Menu

EAGAINST.com

Κορνήλιος Καστοριάδης: Οι διανοούμενοι και η ιστορία

Μέσω: After History
Το παρακάτω κείμενο βρίσκεται στο βιβλίο «Ο θρυμματισμένος κόσμος» που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Ύψιλον

‘Ιστορία. Μ’ αυτή τη λέξη δεν εννοώ μόνο την ιστορία πού έχει γίνει, αλλά και την ιστορία πού γίνεται, όπως και την ιστορία πού απομένει να γίνει.

Αυτή ή ιστορία είναι, ουσιαστικά, δημιουργία —δημιουργία και καταστροφή. Δημιουργία σημαίνει κάτι το εντελώς άλλο από την αντικειμενική απροσδιοριστία ή την υποκειμενική αδυναμία πρό­βλεψης των γεγονότων και της εξέλιξης της ιστορίας. Θα ήταν γε­λοίο αν λέγαμε ότι ή εμφάνιση της τραγωδίας ήταν απρόβλεπτη, και ανόητο αν βλέπαμε τα Κατά Ματθαίον Πάθη ως μια συνέπεια της απροσδιοριστίας της ιστορίας. Ή ιστορία είναι ό χώρος όπου το ανθρώπινο όν δημιουργεί οντολογικές μορφές — οι δε ιστορία και κοινωνία είναι οι πρώτες από αυτές τις μορφές. Δημιουργία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην (και ούτε συνήθως) «καλή» δημιουργία ή δημιουργία «θετικών αξιών». Το Άουσβιτς και το Γκουλάγκ εί­ναι δημιουργίες, το ίδιο όπως και ο Παρθενώνας ή τα Principia Mathematica. ‘Ωστόσο, μεταξύ των δημιουργιών της ιστορίας μας, της ελληνοδυτικής ιστορίας, υπάρχει μία πού εμείς την αποτιμούμε θετικά και την υιοθετούμε. Είναι η θέση σε αμφισβήτηση, η κριτι­κή, ή απαίτηση τού λόγον διδόναι, προϋπόθεση συγχρόνως και της φιλοσοφίας και της πολιτικής. Πρόκειται για μια θεμελιώδη αν­θρώπινη τοποθέτηση — ουδόλως καθολική στην αφετηρία της — , ή όποια προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει καμιά εξωανθρώπινη δικαιοδοσία, υπεύθυνη εν τελευταία αναλύσει για ό,τι συμβαίνει στην ιστορία, ότι δεν υπάρχει αληθινή αιτία της ιστορίας ή (μη ανθρώπινος) δημιουργός της ιστορίας με άλλα λόγια, ότι ή ιστορία δεν έγινε από τον Θεό, από τη φύση ή από οποιουσδήποτε «νόμους». ’Ακριβώς γιατί δεν πίστευαν σε τέτοιους εξωιστορικούς καθορι­σμούς (πέραν του εσχάτου ορίου της Ανάγκης), κατόρθωσαν οι Έλληνες να δημιουργήσουν τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία.

Επανυιοθετούμε, επαναβεβαιώνουμε, θέλουμε να επεκτείνουμε αυτήν τη δημιουργία. Βρισκόμαστε, και θέλουμε να βρισκόμαστε, μέσα σε μια παράδοση ριζικής κριτικής, γεγονός πού συνεπάγεται ότι βρισκόμαστε σε μια παράδοση ευθύνης (δεν μπορούμε να επιρρίψουμε το σφάλμα στον παντοδύναμο Θεό κλπ.) και σε μια παρά­δοση αυτοπεριορισμού (δεν μπορούμε να επικαλεστούμε καμία εξωϊστορική νόρμα ως γνώμονα του πράττει μας, το όποιο ωστόσο δεν μπορεί να στερείται γνώμονος). Κατά συνέπεια, έναντι αυτού πού υπάρχει ήδη, έναντι αυτού πού θα μπορεί ή θα πρέπει να γίνει, όπως και έναντι αυτού πού υπήρξε, τοποθετούμαστε ως δρώντες κριτικά. Μπορούμε να συμβάλλουμε έτσι, ώστε αυτό πού είναι να υπάρξει αλλιώς. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό πού υπήρξε, μπορούμε όμως να αλλάξουμε το βλέμμα επί τού υπάρξαντος —βλέμμα πού αποτελεί ουσιώδες συστατικό των παρουσών στάσεων (έστω και αν τις περισσότερες φορές αυτό συμβαίνει μη συνειδητά). Εν προκειμένω, δεν απονέμουμε, σε πρώτη προσέγγιση, κανένα φιλοσοφικό προνόμιο στην παρελθούσα και στην πα­ρούσα ιστορική πραγματικότητα. Παρελθόν και παρόν δεν είναι τίποτε άλλο από μάζες ακατέργαστων γεγονότων (ή εμπειρικών υλικών), εκτός και αν τα έχουμε εκ νέου κριτικά εγγυηθεί. Σε μία δεύτερη προσέγγιση, εφόσον βρισκόμαστε εντεύθεν τού παρελθόν­τος αυτού, και μπόρεσε συνεπώς αυτό να εισέρθει στις προϋποθέ­σεις αυτού πού στοχαζόμαστε και αυτού πού είμαστε, αυτό το πα­ρελθόν προσλαμβάνει ένα είδος υπερβασιακής σπουδαιότητος, γιατί ή γνώση του αλλά και ή κριτική πού του ασκούμε, αποτελεί τμήμα του αυτοστοχασμού μας. Και τούτο, όχι μόνον επειδή καθιστά φανερή τη σχετικότητα τού παρελθόντος μέσω της γνώσης άλ­λων εποχών, αλλά και επειδή αφήνει να διαφανεί ή σχετικότητα της συγκεκριμένης ιστορίας μέσω τού στοχασμού πού αφορά σε άλλες ιστορίες, ιστορίες πού ήσαν πράγματι δυνατές, χωρίς όμως να έχουν πραγματοποιηθεί.

Διανοούμενος. Ουδέποτε συμπάθησα (ούτε αποδέχτηκα για λο­γαριασμό μου) αυτόν τον όρο, και για λόγους αισθητικούς, εξαιτίας της άθλιας και αμυντικής υπεροψίας πού αυτός ο όρος προϋ­ποθέτει, άλλα και για λόγους λογικούς· ποιος δεν είναι διανοούμε­νος; Δίχως να υπεισέλθω σε προβλήματα θεμελιώδους βιοψυχολογίας, αν με τον όρο διανοούμενος εννοούμε εκείνον πού εργάζεται σχεδόν αποκλειστικά με το μυαλό του και σχεδόν καθόλου με τα χέρια του, τότε αφήνουμε απέξω ανθρώπους, τούς όποιους θα θέ­λαμε προφανώς να συμπεριλάβουμε (γλύπτες και άλλες κατηγορίες καλλιτεχνών) και συμπεριλαμβάνουμε ανθρώπους, στους όποιους ασφαλώς δεν αποβλέπαμε (πληροφορικούς, τραπεζίτες, χρηματιστές κλπ.).

Δεν βλέπω γιατί ένας εξαίρετος αιγυπτιολόγος ή ένας μαθηματι­κός, πού αδιαφορούν για οτιδήποτε άλλο έξω από τον επιστημονι­κό τους κλάδο, θα μας ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ξεκινώντας απ’ αυτήν την παρατήρηση, θα πρότεινα να συμπεριλάβουμε, για τούς σκοπούς της παρούσας συζήτησης, όλους εκείνους πού, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, επιχειρούν να υπερβούν τη σφαίρα της ειδίκευσής τους και ενδιαφέρονται ενεργά για ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία. ’Αλλά αυτό είναι, και θα πρέπει να είναι, ό ορισμός τού δημοκρατικού πολίτη, οποιαδήποτε κι αν είναι ή απασχόλησή του. (Ας παρατηρήσουμε εδώ ότι ο ορισμός αυτός είναι το ακριβώς αντίθετο του ορισμού της δικαιοσύνης όπως τον έχει δώσει ο Πλά­των, να ασχολείται δηλαδή κανείς με τις υποθέσεις του και να μην ανακατεύεται με τα πάντα —πράγμα πού δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού ένας από τούς στόχους τού Πλάτωνος είναι να δεί­ξει ότι μία δημοκρατική κοινωνία δεν είναι δίκαιη).

Δεν θα προσπαθήσω εδώ να απαντήσω σ’ αυτό το πρόβλημα. Οι παρατηρήσεις μου θα έχουν να κάνουν με εκείνους πού δια του λόγου και της ρητής διατύπωσης γενικών ιδεών, επιχείρησαν ή επιχειρούν να ασκήσουν κάποιαν επιρροή στην εξέλιξη της κοινωνίας τους και στην πορεία της ιστορίας. Ο κατάλογός τους είναι τερά­στιος. Τα ερωτήματα πού θέτουν τα λεγόμενά τους και οι ενέργειές τους είναι απεριόριστα. Έτσι, θα περιοριστώ στη σύντομη συζήτηση τριών σημείων. Το πρώτο σημείο άφορα σε δύο διαφο­ρετικούς τύπους σχέσεως μεταξύ του στοχαστού και της πολιτικής κοινότητας, όπως παραδείγματος χάριν τις προβάλλει ή ριζική αντίθεση μεταξύ Σωκράτους, του φιλοσόφου εντός της πόλεως, και Πλάτωνος, τού φιλοσόφου πού θέλει να είναι υπεράνω της πόλεως. Το δεύτερο σημείο είναι σχετικό με την τάση πού κατέλαβε τούς φιλοσόφους, από κάποια συγκεκριμένη ιστορική φάση και μετά, να εκλογικεύσουν το πραγματικό, δηλαδή να το νομιμοποιήσουν. Στην εποχή της οποίας είδαμε το τέλος, γνωρίσαμε περιπτώσεις ιδιαιτέρως θλιβερές με τούς συνοδοιπόρους τού σταλινισμού, άλλα επίσης, με κάποιον «εμπειρικά» μεν διαφορετικό, άλλα φιλοσοφι­κά ισότιμο τρόπο, με τον Heidegger και τον ναζισμό. Θα καταλήξω μ’ ένα τρίτο σημείο: Με το ερώτημα πού θέτει ή σχέση της κριτικής και της θεώρησης του φιλοσόφου-πολίτη με το γεγονός ότι, σ’ ένα πρόταγμα αυτονομίας και δημοκρατίας, ή πηγή της δημιουργίας, ό κύριος θεματοφύλακας του θεσμίζοντος φαντασιακού, είναι ή με­γάλη πλειονότης των ανδρών και των γυναικών μιας κοινωνίας, και αυτοί πρέπει να γίνουν τα δρώντα υποκείμενα της ρητής πολιτικής.

Ο φιλόσοφος στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης αρχικής περιόδου, υπήρξε συγχρόνως και πολίτης. Γι’ αυτό ακριβώς εκλήθη αρκετές φορές να «νομοθετήσει», στην πόλη του ή σε κάποια άλλη πόλη. Ο Σόλων είναι το λαμπρότερο παράδειγμα. Αλλά και το 443 ακόμη, όταν οι Αθηναίοι δημιούργησαν στην ’Ιταλία μια πανελλήνια αποικία, τούς Θουρίους, από τον Πρωταγόρα ζή­τησαν να θέσει τούς νόμους. Ο τελευταίος αυτής της σειράς — ο τελευταίος μεγάλος εν πάση περιπτώσει— είναι ο Σωκράτης. Ο Σωκράτης είναι φιλόσοφος, άλλα είναι και πολίτης. Συζητεί με όλους τούς συμπολίτες του στην αγορά. Έχει οικογένεια και παιδιά. Συμμετέχει σε τρεις εκστρατείες. Αναλαμβάνει το ύπατο αξίωμα είναι Επιστάτης των πρυτάνεων (Πρόεδρος της Δημοκρατίας για μία μέρα) ίσως στην πιο τραγική στιγμή της ιστορίας της αθηναϊκής δημοκρατίας, την ήμερα της δίκης των στρατηγών πού νίκησαν στις Αργινούσες. Τότε πού, προεδρεύοντας στην Εκκλησία του Δήμου, αντιμετώπισε θαρ­ραλέα το έξαλλο πλήθος και αρνήθηκε να αρχίσει παράνομα τη διαδικασία κατά των στρατηγών. Όπως, λίγα χρόνια αργότερα, αρνήθηκε να υπακούσει στις διαταγές των Τριάκοντα και να συλλάβει παράνομα ένα πολίτη. Η δίκη και ή καταδίκη του είναι μια τραγωδία με την κυριολεκτική σημασία τού όρου, όπου θα ήταν ανόητο να ψάξουμε για αθώους και ένοχους. ‘Οπωσδήποτε, ο Δή­μος τού 399 δεν είναι πια ο Δήμος του 6ου και τού 5ου αιώνα, και, οπωσδήποτε, ή πόλις θα μπορούσε να εξακολουθήσει να αποδέχεται τον Σωκράτη, όπως το είχε κάνει επί δεκαετίες. Άλλα πρέπει επίσης να κατανοήσουμε ότι ή πρακτική του Σωκράτη παραβιάζει κυριολεκτικά τα όρια του ανεκτού σε μία δημοκρατία. Η δημοκρατία είναι το καθεστώς πού θεμελιώνεται ρητά στη δόξα, στη γνώμη, στην αντιπαράθεση των γνωμών, στη διαμόρφωση μιας κοι­νής γνώμης. Η αναίρεση των γνωμών του άλλου είναι κάτι παρα­πάνω από επιτρεπτή και νόμιμη, είναι ή ίδια ή ανάσα της δημόσιας ζωής. Άλλα ο Σωκράτης δεν περιορίζεται στο να δείξει ότι ή α ή β δόξα είναι λανθασμένη (και δεν προτείνει την δική του δόξα στη θέση κάποιας άλλης). Ο Σωκράτης δείχνει ότι όλες οι δόξες είναι λανθασμένες, ακόμη περισσότερο, ότι όσοι τις υπερασπίζονται δεν ξέρουν τι λένε. Όμως καμία κοινωνική ζωή και κανένα πολιτικό καθεστώς —και ή δημοκρατία λιγότερο από κάθε άλλο— δεν είναι δυνατά με βάση την υπόθεση ότι όλοι οι συμμετέχοντες ζουν σ’ ένα κόσμο ασυνάρτητων αντικατοπτρισμών, πράγμα πού ο Σωκράτης δείχνει διαρκώς. Βέβαια, ή πόλις θα μπορούσε να το ανεχτεί και αυτό ακόμη, το έκανε μάλιστα για μεγάλο διάστημα με τον Σωκρά­τη, όπως και με άλλους. Αλλά ο ίδιος ο Σωκράτης γνώριζε πολύ καλά ότι για την πρακτική του αυτή θα έπρεπε αργά ή γρήγορα να λογοδοτήσει. Δεν είχε ανάγκη να του προετοιμάσουν μιαν απολογία, λέει, γιατί πέρασε όλη του τη ζωή στοχαζόμενος την απολογία πού θα παρουσίαζε αν τού απευθύνετο κατηγορία. Και ό Σωκρά­της όχι μόνο αποδέχεται την απόφαση του δικαστηρίου πού αποτελείται από τούς συμπολίτες του, ό λόγος του στον Κρίτωνα, τον όποιο εκλαμβάνουμε τόσο συχνά ως ένα λόγο ηθικολογικό και ηθι­κοπλαστικό, αποτελεί μια εξαίρετη ανάπτυξη της θεμελιώδους Ελληνικής ιδέας της διαμόρφωσης του ατόμου από την πόλη του. Πό­λις άνδρα διδάσκει, έγραψε ο Σιμωνίδης. Ο Σωκράτης ξέρει ότι γεννήθηκε από την Αθήνα και ότι δεν θα μπορούσε να είχε γεννη­θεί πουθενά άλλου.

