Menu

EAGAINST.com

Από την λιτότητα στον λιτό βίο, αναζητώντας μέσα από τον κόσμο του οικονομικού την πολιτική.

litos01

Παρακολουθώντας το αντιμνημονιακό κρεσέντο των ημερών και το απροσδόκητα ευρύ πεδίο στήριξης για την νέα κυβέρνηση, από τον Μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβρόσιο έως και τις φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις των «εξευμενισμένων» (πρώην αγανακτισμένων), έρχονται αναπόφευκτα στο μυαλό μου τα λόγια του Μέγα Ιεροεξεταστή του Ντοστογιέφσκι: «θα έρθουνε πεινασμένοι στα πόδια μας και θα πουν πάρτε μας την συνείδηση αλλά ταΐστε μας ψωμί και θα μας λατρεύουνε για αυτό για πάντα».

Η κυβέρνηση Σύριζα-Ανελ έχοντας αναλάβει η ίδια την πρωτοβουλία των κινήσεων για την επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου μετέθεσε το βάρος του ζητήματος από το πολιτικό αποκλειστικά στο οικονομικό πεδίο. Αυτό είχε μια φοβερή επίπτωση στην ελληνική κοινωνία καθώς, έχοντας συνηθίσει για χρόνια να εξαπατάται διαρκώς από τους πολιτικούς την κυβερνούσαν, της έκανε μεγάλη εντύπωση η «πρωτοτυπία» του νέου πρωθυπουργού να μην υιοθετήσει την μοιραία τακτική των προκατόχων του να είναι απλά ένας διεκπεραιωτής εντολών. Έπραξε δηλαδή κάτι που θα έπρεπε να είχαμε δει να γίνεται από το 2010 από τον Γιώργο Παπανδρέου και ζήτησε να έχει και αυτός λόγο ως πρωθυπουργός ελπίζοντας πιθανόν πως θα έχει καλύτερη κατάληξη από τον προκάτοχο του ο οποίος με τις επιλογές του κατάφερε πραγματικά να αλλάξει την χώρα, το ΠΑΣΟΚ και να διαγράψει πιθανό και αμετάκλητα το γονικό του όνομα από την πολιτική ζωή. Όμως στο πεδίο της κοινωνίας όλα τα αιτήματα για «πραγματική δημοκρατία» και «να πάρουμε την παραγωγή στα χέρια μας» δείχνουν να έχουν σε μια νύχτα εξανεμιστεί και το ενδιαφέρον του κινήματος και της αριστεράς επικεντρώνεται αποκλειστικά να στηρίξει με όλες τις δυνάμεις το έργο του πρωθυπουργού. Αν βαλθήκαμε να επιβεβαιώσουμε την προφητεία που ήθελε την Ελλάδα να γίνει Βενεζουέλα της Ευρώπης τουλάχιστον στο επίπεδο της πολιτικής λατρείας δείχνουμε να τα πηγαίνουμε μέχρι στιγμής πολύ καλά. Αποδεικνύεται έτσι ακόμα μια φορά πόσο εύκολο τελικά είναι να χορτάσεις με ελπίδες την υλική πείνα και πόσο πιο εύκολα ακόμα ξεχνιέται η δίψα για την Ελευθερία. *

Η πραγματικά απροσδόκητη για όλους επιθετική τακτική της κυβέρνησης απευθύνεται εξίσου σε δύο ακροατήρια, το εσωτερικό και των Βρυξελλών. Και εάν στο εσωτερικό ο ελληνικός λαός καλπάζει αυτή τη στιγμή υπερήφανος τον Ροσινάντε του, στο εξωτερικό η αξιοποίηση του ορθού λόγου για τον διαφωτισμό των Βρυξελλών μοιάζει όλο και πιο πολύ με επίθεση σε ανεμόμυλο. Η όλη σύγκρουση οδηγεί, και με βάση αυτά που ακούσαμε από το στόμα του πρωθυπουργού στις προγραμματικές δηλώσεις, «πως προτεραιότητα της κυβέρνησης είναι να διαχειριστεί την ανθρωπιστική κρίση και πως το ελληνικό χρέος μπορεί να εξυπηρετηθεί και χωρίς λιτότητα»  έτσι ενόψει του τακτικού Eurogroup για τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου το πιο πιθανό είναι σταδιακά οι δύο πλευρές να συνθέσουν μια γέφυρα που και να εξασφαλίζει την παραμονή της ελληνικής κυβέρνησης στην ευρωζώνη αλλά και να εγγυάται την αποπληρωμή του υπαρκτού ελληνικού χρέους. Άλλωστε αυτές οι δύο συνθήκες δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από την επίσημη γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ και επιβεβαιώθηκαν λαμπρά από τις δηλώσεις και την στάση του κ. Βαρουφάκη. Και ακριβώς για το λόγο αυτό η όποια σύγκρουση έλαβε ως γεγονός έγινε σε επίπεδο τρόικας μιας και που πρόκειται για τίποτα άλλο από ένα κλιμάκιο υπαλλήλων και όχι για το πραγματικό πρόβλημα, ο Σόιμπλε άλλωστε δήλωσε πως λίγο τον νοιάζει εάν θα ονομάζεται τρόικα ή μνημόνιο το οικονομικό πρόγραμμα, αλλά αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η διατήρηση μιας συγκεκριμένης οικονομικής πραγματικότητας για την χώρα. Και αυτή δεν είναι άλλη από την διάλυση της μεσαίας τάξης και την απελευθέρωση του κεφαλαίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχοντας κάνει μέχρι στιγμής μια ολομέτωπη επίθεση στις βιτρίνες και τις ταμπέλες του μνημονίου φαίνεται αποφασισμένος να καταργήσει τις υπάρχουσες μορφές ελέγχου και να εγγυηθεί ένα «νέο μνημόνιο» το οποίο θα αμφισβητήσει όχι την κατανομή του πλούτου της χώρας ή το χρέος αλλά τον μέχρι τώρα τρόπο αποπληρωμής του. Έτσι η πολιτική της ακραίας λιτότητας μπορεί να δώσει τη θέση της σε μια πιο ήπια φτώχεια ή ένα λιτό βίο αλλά αυτό σημαίνει κυρίως πως η κατάσταση που έχει παγιωθεί με την βίαιη αναδιανομή πλούτου προς όφελος του κεφαλαίου είναι χωρίς επιστροφή. Εξάλλου η σύγκρουση με τον πλούτο που προανήγγειλε ο πρωθυπουργός δεν φαίνεται να ταράζει κάποιο ταξικό οικοδόμημα αλλά αφορά μια απαραίτητη για την βιωσιμότητα του κράτους φορολογία και δεν βρίσκει καθόλου αντίθετους τους δανειστές της χώρας καθώς όπως γράφει το ΒΗΜΑ, και επιβεβαιώθηκε από το στόμα του γραμματέα του κόμματος των Γερμανών χριστιανοδημοκρατών, «οι ιδέες για την πάταξη της φοροδιαφυγής και το «κυνήγι των ολιγαρχών» ηχούν σίγουρα καλά στα αφτιά τόσο των Γερμανών όσο και άλλων εταίρων», ούτως ή άλλως ήταν από τα γεγονότα επιβεβλημένο για την χώρα να αλλάξει η διαχείριση της από την αρτηριοσκληρωτική ΝΔ και το διεφθαρμένο ΠΑΣΟΚ σε μια πιο φρεσκαρισμένη και ανθρώπινη στον τύπο που προβάλει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Εάν οι σοσιαλιστές και οι δεξιοί βάλανε την Ελλάδα σε ζυγό ακραίας ταξικής οικονομικής πολιτικής είναι οι αριστεροί και οι λαϊκιστές δεξιοί που από εδώ και πέρα θα την διαχειριστούν με ένα πιο δίκαιο τρόπο χωρίς απρόβλεπτες εξελίξεις για το πολιτειακό ζήτημα της χώρας που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν με ακραίο τρόπο τον ιδιωτικό πλούτο.

Πέρα λοιπόν από το εάν είναι επί της ουσίας περισσότερο εσωτερικής κατανάλωσης το όλο θέαμα που παρακολουθούμε τις ημέρες αυτές έχει συμπαρασύρει και την αναγέννηση των «πλατειών» (φευ, σε φιλοκυβερνητική έκδοση αυτή τη φορά), τις επιπτώσεις που θα έχει αυτή η κοινωνική συναίνεση των ημερών που αναδύεται στην κριτική σκέψη και την πολιτική δράση είναι κάτι που θα φανεί στο μέλλον. Για την ώρα σίγουρο είναι πως η έννοια της «εθνικής κυριαρχίας» ή «της επιστροφής της δημοκρατίας στον τόπο που την γέννησε» έχει εντελώς πια παραγκωνισθεί σε οικονομικούς όρους, έτσι ανάλογα που η συζήτηση περί απεχθούς ή παράνομου χρέους και ο λογιστικός του έλεγχος έχουν πάρει την θέση τους στην ρητορική ενός «μνημονίου χωρίς λιτότητα» και «ενός διακανονισμού που θα συμφέρει και τον Γερμανό φορολογούμενο» και μένει ακόμα να δούμε αν θα γίνουν από την κυβέρνηση κάποιου είδους πολιτειακές προτάσεις για αλλαγές. Οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες μέχρι τώρα για επαναπρόσληψη απολυμένων, για πολιτική κοινωνικών τιμολογίων των δημόσιων αγαθών, για λύση στο κοινωνικό αδιέξοδο των κόκκινων τραπεζικών δανείων, για φορολόγηση στα πλαίσια μιας κοινής λογικής, και για βασικό μισθό στα επίπεδα αξιοπρεπούς φτώχειας, έχουν γίνει από τον πληθυσμό δεκτές με μεγάλη ανακούφιση αλλά από την άλλη οι κάθε είδους διθύραμβοι που ακούγονται και γράφονται τον τελευταίο καιρό για «νίκη επί του δόγματος Σοκ», «το τέλος της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας» και, «το θάνατο της λιτότητας ως πολιτική» είναι μάλλον προϊόντα αφελούς αισιοδοξίας και σε ουκ λίγες περιπτώσεις φιλοκυβερνητικής διάθεσης περισσότερο παρά αντικειμενικές προσεγγίσεις της πραγματικότητας. Ουδέν μεμπτό δεν θα υπήρχε βέβαια αν η εγχώρια αριστερά και τα κινήματα βάσης υποστήριζαν μια κυβέρνηση η οποία θα εγγυόντανε την εκπλήρωση των πολιτικών τους αιτημάτων και των κοινωνικών τους διεκδικήσεων. Όμως εκτός από κάποιες ρηχές οικονομικές διεκδικήσεις, τίποτα πολιτικό δεν έχει δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα των κινημάτων των τελευταίων ετών,** και όσον αφορά ζητήματα οικολογικού περιεχομένου όπως το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Απορριμμάτων (ΕΣΔΑ), το ρυθμιστικό σχέδιο, την παραγωγή ενέργειας, τον εξανδραποδισμό του αγροτικού κόσμου και την εξόρυξη χρυσού εκεί πραγματικά δεν σηκώνει κανενός είδους συμβιβασμού. Η κυβέρνηση ή θα υιοθετήσει ένα άλλο παραγωγικό σχέδιο εμπλέκοντας τις τοπικές κοινωνίες στην κυβερνητική διαβούλευση ή θα έρθει σε ευθεία σύγκρουση μαζί τους.

Αυτό που βλέπουμε όμως να συμβαίνει μοιάζει όλο και λιγότερο με μια υπόθεση «δυαδικής εξουσίας» και όλο περισσότερο με ιστορία «κινηματικής ανάθεσης» όπου διάφοροι «κινηματικοί εκπρόσωποι» καλούν την κυβέρνηση να υλοποιήσει τα αιτήματα τους λες και το ζήτημα των Σκουριών, των διοδίων ή των αγορών χωρίς μεσάζοντες πρόκειται για συντεχνιακό θέμα που το κίνημα περιμένει το βύσμα του από τον υπουργό να δώσει λύση. Με την λογική αυτή τα υπάρχοντα κινήματα αποκαλύπτουν την πολιτική τους γύμνια καθώς όλα αυτά τα χρόνια δεν δείξανε να έχουν τελικά καμία άλλη πολιτική εικόνα για τον εαυτό τους και δεχτήκανε να είναι το όχημα της αξιωματικής αντιπολίτευσης που το κυκλοφορούσε από την βουλή στον δρόμο. Αποτέλεσμα η αδιαμφισβήτητη κινηματική σαστιμάρα των ημερών που εκτονώνει την αμηχανία της σε φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις, έτσι όλο και πιο πολύ τα κινήματα γίνονται σιγά σίγα καθεστωτικοί φρουροί όσο και αν το τελευταίο ακούγεται εντελώς παράδοξο. Άλλωστε για το συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας δεν είναι και πρώτη φορά που τυχαίνει κάτι τέτοιο. Η περίοδος 1981/83 αποτέλεσε μια τέτοια παρένθεση συναίνεσης μεταξύ κυβέρνησης – κινήματος όχι βέβαια επάνω στην βάση ενός κοινωνικού μετασχηματισμού αλλά περισσότερο σε αυτή του κοινωνικού βολέματος καθώς με την κομματικοποίηση του εργατικού κινήματος της δεκαετίας του ’70 από το ΠΑΣΟΚ μετατράπηκαν τα αγωνιστικά συνδικάτα και οι συνεταιρισμοί του αγροτικού κόσμου σε κομματικές θερμοκοιτίδες και εφαλτήρια της εξουσίας. Η αποσύνθεση αυτή έφερε και την πλήρη απαξίωση του συνδικαλισμού και του συνεταιρισμού όπως την βιώνουμε σήμερα και εκεί που η κρατική καταστολή και οι διώξεις αποτύγχαναν για πάνω από 70 χρόνια κατάφερε μια σοσιαλιστική κυβέρνηση να τα αδειάσει από κόσμο μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία. Θα ήταν λυπηρό να επαναληφθεί το ίδιο και για τα κοινωνικά κινήματα και τις άμεσο δημοκρατικές διαδικασίες και να μετατραπούν σε μία νύκτα σε φιλοκυβερνητικά σχήματα απλά και μόνο παρασυρόμενα από οικονομικές προσδοκίες.

