Menu

EAGAINST.com

Μετάβαση στην ελευθεριακή παιδεία

4

Είναι η ώρα να αναλογιστούμε κατά πόσον μπορούμε να συνεχίσουμε να ανεχόμαστε ένα σύστημα εκπαίδευσης που λειτουργεί ως κλειστό σύστημα και όχι ως ζωντανός οργανισμός. Κατά πόσον μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις παιδαγωγικές διαδικασίες ως προϊόν, ως προετοιμασία για την εργασία, ως προετοιμασία και προσαρμογή στην υποταγή και το διαρκή αγώνα για επιβίωση. Αμφισβητώντας την εκπαίδευση, αμφισβητούμε τη φύση της εργασίας, καθώς  δεν μπορούμε να δούμε το ένα χωριστά από το άλλο. Αποφεύγοντας την επέκταση σε άλλα τμήματα της κοινωνικής οργάνωσης, θα επιχειρήσουμε να επεξεργαστούμε προτάσεις για την κατάργηση του υπάρχοντος σχολείου και το πέρασμα σε μια ελευθεριακή παιδεία. Σκοπός μας δεν είναι μια ουτοπική παρουσίαση δογματικών αρχών και θέσεων, αλλά μια συζήτηση σχετικά με το ανοιχτό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορέσει να κινηθεί η εκπαιδευτική πράξη.

Σημεία προβληματισμού

Το σχολείο δεν αποτελεί ένα απομονωμένο κομμάτι της κοινωνικής λειτουργίας μέσα από το οποίο μπορεί να διαπλαστεί ο άνθρωπος του μέλλοντος, αλλά ένα μέρος αυτής της κοινωνίας, ένας  καθρέφτης αυτής και των στόχων της, ένας μικρόκοσμος στον οποίο αναπαράγoνται οι πρότυπες  κοινωνικές σχέσεις της κυρίαρχης κουλτούρας. Οπότε, δε μπορούμε να μιλήσουμε για ένα ιδεατό σχολείο σε μια μη ιδεατή κοινωνία και θα προσπαθήσουμε να θέσουμε τις βάσεις του πάνω στο υπαρκτό και όχι στο φανταστικό. Είναι φανερό, βέβαια, ότι δε μπορούμε να αγγίξουμε τα προβλήματα ενός τόσο πολυδιάστατου θεσμού μόνο με την ψυχρή λογική, επιστημονικά, αδιάφορα ή πολιτικά ουδέτερα, χωρίς να κινδυνέψουμε να βουλιάξουμε σε ένα στείρο τεχνοκρατισμό, σε μια τυφλή υπεραπλούστευση της πραγματικότητας. Οι στατιστικές καταγράφουν αποσπασματικά το παρελθόν, και ερμηνεύονται κατά το δοκούν από την κρατικοδίαιτη ακδημαϊκή γραφειοκρατία.  Τα προγράμματα, από την άλλη, αδυνατούν να απεικονίσουν την πολυσυνθετότητα του σημερινού σχολείου, απλώς καταγράφουν την αποτυχία του να ανταποκριθεί στις επιθυμίες, τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες των παιδιών και των νέων.

Πρέπει λοιπόν να λάβουμε υπόψη το ότι οι εκπαιδευτικοί που αναλαμβάνουν στην περίπτωση μας βοηθητικό ρόλο στην κοινωνικοποίηση και αγωγή των αναπτυσσόμενων ανθρώπων δεν κατέβηκαν απ’ τον Άρη: έχουν διαμορφώσει την προσωπικότητα τους, σε μια κοινωνία ανταγωνισμού, ατομικισμού, ανάθεσης και ευθυνοφοβίας. Μπορούν οι εκπαιδευτικοί να λειτουργήσουν αυτόνομα, αναλαμβάνοντας το έργο μιας εντελώς διαφορετικής παιδαγωγικής διαδικασίας; Μπορούν να λειτουργήσουν αυτόνομα, πέρα από κρατικά αναλυτικά προγράμματα με προπαρασκευασμένη ύλη/ορισμένους κώδικες συμπεριφοράς/περιορισμένη παιδαγωγική ελευθερία; Μπορούν, με λίγα λογια, να λειτουργήσουν διαφορετικά απ’ ότι έχουν μάθει να λειτουργούν; Σε αυτές τις ερωτήσεις έχει απαντήσει η πράξη, στο Μοντέρνο Σχολείο του Φερρέρ, στο σχολείο Παιδεία στη Μερίδα και σε χιλιάδες κρατικά ή ιδιωτικά, μονοθέσια ή πολυθέσια, σχολεία του κόσμου, όπου οι δάσκαλοι/ες ξεπερνούν τα εμπόδια και τους περιορισμούς που τους θέτει το Κράτος ή τα αφεντικά, εφαρμόζοντας δημοκρατικές μεθόδους, βοηθώντας τα παιδιά να χειραφετηθούν, ν’ αναπτύξουν αυτόνομες προσωπικότητες.

Ένα άλλο σημείο προβληματισμού θα αποτελούσαν οι ίδιοι οι μαθητές, οι οποίοι μέχρι τα 6 τουλάχιστον χρόνια τους, αλλά και στη συνέχεια, κοινωνικοποιούνται στο οικογενειακό τους περιβάλλον και αλληλεπιρούν με τα ερεθίσματα που η οικογένεια επιλέγει, κάτι το οποίο δεν είναι δυνατό, αλλά ούτε και ευκταίο, να ελεγχθεί. Ανήκουν, όμως, τα παιδιά στους γονείς τους ή στον εαυτό τους; Έχει άραγε, το δικαίωμα ο γονιός να διαπλάθει το παιδί του όπως αυτός επιθυμεί, ή θα ήταν προτιμότερο να δώσει την ευκαιρία στο παιδί να κοινωνικοποιείται και να αλληλεπιδρά μέσα σε μια τοπική ανοιχτή κοινότητα αναπτυσσόμενων ανθρώπων, στην οποία θα προσφέρονται όλων των ειδών τα ερεθίσματα; Να ξεκαθαρίσουμε πως δε μιλάμε για απομάκρυνση του παιδιού από την εστία της οικογένειας, αλλά για το δικαίωμα του παιδιού στο συλλογικό παιχνίδι, την ανακαλυπτική γνώση, την κοινωνική μάθηση από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του, με την ελεύθερη συμμετοχή των γονιών στη συνδιαμόρφωση των συνθηκών αυτών στις οποίες το παιδί θα μεγαλώνει.

Όσον αφορά το σχολικό κτίριο, με το οποίο έχουμε συνδέσει την έννοια “σχολείο”, αυτό θα έπρεπε να γκρεμιστεί απ’ τα θεμέλια και να χτιστεί απ’ την αρχή, πάνω σε νέες βάσεις. Σήμερα, βλέπουμε ομοιόμορφα κτίρια, με ομοιόμορφες ορθογώνιες αίθουσες, ιεραρχικά (με βάση την ηλικία) ταξινομημένες, περιφραγμένα με σιδερένια κάγκελα, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως κτίρια καταναγκαστικής αγωγής. Δεν μπορούμε ν’ αποκηρύξουμε την αναγκαιότητα σχολικών κτιρίων, που θα στεγάσουν κάποιες απ΄τις παιδαγωγικές δραστηριότητες, μπορούμε όμως να επισημάνουμε την ανάγκη σύνδεσης των εκπαιδευτικών υλικών υποδομών με τη ζωή των παιδιών, αφήνοντας την τοπική κουλτούρα, τις τοπικές ιδιαιτερότητες, καθώς και τους ανθρώπους που ζουν στην περιοχή να εισέλθουν και να συνδιαμορφώσουν το, ευρύ σχολικό χώρο, που αποτελεί απλά μια βάση μάθησης και όχι την εστία της μάθησης.

Και περνάμε στο βασικότερο στοιχείο, που είναι η ίδια η εκπαιδευτική πράξη, αποσυνδεδεμένη από την εργασία. Καταρχάς, ποιός θα ήταν ο στόχος της; Η αυτονομία του αναπτυσσόμενου ανθρώπου, έτσι ώστε αυτός να καταστεί ικανός να δρα και να σκέφτεται όπως ο ίδιος επιλέγει, και όχι όπως ετερόνομοι θεσμοί του υποδεικνύουν. Η σφαιρική ανάπτυξη της προσωπικότητας και των ικανοτήτων- τόσο των νοητικών όσο και των πρακτικών-, ώστε να είναι ο κάθε πολίτης σε θέση να παίρνει μέρος στις συλλογικές διαδικασίες μιας διαρκούς αυτοθέσμισης της κοινωνίας. Παράλληλα, η παροχή ή ανακάλυψη των γνώσεων εκείνων, που ταιριάζουν στα ενδιαφέροντα του καθενός ξεχωριστά, στις ανάγκες του και στο επίπεδο της ανάπτυξης του. Αυτό δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί μέσω ενός αναλυτικού προγράμματος (όπως το σημερινό) που απαιτεί από όλους τα ίδια, διδάσκει σε όλους τα ίδια, αξιολογεί θετικά μόνο τις συμπεριφορές που ταιριάζουν στο καλούπι του Κράτους και των Αγορών και περιθωριοποιεί το διαφορετικό. Αντιθέτως, η παιδεία οφείλει να μετατραπεί από συνταγολόγιο, σε ανοιχτό πεδίο ανατροφοδότησης μεταξύ ανθρώπου, τόπου και χρόνου, να συνδεθεί με τη ζωή και όχι με την ζωή σαν εργασία.

Κατά δεύτερον, ποιές θα ήταν οι μέθοδοι που θα ακολουθήσουμε; Ίσως η πρώτη απόφαση που πρέπει να ληφθεί είναι η κατάργηση της αξιολόγησης, η οποία απλώς επιτελεί το ρόλο της σχολικής επιλογής σύμφωνα με κριτήρια μη παιδαγωγικά, και της αναπαραγωγής της κοινωνικής ανισότητας. Με την κατάργηση της αξιολόγησης, και την παροχή διαφορετικών ποιοτικά κινήτρων στους μαθητές, αυτοί αντί να ανταγωνίζονται, συνεργάζονται, μέσω της ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας και αναπτύσσουν έτσι την κοινωνική και συναισθηματική μάθηση, που σήμερα έρχεται σε δεύτερη μοίρα (αφού κυρίαρχη είναι η γνωστική). Μια αλληλέγγυα κοινωνία, λοιπόν, μπορεί να χτιστεί από μια μικροκοινωνία συνεργαζόμενων παιδιών, που ανακαλύπτουν τη γνώση (γνώση συνδεμένη με τη ζωή τους) και δεν περιμένουν τον ετοιμοπαράδοτο μονόλογο του δασκάλου.

Τρίτον, ποια μορφή θα έπρεπε να έχουν οι δραστηριότητες του σχολείου; Σε αντιδιαστολή με τη σημερινή μορφή της διάλεξης, της μονομερούς επικοινωνίας και της στείρας μετάδοσης γνώσεων, προτείνουμε την μορφή της έρευνας. Λέγοντας έρευνα εννοούμε το να θέτω προβλήματα και να επιστρατεύω όλα τα μέσα που διαθέτω για την κατανόηση τους. Εννοούμε το να θέτω εμπόδια και να προσπαθώ να τα υπερβώ ένα προς ένα ανατρέχοντας, ενεργοποιώντας όποιο μέσο βρίσκεται στη διάθεση μου: τη νόηση, τις βοήθειες που μου παρέχονται από έξω, τις δομές και τα υλικά. Δεν πιστεύουμε ότι ένας νέος μαθητής μπορεί π.χ να συμβάλλει στην εξέλιξη της Χημείας, αλλά ο μοναδικός τρόπος να κατανοήσει πραγματικά τους μηχανισμούς της είναι να ερευνήσει, να εξετάσει, να πειραματιστεί και να συναγάγει συμπεράσματα, εκπαιδεύοντας στην ουσία τον εαυτό του.

