Menu

EAGAINST.com

Η Αριστερά, το κίνημα και το ζήτημα της εξουσίας: για έναν απολογισμό της προεκλογικής περιόδου 2012 – 2015*

CMYK básico

Toυ Νικόλα Γκίμπη

Ήταν Ιούνης του 2011 όταν στις εσωτερικές διεργασίες της λαϊκής συνέλευσης της Πλατείας Συντάγματος, που ήταν η οργανωτική δομή των «Αγανακτισμένων» στην Αθήνα, διαμορφώθηκαν δύο ανταγωνιστικές προτάσεις. Η μια εξ αυτών, με σαφή δημοκρατικό προσανατολισμό αν και μειοψηφική στις τάξεις του «κινήματος των πλατειών» αφορούσε τη δημιουργία Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης με πολιτειακό μετασχηματισμό προς την άμεση δημοκρατία, ενώ η άλλη, προερχόμενη από μια λαϊκίστικων καταβολών ανίερη συμμαχία Αριστεράς και λαϊκής Δεξιάς, επιζητούσε απλώς «να φύγουν αυτοί». Η επικράτηση της δεύτερης τάσης, σε συνδυασμό με τις τακτικές που ακολουθήθηκαν για να την νομιμοποιήσουν (αποκλεισμός της Βουλής, μπαράζ αντιμνημονιακών συλλαλητηρίων, αταβιστική συνθηματολογία), θα μπορούσαμε να πούμε πως κατά κάποιο τρόπο έθεσε τα θεμέλια για τα διλήμματα που ακολούθησαν στο δημόσιο διάλογο που ταλανίζουν τον πολιτικό ανταγωνισμό μέχρι σήμερα: «μνημόνιο – αντιμνημόνιο», «επαναδιαπραγμάτευση του χρέους», «λιτότητα – ανάπτυξη». Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά απ’ αυτούς τους κλυδωνισμούς στη φαντασιακή συγκρότηση του πολιτικού, οι οποίοι διαμηνύουν το εδώ και χρόνια εξαγγελθέν «τέλος της Μεταπολίτευσης», θα μπορούσε κάποιος εύκολα να διαβεβαιώσει πως η λαϊκίστικη τάση της Πλατείας Συντάγματος φτάνει στην επιδιωκόμενη γι’ αυτήν κορύφωσή της: την κυβερνητική συνεργασία Συ.Ριζ.Α. και Ανεξάρτητων Ελλήνων.

Παραπάνω από ένας μήνας έχει περάσει και η νέα κυβέρνηση ήδη, όπως ήταν αναμενόμενο, δείχνει ανίκανη στη χαλιναγώγηση της άγριας επίθεσης του κεφαλαίου και των ωμών εκβιασμών της πολιτικής ολιγαρχίας που, για λόγους ευγενείας, τους ονομάζουμε «διαπραγμάτευση». Οπότε μπορούμε να φανταστούμε τι θα επακολουθήσει κατά τον Ιούνη, όταν το μεγάλο διαπραγματευτικό χαρτί, η νωπή λαϊκή εντολή θ’ αρχίσει να μπαγιατεύει. Σίγουρα στο ενδιάμεσο να δοθούν ορισμένα ψίχουλα εν είδει κρατικής φιλανθρωπίας προκειμένου οι ριζοσπάστες να βαυκαλίζονται για το τέλος της λιτότητας ή την αντεπίθεση στον νεοφιλελευθερισμό. Βέβαια αυτή η δονκιχωτική μάχη έχει και θα έχει σύμμαχο την ευρύτερη κοινωνική λιποταξία απ’ το πολιτικό ζήτημα. Επομένως, ακόμη και για τη χειρότερη των εξελίξεων πιθανότατα ένα αποφασιστικό κομμάτι της κοινωνίας δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα και να ανησυχεί, καθότι δεν τρέφει και τρομερές αυταπάτες ότι υπό αυτές τις συνθήκες θα μπορούσαν να γίνουν «θαύματα»· η σχιζοφρένεια και η απόγνωση που έφερε ο νεοφιλελευθερισμός αρχίζουν να εμπεδώνονται, να κανονικοποιούνται· there is no alternative.

Άλλωστε, κύριο μέλημα ενός πλειοψηφικού ρεύματος της κοινωνίας ήταν και είναι, όπως ήδη ειπώθηκε, «να φύγουν αυτοί» ή, έστω, «να δούμε και κάτι καινούριο». Από τη στιγμή που το εκλογικό σώμα ταυτίζει την πολιτική στάση με την καταναλωτική συμπεριφορά, τότε εύλογο είναι πως υπό το άγχος μην αφήσουμε κάποια ευκαιρία να μας προσπεράσει και κάποια ηδονή να μείνει ανεκμετάλλευτη, θα πρέπει «να τους δοκιμάσουμε κι αυτούς»: η πολιτική αυτομάτως υποβιβάζεται σε κάτι μεταξύ τηλεοπτικού show και ζητήματος καλαισθητικής κρίσης, γευσιγνωσίας. Αυτό όμως που μένει επιτέλους να διατυπωθεί από όσους ενδιαφέρονται για την πολιτική ζωή αυτού του τόπου είναι πού οδήγησε τελικά η «ψήφος ανοχής» που δόθηκε στον Συ.Ριζ.Α. απ’ τα κοινωνικά κινήματα εδώ και κοντά τρία χρόνια, και τη στιγμή που οι σύντροφοι της Κουμουνδούρου πανηγυρίζουν μεθυσμένοι για την «κυβέρνηση της Αριστεράς» -με μια χείρα βοηθείας απ’ την αντιμνημονιακή Δεξιά– να γίνει και μια εκλογοαπολογιστική συνέλευση και στους κόλπους των κινημάτων.

Το κίνημα και η γραφειοκρατικοποίησή του

Είναι κοινός τόπος πλέον στις αναλύσεις που γίνονται απ’ την πλευρά των «από τα κάτω», ότι υπάρχει ένα γενικευμένο λίμνασμα της αδιαμεσολάβητης πολιτικής δράσης και των κινηματικών διαδικασιών εν γένει την τελευταία τριετία – μετά τον Φλεβάρη του 2012 και κυρίως από το καλοκαίρι του 2012 κι έπειτα που για πρώτη φορά είχαμε την εκτόξευση των ποσοστών του Συ.Ριζ.Α. Από κει και πέρα, όποιες προσπάθειες κι αν έγιναν γρήγορα καταδικάστηκαν στην αφάνεια ενώ τις περισσότερες φορές η ανοργανωσιά δεν έφερε καν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα παρά τη μαζικότητα: από τις απεργιακές κινητοποιήσεις που δεν απέτρεψαν κανένα νομοσχέδιο απ’ το να μην ψηφιστεί, το αντιφασιστικό κίνημα που δεν έριξε τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής, τα διάφορα SOS-κινήματα, τις προοδευτικές συμμαχίες των «ΟΧΙ-το-ένα», «ΟΧΙ-το-άλλο» και την αλληλεγγύη προς πάσα κατεύθυνση η κατάσταση μπορούμε να πούμε χειροτέρευσε ραγδαία. Σ’ αυτά κάλλιστα θα μπορούσε να προστεθεί ο εσωτερικός αλληλοσπαραγμός και ο ναρκισσισμός του «ποιος είναι ικανός να παίξει τον ρόλο της αξιόπιστης πρωτοπορίας» αντί να συγκροτηθούν δημοκρατικές συντονιστικές επιτροπές μεταξύ ίσων προκειμένου να υπάρξει μια οργάνωση και μια πολιτική δέσμευση της κάθε ομάδας, κοινωνικής συσσωμάτωσης, πολιτικής οργάνωσης, του κάθε σωματείου, συνδικάτου, καταναλωτικού συνεταιρισμού εντός ενός συγκεκριμένου καταστατικού πλαισίου αρχών και ενός συντακτικού σχεδίου για τις δυνατότητες μιας άλλης κοινωνίας. Όχι τυχαία, αυτή την παρακμή και εξουθένωση εκμεταλλεύτηκε ο Συ.Ριζ.Α. και αυτήν την παρακμή επιθυμούσε ανέκαθεν η ηγεσία του να διαχειριστεί. Ενώ τα κινήματα παίξανε όλα τα δοκιμασμένα σενάρια διαμαρτυρίας αδυνατώντας να κατανοήσουν ότι το «κοινωνικό συμβόλαιο» έσπασε απ’ την πλευρά των εγχώριων και ευρωπαϊκών ολιγαρχικών δυνάμεων τότε, λόγω έλλειψης σθένους, οράματος και απουσίας μιας έστω και υποτυπώδους οργάνωσης και θετικής πρότασης για το παρόν και το μέλλον, στράφηκαν μαζικά και άνευ απαιτήσεων προς τον Συ.Ριζ.Α. παραδίδοντάς του τα κλειδιά της αντίστασης και αναθέτοντάς του να λύσει όλα τα προβλήματα.

Αυτή η στάση δείχνει καθαρά την αδυναμία των κοινωνικών κινημάτων που αναδύθηκαν τα τελευταία χρόνια να συγκροτηθούν σε πολιτικό υποκείμενο όπου το καθένα θα υπερβεί τη λογική της ικανοποίησης των συντεχνιακών του αιτημάτων και θα προσανατολίσει τις δραστηριότητές του προς τον συλλογικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αν θα μπορούσαμε να διδαχτούμε κάτι από αυτή την εξέλιξη είναι δύο πράγματα: α) καταρχήν ότι από το μερικό, όπως είναι ο αντιφασισμός, οι οικονομικές διεκδικήσεις, οι περιβαλλοντολογικές ευαισθησίες, η αλληλεγγύη προς ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, ο ακτιβισμός εν γένει κ.α., δεν υπάρχει δίοδος μετάβασης προς το καθολικό, δηλαδή στους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να αλλάξει η πολιτική οργάνωση της κοινωνίας ως σύνολο β) η κλασική, χριστιανικών καταβολών και ντετερμινιστική αντίληψη ότι οι καταπιεσμένοι επαναστατούν όταν υποτιμάται το βιοτικό τους επίπεδο· η επαναστατική προοπτική μάλλον καθορίζεται από άλλους παράγοντες και όχι από την οικονομική αδικία, οπότε όσοι ευαγγελίζονται την ταυτότητα του επαναστάτη για τον εαυτό τους μάλλον θα έπρεπε να αναπροσδιορίσουν το περιεχόμενο του πολιτικού τους προβληματισμού.