Κατά κάποιο τρόπο το θετικό με την κυβέρνηση της αριστεράς είναι πως διαλύει το μέχρι τώρα αφηρημένο και θολά συγκροτημένο «αντιμνημονιακό μέτωπο». Σε γενικές γραμμές μπορούμε τώρα να δούμε αυτούς που πιστεύουν πια πως με το «να φύγουν οι προηγούμενοι» και με το «τέλος της λιτότητας» έχει δικαιωθεί ο αντιμνημονιακός αγώνας και αυτοί είναι σίγουρα η πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Από τους ριζοσπάστες βλέπουμε αυτούς που υποδέχονται την αριστερή κυβέρνηση ως μια δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα ντόμινο εξελίξεων προς την κατεύθυνση του κοινωνικού μετασχηματισμού, πως τώρα είναι η ώρα να επιτευχθούν τα αιτήματα του κινήματος. Τέλος αυτούς που μάλλον αποτελούν την μειοψηφία και πιστεύουν πως είναι αδύνατη η σύνθεση των δύο προηγούμενων συνθηκών καθώς η εκπλήρωση οικονομικών αιτημάτων θα παραγκωνίσει τελείως τα πολιτικά. Πως «δημοκρατία και φιλολαϊκή κυβέρνηση» έχουν ταυτιστεί με ένα τελείως παραπλανητικό και μη πολίτικο τρόπο. Επιπλέον στο επιχείρημα πως η υπάρχουσα λιτότητα πρέπει να αρθεί προκειμένου να διεκδικήσουμε περισσότερες εξουσίες στα χέρια των πολιτών δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε γιατί δεν έγινε αυτό στα προηγούμενα χρόνια αφθονίας. Για όσους επιλέξουν και συνδέσουν την προοπτική χειραφέτησης της χώρας με την προοπτική επιτυχίας της αριστερής κυβέρνησης καλό είναι να προετοιμάζονται να μοιραστούν μαζί της και την κυβερνητική εντροπία.

*Δεν υπάρχει πιο παραπλανητικό μήνυμα, παρόλο που έχει γίνει αποδεκτό γενικά, από το σύνθημα «Να μην ζήσουμε σαν δούλοι» το οποίο εξισώνει την ζωή του οικονομικά εξαθλιωμένου με αυτή του δούλου. Δούλοι ήμασταν πολύ πριν ακόμα τα μνημόνια είτε με τις πολυδάπανες αγορές μας, τα ακριβά , και τις εξωτικές διακοπές από την στιγμή που ζούσαμε αδιάφοροι και αμέτοχοι για τον δημόσιο βίο. Καμία αλλαγή σε αυτό δεν έγινε από τότε.

**Υπάρχουν ασφαλώς και λαμπρές εξαιρέσεις όπως η πρόταση αυτοδιαχείρισης της υπηρεσίας ύδρευσης – αποχέτευσης Θεσσαλονίκης (Κίνηση 136), η πρόταση της πανελλαδικής συνέλευσης εργαζομένων στην ΕΡΤ για την επαναλειτουργία του δημόσιου φορέα ραδιοτηλεόρασης με κοινωνικό και εργατικό έλεγχο, οι πρωτοβουλίες για τη διαχείριση των απορριμμάτων, και αρκετές κινήσεις πολιτών που διεκδίκησαν με άμεσο δημοκρατικό τρόπο τους δήμους τους. Πέρα από αυτές τις περιπτώσεις τα υπόλοιπα κινήματα δεν θίξανε τον πυρήνα της εξουσίας, περισσότερο λειτουργήσανε αντιπολιτευτικά.

Podemos: Ανάμεσα στην «αριστερή ηγεμονία» και την «έφοδο» των κοινωνικών κινημάτων στους θεσμούς

1413755798826podemosc4

Του Θοδωρή Καρυώτη

«Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 17 του πολιτικού περιοδικού Βαβυλωνία, Ιανουάριος 2015»

Από τις αρχές του 2014, το Podemos εμφανίστηκε στην Ισπανία ως μια νέα πολιτική δύναμη που απειλεί να αποσταθεροποιήσει το μεταπολιτευτικό σύστημα δικομματικής εναλλαγής στην εξουσία. Με την ευρεία στήριξη των νέων, των λαϊκών στρωμάτων και των κοινωνικών κινημάτων και με επίκεντρο την χαρισματική ηγεσία του νεαρού καθηγητή πολιτικών επιστημών Pablo Iglesias, το νέο κόμμα έχει βλέψεις στην εξουσία και ευαγγελίζεται την ανατροπή της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης των τελευταίων δεκαετιών. Όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, το Podemos επιδιώκει να καταλάβει το κενό που δημιουργεί η εξάντληση της σοσιαλδημοκρατίας, προωθώντας την αναδιανομή του πλούτου υπέρ των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων, βάζοντας φρένο στην διάλυση του κράτους πρόνοιας και προωθώντας την επανεκκίνηση της εθνικής οικονομίας απέναντι στην επίθεση του διεθνούς κεφαλαίου.

Ας προσπεράσουμε την εύκολη a priori κριτική που λέει «είναι αυτονόητο λοιπόν ότι το Podemos (ή ο ΣΥΡΙΖΑ ή προσθέστε εδώ το κόμμα της [δυσ]αρεσκείας σας) δεν αποτελεί σχέδιο χειραφέτησης των από τα κάτω με όρους κοινωνικής αυτοδιάθεσης, αλλά απόπειρα ανασυγκρότησης της κυριαρχίας»· ας εξετάσουμε αντίθετα αυτό το κόμμα ως προϊόν των πολιτικών εξελίξεων και ιδιαίτερα των κοινωνικών κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων στην Ισπανία.

Η κινηματική έκρηξη του 2011

Το κίνημα των «indignados», με αφετηρία τις πλατείες τον Μάιο του 2011, αποτέλεσε για την ισπανική κοινωνία το «ξύπνημα» από δεκαετίες αποπολιτικοποίησης, με μια ευρύτερη αριστερά απομονωμένη και αδύναμη μετά από 40 χρόνια δικτατορίας και 33 χρόνια ηγεμονίας του μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Οι πρωταγωνιστές του κινήματος των πλατειών ήταν κυρίως νέοι καταδικασμένοι στην ανεργία και την επισφάλεια, οι οποίοι συσπειρώθηκαν γύρω από την απόρριψη του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος και την απαίτηση για πραγματική δημοκρατία. Ωστόσο, όπως σε κάθε μαζικό λαϊκό κίνημα, πίσω από τα κεντρικά συνθήματα των indignados κρυβόταν ένα εύρος από προσεγγίσεις και αιτήματα: Από την απόρριψη του κράτους ως ρυθμιστή και διαμεσολαβητή της κοινωνικής ζωής έως την υπεράσπιση του κράτους ως μηχανισμό αναδιανομής του πλούτου και ως ανάχωμα στην καπιταλιστική ανομία· από το φαντασιακό της αποανάπτυξης, της αυτοδιαχείρισης και της οικοδόμησης των κοινών μέχρι το αίτημα για επανεκκίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας με σκοπό την απορρόφηση των εκατομμυρίων ανέργων. Το βασικό αίτημα και συνεκτικό στοιχείο του κινήματος (στο οποίο ταυτίζονται με το παγκόσμιο κύμα κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων) ήταν η πολιτική ισότητα, η κατάργηση του χάσματος ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους. Η έλλειψη ιδεολογικών «αποσκευών» και η απουσία οργανωμένων πολιτικών ομάδων στο εσωτερικό τους, επέτρεψε στους indignados να συνεχίσουν να υπάρχουν ως συμπαγές κίνημα χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να λύσουν τις εσωτερικές τους αντιφάσεις ή να πάρουν ξεκάθαρες ιδεολογικές θέσεις. Κατάφεραν έτσι να αλλάξουν ριζοσπαστικά το πολιτικό σκηνικό αλλά και το περιεχόμενο του δημοσίου διαλόγου στην Ισπανία.

Παρά τη μαζική κινητοποίηση, που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις έφτασε να έχει τη στήριξη του 80% των Ισπανών πολιτών, οι επόμενοι μήνες έφεραν αφενός την επιδείνωση της πολιτικής και οικονομικής κατάστασης αφετέρου μια αυτοδύναμη κυβέρνηση του Partido Popular, του κόμματος της μετά-φρανκιστικής δεξιάς, με το 44% της ψήφου. Ακολούθησε μια σκοτεινή εποχή, με εντατικοποίηση της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης και ακραία καταστολή, με αποκορύφωμα το «Νόμο Φίμωτρο» («Ley Mordaza»), ένα πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά δεδομένα κατασταλτικό νομοσχέδιο, το οποίο ποινικοποιεί τις μορφές διαμαρτυρίας που ανέπτυξαν αυτά τα νέα κινήματα και στοχοποιεί συγκεκριμένες οργανώσεις, όπως η PAH (Πλατφόρμα Ζημιωμένων από τα Στεγαστικά Δάνεια) που έχοντας μαζική λαϊκή στήριξη έχει οργανώσει δυναμικές παρεμβάσεις τα τελευταία χρόνια (σταμάτημα εξώσεων, καταλήψεις στέγης, μποϋκοτάζ τραπεζών, διαμαρτυρίες μπροστά σε σπίτια πολιτικών κτλ).

Η εμφάνιση του Podemos και η «έφοδος στους θεσμούς»

Οι συζητήσεις για την συμμετοχή των indignados και του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος στις εκλογές –αυτό που αργότερα θα ονόμαζαν «έφοδο στους θεσμούς» («asalto a las instituciones»)– προϋπάρχουν της εμφάνισης του Podemos. Το βασικό κίνητρο για την επιλογή της εκλογικής οδού είναι ότι πρόκειται για ένα κίνημα που αισθάνεται ότι αντικατοπτρίζει την κοινωνική πλειοψηφία, αλλά δέχεται αλλεπάλληλες ήττες επειδή σε επίπεδο πολιτικής αντιπροσώπευσης βρίσκεται στη μειοψηφία. Η επιθυμία για θεσμοποίηση του αγώνα καταδεικνύει φυσικά την αδυναμία των κινημάτων να συγκροτηθούν ως πολιτικό υποκείμενο έξω από το στενό πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας· από την άλλη, είναι ενδεικτική επίσης της απόρριψής του περιθωριακού ρόλου που επιφυλάσσει το πολιτικό σύστημα στα κινήματα βάσης, και της αισιοδοξίας ότι η κεντρική πολιτική σκηνή μπορεί να «αποικιστεί» με τις αξίες και τις μεθόδους των τελευταίων. Ταυτόχρονα, οι indignados απορρίπτουν την παραδοσιακή αριστερά, το λεξιλόγιο, της συνταγές και την οργάνωσή της (στο πρόσωπο της Ενωμένης Αριστεράς [Izquierda Unida], της συμμαχίας που μεταπολιτευτικά συγκεντρώνει τις δυνάμεις της κοινοβουλευτικής αριστεράς), και επιδιώκουν την δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα. H πρώτη απόπειρα να δημιουργηθεί ένα κόμμα που να μεταφέρει την ατμόσφαιρα και τις οργανωτικές μεθόδους των πλατειών στην κεντρική πολιτική σκηνή και να απομακρύνεται από τις παθογένειες των παραδοσιακών κομμάτων γίνεται με το Partido X (Κόμμα Χ). Δεν καταφέρνει όμως να εγείρει την φαντασία ευρύτερων κοινωνικών ομάδων και η επιρροή του ποτέ δεν επεκτείνεται πέρα από το στενό κύκλο των ακτιβιστών.

Το Podemos αναπτύχθηκε σε ένα κλίμα όπου το πολιτικό σύστημα και οι δορυφόροι του –κόμματα, συνδικάτα, μέσα ενημέρωσης– ήταν πλήρως απαξιωμένα και νέοι τρόποι οργάνωσης και πάλης έρχονταν στο προσκήνιο. Ξεχωριστό παράδειγμα αποτελούν οι «παλίρροιες» («mareas»), οριζόντιες κλαδικές ή θεματικές συνομαδώσεις που, οργανωμένες συνελευσιακά και παρακάμπτοντας τα γραφειοκρατικά συνδικάτα, εξαπέλυσαν σημαντικές και νικηφόρες μάχες ενάντια στην νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση: η «λευκή παλίρροια» και η «πράσινη παλίρροια» ενάντια στην διάλυση τη δημόσιας υγείας και παιδείας αντίστοιχα, η «γαλάζια παλίρροια» ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών ύδρευσης, η «πορτοκαλί παλίρροια» ενάντια στις περικοπές στα προγράμματα πρόνοιας, κ.ο.κ.

Ανάμεσα σε μια αμείλικτη δεξιά και μια σαστισμένη αριστερά, το Podemos υπήρξε το μόνο κόμμα που κατάφερε να μιλήσει τη γλώσσα αυτών των νέων μορφών οργάνωσης και να παρουσιαστεί σαν σύνθεση και πολιτική έκφραση των αγώνων ενάντια στην εξαφάνιση των λαϊκών κεκτημένων. Αποτέλεσε αρχικά δημιούργημα μιας παρέας νέων αλλά έμπειρων ακαδημαϊκών του πανεπιστημίου Complutense της Μαδρίτης –οι οποίοι είχαν ήδη αποκτήσει κάποια δημοσιότητα μέσω της εβδομαδιαίας τηλεοπτικής εκπομπής που παρουσιάζουν, της «La Tuerka»– με την Αντικαπιταλιστική Αριστερά (Izquierda Anticapitalista), ένα δραστήριο διεθνιστικό κόμμα που ήδη από το 2012 αναζητούσε συνεργασίες για να δημιουργήσει τον «Ισπανικό ΣΥΡΙΖΑ», δηλαδή μια συμμαχία της ριζοσπαστικής αριστεράς με βλέψεις εξουσίας. Μετά το θρίαμβο του Podemos στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2014, ο ριζοσπαστικός λόγος του και η επιμονή του στην «ήπια» αντιπροσώπευση (συμμετοχικές διαδικασίες, κυκλικότητα, ανακλητότητα, κτλ) συναρμόζουν με τις ανησυχίες της νέας γενιάς αγωνιστών· έτσι ένα μεγάλο κομμάτι των indignados πείθεται ότι αυτό είναι το κόμμα με το οποίο θα κάνουν «έφοδο στους θεσμούς»· σε τέτοιο βαθμό που οι «κύκλοι» του Podemos, οι τοπικές ανοιχτές συνελεύσεις που αποτελούν τη «βάση» του κόμματος, αντικαθιστούν τις εναπομένουσες συνελεύσεις των indignados σε πολλές ισπανικές πόλεις. Υπάρχουν βεβαίως και φωνές που κριτικάρουν τη διάχυση του κινήματος μέσα στο νέο πολιτικό φορέα, αλλά ο γενικευμένος ενθουσιασμός τις αφήνει στο περιθώριο.

Στη βάση του ανερχόμενου νέου κόμματος, λοιπόν, συναντούμε μια συμμαχία ανάμεσα στα νέα κινήματα των κοινών, της συμμετοχής και της αυτοδιαχείρισης, με τα κινήματα που υπερασπίζονται τα δημόσια αγαθά και το κράτος πρόνοιας. Δεν υπάρχει καμία αντίφαση στη συμμαχία αυτή: όσο κι αν είναι σημαντικό να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα σε κοινό και δημόσιο, άλλο τόσο σημαντικό είναι να δούμε τα δημόσια αγαθά ως κοινά του παρελθόντος, προϊόντα κοινωνικών αγώνων που βρίσκονται υπό κρατική «επιτήρηση», τα οποία οφείλουμε να προστατεύσουμε από το αδηφάγο ιδιωτικό κεφάλαιο.