Είναι δύσκολο να σκεφθούμε ένα μαθητή πού πρόδωσε τόσο πο­λύ στην πράξη το πνεύμα του δασκάλου του, όσο ο Πλάτων. Ο Πλάτων αποσύρεται από την πόλη και ιδρύει στις πύλες της μια σχολή για επίλεκτους μαθητές. Δεν γνωρίζουμε καμία εκστρατεία στην όποια να έλαβε μέρος. Δεν γνωρίζουμε αν είχε οικογένεια. Στην πόλη πού τον έθρεψε και πού τον έκανε αυτό πού είναι δεν προσφέρει τίποτα από ό,τι κάθε πολίτης της οφείλει, ούτε στρατιω­τική θητεία, ούτε παιδιά, ούτε αποδοχή δημοσίων ευθυνών. Συκο­φαντεί την Αθήνα στον ύψιστο βαθμό. Χάρις στην τεράστια σκηνοθετική του ιδιοφυία, χάρις στη δεινότητά του ως ρήτορα, σοφι­στή και δημαγωγού, θα κατορθώσει να επιβάλει για τούς επερχόμενους αιώνες την ακόλουθη εικόνα: Οι πολιτικοί άνδρες των Αθηνών —Θεμιστοκλής, Περικλής— ήσαν δημαγωγοί, οι στοχα­στές της σοφιστές (με τη σημασία πού ό ίδιος επέβαλε), οι ποιητές της διαφθορείς της πόλεως, ο λαός της ένα χυδαίο κοπάδι αφημένο στα πάθη και τις ψευδαισθήσεις. Πλαστογραφεί ενσυνείδητα την ιστορία, είναι ό πρώτος επινοητής των σταλινικών μεθόδων σε αυτόν τον χώρο. ’Εάν γνωρίζαμε την ιστορία των Αθηνών μόνο από τον Πλάτωνα (Γ’ των Νόμων), θα αγνοούσαμε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, τη νίκη του Θεμιστοκλή και του ελεεινού αυτού δήμου των κωπηλατών. Θέλει να εγκαθιδρύσει μια πόλη εκτός χρόνου και ιστορίας, πού θα κυβερνάται όχι από τον λαό της, άλλα από τούς «φι­λοσόφους». Αλλά είναι επίσης —και αντίθετα προς όλη την προη­γούμενη ελληνική πείρα, όπου οι φιλόσοφοι είχαν δείξει μια φρόνη­ση πραγματική, μια σωφροσύνη στην πράξη — ο πρώτος πού εγκαινίασε αυτή τη βασική μωρία, ή όποια έκτοτε, και τόσο συχνά, θα χα­ρακτηρίζει τούς φιλοσόφους και τούς διανοουμένους απέναντι στην πολιτική πραγματικότητα. Φιλοδοξεί να γίνει σύμβουλος του πρίγκι­πα, στην πραγματικότητα του τυράννου —φιλοδοξία των φιλοσό­φων και των διανοουμένων, πού δεν έπαυσε έκτοτε— και αποτυγχάνει αξιοθρήνητα, αφού αυτός ο φίνος ψυχολόγος και ό θαυμάσιος πορτρετίστας εκλαμβάνει τούς βλάκες για φωστήρες και τον τύραν­νο Διονύσιο των Συρακουσών για δυνάμει βασιλέα-φιλόσοφο, το ίδιο όπως είκοσι τρεις αιώνες αργότερα ο Heidegger θα εκλάβει τον Χίτλερ και τον ναζισμό ως τις ενσαρκώσεις του πνεύματος του γερμανικού λαού και της ιστορικής αντίστασης εναντίον της βασιλείας της τεχνικής. Ο Πλάτων είναι εκείνος πού εγκαινιάζει την εποχή των φιλοσόφων πού αποσπώνται από την πόλη, αλλά ταυτοχρόνως, κάτοχοι της αλήθειας, θέλουν να της απαγορεύσουν νόμους παραγνωρίζοντας τελείως την θεσμίζουσα δημιουργικότητα του λαού, και οι οποίοι φιλόσοφοι, αδύναμοι πολιτικά, έχουν ως ύψιστη φιλοδοξία τους να γίνουν σύμβουλοι τού πρίγκιπα.

Δεν αρχίζει όμως με τον Πλάτωνα, και δικαιολογημένα, αυτή ή άλ­λη αξιοθρήνητη πλευρά της δραστηριότητας των διανοουμένων απέναντι στην ιστορία, δηλαδή ή εκλογίκευση του πραγματικού, με άλλα λόγια ή νομιμοποίηση των υπαρχουσών εξουσιών. Ή λατρεία του τετελεσμένου γεγονότος είναι οπωσδήποτε άγνωστη και αδύνατη ως στάση πνευματική στην Ελλάδα. Πρέπει να κατεβούμε ως τούς Στωικούς για να αρχίσουμε να βρίσκουμε τέτοια σπέρματα. Είναι αδύνατο να συζητήσουμε εδώ και τώρα τις απαρχές αυτής της τάσης, πού προφανέστατα επανασυνδέεται, μέσω μιας τερά­στιας παράκαμψης, με τις αρχαϊκές και παραδοσιακές φάσεις της ανθρώπινης ιστορίας, για τις όποιες οι εκάστοτε υπάρχοντες θε­σμοί είναι ιεροί, και ή όποια κατορθώνει τον άθλο να θέσει τη φι­λοσοφία, από δημιουργίας της συστατικό στοιχείο της αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξεως, στην υπηρεσία της διατήρησης αυτής της τάξεως. Ωστόσο είναι αδύνατο να μη δούμε τον Χριστιανι­σμό, από τις πρώτες μέρες του, ως τον ρητό δημιουργό των πνευ­ματικών, αισθηματικών, υπαρξιακών θέσεων, οι όποιες θα στηρί­ξουν επί δεκαοκτώ και πλέον αιώνες την καθαγίαση των υπαρχουσών εξουσιών. Το «απόδοτε τα Καίσαρος τω Καίσαρι» μόνο σε συνάρτηση με το «πάσα εξουσία εκ Θεού» μπορεί να ερμηνευθεί. Η αληθινή χριστιανική βασιλεία δεν είναι αυτού τού κόσμου και εξάλλου ή ιστορία αυτού του κόσμου, καθιστάμενη ιστορία της Σω­τηρίας, αυτομάτως καθαγιάζεται ως προς την ύπαρξή της και τον «προσανατολισμό» της, δηλαδή στο ουσιαστικό της «νόημα». Εκμεταλλευόμενος για τούς δικούς του σκοπούς το ελληνικό φιλοσοφι­κό οπλοστάσιο, ο Χριστιανισμός θα προσφέρει επί δεκαπέντε αιώ­νες τις απαραίτητες συνθήκες για την αποδοχή τού «πραγματικού» ως έχει, μέχρι πού ο Καρτέσιος θα φτάσει να πει: «προτιμάω να αλλάξω ο ίδιος παρά ν’ αλλάξω την τάξη του κόσμου», και προφα­νώς ως την κυριολεκτική αποθέωση της πραγματικότητας στο εγελιανό σύστημα («ό,τι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό»). Παρά τα φαινόμενα, στον ίδιο κόσμο, κόσμο ουσιαστικά θεολογικό, α- πολιτικό, α-κριτικό, ανήκουν και ό Nietzsche, πού διακηρύσσει «την αθωότητα του γίγνεσθαι», και ο Heidegger, πού παρουσιάζει την ιστορία ως Ereignis και Geschick, έλευση του είναι και δωρεά/ προορισμό του είναι και από το είναι. Πρέπει κάποτε να τελειώ­νουμε μ’ αυτό το εκκλησιαστικό, ακαδημαϊκό και λογοτεχνικό σέ­βας. Πρέπει τελικά να μιλήσουμε για τη σύφιλη αυτής της οικογέ­νειας, της οποίας προφανώς τα μισά μέλη πάσχουν από γενικευμένη παράλυση. Πρέπει να πιάσουμε από το αυτί τον θεολόγο, τον εγελιανό, τον νιτσεϊκό, τον χαϊντεγκεριανό, και να τούς οδηγήσου­με στα στρατόπεδα της Κόλυμα, του Άουσβιτς, στα ρωσικά ψυχια­τρεία, στις αίθουσες βασανιστηρίων της αργεντινής αστυνομίας, και να απαιτήσουμε να μας εξηγήσουν αιδώ και τώρα και δίχως υπεκφυγές το νόημα των εκφράσεων «πάσα εξουσία εκ Θεού», «ό,τι είναι πραγματικό είναι και ορθολογικό», «αθωότητα τού γί­γνεσθαι» ή «η ψυχή ισοδυναμεί με την παρουσία των πραγμά­των».

Αλλά το πιο φανταστικό αμάλγαμα παρουσιάζεται όταν ο διανοούμενος πετυχαίνει, ύψιστο κατόρθωμα, να συνδέσει την κριτική της πραγματικότητας με τη λατρεία της δύναμης και της εξουσίας. Αυτό το κατόρθωμα γίνεται στοιχειώδες από τη στιγμή πού κάπου εμφανίζεται μια «επαναστατική εξουσία». ’Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει ή χρυσή εποχή των συνοδοιπόρων, πού μπόρεσαν να εξα­σφαλίσουν την πολυτέλεια μιας αντίθεσης φαινομενικά ανένδοτης εναντίον ενός τμήματος της πραγματικότητος, της πραγματικότητος «οίκοι», με την αποθέωση ενός άλλου τμήματος αυτής της ίδιας πραγματικότητες — εκεί κάτω, άλλου, στη Ρωσία, στην Κίνα, στην Κούβα, στην Αλγερία, στο Βιετνάμ ή και στην Αλβανία. Ελάχιστοι είναι, μέσα στα μεγάλα ονόματα της δυτικής ιντελιγκέντσιας, όσοι δεν έκαναν σε κάποια στιγμή μεταξύ τού 1920 και τού 1970, αυτήν «τη θυσία της συνείδησης», πότε — λιγότερο συχνά— με παιδαριώ­δη ευπιστία και άλλοτε —συχνότερα— με την πιο γελοία κατεργα­ριά. Ο Σαρτρ, βεβαιώνοντας απειλητικά: «Δεν μπορείτε να συζητά­τε τις πράξεις τού Στάλιν, εφόσον είναι ο μόνος πού κατέχει τις πληροφορίες πού τις δικαιολογούν», θα παραμείνει αναμφισβήτητα το πιο εύγλωττο δείγμα της αυτογελοιοποίησης τού διανοουμένου.

Απέναντι σ’ αυτό το όργιο της ευσεβούς διαστροφής και της εκτροπής της χρήσης του λογικού, πρέπει να διακηρύξουμε έντονα αυτό το προφανές, πού όμως παραμένει βαθιά παραχωμένο: Δεν υπάρχει κανένα προνόμιο της πραγματικότητος, ούτε φιλοσοφικό, ούτε κανονιστικό, το παρελθόν δεν αξίζει περισσότερο απ’ ό,τι το παρόν, και το παρόν δεν είναι μοντέλο, άλλα υλικό. Η παρελθούσα ιστορία του κόσμου δεν καθαγιάζεται και θα μπορούσε μάλλον να είχε καταδικαστεί στο πυρ το εξώτερον από το γεγονός ότι ή ιστορία αυτή έχει παραμερίσει άλλες ιστορίες όντως δυνατές. Οι ιστορίες αυτές έχουν ίση σημασία για το πνεύμα, ενδεχομένως με­γαλύτερη άξια για τις πρακτικές συμπεριφορές μας απ’ ό,τι η «πραγματική» ιστορία. Η  εφημερίδα μας δεν περιέχει, όπως πί­στευε ο Hegel, τη «ρεαλιστική πρωινή μας προσευχή», άλλα μάλ­λον την καθημερινή σουρεαλιστική μας φάρσα. Περισσότερο από ποτέ, ενδεχομένως σήμερα. Ότι κάτι εμφανίζεται το 1987, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως και μέχρις αποδείξεως του εναντίου ένα ισχυρό τεκμήριο ότι αυτό το πράγμα ενσαρκώνει τη βλακεία, την ασχήμια, τη μοχθηρία και τη χυδαιότητα.

Αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση μιας αυθεντικής αποστολής του διανοουμένου στην ιστορία σημαίνει ασφαλώς, κατά πρώτον και κύριο λόγο, αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση της κριτικής του λειτουργίας. Ακριβώς διότι η ιστορία είναι πάντοτε, ταυτόχρονα, δημιουργία και καταστροφή, και η δη­μιουργία (όπως και η καταστροφή) άφορα το υψηλό εξίσου με το τερατώδες, για τον λόγο αυτό η διαύγαση και η κριτική αποτελούν καθήκον, περισσότερο παντός άλλου, εκείνου πού εξ επαγγέλματος και ως εκ της θέσεώς του μπορεί να αποστασιοποιηθεί από το καθημερινό και το πραγματικό: του διανοουμένου.