Εφαρμογή στην πράξη

Ας επιχειρήσουμε να δούμε τις προυποθέσεις εφαρμογής και ανάπτυξης του ανοιχτού αυτού μοντέλου στην εκπαίδευση.Στα πλαίσια μιας αυτοδιαχειριστικής στρατηγικής, που δεν διαχωρίζει τους στόχους από τα μέσα επίτευξης τους, ο αυτοδιαχειριστικός πειραματισμός στοχεύει στην ανάπτυξη αντιθεσμών και στη μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στο θεσμοθετημένο και το θεσμοθετόν, υπερ των θεσμοθετουσών δυνάμεων.Προφανώς η κυρίαρχη ιδεολογία υποβιβάζει το θεσμό σχολείο μόνο στο θεσμοθετημένο-αγνοώντας τις θεσμοθετούσες δυνάμεις και την αλληλεπίδραση που διεξάγεται μέσα στον ίδιο το θεσμό- και προσπαθεί να μας πείσει ότι το σχολείο επιτελεί μια αντικειμενική κοινωνική λειτουργία και ότι το μόνο που απαιτείται είναι η προσαρμογή του στις κάθε φορά νέες συνθήκες. Αντίθετα ο αγώναςγια τη δημιουργία ενός άλλου σχολείου- που φυσικά η μορφή και το περιεχόμενο του δεν μπορεί να προκαθοριστεί, γιατί θα δημιουργηθεί από αυτούς που θα τον επωμιστούν (εμείς μόνο γενικές προτάσεις μπορούμε να κάνουμε)- πρέπει να προωθήσει τον αυτοδιαχειριστικό πειραματισμό σε όλο το μήκος και το πλάτος του σχολικού θεσμού. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι:” Ο αυτοδιαχειριστικός πειραματισμός δεν έχει έννοια παρά μόνο σαν πραγματική κατάκτηση της βάσης, προυποθέτει έτσι μια γνήσια αυτονομία”(βλ. Πιερ Ροζανβαλόν, Αυτοδιαχείριση:το μέλλον του σοσιαλισμού”).

Αναγκαίες, λοιπόν προυποθέσεις για την ανάπτυξη του αυτοδιαχειριστικού πειραματισμού στην εκπαίδευση είναι να αποφασίζεται από αυτούς που θα τον πραγματοποιήσουν (μαθητές και εκπαιδευτικούς), να στοχεύει στην δημιουργία αντιθεσμών και να αφήνει πάντα ανοιχτή τη δυνατότητα για διαρκή αυτοθέσμιση του αντιθεσμού-σύμφωνα με τις επιθυμίες, τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες εκείνων που συμμετέχουν σ’ αυτόν. Αρνούμενοι λοιπόν, να δεχθούμε τις διάφορες προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις, υπουργών, κομμάτων και “ειδικών”, καλούμε τους ίδιους τους μετέχοντες στην εκπαιδευτική διαδικασία, να δράσουν για το ξεπέρασμα του υπάρχοντος και τη μετάβαση στην παιδαγωγική της ελευθερίας, στην ελευθεριακή παιδεία.

Τελευταία ανανέωση: 05/08/2014

Γάζα: Λυση χωρίς Κράτη

Κείμενο που μοιράστηκε το 2009 από τις τοπικές ομάδες του Anarchist Federation στο Manchester και το Sheffield. Το κείμενο θα μπορούσε να έχει γραφεί μόλις σήμερα, καθώς η ιστορία στην περιοχή δείχνει να επαναλαμβάνεται διαρκώς και ο αριθμός των θυμάτων να μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο.

tumblr_n8pavjH0e41s4vi02o1_500

Ένα πράγμα είναι απολύτως βέβαιο όσον αφορά την υπάρχουσα κατάσταση στη Γάζα: το κράτος του Ισραήλ διαπράττει φρικαλεότητες, που πρέπει να σταματήσουν επειγόντως. Με εκατοντάδες νεκρούς και χιλιάδες τραυματίες, έχει γίνει σαφές πως ο στόχος της στρατιωτικής επέμβασης, η οποία βρισκόταν σε φάση σχεδιασμού ήδη από την υπογραφή της εκεχειρίας τον Ιούνιο είναι η ολοκληρωτική διάλυση της Χαμάς. Η επίθεση ακολουθεί τον απάνθρωπο αποκλεισμό κατά την υποτιθέμενη εκεχειρία, που κατέστρεψε τη ζωή των κατοίκων της Γαζας, διέλυσε τις υποδομές και οδήγησε σε μια ανθρωπιστική καταστροφή, την οποία κάποιος με ένα, έστω, ίχνος ανθρωπιάς θα είχε άμεσα σταματήσει.

Αλλά αυτά δεν αρκούν για να περιγράψει κάποιος την κατάσταση. Και στις δύο πλευρές της σύγκρουσης, η ιδέα πως η εναντίωση στο Ισραήλ πρέπει να σημαίνει παράλληλα και υποστήριξη στη Χαμάς και την «αντίσταση» της είναι ανησυχητικά κοινή. Απορρίπτουμε εντελώς αυτή τη θέση. Ακριβώς όπως και κάθε άλλο σύνολο κυβερνώντων, η Χαμάς, όπως και όλες οι άλλες μεγάλες παλαιστινιακές παρατάξεις, είναι χαρούμενη και πρόθυμη να θυσιάσει απλούς Παλαιστινίους ώστε να αυξήσει τη δύναμή της. Αυτό δεν αποτελεί ένα ασαφές θεωρητικό σημείο – για μια περίοδο, πρόσφατα, οι περισσότεροι θάνατοι στη Γάζα ήταν αποτέλεσμα της πάλης μεταξύ της Χαμάς και της Φατάχ. Οι «επιλογές» που προσφέρονται στους απλούς παλαιστίνιους πολίτες είναι μεταξύ ισλαμιστών γκάνγκστερ (Χαμάς ή Ισλαμική Τζιχάντ) ή εθνικιστών γκάνγκστερ (Φάταχ, Ταξιαρχίες Μαρτύρων του Αλ-Άξα). Αυτές οι ομάδες έχουν δείξει την προθυμία τους να επιτεθούν σε προσπάθειες της τάξης των εργαζόμενων οι οποίες αποσκοπούσαν στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους, προβαίνοντας σε κατασχέσεις γραφείων συνδικάτων, απαγάγοντας μέλη εργατικών σωματείων, και σπάζοντας απεργίες. Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα είναι η επίθεση στο Ραδιόφωνο των Παλαιστινίων Εργατών από τις Ταξιαρχίες των Μαρτύρων του Αλ-Άξα, με τη δικαιολογία ότι «υποδαυλίζουν εσωτερικές συγκρούσεις». Ξεκάθαρα, μια «ελεύθερη Παλαιστίνη» υπό τον έλεγχο κάποιων από αυτές τις ομάδες δεν έχει απολύτως κανένα νόημα.

Ως αναρχικοί, είμαστε διεθνιστές, ενάντια στην ιδέα ότι εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι έχουν κοινά συμφέροντα μέσα στο ίδιο έθνος/κράτος. Γι’ αυτό το λόγο, οι αναρχικοί απορρίπτουν τον παλαιστινιακό εθνικισμό, όπως ακριβώς απορρίπτουμε τον ισραηλινό εθνικισμό (Σιωνισμό). Η εθνικότητα δεν χορηγεί «δικαιώματα» στη γη, τα οποία απαιτούν ένα κράτος να για να τα επιβάλει. Οι άνθρωποι, από την άλλη πλευρά, έχουν το δικαίωμα της ικανοποίησης των ανθρώπινων αναγκών τους, και θα πρέπει να είναι θέση να ζουν όπου επιλέξουν, ελεύθερα.

Ως εκ τούτου, ενάντια στις διαιρέσεις και τις λαθεμένες επιλογές που μας προσφέρει ο εθνικισμός, υποστηρίζουμε απόλυτα τους απλούς ανθρώπους της Γάζας και του Ισραήλ ενάντια στον πολέμο του κράτους – όχι λόγω της ιθαγένειάς, της εθνικότητας ή της θρησκείας τους, αλλά απλά επειδή είναι ανθρώπινα όντα που ζουν, αισθάνονται, σκέφτονται υποφέρουν, αγωνίζονται.. Και η στήριξη αυτή πρέπει να σημαίνει απόλυτη εχθρότητα προς όλους εκείνους που τους καταπιέζουν και τους εκμεταλλεύονται – το κράτος του Ισραήλ, τις δυτικές κυβερνήσεις και τις εταιρείες που το προμηθεύουν με όπλα, αλλά και και άλλες καπιταλιστικές ομάδες που προσπαθούν να χρησιμοποιούν τους απλούς Παλαιστίνιους εργαζόμενους ως πιόνια στις διαμάχες για την εξουσία. Η μόνη πραγματική λύση είναι εκείνη η οποία είναι συλλογική, με βάση το γεγονός ότι ως τάξη, σε παγκόσμιο επίπεδο, δεν έχουμε τελικά τίποτα πέρα από την ικανότητά μας να δουλεύουμε για τους άλλους, αλλά μπορούμε να κερδίσουμε τα πάντα αν σταματήσουμε τον καπιταλισμό -, και τα πολεμικά κράτη που το σύστημα αυτό έχει ανάγκη.

Το ότι αυτό φαίνεται σαν μια «δύσκολη» λύση δεν σημαίνει ότι δεν είναι η σωστή. Οποιαδήποτε «λύση» που σημαίνει ατελείωτους κύκλους σύγκρουσης, (ό,τι δηλαδή ο αντιπροσωπεύει ο εθνικισμός), δεν είναι καν λύση. Και αν αυτό συμβαίνει, το γεγονός ότι είναι «εύκολο» δεν έχει σημασία. Υπάρχουν τομείς της παλαιστινιακής κοινωνίας, που δεν κυριαρχούνται από επίδοξους ηγεμόνες – διαδηλώσεις που διοργανώνονται από τοπικες επιτροπές στη Δυτική Όχθη, για παράδειγμα. Αυτές αξίζουν την υποστήριξή μας. Όπως κι όλοι εκείνοι στο Ισραήλ που αρνούνται να πολεμήσουν, και που αντιστέκονται στον πόλεμο. Αλλά όχι οι ομάδες που καλούν τους Παλαιστινίους να σφαγούν για λογαριασμό τους από έναν από τους πιο προηγμένους στρατούς στον κόσμο, και οι οποίοι εσκεμμένα επιτίθενται σε πολίτες από την άλλη πλευρά των συνόρων.

Ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά καθόλου κράτη
Όποιος κι αν πεθάνει, κερδίζουν η Χαμάς και το κράτος του Ισραήλ

Μετάφραση από eagainst.com και nam sibyllam

To κείμενο στα αγγλικά στο libcom.org

Κάλεσμα: Ζώντας στην Κρίση

Μετάφραση από τη συντακτική ομάδα του eagainst.com του καλέσματος που δημοσιεύτηκε στο Living in the Crisis, μετά την πανευρωπαϊκή συνάντηση ομάδων και ατόμων στο Μιλάνο.

meet1

Είμαστε ακτιβιστές/τριες  και συλλογικότητες από την περιοχή της Ευρώπης και της Μεσογείου, που συναντηθήκαμε στο Μιλάνο από τις 13 έως τις 15 Ιουνίου, ώστε να οικοδομήσουμε ένα δίκτυο αγώνων για το δικαίωμα στη στέγαση για όλους και για το δικαίωμα στην πόλη. Λαμβάνοντας υπόψη πως οι συνθήκες στις χώρες μας είναι διαφορετικές, πιστεύουμε πως ο αγώνας είναι κοινός.