Ηγεμονία και αριστερή στρατηγική

Η ομάδα ακαδημαϊκών που –άτυπα αρχικά– βρίσκεται στην ηγεσία του Podemos, ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα του Ernesto Laclau και της Chantal Mouffe για έναν «αριστερό λαϊκισμό», έχει αναπτύξει μια αναλυτικότατη επικοινωνιακή στρατηγική. Στα πλαίσια της ανάπτυξης μιας νέο-γκραμσιανής «αριστερής ηγεμονίας», εισάγει στη ρητορική της έννοιες παραδοσιακά συνδεδεμένες με την δεξιά, όπως η «κοινή λογική» ή η «εθνική κυριαρχία», απευθύνεται στο συναίσθημα των ψηφοφόρων με νέα σύμβολα και ιδέες, δηλώνει ότι το κόμμα «δεν ανήκει ούτε στην αριστερά ούτε στη δεξιά» και εγκαταλείπει την μαρξιστική ταξική ανάλυση υπέρ μιας απλούστερης διχοτομίας ανάμεσα στον «λαό» και την «κάστα». Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να απευθυνθεί σε μεγάλα κομμάτια των ψηφοφόρων που μοιράζονται την «αγανάκτηση» με το πολιτικό σύστημα αλλά δεν κινητοποιούνται από την παραδοσιακή αριστερή ρητορική, και έτσι να εδραιώσει τη νέα ηγεμονία που θα φέρει το Podemos στην εξουσία.

Στην καρδία αυτού του πολιτικού εγχειρήματος, λοιπόν, υπάρχει μια ένταση ανάμεσα αφενός στη βάση του κόμματος, ριζωμένη σε συγκεκριμένους και καθημερινούς κοινωνικούς αγώνες, γαλουχημένη στη συμμετοχική λήψη αποφάσεων και στην αυτοοργάνωση, και αφετέρου στην ηγετική ομάδα, η οποία, έχοντας εκπονήσει ένα συγκροτημένο ηγεμονικό σχέδιο, ενδιαφέρεται κυρίως να απευθυνθεί στην κοινωνική πλειοψηφία, συναρθρώνοντας ένα ευρύ φάσμα αγώνων, αιτημάτων και ταυτοτήτων με ορίζοντα την κατάκτηση της εξουσίας. Εντούτοις, το δίλλημα που αντιμετωπίζει το Podemos υποβόσκει στην καθημερινή πράξη οποιουδήποτε πολιτικού εγχειρήματος, κοινοβουλευτικού ή μη: αφενός η ανάγκη διεύρυνσης της κοινωνικής απεύθυνσης και στήριξης, αποβλέποντας στη δημιουργία ενός φορέα με δυνατότητα ουσιαστικής πολιτικής επιρροής, αφετέρου η διατήρηση των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, αξιών, στοχεύσεων και οργανωτικών μορφών που δίνουν στο εγχείρημα τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του.

Για την ηγετική ομάδα του, το Podemos αποτελεί φυσική συνέχεια και ταυτόχρονα «ωρίμανση» του κινήματος των πλατειών. Υπό αυτήν την οπτική, τα κοινωνικά κινήματα, παρόλο που είναι σημαντικά στο βαθμό που δημιουργούν μια νέα συνειδητοποίηση και καταδεικνύουν τη σήψη του υπάρχοντος συστήματος, δεν παύουν να αποτελούν μια μικρή –μολονότι συνειδητοποιημένη και δραστήρια– μειοψηφία της ισπανικής κοινωνίας. Το ζητούμενο, εντούτοις, είναι η σύνδεση με τις ανησυχίες και τις προσδοκίες του «μέσου πολίτη» –της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Είναι προφανές ότι ως εκλογική –και μετέπειτα ως κυβερνητική– στρατηγική, η σύνδεση με την «κοινωνική πλειοψηφία» μπορεί να αποδώσει καρπούς –και πιθανότατα να οδηγήσει στις πρώτες μη νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις της Ευρώπης σε Ελλάδα και Ισπανία. Ωστόσο, τα φαντασιακά νοήματα, οι προσδοκίες, οι αξίες της «κοινωνικής πλειοψηφίας» δεν έχουν ουδέτερο πρόσημο – αντίθετα είναι προϊόντα αιώνων καπιταλιστικής ηγεμονίας. Μια πιθανή απομάκρυνση του Podemos από τη δεξαμενή νέων νοημάτων, αξιών, οργανωτικών μορφών και πολιτικών προταγμάτων που είναι τα αυτόνομα κοινωνικά κινήματα βάσης μπορεί εύκολα να φυλακίσει το νέο κόμμα στον στενό ορίζοντα της «κοινωνικής σωτηρίας» από τη φιλελεύθερη επέλαση –ή σύμφωνα με το λεξιλόγιο του Podemos, τη «διάσωση των πολιτών» («rescate ciudadano»). Κινδυνεύει έτσι η φιλόδοξη νέα αριστερά να περιοριστεί στον άχαρο ρόλο του διαχειριστή ενός βάρβαρου κοινωνικού συστήματος, δέσμια –ε΄κούσια ή ακούσια– των ατομιστικών υλικών προσδοκιών της μεσαίας τάξης, επαναλαμβάνοντας έτσι την άδοξη πορεία της σοσιαλδημοκρατίας.

Η αντίφαση στην καρδιά του εγχειρήματος

Η ένταση ανάμεσα στο λαϊκιστικό ηγεμονικό σχέδιο της ηγεσίας και στην ριζοσπαστική, οριζόντια και συμμετοχική κατεύθυνση της βάσης έγινε εμφανής στο ιδρυτικό συνέδριο του κόμματος, τον Οκτώβριο του 2014, όπου παρουσιάστηκαν οι διαφορετικές οργανωτικές, πολιτικές και δεοντολογικές προτάσεις. Η οργανωτική πρόταση με τίτλο «Sumando Podemos» («Μαζί Μπορούμε») συγκέντρωνε τις αγωνίες της βάσης: Συλλογική ηγεσία, ενισχυμένος ρόλος για τους «κύκλους», τακτικά συνέδρια, διαφάνεια και συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, εναλλαγή και ανακλητότητα στις θέσεις ευθύνης. Ωστόσο, η οργανωτική πρόταση που υπερψηφίστηκε ήταν αυτή που κατέθεσε η ομάδα του Pablo Iglesias, με τίτλο «Claro que Podemos» («Φυσικά Μπορούμε») η οποία θεσπίζει τη θέση του γενικού γραμματέα, ενισχύει την ηγεσία, επιτρέπει στον ηγέτη να επιλέγει αυτούς που τον πλαισιώνουν, υποβιβάζει το ρόλο του συνεδρίου και των «κύκλων» και προκρίνει τις συγκεντρωτικές δομές στο όνομα της «αποτελεσματικότητας». Ταυτόχρονα ο νέος οργανωτικός χάρτης ορίζει ότι όσοι είναι ενεργοί σε άλλες πολιτικές οργανώσεις δεν μπορούν να έχουν αξιώματα μέσα στο νέο κόμμα, μια πρόβλεψη που αποβλέπει στην εσωκομματική περιθωριοποίηση της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Ο Iglesias έφτασε ακόμα να εκβιάσει ότι αν δεν εγκριθεί η πρόταση του θα αποσυρθεί από το κόμμα. Η οργανωτική πρότασή αυτή προκάλεσε μεγάλη αντίδραση ανάμεσα στους περίπου 16.000 παρόντες λόγω των συγκεντρωτικών χαρακτηριστικών της, αλλά εγκρίθηκε με το 80% των ψήφων. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι η ψηφοφορία ήταν ανοιχτή σε οποιονδήποτε είχε πρόσβαση στο διαδίκτυο, με μια απλή ψηφιακή «εγγραφή» στη σελίδα του κόμματος. Ψήφισαν έτσι πάρα πολλά νέα μέλη (περισσότερα από 100.000) τα περισσότερα από τα οποία δεν είχαν σημαντική πολιτική δέσμευση ή δραστηριότητα· αυτό ευνόησε τους τηλεοπτικούς «αστέρες» της «La Tuerka», έναντι αυτών που κατέθεσαν την αντίπαλη πρόταση.

Το σφάλμα του Pablo Iglesias και των στελεχών που τον πλαισιώνουν δεν έγκειται στην εκπόνηση του ηγεμονικού σχεδίου και την υιοθέτηση μιας λαϊκιστικής ρητορικής. Άλλωστε, κάθε πετυχημένο πολιτικό εγχείρημα έχει στο κέντρο του μια διαδικασία «μετάφρασης» των βασικών ιδεών και αξιών του σε όρους που θα επιτρέψουν τη συμμετοχή του στο δημόσιο διάλογο. Ειδάλλως διακυβεύεται η ίδια η δυνατότητα του να επηρεάσει την κοινή γνώμη, και άρα αμφισβητείται ο «πολιτικός» χαρακτήρας του και οδηγείται σε περιθωριοποίηση, μια κατάσταση τόσο συχνή στον αριστερό και τον ελευθεριακό χώρο, που πλέον θεωρείται δεδομένη –ακόμα και επιθυμητή, αφού υπό μια συγκεκριμένη οπτική, η κοινωνική απομόνωση μιας πολιτικής ομάδας αποτελεί απλά «επιβράβευση» της επαναστατικότητάς της.

Αντίθετα, το σφάλμα της ηγετικής ομάδας του Podemos είναι ότι μέσω της επιβολής του δικού της οργανωτικού σχεδίου, απενεργοποιεί αυτήν ακριβώς τη διαλεκτική που ανέδειξε το Podemos ως ελπιδοφόρα πολιτική δύναμη και κλείνει τις διόδους μέσω των οποίων η οργανωμένη κοινωνία μπορεί να επηρεάσει τη μελλοντική εξέλιξη του εγχειρήματος. Θεωρεί την κατάκτηση της κεντρικής εξουσίας ως εκ των ων ουκ άνευ της πολιτικής δραστηριότητας και υπάγει τη δράση των κινημάτων στην εκλογική δυναμική. Ενώ για τους αγωνιστές βάσης που στηρίζουν το Podemos το κόμμα αποτελεί «εργαλείο» του κινήματος και η κατάκτηση της εξουσίας μια «στιγμή» του ευρύτερου αγώνα, μετά το συνέδριο του Οκτώβρη τα κινήματα παραγκωνίστηκαν για χάρη μιας ισχυρής ηγετικής ομάδας η οποία θα μπορέσει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Η αντίφαση αυτή, που βρίσκεται στην καρδιά του Podemos, γίνεται εμφανής στην άβολη σχέση του με ένα άλλο πολιτικό εγχείρημα που ξεπήδησε από τις κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών και από την απόφαση για «έφοδο στους θεσμούς», του Ganemos –ή Guanyem στην Καταλονία. Το Ganemos αποτελεί ενωτική πρωτοβουλία κινηματικού χαρακτήρα που έχει καταφέρει να συνενώσει κινήματα, αριστερά και οικολογία για τη συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές της άνοιξης του 2015. Τοπικές πλατφόρμες έχουν δημιουργηθεί σε δεκάδες πόλεις, ανάμεσα τους στην Βαρκελώνη, όπου η δραστήρια και δυναμική Πλατφόρμα Ζημιωμένων από τα Στεγαστικά Δάνεια (PAH) έχει την πρωτοβουλία, και στη Μαδρίτη, όπου κομμάτια του αυτόνομου κινήματος, ιδιαίτερα γύρω από την ομάδα Observatorio Metropolitano, αποτελούν την κινητήρια δύναμη. Το Podemos εξαρχής χαιρέτισε την εμφάνιση αυτών των δημοτικών κινήσεων, αναγνώρισε τις κοινές πολιτικές τους στοχεύσεις και μεθόδους και δεσμεύτηκε να μην παρουσιάσει ξεχωριστές υποψηφιότητες στις πόλεις όπου συμμετέχει το Ganemos στις δημοτικές εκλογές. Τελευταία όμως το κλίμα έχει αλλάξει: η εμμονή του Ganemos στις «αργές» διαδικασίες βάσης, την εναλλαγή και την ανακλητότητα των υποψηφίων και τις ιδέες εμπνευσμένες από τον ελευθεριακό δημοτισμό έχουν αποξενώσει την ηγεσία του Podemos, η οποία μελετά την δημιουργία ξεχωριστού δημοτικού συνδυασμού στη Μαδρίτη με ηγετικά χαρακτηριστικά γύρω από το «νούμερο δύο» του κόμματος, τον καθηγητή πολιτικών επιστημών Juan Carlos Monedero. Αν τελικά το Podemos παρουσιάσει αυτή την υποψηφιότητα ενάντια στο Ganemos, το διαζύγιο του με τα κοινωνικά κινήματα θα θεωρηθεί τετελεσμένο. Η απόφαση αναμένεται να παρθεί πριν τον Φεβρουάριο του 2015.

Και τώρα, τι;

Πιθανότατα τo Podemos δεν θα είναι το κόμμα-κίνημα που πολλοί περίμεναν στις απαρχές του. Μετά το συνέδριο του Οκτώβρη, και πάντα με την καθοδήγηση της ομάδας της «La Tuerka», το κόμμα έχει συγκροτηθεί ως «εκλογική μηχανή» διαρθρωμένη –με σημαντικές ποιοτικές διαφορές βεβαίως– κατ’ ομοίωση του κρατικού μηχανισμού του οποίου τα ηνία θέλει να αναλάβει. Είναι πιθανό η στρατηγική αυτή να καταφέρει να εκσφενδονίσει το κόμμα στην εξουσία, όπου θα έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει μια σημαντική ρωγμή στην ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και της αντιδραστικής δεξιάς στην Ισπανία και την Ευρώπη. Προς το παρόν όμως, η διαδικασία οικοδόμησης ενός κόμματος αυθεντικής «λαϊκής εξουσίας», στηριγμένου σε διαδικασίες βάσης και στην άμεση δημοκρατία –αν δεχτούμε βεβαίως ότι η άμεση δημοκρατία μπορεί να ευδοκιμήσει στο ασφυκτικά στενό πλαίσιο της κοινοβουλευτικής πολιτικής– ανακόπηκε πρώιμα με το ιδρυτικό συνέδριο.

Είναι σημαντικό τα ισπανικά κοινωνικά κινήματα να διατηρήσουν την αυτονομία τους και να μην διαχυθούν μέσα στο ηγεμονικό σχέδιο του Iglesias. Από μια πιθανή κυβέρνηση του Podemos μπορούν να περιμένουν μια ανατροπή των συσχετισμών δύναμης, που θα τους δώσει μια ανάσα και θα ανακόψει την αμείλικτη καταστολή που δέχονται αυτήν τη στιγμή. Πιθανότατα θα βρουν επίσης ένα αποφασισμένο σύμμαχο τόσο στην οικοδόμηση των κοινών όσο και στην υπεράσπιση του δημοσίου και του κράτους πρόνοιας –αν και είναι εξίσου πιθανό να χρειαστεί να διαδραματίσουν το ρόλο της μόνης ουσιαστικής αντιπολίτευσης, όταν η κυβέρνηση θα αρχίσει τους αναπόφευκτους συμβιβασμούς με την οικονομική εξουσία.