Εκείνου πού βρίσκεται σε απόσταση, όσο τούτο είναι δυνατόν, και από τον ίδιο τον εαυτό του. Και αυτό δεν παίρνει μόνο τη μορ­φή της «αντικειμενικότητας», αλλά και τη μορφή του διαρκούς αγώνος να υπερβεί την ειδίκευσή του, να κατορθώσει έτσι ώστε να τον άφορα πάντοτε ό,τι είναι σημαντικό για τούς ανθρώπους.

Αυτές οι στάσεις θα μπορούσαν να τείνουν βέβαια στον διαχω­ρισμό του υποκειμένου τους από τη μεγάλη μάζα των συγχρόνων τους. Αλλά υπάρχει διαχωρισμός και διαχωρισμός. Δεν θα βγούμε από τη διαστροφή πού έδωσε τον χαρακτήρα της στον ρόλο των διανοουμένων από τον Πλάτωνα και εφεξής, και για μία ακόμη φορά εδώ και εβδομήντα χρόνια, παρά μόνο αν ο διανοούμενος ξαναγίνει πραγματικά πολίτης. Πολίτης δεν είναι (δεν είναι αναγκαστικά) το «ενεργό κομματικό μέλος», αλλά κάποιος πού διεκδικεί ενεργά τη συμμετοχή του στη δημόσια ζωή και στα κοινά, στον ίδιο βαθμό με όλους τούς άλλους.

Κι εδώ προδήλως εμφανίζεται μια αντινομία, αντινομία πού δεν επιδέχεται θεωρητική λύση και πού μόνον ή φρόνησις μπορεί να μας επιτρέψει να υπερβούμε. Ο διανοούμενος πρέπει να θέλει τον εαυτό του πολίτη όπως κι οι άλλοι, και φιλοδοξεί να απηχεί, de iure, την παγκοσμιότητα και την αντικειμενικότητα. Δεν μπορεί να σταθεί σ’ αυτόν τον χώρο εάν δεν αναγνωρίσει τα όρια πού ή υποτιθέμενη αντικειμενικότητα και παγκοσμιότητά του επιτρέ­πουν. Οφείλει να αναγνωρίσει, και όχι σιωπηρά, ότι αυτό πού θέ­λει να ακουστεί είναι μια ακόμη δόξα, και όχι μια επιστήμη. Πρέ­πει κυρίως να αναγνωρίσει ότι ή ιστορία είναι ή περιοχή όπου εκδιπλώνεται η δημιουργικότητα όλων, ανδρών και γυναικών, λογίων και αναλφάβητων μιας ανθρωπότητας, όπου o ίδιος o διανοούμε­νος δεν είναι παρά ένα άτομο. Να είναι δημοκράτης και να μπορεί, αν το κρίνει έτσι, να πει στο λαό: κάνετε λάθος! —ιδού τι πρέ­πει ακόμη να απαιτούμε από τον διανοούμενο. Ο Σωκράτης μπόρεσε να το κάνει στη δίκη των Αργινουσών —η περίπτωση εμφα­νίζεται, εκ των ύστερων, προφανής, εκτός του ότι o ίδιος στηριζό­ταν σ’ έναν τυπικό κανόνα δικαίου. Τα πράγματα είναι συχνά πολύ πιο σκοτεινά. Κι εδώ, μόνο ή φρόνηση και το γούστο, η καλαισθη­σία, μπορούν να μaς επιτρέψουν να ξεχωρίσουμε την αναγνώριση της δημιουργικότητας τού λαού από την τυφλή λατρεία της «δύνα­μης των γεγονότων». Και δεν πρέπει να μάς εκπλήσσει το γεγονός ότι βρίσκουμε αυτόν τον όρο στο τέλος αυτών των παρατηρήσεων. Αρκούσε να διαβάσει κανείς πέντε γραμμές του Στάλιν για να κα­ταλάβει ότι η επανάσταση δεν μπορούσε να είναι αυτό το πράμα.

Ο Δεκέμβρης του 2008 και η σημασία του για εμάς σήμερα #6DGR

Το παρακάτω κείμενο είναι μετάφραση του πρωτότυπου Αγγλικού (με ορισμένες παραλλαγές που αποσκοπούν στην προσαρμογή του στο ελληνικό κοινό) που θα δημοσιευτεί εντός των επόμενων ημερών και αποτελεί). Διαβάστε την Αγγλική έκδοση περιληπτικά εδώ

Μεθαύριο συμπληρώνονται έξι χρόνια από την επέτειο της τραγικής δολοφονίας του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου που οδήγησε σε μια πανελλαδικής εμβέλειας εξέγερση, με χιλιάδες διαδηλωτών να εκφράζουν δημόσια την αγανάκτησή τους ενάντια στην αστυνομική ατιμωρησία και τη γενικευμένη ανέχεια. Δίχως ενδοιασμό θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εξέγερση αυτή αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς σταθμούς στη σύγχρονη ιστορία των χειραφετησιακών κοινωνικών κινημάτων. Για να συλλάβουμε, όμως, το πραγματικό (και αμιγώς πολιτικό) της νόημα θα πρέπει σε πρώτη φάση να απορρίψουμε τις γνωστές επιφανειακές προσεγγίσεις της νεοδεξιάς που ταυτίζει το Δεκέμβρη συλλήβδην με τη βία, το χάος, και την ανομία, υιοθετώντας μια πιο σφαιρική ερμηνεία στο εν γένει κοινωνικό πράττειν. Μια τέτοια ερμηνεία απαιτεί βαθιά πολιτική και κοινωνική διαύγαση πάνω στην πραγματική σημασία του γεγονότος αυτού ως κατεξοχήν επαναστατικό σημαίνον, το οποίο οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις (εγχώριες και ξένες) εδώ και έξι χρόνια συστηματικά επιδιώκουν να επισκιάσουν, ενώ την ίδια στιγμή και με συνοπτικές διαδικασίες προωθούν τη συνολική διαγραφή του εξεγερσιακού του χαρακτήρα από τη συλλογική μνήμη, καταφεύγοντας και πάλι στις γνωστές κατηγορίες περί διολίσθησης της ελληνικής κοινωνίας στο μπαμπούλα του λαϊκισμού και στη νοοτροπίας της ανομίας, αποτέλεσμα της οποίας (δήθεν) ήταν ο Δεκέμβρης. Όπως ο συγγραφέας Στάθης Καλύβας (2008)[1] τόνισε, οι ταραχές του Δεκεμβρίου είχαν πολύ λίγο να κάνουν με την αγανάκτηση και την αντίθεση στην ατιμωρησία, τη διαφθορά, τις πελατειακές σχέσεις και την έλλειψη οικονομικής ασφάλειας που ταλανίζουν το ελληνικό δημόσιο και ιδιωτικό βίο. Για τον ίδιο, η εξέγερση αυτή ήταν το φυσικό αποτέλεσμα της σταδιακής καλλιέργειας μιας υποκουλτούρας ανομίας που κατέστη ανεκτή από την ελληνική πολιτεία για πολλά χρόνια. Από την άλλη πλευρά, βλέπουμε πολλούς αναρχικούς να ρομαντικοποιούν τις μέρες του Δεκέμβρη, αγγίζοντας πολλές φορές τα όρια ενός θεαματικού «επαναστατικού» φετιχισμού. Αλλά ποιό είναι το πραγματικό μήνυμα της εξέγερσης αυτής για εμάς σήμερα; Αυτό το ερώτημα θα απαντηθεί εδώ, με στόχο όχι μόνο να αμφισβητηθεί αρχικά ο ισχυρισμός ότι ο Δεκέμβρης δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια σειρά βανδαλισμών, αλλά και επιπλέον να δοθεί έμφαση στο ζήτημα της αυτο-οργάνωσης που προέκυψε κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών, το αυθεντικό και το βαθύτερο μήνυμα αυτής της ιστορικής στιγμής.

Συνδέσεις με το παρελθόν

Η κοινωνικο-πολιτική σημασία της εξέγερσης δεν μπορεί να κατανοηθεί δίχως να γίνει έστω και μια επιγραμματική αναφορά σε τρία βασικά χρονικά σημεία της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας που διαμόρφωσαν και εξακολουθούν να καθορίζουν τον πολιτικό προσανατολισμό της ελληνικής κοινωνίας: α) στους εργατικούς αγώνες της δεκαετίας του 1920-39, όπου για πρώτη φορά βλέπουμε ομάδες ανθρώπων να προσπαθούν, μέσα σε συνθήκες εξαθλίωσης και κοινωνικού αναβρασμού, να αυτο-οργανωθούν στήνοντας αμεσοδημοκρατικά εργατικά συμβούλια (ακολουθώντας πιστά τη συμβουλιακή παράδοση των μεγάλων κινητοποιήσεων του εργατικού κινήματος σε όλη την Ευρώπη και τον Δυτικό κόσμο)[2], β) στο τέλος της εμφύλιας σύγκρουσης μεταξύ Σταλινικών και αστικών δυνάμεων (υποστηριζόμενες από ακροδεξιά στοιχεία) που είχε ως αποτέλεσμα την εδραίωση του μετεμφυλιακού κράτους εξαίρεσης της δεξιάς, του οποίου η ισχύς βασίστηκε στην κρατική τρομοκρατία μέχρι και τα πρώτα χρόνια της κατάρρευσης της στρατιωτικής δικτατορίας. Πρόκειται για μια περίοδο συνεχόμενων διώξεων εναντίον της ηττημένης αριστεράς (και, φυσικά, εναντίον κάθε δημοκρατικού εγχειρήματος που αμφισβητούσε τον κυρίαρχο αυταρχισμό) με τις γνωστές μεθόδους: εκκαθαρίσεις κομμουνιστών και φυλακίσεις αντιφρονούντων (όχι κατ’ ανάγκη Σταλινικών αλλά – απλά και μόνο – ύποπτων για «κομμουνιστική» δράση), και γ) η εξέγερση του Πολυτεχνείου που ακολουθείται από την εποχή της μεταπολίτευσης – ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ιστορική περίοδο της νεότερης ελληνικής ιστορίας που ακολουθεί το τέλος της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1974) – μια εποχή που βλέπει πέντε χρονολογικά σημεία-κλειδιά πολιτικού ακτιβισμού: 1970-1980, 1987-88, 1990-1991 (κινητοποιήσεις μαθητών ενάντια στις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις), 1998,99 (εκατοντάδες σχολεία κατελήφθησαν από τους μαθητές σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την γραφειοκρατικοποίηση των εισαγωγικών εξετάσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση), 2006-07 (εν όψη των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που πρότεινε η συντηρητική κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, πάνω από 300 πανεπιστημιακές σχολές σε όλη τη χώρα τελούν υπό κατάληψη, ενώ οι περισσότερες από τις διαμαρτυρίες κατά των μέτρων αυτών συνάντησαν την κρατική καταστολή). Επιπλέον, δύο σημαντικές περιόδους αναταραχών μπορεί κανείς να δει κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου: το 1985 η δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά οδηγεί σε εκτεταμένες συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και ΜΑΤ, ενώ το 1991, μετά τη δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα από ακροδεξιούς, μπαράζ συγκρούσεων μεταξύ φοιτητών και δυνάμεων καταστολής στην Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις λαμβάνουν χώρα για πάνω από τρεις μέρες[3]. Το βασικό διακύβευμα ωστόσο των γεγονότων αυτών ωστόσο δεν είναι τα στείρα συνθήματα των μικρών αριστερών οργανώσεων και οι προσπάθειές τους να κατευθύνουν το ανώνυμο πλήθος σα να πρόκειται για «πεφωτισμένες πρωτοπορίες», ούτε ο φετιχισμός με τη βία καθ’ αυτή μήτε η θεαματική αναπαραγωγή της, αλλά η δράση των απλών πολιτών (εργαζόμενων, φοιτητών και μαθητών) που δειλά δειλά έθεσαν ορισμένα τα πρώτα σημαντικά ερωτήματα από τη μια α) στις πολιτικές που ευνοούν συνθήκες όξυνσης κοινωνικού ανταγωνισμού (και κανιβαλισμού) και από την άλλη β) στο (εισαγόμενο) φαντασιακό του καταναλωτικού πολιτισμού, πράγμα που εκφράστηκε πολύ πιο έντονα κατά τη διάρκεια του Δεκέμβρη που (όπως έγραψε ο Ακης Γαβριηλίδης) ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής νεολαίας εξέφρασε την αγωνία της όχι για την πιθανότητα να στερηθεί τα αγαθά του καταναλωτικού τρόπου ζωής, αλλά, αντίθετα, πάνω στο ενδεχόμενο να γίνει τυφλός οπαδός του, υποστηρίζοντας ότι αυτή η συγκεκριμένη μορφή ζωής θα πρέπει να πάψει να αναγνωρίζεται ως σημαντική και άξια για να θυσιάσει κανείς/μια τη ζωτική του/της ενέργεια.