Η κερδοσκοπία ενισχύει κάθε μέρα όλο και περισσότερο τα χρηματιστικά ιδρύματα και την αγορά ακινήτων, μέσω της σπατάλης εδαφών και της εκμετάλλευσης αστικής και επαρχιακής γης. Αφήνουν σπίτια και κτίρια άδεια όταν χιλιάδες άνθρωποι είναι άστεγοι, εκμεταλλεύονται την κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την αύξηση του κέρδους μέσω των κατασκευαστικών επιχειρήσεων (π.χ. μέσω του λεγόμενου Προγράμματος Κοινωνικής Κατοικίας). Χτίζουν όλο και περισσότερο με στόχο να μεγεθύνουν αυτή την επιχείρηση η οποία παράγει κέρδος για τα ίδια λίγα άτομα. Ο αγώνας σε πόλεις και μητροπόλεις για την εδάφική αυτοδιάθεση, για πολιτικές δικαιοσύνης και ισότητας είναι το βασικό ζήτημα σήμερα. Έχουμε ξεκινήσει με τις δράσεις «Τέλος Στις Εξώσεις» αλλά θέλουμε κάτι περισσότερο από την υπεράσπιση. Αναζητούμε λύσεις για τις ανάγκες μας και απαντήσεις για τις επιθυμίες μας. Έχουμε κατακτήσει νέους χώρους αντίστασης, εξαπλωνόμαστε παντού δυναμικά. Δεν απαιτούμε μόνο δημόσιες πολιτικές: θέλουμε να αλλάξουν οι πόλεις από τη βάση μέσω κοινωνικών συγκρούσεων, αλληλοβοήθειας και άμεσης πρόσβασης σε πόρους. Δεν χρειαζόμαστε μόνο στέγαση, αλλά και εισόδημα, ελεύθερες μετακινήσεις, υγεία, ελεύθερη παιδεία και δημόσιες υπηρεσίες.

Αγωνιζόμαστε για τη μεταμόρφωση των προαστίων και των πόλεων σε χώρους αντίστασης, όπου η αλληλεγγύη θα καταστήσει δυνατό ένα νέο κόσμο και ένα νέο τρόπο ζωής στις μητροπόλεις. Δρούμε αδιαμεσολάβητα, βασιζόμενοι στη δική μας πολιτική δύναμη και όχι στις υποσχέσεις των πολιτικών. Καταλαμβάνουμε εγκαταλελειμμένα κτίρια και άδεια σπίτια, έτσι ώστε να δημιουργήσουμε εστίες αλληλεγγύης σε μια κοινότητα βασισμένη στην αλληλοβοήθεια. Εναντιωνόμαστε στους κρατικούς θεσμούς, τις μεσιτικές εταιρίες και τις τράπεζες, μέσα από διαδηλώσεις και επικοινωνιακές εκστρατείες. Παίρνουμε πίσω το δημόσιο χώρο, ενεργοποιούμε και βελτιώνουμε τα δίκτυα του αγώνα.

Κατά τη συνάντηση μας αποφασίσαμε να προτείνουμε, με ανοιχτό κάλεσμα σε όλα τα κινήματα και τους ακτιβιστές, τις δύο παρακάτω δράσεις:

1) Eυρωπαϊκή καμπάνια ενάντια στις εξώσεις. Προτείνουμε τη χρησιμοποίηση ενός κοινού logo και ενός κοινού ονόματος για αυτή την καμπάνια: Στοπ στις εξώσεις- Ας πάρουμε τις πόλεις. Ο καθένας μπορεί να συμμετάσχει σε αυτή την καμπάνια, οργανώνοντας την αντίσταση ενάντια στις εξώσεις στην πόλη του.

2)Διεθνής εβδομάδα δράσεων ενάντια στις τράπεζες και στους κτηματομεσίτες, για το δικαίωμα όλων στη στέγη και στην πόλη. Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας από 13 εως 19 Οκτώβρη, με την 18 Οκτώβρη να είναι αφιερωμένη σε μια μεγάλη διαδήλωση, οργανώνουμε διαδηλώσεις, παρεμβάσεις, σημειώνοντας και καταλαμβάνοντας άδεια σπίτια.

Αποκεντρώστε το χώρο, συγχρονίστε το χρόνο. Διαδώστε τις δράσεις και τις συναντήσεις σας.

Καλούμε, λοιπόν, τον καθένα, συλλογικότητες, δίκτυα, κοινωνικά κέντρα, παντού σε όλη την Ευρώπη, τη Μεσόγειο κι ακόμη παραπέρα, να πάρουν μέρος στο δίκτυο και να συμμετέχουν τοπικά κατά την εβδομάδα δράσης. Θα οργανώνουμε τακτικές συνελεύσεις (πρώτη συνάντηση κατά της Ημέρες Κατάληψης του Αμβούργου). Στηρίζουμε όλες τις τοπικές, εθνικές, και διεθνείς κινητοποιήσεις ενάντια στην αγορά ακινήτων και την κερδοσκοπία, για το δικαιώματα στέγασης και για την αυτοδιάθεση των διαφορετικών περιοχών.

Εκφράζουμε όλη μας την αλληλεγγύη στο κοινωνικό κίνημα που αντιμετωπίζει την καταστολή στη Βραζιλία και καταδικάζουμε τη σκοτεινή πλευρά του Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA: εξώσεις, διαφθορά, ψευδοαναβαθμίσεις (με κοινωνικό κόστος).

Αγκαλιάζουμε με αγάπη και θυμό τους Τούρκους συντρόφους και θρηνούμε ένα ακόμα νέο παιδί που δολοφονήθηκε από την αστυνομία του Ερντογάν.

Ζώντας στην κρίση: δείτε τις πλήρεις λίστες των συμμετεχόντων οργανώσεων στη συνάντηση.

Abitare nella crisi – Italy (Cantiere – Milan, Comitato Abitanti di San Siro – Milan, Spazio di Mutuo Soccorso – Milan, BPM – Rome, Coordinamento Cittadino di lotta per la casa – Rome, Degage – Rome, Magnammoce o pesone – Naples, CSOA Gabrio – Turin, Movimento di lotta per la casa Firenze, Social Log – Bolonia, Prendocasa/Askatasuna – Turin, Ex Caserma –  Livorno,  Rete diritti in casa – Parma, Comitato Antisfratto – Cremona, Movimento per la casa – Pavia, Foa Boccaccio – Monza…), Hobo – Bolonia, Italy.
Recht auf Stadt Network-Hamburg including  Wir sind mehr, Gängeviertel, Refugee Welcome Center, Rote Flora -Hamburg, Germany, Buendnis Zwangsraumung verhindern! – Berlin
Droit au logement – France
Asamblea Vivienda Centro – Madrid, Spain, La Pah – Madrid Spain, La Pah – Barcelona, Catalunya Spanish State, La PAHC, 15M Pamplona – Navarra, Spanish State
OtonomSamsa, Istanbul – Turkey
AK – Athene, Greece
Praktyka Teoretyczna – Posnan, Poland

Μπατίρης και Συντηρητικός

4Μπορεί η κοινή γνώμη στην Ελλάδα, έτσι όπως παρουσιάζεται από τον (συχνά) παραμορφωτικό φακό των δελτίων ειδήσεων, να ασχολείται με τον απελευθερωμένο κροκόδειλο στην Κρήτη, με τα στοιχήματα πριν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου στη Βραζιλία ή με την προφυλάκιση του ναζιστή Κασιδιάρη, όμως η πραγματικότητα κάθε άλλο παρά ιδανική είναι για ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό πολιτών. Τα τελευταία στοιχεία αναφέρουν πως 470.000 νοικοκυριά δεν έχουν κανένα εισόδημα, 686.000 παιδιά ζουν στα όρια της φτώχειας ενώ τα επίσημα ποσοστά της ανεργίας διατηρούνται σταθερά πάνω απ’ το 26%, απ’ το Σεπτέβρη του 2012 (σήμερα βρίσκεται στο 27,3%). Και όσοι εργάζονται, βέβαια, δεν είναι σε καλύτερη μοίρα, καθώς ο μέσος μισθός μειώθηκε απ’ το 2008 μέχρι σήμερα σε ποσοστό 30 με 35% και ο κατώτατος μεικτός μηνιαίος μισθός από τα 751,39 ευρώ το 2012 σε 586,08 ευρώ. Περισσότεροι από 1.200.000 εργαζόμενοι αμείβονται με καθυστέρηση από τρεις έως και 12 μήνες και ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων απασχολείται με πεντάμηνα προγράμματα ή voucher του ΟΑΕΔ, που καταργούν κάθε εργατική κατάκτηση, παρέχοντας στους επιχειρηματίες δωρεάν εργατικό δυναμικό. Την ίδια στιγμή, τα ληξιπρόθεσμα χρέη νοικοκυριών και επιχειρήσεων προς το Δημόσιο φτάνουν το ποσό των 66,4 δις ευρώ και τα «κόκκινα δάνεια» αυτό των 77 δις, ποσά που είναι αδύνατο να αποπληρωθούν ποτέ. Φυσικά, η ζοφερή αυτή πραγματικότητα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, αλλά και σχεδόν ολόκληρη τη γηραιά Ήπειρο, καθώς η κρίση μαραζώνει πλέον και τη Γαλλία, την Ιρλανδία και βυθίζει στην ανέχεια πολλά νοικοκυριά στη Βρετανία και την Ολλανδία.

Αν δίναμε τα στοιχεία αυτά σ ‘έναν άνθρωπο που μόλις επέστρεψε απ’ τον πλανήτη Άρη ζητώντας του να μαντέψει το κλίμα που επικρατεί στην Ελλάδα (που αναμφισβήτητα υποφέρει περισσότερο από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης), πιθανότατα θα υπέθετε είτε πως η κοινωνία βρίσκεται σε εξεγερσιακό αναβρασμό, είτε πως ένα στρατιωτικό καθεστώς έχει καταφέρει να καταστείλει κάθε επαναστατική προοπτική. Η πραγματικότητα, σίγουρα, θα τον απογοήτευε. Καθώς ο μπατίρης, ένας απ’ τους χιλιάδες ανθρώπους που αντιπροσωπεύονται στους παραπάνω αριθμούς, αντί να ριζοσπαστικοποιηθεί, στράφηκε προς τη συντήρηση. Αντί να κοινωνικοποιηθεί, απομονώθηκε. Αντί να σπάσει τα δεσμά του, πιάστηκε γερά απ’ τις αλυσίδες του, φοβούμενος μήπως τις απολέσει πέφτοντας στον γκρεμό. Ποιές είναι όμως οι συνθήκες μέσα στις οποίες λειτούργησε ο μπατίρης και πώς οδηγήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση;

Εξασθένιση της αριστεράς και επικράτηση του κομφορμισμού

Η ήττα και, εν συνεχεία, η υποχώρηση της ριζοσπαστικής μαρξιστικής Αριστεράς και των χειραφετησιακών κινημάτων (σαν αυτά της δεκαετίας του ’60) αποτελεί ίσως έναν από τους σοβαρότερους παράγοντες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του σημερινού κινηματικού νεκροταφείου. Η ενσωμάτωση, ή ακόμη και η εμπορευματοποίηση, στοιχείων των απελευθερωτικών ρευμάτων από την κυρίαρχη κουλτούρα, η αποκάλυψη του σοβιετικού εκτρώματος, η διαρκής υποχώρηση των ριζοσπαστικών ιδεών απέναντι στην πραγματικότητα που απαιτούσε άμεσα εφαρμόσιμες («ρεαλιστικές») λύσεις, άφησαν ελάχιστα περιθώρια για ελπίδα στις τάξεις των αναξιοπαθούντων, ώστε να αγωνιστούν και να διεκδικήσουν μέσα από τις διάφορες οργανώσεις της θρυμματισμένης Αριστεράς. Μιας Αριστεράς, η οποία έμεινε προσκολλημένη στα αναλυτικά εργαλεία του παρελθόντος, αδυνατώντας όχι απλά να διαγνώσει την ενδοκαπιταλιστική κρίση, αλλά και να την εκμεταλλευτεί πολιτικά ώστε να αντιπροτείνει κάποιο δικό της όραμα ή σχέδιο.

