σκληρή νομοτέλεια την ανθρώπινη αρχή, με τρόπο που να χρησιμεύει ως ένα ιδιότυπο ουμανιστικό αντίβαρο στο διακηρυττόμενο από αυτόν καθολικό ντετερμινισμό. Μολονότι αυτές οι σκέψεις δεν αναπτύχθηκαν από τον Μπακούνιν, μπορεί κανείς να υποστηρίξει χωρίς υπερβολή, ότι στη διδασκαλία του για την εξέγερση ο Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς ξεπέρασε την εποχή του κατά σχεδόν έναν αιώνα και αποτέλεσε προκάτοχο της υπαρξιστικής φιλοσοφίας της εξέγερσης, του Αλμπέρ Καμύ.

Ο Καμύ προσπαθεί να βρει απάντηση στο σπουδαίο ερώτημα που τέθηκε, με κάθε οξύτητα, στον άνθρωπο της σύγχρονης εποχής: τι μου απομένει να κάνω και θα μπορούσα άραγε να ζήσω, εάν ο Θεός δεν υπάρχει, ο κόσμος δεν έχει νόημα και εγώ είμαι θνητός; Για τον Καμύ, το παράλογο, ως η αρχέγονη, προ και εκτός του ανθρώπου απουσία νοήματος του σύμπαντος, έχει το στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης και ως εκ τούτου επάξια απάντηση του ανθρώπου σε αυτό το παράλογο είναι τελικά η αδιάκοπη, ανέλπιδη και ηρωική εξέγερση. Το να γνωρίζει κάποιος για το θάνατό του, να μην προσπαθεί να ξεφύγει από αυτήν την πικρή γνώση και ωστόσο να ζει, να εισάγει στον παράλογο κόσμο το δικό του ανθρώπινο νόημα, αυτό ήδη σημαίνει να «εξεγείρεται».

Σε μια τέτοια εξέγερση δημιουργούνται όλες οι ανθρώπινες αξίες: το νόημα, η ελευθερία, το έργο, η αλληλεγγύη. Για τον Καμύ, το παράλογο αρχίζει να αποκτά νόημα, όταν δεν υπάρχει συμφωνία με αυτό. Η εξέγερση είναι εξαρχής καταδικασμένη στην ήττα, όπως ο θνητός και μεμονωμένος άνθρωπος και η ανθρωπότητα στο σύνολό της. Ιδίως στην εξέγερση, ο άνθρωπος, το μοναδικό ζώο που είναι ικανό για εξέγερση, για τη συνειδητοποίηση του θανάτου του, της ελευθερίας και της ευθύνης, αξιώνει και τη δική του προσωπική ατομικότητα και την πανανθρώπινη αλληλεγγύη, και το ανθρώπινο νόημα, που εκφράζεται από τον Καμύ στην λακωνική διατύπωση: «Εξεγείρομαι, άρα, υπάρχουμε». Με αυτόν τον τρόπο, η κατηγορία της «εξέγερσης» από μεταφορά ή από στενά πολιτική έννοια μεταμορφώνεται σε σημαντικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η εξέγερση, για τον Καμύ, έχει ένα δικό της τρόπο ισορρόπησης στην κόψη του ξυραφιού ανάμεσα σε δυο, φαινομενικά αντιτιθέμενες, όμως, στην ουσία συγκλίνουσες ακρότητες: την ακρότητα της ολικής αποδοχής, του κομφορμισμού και την ακρότητα της ολικής άρνησης, του μηδενισμού. Και η πρώτη και η δεύτερη οδηγούν στην καταστροφή του ανθρώπου και του ανθρώπινου κόσμου. Στην πρώτη περίπτωση ο άνθρωπος απαρνείται τον αγώνα, την ελευθερία, τον εαυτό του, δέχεται τον κόσμο συνολικά, όπως είναι, με όλες τις αισχρότητες και το παράλογό του. Στη δεύτερη, χωρίς να υπομένει τον αγώνα, λιποτακτεί, αναπόφευκτα οδεύει στον αμοραλισμό, τη δολοφονία, την αυτοκτονία.

Ο Αλμπέρ Καμύ εξετάζει αναλυτικά όλα τα αδιέξοδα και τους πειρασμούς αυτής της «ουκουμενικής εξέγερσης», σκιαγραφώντας πλούσια τους συλλογισμούς του με λογοτεχνικά, ιστορικά και φιλοσοφικά παραδείγματα. Συνειδητοποιώντας το παράλογο του κόσμου, ο άνθρωπος μπορεί να τρομάξει, να στραφεί αλλού, να διαφύγει στον αντικατοπτρισμό, ή αντίθετα να φύγει από τη ζωή, όπως ο Κυρίλλοφ στους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέβσκι. Και οι δυο περιπτώσεις συνεπάγονται αυτοκτονία, διάσπαση της προσωπικότητας και της ανθρώπινης πραγματικότητας. Αντίθετα, το να ζει κανείς, χωρίς να τρέφεται από ψευδαισθήσεις, το να εισάγει στον κόσμο το νόημα, να μετασχηματίζει την οικουμένη, ολοκληρώνοντας τον άθλο του Σίσυφου, αυτό είναι δρόμος, επάξιος του ανθρώπου. Και σε αυτόν το δρόμο η προσωπικότητα διέρχεται από την αρχέγονη μοναξιά και απώλεια κάθε προσανατολισμού στην ουμανιστική αλληλεγγύη ελεύθερων ανθρώπων, που αρνούνται και την αυτοκτονία και τη δολοφονία άλλων ανθρώπων.