Τούτη η τάση ανυπακοής και αμφισβήτησης των κυρίαρχων κανόνων, νορμών και αξιών, επί τω πλείστο, αποτελεί κληροδότημα του πνεύματος της κοινωνικής αντίστασης που σε μεγάλο βαθμό εκφράστηκε πρώτα απ’ όλα κατά τη διάρκεια των εργατικών αγώνων (οι οποίοι όχι μόνο έθεσαν πρώτοι απ’ όλους τα πρώτα βασικά ερωτήματα στο ζήτημα της ανισότητας και της αντιπροσώπευσης ταυτόχρονα, αλλά πάνω απ’ όλα δίδαξαν σχεδόν παντού το πόσο ζωτικής σημασίας είναι να αμφισβητεί κανείς τις δοσμένες κοινωνικές αναπαραστάσεις, παλεύοντας και διεκδικώντας) και κατ’ επέκταση στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, της οποίας το περιεχόμενο συνδέεται ενδόμυχα με τους τις κινητοποιήσεις των εργατών του μεσοπολέμου (και των προηγούμενων αιώνων φυσικά), το αποκορύφωμα του αντιδικτατορικού αγώνα σύμφωνα με τον Γιώργο Οικονόμου[4], μια αυθόρμητης ρήξη με το στρατιωτικό καθεστώς των συνταγματαρχών και τις αξίες που πρέσβευε αυτό. Όπως τονίζει Οικονόμου, το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό των ημερών της εξέγερσης του Πολυτεχνείου είναι η άμεση συμμετοχή των ανθρώπων στην διεκδίκηση της ελευθερίας. Η κατάληψη του Πολυτεχνείου δεν καθοδηγείται από καμία κομματική οργάνωση, δεν χειραγωγείται από κανέναν «ηγέτη» λέει ο ίδιος συγγραφέας, αν και θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η δράση αναρχικών και ελευθεριακών ομάδων στην κινητοποίηση του πλήθους υπήρξε καθοριστική, πράγμα που φυσικά εξηγεί και τον αυτο-οργανωτικό της χαρακτήρα: «ουδεμία έξωθεν εξουσία κινεί τα νήματα. Η άμεση δημοκρατία στην πράξη, η αυτονομία»[5]. Με άλλα λόγια, το διακύβευμα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου δεν είναι απλά η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» έναντι της στρατιωτικής δικτατορίας, αλλά η άμεση δημοκρατία καθ’ αυτή. Ομοίως η εξέγερση του Δεκέμβρη κινείται στα ίδια νήματα, και όχι μόνο δεν υποκινείται από κάποια πολιτική οργάνωση ή από μια ενιαία ιδεολογία[6], αλλά καταφέρνοντας να συμπυκνώσει εντός της διάφορες τάσεις (αναρχικές, ελευθεριακές, αριστερές, ρεφορμιστικές και φυσικά μή συγκεκριμενοποιημένες) καθώς και ποικίλα αιτήματα που ως κενά σημαίνοντα εξισώνονται μεταξύ τους αυτούσια, δημιουργώντας μέσω της συνδιαμόρφωτικής διαδικασίας μια ενιαία ανταγωνιστική (και συμβολική επίσης) ταυτότητα. Αυτή η ταυτότητα θα λειτουργήσει ως γονιμοποιός ουσία για την ανάδυση του πολιτικού πεδίου (σε πολύ πρωταρχικά στάδια φυσικά) όπου η φιλία – βλ. Αριστοτέλης, Πολιτικά (1992. Τομ. 2. Αθήνα: Κάκτος) “η γαρ τοΰ συζην προαίρεσις φιλία” – η αλληλεγγύη και ο λόγος συνθέτουν την πραγματική εικόνα του ανθρώπου ως ον πολιτικό, που απορρίπτει την ιεραρχία και από μόνο του προσπαθεί να αυτοκυβερνηθεί, όπως ακριβώς βλέπουμε και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου εντός της οποίας εκδηλώνονται και αξιοποιούνται η αλληλεγγύη, η φιλία, η ανιδιοτελή προσφορά, η φαντασία, ο έρωτας και η δημιουργία. Την ίδια στιγμή, «η δυναμική και η λειτουργία της κατάληψης στηρίζεται στην αυτοοργάνωση και αυτοδιεύθυνση» και «διαρκείς συνελεύσεις των σχολών, εκλογή επιτροπών και Συντονιστικής Επιτροπής με εικοσιτετράωρη θητεία»[7].

Με άλλα λόγια: αυτά τα στοιχεία (φιλία, αυτοδιάθεση, αυτο-οργάνωση και συμμετοχή) είχαν εσωτερικευτεί σε μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης – μια εποχή που σηματοδοτεί τη σταδιακή υποχώρηση της δεξιάς τρομοκρατίας (που σήμερα επανεμφανίζεται κάτω από την αιγίδα της Χρυσής Αυγής, του ΛΑΟΣ και της νεοδεξιάς στροφής της πρώην φιλελεύθερης Νέας Δημοκρατίας) μέσω της κατάργησης των πιστοποιητικών φρονημάτων, φυλακίσεις και βασανισμούς για αριστερούς και αντιφρονούντες, του τερματισμού θεσμικών διακρίσεων των πολιτών βάσει των πολιτικών τους πεποιθήσεων και τον περιορισμό της ηγεμονίας της ελληνορθοδοξίας (βλ επίσης Περιοδικό Πρόταγμα, τεύχος 6, σ.47-49) – και επανεμφανίζονται (σε πολύ μικρότερο φυσικά βαθμό), κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων μεταξύ 1980 και 1990, και πολύ περισσότερο στις ημέρες του Δεκέμβρη. Αυτή είναι η ιδιαίτερη σημασία της εξέγερσης, η οποία αγνοήθηκε εξ ολοκλήρου από τα μεγάλα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης των οποίων η απάντηση ήταν μια στείρα καταδίκη της βίας, μια περιγραφή των γεγονότων σαν να πρόκειται για το ξέσπασμα μιας νεανικής παραβατικότητας που χαρακτηρίζει την κακομαθημένη ελληνική νεολαία ή, κατά κανόνα, η επικράτηση της λογικής του όχλου ενάντια στον κοινό νου (το ζήτημα αυτό θα συζητηθεί εκτενέστερα σε μια από τις επόμενες ενότητες). Εν κατακλείδι: όπως και κατά τις στιγμές των εργατικών αγώνων αμφισβητήθηκε μέσα από οριζόντιες διαδικασίες τμήμα φαντασιακών αναπαραστάσεων του τότε κόσμου, ή όπως στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, η αυτο-οργάνωση η συντροφικότητα και η φιλία αντικατέστησαν τον τρόμο και την κρατική προπαγάνδα, ομοίως κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη θα μπορούσαμε να δούμε συνελεύσεις γειτονιών, μαζί με τις καταλήψεις σχολείων, πανεπιστημίων, δημοτικών γραφείων και θεάτρων να λαμβάνουν χώρα[8], και μια γενικευμένη απόρριψη της απάθειας, του κυνισμού, της τυραννίας της οικονομικής αβεβαιότητας. Αυτού του είδους οι ανοικτές συνελεύσεις πολιτών καθώς και τα πολιτικά σώματα που λειτουργούν οριζόντια και επιτρέπουν σημαντικές αποφάσεις να ληφθούν με διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας, αυθόρμητα εμφανίζονται «σε κάθε πραγματική επανάσταση καθ’ όλη του δέκατου ένατου και του εικοστού αιώνα» [9], από την Παρισινή Κομμούνα μέχρι και την ουγγρική Επανάσταση του 1956 όπου τα συμβούλια των μαθητών, των συγγραφέων, των εργαζομένων και των καλλιτεχνών, τα συμβούλια των στρατιωτικών ή μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων εμφανίστηκαν σε κάθε συνοικία της Βουδαπέστης» [10].

Σκάβοντας βαθύτερα…

Μπορούμε να πούμε ότι η εξέγερση του Δεκέμβρη ήταν ένα κίνημα; Σύμφωνα με τους Della Porta και Diani[11] ο όρος κίνημα αφορά τη σύγκρουση – ή τις σχέσεις ανταγωνισμού (για να έρθω στα λόγια του Laclau) – μεταξύ μιας ομάδας ανθρώπων που κατέχουν την εξουσία και ενός αντίπαλου στρατοπέδου, με στόχο πάντα τη ρήξη με τις θεσμισμένες κοινωνικές αναπαραστάσεις (δηλαδή τους κανόνες, τους σκοπούς και τα δεδομένα σημαίνοντα), και επιπροσθέτως, η πρόταση μιας αναδόμησης και αναθέσμισης της κοινωνίας πάνω σε νέες αξίες. Φυσικά, σε μια αυτόνομη κοινότητα η αυτο-θέσμισης είναι ρητή, στο μέτρο που ο καθένας μπορεί να καταλάβει ότι οι νόμοι δημιουργούνται από εκείνους που είναι, ταυτόχρονα, υπεύθυνοι για την εφαρμογή τους, και ανά πάσα στιγμή μπορεί να αναρωτηθούν «γιατί αυτός ο νόμος και όχι κάποιος άλλος;»[12] Μόνο κάτω από αυτή τη σκοπιά μπορούμε να προσδιορίσουμε την έννοια δημοκρατική σύγκρουση, πάντα στα πλαίσια της δημοκρατίας με την πραγματική της έννοια (άμεση δημοκρατία), το πολίτευμα εντός του οποίου καμία a-priori δικαιολόγηση του κόσμου δεν υιοθετείται από το σύνολο των συμμετεχόντων στο πολιτικό σώμα, μια έννοια ταυτόσημη με αυτήν της αυτονομίας, σε αντίθεση με τη λογική της ετερονομίας όπου και τα κοινωνικά πρότυπα, οι αξίες και οι αρχές λειτουργίας μιας κοινωνίας προσδιορίζονται από άκαμπτα αξιακά συστήματα, συχνά εγγυημένα από κάποια εξωκοινωνική πηγή (νόμοι των προγόνων, νόμοι της ιστορίας, νόμοι της αγοράς, φύση του ανθρώπου, λόγος του θεού ή κάποια υπερφυσικής οντότητας κτλ)[13]. Αυτού του είδους η σύγκρουση λοιπόν δεν αφορά στην φυσική επίθεση αλλά στη συνολική απόρριψη της θεσμισμένης τάξης πραγμάτων και ταυτόχρονα βαθιά ρήξη με τις δοσμένες νόρμες και αξίες. Πρόκειται για μια σχέση ανταγωνιστική μεταξύ αυτών που επιθυμούν να διατηρήσουν την ετερόνομη κυριαρχία με κάθε μέσο και της αντίπαλης πλευράς που αντιπροτείνει την εδραίωση νέων θεσμών (αξιών και κανόνων) οι οποίοι φυσικά δεν θα βασίζουν την ύπαρξή τους σε κάποια υπερβατική δύναμη.

Η εξέγερση του Δεκέμβρη, λοιπόν, απέχει από το να χαρακτηριστεί ως κοινωνικό κίνημα, διότι στην πραγματικότητα, «τα κοινωνικά κινήματα δεν είναι απλώς το άθροισμα κάποιων εκδηλώσεων διαμαρτυρίας ή ειδικών ενημερωτικών εκστρατειών σε ορισμένα ζητήματα. Αντίθετα, ένα κοινωνικό κίνημα είναι μια διαδικασία που προωθεί την ανάπτυξη συλλογικών ταυτοτήτων, οι οποίες υπερβαίνουν συγκεκριμένα γεγονότα και πρωτοβουλίες»[14], παρά τις πρωτοβουλίες για αυτοοργάνωση τις καταλήψεις των πανεπιστημίων, δημαρχείων, των γραφεία της ΓΣΕΕ, τις άμεσες δράσεις στους δρόμους και τις αγορές, τους σταθμούς, τα θέατρα και τα μέσα ενημέρωσης που αποτελούν μορφές οργανωμένου αγώνα[15]. Κατάφερε ωστόσο να διαμορφώσει την αρχή μιας νέας εποχής κοινωνικής και πολιτικής αμφισβήτησης μέσα στην ελληνική κοινωνία: εκ πρώτης όψεως συγκρούστηκε με το φανταστικό του καριερισμού, με τον πολιτισμό του απομονωτισμού, του καταναλωτισμού και του ατομικισμού[16] – του λεγόμενου κοινωνικού πολέμου[17], ανοίγοντας τον δρόμο για περαιτέρω κινητοποιήσεις. Αντίθετα από τις προηγούμενες διαδηλώσεις, η εξέγερση του Δεκέμβρη δεν είχε κάποια ειδική απαίτηση (όπως αυξήσεις στις αποδοχές, βελτίωση των συνθηκών, μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης…). Αντί να θέτει ως κεντρικό του διακύβευμα διεκδικητικά αιτήματα, κατάφερε να διαρρήξει μέρος των αξιών ολόκληρου του θεσμισμένου φαντασιακού (όπως ακριβώς και η εξέγερση του ’73), και πιο έντονα την ιδιωτικοποίηση της ανθρώπινης ζωής μέσα στο κυνήγι της ιδιωτικής «ευτυχίας».

Η εξέγερση «δεν ήταν η απάντηση, αλλά η ερώτηση» (όπως το περιβόητο σύνθημα λέει), μια ερώτηση πάνω στα πουριτανική ήθη, όπως στην εργασία ως αυτοσκοπό (προτάσσοντας παράλληλα την επανανοηματοδότισή της) στην υπακοή προς κάθε ιεραρχία, στον εθνικιστικό ναρκισσισμό[18], ενώ ταυτόχρονα λειτούργησε ως μοχλός αφύπνισης της αλληλεγγύης μέσα από μεγάλες διαδηλώσεις που καταλήγουν σε χορό ή σε θεατρικές παραστάσεις, μουσικές συναυλίες ή προβολές ταινιών και ντοκιμαντέρ σε δρόμους και πλατείες. Ήταν παράλληλα και μια μορφή της αυτο-ερώτησης για το ίδιο το ανταγωνιστικό κίνημα: η εξέγερση κατάφερε μερικώς να αμφισβητήσει όλες τις προηγούμενες μορφές διαμαρτυρίας που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών [19], δίνοντας έμφαση στη δημόσια σφαίρα – δηλαδή το αυτοδιοικούμενο σώμα των συνελεύσεων μέσα στα κατειλημμένα πανεπιστήμια, στις πλατείες και τα μικρά χωριά[20], πολιτικά σώματα που επιτρέπουν στους πολίτες μέσα από ανοιχτές συζητήσεις να αναλάβουν οι ίδιοι τη λειτουργία των κοινοτήτων τους -, ενός κοινού κόσμου που ενσωματώνει την πλήρη ανθρώπινη κατάσταση της πολιτικής διαβούλευσης και επικοινωνίας, που τον ο λόγος και η ετερότητα[21]. Αυτή είναι η πραγματική πολιτική ουσία του Δεκέμβρη (ως συνέχεια της επαναστατικής και χειραφετησιακής παράδοσης) που πολλοί εξωτερικοί παρατηρητές, όντας επικεντρωμένοι αποκλειστικά και μόνο στις τις φωτιές και τις καταστροφές δεν κατάφεραν να συλλάβουν. Αυτή η ριζική σύγκρουση με το μικροαστικό εγωκεντρισμό και πολύ περισσότερο με την δήθεν αναγκαιότητα της πολιτικής εκπροσώπησης συνεχίζει την πορεία της μέσα στο χρόνο και εμφανίζεται ξανά κατά τις πρώτες ημέρες του Κινήματος των Πλατειών[22] (όταν δηλαδή οι πολίτες οι ίδιοι αποφασίζουν ρητά να αυτο-οργανωθούν) πριν ο επίσημος αριστερός αντιμνημονιακός λόγος παρεισφρήσει και κυριαρχήσει εξ’ ολοκλήρου στις συνελεύσεις. Είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε το Κίνημα των Πλατειών να επιβιώσει μην έχοντας ενσαρκώσει τον πραγματικό πνεύμα της φιλίας και της ανιδιοτέλειας στις δημόσιες συγκεντρώσεις και συνελεύσεις.