Το ξέσπασμα της κρίσης είχε ως αποτέλεσμα το δραματικό πολλαπλασιασμό των νεόπτωχων, μιας μεγάλης κοινωνικής ομάδας που κάνει τα πρώτα της βήματα στο περιθώριο, δίχως κοινά σημεία αναφοράς ή ταξική αυτοσυνειδησία[1]. Με το αίσθημα του ανήκειν αποδυναμωμένο, ο ανομοιογενής αυτός πληθυσμός στρέφεται προς τον ατομικισμό και ασχολείται με την ιδιωτική του σφαίρα, αδυνατώντας να εντοπίσει τους δεσμούς της αμοιβαίας εξάρτησης και της αλληλεπίδρασης με το σύνολο. Έτσι, ο νεόπτωχος νιώθει ανήμπορος και αβοήθητος σε μια κοινωνία-ζούγκλα που κάθε μέρα φθείρεται και καταρρέει ολοένα και περισσότερο. Μέσα σ’ όλα αυτά, είτε αφήνεται στην απο-πολιτικοποίηση (για την οποία έχει ήδη φροντίσει το εκπαιδευτικό σύστημα και το κυρίαρχο lifestyle που αναπαράγεται μέσα από διάφορα μεταμοντέρνα ιδεολογήματα του τύπου «όλα είναι σχετικά») είτε υιοθετεί ένα ψέμα που θα λειτουργεί ως παυσίπονο στις δυσκολίες και τις απογοητεύσεις του/της. Ποιό μπορεί να είναι αυτό;

Το ψέμα δεν έχει μία απόχρωση ή έναν εκφραστή. Έχει όμως, συνήθως, κοινά χαρακτηριστικά: το λαϊκισμό, τη συνωμοσιολογία, τη λογική της ανάθεσης, την πίστη σε μεταφυσικού χαρακτήρα έννοιες (όπως το έθνος, οι πρόγονοι, οι νόμοι της ιστορίας, οι νόμοι της φύσης, η θρησκεία) ή το φόβο. Έτσι, στο ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό αναδύονται από τη μία οι δυνάμεις της άκρας δεξιάς και των λαϊκών υπερσυντηρητικών (όπως λ.χ η Χρυσή Αυγή ή τα λαϊκίστικα σχήματα της Λεπέν και του Φαράτζ) που εκμεταλλεύονται την ανασφάλεια του μέσου νεόπτωχου επενδύοντας στο αντι-μεταναστευτικό μίσος, καθώς και το πολιτισμικό κενό που αφήνει πίσω της η κατάρρευση παραδοσιακών φιλελεύθερων ιδεολογιών (όπως η πολυπολιτισμικότητα). Από την άλλη, έχουμε λαϊκίστικα πολυσυλλεκτικά σχήματα όπως το Κίνημα των Πέντε Αστέρων ή τα πιο αριστερίστικα (Κεϋνσιανικής φύσης) Podemos, Sinn Fein και ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Στην διασπορά των διαφόρων μύθων, βέβαια, συμβάλλουν και τα Μέσα Ενημέρωσης, ως εκφραστές του κυρίαρχου λόγου και διαμορφωτές της κοινής γνώμης, που επεμβαίνουν καταλυτικά στην ψυχοσύνθεση του μέσου νεόπτωχου. Οι συνεχείς επικλήσεις στη «σταθερότητα», την «κοινή λογική» και την «ασφάλεια» από τις περισσότερες (φιλο)ευρωπαϊκές νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις (τη στιγμή που οδηγούν με τις επιλογές τους στη γενικότερη αστάθεια, στην κυριαρχία του παραλόγου και τον κοινωνικό κανιβαλισμό) έχουν ως στόχο τη συμμόρφωση του πολίτη-ψηφοφόρου-καταναλωτή-τηλεθεατή, στη συμπόρευση του με τις «υπεύθυνες δυνάμεις» απέναντι στις σειρήνες της κοινωνικής αναταραχής. Παράλληλα, ασκείται διαρκώς η ψυχολογική βία της αυτο-ενοχής: όσοι δεν καταφέρνουν να επιτύχουν στα πλαίσια του ενδοκαπιταλιστικού «υγιούς» ανταγωνισμού είναι αυτοί που δεν εργάστηκαν αρκετά σκληρά, αυτοί που στην τελική δεν άξιζαν να πετύχουν. Ως εκ τούτου, ο νεόπτωχος είτε θ’ αυτομαστιγωθεί θεωρώντας πως είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την ίδια του τη μοίρα, σ’ έναν κόσμο που είναι «φύσει σκληρός για τους αδύναμους», είτε θα αναζητήσει αποδιοπομπαίους τράγους για τα προβλήματα του στα πρόσωπα των μεταναστών, των «τεμπέληδων» ή των… Ιλλουμινάτι. Έτσι, μετατρέπεται σ’ ένα μέσο συντηρητικό – ή καλύτερα αντιδραστικό – ανθρωπάκο, που αντί να εναντιώνεται στους καταπιεστές του/της, αναζητά νέους αφέντες (όντας ο ίδιος/α δούλος), των οποίων τα επιχειρήματα, την ιδεολογία και τα παραμύθια αναπαράγει με πάθος.

3

Απευθυνόμενοι προς το συντηρητικό

Τα ερεθίσματα που δέχεται ο μπατίρης της ιστορίας μας, όμως, δεν προέρχονται από μία μόνο κατεύθυνση. Μπορεί, πράγματι, το Κράτος, οι επιχειρήσεις και τα ΜΜΕ να κατέχουν την ηγεμονία, κι άλλες φωνές όμως φτάνουν στ’ αυτιά των περισσότερων πολιτών, ανεξαρτήτως του αν αυτές αποτελούν, ή όχι, αντικείμενο προσοχής από την κοινωνική πλειοψηφία. Αφίσες, τρικάκια, πανό, πορείες, κινηματικά ραδιόφωνα και εφημερίδες, πολιτικές εκδηλώσεις και ανοιχτές συζητήσεις, ιστότοποι αντιπληροφόρησης, επιδιώκουν τη διάχυση του λόγου που εναντιώνεται σε αυτό των κυρίαρχων και προτάσσει διαφορετικές αξίες, σχέσεις, συμπεριφορές, στόχους και μεθόδους. Ο λόγος των υπό ανάπτυξη αντισυστημικών κινημάτων «από τα κάτω» σήμερα, ειδικότερα στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες (κυρίως του Νότου), εκφράζεται κυρίως από τον αντιεξουσιαστικό χώρο, που συντίθεται από διάφορες πολιτικές ομάδες οι οποίες αρνούνται την αντιπροσώπευση, την ανάθεση της επίλυσης των προβλημάτων σε τρίτους, τη διαμεσολάβηση και την ιεραρχική δόμηση. Ο συντηρητικός μπατίρης, όμως, αυτός ο οποίος, όπως εξηγήσαμε παραπάνω, εσωτερικεύει και αναπαράγει τους μύθους των αφεντικών του, στεκόμενος ως άμισθος υπερασπιστής τους (υπάρχουν και οι έμμισθοι βέβαια: ο, κατά το ΣτΕ, «σκληρός πυρήνας του Κράτους»), αρνείται επίμονα κάθε προσπάθεια προσέγγισής του. Γι’ αυτόν, ο ειρηνικός διαδηλωτής «κλείνει το δρόμο», ο συγκρουσιακός «καταστρέφει την περιουσία του κοσμάκη», ο απεργός «εμποδίζει την ομαλή λειτουργία του εργοστασίου» και ο αφισοκολλητής «γεμίζει την πόλη με σκουπίδια». Γιατί όμως δίνει  την «εύκολη» απάντηση, αυτή που σερβίρεται στο πιάτο από τις κιτρινισμένες φυλλάδες και τα δελτία των οκτώ;

Προφανώς, επειδή έχει εθιστεί στις εύκολες απαντήσεις και στην ακρισία, αδυνατώντας να κατανοήσει την πραγματικότητα σε βάθος. Αρχικά, ήταν η απλή αποστήθιση των κειμένων, που εξασφάλιζε καλούς βαθμούς στο σχολείο. Έπειτα, η μελέτη των «sos», οι φωτοτυπημένες σημειώσεις, τα σκονάκια σε σμίκρυνση που εξασφάλισαν το πολυπόθητο πτυχίο. Στη συνέχεια, η μηχανιστική εργασία που δεν προϋποθέτει ιδιαίτερες πρωτοβουλίες, αποξενώνει τον εργάτη απ’ το προϊόν του μόχθου του, όμως προσφέρει τα απαραίτητα για την επιβίωση. Μέσα σ’όλα αυτά, οι εφήμερες σχέσεις, οι οποίες δεν προϋποθέτουν ιδιαίτερες δεσμεύσεις και ευθύνες απέναντι στο έτερο πρόσωπο, το σερβιρισμένο φαγητό, είτε σε πακέτο από φαστφουντάδικο, είτε κατεψυγμένο απ’ το πολυκατάστημα, ακόμη κι ο αγοραίος έρωτας, αποστειρωμένος από αληθινό πάθος και συμπυκνωμένος σε λίγες σειρές σφηνάκια. Ο συντηρητικός μπατίρης αρνείται να εμπλακεί σε διαδικασίες που απαιτούν την ενεργό συμμετοχή του, όχι επειδή δεν μπορεί, αλλά επειδή έχει μάθει να φοβάται να δοκιμάσει και δεν επιθυμεί ν’ αποξενωθεί απ’ τον κατεστημένο τρόπο ζωής που έχει επιλέξει να ακολουθεί, αναμένοντας παθητικά την επαλήθευση των ανόητων προφητειών περί «εξόδου από την κρίση» και επιστροφής στην υπερκαταναλωτική αφθονία.