Πράγματι, η προσωπικότητα είναι αδιανόητη εκτός της ανθρωπότητας και όλοι οι άνθρωποι είναι ενωμένοι κάτω από ένα κοινό φορτίο, το φορτίο της γνώσης και της ελευθερίας. Ο άνθρωπος που εξεγείρεται δεν χρειάζεται ούτε δούλους, ούτε κυρίους. Χρειάζονται σε εκείνον τέτοιοι ελεύθεροι άνθρωποι. Τέτοιοι άνθρωποι δεν επιδιώκουν να χαθούν στον αντικειμενικό κόσμο, δεν ψάχνουν παρηγοριά στο είδωλο της Προόδου, της Επιστήμης ή στους ιστορικούς μύθους. Είναι ελεύθεροι και υπεύθυνοι, φέρουν με ειλικρίνεια το βαρύ φορτίο τους στη ζωή, χωρίς να προδίδουν την ανθρώπινη μοίρα. Αρνούμενοι το θεό και την αιωνιότητα, υποστηρίζουν την εποχή τους, το δικό τους πραγματικό, το μοναδικό, το ανήσυχο, το ανεπανάληπτο∙ σε τελική ανάλυση, τους εαυτούς τους.

Με το να εξεγείρεται, ο άνθρωπος δεν προσπαθεί να ξεφύγει από τον κόσμο, δεν αποδέχεται τη ολότητά του, αλλά τον μεταμορφώνει και με αυτόν τον τρόπο αυτό-ενσαρκώνεται. Εξετάζοντας του δρόμους και τις διασταυρώσεις της «οικουμενικής εξέγερσης», ο Καμύ δείχνει συγκεκριμένα ότι, στην πολιτική, η ολική άρνηση οδηγεί στην ίδια δουλεία και δικτατορία, όπως και στην ολική αποδοχή της υπάρχουσας τάξης: κάθε Προμηθέας μεταμορφώνεται σε Καίσαρα, κάθε υπεράνθρωπος αρχίζει να έχει ανάγκη από δούλους.

Φωτεινό και υποδειγματικό παράδειγμα εξέγερσης αποτελεί η τέχνη. Ο Καμύ γράφει: «Στην τέχνη δεν υπάρχει ούτε ολική άρνηση, ούτε ολική συμφωνία με αυτό που υπάρχει». Η τέχνη είναι και άρνηση και συμφωνία ταυτόχρονα. Όπως η ολική άρνηση στην τέχνη οδηγεί στον καθαρό φορμαλισμό, στην αποχώρηση και τη διαφυγή από τον κόσμο, έτσι και η ολική αποδοχή έχει ως συνέπεια τον καθαρό «φωτογραφικό ρεαλισμό». Τόσο το ένα όσο και το άλλο είναι απολύτως άγονα, ενώ ο πραγματικός δημιουργός όχι μόνο δέχεται τον κόσμο, χρησιμοποιώντας τα υλικά για τη δημιουργία του, αλλά και τον τροποποιεί, θέτοντας στην στατική ύλη του σύμπαντος το ανεπανάληπτο στίγμα του δικού του στυλ.

Έτσι, με πολυάριθμα παραδείγματα ο Καμύ δείχνει αυτές τις Σκύλες και τις Χάρυβδες της εξέγερσης, χαράζοντας τον προσανατολισμό της τραγικής, όμως ελεύθερης και σκεπτόμενης προσωπικότητας, της αλληλέγγυας με άλλες τέτοιες προσωπικότητες, του Ανθρώπου που Εξεγείρεται. Η φιλοσοφία της εξέγερσης του Καμύ είναι εξαιρετικό επίτευγμα ουμανιστικής σκέψης της σύγχρονης εποχής. Αυτή αναδύθηκε στη φλόγα της αντιφασιστικής Αντίστασης και είχε θεμελιωθεί στην κατανόηση της καταστροφικής εμπειρίας του 20ου αιώνα, που έθεσε υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου. Όμως, πολύ πριν τον Καμύ, στα μέσα του 19ου αιώνα πολλές βαθιές ενοράσεις και διαισθήσεις, που προανήγγειλαν την φιλοσοφία του για την εξέγερση, είχαν διατυπωθεί από τον Ρώσο αναρχικό Μ.Α. Μπακούνιν.

Αυτή η φιλοσοφία της Εξέγερσης, ειλικρινής και ανθρώπινη, βοηθάει τον άνθρωπο που ζει στον σκληρό, συγχυσμένο και παράλογο κόσμο μας, να βρει ένα στέρεο στήριγμα. Όμως, αυτό το στήριγμα, μια άβολη και ταπεινωτική πατερίτσα για τον κακόμοιρο ανάπηρο, είναι το όπλο της αντίστασης, με το οποίο επενδύονται τα χέρια του στρατιώτη που μάχεται στα χαρακώματα της σύγχρονης εποχής.