Βέβαια όλη αυτή η διαδικασία δεν συνέβη στο κενό· σίγουρα η στρατηγική του σοκ και η βαθιά αναδιάρθρωση του συλλογικού βίου σε κάθε επίπεδο τα τελευταία χρόνια που σημαδεύτηκαν απ’ το πραξικόπημα της αριστοκρατίας του χρήματος και της πολιτικής ολιγαρχίας συνέβαλλε τα μέγιστα σ’ αυτήν την υποχώρηση της πολιτικής και την παράλληλη κατάσταση ενδοσκόπησης και ενασχόλησης του κάθε ατόμου ή ομάδας με «τα του οίκου». Κάπως έτσι φτάσαμε σ’ αυτόν τον ολοκληρωτικό κατακερματισμό και στη μετάβαση απ’ το «δημόσιο αγαθό» στα «ατομικά συμφέροντα». Η τακτική της Αριστεράς εδώ ήταν υποδειγματική: καταρχήν διαμέσου της ουδετεροποίησης του λαϊκισμού εκ μέρους των οργανικών της διανοουμένων ως ριζοσπαστική και προοδευτική απάντηση στον τεχνοκρατισμό και κατ’ επέκταση διαμέσου του περάσματος από τη θεωρία του λαϊκισμού στην πράξη, δηλαδή στην εξίσωση του γενικού συμφέροντος με το άθροισμα των ατομικών συμφερόντων· μ’ αυτόν τον τρόπο, οι διάφορες ομάδες πίεσης που διεκδικούν ή απαιτούν από μια κυβέρνηση αποκλειστικά την ικανοποίηση των αιτημάτων τους δίχως να προτάσσουν μια ευρύτερη εικόνα για την κοινωνία ή για κάποιο συγκεκριμένο συλλογικό υποκείμενο βαφτίζονται με την αφηρημένη έννοια του «λαού» το οποίο τις περισσότερες φορές σημαίνει τα πάντα και τίποτα. Στον βαθμό όμως που τα ατομικά συμφέροντα τυγχάνουν αυτής της μεταμφίεσης, και στον βαθμό που κάθε ομάδα επιθυμεί με οποιοδήποτε τρόπο την ικανοποίηση απλώς των συμφερόντων της τότε η πολιτική δράση απογυμνώνεται από κάθε νόημα και, επομένως, η ανάθεση έρχεται να ενδύσει αυτή τη γύμνια.

Η κατάσταση που έχει μέχρι στιγμής διαμορφωθεί τόσο στους κόλπους των βουλιαγμένων κοινωνικών κινημάτων όσο και στους κόλπους της κοινωνίας έχει περίπου ως εξής: οι άνεργοι ευελπιστούν ότι θα ανοίξουν νέες θέσεις εργασίας, οι εργαζόμενοι ευελπιστούν ότι θα πάει ο κατώτατος στα 751 και ότι θα επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις, οι συνταξιούχοι ευελπιστούν ότι θα γίνει κάτι με τα όρια ηλικίας και τα επίπεδα των συντάξεων, οι μικροεπιχειρηματίες και οι ιδιοκτήτες ακινήτων ευελπιστούν ότι θα πάρουν μια κάποια φορολογική ανάσα, οι εξαθλιωμένοι ευελπιστούν για λίγα παραπάνω συσσίτια, οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ, οι καθαρίστριες, οι σχολικοί φύλακες και όσοι τέθηκαν σε διαθεσιμότητα ευελπιστούν στην επαναπρόσληψή τους, οι αναρχικοί ευελπιστούν να μετριαστεί η καταστολή, οι δανειστές και οι ολιγάρχες ευελπιστούν ότι δεν θα υπάρξει καμιά σύγκρουση αναφορικά με τις δεσμεύσεις του ελληνικού Κράτους, τη δανειακή σύμβαση του χρέους και το Ευρώ. Μέσα σ’ αυτά να προσθέσουμε την αδιαφορία της μιας κοινωνικής κατηγορίας για την άλλη και την αδιαφορία όλων προς τις δυνατότητες νέων τρόπων διακυβέρνησης που τόσο θα διασφαλίζουν μέσω του απαραίτητου θεσμικού υπόβαθρου πως τα συλλογικά προβλήματα θα λύνονται με δίκαιο για όλους τρόπο όσο και θα προσφέρουν γόνιμο έδαφος για την ανάδυση μιας νέας πολιτικής αρετής ελεύθερων ανθρώπων ικανών να επωμιστούν τις ευθύνες για τις πράξεις τους δίχως την ανάγκη ύπαρξης κάποιας διαχωρισμένης πολιτικής οντότητας.

Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, ο προβληματισμός εδώ δεν υπονοεί ότι κακώς υπάρχουν αυτά τα αιτήματα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι περισσότεροι έχουμε συντριβεί και εξαντληθεί οικονομικά τα τελευταία χρόνια. Ο προβληματισμός μάλλον προσπαθεί αφενός να διερωτηθεί «τι είναι αυτό που οδήγησε σ’ αυτόν τον συμβιβασμό των πολιτικών και κινηματικών δυνάμεων με την επιλογή τους να στηρίξουν έμμεσα ή άμεσα τον Συ.Ριζ.Α.» και αφετέρου να διαβεβαιώσει πως η διορθωτική δικαιοσύνη που επαγγέλλεται η νέα «κυβέρνηση όλων των Ελλήνων», όσο καλοδεχούμενη κι αν είναι, δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική χειραφέτηση του ανθρώπου. Άλλο διόρθωση και υπεράσπιση των οικονομικών κεκτημένων και άλλο αλλαγή των πολιτικών δομών και νέες μορφές διακυβέρνησης των ανθρώπων. Και δυστυχώς αυτή η συνταύτιση είναι που θολώνει το τοπίο του πολιτικού ζητήματος και διαστρεβλώνει τις προϋποθέσεις να ενεργήσουμε ως πολιτικά όντα. Γι’ αυτό και ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων έχει φθαρεί, επειδή απλώς έχουν καταντήσει να συνιστούν μια μικρογραφία της κοινωνικής πραγματικότητας δίχως πρόταγμα και θεσμισμένες ηθικο-πολιτικές πρακτικές, επιδιώκοντας τελικά απλώς την ικανοποίηση των αναγκών τους. Η εμφάνιση του Συ.Ριζ.Α. στο πολιτικό προσκήνιο είναι γεγονός επειδή έρχεται ακριβώς να πατήσει σ’ αυτόν τον ιστορικό συμβιβασμό και να τον επικυρώσει, προσπαθώντας παράλληλα να διαγράψει κατά το δυνατόν απ’ τη συλλογική μνήμη το πολιτικό ζήτημα που διατυπώθηκε, έστω και εν σπέρματι, ρητά στο «κίνημα των πλατειών» όπως αναφέρθηκε και στην αρχή αυτού του κειμένου – βέβαια, όχι χωρίς την απαραίτητη συναίνεση των ίδιων των «από τα κάτω» και των «αμεσοδημοκρατών».

Η κυβέρνηση της Αριστεράς

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα σιωπηρής συναίνεσης που χαρακτηρίζει τους φορείς της πολιτικής δράσης, και πέρα από κάποιες υποχρεωτικές και άνευ νοήματος τελετουργίες που έρχονται να ξορκίσουν το «Κακό» (συγκέντρωση του Κ.Κ.Ε. στο Σύνταγμα, διαμαρτυρίες έξω απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, αντικρατική πορεία των αναρχικών κ.ο.κ.), έρχεται η πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς. Έχοντας μια κοινωνία ποδοπατημένη που το μόνο που δείχνει να ζητάει είναι την ησυχία της, το έργο αυτής της κυβέρνησης δεν θα ‘ναι ιδιαίτερα δύσκολο ως προς τις τακτικές εφησυχασμού της κοινής γνώμης και πιθανότατα θα χωριστεί σε δυο βασικούς πυλώνες: τον επικοινωνιακό και τον διαχειριστικό.

Προς τέρψιν των αριστερών και των επαναστατημένων τηλεθεατών θα υπάρξει αναμφισβήτητα μια αριστερή επικοινωνιακή πολιτική που θα επεκτείνεται από τους «όρκους του Βουνού» όπως έκανε η Ρένα Δούρου κατά την ορκωμοσία της ως Περιφερειάρχης Αττικής, με τους πανηγυρισμούς υπό τον ύμνο της ΕΛΑΣ όπως έκανε ο βουλευτής Κώστας Λαπαβίτσας, τους φόρους τιμής προς τους πεσόντες της Καισαριανής, τις σφιχτές γροθιές στον αέρα να υπενθυμίζουν τον Λένιν και τον Τρότσκι, τα σφυροδρέπανα και τις bandiere rosse στις φιλοκυβερνητικές συγκεντρώσεις, τη νεκρανάσταση της κάθε ξεχασμένης απ’ την Ιστορία αριστερίστικης γκρούπας στην Ευρώπη που βαυκαλίζεται ότι στην Ελλάδα πραγματοποιείται καμιά επανάσταση, τους βαρουφάκειους τσαμπουκάδες στους νεοφιλελεύθερους λύκους, μέχρι το κόκκινο φόντο στις αίθουσες τύπου, τις υπογραφές κειμένων εκ μέρους των προοδευτικών διανοουμένων παγκοσμίως και τις προσκλήσεις του Σλάβοϊ Ζίζεκ, του Νόαμ Τσόμσκι και της Τζούντιθ Μπάτλερ σε εκδηλώσεις και συνέδρια για μια άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα. Πρόκειται για την κατασκευή μιας βιομηχανίας πολιτισμικής ανακύκλωσης όπου η αυτοκρατορία της πολιτικής ανάθεσης θα λειτουργεί σαν μοντέλο προσομοίωσης του επαναστατικού πράττειν.

Κι όσο οι ριζοσπάστες θα τρέφουν την ανεπάρκειά τους με ιδεολογία, ο Συ.Ριζ.Α. θα πρέπει να διαχειριστεί τον κρατικό μηχανισμό και να επανεκκινήσει με κάποιον τρόπο την καπιταλιστική οικονομία. Έτσι, είτε το θέλει είτε όχι θα χτίζει το προφίλ της υπεύθυνης Αριστεράς που είναι πρόθυμη να χρηματοδοτήσει Μελισσανίδη και λοιπούς να κάνουν «business as usual», θα φέρει την «ανάπτυξη» στο λιμάνι του Πειραιά, θα καθησυχάζει τους δημοσιογράφους, θα συνασπιστεί με την Εκκλησία, θα διαβεβαιώνει στους ανθρώπους των Αγορών πως τίποτα δεν θα πάει στραβά (άλλωστε δεν ήρθε δα και κανένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που θ’ ανατρέψει τον καπιταλισμό!), και το ευρώ, πάνω απ’ όλα το ευρώ δεν κινδυνεύει από τις στοιχειώδεις πρώτες βοήθειες στα καθημαγμένα πρώην μικρομεσαία στρώματα. Λέγεται διαρκώς τον τελευταίο καιρό πως ζούμε μια ιστορική στιγμή. Όντως. Πρόκειται για τη στιγμή της αριστερής διακυβέρνησης του καπιταλισμού. Μόνο που δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σύμφωνα με τα λόγια του γερο-Μαρξ, ακριβώς επειδή αυτή η ιστορική στιγμή έχει επαναληφθεί 2 με 3 φορές ακόμα στην Ιστορία του 19ου και 20ου αιώνα, πλέον δεν πρόκειται περί αυθεντικής ανάδυσης ενός γεγονότος άνευ προηγουμένου αλλά περί φάρσας. Διότι η «παραγωγική ανασυγκρότηση» ως επιστροφή στην προ κρίσης εποχή θα αναχαιτιστεί τόσο από τους μηχανισμούς εξουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από τους βαρόνους του τραπεζικού συστήματος, τους κεφαλαιοκατόχους και τους υποψήφιους επενδυτές. Και οι διοικητικού τύπου μεταρρυθμίσεις κοινωνικού και πολιτισμικού φιλελευθερισμού που προτείνει ο Συ.Ριζ.Α. ως προϋποθέσεις για τον εξορθολογισμό και την τακτοποίηση του Κράτους πιθανότατα δεν θα κατευνάσουν τους ανοιχτούς εκβιασμούς του κεφαλαίου αν δεν καταστούν αυτομάτως αποδοτικές οικονομικά, αν δεν καταφέρουν με άλλα λόγια να εντείνουν τον εσωτερικό ανταγωνισμό των «από τα κάτω» αποσυμπιέζοντας ακόμη περισσότερο την αυτοϋποτίμησή τους έστω και με πλάγιους τρόπους.