Συνεπώς, βλέπουμε ότι το πραγματικό διακύβευμα του Δεκέμβρη είναι η πολιτική μη-βία (και σε πολλές περιπτώσεις – αναπόφευκτα – η αντι-βία) και όχι τυφλή επιθετικότητα, δεδομένου ότι στο δημόσιο πεδίο ως βασική αρχή εξεύρεσης κοινού τόπου καθίσταται ο λόγος, βάση της αντίληψης του ανθρώπου ως ον πολιτικό «προικισμένο με τη δύναμη του λόγου»[23], σε αντίθεση με την ωμή βία που από τη φύση της είναι σιωπηρή[24][25]. Με βάση το αξίωμα αυτό, μόνο ο λόγος, η ομιλία (τουτέστιν, η ριζοσπαστική φαντασία) γεννούν βιώσιμα πολιτικά (αντι)προτάγματα. Η επιθετικότητα, από την άλλη πλευρά, και οι βίαιες εκρήξεις μπορεί μεν να αφήνουν ανεξίτηλα ίχνη σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, αλλά επί της ουσίας στερούν κάθε δυνατότητα για περαιτέρω ουσιαστική πολιτική εξέλιξη, καθώς η σιωπή της βίας αντικαθιστά τη διαβούλευση, την γλωσσική επικοινωνία και, συνεπώς, τη σύνθεση ιδεών (τα μόνα στοιχεία που εξασφαλίζουν την ορθή λειτουργία ενός πραγματικά πολιτικού σώματος, ικανό να τροφοδοτεί χειραφετησιακές μορφές σύγκρουσης) ευνουχίζοντας έτσι κάθε κινηματική δυναμική. Κι εδώ μπορούμε να καταλάβουμε γιατί τα Δεκεμβριανά (όπως και η εξέγερση του Πολυτεχνείου) αφήσαν κληρονομιά για τις μελλοντικές γενιές, σε αντίθεση με τις ταραχές που είδαμε σε άλλα μέρη της Ευρώπης (όπως του Λονδίνου, του Παρισιού και του Malmo) οι οποίες αντί να προσφέρουν κάποια ουσιαστική κινηματική εναλλακτική στα σύγχρονα αδιέξοδα λειτούργησαν ως μεμονωμένες ιστορικές στιγμές όπου η φυλετική ένταση και ο κοινωνικός αποκλεισμός επέφεραν απλώς μια προσωρινή ανάφλεξη.

Η στάση των ΜΜΕ

Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, η στάση του συντηρητικού τύπου όχι μόνο αγνόησε το πραγματικό διακύβευμα αλλά απεναντίας επέμενε στην πάγια τακτική της ερμηνείας του πανκοινωνικού αυτού ξεσηκωμού σε αναλύσεις κάτω από το πρίσμα του ποινικού καταστολέα, του κράτους που πρέπει να τιμωρεί και να εκδικείται αμείλικτα τον παραβάτη. Έτσι, η πολιτική και κοινωνική διάσταση των πραγμάτων καθώς και οι συνθήκες που πυροδότησαν την εξέγερση αποδόθηκαν σε μια πολιτισμική ανωμαλία που δήθεν έχει βαθιά ριζώσει στην ελληνική κοινωνία, όπως λέει πιο πάνω ο Στάθης Καλύβας παραπάνω ή όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει και άρθρο του Economist (2008): «η ανεπαρκή αστυνόμευση επέτρεψε τους αναρχικούς να ευδοκιμήσουν στα Εξάρχεια, τα οποία έχουν γίνει καταφύγιο για εμπόρους ναρκωτικών και απατεώνες», συνοδευόμενο από απαξιωτικά σχόλια του τύπου «σταματήστε να διαδηλώνετε και πάτε βρείτε μια δουλειά». Αυτά τα δύο στοιχεία: α) ο απλουστευτικός ισχυρισμός, ότι η εξέγερση του Δεκέμβρη δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια σειρά εκτεταμένων βανδαλισμών ενός εξαγριωμένου όχλου, μιας μερίδας «παράσιτων» και περιθωριακών ομάδων και β) ο αγοραίος κομφορμισμός του πεζοδρομίου που αυτόματα κρίνει μια διαμαρτυρία ως αποτέλεσμα έλλειψης εργατικού ήθους, αποτελούν το βασικό «θεωρητικό» οπλοστάσιο του διεθνούς συστημικού τύπου, επισκιάζοντας το γεγονός ότι η πλειοψηφία των διαδηλωτών δεν είχε καμία διάθεση να επενδύσει στη βία χάριν της ίδιας της βίας: ο όχλος «μισεί την κοινωνία από την οποία έχει αποκλειστεί» καταφεύγοντας σε εξωκοινοβουλευτική δράση[26], κατά τη διάρκεια της εξέγερσης η πλειοψηφία των διαδηλωτών που επιτέθηκαν σε κυβερνητικά κτίρια και μεγάλα καταστήματα (πόσο μάλλον η συντριπτική πλειοψηφία που αντί να επιτίθεται σε αστυνομικές κλούβες επέλεξε τη συλλογική πολιτική δράση, όπως τη δημιουργία δημόσιων συνελεύσεων) ήταν απλοί καθημερινοί άνθρωποι, αναπόσπαστα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, στην οποία είχαν εναποθέσει όλες τις προσπάθειές τους, πιστεύοντας ακράδαντα στις υποσχέσεις και τα ιδανικά που η ίδια πρέσβευε (το ατομικό κέρδος και το πρεστίζ) λαμβάνοντας κανένα, ωστόσο, αντάλλαγμα.

Είναι αναμφισβήτητο ότι στα Δεκεμβριανά υπήρξε ένα ποσοστό ντεκλασέδων που επιδόθηκε σε πράξεις λουμπενισμού, οργανώνοντας λεηλασίες και καταστροφές μικρών καταστημάτων. Ωστόσο, αυτό όχι μόνο δεν αναιρεί την γενικευμένη αγανάκτηση ενάντια στα κοινωνικο-οικονομικά αδιέξοδα (μήτε μπορεί να συγκαλύψει την απόρριψη του εγωκεντρισμού και της λογική του κοινωνικού ελέγχου) αλλά ούτε και το γεγονός ότι η οργή των διαδηλωτών δεν στόχευε στην καταστροφή «της μισητής αυτής κοινωνίας» εν γένει (πράγμα που επιθυμεί ο όχλος) αλλά, επί της ουσίας, στράφηκε εναντίον όλων των συμβόλων που με τον τρόπο τους (άμεσα ή έμμεσα) συμβάλλουν στην αποσάθρωση των ανθρωπίνων σχέσεων, μετατρέποντας τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις σε αστικές φυλακές. Κανείς, τέλος, δεν μπορεί να αρνηθεί την αύξηση των δραστηριοτήτων «αντάρτικου πόλης» μετά την Δεκεμβριανά. Για παράδειγμα, η αυτοαποκαλούμενη «αντι-καθεστωτική» ομάδα, Σέχτα Επαναστατών, γρήγορα αφότου οι δρόμοι επέστρεψαν στην «ομαλότητα» επένδυσε σε δολοφονίες και εγχώρια τρομοκρατία (εξετέλεσαν έναν αστυνομικό την άνοιξη του 2009, καθώς και τον ταμπλόιντ δημοσιογράφο Σωκράτη Γκιόλια το καλοκαίρι του 2011). Αυτό αναμφισβήτητα έδωσε άλλοθι σε κάθε συντηρητική ιντελιγκέντσια να συνδέσει την αύξηση των δραστηριοτήτων αυτών με την εξέγερση. Αποτελεί ύβρη ωστόσο να πιστεύουμε ότι αυτές οι αυταρχικές ενέργειες αντανακλούν το αληθινό πρόσωπο του Δεκέμβρη, και ότι αυτό είναι το νόημα της πραγματικής επαναστατικής πολιτικής δράσης. Μια τέτοια διαδικασία προϋποθέτει πάνω απ’ όλα διαφάνεια και ρήξη όχι μόνο με τις θεσμισμένες αξίες αλλά και με κάθε μορφή ταμπού, μυστικοπάθεια και οπαδοποίηση. Και φυσικά, όπως ο ίδιος ο όχλος αποκλείεται από την κοινωνία την οποία θεωρεί θανάσιμο εχθρό του, έτσι και οι ομάδες αυτές συνειδητά αρνούνται να συμμετάσχουν ενεργά στα κινήματα και τις συλλογικές δράσεις και (αυτο)αποκλείονται, με στόχο να επενδύσουν στη λογική της πρωτοπορίας, του αβαγκαρντισμού (ή – και – της ιδεολογικής καθαρότητας, βλ επίσης «Ιδελογικοποίηση και κομφορμισμός, δυο κόσμοι παράλληλοι»), και όχι της ισότητας, βασικό στοιχείο της αυθεντικής πολιτικής δράσης (του πολιτικού πεδίου με άλλα λόγια).

Εν κατακλείδι

Μέχρι στιγμής, δύο είναι τα πιο σημαντικά γεγονότα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ορόσημα στην κινηματική ιστορία της μετά-2000 εποχής στην χώρα: η εξέγερση του Δεκέμβρη και το Κίνημα των Πλατειών, όπου μπορεί κανείς ν’ αντιληφθεί την εκ νέου διόγκωσης της ριζοσπαστικής πολιτικής σκέψης στην καθημερινή ζωή (και φυσικά από την άλλη δεν μπορούμε να αγνοήσουμε εξίσου τη σκλήρυνση της γραμμής των συντηρητικών δυνάμεων, πράγμα που ωστόσο αφορά άλλη συζήτηση). Αλλά θα ήταν σημαντικό λάθος να εκλάβουμε αυτά τα γεγονότα ως μια πιθανή εικόνα από το μέλλον, ως ένα πρότυπο κινηματικής αντιγραφής. Αντ’ αυτού, οι ακτιβιστές, οι πολιτικοί θεωρητικοί και ερευνητές θα ήταν προτιμότερο εμβαθύνουν στο πραγματικό μήνυμα των εξεγέρσεων αυτών, στην αυτο-οργάνωση, την άμεση δημοκρατία, τη δημόσια και πολιτική διαβούλευση που ξεπερνά τις δομές και τον τρόπο λειτουργίας της αστικής «δημοκρατίας» και του κράτους (καθώς και όλα τα θεσμικά όργανα που βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του). Η εξέγερση του Δεκέμβρη συμβολίζει την πραγματική αναβίωση της συγκρουσιακής πολιτικής σκέψης στην καθημερινότητα, η οποία δεν επιθυμεί να δώσει έμφαση στη βία απαραίτητα, αλλά αγγίζει την ουσία της πραγματικής πολιτικής δράσης και την αναζήτηση νέων προταγμάτων, ξεπερνώντας χρεοκοπημένες κοσμοθεωρίες και διαφόρων ειδών σχηματοποιημένα ιδεολογικά κλισέ. Στην εποχή της πολιτικής οπισθοδρόμησης όπου η ασημαντότητα, η απάθεια, η μοναξιά (αλλιώς, καθεστώς σιγής) και ο κυνισμός σαρώνουν τα πάντα, το μήνυμα της εξέγερσης φανερώνει μπροστά μας αυτή την τραγική πραγματικότητα που χαρακτηρίζει το σύνολο του σύγχρονου Δυτικού κόσμου. Γι’ αυτά λοιπόν και δεν θέλουμε να χάσουμε το πραγματικό νόημα του Δεκέμβρη, τότε με τίποτα δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε να καταντήσει εικόνισμα προς λατρεία και στείρα επίκληση. Ο Δεκέμβρης αποτελεί πλέον ένα αναπόσπαστο κομμάτι των επαναστατικών παραδόσεων πάνω στις οποίες αξίζει οφείλουμε να στοχαζόμαστε. Αυτές οι παραδόσεις, ωστόσο, δεν μας ωθούν στο να αμφισβητούμε μονάχα τις κυρίαρχες αξίες αντιπροτείνοντας τη φιλία και τη συμμετοχή αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό ως φορέας πολιτικών ιδεών μέσα στο συνολικό πράττειν.

Σημειώσεις

[1] «Η πολιτική, πολιτιστική και πνευματική ηγεσία της Ελλάδας δεν δείχνει πρόθυμη να λάβει μέτρα κατά αυτής της αναρχικής υποκουλτούρας. Στην πραγματικότητα σε αρκετές περιπτώσεις τη δικαιολογούν, την υποκινούν ή και την επιδοκιμάζουν- κυρίως τα μικρά κόμματα της Αριστεράς, όπως και κεντροαριστερές εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας», λέει ο Στάθης Καλύβας σε άρθρο του στα Νέα Online (2008)

[2] Ο Άγις Στίνας (βλ Αναμνήσεις, 1985 Αθήνα Ύψιλον) που τον καιρό εκείνο βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη, την καρδιά του ελληνικού εργατικού κινήματος (όπως ο ίδιος την αποκαλεί), αναφέρει τις μεθόδους οριζόντιας οργάνωσης και άμεσης συμμετοχής στο Εργατικό Κέντρο της πόλης, πλημμυρισμένο σε καθημερινή βάση από εργαζόμενους διαφόρων πολιτικών πεποιθήσεων (κομμουνιστές, σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες και αναρχικοί) και διαφορετικού πολιτιστικού υπόβαθρου (Χριστιανοί, Εβραίοι και Σλαβομακεδόνες). Εκεί – και στις γειτονιές ταυτόχρονα – ξεκινούσαν συζητήσεις για την πολιτική καθώς διαλέξεις και ανοιχτές συνελεύσεις κάτω από ένα περιβάλλον συντροφικό και διαπολιτισμικό (σ.43-54).