Τούρκοι ανθρακωρύχοι: οι εργαζόμενοι της Σόμα δολοφονήθηκαν για το κέρδος

1400099204-protesters-come-to-streets-after-soma-mining-disaster-in-turkey_4742030

Της D.Valerie (μετάφραση, Μ.Θ)

Δεν είναι ακόμα σαφές πόσοι εργαζόμενοι έχουν δολοφονηθεί στην εξορυκτική καταστροφή της Soma στη Manisa της Δυτικής Τουρκίας. Κατά τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο, ο επίσημος αριθμός των νεκρών ανέρχεται στους 304, με τους εργαζόμενους στην πόλη να ισχυρίζονται ότι δεν τους έχει φανερωθεί η αλήθεια σχετικά με τον ακριβή αριθμό, καθώς περισσότεροι αναμένεται να έχουν σκοτωθεί. Είναι ξεκάθαρο ότι αυτού του είδους τα περιστατικά δεν είναι συνηθισμένα, όπως ο πρωθυπουργός (Ερντογάν) δήλωσε. Ο ίδιος αμέσως μετά από αυτά τα τραγικά γεγονότα προέβη σε επίδειξη γνώσεων αναφορικά με την ιστορία των καταστροφών στην εξορυκτική βιομηχανία, μιλώντας για το Northumberland στο Ηνωμένο Βασίλειο, και έδωσε ιδιαίτερη έμφαση σε αυτά που έγιναν στις ΗΠΑ, «μια χώρα που» (για να παραθέσω ξανά τα λόγια του Ερντογάν) «έχει κάθε είδους τεχνολογίας». Το συμπέρασμα, βέβαια, είναι ότι αυτά του είδους τα ατυχήματα συμβαίνουν ακριβώς παντού, και δεν μπορούν να αποφευχθούν.

Αυτή δεν είναι το ζήτημα όμως. Τέτοια ατυχήματα είναι ενδημικά στην παραγωγή άνθρακα, λόγω τoυ κερδοσκοπικού κινήτρου. Η Τουρκική βιομηχανία εξόρυξης ήταν πάντα κακόφημη σε ότι αφορά τα ατυχήματα και τον ρυθμό του θανάτου μετά την ιδιωτικοποίηση το 1984. Ο Alp Gurkan, διευθύνων Σύμβουλος της Soma Mining Inc, οι ιδιοκτήτες του ορυχείου, αυτή την εβδομάδα υποστήριξαν ότι «έχουμε ξοδέψει το εισόδημα μας για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, για να αποφευχθούν πιθανά ατυχήματα», αλλά όχι πολύ καιρό πριν, έλεγαν στα μέσα ενημέρωσης ότι πριν η εταιρεία αναλάβει την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων άνθρακα η Soma κόστιζε $130-140 για την παραγωγή, ενώ τώρα κοστίζει 23,80 δολάρια «χάρη στις μεθόδους λειτουργίας του ιδιωτικού τομέα», που περιλάμβανε α) περικοπές σε προληπτικά μέτρα ασφαλείας, β) μια εξαιρετικά αντιδημοφιλή προσωρινότητα του εργατικού δυναμικού, και γ) αγορά φθηνότερων εγχώριων παραγόμενων υλικών, όπως μετασχηματιστές, οι οποίοι προηγουμένως έπρεπε να εισαχθούν. Σύμφωνα με πρώτες αναφορές, ήταν η έκρηξη ενός μετασχηματιστή που να πυροδότησε αλυσιδωτές εκρήξεις και οδήγησε στην ορυχείο της Soma να γεμίσει με αποπνικτικά αέρια…

Οι Τουρκικές εξορυκτικές δραστηριότητες έχουν ένα απόλυτα φρικτό ιστορικό ασφαλείας. Η βιομηχανία του άνθρακα αντιπροσωπεύει μόλις πάνω από το 10% των εργατικών ατυχημάτων, με 13.000 ανθρακωρύχοι να εμπλέκονται σε ατυχήματα το περασμένο έτος. Από το έτος 2000, 1308 άνθρωποι έχουν πεθάνει κατά την εξόρυξη άνθρακα (ατυχήματα πριν από αυτά τα πρόσφατα γεγονότα). Όλα αυτά καθιστούν την Τουρκία ως τη χώρα με τον υψηλότερο αριθμό θανάτων εξόρυξης στον κόσμο μετά την Κίνα. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά είναι παραπλανητικά, και με βάση τις λεπτομέρειες που εξετάστηκαν, η Τουρκία έχει ένα ποσοστό θνησιμότητας 7,22 εργαζομένων ανά εκατομμύριο τόνους της παραγωγής άνθρακα σε σύγκριση με 1,27 στην Κίνα και 0,02 στις Ηνωμένες Πολιτείες αντίστοιχα. Αυτό επί της ουσίας σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι έχουν σχεδόν έξι φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν σε ένα τουρκικό ανθρακωρυχείο από ότι σε ένα κινέζικο, και 361 φορές περισσότερες πιθανότητες από τους Αμερικανούς εργαζομένους των ορυχείων.

Τούτου λεχθέντος, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η δήλωση του Ερντογάν «εκρήξεις, όπως αυτό και αυτή, στα ορυχεία συμβαίνουν όλη την ώρα. Δεν είναι ότι δεν συμβαίνουν σε άλλα μέρη του κόσμου» συνάντησε το θυμό και την περιφρόνηση των ανθρακωρύχων σε Soma. Ο Ερντογάν διακήρυξε τρεις μέρες «εθνικού πένθους», αλλά και για τους εργαζόμενους σε Soma αυτό σήμαινε επίθεση με κανόνια νερού και δακρυγόνα. Η κυβέρνηση προσέθεσε επίσης μια προσωπική πινελιά σε όλα αυτά, με έναν επίσημο από το γραφείο του πρωθυπουργού, τον Γιουσούφ Γερκέλ, να φωτογραφίζεται κλωτσώντας το συγγενή ενός νεκρού ανθρακωρύχου, ενώ ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έχει αναφερθεί ότι επιτέθηκε σωματικά σε κάποιον επίσης. Τα γραφεία του κυβερνώντος ΑΚΡ στην πόλη σπάστηκαν.