Μέχρι στιγμής, το κυβερνητικό apparatus του Τσίπρα δείχνει να τα πηγαίνει καλά τόσο στο επικοινωνιακό όσο και στο διαχειριστικό κομμάτι, αν είναι να κρίνουμε τις καταστάσεις μέσα απ’ το κλίμα αυτής της άνευ όρων υπομονής στις τάξεις των ψηφοφόρων αλλά και της σχετικής επιδοκιμασίας στα δελτία των 8, όπου ο Πρωτοσάλτε, ο Παπαδημητρίου και ο Πρετεντέρης, παρά τις όποιες κριτικές στις λεπτομέρειες, δείχνουν να πιστεύουν στη νέα κυβέρνηση και στη στροφή στον ρεαλισμό. Έτσι έχουμε αφενός επικοινωνιακά το cool, ανέμελο και νεανικό προφίλ της κυβέρνησης που δείχνει να είναι ελκυστικό στους μεταμοντέρνους, κοσμοπολίτες μικροαστούς ή τον αναίμακτο και δίχως πολιτικές επιπτώσεις επαναστατισμό του Μηλιού, του Γλέζου και του Λαπαβίτσα για να ικανοποιηθούν οι απαιτητικοί αριστεροί και αφετέρου έχουμε την υλική κατοχύρωση και τη συμβολική επισφράγιση, στο πολιτικό επίπεδο, της νέας πραγματικότητας στη χώρα: το χρέος της χώρας τελικά αναγνωρίζεται ως βιώσιμο – τουλάχιστον μέχρι ν’ ανέβουν οι PODEMOS στην εξουσία–, οι ρυθμίσεις στα χρέη και η αναγκαιότητα για την αποπληρωμή τους από την πλευρά των υποτελών («πατριωτικό καθήκον» ο ΕΝΦΙΑ!) σημαίνει πως όλη αυτή η υπερχρέωση των «από τα κάτω» τα τελευταία πέντε χρόνια εξαιτίας της υπερφορολόγησης των πολιτών από τα μνημονιακά μέτρα αναγνωρίζεται από την κυβέρνηση της Αριστεράς ως ηθική και νόμιμη με την υποσημείωση μιας κάποιας διευκόλυνσης, η διαγραφή όλων των άγριων νεοφιλελεύθερων μέτρων με ένα μόνο νόμο έχει ξεχαστεί, ο ευρωμονόδρομος είναι γεγονός, η Βουλή θα συνεχίσει να παρακάμπτεται με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, ενώ ο περίφημος 4ος Πυλώνας του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης περί «εκδημοκρατισμού του Κράτους», «αποκέντρωσης της εξουσίας» και δυνατότητας για «λαϊκές πρωτοβουλίες για διεξαγωγή δημοψηφισμάτων» δεν συζητιέται καν ίσως και γιατί δεν αφορά μάλλον κανέναν.

Η δημοκρατία και το ζήτημα της εξουσίας

Ο παραγκωνισμός οποιουδήποτε διαλόγου γύρω απ’ το ζήτημα της εξουσίας δείχνει πραγματικά την υποχώρηση του πολιτικού ή μάλλον, από τη στιγμή που διαφαίνεται αυτός ο λανθάνων ιστορικός συμβιβασμός μεταξύ κοινωνίας, κοινωνικών κινημάτων και Αριστεράς, της διαβεβαίωσης ότι η πολιτική λύση είναι ο Συ.Ριζ.Α. Επομένως, με το πολιτικό ζήτημα διευθετημένο, το μόνο που απομένει είναι να εγγυηθεί εκ νέου το κομματικό μοντέλο διακυβέρνησης μέσω του κοινοβουλευτισμού την έξοδο από το οικονομικό αδιέξοδο. Με τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού ότι το κόμμα του και η κοινοβουλευτική του ομάδα θα υπερασπιστούν «κάθε λέξη του Συντάγματος» μπορούμε να πούμε ότι μπαίνει, έστω και προσωρινά, ένα τέλος στην «κρίση της αντιπροσώπευσης και του κοινοβουλευτισμού». Η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης μόλις τελείωσε· πλέον, τα κεφάλια μέσα, ξαναμπαίνουμε σιγά σιγά σε τροχιά πολιτικού αυτοματισμού με το κοινοβούλιο και το κυβερνητικό σχήμα να έχουν όλη την εξουσία και τους πολίτες να υποβιβάζονται εκ νέου σε καταναλωτές, ψηφοφόροι και φορολογούμενοι.

Αν υπάρχει μια ιστορική ιδιαιτερότητα σ’ αυτή τη νέα συνθήκη, της οποίας τις ρίζες μπορούμε να βρούμε στην άνοδο της μετανεωτερικότητας και στο «τέλος των μεγάλων αφηγήσεων» και του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, είναι πως για πρώτη φορά τόσο η Αριστερά όσο και τα κινήματα (με ελάχιστες εξαιρέσεις) δεν έχουν ένα πρόγραμμα εξουσίας, που να τους διακρίνει ριζικά απ’ τους πολιτικούς αντιπάλους της φιλελεύθερης Δεξιάς, ένα πρόγραμμα με άλλα λόγια μεταβατικής εξόδου απ’ τον καπιταλισμό που να σκοπεύει στην χειραφέτηση και την αυτεξουσιότητα των ανθρώπων. Ακόμα και οι λενινιστικές υπόνοιες περί εργαλειακής κατάληψης της κρατικής εξουσίας από τον Συ.Ριζ.Α. προκειμένου να ξεκινήσει η νέα χρυσή εποχή της ελευθερίας και του δημοκρατικού σοσιαλισμού δεν έχουν καμιά πραγματική βάση. Η Αριστερά σήμερα, τόσο στην Ελλάδα όσο και σχεδόν παντού στον κόσμο, το μόνο που επιδιώκει είναι να διαχειριστεί με λίγο πιο ανθρώπινο τρόπο την ακραία εξαθλίωση και τη φτωχοποίηση, σίγουρα όχι να διαπαιδαγωγήσει ελεύθερους πολίτες, δημόσια ηθικά πρόσωπα. Από τη «διακυβέρνηση των ανθρώπων» περνάμε στη «διαχείριση των πραγμάτων».

Ίσως μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες, οι λόγοι που θα έκαναν κάποιον να ψηφίσει Αριστερά να στηριζόταν στην πολιτική του στράτευση γύρω απ’ τον μετασχηματισμό της εξουσίας, για τη δημιουργία ενός καθεστώτος με περισσότερες ελευθερίες, ανεκτικότητα και δικαιότερη νομή της εξουσίας στο σώμα των πολιτών. Δεν βρισκόμαστε πλέον εκεί. Και αυτό φαίνεται με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο στην εθελούσια απαλλοτρίωση της όποιας αντι-εξουσίας μπορεί να είχαν τα κοινωνικά κινήματα στην προ-Συ.Ριζ.Α. εποχή και εν μια νυκτί να μετατρέπονται από κοινότητες αντίστασης και αυτοθέσμισης σε πρώην αντιπολιτευτικές και νυν φιλοκυβερνητικές δυνάμεις. Και αυτή η αποκάλυψη δείχνει την παντελή απουσία μιας πολιτικής αυτοσυνειδησίας και εικόνας των περισσότερων κοινωνικών κινημάτων που αναδύθηκαν στην Ελλάδα της κρίσης που θα έδινε το έναυσμα ώστε να παίξουν τον ρόλο όχι απλώς του τελετουργικού αριστερισμού της καταγγελίας αλλά να δημιουργήσουν μια κοινωνία μέσα στην κοινωνία, να κυοφορήσουν το νέο μέσα στο παλιό και να αρχίσουν να θέτουν ερωτήματα ουσίας για τον τρόπο που θα μπορούσε αυτή η νέα φαντασιακή θέσμιση να διαδεχτεί τη σημερινή παρακμή: «ποιος αποφασίζει;», «τι αποφασίζει;», «με ποιους τρόπους αποφασίζει;».

Αυτή η αδυναμία των κοινωνικών κινημάτων, του αντιεξουσιαστικού χώρου και όλων των πρωτοβουλιών για την άμεση δημοκρατία και την αυτοδιεύθυνση να μετατραπούν από μεταεφηβικές αφορμαλιστικές αδελφότητες σε πολιτικό υποκείμενο έχει οδηγήσει στη σημερινή αναδίπλωση, υποχώρηση και παραίτηση. Με την ιδεολογική και εργαλειακή χρήση της (άμεσης) δημοκρατίας εδώ και αρκετά χρόνια το στοίχημα τελικά ήταν η αποθέωση της διαδικασίας και η χαρά της συμμετοχής και όχι η απάντηση των υπαρκτών και συγκεκριμένων προβλημάτων των συμμετεχόντων και της υπόλοιπης κοινωνίας. Οπότε, όταν προέκυπτε κάποιο πραγματικό δίλημμα ή μια εσωτερική αντίφαση στο δημοκρατικό κίνημα, αυτό συνήθιζε να αναθέτει τη λύση της στο Κράτος. Έτσι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε με την πλήρη ανικανότητα του υπό διάλυση δημοκρατικού κινήματος να απαντήσει στα ζωτικής σημασίας διλήμματα που καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει απ’ τα ιδανικά του, να διατηρεί τη δημοκρατία υπόθεση «ομοϊδεατών» (ακάθαρτων αμεσοδημοκρατών, αριστερών και αντιεξουσιαστών) για άνευ σημασίας ζητήματα και να περιοριστεί σε μια αριστερή αντιπολίτευση – όπως κάνει μέχρι και σήμερα.