[3] Βλ. Christos Giovanopoulos & Dimitris Dalakoglou, from ruptures to eruption: a genealogy of post-dictatorial revolts in Greece, κεφάλαιο 5 από το βιβλίο Revolt and Crisis in Greece των Antonis Vradis και Dimitris Dalakoglou (2011, AK Press, Edinburgh, σελ, 91-114)

[4] Γιώργος Οικονόμου, Πολυτεχνείο 1973, η απαρχή του αυτόνομου κινήματος, Εκδόσεις: Νησίδες Θεσσαλονίκη

[5] ο.π. σ.30

[6] Βλ. άρθρο του Κώστα Δουζίνα (9 January 2009) στην Guardian: What we can learn from the Greek riots.

[7] Βλ. σημείωση 4, σ. 30-31

[8] Από το βιβλίο Revolt and Crisis in Greece (2011, AK Press) βλ . κεφάλαιο 7, δοκίμιο της συλλογικότητας Metropolitan Sirens: the (revolt) medium is the message: Counter-information and the 2008 revolt, σ.146 «in  parallel with the occupations, an important number of neighborhood assemblies were born. These assemblies, in the spirit of self-organising, dealt with current affairs as well as local matters. From the occupations and local assemblies of the time, some were later transformed into permanent local or labour collectives with a permanent meeting space, and more permanently occupied abandoned buildings. Many of these incentives continue their action today» (τονισμός δικός μου). Επίσης, Ανδρέας Καλύβας (2010), An Anomaly? Some Reflections on the Greek December 2008: «There were daily demonstrations and rallies; barricades and blocked roads; street fighting; bullets flying off from many sides; teargas clouds; schools, universities, municipal offices, and theaters occupied; self-organized public assemblies; and the Christmas tree at Athens’s main Syntagma Square was set aflame,scorched by protesters, and became the symbol of the winter insurrection. And as labor unions called for general strikes, the offices of the country’s main labor union, the General Confederation of Greek Workers, were seized by a group of workers. Even the studios of the public TV broadcaster ERT were temporarily infiltrated by activists who aired a one-minute subversive message calling the audience to join them in the streets, interrupting a live news broadcast featuring the Prime Minister addressing the Greek Parliament during a heated debate with the opposition» (σ.354).

[9] Βλ. Hannah Arendt., 1990. On Revolution. 6Th ed. London: Penguin Books (σ. 249)

[10]  ο.π. (σ.266-267)

[11] Donatella Della Porta & Mario Diani, M., 2006. Social movements: An introduction. 2Nd ed. Oxford: Blackwell.

[12] Βλ., σ.18 από Cornelius Castoriadis., and David Curtis, 1997. World in fragments: Writings on politics, society, psychoanalysis, and the imagination. California: Stanford University Press.

[13] Σε μια αυτόνομη κοινότητα ανθρώπων οι νόμοι, οι νόρμες, τα ήθη και τα έθιμα (και συνεπώς η λειτουργία της) καθορίζονται αποκλειστικά από τα ενεργά μέλη της. Επιπλέον, η αυτόνομη θέσμιση προϋποθέτει ανοικτά πολιτικά σώματα που παρέχουν τη δυνατότητα για όλους να αμφισβητούν τις δεδομένες αξίες, παρέχοντας τη δυνατότητα αντιπροτάσεων. Κατά συνέπεια, δημοκρατική σύγκρουση υπάρχει όταν τα μέλη ενός κινήματος θέτουν ένα βασικό ερώτημα στον εαυτό τους «γιατί θα πρέπει να δεχθούμε αυτή την θεσμισμένη τάξη πραγμάτων;» ενώ την ίδια στιγμή προτείνουν μια άλλη θέσμιση, γνωρίζοντας πάντα ότι καμιά εξωκοινωνική δύναμη δεν μπορεί να τη δικαιολογήσει.

[14] Βλ. σημείωση [11], από το ίδιο βιβλίο, σ.21.

[15] Από το βιβλίο Revolt and Crisis in Greece (2011, AK Press) βλ . κεφάλαιο 14 του Yiannis Kaplanis An economy that excludes the many and an »accidental» revolt. σ.223

[16] Όπως έλεγε το γράμμα των φίλων του Γρογορόπουλου: «είμαστε τα παιδιά σας. Αυτοί, οι γνωστοί-άγνωστοι. Κάνουμε όνειρα – μη σκοτώνετε τα όνειρά μας. Έχουμε ορμή – μη σταματάτε την ορμή μας. Θυμηθείτε. Κάποτε ήσασταν νέοι κι εσείς. Τώρα κυνηγάτε το χρήμα, νοιάζεστε μόνο για τη «βιτρίνα», παχύνατε, καραφλιάσατε, Ξεχάσατε. Περιμέναμε να μας υποστηρίξετε, περιμέναμε να ενδιαφερθείτε, να μας κάνετε μια φορά κι εσείς περήφανους. Μάταια. Ζείτε ψεύτικες ζωές, έχετε σκύψει το κεφάλι, έχετε κατεβάσει τα παντελόνια και περιμένετε τη μέρα που θα πεθάνετε. Δε φαντάζεστε, δεν ερωτεύεστε, δεν δημιουργείτε. Μόνο πουλάτε κι αγοράζετε. Ύλη παντού. Αγάπη πουθενά – Αλήθεια πουθενά».

[17] Στο Revolt and Crisis in Greece (2011, AK Press), κεφάλαιο 17 του Christos Boykalas No-one is revolutionary until the revolution! και σ. 307 ορίζεται ως κοινωνικός πόλεμος η διάλυση των κοινωνικών σχέσεων και την παράδοσή τους στην κυριαρχία. Για να το θέσω, όμως, με μεγαλύτερη ακρίβεια, ορίζουμε ως κοινωνικό πόλεμο την προτεραιότητα των σχέσεων που αποσκοπούν στον οικονομισμό, το κέρδος και το θέαμα, με στόχο την εξαφάνιση είδους κάθε πραγματικής δημόσιας (πολιτικής) σφαίρας, ενδυναμώνοντας το ίδιο το καθεστώς σιγής.

[18] Ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της εξέγερσης ήταν η παρουσία των μεταναστών στους δρόμους. «Από τις 273 συλλήψεις οι οποίες καταγράφηκαν από την αρχή του ξεσηκωμού μέχρι τα μέσα του Ιανουαρίου του 2009, σχεδόν οι 130 ήταν μετανάστες, δηλαδή, ξένοι που στερούνται της ελληνικής ιθαγένειας» («οf the 273 arrests recorded from the start of the unrest up to mid-January 2009, approximately 130 were immigrants, that is, foreigners lacking Greek citizenship») (Στο ίδιο άρθρο του Ανδρέα Καλύβα An Anomaly? Some Reflections on the Greek December 2008:, σ. 354).

[19] Και πάλι από Revolt and Crisis in Greece (2011, AK Press), κεφάλαιο 17 (Boykalas) σ.317

[20] ο.π., σ.323.

[21] Βλ. ανάλυση της Hannah Arendt για την αρχαία Ελληνική πόλις (το πολιτικό πεδίο) στο βιβλίο Hannah Arendt, and Margaret Canovan, 1998. The Human Condition. 2 Nded. Chicago: The University of Chicago Press (κυρίως το πρώτο κεφάλαιο).

[22] Η Χριστίνα Τ., μια Ελληνίδα που ζει στη Σεβίλλη μου εξηγεί πώς ακτιβιστές της Πλατφόρμας 15M – Πραγματική Δημοκρατία, έβλεπαν τις διαδηλώσεις στην πλατεία Ταχρίρ και από την άλλη από τις συγκεντρώσεις και τα απεργιακά συλλαλητήρια στην Ελλάδα ως πηγή έμπνευσης για τους ίδιους, καλώντας το κοινό να καταλάβει κεντρικές πλατείες της Ισπανίας, και προτείνοντας λύσεις για τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα της Ευρώπης μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες λαϊκών συνελεύσεων και συναινετικής λήψης αποφάσεων, ακολουθώντας το παράδειγμα των αυτο-οργανωμένων πρωτοβουλιών στην Αθήνα. Ο θαυμασμός και η αποθέωση των Ισπανών ακτιβιστών για την ελληνική νεολαία και κυρίως για τη στάση της το 2008 αντανακλάται στα πολιτικά τους κείμενα, τις ομιλίες και τις ιδιωτικές συζητήσεις, όπως λέει η ίδια. Έτσι, το κίνημα του Συντάγματος στην Ελλάδα (που ακολουθεί μερικές εβδομάδες μετά το ξέσπασμα της 15M στην Ισπανία) – ως αποκορύφωμα των κινητοποιήσεων ενάντια στη λιτότηταήταν πράγματι μια «αντιγραφή» του Ισπανικού παραδείγματος του οποίου τα ίχνη μπορούν να βρεθούν στην εξέγερση του Δεκέμβρη. Συνέντευξη: Χριστίνα, Τ., Ημέρα επικοινωνίας: 1η Μαΐου 2014, προσωπική συνέντευξη μέσω e-mail (Επώνυμο αποκρύβεται κατόπιν απαίτησης της ιδίας, ωστόσο η επικοινωνία με το συγκεκριμένο πρόσωπο μπορεί να πραγματοποιηθεί σε περίπτωση που ζητηθεί). Βλ. επίσης: Greece: The timeline of a revolution, 2008-2012,

[23] Βλ. Hannah Arendt, 1990. On Revolution. 6Th ed. London: Penguin Books (σ.19)

[24] ο.π., (σ.26)

[25] Στην πραγματικότητα οι καταστροφές και οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής έλαβαν χώρα εκτός των πολιτικών σωμάτων. Αυτό πραγματικά διαφοροποιεί το Δεκέμβρη από τις εξεγέρσεις του Λονδίνου (2011) και του Παρισιού (2005) όπου ομάδες νεαρών αντί να θέτουν πολιτικά αιτήματα περιορίστηκαν σε πράξεις λουμπενισμού. Αλλά ακόμη και οι τελευταίες περιπτώσεις θα πρέπει να κατανοηθούν εντός του πλαισίου του κοινωνικού πολέμου. Όταν οι δυνάμεις που καταστρέφουν κάθε δεσμό μεταξύ πολιτών και κάθε είδους συντροφικότητας (δηλαδή, οι δυνάμεις της δομικής βίας) έχουν διαβρώσει όλες τις μορφές του δημόσιου βίου (όπου κάθε αξία αντικαθίστανται από τον εγωκεντρισμό, τα ατομικιστικά ιδεώδη και τον ιδιωτικό καταναλωτισμό) στη συνέχεια ακολουθεί η εκμηδένιση της ανθρώπινης επαφής και επικοινωνίας, όπου η διαβούλευση και ο λόγος (ένα από τα πιο κατεξοχήν πολιτικά στοιχεία της δημόσιας σφαίρας) εκλείπει και αντι αυτού η ωμή βία παραμένει ως η μόνη μέθοδος επίλυσης των διαφορών.

[26] Βλ. Hannah Arendt, 1976. The Origins of Totalitarianism. 6th ed. USA: A Harvest Book. (σ.106 και 108).

 

Συνέντευξη με συντρόφισσα απ’ την κατάληψη Can Vies της Βαρκελώνης

1401550818-activists-gather-to-rebuild-can-vies-social-center--barcelona_4889926

Στις 26 Μαϊου του 2014, μία μέρα μετά τις ευρωεκλογές, το ισπανικό κράτος εξαπέλυσε την κατασταλτική του επίθεση κατά του ελεύθερου κοινωνικού χώρου Can Vies, στη γειτονιά Sants της Βαρκελώνης. Ένα ισχυρό κίνημα σύγκρουσης και αλληλεγγύης κατάφερε να ανακαταλάβει το χώρο και να προχωρήσει στην ανοικοδόμηση του. Η συνέντευξη με τη συντρόφισσα Elba Mansilla από τη Βαρκελώνη, αποσπάσματα της οποίας δημοσίεύουμε εδώ*, φωτίζει διάφορες πλευρές του μετώπου αντίστασης στην Ισπανία, μεταφέροντας μας μια εικόνα των μεθόδων, πρακτικών και στοχεύσεων των γειτόνων μας στις όχθες της Μεσογείου.

Απ: Θα θέλαμε να μάθουμε την ιστορία της Can Vies. Πότε ξεκίνησε, με ποιό τρόπο, από ποιούς;

Ελ: Ο κοινωνικός χώρος της Can Vies ξεκίνησε τη λειτουργία του το Μάη του 1997, από τη Συνέλευση Καταληψιών της Βαρκελώνης, στο πλαίσιο κάποιων ευρύτερων δράσεων με κεντρική θεματική τη διεκδίκηση κοινωνικών κέντρων σε διάφορα σημεία της πόλης. Την ονομάσαμε Σπίτι των Γραμμών (Can Vies) καθώς παλιότερα ήταν ιδιοκτησία των εργαζομένων του μετρό, ενώ επίσης στα καταλανικά η λέξη αυτή σημαίνει και αλλαγή.

Αν υπάρχει κάποιο κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ όσων καταλάβαμε την Can Vies είναι ότι ήμασταν όλοι νέες και νέοι της γειτονιάς, είχαμε εξαρχής στο μυαλό μας ότι η γειτονιά μας είναι η αρχή και ο προορισμός όλων των δραστηριοτήτων μας. Όλοι εμείς, λοιπόν, σχηματίσαμε ή στεγάσαμε εκεί διάφορες πολιτικές ομάδες, από ομάδες αναρχικών, αναρχικών αυτονομιστών, όπως η συλλογικότητα Μαύρες Καταιγίδες, και φεμινιστικές οργανώσεις, όπως η Guerrilla Trabolaca έως κοοπερατίβες, ομάδες αντιπληροφόρησης, όπως της εφημερίδας La Burxa, ομάδες αυτομόρφωσης ή ακόμη και παραδοσιακές πολιτιστικές ομάδες όπως οι diablos και οι bastonets. Δεν υπήρχε δηλαδή κάποια ξεκάθαρη ιδεολογική ταύτιση μεταξύ όλων, αλλά κάποια ευδιάκριτα κοινά χαρακτηριστικά όπως ο αντικαπιταλισμός, η αυτοδιαχείριση, η οριζοντιότητα, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα λόγω φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού.