Δεν ήταν μόνο οι εργαζόμενοι της Soma που κατέστησαν σαφές πού βρίσκεται το φταίξιμο για την καταστροφή. Διαδηλώσεις γρήγορα εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα, και σε όλες αυτές υπήρχαν πανό διακηρύσσοντας ότι δεν ήταν ατύχημα, αλλά δολοφονία, και ότι η κυβέρνηση ήταν υπεύθυνη. Διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν σχεδόν αμέσως σε όλη τη χώρα. Την Τετάρτη το βράδυ, μεγάλος αριθμός ανθρώπων ήρθαν αντιμέτωποι με την αστυνομία, με εκτοξευτήρες ύδατος, και όπλα αερίων στην πλατεία Ταξίμ, στην κεντρική σκηνή των κινημάτων διαμαρτυρίας των τελευταίων χρόνων, καθώς και στην Άγκυρα και Σμύρνη, και άλλες μεγάλες πόλεις.

Την Πέμπτη έλαβε χώρα μια 24ωρη γενική απεργία από συνδικαλιστικές οργανώσεις της αριστεράς, DİSK, KESK, TMMOB, TTB και TDB. Η κύρια συνδικαλιστική συνομοσπονδία Türk-İs κάλεσε για τριών λεπτών σιγή. Εξαγριωμένοι εργαζόμενοι και φοιτητές στην Άγκυρα επιτέθηκαν και κατέλαβαν τα γραφεία τους σε απάντηση. Η απεργία φαίνεται να ήταν η μεγαλύτερη γενική απεργία στην Τουρκία για δεκαετίες. Συνήθως στις γενικές απεργίες έχουν την τάση να συμμετάσχουν περίπου μισό εκατομμύριο εργαζόμενοι από τα συνδικάτα αυτά της αριστερής πτέρυγας. Οι απεργίες χθες πήγαν πολύ πέρα ​​από αυτό, με εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες εργοστασίων, από μέρη όπου η DİSK δεν έχει παρουσία, να ενώνονται με την απεργία και τις διαδηλώσεις, και όχι μόνο για τρία λεπτά. Μεταξύ των απεργών ήταν εργαζόμενοι στη διαβόητη ζώνη ναυπηγείων της Τούζλα, όπου πάνω από 200 εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους σε εργατικά ατυχήματα κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Η κυβέρνηση δεν φαίνεται να είναι σε διάθεση να κρατήσει διαλλακτική στάση προς τους απεργούς, με περίπου 10.000 ανθρακωρύχους στην επαρχία Zonguldak της Μαύρης Θάλασσας να παίζουν το ρόλο του αντικαταστάτη για δύο ημέρες παρά το γεγονός ότι η απεργία διήρκεσε μόνο μία ημέρα. Περιστατικά σαν αυτό θεωρείται ότι έχουν σχεδιαστεί για να ανταγωνιστούν περαιτέρω τους εργαζόμενους, ενώ ορισμένες διαδηλώσεις (από τους εργαζομένους) συνεχίστηκαν την επομένη της απεργίας. Όλα αυτά δύο εβδομάδες πριν από την επέτειο της έναρξη των διαδηλώσεων στο πάρκο του Gezi, δείχνουν ότι θα μπορούσε κάλλιστα να υπάρξουν περαιτέρω αγώνες ως απάντηση σε αυτές τις δολοφονίες και την κρατική βαρβαρότητα που τις συνοδεύουν.

Μεσόγειος: ο τάφος των μεταναστών, της Maria Margaronis

73b3970d571945ef8934ec0752c2580f_XL

Θάλασσα, θάλασσα τους
θαλασσινούς θαλασσάκι μου
 
μην τους θαλασσοδέρνεις,
θαλασσώνουμε για σένα
ξημερώνουμαι.
 

–          Παραδοσιακό τραγούδι από τα Δωδεκάνησα

Via: The Nation (μετάφραση: Νόστιμον Ήμαρ)

Γι’ αυτούς που έζησαν από αυτή, η θάλασσα ήταν τα πάντα: και γενναιόδωρη αλλά και επικίνδυνη, η σύνδεση με τον έξω κόσμο και η δύναμη που τους περιχαράκωνε. Ακόμα και σήμερα, για τους Μεσογειακούς λαούς, η θάλασσα σβήνει μια βαθειά δίψα. Πολλοί Έλληνες, επιζώντες μιας ατέρμονης κρίσης (μην νομίζετε ότι η περιπέτεια έχει τελειώσει, επειδή δεν είναι πια στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς τύπου), περιμένουν κάθε χρόνο να ζήσουν αυτή την απόλαυση: τις μέρες του καλοκαιριού να μετριούνται  ανάλογα με τα μπάνια τους στην θάλασσα, την βόλτα στο ‘ιδρωμένο’  λεωφορείο νιώθοντας το κάψιμο του ήλιου στην πλάτη τους και την δροσιά στα πόδια τους, τον δρόμο της επιστροφής μισό-κοιμισμένοι και ψημένοι  από το αλάτι της θάλασσας, την αργή σιωπή των κυμάτων και την λήθη του σώματος. Γιατί κανείς δεν επιτρέπεται να έχει στην ιδιοκτησία του τον αιγιαλό· ενώ όλα τα υπόλοιπα μπορεί να έχουν τιμή, το νερό και το φως είναι δωρεάν.