Αυτή η περιθωριοποίηση της δημοκρατίας έπληξε ανεπανάληπτα τον πολιτικό λόγο και το ίδιο το περιεχόμενο της δράσης των κινημάτων. Και αν υπάρχει κάποια τύχη να ξαναγεννηθεί ένα κίνημα το οποίο θα βρει το θάρρος και το σθένος να θέσει το επαναστατικό ζήτημα, το ζήτημα με άλλα λόγια της τροπικότητας της εξουσίας αυτό θα γίνει μόνο εφόσον αυτό το κίνημα αποκτήσει πολιτικά και πολιτειακά χαρακτηριστικά και ξαναθέσει τη δημοκρατία ως πρόταγμα συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας στο πολιτικό, οικονομικό, ηθικό, ψυχολογικό επίπεδο· εκεί, με άλλα λόγια, όπου το άτομο απελευθερώνει τις δυνάμεις του μέσα στον κοινό χώρο της πράξης και της ομιλίας. Όσο όμως τα κινήματα δεν οικοδομούν από τώρα την αναπαράσταση μιας δημοκρατικής κοινωνίας, όσο δεν προτάσσουν αυτή την εικόνα στην εσωτερική τους οργάνωση και την ομοσπονδιακή συνεργασία τους και όσο δεν προωθούν πολιτειακές αλλαγές εκδημοκρατισμού, τότε τα πράγματα θα παραμείνουν ως έχουν, να περιοριζόμαστε δηλαδή να καταγγέλλουμε την κυβέρνηση που δεν εφαρμόζει τις προγραμματικές τις θέσεις ή που δεν είναι τόσο φιλελεύθερη και ανοιχτόμυαλη όσο θα θέλαμε.

* Το παρόν κείμενο γράφτηκε λίγες μέρες μετά τις εκλογές της 25ης Γενάρη 2015. Η ευφορία εκείνων των ημερών ότι η Ελλάδα και η Ευρώπη αλλάζουν, η κρυφή γοητεία των νέων κυβερνώντων και οι φιλοκυβερνητικές ανάσες αξιοπρέπειας οδήγησαν το κείμενο στο συρτάρι. Πλέον που η σκόνη έχει καθίσει και αρχίζουμε σιγά σιγά να συνερχόμαστε απ’ το εκλογικό hangover, ίσως να βρεθούν και ευήκοα ώτα που να συμμερίζονται τους προβληματισμούς του κειμένου χωρίς να προβούν στις απαραίτητες τελετουργίες κατηγοριοποίησης των απόψεων που εκφράζονται ως «φασιστικές», «σαμαρικές» και «ελιτίστικες». Έγιναν γι’ αυτόν τον λόγο κάποιες επικαιροποιήσεις που φέρνουν το κείμενο λίγο πιο κοντά στα νέα δεδομένα, ενώ κατά τ’ άλλα ο κορμός του προβληματισμού έμεινε άθικτος.

Το νέο Easternlin-Paradox*

123813-1111manipulation-ideas-14

Είναι καιρός να ξεφύγουμε από τις συλλογικές ψευδαισθήσεις, που τόσο καλά μας βύθισε σε αυτές, το όνειρο της εποχής πριν την κρίση του 2008. Η κρίση πάντα υπήρχε και μάλιστα σε κάθε επίπεδο, πέραν της αριθμητικής οικονομίας, μα ο τρόπος ζωής μας αδυνατούσε να την βγάλει στην φόρα. Χρειάστηκε ο οικονομισμός και η αυταρχικότητα της μέσης λύσης, πέρα των άκρων δηλαδή, του ύστατου νεοφιλελευθερισμού για να μας δείξει πως ο μαρασμός μας, δεν είναι μονό ισολογιστικά λάθη, μα κάτι παραπάνω. Ο άνθρωπος πεθαίνει, μαζί του οι αξίες , η γνώση, τα αισθήματά του, το περιβάλλον, η σκέψη, όλο αυτό που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως ζωή.

Ο τρόπος παραγωγής αποστείρωσε κάθε ιδεολογία, κάθε συναίσθημα, κάθε λόγο ύπαρξης, θέτοντας την επίτευξη του μέγιστου κέρδους σαν υπέρτατη αξία της ζωής. Η ζωή έπαψε να είναι μια περιπέτεια και έγινε μια ατέρμονη διαδικασία παραγωγής πλεονάσματος. Πλεονάσματος, που καταστρέφεται για να ικανοποιηθεί η ληστρική επιθυμία μας να αποκτήσουμε κέρδος. Κέρδος, που ποτέ δεν έρχεται σε συμφωνία με την ανθρωπιά και την συνθήκη να ζούμε σε αρμονία με τον κόσμο γύρω μας. Ο πολιτισμός της παραγωγής που δομήσαμε, όσο απεχθές και αν ακουστεί, είναι μια παραφωνία στο φυσικό μας περιβάλλον και κάπου εκεί ξεκινάει η κρίση.

Ο παροξυσμός μας για την ανάπτυξη μας αποστερεί τις ακόμη και τα βασικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά μας. Ο έρωτας, η σκέψη, ο τρόπος έκφρασής μας, διαμορφώθηκαν έτσι ώστε να εξυπηρετούν τον ανώτερο σκοπό της ανάπτυξης το κέρδος. Κάνουμε έρωτα, όχι επειδή είμαστε άνθρωποι και γουστάρουμε να κάνουμε έρωτα, αλλά επειδή θέλουμε να κερδίσουμε σεβασμό στον κοινωνικό μας περίγυρο (πχ. Η εικόνα του “άντρακλα”), καθιστώντας την πιο όμορφη ανθρώπινη επαφή, ένα είδος δημόσιας σχέσης, αποξενώνοντας τον άνθρωπο από την χαρά της ζωής. Η σκέψη ακόμα γίνεται ένα εργαλείο παραγωγής. Επιχειρούμε δίχως τέλος ματαιόδοξα ταξίδια στην λύση του θαύματος της ζωής ή στην εξερεύνηση των κόσμων πέρα από τον δικό μας, όχι για να δώσουμε κάποια απάντηση σε αυτά ώστε να συνειδητοποιήσουμε ποιοι είμαστε και γιατί είμαστε εδώ, μα για να αυξήσουμε την ικανότητά μας να παράγουμε συνεχώς κέρδος, εξ ‘ου λοιπόν οι “διακοπές στο διάστημα”, οι “γονιδιακές τράπεζες” , οι 3d εκτυπωτές, που δείχνουν το όραμα μιας τέλειας τεχνολογικής ουτοπίας, που δίνει την λύση σε κάθε υλικό πρόβλημα, αγνοώντας πλήρως κάθε τι που πηγάζει από τον ίδιο τον άνθρωπο.

Πολλοί θα πουν είναι η φυσική εξέλιξη του ανθρώπου για να επιβιώσει, να γίνει ένα με την τεχνολογία της ανάπτυξης, να αποικήσει στο διάστημα, να ξεπεράσει κάθε οικονομική κρίση- με μια οικονομική ευζωία-, να αποστειρώσει πλήρως τα συναισθήματά του που εμποδίζουν την έλευση ενός τέτοιου φωτεινού οράματος. Υπάρχει ένα λάθος εδώ όμως, απολύτως σημαντικό. Μιλάμε για το μέλλον της ανθρωπότητας, προβλέποντας την ιστορική μας τάση και όχι δημιουργώντας την ίδια την ιστορία και αυτό είναι η πηγή της κρίσης που πάντα βιώναμε.

Η αποκοπή μας από την φύση, η προσήλωση στον μεσσιανισμό της “ανάπτυξης”, διαστρέβλωσε την ανθρωπιά μας-κάτι που πηγάζει από την σχέση μας με την φύση- σε τέτοιο βαθμό που δρούμε έτσι ώστε να καταστρέφουμε τις τελευταίες ομορφιές του φυσικού και φαντασιακού μας κόσμου.

Οι δείκτες ευζωίας μας δεν μετράνε την καταστροφή που προξενούμε στο περιβάλλον, τα μέτρα “βιώσιμης ανάπτυξης” ή ακόμα καλύτερα η “πράσινη ανάπτυξη” μας δίνουν το άλλοθι να παράγουμε περισσότερο-ξεχνώντας πως καταστρέφουμε περισσότερο-, την ίδια στιγμή που η ποιότητα ζωής μας υποβαθμίζεται ολοένα και πιο πολύ στις μεγαλουπόλεις. Την ίδια στιγμή οι “αναπτυσσόμενες” χώρες, παλεύουν να ζήσουν το δυτικό όνειρο μπαίνοντας στον άγριο χορό της ανάπτυξης, σφάζοντας φυσικούς θησαυρούς στο όνομα του κέρδους. Ζώα, δάση, λίμνες, άνθρωποι ψοφάνε για την δυτική ευτυχία κάτω από πριόνια, υψικαμίνους και μπουλντόζες. Πόλεμοι στο όνομα του νερού, του πετρελαίου, του γαιάνθρακα, του ουρανίου ξεκάνουν τη ανθρωπότητα για να προχωρήσουμε στις τεχνολογικές μας ουτοπίες, που θα αποθεώνουν την απολυταρχία, την ανελευθερία, την απανθρωπιά.

Ο άνθρωπος μακριά από τη φύση γίνεται ολοένα και πιο μόνος, ολοένα και πιο αλαζόνας, ολοένα και πιο πλεονέκτης, ολοένα και πιο “πολιτισμένος”, ολοένα και ατομιστής, ολοένα και πιο “αποπολιτικοποιημένος”, ώστε να κερδίσει περισσότερα, περισσότερα, περισσότερα…

Πρέπει να ξεκολλήσουμε από τα όνειρα του να γυρίσουμε στις εποχές της προ-οικονομικής κρίσης, σε κείνα τα όνειρα της ανάπτυξης, γιατί οι μέρες μας εδώ πέρα είναι μετρημένες, ανεξάρτητα από αυτόν που τελικά θα διαχειριστεί την παραγωγή. Είναι πια το κρίσιμο σημείο της ανθρωπότητας και ακόμα παραπάνω της φύσης. Και δεν ρίξω στο τραπέζι την “βαθιά οικολογία”, γιατί αρκετοί την αποδοκιμάζουν άκριτα, παρά μόναχα ένα δίπολο: Ή θα αυτοκτονήσουμε επιδιώκοντας την ανάπτυξη ή θα ζήσουμε με μια τελείως νέα συνείδηση πιο κοντά στην φύση, άρα και στον άνθρωπο, ικανή να κάνει τον άνθρωπο πραγματικά ευτυχισμένο.

(Πριν λίγες δεκαετίες η ευτυχία-που συνέπιπτε με το αν είναι φτωχός ή όχι- του μέσου ανθρώπου, καθοριζόταν από το άμα είχε στην κατοχή του δυο τηλεοράσεις. Τώρα το μέτρο της ευτυχίας είναι η κατοχή σύνδεσης στο διαδίκτυο. Ας αναλογιστούμε αυτό.)

*Από τη δεκαετία του 1970 παρατηρήθηκε για πρώτη φορά το παράδοξο («Easterlin-Paradox»,1974), σύμφωνα με το οποίο: Η ικανοποίηση και η ποιότητα ζωής των ανθρώπων, από ένα σημείο και μετά, δεν εξαρτάται από την αύξηση του εισοδήματος και της κατανάλωσης, αλλά πολύ περισσότερο από άλλους παράγοντες.