Απ: Το σύνθημα που μαθαίνουμε πως κυριάρχησε απέναντι στο ισπανικό κράτος ήταν το εξής: «αν αγγίξετε την Can Vies, μας αγγίζετε όλες». Αυτό φανερώνει μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ της κατάληψης, της γειτονιάς και της πόλης. Θα ήθελες να μας μιλήσεις για τη σχέση αυτή, πώς καλλιεργήθηκε;

Eλ: Αρχικά, θ’ αναφερθώ στη Sants. Είναι είναι μια από τις γειτονιές της ευρύτερης περιοχής της Βαρκελώνης που είχαν τη μεγαλύτερη δημογραφική και πολεοδομική ανάπτυξη, συνδεδεμένη με τις βιομηχανικές δραστηριότητες στα τέλη του 19ου αιώνα, και ειδικοτερα με την κλωστοϋφαντουργία. Επομένως, η γειτονιά μας, που τώρα έχει γύρω στους 200.000 κατοίκους, με ένα 17% με 20% να είναι μετανάστες, και έναν δείκτη ανεργίας κοντά στο 15%, είχε ιστορικά έναν έντονο λαϊκό και εργατικό χαρακτήρα. Πλέον ο χαρακτήρας της γειτονιάς έχει αλλάξει σ’ ένα βαθμό, κάτι που σχετίζεται με κάποιες μεγάλες υποδομές της Βαρκελώνης, και συγκεκριμένα με τρεις: α) τον κεντρικό σταθμό του τρένου, που είναι και η απευθείας σύνδεση με το αεροδρόμιο και από όπου μπαίνει η γραμμή του τρένου ταχείας κυκλοφορίας, β) η  Έκθεση της Βαρκελώνης, που είναι συνδεδεμένη με μεγάλες επιχειρηματικές δραστη-ριότητες, όπως το Mobile World Congress, και γ) η λεγόμενη Πόλη της Δικαιοσύνης, δηλαδή τα δικαστήρια.

Είναι, όμως, ιστορικά μια γειτονιά με πολύ πλούσια δράση πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών συλλόγων. Υπάρχει έντονη δραστηριοτητα σε συνδικαλιστικό επίπεδο, σε επίπεδο κοοπερατίβων εργασίας, καθώς κι ένα από τα κινήματα γειτονιάς με την πιο ανυπάκουη και ριζοσπαστική διαδρομή, το ιστορικό κίνημα άρνησης στράτευσης, πολύ δυνατά κατειλημμένα κοινωνικά κέντρα, εφημερίδες και περιοδικά όλων των ειδών, δημόσια σχολεία με αγωνιστικούς συλλόγους γονέων. Όλα αυτά είναι μια σταθερά από τότε που υπάρχει η γειτονιά, στους αγώνες της οποίας οφείλονται πολλές απ’ τις δημοτικές υποδομές της. Πολύ σημαντικοί θεσμοί για την οργάνωση και τη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των κατοίκων της Sants είναι η Συνέλευση Γειτονιάς και η Αντιφασιστική Πλατφόρμα, που ενεργοποιούν δίκτυα αλληλεγγύης, αλλά και αυτοάμυνας απέναντι στην κρατική καταστολή. Ιδιαίτερης σημασίας είναι επίσης και η Εναλλακτική Μεγάλη Γιορτή της Sants, που φέτος έκλεισε τα 20 χρόνια, μέσω της οποίας συγκεντρώνουμε και χρήματα για συλλογικές δράσεις, για δικαστικά έξοδα και για την έκδοση της, χωρίς αντίτιμο, εφημερίδας La Burxa.

990_1401257981canvies-excavadora

Απ: Μίλησε μας για την εκκένωση της Can Vies. Ποιές μέθόδους ακολούθησε το Κράτος και ποιές οι αντιστεκόμενοι και οι αλληλέγγυοι της κατάληψης;

Ελ: Eϊναι κάπως ειρωνικό το ότι ακριβώς την επόμενη μέρα της…γιορτής της δημοκρατίας, γίνεται αυτή η μετωπική επίθεση σ’ ένα μέσο της κοινότητας. Ένα κυβερνών κόμμα που γνωρίζει πως θα χάσει τις επόμενες δημοτικές εκλογές, η Convergencia i Unió, αμέσως μετά τη δημοκρατική παράσταση, ξεκινά το μόνο έργο που ξέρει να επιτελεί καλά: να κλέβει ένα αγαθό μιας γειτονιάς.

Όμως, οι εξελίξεις έκαναν σε όλους φανερό πως οι δημοτικές αρχές δε γνωρίζουν καθόλου καλά τις περιοχές που αναλαμβάνουν να διοικήσουν. Αυτό που μας φαίνεται κεντρικής σημασίας είναι το ότι η Can Vies μάζεψε τους καρπούς δύο σχεδόν δεκαετιών δουλειάς και αντίστασης στη γειτονιά, με μια κοινότητα εμπλεκόμενη σε τοπικές δράσεις και δικτυώσεις.

Η εκκένωση της κατάληψης ξεκίνησε στις μία το μεσημέρι της 26ης Μάη και αντιμετώπισε ένα πολύμορφο μέτωπο αντίστασης. Στο εσωτερικό της Can Vies δημιουργήθηκε ένα καταφύγιο από μπετόν και φιάλες υγραερίου ενώ στην αστυνομοκρατούμενη Sants σχηματίστηκαν άμεσα οδοφράγματα από τους γείτονες και τις γειτόνισσες. Η κανονικότητα της γειτονιάς είχε σπάσει για τα καλά και ο κόσμος που συνέθετε τα 40 συνεργατικά εγχειρήματα της ήταν εκεί, στο δρόμο, δημιουργώντας και φυσικά δίκτυα αντιπληροφόρησης, πέρα από τα διαδικτυακά, και αντιμετωπίζοντας τις βάρβαρες επιθέσεις των αστυνομικών, οργανώνοντας τις ομάδες αυτοάμυνας της γειτονιάς.

Το ίδιο απόγευμα καλέστηκε συγκέντρωση, που μάζεψε 4 χιλιάδες κόσμο και μετέτρεψε τη θλίψη σε οργή, με τον εμπρησμό του εκσκαφέα το βράδυ. Ακολούθησε μια δεύτερη βραδιά με συγκρούσεις, που εξαπλώθηκαν και σε άλλες περιοχές της Βαρκελώνης και το βράδυ της 28ης Μαϊου πραγματοποιήθηκε μια συγκέντρωση 8.000 ατόμων του Μαύρου Μπλοκ, η οποία επιτέθηκε στοχευμένα σε τράπεζες και συγκρούστηκε με την αστυνομία. Ήταν σίγουρα η πιο σκληρή διαδήλωση που έχει ποτέ λάβει χώρα στη γειτονιά.

Σ’ αυτό το σημείο, διαχέεται και η αλληλεγγύη από κάθε σημείο της Βαρκελώνης, της Ισπανίας αλλά και διεθνώς. Το Κράτος αντιμετωπίζοντας το πλατύ αυτό μέτωπο σταμάτησε την εκκένωση ήδη από τη δεύτερη μέρα.

30 mai Barcelone. Manifestation contre la destruction de Can Vies

Απ: Υπήρξαν τραυματίες και συλλήψεις όλες αυτές τις μέρες;

Ελ: Ναι, η βιαιότητα της αστυνομίας ήταν πρωτοφανής για μας, παρότι έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια σε σοβαρούς τραυματισμούς διαδηλωτών ή και δολοφονίες από αστυνομικούς. Συνολικά είχαμε 200 τραυματίες και 70 συλληφθέντες, εκ των οποίων οι 2 προφυλακίστηκαν.

Απ: Θα ήθελες να μας πεις σε ποια κατάσταση βρίσκεται τώρα η Can Vies, σε ποια φάση βρίσκεται η ανακατασκευή;

Ελ: Η κατάληψη έχει εκκενωθεί από μπάζα, μάλιστα μια ανθρώπινη αλυσίδα δύο χιλιομέτρων μετέφερε μέρος αυτών στην είσοδο του Δημοτικού Συμβουλίου της γειτονιάς. Έχουμε σχεδιάσει ένα νέο πρόγραμμα χρήσης, σύμφωνα με το οποίο στο χώρο του γκρεμισμένου παρεκκλησιού (που χρησίμευε σαν χώρος συναυλιών) θα φτιάξουμε μια ανοιχτή, δημόσια πλατεία, για τις υπαίθριες δραστηριότητες μας.

Η χρηματοδότηση της ανα-κατασκευής πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο του crowdfunding, με τη συνεισφορά δηλαδή πολλών μικροχρηματοδοτών. Με τη διαδικασία αυτή μαζέψαμε 89.760 ευρώ, 19.760 παραπάνω από όσα είχαμε υπολογίσει αρχικά, και συνεισέφεραν 2.260 άτομα και 70 συλλογικοί φορείς, ανάλογα με τη δυνατότητα τους.

Απ: Κατά τη φάση της ανα-κατασκευής υπήρχαν απειλές, επιθέσεις κτλ.από το κράτος, απ’ την αστυνομία;

Επ: Όχι, από τη μεριά του κράτους δεν υπήρξαν ξανά προβλήματα μέχρι στιγμής. Προβλήματα αντιμετωπίσαμε όμως, αν και όχι πολλά, με τους φασίστες. Δε χωνεύουν το ότι κερδίσαμε στη διαμάχη με το δήμο. Βέβαια, η ισπανική και η καταλανική ακροδεξιά δεν έχουν ούτε κατά διάνοια τη δύναμη και το οργανωτικό επίπεδο που έχει η ακροδεξιά στην Ελλάδα, όμως  ανασυγκροτούνται. Δη-μιούργησαν μια πλατφόρμα, που λέγεται Ισπανία en marcha, όπου όλες οι μικρές ομάδες, οι οποίες δεν είχαν καμία δύναμη μόνες τους, αρχίζουν να ενώνονται και να προσπαθούν να ξεπεράσουν τις διαφορές που είχαν παλιότερα

Απ: Ολοκληρώνοντας, θα ήθελες να μας πεις δύο λόγια για την PAH και για τους αγώνες διεκδίκησης μιας αξιοπρεπούς κατοικίας;

Επ: Η PAH είναι ένα νέο κοινωνικό κίνημα που πέτυχε να αγωνιστούν μαζί ντόπιοι και μετανάστες, ένα φοβερό αντίδοτο για το ρατσισμό και ένας μηχανισμός χαρη στον οποίο πολλά σπίτια απελευθερώθηκαν. Είναι μια πρακτική ρήξης που έχει άμεση σχέση με τις καταλήψεις και τα κοινωνικά κέντρα. Στη Σαμπαντέλ, πόλη κοντά στη Βαρκελώνη, όπου υπάρχει ένας από τους πιο ισχυρούς πυρήνες της PAH, κερδήθηκε πρόσφατα από μία τράπεζα ένα συγκρότημα κτιρίων όπου μένουν 40 οικογένειες ενώ έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες παρεμβάσεις σε τράπεζες, περιφρουρήσεις κατοικιών που κιινδύνευαν με εξώσεις κτλ.

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε απ’ τη Συντακτική Ομάδα Ιωαννίνων της Άπατρις, στις δομές του Αυτόνομου Ραδιοφώνου Ιωαννίνων, σε συνεργασία με το τμήμα Διεθνών Σχέσεων της Ε.Σ.Ε.

*Εδώ θα βρείτε ολόκληρη την ηχογραφημένη μετάφραση της συνέντευξης, που παρουσιάστηκε στα πλαίσια της εκδήλωσης «οι καταλήψεις σώζουν» σε συνεργασία με την κατάληψη στέγης Σαχίνη 3.

Ζίγκμουντ Μπάουμαν: Η εποχή μας είναι ξανά μια εποχή φόβων

bauman

Παράξενη αλλά τόσο κοινή και οικεία σε όλους μας είναι η ανακούφιση που νιώθουμε, και η αιφνίδια συρροή ενέργειας και θάρρους, όταν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα ανησυχίας, αγωνίας, σκοτεινών προαισθημάτων, ημερών γεμάτων φόβο και άγρυπνων νυχτών, αντιμετωπίζουμε τελικά τον πραγματικό κίνδυνο: μια απειλή την οποία μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε. Ή ίσως αυτή η εμπειρία να μην είναι τόσο παράξενη όσο φαίνεται αν, επιτέλους, μαθαίνουμε τι κρυβόταν πίσω από αυτό το ασαφές αλλά πείσμον αίσθημα κάποιου πράγματος φρικτού και προορισμένου να συμβεί, που συνέχιζε να δηλητηριάζει τις μέρες κατά τις οποίες θα έπρεπε να χαιρόμαστε, για κάποιο λόγο όμως δεν μπορούσαμε – και που έκανε τις νύχτες μας άγρυπνες … Τώρα που γνωρίζουμε από που έρχεται το πλήγμα, γνωρίζουμε επίσης, αν μη τι άλλο, τι μπορούμε να κάνουμε για να το αποκρούσουμε – ή τουλάχιστον έχουμε μάθει πόσο περιορισμένη είναι η ικανότητά μας να βγούμε αλώβητοι και τι είδους απώλεια, ή βλάβη, ή πόνο, πρέπει να περιμένουμε.

Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για δειλούς που έγιναν ατρόμητοι μαχητές όταν αντιμετώπισαν κάποιον «πραγματικό κίνδυνο», όταν η καταστροφή που περίμεναν κάθε μέρα, αλλά μάταια είχαν προσπαθήσει να φανταστούν, επιτέλους ήρθε. Ο φόβος φτάνει στο αποκορύφωμά του όταν είναι διάχυτος, διάσπαρτος, ασαφής, όταν δεν συνδέεται με κάτι, όταν παραμένει αποσπασμένος από την πραγματικότητα και αιωρείται ελεύθερα, χωρίς σαφή αναφορά ή αιτία — όταν μας στοιχειώνει χωρίς ορατό ειρμό ή λόγο, όταν η απειλή που θα έπρεπε να φοβόμαστε μπορεί να αναφανεί φευγαλέα παντού, δεν μπορούμε όμως να την αντικρίσουμε πουθενά. «Φόβος» είναι το όνομα που δίνουμε στην αβεβαιότητά μας: στην άγνοιά μας για την απειλή και για ό,τι πρέπει να κάνουμε – ό,τι μπορούμε και ό,τι δεν μπορούμε να κάνουμε – προκειμένου να τη σταματήσουμε καθ’ οδόν – ή να της αντισταθούμε, αν η αναχαίτισή της ξεπερνά τις δυνάμεις μας.

Η εμπειρία της ζωής στην Ευρώπη του 16ου αιώνα – στο χρόνο και στον τόπο όπου η μοντέρνα εποχή μας ήταν έτοιμη να γεννηθεί – συνοψίστηκε κοφτά, και θαυμάσια, από τον Lucien Th σε τέσσερις μόνο λέξεις: «Peur toujours, peur partout» («φόβος πάντα, φόβος παντού»). Ο Th συνέδεσε την πανταχού παρουσία του φόβου με το σκοτάδι, που άρχιζε έξω από την πόρτα της καλύβας και σκέπαζε τον κόσμο έξω από το φράκτη του αγροκτήματος. Στο σκοτάδι μπορούν να συμβούν τα πάντα, ουδείς όμως γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί τελικά: το σκοτάδι δεν είναι η αιτία του φόβου, είναι όμως το φυσικό περιβάλλον της αβεβαιότητας – κι επομένως του φόβου.

Η νεωτερικότητα επρόκειτο να είναι το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός: μακριά από το φόβο και προς έναν κόσμο απαλλαγμένο από την τυφλή και αδιαπέραστη μοίρα – αυτό το θερμοκήπιο φόβων. Όπως συλλογιζόταν ο Βίκτωρ Ουγκό, νοσταλγικά και με λυρική διάθεση εν προκειμένω: ωθημένη από την επιστήμη («ο θρόνος της πολιτικής θα μεταμορφωθεί σε θρόνο της επιστήμης»), θα έρθει μια εποχή που θα δώσει τέλος στις εκπλήξεις, τις συμφορές, τις καταστροφές – αλλά και τέλος στις διενέξεις, τις αυταπάτες, τους παρασιτισμούς… Με άλλα λόγια, μια εποχή που θα δώσει τέλος σέ όλα αυτά τα υλικά από τα οποία φτιάχνονται οι φόβοι.

Ό,τι έμελλε όμως να είναι μια οδός διαφυγής, αποδείχθηκε τουναντίον μια μακρά παράκαμψη. Πέντε αιώνες μετά, σε μας που βρισκόμαστε στο άλλο άκρο του πελώριου νεκροταφείου ρημαγμένων ελπίδων, η ετυμηγορία του Th ηχεί – ξανά – εντυπωσιακά ταιριαστή και επίκαιρη. Η εποχή μας είναι, ξανά, μια εποχή φόβων.

_________________________________________________________
Πηγή: Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Ρευστός Φόβος, Εισαγωγή: Σχετικά με την καταγωγή, τη δυναμική και τις χρήσεις του φόβου, Μετ. Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις Πολύτροπον 2077

Μεξικό: εξαφάνιση φοιτητών, διαδηλώσεις και χρονικό

Διαδηλώσεις ξέσπασαν το Σάββατο (11/10) στο Chilpancingo του Μεξικό ενάντια στην εξαφάνιση 43 φοιτητών στην πόλη Iguala στα νότια της χώρας, στις 26 Σεπτεμβρίου. Οι διαδηλωτές, που είναι φοιτητές στο αγροτικό κολλέγιο δασκάλων Ayotzinapa , μπλόκαραν τον αυτοκινητόδρομο που συνδέει την πρωτεύουσα της πολιτείας με το Mexico City και κατέλαβαν τέσσερα φορτηγά και τέσσερα λεωφορεία. Με πέτρες και πρόσωπα καλυμμένα με μπλουζάκια και μπαντάνες, οι φοιτητές ανάγκασαν τα φορτηγά και λεωφορεία να σταματήσουν και τα κατέλαβαν.

Οι κατήγοροι στην πολιτεία Guerrero πιστεύουν ότι η δημοτική αστυνομία συνέλαβε τους φοιτητές και τους παρέδωσε σε μέλη συμμορίας ναρκωτικών που τους εκτέλεσε και τους έθαψε σε μυστικούς τάφους. Ομολογίες στις φυλακές έχουν ήδη οδηγήσει τους ερευνητές σε έναν μαζικό τάφο κοντά στην πόλη Iguala με 27 νεκρούς. Την Πέμπτη βρέθηκε δεύτερος τάφος με αδιευκρίνιστο ακόμα αριθμό νεκρών. Οι φοιτητές του Ayotzinapa λένε πως δεν πείθονται από τις έρευνες της κυβέρνησης και υπόσχονται να συνεχίσουν το ψάξιμο για τους συμμαθητές τους μέχρι ανεξάρτητοι ειδικοί να επιβεβαιώσουν την ταυτότητα των νεκρών.

Η διαδήλωση του Σαββάτου ξεκίνησε όταν πάνω από 100 φοιτητές έφυγαν από το κολλέγιο Ayotzinapa με πέντε λεωφορεία που είχαν καταλάβει σε προηγούμενες διαδηλώσεις. Οδήγησαν τα λεωφορεία 12 μίλια προς τη διασταύρωση του αυτοκινητόδρομου και έκλεισαν μερικώς το δρόμο. Σύντομα πέρασαν δύο φορτηγά της Μεξικανικής εταιρίας άρτου Bimbo, οι φοιτητές ανάγκασαν τους οδηγούς να σταματήσουν και πήραν τα φορτηγά. Οι φοιτητές του κολεγίου Ayotzinapa, γνωστοί και ως νορμαλίστας, συνηθίζουν αυτόν τον τρόπο διαδήλωσης που τον ονομάζουν actividad de secuestro (δράση απαγωγής).

Την 1 Oκτωβρίου, φοιτητές πήραν δύο φορτηγά της Coca-Cola στον ίδιο αυτοκινητόδρομο προκειμένου να πιέσουν την κυβέρνηση να δράσει και να μαζέψουν χρήματα για τους γονείς των εξαφανισμένων φοιτητών, που κοιμούνται στο κολέγιο Ayotzinapa με πολύ λίγα χρήματα για φαγητό και βασικές ανάγκες περιμένοντας νέα για τα παιδιά τους. Τα φορτηγά της Coca-Cola παραμένουν στο προαύλιο του πανεπιστημίου μια εβδομάδα μετά την “απαγωγή” τους. Τα αναψυκτικά μοιράστηκαν σε όσους μένουν στο πανεπιστήμιο ή πουλήθηκαν για να μαζευτούν χρήματα για τις οικογένειες των αγνοουμένων. Σε άλλες περιπτώσεις τα “απαγμένα” λεωφορεία χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά φοιτητών σε διαδηλώσεις ή άλλες δραστηριότητες και τελικά επιστρέφονται στις εταιρίες. Τα μαθήματα έχουν σταματήσει στο Ayotzinapa από την εξαφάνιση των 43 φοιτητών.

Οι διαμαρτυρίες συνεχίστηκαν στις 13/10 όταν οι νορμαλίστας μαζί με καθηγητές του CETEG διαδήλωσαν μπροστά στο κυβερνητικό κτίριο του Guerrero και στη συνέχεια εισέβαλλαν στο κτίριο και το έκαψαν σχεδόν ολοσχερώς απαιτώντας την επιστροφή των 43 αγνοουμένων. Οι διαδηλωτές συγκρούστηκαν με την αστυνομία με πετροπόλεμο και κατέλαβαν ένα φορτηγό που αναποδογύρισαν και έκαψαν. Γύρω στις 6:20μμ εισέβαλαν και στο δημαρχείο όπου έσπασαν τζάμια και έκαψαν γραφεία. Τα σχολεία UNAM και UPN ανακοίνωσαν 48ωρη απεργία αλληλεγγύης στους νορμαλίστας και πορεία στο Guerrero. Δρομολόγια λεωφορείων ακυρώθηκαν στο Michacan όταν κυκλοφόρησαν φήμες πως οι νορμαλίστας είχαν “απαγάγει” 35 λεωφορεία.

Το χρονικό της εξαφάνισης

Στις 26 Σεπτεμβρίου έγιναν τρεις ξεχωριστές επιθέσεις σε δύο ομάδες νεαρών που ταξίδευαν με λεωφορείο στην πολιτεία Guerrero του Μεξικό. Από αντικρουόμενες αφηγήσεις έγινε γνωστό πως ένας μεγάλο αριθμός νέων εξαφανίστηκε και ομαδικοί τάφοι βρέθηκαν στις 4 Οκτωβρίου. Σύγχυση επικρατεί στα μέσα ενημέρωσης σχετικά με την υπόθεση και η κυβέρνηση δίνει ασαφή στοιχεία σχετικά με το πόσοι φοιτητές έχουν εξαφανιστεί ή σκοτωθεί. Οι περισσότερες αναφορές επικεντρώνονται στους αγνοούμενους νορμαλίστας, λόγω του ότι δεν είναι η πρώτη φορά που έπεσαν θύματα επιθέσεων. Τα γνωστά στοιχεία είναι πως δύο ομάδες νεαρών δέχτηκαν επίθεση, μια ομάδα φοιτητών (normalistas) από το Ayotzinapa και η ποδοσφαιρική ομάδα Los Avispones από το Chilpancingo. Και οι δύο ομάδες βρισκόταν στην Iguala στις 26 Σεπτέμβρη ταξιδεύοντας προς το σπίτι.

Οι νορμαλιστας, σύμφωνα με την Guardian βρισκόντουσαν στην Iguala για τη συλλογή χρημάτων για μελλοντικές διαδηλώσεις ενάντια σε διακρίσεις σε πρακτικές πρόσληψης καθηγητών που ευνοούν τους φοιτητές από αστικές περιοχές (κι όχι από αγροτικές περιοχές). Σύμφωνα με την Observador Ciudadano 35 νορμαλίστας “απήγαγαν” λεωφορεία και η αστυνομία τους κυνήγησε μέσα στην πόλη (Iguala) όπου και τους επιτέθηκε. Ένα φοιτητής σκοτώθηκε στην πρώτη επίθεση, ο Aldo Gutiérrez Solano, από την Ayutla, έξι τραυματίστηκαν και τουλάχιστον 25 κρατήθηκαν από την αστυνομία. Σύμφωνα με την Telesur o Pedro David Garcia, εκπρόσωπος του φοιτητικού συνδέσμου, είπε ότι οι φοιτητές μίλησαν με τους οδηγούς των λεωφορείων που συμφώνησαν να τους δώσουν τα λεωφορεία.

Η δεύτερη επίθεση έγινε 4 ώρες αργότερα στο ίδο μέρος. Οι νορμαλίστας που επέστρεψαν στο σημείο μιλούσαν στους δημοσιογράφους όταν οπλισμένοι άνδρες τους επιτέθηκαν σκοτώνοντας 2 ακόμα φοιτητές και μια παρευρισκόμενη γυναίκα που περνούσε με ταξί (Blanca Sánchez Montiel). Η τρίτη επίθεση την ίδια νύχτα έγινε από ένοπλους σε ένα λεωφορείο με παίκτες της ομάδας Los Avispones (The Hornets), που είχαν παίξει ένα ματς νωρίτερα στην Iguala. Δεν είναι ξεκάθαρο το αν και με ποιο τρόπο σχετίζονται τα δύο περιστατικά. Τρεις ποδοσφαιριστές σκοτώθηκαν από τους ένοπλους καθώς και ο οδηγός του λεωφορείου τους. Ένας ακόμα φοιτητής βρέθηκε το επόμενο πρωί νεκρός, φριχτά παραμορφωμένος. Ανακοινώθηκε πως προσωπικό του στρατού βρήκε το σώμα του φοιτητή Julio César Mondragón κοντά στην βιομηχανική περιοχή Periférico Norte της Iguala με βγαλμένα τα μάτια και γδαρμένο το πρόσωπο. Στα social media λέγεται ότι βασανίστηκε με τρόπο που χρησιμοποιείται συνήθως από τα καρτέλ ναρκωτικών.

Την Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου αναφέρθηκε πως βρέθηκε ένας αριθμός φοιτητών. Αρχικά η λίστα των αγνουμένων περιλάμβανε 57 ονόματα και αργότερα 55 καθώς ένας φοιτητής βρέθηκε σε νοσοκομείο και το όνομα ενός άλλου ήταν δύο φορές στη λίστα. Μέχρι στιγμής οι αγνοούμενοι είναι 43 (55 που αναφέρθηκαν αρχικά μείον 12 που βρέθηκαν). Συγκεχυμένες είναι και οι πληροφορίες σχετικά με τους ομαδικούς τάφους. Αρχικά αναφέρθηκε ένας και στη συνέχεια 3 ή 4 τάφοι κοντά στην Iguala. Επίσημες πηγές αρχικά ανέφεραν ότι περιμένουν αποτελέσματα τεστ DNA για να πιστοποιήσουν πόσοι νεκροί βρέθηκαν και αν πρόκειται για τους νορμαλίστας. Το Al Jazeera αυτή τη στιγμή (15/10) αναφέρει ότι τα αποτελέσματα του τεστ δείχνουν ότι κανείς από τους 43 φοιτητές δεν βρίσκεται μεταξύ των 28 νεκρών που βρέθηκαν στου ομαδικούς τάφους.

Πηγές
Al Jazeera: Missing Mexico students ‘not in mass grave’
Revolution News: Mexico: Government Palace in Guerrero Burned Down by Normalistas
Revolution News: Mexico: Violence in Guerrero, Missing Students, Clandestine Graves and Mass Confusion
The Guardian: Scores of students still missing after ambush by Mexican police and gunmen
Fusion: Mexican students hijack buses, delivery trucks amid escalating protests