Για το επόμενο διάστημα και μέχρι τις γενικές εκλογές αναμένεται μια μαζική εισροή προς το Podemos μεσαίων και χαμηλόβαθμων στελεχών της Ενωμένης Αριστεράς –η οποία είναι σίγουρο ότι θα καταποντιστεί εκλογικά λόγω της εμφάνισης του νέου κόμματος. Αναμένεται επίσης η έξοδος πολλών αγωνιστών βάσης που έχουν δει το ρόλο τους να υποβαθμίζεται και τις οργανωτικές τους μεθόδους να παραγκωνίζονται μέσα στο νεότευκτο κόμμα. Παρ’ όλες τις ολοένα αυξανόμενες εσωτερικές κριτικές και την αναπόφευκτη «υποχώρηση» σε κάποιες από τις πιο ριζοσπαστικές του θέσεις –για παράδειγμα πλέον δεν μιλάει για λογιστικό έλεγχο αλλά για αναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χρέους– το Podemos έχει καταφέρει να κινητοποιήσει μεγάλα κομμάτια της ισπανικής κοινωνίας που παραδοσιακά απείχαν από τις εκλογές και να τραβήξει προς τα αριστερά ένα μέρος του συντηρητικού εκλογικού σώματος. Μένει να διαπιστώσουμε εάν στον έναν χρόνο που το χωρίζουν από τις γενικές εκλογές θα καταφέρει να δημιουργήσει μια μακρόπνοη εσωτερική δυναμική που να ευνοεί τη δημοκρατία και τη συμμετοχή ή θα θυσιάσει τις αξίες αυτές για χάρη της βραχυπρόθεσμης εκλογικής αποτελεσματικότητας.

Λαϊκισμός, δημοκρατία και γιατί πρέπει να κερδίσουν οι λαϊκιστές

5u94C

Καθώς η ημέρα των εκλογών πλησιάζει, οι πολιτικές συζητήσεις σημαδεύονται με όλο και εμφατικότερο τρόπο από σχόλια για τον λαϊκισμό. Οι εξαγγελίες των πολιτικών δυνάμεων του λεγόμενου «κέντρου» μιλούν συνεχώς για ανάγκη συσπείρωσης όλων των «σοβαρών» μπλοκ απέναντι στην άνοδο των λαϊκιστικών σχημάτων (όπως για παράδειγμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α) που δήθεν απειλούν τη χώρα και το έθνος με πραγματική κατάρρευση. Με βάση το δικό τους σκεπτικό, οι πολιτικές επιλογές του λαϊκισμού αποτελούν βασική αιτία κάθε καταστροφής, καθώς επενδύουν στο δημαγωγικό λόγο, στο συλλογικό συναίσθημα οργής και αγανάκτησης, παρά στη λογική και τον κοινό νου, ή στο «ρεαλισμό» και την «υπευθυνότητα» αναφορικά με την κρίση χρέους και τα οικονομικά αδιέξοδα, (για τα οποία υποτίθεται μοναδική ευθύνη φέρουν κάποιες – εξίσου – δημαγωγικές πολιτικές στις οποίες μερικές δεκαετίες πριν επένδυσε ο εγχώριος «πολιτικός» κόσμος). Έτσι, όπως λέει και ο Σεβαστάκης[1], ο λαϊκισμός έφτασε πλέον να λογαριάζεται ως δημιουργός «αν όχι όλων, τουλάχιστον των περισσότερων δεινών τα οποία αντιμετωπίζει η χώρα», με άλλα λόγια, ως η βασική αιτία διαιώνισης των πολιτικών της διαπλοκής, ως ο κατεξοχήν γεννήτορας μιας κουλτούρας ελευθεριότητας και ακατάσχετης μεμψιμοιρίας, η οποία – όντας δήθεν αναπόσπαστο κομμάτι της μεταπολιτευτικής αριστερόστροφης πορείας που ακολούθησε η χώρα από το 1980 και έπειτα (όπως λέει στο η ομάδα του περιοδικού Πρόταγμα[2] στο 6ο τεύχος) – θέτει θανάσιμα εμπόδια στην ανάκαμψη της Ελληνικής οικονομίας, ενώ την ίδια στιγμή λειτουργεί ως τροχοπέδη για τον ευρωπαϊκό εξορθολογισμό και τον εκδυτικισμό της. Ο λαϊκισμός έτσι εξισώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αποσκοπεί στην αποσταθεροποίηση της κοινωνίας μέσω της επικράτησης μιας κουλτούρας ανομίας και παραλογισμού, που (με βάση τουλάχιστον την αντι-λαϊκιστική ρητορική) σταδιακά και νομοτελειακά οδηγεί στη διάβρωση των θεσμών που εγγυώνται ομαλότητα και σταθερότητα. Κι ενώ αυτός ο ορισμός αποτελεί κατεξοχήν βασική αφήγηση των πολιτικών φορέων της «σοβαρότητας» και της «υπευθυνότητας», μια δεύτερη προσέγγιση αρκεί για να μας οδηγήσει σε διαφορετικά συμπεράσματα.

Αρκετοί θεωρητικοί (όπως ο Ernesto Laclau, η Chantal Mouffe, ο Γιάννης Σταυρακάκης και σχεδόν όλη η σχολή του Essex) έχουν κατά καιρούς συγκρουστεί με την κυρίαρχη θεώρηση του λαϊκισμού ως μια παρεκτροπή της δημοκρατίας προς τη μανία του όχλου, ως τη βασική ουσία του ολοκληρωτισμού και του φασισμού[3]. Για τον Laclau[4] μάλιστα, ένα κίνημα λαϊκιστικό μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στη διεύρυνση της δημοκρατίας, καθώς ασκεί εξισωτικές έλξεις προς αιτήματα κοινωνικών ομάδων που μένουν στο περιθώριο, λόγω ακριβώς της αντιπροσωπευτικής κρίσης που χαρακτηρίζει τα σύγχρονα τεχνοκρατικά καθεστώτα. Για τον ίδιο, κάθε κίνημα που χαρακτηρίζεται ευρέως ως λαϊκιστικό (ποπουλίστικο) ποντάρει πάνω σε μια συγκεκριμένη και ομογενοποιημένη ταυτοτική ιδιότητα που αποδίδεται στο γενικό σύνολο – τον λαό εν γένει – η οποία λειτουργεί ως φορέας κοινωνικής κινητοποίησης. Αυτή η ταυτότητα φυσικά θα μπορούσε να νοηματοδοτηθεί ποικιλοτρόπως: μπορεί ο λαός ως κενό (και κατ’ επέκταση, ρευστό) σημαίνον να ταυτιστεί αποκλειστικά και μόνο την κοινή καταγωγή, τη φυλή και κάποιες άκαμπτες παραδόσεις, μπορεί όμως να υιοθετήσει και χαρακτήρα αμιγώς δημοκρατικό, θέτοντας αιτήματα που αφορούν τη συμμετοχή, τη διεύρυνση της δημοκρατίας και των πολιτικών δικαιωμάτων, ή ακόμα και την ανατροπή ενός απολυταρχικού καθεστώτος που αφαιρεί βασικές ελευθερίες. Ως εκ τούτου, ο λαϊκισμός είναι πάντοτε ανταγωνιστικός: θέτει σαφή διαχωριστικά όρια μεταξύ δύο στρατοπέδων, μεταξύ των λίγων που ελέγχουν τις αποφάσεις (δηλαδή της ολιγαρχίας) και αυτών που μένουν εκτός, δηλαδή της σιωπηλής πλειοψηφίας, το ανομοιογενές πλήθος που για να αποκτήσει πολιτική και συγκρουσιακή υπόσταση θα πρέπει να συσπειρωθεί και να συνενωθεί κάτω από μια κοινή ομπρέλα – μια εξισωτική αλυσίδα – παραμερίζοντας τις ενδογενείς του αντιθέσεις, και, ως εκ τούτου, συνδιαμορφώνοντας μια κοινή ταυτότητα (για να έρθω και πάλι στα λόγια του Laclau).

Ως εκ τούτου, ο λαϊκισμός θα μπορούσε να αφορά οτιδήποτε: από το κόμμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, το Sinn Fein, τους Podemos, το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν, τους Ανεξάρτητους Έλληνες, τους συνωμοσιολόγους εθνικιστές, τις αναρχικές πρωτοβουλίες στην Ευρώπη και την Αμερική, τους Τσαβίστας στη Βενεζουέλα και τους Περονιστές στην Αργεντινή, κινήματα αμεσοδημοκρατικά όπως το Occupy Wall Street, οι Αγανακτισμένοι και οι Πλατείες ή ακόμα και ο Μάης του 68 όλα αυτά θεωρούνται ως επί τω πλείστον κινήματα ποπουλίστικα, εφόσον θέτουν ως βασική τους γραμμή το ανταγωνιστικό δίπολο ο «λαός» ενάντια στις «ελίτ». Δημοκρατικά κινήματα ή αυταρχικά/αντιδραστικά (όπως το Tea Party Movement στις ΗΠΑ και το κίνημα Forconi στην Ιταλία) μπορούμε εξίσου να τα χαρακτηρίσουμε λαϊκιστικά, εφόσον σε κάθε περίπτωση η έννοια «λαός», ως το σύνολο που διέπεται από κοινά συμφέροντα και στερείται βασικών του διεκδικήσεων, αποτελεί το κύριο πολιτικό υποκείμενο που «χρωματίζεται» ανάλογα με την περίσταση και τον προσανατολισμό του κινήματος. Έτσι, για έναν δεξιό εθνικιστή, για παράδειγμα, ο λαός είναι το θύμα μιας συνωμοτικής ελίτ η οποία επιθυμεί να αλλοιώσει την εθνική του υπόσταση μέσω της μαζικής μετανάστευσης, αποδυναμώνοντάς τον εκ των έσω ή, με βάση τουλάχιστον την Αμερικανική εκδοχή του δεξιού λαϊκισμού, ο σκληρά εργαζόμενος μέσος άνθρωπος στερείται τους καρπούς του καθημερινού του κόπου του λόγω της υψηλής φορολογίας που επιβάλουν οι πολιτικές ελίτ με στόχο να συντηρήσουν το υπερδιογκωμένο κράτος πρόνοιας για δικό τους όφελος. Για έναν αριστερό λαϊκιστή, ο λαός αποκτά συχνά «προοδευτική» χροιά, καθώς επιχειρείται – είτε μέσω αγκιτατόρικης απεύθυνσης, είτε με διαγγέλματα, υπογραφές και ψηφίσματα – η συνένωση ακόμα και μειονοτικών αλλογενών κοινοτήτων με το σύνολο, ενάντια σε μια κοινή καταπιεστική εξουσία (πχ Τρόικα, Βερολίνο, Βρυξέλλες) που επιβουλεύεται τον απλό καθημερινό άνθρωπο και δρα εις βάρος του, αφαιρώντας θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα και κεκτημένα δεκαετιών. Συνεπώς, κοινό στοιχείο πολλών εν γένει λαϊκιστικών κινημάτων είναι η σύγκρουση με τη λογική του τεχνοκρατικού σχεδιασμού, ενώ στο λαϊκιστικό φαντασιακό τις περισσότερες φορές απορρίπτεται συλλήβδην οποιαδήποτε καθοδήγηση από κάποια Χ πεφωτισμένη αριστοκρατία.

Με λίγα λόγια, ένα κίνημα ποπουλίστικο ενδέχεται να εμπεριέχει μερικά από τα πιο βασικά στοιχεία της αυθεντικής δημοκρατίας, όπως η εναντίωση στον Πλατωνικό ελιτισμό, βάση του οποίου η πολιτική είναι αναντίρρητο καθήκον μιας κλίκας «ειδικών» – ένας ελιτισμός που επί της ουσίας χαρακτηρίζει τη σύγχρονη λογική της αντιπροσώπευσης των φιλελεύθερων καθεστώτων -, δίνοντας έμφαση στη δόξα (γνώμη). Μπορεί, ωστόσο, να συσπειρώνεται και κάτω από το πρόσωπο μιας χαρισματικής προσωπικότητας η οποία όμως στοχεύει αποκλειστικά και μόνο στην ανάληψη της εξουσίας, ή αντιστοίχως να στηρίζει ολιγαρχικές, ελιτίστικες και εξίσου αντιλαϊκές αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης (όπως για παράδειγμα, ο λαϊκισμός υπέρ του νόμου και της τάξης στις ΗΠΑ που στήριξε την κυβέρνηση του Reegan και του Nixon αντίστοιχα). Αυτό φυσικά δε συνεπάγεται ότι κάθε μορφή λαϊκισμού είναι από μόνη της εξισωτική με τη δημαγωγία, τον οπορτουνισμό ή τις αντιδραστικές και αυταρχικές ρητορικές. Η εμπειρική μελέτη, εξάλλου, μας δείχνει ξεκάθαρα πως «είναι δύσκολο να μιλήσουμε για δημοκρατική πολιτική δίχως λαϊκισμό»[5], δεδομένου ότι ποπουλίστικα κινήματα στο παρελθόν αποτέλεσαν τους πρώτους σπόρους κοινωνικών κινητοποιήσεων που συνέβαλαν είτε σε μια δικαιότερη κατανομή του πλούτου (όπως οι εργατικοί αγώνες του προηγούμενου αιώνα, καθώς και κινήματα αγροτών στις ΗΠΑ και την Ευρώπη) είτε στον περιορισμό των φυλετικών διακρίσεων (βλ Civil Rights Movement στις ΗΠΑ). Συνεπώς, όπως λέει και ο Panizza[6], ο ίδιος ο λαϊκισμός μπορεί να αποτελεί αναπόσπαστο καθρέφτη της δημοκρατίας – η πιο αυθεντική της φωνή (με βάση τον Lasch[7]) – καθώς και πεμπτουσία της πιο ριζοσπαστικής της εκδοχής[8]. Η δημοκρατία, όμως, δεν είναι πολίτευμα προστατευμένο από την ίδια την ύβρι (γι’ αυτόν άλλωστε τον λόγο ο Καστοριάδης το ονόμαζε πολίτευμα τραγικό) και, ως εκ τούτου, μια δημοκρατική (λαϊκιστική) διαδικασία μπορεί ανά πάσα στιγμή να παρεκτραπεί, οδηγώντας σε αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που αρχικά επιδίωκε, οδηγώντας σε περαιτέρω γενίκευση συγκρούσεων, βίας και τέλος στην ανάδυση απολυταρχικών καθεστώτων, δίχως ωστόσο κάτι τέτοιο να αποτελεί νομοτέλεια. Αυτό θα το καταλάβουμε καλύτερα αν έρθουμε σε μια σύντομη επαφή με τη σύγχρονη ιστορία.