Το Ελληνικό Κράτος και η αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας

laxeio

Ένα από τα στοιχεία που χωρίς αμφιβολία χαρακτηρίζουν και διακρίνουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο το Ελληνικό Κράτος, είναι η σχέση του με την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Στο διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας (που διαφαίνεται πως δειλά ανοίγει η νέα κυβέρνηση), άμεση είναι η εμφάνιση αντιδράσεων, οι οποίες αντιτάσσονται έντονα στο ενδεχόμενο (απευθυνόμενες συχνά στα βαθύτερα θρησκευτικά ένστικτα του λαού). Η μετάβαση της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας από το καθεστώς Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) σε καθεστώς Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) είναι ένα από τα ζητήματα που, κατά πάσα πιθανότητα, θα απασχολήσουν ξανά την ελληνική κοινωνία. Πολλές από αυτές τις αντιδράσεις φαίνεται ότι προσπαθούν να εντάξουν την – περί διαχωρισμού – συζήτηση στα πλαίσια της γενικευμένης επέλασης του δυτικοευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού.

Το εάν ο νεοφιλελευθερισμός επιβληθεί και στα άδυτα των οικονομικών της Εκκλησίας – πράγμα που ακόμη δεν έχει συμβεί παρόλη την αδυσώπητη επιβολή του στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας – μένει να το δούμε. Ωστόσο έχει ιστορική αξία μια σύντομη αναδρομή σε μια ακόμη διαχρονική «ελληνική ιδιαιτερότητα» που αφορά στην αντιπαραβολή της Ανατολής με τη Δύση. Ιδιαιτερότητα που εμπλέκει άμεσα και κατά κύριο λόγο την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Η αντιπαραβολή του δυτικού ευρωπαϊσμού με την – ανατολικής φύσης μετά-βυζαντινή και μετά-οθωμανική- ορθόδοξη θεοσέβεια έχει ξεκινήσει από τα τέλη του 18ου αιώνα [1]. Κατά την περίοδο διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας μεταξύ του 1830 και του 1880, καταγράφηκε μια αρχική στροφή στη Δύση. Στροφή που όμως σταδιακά μετατράπηκε σε «αντιδυτικισμό» και ενισχύθηκε από ιστορικά γεγονότα που ενοχλούσαν τους Έλληνες και τους έκαναν να αισθανθούν την απόσταση που τους χώριζε από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, ακόμα κι απ’ τις λεγόμενες «προστάτιδες» δυνάμεις και να επιθυμούν να «απογαλακτισθούν» από τη μητέρα Ευρώπη. Η σύνδεση με την Αρχαία Ελλάδα που έγινε σημαντικός σκοπός των Ελλήνων, συνεπαγόταν έτσι κι αλλιώς και σύνδεση με τη Δύση, η οποία είχε υιοθετήσει την ελληνική κλασική αρχαιότητα. Σε αυτή τη «διαλεκτική» η στάση της Εκκλησίας υπήρξε πάντα καταλυτική. Έτσι η Εκκλησία με την «αποκατάσταση» του Βυζαντίου ήρθε να καλύψει ένα μεγάλο κενό στο «εθνικό» ιδεολογικό οικοδόμημα της εποχής και να εξασφαλίσει την «ελληνική ενότητα» στο χώρο και το χρόνο. Στο Βυζάντιο λοιπόν παρήχθη «υψηλός πολιτισμός», ενώ τότε άνθισαν και τα εθνικά ιδανικά.

Ήδη από τη δεκαετία του 1850. Η «Μεγάλη Ιδέα» της Ελλάδας «των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών», ήθελε τη χώρα ως την μοναδική που θα μπορούσε να συνδυάσει στοιχεία Ανατολικής ορθοδοξίας και Δύσης. [2][3]

Το 1913, ο καθηγητής θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Αμίλκας Αλιβιζάτος, προειδοποιούσε[4]: «Ο νέος πολιτισμός, ο Ευρωπαϊκός, τον οποίον συνειδητώς ή ασυνειδήτως απεδέχθημεν ήδη (…) φέρει μεθ’ εαυτού ιδέες, όχι μόνον αντιθρησκευτικάς αλλά και αντεθνικάς και γενικώς αναρχικάς».

Έχει αξία να θυμηθεί κανείς τις προειδοποιήσεις του φιλοσόφου Χρήστου Γιανναρά [5], ο οποίος απευθυνόμενος στους Δυτικοευρωπαίους τους συμβουλεύει να μην αποστραφούν τον ελληνικό πολιτισμό (χωρίς ποτέ να καθορίσει με σαφήνεια σε ποιόν πολιτισμό αναφέρεται) και να διδαχθούν από την ορθοδοξία, η οποία εν τέλει θα είναι αυτή που θα τους προφυλάξει από τον ρασιοναλισμό και τον υλισμό.

Αντίστοιχα σκόπιμο είναι να θυμηθεί κανείς ένα από τα «περίφημα» άρθρα [6] του Γ. Μπαμπινιώτη. “Η Ορθοδοξία είναι στοιχείο αχώριστο, συνυφασμένο με τη συνείδησή μου ως Έλληνα… Όποιος μιλάει για Ορθοδοξία ερήμην του Ελληνισμού, νομίζω ότι ματαιοπονεί• όποιος όμως μιλάει για Ελληνισμό ερήμην της Ορθοδοξίας κάνει κάτι χειρότερο, ασχημονεί

Η οθωμανική αυτοκρατορία, που κυριάρχησε στη βαλκανική χερσόνησο επί πέντε περίπου αιώνες, ήταν κράτος της προεθνικιστικής περιόδου, κατά την οποία η μοντέρνα έννοια του «έθνους» ήταν άγνωστη. Όλη η οργάνωση της κοινωνίας βασιζόταν, όπως άλλωστε και στη βυζαντινή προκάτοχό της, στη θρησκεία. Κυβερνούσε τους υπηκόους της με το σύστημα των «μιλλετιών», δηλαδή των “θρησκευτικών εθνών”. Τα τέσσερα μιλλέτια, το ελληνικό, το αρμενικό, το εβραϊκό και το “τουρκικό” μιλλέτι αποτελούσαν το Οθωμανικό Κράτος [7]. Το ελληνικό μιλλέτι ελεγχόταν από τον ελληνορθόδοξο κλήρο, ο οποίος είχε σημαντική θρησκευτική, εκπαιδευτική, διοικητική και δικαστική εξουσία επί όλων των ορθοδόξων χριστιανών υπηκόων της αυτοκρατορίας, Ελλήνων και Σλάβων. Έλληνες κατείχαν σημαντικές διοικητικές θέσεις στην Υψηλή Πύλη, καθώς ήταν οι επίσημοι διερμηνείς (δραγουμάνοι) και κατά συνέπεια διαπραγματευτές για λογαριασμό του Σουλτάνου στις σχέσεις του με την Ευρώπη. Επίσης κυριαρχούσαν στο εμπόριο της Βαλκανικής, καθώς οι Τούρκοι δεν είχαν δικαίωμα από το Κοράνι να συναλλάσσονται με «απίστους».

Σήμερα η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία δεν έχει καταστεί δυνατή η θεσμική ολοκλήρωση του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους. Οι αιτίες, όπως συνοπτικά αναφέρθηκε παραπάνω, αν και δεν είναι ευρέως γνωστές, έχουν καθαρή ιστορική συνέχεια και εδράζονται σε ένα σπηλαιώδες, οικονομικής και πολιτικής φύσης, υπόβαθρο.

Αντίθετα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ο διαχωρισμός Εκκλησίας – Κράτους είναι σχετικά σαφής. Αυτός που, ανάλογα με τη χώρα, παραμένει ασαφής είναι ο διαχωρισμός της θρησκείας από την πολιτική. Σε γενικές γραμμές στην Ευρώπη η επίσημη θέση της Εκκλησίας είναι ότι η θρησκεία, και ιδιαιτέρως η Εκκλησία, έχει ιδιαίτερο ρόλο στην καθοδήγηση των συνειδήσεων, δρώντας έτσι ως ελεγκτικός και εξισορροπητικός παράγοντας ως προς την κρατική ισχύ. Στη σημερινή συγκυρία της οικονομικής κρίσης, η επαναφορά του ζητήματος διαχωρισμού Κράτους – Εκκλησίας στοιχειοθετεί μια απολύτως θετική προοπτική, άσχετα από το εάν η κυβέρνηση προχωρήσει (εάν φυσικά προχωρήσει) σε έναν φιλικό ή εχθρικό διαχωρισμό. Αν και πιθανότερη θα ήταν μια παραλλαγή του φιλικού διαχωρισμού με «καθαρή διάκριση και έμπρακτη συνεργασία» (κάτι ανάμεσα στο μοντέλο των ΗΠΑ και της Γαλλίας) όπως την περιέγραψε ο Jacques Maritain και o Alexis de Tocqueville [8][9].

Οποιαδήποτε προσπάθεια ουσιαστικής πολιτικής μεταρρύθμισης δεν μπορεί παρά να ανοίξει και αυτό το σημαντικό ζήτημα. Μια κοινωνία στα όρια της εξαθλίωσης όπως η ελληνική, πρέπει να λάβει υπόψη της σοβαρά τα παρακάτω:

  • Την επιβάρυνση των προϋπολογισμών με τη μισθοδοσία των ιερέων και με τον εκκλησιαστικό στόλο αυτοκινήτων. Έξοδα που κάλλιστα θα μπορούσε να αναλάβει η Εκκλησία (τόσο με την συνδρομή των μεγάλων και μικρών ευεργετών της, όσο και με την αξιοποίηση του πλούτου της).
  • Το άκρως ευνοϊκό καθεστώς φορολόγησης της τεράστιας ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας σε σχέση με του υπόλοιπους πολίτες. Εδώ αξίζει να θυμηθούμε πως στο Εθνικό Κτηματολόγιο δεν προσήλθαν ώστε να εγγραφούν η Εκκλησία, οι μονές και τα σχετικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.
  • Τις χρεώσεις, συχνά υπό μορφή εξαναγκαστικής δωρεάς, για την τέλεση όλων των εκκλησιαστικών μυστηρίων (γάμων, βαπτίσεων κ.λπ.).
  • Τα φαινόμενα των εικονικών δωρεών που κάθε άλλο παρά μεμονωμένα είναι.
  • Την ασυλία που παρέχεται στην Εκκλησία ως προϊόν αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην δαιδαλώδη κρατική γραφειοκρατία και το εξίσου πολυδαίδαλο Εκκλησιαστικό Δίκαιο.
  • Την εμπλοκή της Εκκλησίας σε ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας του Κράτους (ταυτότητες, γάμοι κ.λπ.) και την παρέμβασή της (άμεση ή/και έμμεση) στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.
  • Γενικότερα τη λειτουργία της Εκκλησίας (η οποία εκτός των άλλων διαθέτει και ομόλογα) ως αναπόσπαστο μέρος του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο ενώ δημόσια το καταγγέλλει, στην πραγματικότητα έχει υιοθετήσει πλήρως, και ασφαλώς όχι ως ιδιώτης σε καθεστώς ελεύθερων αγορών αλλά ως προστατευμένος επενδυτής με μορφή ΝΠΔΔ.