Μία λαθεμένη ερώτηση,είναι η εξής: αξίζει να θυσιάσουμε την ποιότητα του λόγου και της δράσης μας ώστε ν’ αποκτήσουμε μαζικότητα; Λαθεμένη, διότι α) αναγνωρίζει και αξιολογεί ως ποιοτικό το σύγχρονο αντισυστημικό λόγο και πράξη, δίχως να εξηγεί ποιά αποτελέσματα μας οδηγούν σ’ αυτό το συμπέρασμα και β) υποτιμά a priori τη μάζα στην οποία απευθύνεται, ομολογώντας μάλιστα και την υποκριτική -ψηφοθηρικού τύπου- μέθοδο που θα μπορούσε να ακολουθηθεί. Μια λαθεμένη, επίσης, αντίδραση είναι η επένδυση στη λογική του μηδενισμού, και η ανάδυση του αντικοινωνικού μίσους, η απολίτικη και στην ουσία επίσης συντηρητική (και αυτοκαταστροφική) στροφή εναντίον της ίδιας της κοινωνίας, και όχι των θεσμών που τη διέπουν. Πώς μπορεί, λοιπόν, να επιδιωχθεί η γνωστική σύγκρουση, η αμφισβήτηση δηλαδή του προϋπάρχοντος συνόλου ιδεών και η κριτική του σύγκριση με τις ριζοσπαστικές ιδέες και προτάγματα; Οι ιδέες ούτε φυτεύονται, ούτε επιβάλλονται, μεταδίδονται και υιοθετούνται αυτοβούλως. Και ποιά είναι η ορθότερη μέθοδος διάδοσης, αν όχι η προπαγάνδιση δια του παραδείγματος, ο αυτοδιαχειριστικός πειραματισμός[2], που στοχεύει στην ανάπτυξη αντιθεσμών και στη μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στο θεσμοθετημένο και το θεσμοθετόν, υπερ των θεσμοθετουσών δυνάμεων. Όλα τα κείμενα, οι ζωγραφιές, τα συνθήματα, τα stencil, οι συγκρούσεις σώμα με σώμα, που αποτελούν την παρακαταθήκη του ανταγωνιστικού κινήματος, εμπνέουν, μορφοποιούνται και ζωντανεύουν κάθε φορά που οργανώνεται ένας κύκλος αυτομόρφωσης, κάθε φορά που απελευθερώνεται απ’ το Κράτος και την Ιδιοκτησία ένας χώρος, κάθε φορά που απαλλοτριώνεται απ’ τους φτωχούς ένα σουπερμάρκετ.

Αντί επιλόγου

Αν κανείς θεωρεί πως οι συντηρητικοί πολίτες αυτού του κόσμου θα πρέπει να εξοντωθούν ή να σταλούν σε τροχιά στο διάστημα, τότε τ’ όνειρο του, είν΄ ο χειρότερος μας εφιάλτης. Η ιστορία βρίθει μαζικών εκκαθαρίσεων, στρατοπέδων συγκέντρωσης αντιφρονούντων, κρεματορίων και εμφυλίων. Η αποδυνάμωση της ιδεολογικής ηγεμονίας του συντηρητισμού απαιτεί, παράλληλα με την κατανόηση του και την παρακολούθηση της εξέλιξης του, τη δημιουργία του δεύτερου πόλου, αυτού που θα συγκεντρώσει τις κοινωνικές δυνάμεις που εκτός του ότι πλήττονται απ’ τη νεοφιλελεύθερη επέλαση, έχουν, ή αποκτούν σταδιακά, και τη διάθεση να αντισταθούν σ’ αυτή, από κάθε μέτωπο.

 

Σημειώσεις

[1] Η έννοια κοινωνική τάξη δεν αφορά μονάχα ένα σύνολο ανθρώπων με κοινά (οικονομικά) συμφέροντα αλλά επί της ουσίας πρόκειται για ομάδες ανθρώπων με συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις (που ταυτόχρονα διαμορφώνουν, αυτό που είχε πει κάποτε ο Μαρξ, την λεγόμενη ταξική συνείδηση). Στην εποχή του ατομικισμού όπου κάθε τέτοια σχέση έχει αντικατασταθεί από τον καταναλωτισμό και την απάθεια, από την ιδιώτευση και την μαλθακότητα, η παραδοσιακή ταξική διαστρωμάτωση δίνει τη θέση της σε ένα γενικό μέσο όρο ο οποίος αντικατοπτρίζει όλη αυτή την αποσύνθεση που χαρακτηρίζει το μεταμοντέρνο κόσμο, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής κοινωνίας όπου το φαντασιακό του Δυτικού καταναλωτισμού και της απάθειας κατάφερε να διαβρώσει σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού, και αυτό το βλέπουμε κυρίως μέσα από την επικράτηση του κιτς (Ολυμπιακοί Αγώνες, Euro 2004, Eurovision κτλ).

[2] «Ο αυτοδιαχειριστικός πειραματισμός δεν έχει έννοια παρά μόνο σαν πραγματική κατάκτηση της βάσης, προϋποθέτει έτσι μια γνήσια αυτονομία»(βλ. Πιερ Ροζανβαλόν, «Αυτοδιαχείριση: το μέλλον του σοσιαλισμού”).

Βλ. επίσης: Η πολιτική απάθεια ως σύμπτωμα (του Μίλτου)

Συνδιαμόρφωση  κειμένου από Michael Theodosiadis και Efor

Για έναν δημοκρατικό αντιφασισμό

SANYO DIGITAL CAMERA

Απόσπασμα από το άρθρο «Πολιτική ομάδα για την Αυτονομία: Η άνοδος της φασιστικής ακροδεξιάς και ο δημοκρατικός αντιφασισμός» για το 5ο τεύχος του Περιοδικού Πρόταγμα (σ.22-80)

Λαϊκισμός και «θυματικός εθνικισμός»

Παράλληλα με αυτού του είδους την ηθικοποίηση του πολιτικού, ένα άλλο στοιχείο που αναδύθηκε με την κρίση είναι ο διάχυτος και γενικευμένος λαϊκισμός: πρόκειται για δύο στοιχεία που συνδέονται στενά, εφόσον συντείνουν στο να αποκρύπτουν τις ευθύνες που αναλογούν στην ίδια την κοινωνία, μεγιστοποιώντας τις ευθύνες των ολιγαρχιών. Το πρόβλημα εδώ ξεκινά από τη βασική ανθρωπολογική συγκρότηση σήμερα, δηλαδή τον μεταμοντέρνο, ανεύθυνο και αδιάφορο για τα πολιτικά άνθρωπο, που αναθέτει σε άλλους (τους ειδικούς) τη διαχείριση των δημόσιων ζητημάτων, βυθιζόμενος ο ίδιος στην ανευθυνότητά του. Μια τέτοια πολιτική συγκρότηση είναι αναμενόμενο να οδηγεί σε περιόδους κρίσεων στην αναζήτηση σωτήρων αλλά και αποδιοπομπαίων τράγων. Στην ελληνική περίπτωση, λόγω της γενικότερης αδυναμίας της χώρας αυτής να παίξει ένα ρόλο σε διεθνές επίπεδο (αλλά και της νεοαποικιακής συμπεριφοράς των Ευρωπαίων ηγετών), το ρόλο των «μισητών εχθρών» παίζουν οι πρωθυπουργοί των άλλων κρατών, οι υπερεθνικοί οργανισμοί (ΔΝΤ, ΕΚΤ), η Goldman Sachs κ.λπ. Ο λαϊκισμός εδώ εκφράζεται μέσω της δαιμονοποίησης των ισχυρών ξένων δυνάμεων (που θέλουν να θέσουν υπό την κυριαρχία τους την Ελλάδα) και μέσω της αποσιώπησης των ευθυνών του ίδιου του ελληνικού κράτους και κομματιών της κοινωνίας στη συντήρηση και την αναπαραγωγή του παρασιτικού και κυριαρχικού οικονομικού μοντέλου. Αυτή η νεφελώδης κριτική στις διάφορες ελίτ οικοδομεί έναν θυματικό εθνικισμό[10] που ικανοποιεί την πληγωμένη εθνική υπερηφάνεια λόγω της οικονομικής κατάρρευσης και της διαχρονικής υποτέλειας. Σε συνδυασμό μάλιστα και με τις συνωμοσιολογικές θεωρίες που είναι της μόδας στη χώρα, ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός αποκτούν περισσότερο αντι-ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά ενσαρκώνοντας την απόγνωση και την αγωνία «να σωθεί η πατρίδα».

Η λαϊκιστική γοητεία της ακροδεξιάς

Ο συνδυασμός της ηθικιστικής οπτικής του πολιτικού και του διάχυτου λαϊκισμού προσφέρουν επομένως μια μοναδική ευκαιρία στην ακροδεξιά να αναπτυχθεί και να ριζώσει κοινωνικά. Θα ήταν βέβαια αφελές και επιφανειακό να δούμε την άνοδο της ΧΑ ως απλά μια συνέχεια του λαϊκιστικού φαινομένου του Καρατζαφέρη[11] . Δεν μπορούμε, όμως, να παραγνωρίσουμε και ορισμένα κοινά στοιχεία των δύο μορφωμάτων. Εκτός από μια κοινή δεξαμενή ψήφων (πατριωτών – εθνικιστών), η ΧΑ κληρονομεί και τα επικοινωνιακά τεχνάσματα προσέγγισης του κόσμου μέσω του διαρκούς φλερτ με τα ΜΜΕ (μέχρι και τον life style γάμο του Παναγιώταρου είδαμε λάιβ), συνοδεία κραυγών και προκλητικών δηλώσεων: ο Βορίδης και ο Άδωνις του ΛΑΟΣ αντικαθίστανται από τα ξυρισμένα κρανία και τους μουστακαλήδες της ΧΑ.

Πέρα από τις προφανείς διαφορές στο αισθητικό πεδίο, αυτό που είναι ανατριχιαστικό και αποκρουστικό είναι η αναβάθμιση στο επίπεδο της φασίζουσας υποκουλτούρας που εκπέμπουν οι βεντέτες της ΧΑ. Ωστόσο, θα ήταν παρακινδυνευμένο να ισχυριστούμε ακριβώς το ίδιο και για το κοινό τους ή τους ψηφοφόρους τους, καθώς η αναδυόμενη αποδοχή του κόμματος αυτού απηχεί μάλλον την απόγνωση και την κυνική προσπάθεια ενός κόσμου να πιαστεί από κάτι «αντισυστημικό», κάτι εκτός του «διεφθαρμένου παρελθόντος». Οσο κωμικοτραγικό κι αν ακούγεται, οι μαυροντυμένοι ακτιβιστές ενσαρκώνουν για ένα κομμάτι της σημερινής κοινωνίας τους λαϊκούς ήρωες που υπερασπίζονται τη χώρα και τους αγωνιστές που δεν μασάνε τα λόγια τους. Η ΧΑ πλασάρεται ως η κατεξοχήν καθαρή και αμόλυντη από τη διαφθορά παράταξη και επομένως μια γνήσια αντιμνημονιακή δύναμη[12] . Είναι οι «καλοί», αυτοί που στέκονται στο πλευρό του λαού και των κατατρεγμένων (αιμοδοσίες[13] , συσσίτια, μπραβιλίκια και «προστασία» γειτονιών)·, πόσο μάλλον όταν στην συγκυρία της κρίσης, με την αποσύνθεση των κρατικών δομών, οι άνθρωποι νιώθουν παντελώς αδύναμοι και η ΧΑ παίζει σωστά το παιχνίδι της ανάθεσης και της προστασίας. Σίγουρα αρκετοί από τους ψηφοφόρους τους έχουν αγκαλιάσει και τις ρατσίζουσες ιδέες και τις τραμπουκομαφιόζικες πρακτικές τους (επιθέσεις σε μετανάστες, ξυλοδαρμοί, απειλές, προπηλακισμοί κ.λπ.), αλλά αυτό που μάλλον αποτελεί τον κοινό τόπο μεταξύ αυτών που συμπαθούν την ΧΑ είναι η αίσθηση ότι «καλά τους τα ρίχνουν», «λένε αλήθειες», «τα χώνουν σε αυτούς που μας έφεραν εδώ» και άλλα παρόμοια[14] . Πρόκειται τελικά περισσότερο για μια κακομοίρικη νοοτροπία του Νεοέλληνα που, χωρίς ποτέ ο ίδιος να ενεργοποιείται, επιθυμεί και απαιτεί πλέον την τιμωρία των υπευθύνων (αναθέτοντας -μάταια βέβαια- το έργο στα τραμπουκοειδή), παρά για έναν πραγματικό εκφασισμό της κοινωνίας. Το πολιτικό περιεχόμενο εδώ περνά σε δεύτερη μοίρα, μπροστά στη γοητεία της ενεργητικότητας και της ματσό δήθεν «αυθεντικότητας».