Μπορεί τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του προηγούμενου αιώνα (όπως ο φασισμός, ο ναζισμός και ο μπολσεβικισμός) να βασίστηκαν σε μια πλατιά πλειοψηφία προκειμένου να κρατηθούν στην εξουσία, ωστόσο αυτό δεν επιβεβαιώνει την ουσιοκρατική Χομπσιανή φιλελεύθερη αφήγηση του ανθρώπου ως homo homini lupus, ότι δηλαδή εκ φύσεως ο άνθρωπος διέπεται από μια ακατάσχετη μανία για εξουσία και κυριαρχία, και ως εκ τούτου αν αφεθεί ελεύθερος, δίχως την καθοδήγηση κάποιου ισχυρού, ντετερμινιστικά θα οδηγηθεί σε μια κατάσταση γενικευμένου χάους, όπου και θα επικρατήσει ο πολέμος όλων εναντίον όλων (bellum omnium contra omnes). Ξεκαθαρίζοντας: το καθεστώς του Χίτλερ, του Φράνκο, του Μουσσολίνι, του Στάλιν ή του Πολ Ποτ δε βάσισαν την ισχύ τους στην ανοιχτή συμμετοχή των μαζών στις αποφάσεις, σε δημοψηφίσματα ή σε κάποια αφήγηση που ήθελε το λαό κυρίαρχο στα πράγματα, μήτε προεικόνιζαν κάποια προλεταριακή διακυβέρνηση δίχως τη σιδηρά πειθαρχία της κεντρικής ηγεσίας. Ως εκ τούτου δεν μπορούμε να μιλήσουμε αμιγώς για λαϊκισμό όταν αναφερόμαστε στα καθεστώτα αυτά, μιας και η φρίκη που έσπειραν στην ανθρωπότητα δεν είναι το αποτέλεσμα κάποιων διαδικασιών λαϊκής κινητοποίησης (με τρόπο συμμετοχικό σε ότι αφορά τη λήψη των αποφάσεων), διαδικασίες που – με βάση τις φιλελεύθερες αφηγήσεις – οδηγούν ντετερμινιστικά στην επικράτηση μιας γενικευμένης ανομίας την οποία επωφελούνται διάφορες ομάδες οπορτουνιστών εξουσιομανών δημαγωγών. Μήτε μπορούμε Τοκβιλικά να επικαλεστούμε τη δικτατορία της πλειοψηφίας ενάντια στην καταπιεσμένη μειοψηφία, δεδομένου ότι δεν υφίσταται καμία λαϊκή βούληση πέρα από αυστηρή κομματική καθοδήγηση, η οποία με τη σειρά της εφάρμοζε το φυλετικό ή μαρξιστικό δόγμα, όπως ακριβώς όριζε η επιστημονική θεωρία είτε του εθνικοσοσιαλισμού είτε του μπολσεβικισμού (οι ιστορικοί νόμοι), μια θεωρία που βασικός της κορμός είναι ο κεντρικός σχεδιασμός και η σιδηρά πειθαρχία στις αποφάσεις της (τεχνοκρατικής κατά κάποιον τρόπο) ηγεσίας. Συνεπώς, αυτό που απουσιάζει πλήρως από τα καθεστώτα αυτά είναι ακριβώς το στοιχείο του αυθορμητισμού που συναντάμε διάχυτο στα λαϊκιστικά κινήματα, ενώ την ίδια στιγμή, αυτό που επιβεβαιώνεται στην περίπτωση του ολοκληρωτισμού είναι η ίδια η νεωτερικότητα: το ρασιοναλιστικό παράδειγμα και το έθνος κράτος (το κατεξοχήν δημιούργημα του αστικού φιλελεύθερου κόσμου) στα Χομπσιανά/Βεμπεριανά πρότυπα – αστυνομία, μυστικές υπηρεσίες, στρατός, κατασταλτικοί μηχανισμοί (όπως φυλακές, ψυχιατρεία, χώροι εγκλεισμού, στρατόπεδα συγκέντρωσης) – και φυσικά ο δαρβινισμός (κοινή θεωρία τόσο του οικονομικού/κοινωνικού φιλελευθερισμού όσο και του μπολσεβικισμού/φασισμού).

Σε ότι αφορά τα φασιστικά και ναζιστικά καθεστώτα κυρίως, ήταν το αστικό κράτος που οδήγησε στον αφανισμό 40.000.000 ανθρώπων σε όλη την Ευρώπη, παρά ο αγελαίος όχλος που επιτίθεται σε μετανάστες και Εβραίους. Στα λόγια του Bauman[9], το Ολοκαύτωμα «ήταν ένα παράγωγο του οίκου της νεωτερικότητας», ένα φυσικό αποτέλεσμα όχι μόνο του αιώνιου προ-νεωτερικού αντισημιτισμού, αλλά και της ρασιοναλιστικής κυριαρχίας του αστικού πολιτισμού, κατεξοχήν φορέας της οποίας είναι το κράτος. Εξάλλου ο συνήθης αριθμός των νεκρών ακόμα και έπειτα από συνεχόμενα πογκρόμ συνήθως δεν υπερβαίνει τους εκατό. Αυτό σημαίνει ότι – δίχως την ισχύ του κράτους (δίχως, δηλαδή, τα εξορθολογισμένα μέσα) – θα απαιτούνταν σχεδόν 200 χρόνια καθημερινών διώξεων προκειμένου ο αριθμός των νεκρών να αγγίξει τα οχτώ εκατομμύρια (Εβραίοι, τσιγγάνοι – βλ. Porajmos, ομοφυλόφιλοι) που εξόντωσαν οι ναζί μέσα σε λιγότερο από 4 χρόνια[10]. Επιπλέον, όπως επιβεβαιώνουν οι Agaben και Neocleous[11], το πιο φρικτό καθεστώς εξαίρεσης που διήρκεσε 12 χρόνια (το καθεστώς των ναζί) είχε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του αστικού νεωτερικού πολιτισμού: ο ίδιος ο Χίτλερ εκμεταλλεύτηκε στο απεριόριστο τη δυνατότητα που έδινε το φιλελεύθερο Γερμανικό Σύνταγμα σε μια εκλεγμένη κυβέρνηση να αναστέλλει πολιτικές ελευθερίες σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, παραχωρώντας κάθε αρμοδιότητα στα όργανά της να πράξουν οτιδήποτε αυτά κρίνουν αναγκαίο προκειμένου να αποτραπεί κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να θεωρηθεί δημόσιος κίνδυνος (πράγμα που – φυσικά σε πολύ μικρότερο βαθμό – έπραξε η κυβέρνηση του G.W.Bush στις ΗΠΑ έπειτα από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, που με πρόσχημα την ασφάλεια των πολιτών από την τρομοκρατία, νομοθεσίες που εξασφάλιζαν πολιτικές ελευθερίες ανεστάλησαν, διαδηλώσεις περιορίστηκαν και μετανάστες απήχθησαν από δυνάμεις του FBI). Στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου ο δημόσιος κίνδυνος ήταν κάποιοι «άραβες τρομοκράτες», στην περίπτωση του Χίτλερ «οι Εβραίοι μαζί με τους κομμουνιστές». Καί στις δύο περιπτώσεις, όμως, αυτό που κυριαρχεί είναι η «νομιμότητα» ενάντια στο χάος, με άλλα λόγια, το «συμμάζεμα της ανομίας» μέσω του κρατικού μηχανισμού, εφοδιασμένο με όλα τα απαραίτητα μέσα ώστε να αντιμετωπίσει «τις προκλήσεις του όχλου και την παραβατικότητα». Παρομοίως η δικτατορία των συνταγματαρχών, όπως και αντίστοιχα η δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή και του Βιντέλα στην Αργεντινή – παρά την υποστήριξη που είχαν από ένα κομμάτι του πληθυσμού των χωρών αυτών – δεν επιβλήθηκαν εξαιτίας κάποιας παρεκτροπής του ανώνυμου πλήθους, αλλά απεναντίας με πρόσχημα την προστασία του δημοσίου συμφέροντος από το χάος και την ανομία των Μαρξιστών και των ταραχοποιών.

Όλη αυτή η εμμονή με τη «νομιμότητα», την πολιτική ορθότητα, καθώς και η κινδυνολογία περί «επικράτησης του απαίδευτου όχλου», όπως τεκμηριώνει ο Neocleous[12], αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του φιλοσοφικού ρεύματος του Διαφωτισμού. Παρότι ο Διαφωτισμός αμφισβήτησε την καταπιεστική απολυταρχία της εκκλησίας και των βασιλιάδων, την ίδια στιγμή (όπως χαρακτηριστικά λέει ο Λοκ και ο Μοντεσκιέ) αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αναστολής μέρους των πολιτικών ελευθεριών (που το ίδιο το ρεύμα προτείνει ενάντια στο μοναρχικό δεσποτισμό) σε περίπτωση που το δημόσιο συμφέρον απειλείται. Έτσι, οι εξουσίες που – τυπικά έχουν την έγκριση της πλειοψηφίας – μπορούν ανά πάσα στιγμή να καταφύγουν σε δικτατορικές μεθόδους διακυβέρνησης για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται απαραίτητο (η περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας εμπίπτει ακριβώς πάνω σε αυτό το παράδειγμα). Συνεπώς, οι θεωρίες του Χομπς περί αδυναμίας του ανθρώπου να αυτοκυβερνηθεί – λόγω της εγωιστικής του φύσης – και η αναγκαιότητα ύπαρξης μιας κεντρικής εξουσίας όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν μονομερώς από τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού, αλλά απεναντίας λειτούργησαν ως ένα βαθμό βασικό αφήγημα πάνω στο οποίο βασίστηκε ολόκληρος ο αστικός πολιτισμός, όπως αναφέρει η Hannah Arendt[13]. Ενώ, με άλλα λόγια, οι φιλελεύθεροι φιλόσοφοι (με εξαίρεση τον Ρουσσώ) απέρριψαν τον πλήρη αποκλεισμό των πολιτών από την άσκηση της πολιτικής (που πρότεινε ο Χομπς), την ίδια στιγμή Χομπσιανές και Πλατωνικές συγκλίσεις αποτέλεσαν βασικοί πυλώνες της σκέψης τους: ο λαός έχει το δικαίωμα να επιλέγει μόνο μια φορά στα τέσσερα χρόνια τους «ειδικούς» που θα τον εκπροσωπούν, αυτούς που θα παίρνουν όλες τις αποφάσεις ερήμην του και που θα επιβάλουν κράτος έκτακτης ανάγκης αν χρειαστεί, όχι όμως να συμμετέχει άμεσα στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στη δικαστική εξουσία και να ελέγχει συνεχώς με τρόπο ουσιαστικό και ενδελεχή κάθε δημόσιο φορέα.

Με λίγα λόγια, ο λαός εξακολουθεί, ακόμα και στη φιλοσοφία των φιλελεύθερων, να θεωρείται «ανίκανος» να αναλάβει πολιτικές ευθύνες (μεταβιβάζοντάς τες σε τρίτους), λόγω της έμφυτης αγελαίας τάσης του ανώνυμου πλήθους να οδηγεί την κοινωνία στην απόλυτη καταστροφή. Αυτή η θεώρηση αποτελεί βασικό πυρήνα της σκέψης των αντιλαϊκιστών, και συνάμα αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης Ευρωπαϊκής νεοφιλελεύθερης στροφής. Η γνωστή «θεωρία των άκρων»[14] στοχεύει ακριβώς στην ενίσχυση αυτού του ελιτισμού, καθώς αυτοσκοπός της δεν είναι η ταύτιση του κομμουνισμού με το φασισμό (όπως επίμονα διατείνονται διάφοροι σεχταριστές αριστεροί και αναρχικοί ιδεολόγοι), αλλά η εκβιαστική κινδυνολογία που προωθεί την περαιτέρω περιθωριοποίηση της δημόσιας σφαίρας, πατώντας (επικοινωνιακά) πάνω στο ιστορικό παράδειγμα του ολοκληρωτισμού και παρερμηνεύοντάς το δογματικά (πάντα κάτω από το φιλελεύθερο πρίσμα της έμφυτης ανθρώπινης ιδιοτέλειας που, νομοτελειακά, οδηγεί στην ύβρη). Με βάση λοιπόν τη θεωρία αυτή, οποιοσδήποτε κινητοποίηση αμφισβητεί τα μέτρα λιτότητας, την εξαθλίωση και το μαρασμό παραπέμπει σε κάποιου είδους ιντριγκαδόρικη αγκιτάτσια μερικών γραφικών αιμοβόρων Σταλινικών που στοχεύουν στην κατάληψη της εξουσίας με τη βία (αυτών, δηλαδή, που θα μας καταντήσουν Κούβα). Ταυτοχρόνως, η ροπή μεγάλης μερίδας του πληθυσμού που αμφισβητεί την παγκοσμιοποίηση, την πολιτική ορθότητα και την αθρόα μετανάστευση επιλέγοντας να μένει προσηλωμένη στη γλώσσα και τις παραδόσεις της εκλαμβάνεται από την αριστοκρατία του πνεύματος ως μια επικίνδυνη «τάση εκφασισμού της κοινωνίας» (θεώρηση που βρίσκει σύμφωνους και πολλούς αναρχικούς, οι οποίοι στην εμμονή τους με τον αντιμικροαστισμό και τον προοδευτισμό, ευθυγραμμίζονται πλήρως με τη λαοφοβία των νέων φιλελεύθερων, όπως ακριβώς είχε συμβεί κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων του 2011). Ως εκ τούτου, η αδιαμφισβήτητη απόρριψη του λαϊκισμού – η ταύτισή του δηλαδή με το στοιχειό του ολοκληρωτισμού, του φασισμού και του Σταλινισμού στα πλαίσια της αγιοποίησης του «κέντρου» ενάντια στα «έκνομα άκρα» – όπως ο Laclau τονίζει επίσης[15], οδηγεί στη συνολική απόρριψη της πολιτικής δράσης, ενδυναμώνοντας όλο και περισσότερο την ισχύουσα κοινωνική θέσμιση και την ανάθεση της εξουσίας στις ολιγαρχίες, στην αξίωση του να κυβερνούν οι λίγοι «άριστοι». Φυσικά, δε θα φάνταζε καθόλου υπερβολή αν στο άμεσο μέλλον φτάναμε ακόμα και στο σημείο «οι ίδιες οι εκλογές να θεωρούνται, λίγο πολύ, κερκόπορτα του λαϊκισμού»[16], (δεδομένης της ενίσχυσης λαϊκιστικών κομμάτων στην Ευρώπη).