Αλλά ακόμα και η θάλασσα, τώρα σκοτεινιάζει. Η Μεσόγειος έχει γίνει ο υγρός τάφος για αμέτρητους μετανάστες που εγκαταλείπουν τις χώρες τους λόγω των πολέμων και της φτώχειας: την περασμένη εβδομάδα ένα ακόμη μικρό σκάφος που μετέφερε άτομα από την Συρία, την Σομαλία και την Ερυθραία ανατράπηκε στο Βόρειο Αιγαίο. Τουλάχιστον είκοσι δύο άνθρωποι πνίγηκαν, στην πλειονότητά τους γυναίκες και παιδιά και  μερικοί από αυτούς έχασαν τη ζωή τους παγιδευμένοι στην υποβρύχια καμπίνα. Αυτά τα καταστροφικά ναυάγια είναι συχνό φαινόμενο στο Αιγαίο και στην περιοχή της Μεσόγειου στο Νότο της Ιταλίας. Τον περασμένο μήνα, μια έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας δημοσίευσε ακόμα περισσότερα στοιχεία για την τρομακτική μεταχείριση των μεταναστών από τους παράγοντες της ελληνικής πολιτείας: είναι ρουτίνα οι επιχειρήσεις  παράνομης επαναπροώθησης κατά μήκος των συνόρων, μερικές φορές από κουκουλοφόρους άνδρες των υπηρεσιών·η χρήση πραγματικών πυρών εναντίον σκαφών· οι ξυλοδαρμοί, οι απειλές και η ακραία ταπείνωση από την ακτοφυλακή και την αστυνομία. Η Διεθνής Αμνηστία καλεί την ΕΕ να επιβάλει κυρώσεις στην Ελλάδα για τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, αλλά αναγνωρίζει και την ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μεταξύ του 2011 και του 2013 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χορήγησε στην Ελλάδα € 227,576,503 για να κρατήσει τους μετανάστες έξω από τα σύνορά της, αλλά μόνο € 19,950,00 για να βοηθήσει με την υποδοχή τους. Η ΕΕ χρησιμοποιεί τα κράτη που βρίσκονται στα εξωτερικά σύνορά της ως εμπόδιο και στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους φοβισμένους και φτωχούς ανθρώπους και προτιμά να τους αφήνει να πνίγονται παρά να τους σώζει. Ξεκάθαρα η Μεσόγειος είναι πλέον η τάφρος γύρω από την Ευρώπη-Φρούριο.

Εν τω μεταξύ, ένα καταστροφικό νέο νομοσχέδιο θα τεθεί προς ψήφιση από το ελληνικό κοινοβούλιο, το οποίο θα επιτρέψει την ιδιωτικοποίηση της ακτογραμμής και την άρση των περιορισμών για την ανάπτυξη, σε μια μυωπική προσπάθεια ώστε η Ελλάδα να έχει κέρδος από τον μεγαλύτερο περιβαλλοντικό θησαυρό της. Η κατακραυγή κατά του νομοσχεδίου από όλο το πολιτικό φάσμα και η πρωτοφανής οργάνωση στο Διαδίκτυο δείχνει ότι για πολλούς ανθρώπους η πράξη αυτή αποτελεί την τελευταία σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι. Πέρα από τις βάσιμες αντιρρήσεις-ότι οι κατασκευές από μπετόν στις μέχρι τώρα άδειες παραλίες είναι περιβαλλοντικά καταστροφική, οικονομικά κοντόφθαλμη και πολιτικά ύποπτη, επιβεβαιώνοντας το σενάριο ότι ξεπληρώνονται ‘ομόλογα’ μεταξύ των πολιτικών και της κατασκευαστικής βιομηχανίας, προσθέτοντας την επιρροή των ξένων επενδυτών- υπάρχει μια βαθιά αντίσταση για κάτι που από πολλούς λογίζεται ως η λεηλασία της ψυχής της χώρας. Μπορεί οι θέσεις εργασίας και οι συντάξεις, η υγεία και τα σπίτια και η αξιοπρέπεια να έχουν χαθεί, αλλά μέχρι τώρα υπήρχε ένα μέρος που το χέρι της αγοράς δεν μπορούσε να φτάσει, και ο καθένας μπορούσε να πάει χωρίς κανείς να είναι ιδιοκτήτης.

Τους μετανάστες που κινδυνεύουν να χάσουν τη ζωή τους προκειμένου να διασχίσουν το νερό δεν τους απασχολεί, βέβαια, αν στις πολυπόθητες ακτές δουν τεράστια ξενοδοχεία ή αυγά θαλάσσιας χελώνας. Όμως αυτές οι δύο πραγματικότητες αποτελούν μέρος του ίδιου προβλήματος, που προωθείται κάτω από το σύμβολο της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη: η προστασία των προνομιούχων, η υποταγή της ανθρώπινης ζωής στο κέρδος, η απώλεια της όλων αυτών που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητα.