Ασφαλώς δε θα πρέπει να υποτιμήσουμε όλες αυτές τις αντιμεταναστευτικές ρητορείες που τώρα, λόγω της κρίσης, έχουν πάρει τα πάνω τους, από τη στιγμή μάλιστα που -με μεγάλη ευθύνη των κρατικών και δημοτικών αρχών- ολόκληρες περιοχές βρίσκονται σε αναβρασμό λόγω της αναπτυσσόμενης γκετοποίησής τους και υποβάθμισης βασικών δομών και συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας από το μαφιόζικο έγκλημα. Στις συνθήκες φτωχοποίησης και γενικευμένης ανεργίας οι μετανάστες λειτουργούν ως το παράδειγμα προς αποφυγήν αλλά και ως το εξιλαστήριο θύμα: ξεσπάμε εκεί την οργή μας, ρίχνοντάς τους όλο το φταίξιμο για τα δεινά μας, για να ξεχάσουμε τις δικές μας μεγάλες ευθύνες στη διαμόρφωση της σημερινής κατάστασης.

Ωστόσο, αν εξετάσουμε τα πράγματα πιο προσεκτικά θα δούμε ότι η στοχοποίηση κοινωνικά αδύναμων ομάδων προκειμένου να λειτουργήσουν ως οι «αποδιοπομπαίοι τράγοι», όπως έγινε με τις οροθετικές πόρνες, τον μισογυνισμό που αναδύθηκε στην υπόθεση «παπαδιάς» ή τους μετανάστες μικροπωλητές, πραγματοποιείται άνωθεν, από τα ΜΜΕ, και δεν εκφράζει τη συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας 15 . Αν κάποιος προσπαθεί να προωθήσει μια κατάσταση εκφασισμού και κοινωνικού κανιβαλισμού δεν είναι τόσο η ίδια η κοινωνία μέσω της καθημερινής πρακτικής της, όσο αυτοί που ελέγχουν την πληροφορία και την είδηση, οι οποίοι ανάγουν τη συμμορίτικη λογική μειοψηφικών ομάδων της ακροδεξιάς σε κοινωνικό φαινόμενο. Άλλωστε όλη η δράση και ο ακτιβισμός της ΧΑ εκτελείται από τους στρατευμένους στην οργάνωση πυρήνες, οι οποίοι μπορούν και δρουν ανεξέλεγκτα χάρη στην απροκάλυπτη ασυλία που απολαμβάνουν από την αστυνομία και τις δικαστικές αρχές. Όπως παραδεχόταν κι ένας πρώην υψηλά ιστάμενος χρυσαυγίτης: «Πουθενά στην Ευρώπη δεν υπάρχει φιλοφασιστικό κόμμα που να απολαμβάνει την ασυλία που έχει η Χρυσή Αυγή από το ελληνικό κράτος»[16] . Προς το παρόν ο περίφημος «κοινωνικός κανιβαλισμός» εκδηλώνεται κυρίως με την συλλογική αδιαφορία και το έλλειμμα αλληλεγγύης μεταξύ των νεόπτωχων, των ανέργων ή των περιθωριοποιημένων, αφού αυτό που επικρατεί είναι η εξατομικευμένη στάση «να τη βολέψουμε τώρα στα δύσκολα», παρά σε μια έμπρακτη τάση αλληλοεξόντωσης των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων.

Ρατσισμός και εθνικισμός

Το καλοκαίρι του 1990, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πήρε το παγκόσμιο πρωτάθλημα στο ποδόσφαιρο. Στον ίλιγγο της επανένωσης κατέφταναν ξαφνικά άνθρωποι με γερμανικές σημαίες στα αυτοκίνητά τους, κατέβαιναν στους δρόμους και ζητωκραύγαζαν υπέρ της ΟΔΓ. Εκτυλίχτηκαν παράξενες σκηνές, καθώς ορισμένοι παλιοί αυτόνομοι, τρελαμένοι με αυτό που είχε καταφέρει να δημιουργήσει η νέα πραγματικότητα, πέταγαν πέτρες στ’ αμάξια με τους γερμανόπληκτους επιβάτες […]. Καλωσορίσατε στην πραγματικότητα των ‘90s. «Εμείς εναντίον όλου του άλλου κόσμου…»[78]

Η άνοδος της φασιστικής αγέλης του μανιάτη εκτροφέα έχει προκαλέσει ένα είδος πανικού στην αριστερά και τον αναρχικό χώρο. Ίσως διότι ένα φαινόμενο που το γνωρίζαμε για καιρό και για το οποίο ήμασταν οι μόνοι και οι μόνες που μιλούσαμε, προσπαθώντας -κυρίως ο αναρχικός χώρος- να το αντιμετωπίσουμε, το βλέπουμε ξαφνικά να διογκώνεται και να παίρνει πρωτόγνωρες διαστάσεις. Φεύγει από το underground, κατά κάποιον τρόπο, επίπεδο, και ανέρχεται στην κεντρική σκηνή. Παύει να απασχολεί ορισμένους πολιτικά «ψαγμένους» και αφορά πλέον την κοινωνία στο σύνολό της. Η αμηχανία που προκύπτει από αυτήν την εξέλιξη -και την αδυναμία μας να την ερμηνεύσουμε αλλά και να την αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά- έχει προκαλέσει την εμφάνιση δύο βασικών αντιδράσεων: πρώτον, μια οιονεί περιστολή της πολιτικής μας δραστηριότητας όχι απλώς στον «αντιφασισμό» αλλά σε μια εμμονή με τους «φασίστες» και, δεύτερον, σε μια προσπάθεια να δούμε στην άνοδο της στάνης του Ζαρούλια το κρυμμένο μυστικό, το κλειδί για την κατανόηση της νεότερης ιστορίας της χώρας.

Φυσικά αυτά τα δύο ψυχολογικά αντανακλαστικά συνδέονται μεταξύ τους. Αν καταλήγουμε, έστω ασυνείδητα, σε αυτήν την μονομανία με τον «αντιφασισμό», είναι επειδή πιστεύουμε ότι η άνοδος της ΧΑ ανταποκρίνεται στις βαθύτερες βλέψεις της ελληνικής κοινωνίας. Σαν, κατά κάποιον τρόπο, ο βαθύτερος φασισμός του Έλληνα και της Ελληνίδας να βρήκαν επιτέλους την έκφρασή τους. Όλη η ιδεολογία που κρύβεται πίσω από συνθήματα όπως το θρυλικό «σκουλήκια, μικροαστοί» πλέον νιώθει να επιβεβαιώνεται ιστορικά: ορίστε, είχαμε δίκιο τελικά, η ελληνική κοινωνία είναι ένας «βόθρος με σκατά», «οι μικροαστοί είναι οι εμπρηστές»[79]κ.λπ. Άρα, τελικά, η άνοδος του Ζαρούλια δεν είναι μια νέα εξέλιξη, την οποία οφείλουμε να διαυγάσουμε ώστε να δούμε πώς θα την αντιμετωπίσουμε. Όχι, είναι το πραγματικό πρόσωπο του συστήματος, αυτό που τόσον καιρό απλώς δεν εκφραζόταν ρητά. Αυτή είναι η ελληνική κοινωνία και τώρα που έσφιξαν τα γάλατα, δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο. Οι παλαιοσταλινικές ερμηνείες του φασισμού («ο φασισμός ως μακρύ χέρι του κεφαλαίου» 80 ) απλώς ενδυναμώνουν αυτήν την ιδέα.

Στην πραγματικότητα, όμως, τα πράγματα είναι λιγάκι διαφορετικά. Όπως προσπαθούμε να δείξουμε στο πρώτο κομμάτι του κειμένου μας, ναι μεν η άνοδος της ΧΑ δεν είναι απλώς μια συγκυριακή εξέλιξη· η κριτική πολλών αναρχικών στη μηχανιστική ανάλυση της αριστεράς («η φτώχεια γεννά τον φασισμό») είναι ορθότατη 81 . Ωστόσο, το γεγονός πως αυτή η άνοδος ερείδεται στην ύπαρξη ορισμένων εγγενών ανθρωπολογικών χαρακτηριστικών της ελληνικής κοινωνίας, δε σημαίνει πως αυτή η κοινωνία είναι «φασιστική». Τα χαρακτηριστικά που προσπαθούμε κι εμείς να αναλύσουμε (εθνικισμός, πολιτιστική εξαχρείωση, επιδεικτική αδιαφορία για την πολιτική, επιθυμία «τιμωρίας» των πολιτικών κ.λπ.) δημιουργούν όχι έναν νεοέλληνα ναζί και ρατσιστή, αλλά έναν απαίδευτο και εντελώς ανερμάτιστο, πολιτικά, ψηφοφόρο, ο οποίος δεν έχει πρόβλημα να ψηφίσει τον Ζαρούλια, όχι επειδή συμφωνεί με τις φασιστικές και ναζιστικές του διακηρύξεις, αλλά επειδή γουστάρει να τον βλέπει «να τα χώνει στο Σύστημα». Πρόκειται για το σύνδρομο του Ρομπέν των Δασών, όπως πολύ σωστά το έχει παρατηρήσει ο Notis: τον ρόλο της 17Ν παλιότερα, τον παίζει τώρα, στο συλλογικό φαντασιακό, η αγέλη των ανθρωπιδών του Ζαρούλια.

Διότι, κατά τα άλλα, είναι σαφές σε όποιον έχει στοιχειωδώς επαφή με την κοινωνία, ότι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι φυσικά εθνικιστές και εθνικίστριες, αλλά όχι ρατσιστές και ρατσίστριες. Και σε καμία περίπτωση το 7% με 10% που υποστηρίζει την ΧΑ δεν είναι ούτε πλειοψηφικό αλλά ούτε και πραγματικά φασιστικό στο μεγαλύτερο μέρος του. Μπορεί τα κανάλια να μην τις παρουσιάζουν, εφόσον δεν πουλάνε τόσο πολύ όσο οι ενέργειες των ουρακοτάγκων του Ζαρούλια, αλλά έχουν επανειλημμένως εκφραστεί αντιστάσεις στις δράσεις της ΧΑ από διάφορες κοινωνικές ομάδες: από τους πολύτεκνους που αποδοκίμασαν τον Κασιδιάρη (όταν πήγε να διαδηλώσει μαζί τους) και τους κρητικούς που έδιωξαν την τοπική αντιπροσωπία της ΧΑ από τα χωριά τους μέχρι παπάδες που έβγαλαν διαγγέλματα εναντίον της και γιατρούς που αρνήθηκαν να κάνουν «αιμοδοσία μόνο για Έλληνες» (τόσο στο Αγρίνιο όσο και, νωρίτερα, στη Σωτηρία, στην Αθήνα) ή ακόμα και τους οργανωμένους οπαδούς της ΑΕΚ στο Περιστέρι που αντέδρασαν στην προσπάθεια της ΧΑ να ιδρύσει γραφεία δίπλα στον σύνδεσμό τους.