Τη στιγμή λοιπόν που οι παραδοσιακές δυνάμεις του κέντρου όχι μόνο μοιάζουν ανίκανες να ανοίξουν διόδους που θα μεταφέρουν λαϊκά αιτήματα αλλά λειτουργούν ως μέσα καταστολής επενδύοντας στην τρομολαγνία και το φόβο, η ανάπτυξη αντισυστημικών λαϊκιστικών κινημάτων χρίζει επιτακτικής ανάγκης. Ο λαϊκισμός αποτελεί μια από τις βασικότερες οδούς ώστε να οικοδομηθεί το πολιτικό πεδίο καθώς εξυψώνει τους ασθενέστερους (αυτούς που βρίσκονται στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας) θέτοντάς τους πρωταγωνιστές στις πολιτικές και κοινωνικές τριβές, ενάντια στα αδιέξοδα της τεχνοκρατίας. Εξάλλου «οι λαϊκές ταυτότητες εμπεριέχουν περισσότερη κοινή λογική από ότι οι άκαμπτες ιδεολογίες που κυριαρχούν στις δημόσιες συζητήσεις»[17]. Το κατά πόσο, φυσικά, αυτές οι επικλήσεις έχουν θετικά αποτελέσματα, δεν είναι της παρούσης. Παρόλα αυτά, η ίδια η ιστορία μας έχει δείξει ότι από τη μια λαϊκιστικά κινήματα κατάφεραν και ώθησαν αποκλεισμένες ομάδες στο προσκήνιο των γεγονότων, ενώ πολλές φορές τέτοιου είδους κινητοποιήσεις οδήγησαν σε αποκλεισμό άλλων κοινωνικών ομάδων, και αυτό συνίσταται ακριβώς στην τραγικότητα της δημοκρατίας, η οποία δεν μπορεί να προβλεφθεί μήτε μπορεί να αποφευχθεί με κατασταλτικά μέτρα και περιορισμούς. Βέβαια, όπως είχε πει και ο Μακιαβέλλι[18] (επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω ιστορικά παραδείγματα μερικούς αιώνες πριν λάβουν σάρκα και οστά), τα εγκλήματα των βασιλιάδων και των ηγεμόνων είναι πολύ περισσότερα σε σύγκριση με αυτά που διαπράττει ο ίδιος ο λαός. Κι εφόσον λοιπόν ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι απλά μια εικασία, αλλά απεναντίας μια ιστορική αλήθεια, δεν μας μένει παρά να θεωρούμε επιτακτική ανάγκη την ενίσχυση των λαϊκιστικών φωνών όσο το δυνατό περισσότερο γίνεται. Προτού όμως προσφύγουμε σε κάτι τέτοιο, θα πρέπει να εξετάσουμε ένα ακόμα τελευταίο ζήτημα: μπορεί ο λαϊκισμός να αποτελεί δίοδο για τη διεύρυνση του πολιτικού πεδίου, ωστόσο πολλές φορές λαϊκιστικά κινήματα κατέληξαν (παραδόξως) απλά και μόνο στη βελτίωση του κοινοβουλευτισμού εξαντλώντας τα πολιτικά διακυβεύματα σε ζητήματα της κάλπης, όπως (για παράδειγμα) οι πλατείες τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ισπανία που αντί να θέσουν το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας ως αυτοσκοπό μιας πολιτειακής αλλαγής, κατέληξαν να συσπειρωθούν γύρω από την ηγεσία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α και των Podemos αντίστοιχα, ή κινήματα σεξουαλικών μειονοτήτων που υπέστησαν φαγοκυττάρωση από τη μαρκετίστικη φιλελεύθερη ιδεολογία.

Προκειμένου λοιπόν να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, δεν έχουμε παρά να θέσουμε ως συνολική ταυτότητα τις αξίες που πρεσβεύει το πολιτικό ον, ο ανθρωπολογικός τύπος δηλαδή που συνεχώς αμφισβητεί κάθε δοσμένη νόρμα και αξία, που διέπεται από τη λογική της δημόσιας σφαίρας και αντιτίθεται στην ανάθεση της πολιτικής σε αντιπροσώπους. Ως εκ τούτου, δεν έχουμε ανάγκη απλά από μια λαϊκή κινητοποίηση που μέσα σε λίγες εβδομάδες θα ξεφουσκώσει, αλλά από μια συλλογική αναγέννηση η οποία θα σκάψει βαθύτερα στο ζήτημα των δημοκρατικών διεκδικήσεων, από ένα λαϊκισμό δηλαδή που θα ξεπεράσει τον εαυτό του (μετα-λαίκισμός), που θα καταστήσει την άμεση συμμετοχή των ανθρώπων στην άσκηση της εξουσίας ως απόλυτο αυτοσκοπό. Η κατάκτηση της δημοκρατίας δε φαίνεται ότι θα έρθει μέσα από σποραδικές εκδηλώσεις αντίδρασης και αγανάκτησης ούτε από αφορισμούς και προσκολλήσεις σε διαφόρων ειδών θεολογίες του παρελθόντος. Απεναντίας, απαιτούνται συνεχόμενες προσπάθειες κοινωνικών ζυμώσεων, συνδιαμορφώσεων και ανοιχτής επικοινωνίας, μέσα από λαϊκές συνελεύσεις και κοινωνικές δράσεις, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς διαχωρισμούς σε αυτόνομους, αναρχικούς, αριστερούς ή πατριώτες, μαύρους, λευκούς, γηγενής ή μετανάστες, θέτοντας ως σημείο εκκίνησης για την πραγματοποίηση του προτάγματος για ίση συμμετοχή ισότιμων μελών μιας κοινωνίας.

Σημειώσεις:

[1] Βλ. Νικόλας Σεβαστάκης και Γιάννης Σταυρακάκης Λαϊκισμός και Κρίση, (2013 Νεφέλη: Αθήνα). Δοκίμιο του Ν.Σεβαστάκη, σελ.15.

[2] Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία, Πρόταγμα (2013) 6ο τεύχος. Βλ, Το «τέλος της Μεταπολίτευσης;» Μια χαρτογράφηση του πεδίου σύγκλισης μεταξύ ακροδεξιάς και φιλελευθερισμού. σελ.29-92.

[3] Βλ. α) Peter Fritzsche, Rehearsals for fascism: populism and political mobilization in Weimar Germany, 1990, Oxford University Press, και β) Gino Germani, Authoritarianism, Fascism, and National Populism, 1978, Transaction Publishers.

[4] Ernesto Laclau, 2007. On Populist Reason. 2 Nd ed. London: Verso.

[5] Margaret Canovan, «Εμπιστοσύνη στο λαό!: ο λαϊκισμός και οι δύο όψεις της δημοκρατίας», Φάκελος «Λαϊκισμός και Δημοκρατία», Σύγχρονα Θέματα, 2010, σελ. 15-23

[6] Βλ. Francesco Panizza, 2005. Populism and The Mirror of Democracy. New York: Verso Books

[7] Christopher Lasch, 1995. The Revolt of the Elites and the Betrayal of Democracy. US: Norton. Βλ. κεφάλαιο «Communitarianism or Populism» (σελ. 92-115)

[8] Margaret Canovan, 1981. Populism. London: Junction Books.

[9] Zygmunt Bauman, 1989. Modernity and The Holocaust. New York: Cornell University Press Ithaca.

[10] Sapini, P., J., & Silver, M., 1980. Survivors, Victims and Perpetrators: Essays in the Nazi Holocaust. Washintgon: Hemisphere Publishing Corporation

[11] Giorgio Agamben, 2005, State of Exception, The University of Chicago Press, και β) Mark Neocleous, 2010, Security, Liberty and the Myth of Balance: Towards a Critique of Security Politics.

[12] Από: Mark Neocleous, 2010, Security, Liberty and the Myth of Balance: Towards a Critique of Security Politics.

[13] Βλ. Hannah Arendt, 1976, The Origins of Totalitarianism. California: A Harvest Book, σελ, 123-157.

[14] O πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Commission, José Manuel Barroso, σε συνέντευξή του στο περιοδικό Time Online, στην ερώτηση «τί σας ανησυχεί στην Ευρώπη σήμερα;» απαντά: «μάλλον η άνοδος ορισμένων λαϊκιστικών κινημάτων στα άκρα του πολιτικού φάσματος».

[15] Από Ernesto Laclau, 2007 (On Populist Reason. 2 Nd ed. London: Verso), βλ. Εισαγωγικό σημείωμα.

[16] Βλ. Νικόλας Σεβαστάκης και Γιάννης Σταυρακάκης, Λαϊκισμός και Κρίση, σ.69, (2013 Νεφέλη: Αθήνα). Δοκίμιο του Γ.Σταυρακάκης, σ.69

[17] Όπως [7], σελ. 111.

[18] Niccolo Machiavelli, 2003, The Discources, London: Penguin Books

Επίθεση κατά του Charlie Hebdo: Το δημοκρατικό γεγονός θα είναι μετά ή δεν θα είναι

Του Νίκου Ηλιόπουλου

Τι είναι ένα γεγονός

Γεγονός είναι το απροσδόκητο, το απρόβλεπτο, ό,τι δεν μπορεί να εξηγηθεί πλήρως. Μπορούμε τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να το καταλάβουμε, όπως έλεγε η Χάννα Άρεντ, ή να το διαυγάσουμε (αποσαφηνίσουμε), όπως θα έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Γεγονός είναι κατά κύριο λόγο αυτό που δημιουργεί μια νέα κατάσταση.

Η επίθεση κατά του Charlie Hebdo, όσο σοβαρή και αποκρουστική κι αν είναι, δεν αποτελεί από μόνη της ένα γεγονός. Με την ακριβή και συγκεκριμένη μορφή που πήρε, ήταν σίγουρα απρόσμενη, ή και ανυποψίαστη, αδιανόητη πριν, αλλά ως φονική πράξη βίας, ήταν αναμενόμενη και είχε προβλεφθεί. Θυμίζω ότι το λεγόμενο σχέδιο Vigipirate είναι από καιρό σε ισχύ στη Γαλλία· και ως πραγματικό, απτό, συμβάν, θυμίζω ότι τις τελευταίες ημέρες και εβδομάδες, η κυκλοφορία διακόπηκε πολλές φορές στο μετρό του Παρισιού «λόγω ενός ύποπτου δέματος». Για να είμαι ειλικρινής, φοβόμουνα την τοποθέτηση βόμβας σε ένα βαγόνι του μετρό, επίθεση αδιακρίτως εναντίον δικαίων και αδίκων, ενάντια σε όλους μας[1].

Αλλά το γεγονός έχει ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό. Είναι απρόβλεπτο όσον αφορά τις συνέπειες που έχει άμεσα και θα έχει στο μέλλον. Από αυτή την άποψη, η επίθεση εναντίον του Charlie Hebdo, και η φρικτή σφαγή που ακολούθησε, έδωσε αμέσως τα σημάδια ενός γεγονότος. Αυτά τα σημάδια είναι κυρίως η μεγάλη συγκίνηση που προκάλεσε, η έκταση της καταδίκης αυτής της πράξης, η αλληλεγγύη που πήρε το όνομα: Είμαι Charlie, και κυρίως οι μεγάλες συλλογικές κινητοποιήσεις υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης. Η άμεση συνέπεια της επίθεσης εναντίον του Charlie Hebdo είναι ότι αυτή ερμηνεύτηκε ως μια επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης – και πολύ σωστά.

Ωστόσο, μόνο ένα μακροπρόθεσμο μέλλον θα δείξει τις συνέπειες αυτού του γεγονότος, και είναι πρόωρο να πούμε σήμερα ότι θα υπάρχει ένα πριν και ένα μετά την 7η Ιανουαρίου του 2015, ως προς τις μεγάλες γραμμές της σημερινής γαλλικής κοινωνίας[2].

Η κατάσταση της γαλλικής κοινωνίας

Είναι, επομένως, αδύνατο να κάνουμε μια ανάλυση του γεγονότος χωρίς να λάβουμε υπόψιν τη σημερινή κατάσταση της γαλλικής κοινωνίας. Βρισκόμαστε σε μια κοινωνία όπου το τέλος των τεσσάρων θεμελιωδών αξιών, που φτιάχνουν αλυσίδα : θρησκεία-οικογένεια-εκπαίδευση-εργασία, έχει σημάνει. Είναι μια διαπίστωση που έχω κάνει εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα. Αυτό το τέλος σημαίνει γενικά έλλειψη νοήματος ζωής σε αυτήν την κοινωνία. Μακριά από το είναι μόνο κάτι αρνητικό, αυτό το τέλος ανοίγει ταυτόχρονα το δρόμο για την επινόηση νέων τρόπων ζωής για τον καθένα και για όλους.

Η έλλειψη νοήματος ζωής, νοήματος που εξασφάλιζε για μεγάλο χρονικό διάστημα η θρησκεία, δημιουργεί στην κοινωνία πολλά ρεύματα τελείως αντιφατικά : υπάρχουν αυτοί που αναζητούν αλλού, έξω από τις θεμελιώδεις αξίες, το νόημα της ζωής τους, υπάρχουν όμως και αυτοί που βρίσκουν καταφύγιο στη θρησκεία με τρόπο απόλυτο, ολοκληρωτικό, και φανατικά. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η καθυστέρηση της καθαυτής πολιτικής σκέψης και πράξης να ανοίξουν τουλάχιστον μια συζήτηση σχετικά με τη θρησκεία είναι σημαντική, αν όχι αβυσσαλέα. Σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων, θεωρώ ότι εγγράφεται η σημαντική συμβολή του Charlie Hebdo για να ανοίξει αυτή η συζήτηση, με βάση την ιδέα ότι τα πάντα πρέπει να συζητούνται στη σημερινή κοινωνία, τα πάντα μπορούν να κριτικαριστούν και να είναι αντικείμενο κριτικής, τα πάντα μπορούν να διακωμωδηθούν και να είναι αντικείμενο διακωμώδησης. Μέσα σε αυτή την καθυστέρηση, εισέρχεται ταυρόχρονα οποιαδήποτε ενέργεια που θέλει να σταματήσει κάθε εξέλιξη των πραγμάτων προς τη χειραφέτηση ως προς τη θρησκεία και τις θρησκείες. Με άλλα λόγια, η ιδέα της εγκοσμιότητας (laïcité) στη γαλλική κοινωνία είναι σήμερα περισσότερο από ξεπερασμένη. Ως ιδέα και θεσμική πραγματικότητα, η εγκοσμιότητα αντιστοιχεί σε μια άλλη εποχή. Μια άλλη σχέση πρέπει να θεσμιστεί ανάμεσα στη θρησκεία και την κοινωνία.

Όμως, η έλλειψη νοήματος ζωής και η διατάραξη της διαδρομής που χάραζαν για την ανθρώπινη ζωή οι τέσσερεις θεμελιώδεις αξίες που εκπνέουν, δεν οφείλονται μόνο στην παρακμή της θρησκείας. Υπάρχει η «αποσύνθεση» της οικογένειας, η «ανασύνθεση» της οποίας δεν λύνει το πρόβλημα παρά μόνο εν μέρει, υπάρχει η α-νοησία (μη νόημα) της εκπαίδευσης, υπάρχει η έλλειψη νοήματος της εργασίας περισσότερο από την έλλειψη εργασίας, υπάρχουν οι τεράστιες δυσκολίες στις ανθρώπινες σχέσεις όλων των ειδών. Τρομερή έλλειψη έμφανίζεται πάλι εδώ μιας ανοικτής και ρητής δημοκρατικής συζήτησης για το τι μπορεί να γίνει μπροστά σε αυτή την ιστορικά πρωτότυπη κατάσταση.

Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού επιτυγχάνουν, ωστόσο, να δώσουν νόημα στη ζωή τους επινοώντας άλλους τρόπους κοινής ζωής. Άλλα μεγάλα τμήματα του ίδιου πληθυσμού δεν το καταφέρνουν ή δεν θέλουν. Τι να κάνουμε σε μια κοινωνία που θέλει να είναι δημοκρατική ; Δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος παρά ο διάλογος. Σκέψη και πολιτική πράξη λείπουν επειδή τα πάντα είναι αποκλεισμένα από την καθεστηκυία (καθιερωμένη) πολιτική. Στο σημερινό αντιπροσωπευτικό πολιτικό καθεστώς, η καθεστηκυία πολιτική, όπως έχει οργανωθεί από τα πολιτικά κόμματα για την κατάκτηση της κυβερνητικής (κρατικής) εξουσίας, σημαίνει ότι για τους γενικούς προσανατολισμούς της κοινωνίας δεν αποφασίζουν οι πολίτες αλλά οι επαγγελματίες πολιτικοί. Οι ψηφοφόροι παρέχουν στους επαγγελματίες πολιτικούς μια ευκαιριακή νομιμότητα στο βωμό των εκλογών.

Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο βρίσκεται η σημερινή γαλλική κοινωνία, και σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αναλύσουμε τα συμβάντα που σχετίζονται με την επίθεση κατά του Charlie Hebdo, καθώς και αυτά που ακολούθησαν, όπως η ομηρία στο παντοπωλείο cacher[3]. Ο διεθνής παράγοντας υπεισέρχεται ασφαλώς στο πλαίσιο αυτό, αλλά σε ίσο βαθμό με αυτόν της κοινωνικής κατάστασης στη Γαλλία. Πρέπει να τονιστεί κυρίως το συνολικό κοινωνικό υπόβαθρο αυτών των συμβάντων, και όχι μόνο οι εθνοτικές, θρησκευτικές και άλλες πλευρές.

Οι συμβατικές αναλύσεις των συμβάντων και η γνώμη μου

Δεν είναι αλήθεια ότι η Γαλλία είναι σήμερα ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, συν ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους (laïcité). Και από αυτή την άποψη, δεν είναι επίσης αλήθεια ότι «η Γαλλία χτυπήθηκε στην καρδιά»4. Δεν είναι αλήθεια, όχι μόνο και κυρίως επειδή αυτά τα ιδανικά-αξίες δεν ανταποκρίνονται, και κατάφωρα μάλιστα, στην πραγματικότητα της σημερινής γαλλικής κοινωνίας, αλλά κυρίως επειδή η ελευθερία, η ισότητα, η αδελφοσύνη και η εγκοσμιότητα (laïcité) πρέπει να εφευρεθούν εκ νέου και να επαναπροσδιοριστούν ριζικά, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις κοινωνικές πραγματικότητες του παρόντος.

Πραγματικότητες που έχουν αλλάξει και αλλάζουν με εκπληκτική ταχύτητα.

Για παράδειγμα, δεν λέει τίποτα, πραγματικά, η εγκοσμιότητα, ως διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, ή ως διαχωρισμός θρησκείας και πολιτικής, όταν εκατομμύρια άνθρωποι διεκδικούν σήμερα τον αθεϊσμό τους, και άλλα εκατομμύρια άνθρωποι διεκδικούν τελετουργίες και τρόπους ζωής που ανήκουν ούτως ή άλλως στην πιο καθημερινή ζωή. Όταν εκατομμύρια γυναίκες διεκδικούν την ισότητα και την ελευθερία, και άλλα εκατομμύρια ανδρών και γυναικών εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι γυναίκες δεν είναι ίσες με τους άνδρες και πρέπει να υποτάσσονται σε αυτούς.

Όλα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με οποιοδήποτε αμάλγαμα και με οποιαδήποτε -φοβια, εκτός και αν ονομάζουμε αμάλγαμα και φοβία τη διαυγή ματιά στην κοινωνίας όπως είναι σήμερα. Από τη σκοπιά της ετερονομίας, και ειδικότερα αυτής που είναι η βαρύτερη ιστορικά και πραγματικά, της θρησκευτικής ετερονομίας, το ερώτημα τίθεται αναπόφευκτα : ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στις τρεις θρησκείες τις λεγόμενες του Βιβλίου, ιουδαϊσμός, χριστιανισμός και ισλάμ ;

Είμαι Charlie, απαντά σωστά και δίκαια, ωστόσο, σε αυτές τις αντιφάσεις που θα μπορούσαν να είναι και να γίνουν υπερβάσιμες5. Είμαι Charlie, σημαίνει ότι έχω το δικαίωμα να εκφράζομαι και να ζω ελεύθερα. Έχω αυτό το δικαίωμα, χωρίς να προσπαθεί κανείς με την ισχύ και τη βία να με κάνει να δρω και να ζω διαφορετικά. Έχω το δικαίωμα να πείθω με την έρευνα, τη μιλιά και την κριτική, και καταδικάζω σθεναρά, κατηγορηματικά, κάθε προσπάθεια για τη βίαιη φυσική εξάλειψη του άλλου.

Ωστόσο, έχω το δικαίωμα σημαίνει ότι είμαι μέλος μιας πολιτικής κοινωνίας που θα οικοδομηθεί στα υφιστάμενα δημοκρατικά θεμέλια αφού ταυτόχρονα τα αναθεωρήσει ριζικά. Η δημοκρατία, ως πολιτικό καθεστώς και ως μορφή κοινωνίας, πρέπει να γίνει το κύριο πρόταγμα-έργο της στιγμής. «Μία λέξη προσανατολίζει το στοχασμό μας όταν σκεφτόμαστε τη δημοκρατία, η λέξη απόφαση. Απόφαση από τους πολίτες.», έγραφα άλλοτε. Η λέξη της δημοκρατίας είναι επίσης η πειθώ, θα προσθέσω τώρα.

Ορισμένα πολιτικά ζητήματα

Τα πρώτα καθαυτά πολιτικά ερωτήματα που έθεσα στον εαυτό μου όταν έμαθα την επίθεση κατά του Charlie Hebdo ήταν: Γιατί τώρα; Γιατί αυτός ο στόχος; Γιατί αυτή η «αποτελεσματικότητα»; Ποιοι είναι οι στόχοι της επίθεσης; Και, κυρίως, ποιες θα είναι οι συνέπειες; Θέτοντας τα ορθά, κατά τη γνώμη μου φυσικά, ερωτήματα, κάνουμε ήδη ένα πρώτο βήμα για την κατανόηση αυτού του γεγονότος.

Δεν έχω μια ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα: Γιατί τώρα; Τα γεγονότα έδειξαν πάντως ότι οι δύο φανατικοί ισλαμιστές, παρόλο που είχαν ετοιμάσει την επίθεσή τους, δεν είχαν σχεδόν κανένα σχέδιο οπισθοχώρησης, με αποτέλεσμα να κάνουν ασυνάρτητα πράγματα. Θα ήθελα να κάνω εδώ μια παρατήρηση που θεωρώ σημαντική, από την άποψη της δημοσιογραφικής (και όχι μόνο) περιγραφής των πραγματικών περιστατικών. Πολλά ειπώθηκαν για τη ψυχραιμία και τον επαγγελματισμό των δολοφόνων. Περίεργη, πράγματι, αντίληψη για τον επαγγελματισμό. Ο χρόνος και ο χώρος δεν επιτρέπουν μια μακριά ανάλυση. Αλλά για κάποιον που έχει εργαστεί σε πολλούς τομείς, είναι ανατριχιαστικό να ακούει την έννοια του επαγγελματισμού στη δολοφονία, του επαγγελματισμού ο οποίος τουλάχιστον στο μυαλό των διευθυντών στην εργασία σημαίνει τα πάντα και τίποτα, και είναι καλός επαγγελματίας αυτός που υποτάσσεται στις πιο παράλογες εντολές.

Σχετικά με την επιλογή του στόχου, η γνώμη μου είναι ότι τα δύο άτομα που έκαναν την επίθεση δεν θα μπορούσαν επιλέξουν στόχο που θα τους απομόνωνε περισσότερο από την κοινή γνώμη, και από τους μουσουλμάνους ακόμη. Εκτέλεσαν εν ψυχρώ πολύ συμπαθητικούς ανθρώπους, για ένα συμβάν που φαίνεται μακρινό, τη δημοσίευση των γελοιογραφιών του Προφήτη, ένα θέμα επιπλέον που, κατά τη γνώμη μου, δεν θίγει ιδιαίτερα την ευαισθησία των πιστών, τουλάχιστον στη Γαλλία. Θα πρέπει να προϋποθέσουμε ακόμα ότι οι πιστοί ήξεραν αυτή τη δημοσίευση και επίσης την εφημερίδα Charlie Hebdo. Η διατύπωση του Edgar Morin είναι ορθή : «η έλλειψη σεβασμού από την εφημερίδα Charlie Hebdo τοποθετείται στο επίπεδο του γέλιου και του χιούμορ, πράγμα που δίνει έναν τερατωδώς ηλίθιο χαρακτήρα στην επίθεση» (Άρθρο που αναφέρεται παραπάνω).

Γιατί αυτή η «αποτελεσματικότητα»;

Διότι, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, υπήρξε μια χαλάρωση της προστασίας των προσώπων που αποτελούσαν στόχο. Τα ανθρώπινα πράγματα, έλεγε ο Πλάτων, εξαρτώνται από τη φύση, από την πολιτική τέχνη και την τύχη. Δέκα λεπτά αργότερα, η συνεδρίαση της συντακτικής ομάδας της εβδομαδιαίας εφημερίδας θα είχε τελειώσει και τα μέλη της θα ήταν διασκορπισμένα στο κτήριο.

Ποιοι είναι οι στόχοι της επίθεσης; Και εδώ επίσης υπάρχουν σοβαρά ερωτηματικά σχετικά με την ικανότητα των φονταμενταλιστών ισλαμιστών που διέπραξαν την επίθεση να σκέφτονται πολιτικά. Ποτέ δεν ξέρουμε εκ των προτέρων τις συνέπειες των πράξεών μας, είναι αλήθεια. Αναλύσεις που είδαν αμέσως το φως της δημοσιότητας, όπως αυτή του Robert Badinter, μιλάνε για μια πολιτική παγίδα που στήθηκε από τους φανατικούς ισλαμιστές: «Τέλος, ας σκεφτούμε αυτή την ώρα της δοκιμασίας την πολιτική παγίδα που μας έστησαν οι τρομοκράτες. Αυτοί που κραυγάζουν “allahou akbar” κατά τη στιγμή της δολοφονίας ανθρώπων, προδίδουν οι ίδιοι από φανατισμό το θρησκευτικό ιδεώδες το οποίο επικαλούνται. Ελπίζουν επίσης ότι η οργή και η αγανάκτηση που κατακλύζουν το Έθνος θα βρουν σε ορισμένους την έκφρασή τους στην απόρριψη όλων των μουσουλμάνων της Γαλλίας και στην εχθρότητα εναντίον τους. Έτσι, θα μπορούσε να ανοίξει το χάσμα που ονειρεύονται ανάμεσα στους μουσουλμάνους και τους άλλους πολίτες. Να ανάψει το μίσος μεταξύ Γάλλων, να προκληθεί με το έγκλημα η δια-κοινοτική βία, να το σχέδιό τους, πέρα από την ενόρμηση του θανάτου, το οποίο κάνει αυτούς τους φανατισμένους να σκοτώνουν με την επίκληση του Θεού. Ας αρνηθούμε αυτό που θα αποτελούσε τη νίκη τους. Και ας προφυλαχτούμε από τα άστοχα αμαλγάματα και τα αδελφοκτόνα πάθη»[6]

Ποιες θα είναι οι συνέπειες της επίθεσης κατά του Charlie Hebdo;

Πρώτον, για την ώρα, και παρά κάποιες μεμονωμένες αλλά υπαρκτές πράξεις, βλέπουμε να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που οι φονταμενταλιστικές ισλαμιστές φέρεται να επεδίωκαν. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, όπως πολύ συνοπτικά προσπάθησα να πω σε αυτό το κείμενο, η πράξη της 7ης Ιανουαρίου 2015 δεν έγινε μέσα στο κενό. Αν υπάρχει ένα κενό, αυτό είναι το κενό νοήματος της σημερινής γαλλικής κοινωνίας. Μπορώ να το πω από τώρα : τα γεγονότα δείχνουν ότι αυτό το κενό σε μεγάλο βαθμό κατοικείται από μια σταθερή προσήλωση στη δημοκρατία και την ελευθερία της έκφρασης. Όπως ήδη έχω επισημάνει, πριν μερικά χρόνια, το κενό αυτό δεν είναι τόσο κενό όσο φαίνεται. Νέοι τρόποι ζωής, νέα νοήματα ζωής, έχουν ήδη δημιουργηθεί. Και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θέλει απολύτως και αδιαπραγμάτευτα να το καλύψει μέσα σε συνθήκες δημοκρατίας, ελευθερίας και αυτονομίας. Η επίθεση κατά του Charlie Hebdo, που έχει ήδη γίνει ένα γεγονός με την ορμητική ανάδυση της επιθυμίας για την ελευθερία της έκφρασης, θα είναι ένα γεγονός προς τη δημοκρατία αν οι συλλογικές κινητοποιήσεις αυτών των ημερών ανοίξουν το δρόμο της συζήτησης και της πράξης για τα πραγματικά προβλήματα της κοινής ζωής. Για να βρει η θρησκεία τη θέση της αυστηρά στην ιδιωτική σφαίρα, για να δώσει η οικογένεια τη θέση της σε άλλες μορφές κοινής ζωής, για να ξαναβρεί ένα νόημα η εκπαίδευση, για να πάψει η εργασία να είναι η υπέρτατη αξία της κοινωνίας. Για ένα πολιτικό καθεστώς άμεσης δημοκρατίας, για μια πλήρως αυτόνομη κοινωνία μέσα στην οποία η φιλία και ο έρωτας-σεξουαλικότητα, καθώς και το χιούμορ, θα θριαμβεύουν.

Παρίσι, 10-11 Ιανουαρίου 2015

[1] Η εμπειρία του Ιουλίου 1995 στο Παρίσι, που έζησα από κοντά, μπορεί να συνέβαλε στο γεγονός ότι σκέφτηκα αυτή την πιθανότητα. Υπενθυμίζω επίσης ότι για τις βομβιστικές επιθέσεις του Ιουλίου 1995, χρειάστηκε πολύ χρόνος για να επισημανθεί η ιδεολογική προέλευση των αιτίων, ενώ γνωρίζαμε εκ των προτέρων την προέλευση μιας πιθανής επίθεσης τώρα.

[2] Υπήρξε υπερβολή στα λόγια αυτές τις μέρες της συγκίνησης. Σημειώνω ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρώτη σελίδα της εφημερίδας Le Monde, 9 Ιανουαρίου 2015, «Η γαλλική 11η Σεπτεμβρίου». Συμφωνώ, λοιπόν, με την επιτυχημένη φράση του Edgar Morin : « Η συγκίνησή μας δεν πρέπει να παραλύσει τη σκέψη μας, όπως και η σκέψη μας δεν πρέπει να μειώσει τη συγκίνησή μας.» Edgar Morin, «Η Γαλλία χτυπήθηκε στην καρδιά του κοσμικού της χαρακτήρα και της ελευθερίας της», στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας, σ. 14.