Eίναι ωραία να είσαι Ευρωπαία;

A picture illustration taken with the multiple exposure function of the camera shows a one Euro coin and a map of Europe

Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο φύλλο #26 της εφημερίδας δρόμου Άπατρις

Μέσα στο πολιτικό χάος που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια, δύο βασικές τάσεις ξεχωρίζουν: από τη μία, η σχετική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών να τάσσεται χωρίς δισταγμό υπέρ της παραμονής της Ελλάδας σε Ε.Ε. και ευρωζώνη, στηρίζοντας κόμματα και παρατάξεις που εφαρμόζουν με κάθε θυσία και κόστος τις νεοφιλελεύθερες συνταγές. Από την άλλη βλέπουμε να αναδύεται ένα έντονα ευρωσκεπτικιστικό (και δίχως ξεκάθαρη πολιτική κατεύθυνση) ρεύμα, το οποίο αντιμετωπίζει τις ευρω-εκλογές ως αφορμή για να εκφράσει την αγανάκτησή του μέσω της κάλπης. Είναι σίγουρο ότι η διαδικασία αυτή στην πραγματικότητα αποτελεί μια ανακύκλωση των «διαφορών» των ελληνικών κομμάτων στα μάτια του χουλιγκανοποιημένου και βαθιά αποπολιτικοποιημένου ελληνικού εκλογικού κοινού που εν τοις πράγμασι αδιαφορεί για τις διαδικασίες που υποτίθεται ότι διαμορφώνουν τα πλαίσια λειτουργίας του μεγάλου ευρωπαϊκού κράτους – αυτού του (νεο)-«φιλελεύθερου» οικονομικοπολιτικού πατερούλη της Ευρώπης. Βέβαια η ελληνική περίπτωση είναι διττή, καθώς διαπιστώνεται παράλληλη ευρωλαγνεία αλλά και αδιαφορία για τους θεσμούς της Ε.Ε. Αδιαφορία η οποία όμως δεν οφείλεται σε κάποια παγιωμένη αντίληψη περί του ανούσιου των ευρωεκλογών ή του αντιπροσωπευτικού συστήματος εν γένει. Η φαινομενική αυτή αντίφαση μπορεί να εξηγηθεί μόνο αν ιδωθεί η σχέση Ελλάδας – Ευρώπης, ιστορικά.

«Ανήκομεν εις την Δύσιν»

Η ιστορία αυτή ξεκινά από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, με τη βοήθεια της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας που επιθυμούσαν τη διάλυση τη Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,με την ίδρυση αντίστοιχων συμφερόντων πολιτικών κομμάτων και την ενθρόνιση του Βαυαρού βασιλιά Όθωνα, περνάει από το τέλος της «Μεγάλης Ιδέας» ως βασικής πηγής τροφοδότησης της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας, γυρίζει γύρω από την ένταξη μας στο στρατόπεδο των δυτικών συμμάχων κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη μοιρασιά του πλανήτη που ακολούθησε (που είχε ως συνέπεια και τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο), γίνεται εντονότερη με την εξόφθαλμη εμπλοκή των ΗΠΑ στα εσωτερικά της χώρας με τη δικτατορία των συνταγματαρχών και συνεχίζεται με την ένταξη της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ κι έπειτα στην ευρωζώνη.

Το ελληνικό κράτος, καθώς ποτέ δεν αποτέλεσε ανεξάρτητη ή αυτάρκη οικονομική και στρατιωτική δύναμη, αναζητούσε πάντα συμμαχίες με τις υπερδυνάμεις της Δύσης τόσο ώστε να επιβιώσει, δεδομένου ότι η εσωτερική παραγωγή δεν αρκούσε για την κάλυψη της πλειονότητας των αναγκών του πληθυσμού, όσο και ώστε να διασφαλίσει ή να επεκτείνει (όπως στην περίπτωση της μικρασιατικής εκστρατείας) τα σύνορα του, όντας σε μια γεωγραφική ζώνη αστάθειας και διαρκών εθνικών συγκρούσεων. Η τεχνητή πολεμική με την Τουρκία, που εξασφάλισε αρκετές δεκάδες δις δολάρια στις βιομηχανίες όπλων, καθώς και οι καλλιεργούμενοι εθνικισμοί και αλυτρωτισμοί των δύο λαών που βρέχονται απ’ το Αιγαίο, συνεπικουρούμενοι απ’ τα τετρακόσια χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο, συνετέλεσαν στην ηγεμονία της ιδέας ότι μόνο μέσω της ευρωπαϊκής προοπτικής και της ένταξης της χώρας σε οικονομικοπολιτικές συμμαχίες, όπως η Ε.Ε, ή στρατιωτικές συνεργασίες, όπως το ΝΑΤΟ, θα εξασφαλιστεί η ακεραιότητα της χώρας. Ενδεικτικές του γεγονότος είναι οι συνεχείς δηλώσεις κυβέρνησης/αντιπολίτευσης πως «τα ελληνικά σύνορα είναι τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Πέραν όλων αυτών, βέβαια, τα μεγάλα κύματα μετανάστευσης του ελληνικού πληθυσμού προς το δυτικό, κυρίως, κόσμο συνέβαλαν στη δημιουργία ενός μύθου για τις δυτικές μητροπόλεις. Οι διεθνείς συνθήκες, ραγδαίας καπιταλιστικής ανάπτυξης, έδωσαν την ευκαιρία σε αρκετούς μετανάστες να εργαστούν στο εξωτερικό και να επιστρέψουν στις χώρες τους μ’ ένα συγκεντρωμένο μικρό ή μεσαίο κεφάλαιο (το οποίο έγινε μεγαλύτερο σε χώρες με χαμηλής αξίας νόμισμα όπως η Ελλάδα), γεγονός που συνέδεσε στο νεοελληνικό φαντασιακό την Ευρώπη με τον πλούτο και την άνεση (σε αντίθεση με την φτώχια και την οικονομική μιζέρια της Ελληνικής πραγματικότητας). Έτσι, οι Έλληνες πορεύονται στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, με την ιδεολογική κληρονομιά του 20ού. Μια μίξη αδικαιολόγητης περηφάνιας για τα επιτεύγματα των κατοίκων του ελλαδικού χώρου πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, χριστιανικής υποκρισίας, εθνικισμού,  αποπολιτικοποίησης και λαϊκισμού, μπολιασμένη με μια γερή δόση ευρωλιγούρας και ανάγκης επιβίβασης σε άρματα με αμερικάνικες, γερμανικές, ρώσικες ή κινέζικες σημαιούλες.