Είναι επίσης ενδεικτικό πως κάθε φορά που η ΧΑ αφήνει στην άκρη το πιο πατριωτικό/εθνικιστικό προσωπείο της και εμφανίζει ακομπλεξάριστα τις πιο ρατσιστικές και φασιστικές της απόψεις, ο κόσμος την αποδοκιμάζει. Χαρακτηριστικότερη όλων η περίπτωση με τη γνωμάτευση του πίθηκου Παναγιώταρου περί της μη ελληνικότητας του μπασκετμπολίστα του Παναθηναϊκού, Σοφοκλή Σχορτσιανίτη. Όποιος παρακολούθησε τον διάλογο που ακολούθησε σε αθλητικές ιστοσελίδες και ραδιόφωνα, θα καταλάβει τι εννοούμε. Και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε όλα αυτά είναι πως το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου που αντιδρά σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι ούτε αριστερών ούτε, φυσικά, αναρχικών τάσεων: είναι καθημερινοί, μέσοι πατριώτες, οι οποίοι ωστόσο ούτε ρατσιστές ούτε φασίστες είναι. Αυτή όμως τη διαφορά μεταξύ πατριωτισμού-ρατσισμού/επιθετικού εθνικισμού αδυνατούν να την κατανοήσουν όσοι πιστεύουν ότι όποιος κρατά ελληνική σημαία είναι «φασίστας»[82].

Η ανεπάρκεια των «ταξικών» προσεγγίσεων

Τι πιο λογικό, λοιπόν, αυτή η αντίληψη της κατάστασης να μας οδηγεί σε μια τάση να μετατρέπουμε την πολιτική μας στράτευση σε μια μονοθεματικού τύπου δράση, τον «αντιφασισμό»; Τα προβλήματα όμως δε σταματούν εδώ. Διότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ένας σωστός αντιφασισμός δε θα ήταν κάτι εντελώς αρνητικό, έστω και ως «μονοθεματική» πολιτική στράτευση. Όμως η αδυναμία του ελληνικού αναρχικού και ελευθεριακού χώρου να απελευθερωθεί από τη γοητεία που του ασκεί ο εγχώριος σταλινισμός, τον κάνει να φλερτάρει με μια αριστερίστικου τύπου προσπάθεια δικαιολόγησης της τάσης του να βλέπει την άνοδο του Ζαρούλια ως την κορυφή του παγόβουνου που ακούει στο όνομα «εκφασισμός της κοινωνίας». Έτσι, η δημητρωφική ανάλυση του φασισμού ως μακριού χεριού του καπιταλισμού (ή του κράτους, σε μια πιο αναρχική εκδοχή της θεωρίας) μας οδηγεί σε μια περίεργη αντίληψη του αντιφασισμού, σχεδον σχιζοφρενική: από τη μια μεριά, δηλαδή, περιορίζουμε το γενικότερο πρόταγμά μας για τον ριζικό μετασχηματισμό των κοινωνιών σε μια αμυντική στάση απέναντι στο πιο επείγον κακό, ενώ, την ίδια στιγμή, από την άλλη μεριά, χρησιμοποιούμε τη δημητρωφική ανάλυση προκειμένου να δώσουμε με το ζόρι «ταξικά» χαρακτηριστικά σε αυτόν μας τον αντιφασισμό.

Αντί, με άλλα λόγια, να πούμε ότι, δεδομένου πως το επείγον αυτήν τη στιγμή είναι να βάλουμε φραγμό στην άνοδο της συμμορίας του Ζαρούλια, ρίχνουμε λιγάκι τον πήχη των πολιτικών και ιδεολογικών μας κριτηρίων και συμμαχούμε με ευρύτερα κομμάτια της κοινωνίας, με τις πολιτικές απόψεις των οποίων υπό κανονικές συνθήκες δε συμφωνούμε, τελικά κάνουμε το αντίθετο: προσπαθούμε να εξάγουμε τον αντικαπιταλισμό από τον αντιφασισμό. Δεδομένου ότι, όπως είδαμε παραπάνω, τελικά η άνοδος του φασισμού είναι η κρυμμένη αλήθεια της κοινωνίας μας, τελικά μόνο οι πραγματικά αντικαπιταλιστές είναι πραγματικοί αντιφασίστες. Άρα, δεν πολεμάμε τον φασισμό ως μια επιδείνωση της αρχικής κατάστασης, θέτοντας ως βραχυπρόθεσμο στόχο την επιστροφή σε ένα πιο νορμάλ κοινοβουλευτικό καθεστώς· τείνουμε να πιστεύουμε ότι τελικά ο πραγματικός αντιφασισμός είναι αναγκαστικά κι εξορισμού επαναστατικός κι έτσι ανοίγουμε μέτωπο ενάντια στους «μικροαστούς» αλλά και στην κοινωνία ολόκληρη, τελικά, η οποία είναι και υπεύθυνη για την άνοδο αυτού του φασισμού.

Αντί, με άλλα λόγια, ο αντιφασισμός να μας ανοίγει λίγο παραπάνω στην κοινωνία, μάλλον τείνει να μας χρησιμεύει ως δικαιολογία για να κλειστούμε ακόμα περισσότερο στον εαυτό μας. Στο κάτω κάτω αυτό που τελικά επείγει είναι να προστατευθούμε εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες, ως αναρχικός χώρος, από την υποτιθέμενη φασιστικοποίηση κράτους και κοινωνίας. Δε χρειάζεται καν να υπογραμμίσουμε πόσο λανθασμένη είναι μια τέτοια αντίληψη των πραγμάτων. Διότι ο αντιφασισμός είναι ένα πεδίο από τα πιο προνομιακά για τη διάδοση των δημοκρατικών και ελευθεριακών ιδεών. Πρόκειται για ένα θέμα που μόνο ο αναρχικός χώρος (και λιγότερο η αριστερά) αναδείκνυε ευθύς εξαρχής, πριν γιγαντωθεί και καταστεί εμφανές ακόμα και στους διανοητικά ηλίθιους. Αυτό είναι ένα στοιχείο που θα μπορούσε να δώσει πόντους σε αυτόν τον χώρο, μέσω της ανάδειξης της διορατικότητας και των πολιτικών του αντανακλαστικών, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους όψιμους αντιφασίστες που τόσο καιρό σφύριζαν αδιάφορα και τώρα ιδρύουν πρωτοβουλίες, βγάζουν βιβλία κ.λπ[83]. Πρόκειται, επίσης, για μια υπόθεση που μπορεί να φέρει σε επαφή με την πολιτική κάποιον κόσμο χωρίς ιδιαίτερα ριζοσπαστική στάση, ο οποίος όμως πιστεύει πως κάτι πρέπει να γίνει με την άνοδο της ΧΑ. Ειδικότερα κάποιος κόσμος που πολιτικοποιήθηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2008 αλλά και το καλοκαίρι του 2011 στις πλατείες της χώρας θα έπρεπε να συνιστά προνομιακό πεδίο απεύθυνσης. Βλέπουμε όμως, αντίθετα, ότι η νεολαία -που θεωρήθηκε ως κατηγορία που τελικά κερδήθηκε από τις αντιεξουσιαστικές ιδέες ή, πιο σωστά, πρακτικές- τελικά περνάει στη σφαίρα γοητείας της στάνης του Ζαρούλια.

Μετανάστες, ισλαμισμός και ισλαμο-αριστερισμός

Σε αυτό το πλαίσιο, πολύ συχνά παρατηρείται μια πουριστική, κατά κάποιον τρόπο, στάση, η οποία θεωρεί το σύνολο της κοινωνίας ως ρατσιστικά μολυσμένο, αναζητώντας τους τελευταίους ανθρώπους -που έλεγε κι ο Νίτσε- μέσα σε αυτήν την έρημο που εξαπλώνεται. Και τελικά τους βρίσκει στο πρόσωπο των μεταναστών: των νέων «κολασμένων της γης». Πράγμα που οδηγεί, εξίσου συχνά, σε μια απογύμνωση του αντιφασισμού από όλα τα πολιτικά χαρακτηριστικά που μπορεί να έχει ακόμα και ως μονοθεματική πολιτική δράση, ενώ ταυτόχρονα τον περιστέλλει στην απλή προστασία των μεταναστών. Φυσικά, για να μην παρεξηγηθούμε, είναι κι αυτό, πολύ συχνά, μια αναγκαιότητα και απαραίτητο κομμάτι του αγώνα ενάντια στην ΧΑ. Ωστόσο το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: όχι μόνο στην τάση να αντιλαμβανόμαστε αυτό το κομμάτι του γενικότερου αγώνα ως αυτοσκοπό αλλά και στην αδυναμία να δούμε ορισμένα ακόμα ζητήματα που τίθενται από το μεταναστευτικό.

Το πιο σημαντικό από αυτά είναι η αδυναμία των ίδιων των μεταναστών να δραστηριοποιηθούν με αποτελεσματικό τρόπο για να αποκρούσουν τις ρατσιστικές επιθέσεις αλλά και για να προσπαθήσουν να βελτιώσουν, γενικότερα, τη θέση τους μέσα στην ελληνική κοινωνία. Διότι, δε θα πρέπει να το ξεχνάμε, αν είμαστε υπέρ της δημοκρατίας και της αυτονομίας, ότι θα πρέπει να είμαστε και υπέρ της αυτοοργάνωσης και της αυτενέργειας των κοινωνικών υποκειμένων και ομάδων. Ο αναρχικός χώρος και η αριστερά δεν είναι σωματοφύλακες των μεταναστών και αυτοί οι τελευταίοι δε θα πετύχουν τίποτε αν δε βασιστούν, πρωτίστως, στις δικές τους δυνάμεις. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, αυτό που δείχνει να κινητοποιεί τους μετανάστες δεν είναι η πολιτική ή, έστω, τα κοινωνικά ζητήματα που τους αφορούν, αλλά η θρησκεία. Περιπτώσεις όπως η απεργία πείνας των «300», πριν από δύο χρόνια, ή η ενστικτώδης άμυνα σε ορισμένες ρατσιστικές επιθέσεις 84 αποτελούν μάλλον εξαίρεση παρά κανόνα. Οι μόνες άξιες λόγου κινητοποιήσεις μεταναστευτικών συλλόγων τα τελευταία χρόνια υπήρξαν τα δύο συλλαλητήρια διαμαρτυρίας για το σκίσιμο ενός αντιτύπου του Κορανιού από ειδικό φρουρό, κατά τη διάρκεια ελέγχου στην Αθήνα, το 2009. Πρόκειται για δύο πορείες που τελικά μετατράπηκαν σε μανιφέστα ισλαμικής πίστης, χάνοντας κάθε χαρακτήρα πολιτικής διαμαρτυρίας. Και το ίδιο συνέβη και με τη διαδήλωση της πακιστανικής κοινότητας Αθήνας ενάντια στην άνοδο του ρατσισμού, τον περασμένο Αύγουστο.

Κι εκεί εμφανίστηκε το εξής χαρακτηριστικό φαινόμενο: μια πολιτική διαμαρτυρία τελικά μετατράπηκε σε συλλογική δήλωση πίστης στο Ισλάμ, με μαζικές γονυκλισίες, «Αλάχου ακ-μπαρ» και τη σημαία της Σαουδικής Αραβίας (με το αραβούργημα της σαχάντα, της ομολογίας πίστης των μουσουλμάνων) να κυματίζει στα σκαλιά της Πλατείας Συντάγματος. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο ότι το μεγαλύτερο μέρος των μεταναστών (που προέρχονται από χώρες του Μαγκρέμπ, της υποσαχάριας Αφρικής και της Ασίας) είναι φορείς θρησκευτικών και ετερόνομων αντιλήψεων και κοινωνικών πρακτικών, πράγμα που τους δυσκολεύει ιδιαίτερα να πολιτικοποιηθούν και να αγωνιστούν για τα δικαιώματά τους. Το μόνο πράγμα που δείχνει να τους κινητοποιεί -εκτός από κάποιες περιπτώσεις αυτοάμυνας απέναντι σε βίαιες επιθέσεις- είναι ό,τι βιώνουν ως προσβολή της θρησκείας τους, δηλαδή του Ισλάμ. Τα υπόλοιπα δείχνουν να τους αφήνουν αδιάφορους. Στην πορεία της Πακιστανικής Κοινότητας βλέπαμε πλακάτ να λένε «Τιμωρία στους φασίστες που επιτίθενται σε τζαμιά και προσβάλλουν τον Προφήτη και το Κοράνι».