Σήμερα ελάχιστα ενδιαφέρει τον μέσο Έλληνα πολίτη και ειδικά τις νεότερες γενιές (που αδίκως θα επωμιστούν τα οικονομικά βάρη του χρέους στο μέλλον) εάν αφαιρεθεί το άρθρο 3 από το Σύνταγμα, εάν «κατέβουν» οι εικόνες (που ασφαλώς αποτελούν ιδιαίτερη, από εικαστική άποψη, κληρονομιά) από τους δημόσιους χώρους, ή εάν καταργηθούν οι θρησκευτικοί όρκοι. Η πίστη (καθώς και η επίκληση στην «Θεία Πρόνοια») αποτελεί ατομικό δικαίωμα και ασφαλώς είναι ένα άκρως προσωπικό θέμα. Ο σεβασμός στη όποια θρησκευτική πίστη και η επίγνωση της ελληνικής ιστορίας και παράδοσης είναι απολύτως άσχετα με την ουσία του ζητήματος. Εξάλλου και μετά τον διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας, η δεύτερη θα συνεχίσει να ασκεί τον ανθρωπιστικό και τον κοινωνικά-εθνικά ρυθμιστικό και συνεκτικό της ρόλο. Η τακτοποίηση των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, ουδεμία σχέση έχει με «συνωμοσίες» περί αποχριστιανισμού και εθνοκτονίας, αλλά αντιθέτως σχετίζεται με την εξοικονόμηση πολλών δεκάδων εκατομμύριων ευρώ προς όφελος των πολιτών.

Αυτό που ενδιαφέρει άμεσα όλους τους πολίτες, εκτός από την πολυπόθητη ισοκατανομή των οικονομικών βαρών, είναι η ισονομία και η δικαιοσύνη, που τόσο έχουν δεινοπαθήσει κατά τη λειτουργία του Ελληνικού Κράτους. Η συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας είναι εξέχουσας σημασίας και αυτή δεν δύναται να περιλαμβάνει ευνοϊκές ή μη εξαιρέσεις.

Οι αντιδράσεις από πλευράς Εκκλησίας και συνδαιτυμόνων αυτής, θα είναι πολλές και έντονες. Αυτές όμως δεν πρέπει να κάμψουν την βούληση της κυβέρνησης, οδηγώντας σε μια ακόμη μετάθεση του ζητήματος σε κάποιο άγνωστο μέλλον. Η μετάβαση σε καθεστώς ΝΠΙΔ όλων των Εκκλησιών και Αναγνωρισμένων Θρησκειών είναι καθοριστικής σημασίας. Μπορεί ο συσχετισμός πολιτικών δυνάμεων να φαίνεται αρνητικός, ωστόσο η προτεραιότητα και η συγκυρία είναι ευνοϊκές και καθοριστικές. Άλλωστε το ζήτημα της αποκρατικοποίησης της Εκκλησίας δεν περιλαμβάνεται (ούτε πρόκειται να περιληφθεί) στις όποιες μνημονιακές και μεταμνημονιακές δεσμεύσεις του Κράτους. Η κοινωνία δεν διαθέτει πλέον την πολυτέλεια χρόνου που, σε συνδυασμό με το έλλειμα πολιτικής βούλησης, της επέβαλε διαχρονικά αδιέξοδα όπως αυτό.

Οψόμεθα καθώς φαίνεται πως στο χάσμα ανάμεσα στο «Είμεθα πρώτα Χριστιανοί και μετά Έλληνες» και στο «Ανήκομεν εις την δύσιν», κάπου έχει χαθεί η Πολιτεία.

_____________________________________________________________________________

[1] Μαρία Κ. Καραγεώργου: Ελληνική Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός «Η Ιστορική συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας του νεοέλληνα και ο ρόλος της Ευρώπης»
[2] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης: Για τη «Μεγάλη Ιδέα» και τον εθνικισμό, “On the intellectual Content of Greek nationalism Paparrigopoulos, Byzantium and the Great Idea”.
[3] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες» και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια», στο Θάνος Βερέμης (επιμ.) Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1999, σελ. 111.
[4] Αμίλκας Αλιβιζάτος: Η οικονομία κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας (1949)
[5] Χρήστος Γιανναράς: Ορθοδοξία και Δύση – Η Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα (1972) & Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα (2005)
[6] Γεώργιος Μπαμπινιώτης: Οι άρρηκτοι δεσμοί Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-04-1998, Κωδικός άρθρου: B12477B051.
[7] Δημήτρης Κιτσίκης: “Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924”, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1988.
[8] Carson, D. A: Christ And Culture Revisited, σελ. 189, Wm. B. Eerdmans Publishing, 2008
[9] Alexis de Tocqueville: Democracy in America, σε επιμέλεια και μετάφραση Harvey Mansfield και Delba Winthrop, Σικάγο: University of Chicago Press, 2000.

Eπιχείρηση Πανδώρα – Υo tambien soy anarquista

Το κείμενο είναι μέρος της εισήγησης που παρουσίασε η συντακτική ομάδα Ιωαννίνων της εφημερίδας δρόμου Άπατρις στις εκδηλώσεις που έλαβαν χώρα στην κατάληψη Αντιβίωση (22/01) και στην κατάληψη Apertus (13/02) με θέμα την επιχείρηση Πανδώρα, το νόμο Φίμωτρο και την εκκένωση/ανακατάληψη/ανακατασκευή της κατάληψης Can Vies. Μέρος των πληροφοριών που κατατίθενται αντλήθηκαν από τηλεφωνική επικοινωνία με συντρόφισσες και συντρόφους, από Μαδρίτη και Βαρκελώνη, στη διάρκεια των εκδηλώσεων που συνδιοργανώθηκαν απ’ τη Σ.Ο Λάρισας και Ιωαννίνων στο στέκι La Rage στη Βέροια (08/01) και των Σ.Ο Λάρισας, Θεσ/νίκης και Ιωαννίνων στο Άνευ Αρχών στη Θεσσαλονίκη (09/01)

cartel-mural

Η κατάσταση στην Ισπανία δε διαφέρει σημαντικά από αυτή που εξελίσσεται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Με την ανεργία να κυμαίνεται τον περασμένο Ιανουάριο στο 23,7% του εργατικού δυναμικού, που σημαίνει 4,5 εκατομμύρια άνεργες/ους, και τον κατώτερο μισθό στα 485 ευρώ, το κράτος βγάζει κάθε όπλο απ’ τη φαρέτρα του ώστε να αντιμετωπίσει τις διεκδικήσεις και τους ριζοσπαστικούς αγώνες που αναδύονται μέσα απ’ την όξυνση των κοινωνικών και οικονομικών αντιθέσεων.

Αυτά μπορεί να είναι νέες μέθοδοι, μονάδες και εξοπλισμός της αστυνομίας, όπως οι μαζικές προληπτικές προσαγωγές, οι ομάδες ΔΕΛΤΑ και οι αύρες στην Ελλάδα, σε συνδυασμό μ’ ένα νέο νομικό οπλοστάσιο (όπως ο τρομονόμος, το άρθρο 187 Α του ποινικού κώδικα για τη σύσταση εγκληματικών οργανώσεων ,η σύσταση φυλακών υψίστης ασφαλείας τύπου Γ΄, οι επιστρατεύσεις απεργών κτλ) που ποινικοποιούν την αντιθεσμική πολιτική δράση- αποδίδοντας βαριές κατηγορίες σε διάφορες μορφές πολιτικής ανυπακοής στα προστάγματα του κράτους και του κεφαλαίου.

Αυτή ακριβώς είναι η κατεύθυνση που επιλέγει ν’ ακολουθήσει το ισπανικό κράτος, που κάνει ολοένα και περισσότερα βήματα ώστε να μοιάσει στο φρανκικό καθεστώς. Η πολιτική αυτή εκφράζεται με το χειρότερο τρόπο μέσα από το συνδυασμό του νόμου Φίμωτρου και της επιχείρησης Πανδώρα.

Νόμος Φίμωτρο

Στα μέσα, λοιπόν, του Δεκέμβρη του 2014, η ισπανική βουλή ενέκρινε τον περιοριστικό Νόμο για την Ασφάλεια του Πολίτη ή αλλιώς Νόμο Φίμωτρο. Τα σημεία που περιλαμβάνει και τα πρόστιμα από 600 έως 30,000 ευρώ που προβλέπει δικαιολογούν το όνομα του. Συγκεκριμένα, το τιμολόγιο που καταρτίστηκε στο όνομα της ασφάλειας είναι το εξής:

1. Φωτογράφηση ή ηχογράφηση της αστυνομίας – 600 έως 30,000 € πρόστιμο.
2. Ειρηνική ανυπακοή στην εξουσία – 600 έως 30,000 € πρόστιμο.
3. Κατάληψη τραπεζών ως μέσο διαμαρτυρίας – 600 έως 30,000 € πρόστιμο.
4. Διαμαρτυρία χωρίς άδεια – 600 έως 30,000 € πρόστιμο.
5. Πραγματοποίηση συνελεύσεων ή συναντήσεων σε δημόσιους χώρους – 100 έως 600 € πρόστιμο.
6. Παρεμπόδιση ή διακοπή έξωσης – 600 έως 30,000 € πρόστιμο.
7. Παρουσία σε έναν κατειλημμένο χώρο (όχι μόνο κοινωνικά κέντρα, αλλά και  σπίτια που καταλαμβάνονται από οικογένειες που έχουν υποστεί έξωση)
8. Οι μαύρες λίστες της αστυνομίας για  διαδηλωτές, ακτιβιστές και για τον εναλλακτικό Τύπο  έχουν νομιμοποιηθεί.
9. Συνάντηση ή συγκέντρωση μπροστά από το Κογκρέσο – 600 έως 30,000 € πρόστιμο.
10. Για να ασκηθεί έφεση στο δικαστήριο απαιτείται η πληρωμή των δικαστικών εξόδων, το κόστος των οποίων εξαρτάται από το πρόστιμο.
11. Επιτρέπει την τυχαία εξακρίβωση στοιχείων, διευκολύνοντας τη στοχοποίηση μεταναστών και μειονοτήτων.
12. Η αστυνομία μπορεί πλέον να πραγματοποιεί επιδρομές κατά την κρίση της, χωρίς να έχει διαταραχθεί η   «τάξη» .
13.Επιτρέπονται πλέον οι σωματικοί έλεγχοι κατά την κρίση των αστυνομικών
14. Η κυβέρνηση μπορεί να απαγορεύσει κάθε διαμαρτυρία κατά βούληση.
15. Οποιαδήποτε ασαφώς προσδιορισμένη «υποδομή ζωτικής σημασίας» θεωρείται  απαγορευμένη ζώνη για δημόσιες συγκεντρώσεις  αν θα μπορούσε να επηρεάσει τη λειτουργία τους.
16. Υπάρχουν επίσης πρόστιμα για όσους ανεβαίνουν σε κτίρια και μνημεία χωρίς άδεια

protesta-barcelona--644x362

Επιχείρηση Πανδώρα

Το ισπανικό κράτος επέλεξε να εξαπολύσει την επιχείρηση Πανδώρα την αμέσως επόμενη ημέρα της ψήφισης, ώστε να επιχειρήσει την κοινωνική νομιμοποίηση του Νόμου Φίμωτρου, μέσω της δήθεν αποκάλυψης μιας αναρχικής τρομοκρατικής οργάνωσης, εγείροντας ζητήματα περί της ασφάλειας των πολιτών.