Ο ευρωπολίτης κι η ευρωπολιτεία

Τι είναι, λοιπόν, αυτή η σύγχρονη ευρωπολιτεία, για τη συντροφιά της οποίας οι πολίτες της Ευρώπης χάνουν, σιωπηροί, ένα προς ένα τα κεκτημένα δικαιώματα τους και ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της; Ποιά είναι η Ελλάδα και τι σημαίνει τελικά το «να γίνουμε επιτέλους Ευρώπη»; Ποιά ακριβώς είναι η πολιτική φυσιογνωμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι τόσο ζηλευτή από την αόριστη, ασαφή και περιρρέουσα νεοελληνική μυθολογία; Η Ευρώπη της ανεργίας, της φτώχειας, της λιτότητας, της καταστολής, ακόμα και της «αποανάπτυξης» αν θέλουμε να μιλήσουμε την γλώσσα των οικονομιστών και του καπιταλισμού. Η νεοφιλελεύθερη Ευρώπη.

Η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη οφείλεται κυρίως στην σταδιακή υποχώρηση του παγκόσμιου εργατικού κινήματος μετά το Μάη του 1968 και στο κλίμα απάθειας, ιδιώτευσης και κομφορμισμού που καλλιεργήθηκε συστηματικά στις περισσότερες Δυτικές χώρες τις τελευταίες 4 δεκαετίες, στην αδυναμία του καπιταλιστικού μοντέλου του κρατικού παρεμβατισμού και της σοσιαλδημοκρατίας ν’ αμβλύνουν τις κοινωνικές ανισότητες, στην συντηρητικοποίηση και αλλοτρίωση των δυτικών κοινωνιών μέσω της αναγωγής του παραγωγισμού και της ηθικής της εργασίας σε υπέρτατες αξίες και κυρίως στον πανικό που δείχνει το διεθνές κεφάλαιο μπροστά στη σταθερή πτώση του ποσοστού κέρδους του (λόγω της ανάγκης ν’ αγοράζει ολοένα και πιο προηγμένη τεχνολογία, της υπερπροσφοράς προϊόντων και του ανταγωνισμού). Από οικονομική άποψη, χαρακτηρίζεται από την επιστροφή σ’ έναν σκληρό μονεταρισμό και στην πλήρη χρηματιστικοποίηση της οικονομίας που είναι το αποτέλεσμα της ανατροπής της ενδοκαπιταλιστικής ισορροπίας προς όφελος του τραπεζικού κεφαλαίου έναντι των άλλων μορφών (βιομηχανικό, εφοπλιστικό, εμπορικό), το οποίο απέκτησε την πρωτοκαθεδρία λόγω της πτώσης του ποσοστού κέρδους στην παραγωγή και της συνεπακόλουθης μεταστροφής των επενδύσεων σε κάθε είδους χρηματιστικά «προϊόντα». Τέλος, σε πολιτικό επίπεδο, κύριο γνώρισμά του είναι η «μείωση του ρόλου του Κράτους». Στην πραγματικότητα αυτό που γίνεται στόχος από τους νεοφιλελεύθερους είναι μόνο ο αναδιανεμητικός ρόλος του κράτους στον βαθμό που αυτός συνέβαινε, υπήρχε και εκφραζόταν μέσα από τους θεσμούς του λεγόμενου «κοινωνικού κράτους», θεσμοί που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η νομική αποκρυστάλλωση των εργατικών αγώνων και των κοινωνικών διεκδικήσεων, στο δίκαιο των αστικών πολιτευμάτων. Η «μείωση» του Κράτους βέβαια, δεν συμπεριλαμβάνει την καταστολή και την εισπρακτική πολιτική που, για χάρη της ελευθερίας των αγορών, εντατικοποιούνται αφήνοντας ,ως προς το κομμάτι αυτό, τα παραμύθια περί ελευθερίας των αγορών και ιδιωτικής πρωτοβουλίας μόνο προς κατανάλωση των πιο ανόητων.

Μέσα σ’ αυτό το οικονομικοπολιτικό περιβάλλον, ο ελληνικός καπιταλισμός είναι καταδικασμένος (όπως ήταν πάντα) να παραμείνει ο φτωχός συγγενής. Πάντα αντιπαραγωγικός, παρασιτικός και κρατικοδίαιτος, πάντα έκνομος ακόμα και με καπιταλιστικά κριτήρια νομιμότητας και με μόνιμη έλλειψη επενδυτικής νοοτροπίας, ακόμα και προ κρίσης, είναι σήμερα πιο καχεκτικός από ποτέ. Όσο περισσότερο συνειδητό είναι το γεγονός αυτό στην ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της χώρας, τόσο περισσότερο θ’ ακούμε τις πραγματικά απίστευτες ανοησίες περί ανάπτυξης γενικά και αόριστα, μείωσης του ελλείμματος και του δημοσίου χρέους, της ανεργίας, τόσο περισσότερο θα εθιζόμαστε στα διάφορα success story. Το μόνο που μπορεί να περιμένουμε είναι μεγαλύτερη φτώχεια, αύξηση ανεργίας, ολοσχερή εξαφάνιση κάθε κατάκτησης που σχετίζεται με την αγορά εργασίας, καταστολή, καταστολή, καταστολή. Πάνω σε αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, βασίζεται ολόκληρο το σκεπτικό της «αναγκαιότητας για περισσότερη Ευρώπη», για «παραδειγματισμό από τα αυστηρά εξορθολογισμένα Δυτικά πρότυπα».