Ο αναρχικός χώρος αλλά και η αριστερά αδυνατούν να κατανοήσουν το φαινόμενο, λόγω της χονδροειδούς μαρξιστικής τους ανάλυσης: «οι μετανάστες είναι οι νέοι προλετάριοι, άρα, αργά η γρήγορα, η εκμετάλλευση που υφίστανται θα τους πολιτικοποιήσει» κ.λπ. Και φυσικά υπάρχει και η μεγάλη γοητεία που ασκεί το Ισλάμ ως δήθεν «αντιστασιακή» θρησκεία, που τα βάζει με τη «Δύση», τους «αμερικάνους ιμπεριαλιστές» και τα «γεράκια του σιωνισμού». Δε θα μπορούσε να περιμένει κανείς από αυτόν τον ισλαμοαριστερισμό, που γοητεύεται από τον Αχμαντινεζάντ, τη Χαμάς και τη Χεζμπολά, να ενοχλείται από την κυριαρχία που ασκεί η θρησκεία -και μάλιστα το επιθετικό και θεοκρατικό Ισλάμ- στα μυαλά αυτών των ανθρώπων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σκεπτόμενοι άνθρωποι, που νιώθουν φυσική αποστροφή προς κάθε θρησκεία, πιστεύουν ότι αυτή η κυριαρχία του Ισλάμ είναι προϊόν της επιβολής κάποιων κακών και αντιδραστικών ελίτ στους καλούς μετανάστες προλετάριους («ισλαμικό νταβατζιλίκι στους ταξικούς αγώνες τους» κ.λπ.)[85]. Αδυνατούν να δουν το βάθος και την ανθρωπολογική διάσταση του προβλήματος.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει αυτό το θέμα να συζητηθεί κάποια στιγμή. Θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, καθώς, είναι πολύ πιθανό, όπως συμβαίνει στην δυτική Ευρώπη, η ακροδεξιά να αρχίσει να παίζει το χαρτί του ισλαμισμού για να προωθήσει υπογείως τον ρατσισμό της: θα αρχίσει να μιλά για τον κίνδυνο που θέτει η ισλαμική θεοκρατία για τις δικές μας εκκοσμικευμένες κοινωνίες, υιοθετώντας τα φιλελεύθερα και αριστερά επιχειρήματα που η ίδια η αριστερά (αλλά και οι αναρχικοί, πολύ συχνά) έχει ξεχάσει. Θα πρέπει επίσης να το έχουμε αυτό υπόψη, ώστε να είναι ξεκάθαρο και κάτι ακόμα: ο αντιφασισμός δεν πρέπει να μετατρέπεται σε τυφλό φιλομεταναστευτισμό. Στο βαθμό που οι ίδιοι οι μετανάστες αρνούνται να σπάσουν την παραδοσιακή θρησκευτική τους ετερονομία, δεν υπάρχουν και πολλά κοινά μεταξύ ημών και αυτών. Διότι, ναι μεν, τους υπερασπιζόμαστε απέναντι στις επιθέσεις της ντόπιας ακροδεξιάς στο όνομα της υπεράσπισης καθολικών και απαραβίαστων -για εμάς, πάντα!- αξιών όπως η ισότητα ή η αλληλεγγύη, αλλά δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλοί από αυτούς τους μετανάστες όχι μόνο δε μοιράζονται αυτές τις αξίες, αλλά είναι και οπαδοί του ισλαμισμού, δηλαδή της θρησκευτικής ακροδεξιάς, η οποία τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε πορεία ανόδου σε πολλές αραβικές, αφρικανικές χώρες αλλά και στην μέχρι τώρα «μετριοπαθή» Τουρκία[86]. Και φυσικά αυτή η θεοκρατική και σκοταδιστική ιδεολογία αποτελεί θανάσιμο εχθρό κάθε προτάγματος που έχει για στόχο του την ατομική και κοινωνική αυτονομία. Πράγμα που σημαίνει ότι ο αγώνας ενάντια στην ακροδεξιά και τον φασισμό πρέπει να πολεμάει όλες τους τις εκφάνσεις: τόσο την πολιτική όσο και τη θρησκευτική.

[10] Δανειζόμαστε αυτήν την έννοια από τον Α. Γαβριηλίδη και το βιβλίο του, Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού. Ρίτσος-Ελύτης-Θεοδωράκης-Σβορώνος, Αθήνα, Futura,2007. Βλ. επίσης και το κείμενο του Ν. Γκιμπιρίτη σε αυτό τεύχος.
[11] Τέτοιος ρόλος συνεχιστή της μεγάλης παράδοσης της λαϊκιστικής δεξιάς θα μπορούσε να αποδοθεί μάλλον στον Π. Χαμμένο, αν και αυτός αποτελεί μια σαφώς πιο ατάλαντη εκδοχή του επικοινωνιακού θιάσου του λαϊκισμού.
[12] Ας μην ξεχνάμε τον πρωτεύοντα ρόλο της πόλωσης «μνημόνιο – αντιμνημόνιο» στη σημερινή ρευστή πολιτική κατάσταση και βέβαια στις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις.
[13] Αιμοποσίες στο κατά Καιάδαν Ευαγγέλιον!
[14] Σε σχετική έρευνα που έχει γίνει η πλειοψηφία του κόσμου αποδοκιμάζει τις χουλιγκανίστικες πρακτικές της οργάνωσης και συμφωνεί με την τοποθέτηση της οργάνωσης εκτός νόμου.
[15] Στυλοβάτες της προώθησης ενός τέτοιου κλίματος κοινωνικού κανιβαλισμού στάθηκαν το τελευταίο διάστημα τα διάφορα υπουργοειδή τύπου Λοβέρδου, Δένδια και Χρυσοχοϊδη.
[16] Χ. Κουσουμβρής, συνέντευξη στον Ταχυδρόμο, 27/3/2004. Η συμμαχία πολλών σωμάτων της αστυνομίας και του δικαστικού χώρου αποτελεί πράγματι μια ελληνική ιδιαιτερότητα, ειδικά το τελευταίο διάστημα όπου η προστασία των φασιστών από τα ΜΑΤ, τα βασανιστήρια σε αντιφασίστες (επιδεικνύοντας σαφείς φιλοχρυσαυγίτικες προτιμήσεις) και οι αναβολές των δικών επιφανών μελών της οργάνωσης τείνουν να γίνουν ο κανόνας. Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες, αυτή η κατάσταση έχει να κάνει όχι μόνο με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές (βλ. και το προτελευταίο μέρος αυτού του κειμένου) αλλά και με την αδυναμία του ελληνικού κράτους να επιβληθεί στα εκάστοτε λόμπι και τις ομάδες συμφερόντων, οι οποίες αναπτύσσονται ακόμα και μέσα στα ίδια τα σώματα ασφαλείας).
[78] A. G. Grauwacke, Autonome Antifa. Σύντομη ιστορία του γερμανικού αντιφασιστικού και αντιρατσιστικού κινήματος (1980-2003), Αθήνα, Antifa Scripta, 2007, σ. 20. Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι οι γερμανοί «αυτόνομοι» δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με αυτό που στην Ελλάδα αποκαλούμε «αυτόνομος χώρος», καθώς συνιστούν μια παραλλαγή του ευρύτερου αριστερισμού.
[79] Όπως έλεγε και ένα σύνθημα των γερμανών αυτόνομων, με αφορμή εμπρησμούς κατοικιών μεταναστών από τους ναζί: A. G. Grauwacke, Autonome Antifa…, ό. π., σ. 24.
[80] Πρόκειται για τη θεωρία του γενικού γραμματέα της Κ. Διεθνούς, αρχισταλινικού Γκεόργκι Δημητρώφ, η οποία κωδικοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1935, με την περίφημη αναφορά του στο 7 ο συνέδριο της ΚΔ («Η φασιστική επίθεση και τα καθήκοντα της Κομουνιστικής Διεθνούς στην πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στον φασισμό»). Εδώ μια αγγλική εκδοχή του κειμένου.
[81] Βλ. για παράδειγμα το κείμενο της Ομάδας Ελευθεριακών Κομουνιστών, «“Εγκληματικές” ερμηνείες γεγονότων», στην ιστοσελίδα Ελευθεριακή Κίνηση.
[82] Σχετικά με αυτό το τελευταίο σημείο, βλ. και την ανάλυσή μας στο Editorial του τ. 4 του Προτάγματος, ό. π., σσ. 13-22.
[83] Εκτός από την περίφημη Πρωτοβουλία ενάντια στη ναζιστική βία με την οποία ο Βενιζέλος προσπαθεί να βγει από την πολιτική αφάνεια, βλ. και τον συλλογικό τόμο με τον εύγλωττο τίτλο Βία των εκδόσεων Πόλις, με κείμενα αστέρων όπως ο Μανδραβέλης, ο Μ. Μητσός των Νέων κ.λπ.
[84] Όπως για παράδειγμα τον τελευταίο Σεπτέμβριο στην Κυπαρισσία, κατά τη διάρκεια τοπικού πανηγυριού, οπότε και κυνηγήθηκαν οι χρυσαυγίτες που πήγαν να κάνουν «έλεγχο» στους πάγκους των αλλοδαπών μικροπωλητών.
[85] Βλ. για παράδειγμα τα σχόλια σε μια συζήτηση σχετικά με το ζήτημα που συζητάμε, η οποία έλαβε χώρα στο αθηναϊκό Indymedia με αφορμή τη διαδήλωση της πακιστανικής κοινότητας Αθήνας, τον προηγούμενο Αύγουστο.
[86] 86. Τι έχουν να πουν, για παράδειγμα, σήμερα όλοι αυτοί οι αριστεροί που υπερασπίζονταν
τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στην Αίγυπτο, απέναντι στις προσπάθειες επιβολής νοθείας στις εκλογές από τον (αμερικανοκίνητο) στρατό; Τι έχουν να πουν για την προσπάθεια δικτατορικής εκτροπής που κάνει ο πρόεδρος Μόρσι και για την έμμεση αλλά σαφή του απόπειρα να προωθήσει περαιτέρω εφαρμογή του ισλαμικού δικαίου; Την εκλογική νοθεία την καταγγέλλουμε –πολύ σωστά· γιατί όμως δεν κάνουμε το ίδιο και με τις αξιώσεις των ισλαμιστών; Είναι δυνατόν σε κείμενα που αναφέρονται στην άμεση δημοκρατία, να παραθέτουμε έναν εκ των ιδρυτών των Αδελφών Μουσουλμάνων, όπως κάνει ο Γ. Λιερός (Ξαναπιάνοντας το νήμα. Η κοινωνική αναμέτρηση στην Ελλάδα σήμερα, Αθήνα, Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2011, σ. 26, υπ. 9), ειδικά για να αναφέρουμε ως έμπνευσή μας το γεγονός πως ο εν λόγω θεωρητικός «υποστήριζε ότι οι ισλαμιστές δεν θα έπρεπε να αναλάβουν την πολιτική εξουσία αλλά να παραμείνουν μια εξωτερική δύναμη κριτικής προς το κράτος»;