Στις 16 Δεκεμβρίου, λοιπόν, στις 6 το πρωί ξεκίνησε μια επιχείρηση της αστυνομίας, που εισέβαλε σε 13 χώρους. Οι επιδρομές έγιναν σε δύο αναρχικά στέκια της Βαρκελώνης, στην κατάληψη Kasa de la Montanya, σε δέκα σπίτια, εκ των οποίων τα 9 στη Βαρκελώνη και ένα στη Μαδρίτη. Στην ιστορική Kasa de la Montanya (που υφίσταται εδώ και 25 χρόνια), οπου έγινε ειδική επιχείρηση της αστυνομικής δυναμης των Mossos d’Esquadra (η καταλανική αστυνομία), δεν εγινε εκκένωση, αλλά κατάσχεση υλικών. Οι έρευνες διήρκησαν μέχρι το απόγευμα και κατασχέθηκε οτιδήποτε είχε να κάνει με έντυπα αναρχικής προπαγάνδας,σκληρούς δίσκους ή αλλα ηλεκτρονικά μέσα.

Όταν ολοκληρώθηκαν οι έρευνες συνελήφθησαν 7 αναρχικές και 4 αναρχικοί με την κατηγορία της τρομοκρατίας. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε πως και οι 7 συλληφθείσες είναι ομοφυλοφιλες. Ως αποδεικτικά στοιχεία τα ΜΜΕ εμφάνισαν βιβλία και αναρχικά φυλλάδια, λογαριασμούς mail στο riseup και εστίασαν στην πολιτική ταυτότητα του αναρχικού. Σε κανένα συλληφθέντα δεν εφαρμόστηκε ο αντιτρομοκρατικός νόμος, οπότε την επόμενη μέρα είχαν πρόσβαση σε δικηγόρους.

Τρεις μέρες μετά οι συντρόφισσες/οι που συνελήφθησαν στη Βαρκελώνη μεταφέρθηκαν στη Μαδρίτη στην Οντιένσα Νασιονάλ, ένα ειδικό δικαστήριο, ρόλος του οποίου είναι να συγκεντρώνει όλα τα περιστατικά που επιλέγει στη Μαδρίτη, ανεξάρτητα απ’ το που έλαβαν χώρα τα «αδικήματα» για τα οποία κατηγορούνται. Το δικαστήριο αυτό κληροδοτείται απ’ το καθεστώς του Φράνκο, δημιουργήθηκε το 1977 και αντικαθιστά το «δικαστήριο για τη δημόσια τάξη». Έχει ειδικές δυνατότητες, με τους δικαστές τους να έχουν αυξημένες δικαιοδοσίες, έχει δεχθεί κριτική για περιστατικά βασανισμών, κι εκεί δικάστηκαν οι κατηγορούμενοι της ΕΤΑ.

Οι 11 συλληφθέντες της επιχείρησης Πανδώρα αποφάσισαν να μην απολογηθούν στο δικαστήριο και το μόνο που θέλησαν ειναι να καταγραφεί στα πρακτικα πως δε συμμετεχουν σε τρομοκρατική οργάνωση. Μετά απ’ αυτη τη μη απολογία οι 7 συλληφθείσες/έντες προφυλακιζονται με κατηγορία για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση και 4 αφήνονται ελεύθερες με κατηγορίες. Ουσιαστικά, ο δικαστής έκανε ό,τι ακριβώς ζήτησε ο εισαγγελέας: για όποιους ζήτησε προφυλάκιση προφυλακίστηκαν, για όσους όχι, αφέθηκαν ελεύθεροι.

Η έρευνα ήταν μυστική, ακολουθώντας μια μέθοδο που λέγεται secreto de sumario και χρησιμοποιείται απ το δικαστήριο της Οντιένσα Νασιονάλ, με την οποία οι δικηγόροι των κατηγορουμένων δεν έχουν πρόσβαση στην έρευνα και τη δικογραφία. Απ’ τους 7 συντροφους/ισσες που ήταν φυλακισμένοι, 3 συντρόφισσες ήταν μαζί στην ιδια φυλακη, 2 κοπελες μαζι σε μια αλλη, και οι δυο σύντροφοι βρίσκονταν σε ξεχωριστές φυλακές. Ορισμένοι κατηγορούμενοι βρίσκονταν σε φυλακές με επίπεδο φίες 3 (στην Ισπανία δεν υπάρχουν φυλακές υψίστης ασφαλείας αλλά διαφορετικά καθεστώτα μέσα στην ίδια γενική φυλακή) και ορισμένοι βρίσκονται σε απομόνωση. Απομόνωση σημαίνει 21 ωρες στο κελι μονοι τους, και 3 ωρες προαυλισμού, επίσης μόνοι του, με μόνη επαφή με οικογένεια και δικηγόρους.

Η επιχείρηση Πανδώρα δεν έρχεται ως κεραυνός εν αιθρία. Το 2010, με την εκλογή του δισεκατομμυριούχου Sebastian Pinera στην προεδρία της Χιλής, ξεκίνησε μια κατασταλτική και δικαστική επιχείρηση εναντίον του αντιεξουσιαστικού χώρου, με την ονομασία «επιχείρηση Salamandra», σε συνεργασία με την ισπανική κυβέρνηση. Η επιχείρηση Salamandra, ή αλλιώς «Casos Bombas»κατέληξε σε φιάσκο, όμως η συνεργασία της χιλιανής και ισπανικής κυβέρνησης συνεχίστηκε, φθάνοντας σε κοινή δήλωση συνεργασίας των υπουργείων Δημόσιας Ταξης τον περασμένο Δεκέμβρη. Έτσι, ένα χρόνο πριν, πέντε αναρχικοί/ές, πρώην κατηγορούμενοι της επιχείρησης-φιάσκο «Casos Bombas», συνελήφθησαν στην Ισπανία, και δύο εξ αυτών, η Monica Caballero και ο Francisco Solar, είναι ακόμη προφυλακισμένοι/ες, κατηγορούμενοι για τοποθετηση εκρηκτικων στην εκκλησια Λα Πινάρ στη Σαραγόσα, για παλαιοτερη τοποθετηση εκρηκτικων σε εκκλησια στη Μαδρίτη, και για σχέδιο εμπρησμου της εκκλησίας Μονσεράλ.

Αυτό που εξαρχής επιχειρήθηκε να στηθεί ως περιστατικό είναι πως τα δύο ατομα δε δικάζονται μόνο για τις δύο μεμονωμένες πράξεις, αλλά πως μετέχουν σε μια οργανωμένη ομάδα, την GAC (Coordinated Anarchist Groups) – τις Οργανωμένες Αναρχικές Ομάδες. Έτσι, ο κυκλος των αλληλεγγυων βρισκόταν υπο στενη παρακολουθηση. Η Μόνικα Καμπαλέρο, φυλακισμένη ακόμη με την κατηγορία για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, δήλωσε πρόσφατα με κείμενο της πως «ποινικοποιείται η αλληλεγγύη», καθώς δεν είναι τυχαίο πως οι συλλήψεις της επιχείρησης Πανδώρα είναι μέρος του άμεσου κύλου της και μάλιστα πως οι μισοί απ’ αυτούς την επισκέπτονταν συχνά στη φυλακή.

Οι Οργανωμένες Αναρχικές Ομάδες (GAC) υπάρχουν απ τον Ιούνιο του 2012 και στόχος τους ειναι να προωθήσουν τις αναρχικές ιδέες και μεθόδους. Δεν υπογράφουν ως τέτοιες, καθώς είναι μία σύμπραξη ομάδων με διαφορετικές πολιτικές θεωρήσεις, αλλα υπήρχε μια σύμπραξη μεταξύ των ατόμων που μετέχουν, ώστε να παράγουν υλικό. Το μόνο που συνυπογραφουν είναι η μπροσούρα με τίτλο “Contra la Democracia”, δηλαδή “κατά της δημοκρατίας”, η κατοχή του οποίου χρησιμοποιείται απ την αστυνομία και τους δικαστές σαν αποδεικτικό στοιχείο για τη συμμετοχή στη GAC. .

Πώς λοιπόν συνδέεται η επιχείρηση Πανδώρα με τις συλλήψεις αυτές, πριν από ένα χρόνο; Οι 11 συλληφθέντες/είσες και οι 7 κρατουμενοι/ες της επιχείρησης Πανδώρα κατηγορουνται επίσης για συμμετοχή στις Οργανωμένες Αναρχικές Ομάδες (GAC). Οπότε συνειδητοποιούμε πως πρόθεση τους ειναι να χτυπήσουν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, αυτο της αναρχίας, να τον στοχοποιήσουν και να του αποδώσουν χαρακτηριστικά εγκληματικής οργάνωσης. Mέσω αυτής της διαδικασίας, οι δικαστές επιχειρούν να συμπεριλάβουν στα αδικήματα περί τρομοκρατίας, πέρα από τις βίαιες ενέργειες υψηλής ισχύος (που θα μπορουσαν να εχουν ή να μην εχουν γινει) και αυτό που αποκαλούν «τρομοκρατία χαμηλής έντασης», δηλαδή τις συγκρουσιακές διαδηλώσεις, καθώς και πολλές απ’ τις δράσεις που ποινικοποιούνται μέσω του Νόμου Φίμωτρου.

Oι δράσεις αλληλεγγύης που ακολούθησαν σε αλληλεγγύη στους/στις συλληφθέντες/είσες της επιχείρησης Πανδώρα ήταν ιδιαίτερα μαζικές, με σημαντικό ρόλο να διαδραματίζει η ξεκάθαρη πρόθεση του κράτους να στοχοποιήσει την αναρχία και ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα, όπως η Πλατφόρμα Ζημιωμένων από τα Στεγαστικά Δάνεια (PAH). Ιδιαίτερη απήχηση είχε η καμπάνια αλληλεγγύης με κεντρικό σλόγκαν «yo tambien soy anarquista» (μτφ. είμαι κι εγώ αναρχικός).

Στις 30 Γενάρη, οι 7 κρατούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι, με εγγύηση 3.000 ευρώ έκαστος. Το δικαστήριο της Οντιένσα Νασιονάλ επέτρεψε την πρόσβαση στη δικογραφία μόλις μία μέρα πριν και αυτά που είναι γνωστά είναι όσα δημοσιοποίησε η Mossos d’Esquadra, η αστυνομία της Καταλωνίας. Οι 7 λοιπόν αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν τη συμμετοχή στη GAC, επιθέσεις σε τράπεζες, τοποθέτηση εμπρηστικών μηχανισμών (μία στο Archbishop της Pamplona, μία σε μέλος της φασιστικής οργάνωσης Λεγεωνάριοι του Χριστού και άλλους σε ιταλικές εταιρίες), και είναι συνδεδεμένοι, σύμφωνα με την αστυνομία με την εμπρηστική επίθεση στον Καθεδρικό Ναό της Almudena στο Madrid (February 7th, 2013) και στη Βασιλική του Pillar στη Zaragoza (October 2nd, 2013), επιθέσεις για τις οποίες είναι προφυλακισμένοι και η Μόνικα και ο Φραντσίσκο που προαναφέραμε.