Ευρωπαϊκή Ένωση ή διεθνής απομόνωση: ένα ψευδές δίλημμα

Η προσκόλληση, βέβαια, στην ιδέα ότι η Ελλάδα είναι μια πλήρως καθυστερημένη χώρα (λαμβάνοντας ως μοναδική αφετηρία τα ενδοκαπιταλιστικά προβλήματα) σε σχέση με την αναπτυγμένη Ευρώπη και ότι η μόνη λύση είναι η μετατροπή της σε μια εκδυτικισμένη φιλελεύθερη ολιγαρχία – πράγμα που συνεπάγεται ότι «τα μνημόνια είναι ευλογία για τον τόπο» – επισκιάζει την άλλη πτυχή της πραγματικότητας, ότι δηλαδή και οι Δυτικές κοινωνίες βρίσκονται σε εξίσου βαθιά αποσύνθεση. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν είναι αυτός που ήταν μερικές δεκαετίες πριν, όταν τα κοινωνικά κινήματα και οι δημοκρατικές πρωτοβουλίες κατάφεραν να προκαλέσουν ρωγμές στο συντηρητικό πολιτικό κατεστημένο. Απεναντίας, έχουν αρχίσει να παρουσιάζουν τις ίδιες «ανατολικού τύπου» παθογένειες (στην πραγματικότητα βέβαια πρόκειται για παθογένειες που σχετίζονται με το σύγχρονο στάδιο «ανάπτυξης» -ή, καλύτερα, σήψης – του καπιταλισμού) όπως αυτές της ελληνικής κοινωνίας (εξάπλωση της διαφθοράς – η οποία μπορεί να μην είναι ολοφάνερη όπως στην ελληνική περίπτωση, ωστόσο κυριαρχεί κάτω από έναν μανδύα νομιμότητας – διάλυση κάθε δημόσιας παροχής και ολική απαξίωση του δημόσιου αγαθού, μίσος προς τους αναξιοπαθούντες ανέργους, αντι-διανοουμενισμός, κραυγαλέος εθνικισμός και συντηρητισμός). Συνεπώς, ούτε η δήθεν «ευρωπαϊκή λύση» -και κατ’ επέκταση η θεοποίηση της Δύσης- βάσει μια παλιότερης εικόνας, μπορεί να υιοθετείται αστόχαστα και αβασάνιστα σαν μια βιώσιμη πρόταση, ούτε φυσικά και ο στείρος ευρωσκεπτικισμός (που φλερτάρει με τον ακραίο εθνικισμό, το λαϊκισμό και τη συνωμοσιολογία) συνιστά μια άξια αντιπρόταση. Πάνω σε αυτό το διττό πρόβλημα εμείς καλούμαστε να δώσουμε απαντήσεις: θα επιλέξουμε τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ταυτότητα ως αποκούμπι που μας παρέχει μια δήθεν σιγουριά ή θα πέσουμε στην παγίδα του επικίνδυνου απομονωτισμού που συστηματικά καλλιεργείται (όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης);

Αντί επιλόγου: «Ανήκομεν εις τον εαυτό μας»

Την ώρα που η συνθηματολογία στην κεντρική πολιτική σκηνή, λοιπόν, κινείται μεταξύ του «Ευρώπη ή χάος» και «Χάος ή Ευρώπη», αντίρροπες δυνάμεις αναπτύσσονται στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Στις συνθήκες της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης αναδύονται μεν κινήματα με περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, ενισχύονται όμως σημαντικά και οι νεοσυντηρητικές δυνάμεις, όπως και η ακροδεξιά, με αποκορύφωμα φυσικά την εκτόξευση του νεοναζισμού στην Ελλάδα, μέσω της Χρυσής Αυγής. Ο ευρωσκεπικισμός παίρνει περισσότερο λαϊκίστικες διαστάσεις είτε στρέφοντας τα βέλη του στην «απληστία των golden boys», είτε ψάχνοντας αποδιοπομπαίους τράγους στους «τεμπέληδες της νότιας Ευρώπης» και τους μετανάστες, είτε «αποκαλύπτοντας» μυστικές συνωμοσίες κατά συγκεκριμένων εθνών-θρησκειών. Από την άλλη, οι πολίτες καλούνται να απαντήσουν διαρκώς σε προκατασκευασμένα κλειστά δίπολα και να επιλέξουν αν «ανήκομεν εις την δύσιν» ή αν «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» (ή «η Γαλλία ανήκει στους Γάλλους»).

Σε πείσμα όλων αυτών, εμείς επιμένουμε πως «ανήκομεν εις τον εαυτό μας» (ως άτομα, ο καθένας ξεχωριστά, και ως κοινωνία κατ’ επέκταση) και έχουμε όλους τους λόγους του κόσμου ν’ αγωνιστούμε για την αυτοδιεύθυνση, την αυτοδιαχείριση και τη συλλογική και ατομική αυτονομία.

Συγγραφή: Efor, Ian Delta, Μιχάλης Θ