Το πλοίο, ο ζωγράφος και η πικρή γοητεία της «προόδου»

#

Το πολεμικό πλοίο Téméraire ήταν ένας θρύλος για το βρετανικό ναυτικό καθώς στο σκαρί του είχαν εκτυλιχτεί από τις χειρότερες αλλά και τις πιο ηρωικές σκηνές του Βασιλικού στόλου. Χειρότερες εξαιτίας της ανταρσίας και της αγρίας καταστολής της το 1801 και ηρωικές την διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων στην ναυμαχία του Trafalgar όταν την αποφασιστική στιγμή της μάχης απεγκλώβισε την ναυαρχίδα Victory του ναύαρχου Νέλσον από την πίεση που βρισκόταν μετά τον θανατηφόρο του πυροβολισμό.

Ο Joseph Mallord William Turner (1775 -1851) θεωρείται αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος άγγλος ρομαντικός ζωγράφος της πρώιμης Βικτωριανής εποχής και όσο ήταν στην ζωή αποτελούσε επίσης θρύλο για τους σύγχρονούς του.  Ο Τέρνερ εξύψωσε την τοπιογραφία από το ταπεινό θέμα και την αυστηρή σχεδιαστική αναπαράσταση των φυσικών σκηνών στο επίπεδο της κοσμογονικής δημιουργίας λες και είχε βαλθεί να στριμώξει μέσα στον καμβά του ολόκληρη την Θεϊκή δύναμη. Η φύση που ζωγραφίζει ο Τέρνερ δεν είναι ούτε η απτή φύση των ματιών μας ούτε η νοητή της λογικής μας αλλά μια θηριώδης έκρηξη με την οποία οι τιτάνιες δυνάμεις της Γής απελευθερώνουν την ενέργεια τους στις αισθήσεις μας. Μια θύελλα στους πίνακες του Τέρνερ δεν είναι ακριβώς εκείνο το φυσικό φαινόμενο που γνωρίζουμε πως μοιάζει με μια θύελλα αλλά κάθε φορά που ονειρευόμαστε μία αυτή μοιάζει περισσότερο με τις θύελλες που ζωγράφισε ο Τέρνερ. Η ενέργεια των χρωμάτων, η ακαταστασία των μορφών, το λάδι που παγώνει στο καμβά τη φευγαλέα για τις αισθήσεις μας κίνηση, το ανεξέλεγκτο πέρα από οποιοδήποτε σχεδιαστικό περιορισμό πινέλο εισχωρούν την ορμή της φύσης και την μανία των στοιχείων της απευθείας στην ψυχή μας. Ο Τέρνερ ήταν ο πρώτος που πάντρεψε τον νατουραλισμό και τον αισθητισμό προετοιμάζοντας το έδαφος για τους μεταγενέστερους ιμπρεσιονιστές.

Η εποχή που το Téméraire σάλπαρε τις θάλασσες και ο Joseph William Turner ζωγράφιζε τα τοπία του είναι η εποχή που η Αγγλία γίνεται κέντρο της άνθησης των τεχνών και των επιστημών. Είναι η εποχή των διαλέξεων στο Λονδίνο του χημικού Humphry Davy και που ο Michael Faraday χειραγωγεί την ηλεκτρομαγνητική ενέργεια βάζοντας θεμέλια στον σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό. Το Λονδίνο φωταγωγείται για πρώτη φορά από λάμπες υγραερίου το 1807 ενώ η ατμομηχανή οδηγεί τις εξελίξεις για τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Για το πολεμικό πλοίο και τον ζωγράφο αυτές οι ιστορικές αλλαγές δεν θα μείνουν αδιάφορες και θα συμπαρασύρουν και τους δύο σε μια κοινή μοίρα που θα αποτυπώσει την ιστορία της σε ένα πίνακα.

Το τέλος των πολέμων αλλά κυρίως η εισαγωγή του ατμού στο πολεμικό ναυτικό είχε ως αποτέλεσμα να αποφασιστεί η απόσυρση και καταστροφή του Téméraire. Ο Γουίλιαμ Τέρνερ ήταν μάρτυρας της πράξης όταν το πολεμικό γέρο-«Τεμεραίρ» ρυμουλκούταν από ένα σύγχρονο ατμόπλοιο του στον πολεμικό ναύσταθμο για να διαλυθεί σε παλιοσίδερα. Ο Τέρνερ δεν μπόρεσε να μην νιώσει την θεατρικότητα της στιγμής όπου το ένδοξο παρελθόν παραδίδει την θέση του στο τολμηρό μέλλον και απέδωσε την στιγμή που το ατμόπλοιο οδηγεί το πολεμικό πλοίο στον θάνατο του σε μια έντονη με χρώματα και συναισθήματα δραματική σκηνή.

Ο πίνακας “The Fighting Téméraire tugged to her last Berth to be broken” περ.1840 ελαιογραφία σε μουσαμά 0,91χ1,22μ Εθνική Πινακοθήκη Λονδίνο, ( Το πολεμικό Τερμέραιερ οδηγείται στον πολεμικό ναύσταθμο για να βυθιστεί ένδοξα ) αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα την γοητεία που έλκει η τεχνολογία και τη νοσταλγία του παλαιού, και ο Τέρνερ συνδύασε στον πίνακα αυτό με ένα αριστουργηματικό τρόπο τόσο τον θαυμασμό για τις νέες τεχνολογίες όσο και την μελαγχολία για το τέλος του κόσμου που χάνεται. Ταχύτητα, θόρυβος, τόλμη, έντονα ζωντανά χρώματα περιγράφουν το ατμόπλοιο που σκίζει με -για τα δεδομένα της εποχής- μανία το κύμα. Η δύναμη του ατμού αντικαθιστά την δύναμη του αέρα και παρατηρώντας τον πίνακα απελευθερώνονται στα αυτιά μας οι ήχοι από το δυνατό θόρυβο της μηχανής και το πάφλασμα των κυμάτων που δημιουργεί η πλώρη του. Εκτός όμως από την κίνηση των δύο πλεούμενων όλο το υπόλοιπο θέμα του πίνακα διακατέχεται από παγωμένη ακινησία λες και η πλάση υποκλίνεται στην πορεία του πολεμικού πλοίου προς τον τελικό του προορισμό. Το Téméraire σέρνεται πίσω από το ρυμουλκό σε πλήρη αντίκρουση χρωμάτων και αισθημάτων. Λευκό, αχνό σαν ένα φάντασμα είναι πια ήδη παρελθόν. Αν και ήταν σχεδόν κατεστραμμένο όταν το είδε ο Τέρνερ να ρυμουλκείται επέλεξε να το ζωγραφίσει σε όλη του την μεγαλοπρέπεια όπως όταν βρισκόταν με όλα του τα κατάρτια στητά και σε όλη του την ακμή. Το λευκό του φαντάσματος και το αγέρωχο ύφος που το διακατέχει σε πλήρη αντίθεση με την κινητικότητα και τα χρώματα του ατμόπλοιου εντείνουν την θεατρικότητα της στιγμής. Ο γέρο-«Τεμεραίρ» σαν ένας μεγαλειότατος – κατάδικος οδηγείται επιβλητικός προς τον τόπο της θανάτωσης του. Επάνω αριστερά στο Ιστιοφόρο ένα ημισέληνο φεγγάρι σηματοδοτεί την εμφάνιση της νύχτας και το σκοτάδι της λήθης που θα καλύψει το Τεμεραίρ. Από δεξιά ο ήλιος δύει συμπάσχοντας μέσα σε ένα πλούμισμα βαθιών έντονων χρωμάτων. Ο συμβολισμός εμφανής: Η δύναμη της τεχνολογίας επικρατεί επάνω στην δύναμη της φύσης. Το παλιό εδώ, το ιστιοφόρο, είναι και αυτό μία μορφή τεχνολογίας αλλά μια τεχνολογία που βασίζεται στη αξιοποίηση της φύσης όχι στην χειραγώγηση της. Η ατμομηχανή όμως φέρνει στο προσκήνιο μια νέα τεχνολογία που αναπαράγει τις δυνάμεις της φύσης μέσα στον καυστήρα χαλιναγωγώντας τα στοιχεία της και καταστεί παρωχημένη την τεχνολογία του ιστιοφόρου. Ο πίνακας είναι μια ωδή στην πρόοδο της τεχνολογίας. Θα λέγαμε, και ας είναι υπερβολή, πως είναι ένας φουτουριστικός πίνακας του 19ου αιώνα.

Στις αρχές του 19ου αιώνα η αλματώδη ανάπτυξη των δυνατοτήτων της τεχνολογίας με την αξιοποίηση της θερμοδυναμικής ενέργειας έφερε στους ανθρώπους της εποχής την πρωτόγνωρη μέχρι τότε προσδοκία για ένα κόσμο απεριόριστης υλικής προόδου και συμμετοχής στο παγκόσμιο πλούτο των εθνών.  Η γοητεία που άσκησε το κάλεσμα της αέναης πορείας προς τον υλικό κορεσμό επέτρεψε όπως επισημαίνει ο Ζαν Κλωντ Μισεά μέσα σε διάστημα ιδιαίτερα μικρό, μόλις μιας γενιάς, να «αναδυθεί μια πρωτοφανής πολιτική μορφή, προορισμένη να διαρκέσει μέχρι και σήμερα, της μεταφυσικής της Προόδου και του νοήματος της Ιστορίας που συγκροτεί- από τον 18ο αιώνα και μετά- τον σκληρό πυρήνα όλων των αστικών αντιλήψεων του κόσμου«. Ο Τέρνερ γοητευμένος από τις νέες μηχανές δεν είναι ακριβώς σίγουρος για το τι είναι το νέο που θα φέρουν αλλά παρ’όλα αυτά τις υποδέχεται με ενθουσιασμό. Αναρωτιόμαστε πραγματικά ποια θα ήταν η αντίδραση του Τέρνερ εάν τότε γνώριζε με την ίδια βεβαιότητα που εμείς σήμερα ξέρουμε πως «ο μύθος της μηχανής» που τον συνεπήρε με τόση προσδοκία θα μετατρέπονταν με το πέρασμα των χρόνων στο αρπακτικό που καταβρόχθισε και αλλοίωσε ανεπανόρθωτα τα ίδια φυσικά τοπία που τόσο πολύ τον συγκινούσαν και αποτελούσαν την πνοή για τη ζωγραφική του. Σε κανένα άλλο πίνακα όσο το «Το πολεμικό Τεμεραίρ οδηγείται στον πολεμικό ναύσταθμο για να βυθιστεί ένδοξα» δεν αποτυπώνεται η πλήρη αντίθεση των αισθημάτων που προκαλεί η γοητεία για το καινούργιο που έρχεται και η μελαγχολία για το οικείο που χάνεται…