[3] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, μεταξύ των δύο πράξεων βίας, υπάρχει μια διαφορά στόχων που οφείλεται ίσως στη διαφορετική οργανωτική ένταξη των πρωταγωνιστών· η επίθεση κατά του Charlie Hebdo είχε στόχο δημοσιογράφους που βλασφήμισαν τον Προφήτη, η κράτηση ως ομήρων είναι «μια τρομακτική αντισημιτική πράξη», πριν να είναι μια πράξη αντισπερισπασμού σε σχέση με την πολιορκία των δύο φυγάδων από την αστυνομία.

[4] Φράση του Φρανσουά Ολλάντ που ανάκτησε και συμπλήρωσε ο Edgar Morin, στο προαναφερθέν άρθρο.

[5] Αναφέρομαι πάλι στο άρθρο του Edgar Morin, ο οποίος γράφει : «Υπήρξε πρόβλημα κατά τη στιγμή της δημοσίευσης των γελοιογραφιών. Πρέπει άραγε να επιτρέψουμε στην ελευθερία να προσβάλλει την πίστη των πιστών του Iσλάμ, υποβαθμίζοντας την εικόνα του Προφήτη της, ή μήπως η ελευθερία της έκφρασης υπερισχύει κάθε άλλης θεώρησης ; Εκδήλωσα τότε την αίσθηση μιας ανυπέρβλητης αντίφασης, καθώς κατά μείζονα λόγο είμαι μεταξύ αυτών που αντιτίθενται στη βεβήλωση των ιερών χώρων και αντικειμένων.» Λίγο παραπάνω γράφει ότι η εφημερίδα Charlie Hebdo είναι «τυπικό δείγμα ασέβειας, και χλευασμού που αγγίζει το ιερό σε όλες τις μορφές του, κυρίως τις θρησκευτικές.» Από την πλευρά μου, καταρχάς, δεν ξέρω άλλες μορφές του ιερού από τις θρησκευτικές· κατόπιν, γιατί οφείλουμε να ξεχωρίζουμε την πίστη των πιστών του Ισλάμ από αυτή των πιστών στον χριστιανισμό, που έχει χλευαστεί εδώ και πάρα πολύ καιρό ; Συμφωνώ σε αυτό το θέμα με τον Bernard-Henri Lévy, ο οποίος στο άρθρο του « Le moment churchillien de la Ve République », που δημοσιεύθηκε στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας Le Monde, ίδια σελίδα, γράφει ότι οφείλουμε «να θεωρήσουμε επιτέλους ότι η λατρεία του ιερού αποτελεί, στη δημοκρατία, προσβολή στην ελευθερία της σκέψης, ότι οι θρησκείες είναι στη δημοκρατία, σύμφωνα με το νόμο, συστήματα πεποιθήσεων εξίσου σεβαστά με τις κοσμικές ιδεολογίες, και το δικαίωμα να γελάμε με αυτά και να τα συζητάμε είναι ένα δικαίωμα όλων των ανθρώπων.» Είναι μια ιδέα που έχω διατυπώσει εδώ και πολύ καιρό, αλλά στην προοπτική μιας κοινωνίας όπου η δημοκρατία δεν είναι μια λέξη τυπωμένη στο χαρτί.

[6] Κείμενο που βρήκα στην ιστοσελίδα της εφημερίδας Libération, 8 Ιανουαρίου 2015, με τίτλο : Robert Badinter : «Οι τρομοκράτες μας στήνουν μια πολιτική παγίδα».

Ιακωβίνικος ισλαμισμός: Όταν το υποκείμενο καταντά ενοχλητικό

FRANCE-ATTACKS-MEDIA-DEMO

Το κείμενο που ακολουθεί θέλει να εγείρει προβληματισμούς για κάποιες μέχρι τώρα ακλόνητες βεβαιότητες της αριστεράς τις οποίες η πραγματικότητα αναιρεί με πείσμα. Δυστυχώς έχουμε φτάσει στο σημείο η συζήτηση αυτή να μην μπορεί να γίνει χωρίς να προκαταληφθεί όποιος μιλήσει με βάση αυτά που θίγει και αυτό σημαίνει πως το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου έχει ήδη υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά.

Στον κριτικό προβληματισμό κρέμεται πάντα σαν δαμόκλειο σπάθη πάνω από το κεφάλι μας ο εκβιασμός της προσδοκώμενης απάντησης. Λες και το να διαπιστώνει κανείς πως βαδίζει σε λάθος οδό πρέπει αυτομάτως να σημαίνει πως έχει κατά νου κάποια άλλη να προτείνει. Δεν είναι έτσι. Κάποιοι δρόμοι ίσως δεν έπρεπε ποτέ να παρθούν και κάπου αλλού να χρειάζεται να διαμορφωθεί προοπτική σε μονοπάτια που δεν κουβαλάνε το άχθος των προηγούμενων επιλογών.

Προφανώς η δημοκρατία και η ενίσχυσή της στις δομές και στο περιεχόμενο είναι ένας ακόμα αχαρτογράφητος δρόμος που πρέπει να φτιάξουμε μόνοι μας με όσες λιγότερες από τις μέχρι τώρα βεβαιότητες μας έχουν οδηγήσει σε αδιέξοδα, όπως η «θωράκισή» της ελευθερίας από εχθρούς της. Να διαμορφώσουμε δηλαδή περισσότερη δημοκρατία χωρίς να φοβόμαστε εάν δεν είναι αρκετά φιλελεύθερη για τα στάνταρ μας [να επενδύσουμε στο αναπτυξιακό της σκέλος όχι το προστατευτικό]. Αλλά το τελευταίο είναι αντικείμενο πρωτίστως της πολιτικής δράσης για να κάνουμε και δευτερευόντως της πολιτικής σκέψης για να συζητάμε.

Από τα προάστια στον ναζισμό

Ίσως να είναι λίγοι αυτοί που μέσα στην γενικότερη αίσθηση των ημερών πρόσεξαν την υπό-είδηση της δολοφονικής επίθεσης στο Παρίσι ότι «Οι δύο δράστες του Charlie Hebdo γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Γαλλία από αλγερινούς γονείς». Οι «ισλαμιστές τρομοκράτες» οι οποίοι διεύρυναν το ισλαμοδυτικό μέτωπο του πολέμου μερικά εκατοντάδες χιλιόμετρα δυτικότερα του Κομπάνι είναι γεννημένοι γάλλοι πολίτες θρεμμένοι στα σπλάχνα του γαλλικού Republique. Το Αλγερινό κράτος, πατρίδα του Καμύ και του Ζιντάν δεν είναι κάποιο Ιράκ ή κάποιο υποανάπτυκτο Αφγανιστάν αποκομμένο και απομονωμένο από τις δυτικές αξίες ( αγορές ) το οποίο υπέπεσε στον σκοταδισμό του φονταμενταλισμού, αλλά γνήσιο παιδί της Γαλλικής αποικιοκρατίας.

Ακόμα λιγότεροι ίσως να είναι όσοι συνδυάσουν το γεγονός πως οι άνθρωποι που σήμερα αποκηρύσσουμε ως σκοταδιστές, τρομοκράτες ή «φασίστες ναζί», είναι οι ίδιοι άνθρωποι που στις περιπτώσεις των «εξεγέρσεων των μπανλιέ» των παριζιάνικων προαστίων αποτελούν το επαναστατικό υποκείμενο. Τα αδέρφια Σερίφ και Σαΐντ Κουασί, όσο άβολο και αν είναι να παραδεχτούμε είναι χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι αυτής της νεολαίας που τόσο τραγουδήθηκε και εξυμνήθηκε η οργή της (la Haine) από την αριστερά. Γεννήθηκαν και οι δύο στα ανατολικά προάστια του Παρισιού από αλγερινούς γονείς οι οποίοι πέθαναν όταν τα δύο αδέλφια ήταν ακόμη παιδιά. Μεγάλωσαν σε ορφανοτροφείο στην πόλη Ρεν. Κάνανε δουλειές του «πρεκαριάτου» όπως διανομές πίτσας κλπ, ακολουθούσαν την μόδα του Ραπ και είχαν ανέκαθεν προβλήματα με την αστυνομία για μικροπαραβατικότητες. Παρόλα αυτά ο Ουμπέρτο Έκο, εκφράζοντας ένα γενικό αίσθημα, δεν δίστασε να τους χαρακτηρίσει ως νεοναζί, κρίνοντας τους προφανώς από την πράξη τους και όχι τόσο από την τάξη τους ή τις ιδεολογικοπολιτικές τους πεποιθήσεις.

Είναι συνηθισμένο πια οτιδήποτε δυσάρεστο για την φιλελεύθερη κουλτούρα των δυτικών, και όχι απαραίτητα τόσο αποτρόπαιο όσο η μαζική δολοφονία, να το κατατάσσουμε στην κατηγορία του «ναζισμού». Παρόλα αυτά ίσως για λάθος λόγους ο Έκο θίγει σωστά ένα είδος αλήθειας καθώς πράγματι «η αποκαλυπτική επιθυμία του ΙSIS να κατακτήσουν τον κόσμο» ως η πιο εκφρασμένη μορφή στον κόσμο του πολιτικοποιημένου ισλαμισμού είναι ένα είδος αντεστραμμένου διαφωτισμού ή να το πούμε αλλιώς είναι κομμάτι της νεωτερικότητας ως νεωτερική αντίδραση σ’ αυτήν και όχι τόσο αναβίωση κάποιου προνεωτερικού εκβαρβαρισμού. Στην ουσία το ISIS έχει περισσότερη σχέση με την πολιτιστική επανάσταση του Μάο παρά είναι κάποια ιστορική συνέχεια των Χαλιφάτων του παρελθόντος. Υπό αυτή την έννοια είναι περισσότερο μετά-νεωτερικό παρά μια συντηρητική επανάσταση και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το μωσαϊκά θρησκειών και την γνήσια πολυπολιτισμικότητα με την οποία ήταν δομημένα τα Χαλιφάτα του προ-νεωτερικού κόσμου.

Αυτή η υποκριτική αντιφατικότητα του ISIS ως το πιο προχωρημένο στάδιο του πολιτικοστρατιωτικού Ισλάμ στον 21ο αιώνα, δείχνει πως στους σκοπούς των πολιτικοποιημένων ισλαμιστών δεν είναι κάποια κατοχύρωση της θρησκείας τους ή ακόμη και πολιτισμικής αυτονομίας τους (όπως στην περίπτωση των Ζαπατίστας ή λοιπών ιθαγενών) αλλά η δημιουργία έθνους-κράτους, ήτοι η επιτομή του νεωτερικού πολιτισμού, και μάλιστα ενός έθνους-κράτους καθαρά αποικιοκρατικού-ιμπεριαλιστικού («το Ισλάμ πρέπει να επικρατήσει πάνω σε όλους») που είναι όμοιο όχι μόνο με τις ολοκληρωτικές παρεκκλίσεις αλλά και με την αποικιακή επικράτηση της αγοράς του φιλελεύθερου πολιτισμού σε όλη την οικουμένη. Κατά ένα διεστραμμένο τρόπο οι μουσουλμάνοι τζιχαντιντές στην προσήλωση που έχουν στον απόλυτο στόχο βρίσκονται αρκετά κοντά σους Ιακωβίνους και τους Ναροντικούς και αυτή η ιστορική αντιστοίχιση, ιδιαίτερα για όποιον πέσει στα χέρια τους, δεν θα πρέπει καθόλου να θεωρείται φάρσα.

Τα προνόμια των πραγματικά φτωχών

Είναι πολύ πιο βολικό για την φιλελεύθερη Ευρώπη που διαδηλώνει αυτές τις ημέρες την θλίψη της για τα θύματα, να αγνοεί αιτίες και παρελθόν και να προσποιείται πως οι αδελφοί Κουασί είναι μια ουρανοκατέβατη μεταμοντέρνα «στιγμή», ένα ακατανόητο προϊόν διαστρέβλωσης του Ισλάμ, ή μια αποστολή τρομοκρατών από το «βουνό των Ασσασίνων» παρά πως είναι ίδιο παριζιάνοι όπως και τα θύματα τους.

Όμως υπάρχει κάτι περισσότερο που και οι αδελφοί Κουασί και οι Stéphane Charbonnier, Georges Wolinski, Jean Cabut και Bernard Verlhac μοιράζονται εξίσου. Είναι όλοι τους θύματα του νεωτερικού κόσμου. Τα μεν δολοφονημένα θύματα ως εκφραστές του «δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση», οι μεν θύτες του «δικαιώματος στην πολιτιστική ιδιαιτερότητα». Και βρισκόμαστε εδώ αντιμέτωποι με μια από τις αναρίθμητες συγκρούσεις που παράγει ο νεωτερικός κόσμος όταν το ένα δικαίωμα αναιρεί το άλλο αλλά όλα μαζί συγκροτούν τον ίδιο κόσμο κάτω από την αδιαμφισβήτητη σκεπή της αγοράς. Είναι πολύ δύσκολο για τους αριστερούς να αντιληφθούν άλλο λόγο εκτός του τυφλού φανατισμού, των οποίων εξάλλου το δικαίωμα στην πολιτιστική ιδιαιτερότητα τόσο πολύ υποστήριξε η Charlie Hebdo, που να ώθησε τα αδέλφια Κουασί να της αποδώσουν αντί για ευγνωμοσύνη σφαίρες. Και είναι πολύ πιο εύκολο να πιστεύουν πως όποιος στερείται αναντίρρητα δικαιώματα αυτομάτως θα πρέπει να είναι ευαίσθητος και για τα δικαιώματα των άλλων. Με βάση αυτό τον γιαολουσισμό (pourtousissisme στα γαλλικά) είναι το ίδιο προοδευτικό να αγωνίζεσαι για το δικαίωμα στην πολιτιστική ιδιαιτερότητα και την θρησκευτική πίστη με το δικαίωμα στην έκφραση για να κοροϊδεύεις την πίστη αυτή στα μούτρα τους. Για τον ψυχόκοσμο ενός αριστερού Ευρωπαίου το εξεγερμένο μίσος των αδελφών Κουασί προς αυτή την προοδευτικότητα γίνεται κατανοητό μόνο ως προϊόν μιας άσπλαχνης αχαριστίας.

Πως είναι όμως δυνατό οι «εξεγερμένοι προλετάριοι» των προαστίων να μετατρέπονται σε «ναζί τζιχατζιντές»; Για τον ευαίσθητο αριστερό μια τέτοια αναγωγή είναι αδιανόητη. Η καταπιεσμένη ταυτότητα που εξεγείρετε, που πετάει πέτρες στους μπάτσους και καίει την γειτονιά της είναι μια δικαιολογημένη εξέγερση στην καπιταλιστική εκμετάλλευση που έχει μετατρέψει σε μητροπολιτικούς παρίες την σύγχρονη νεολαία και ιδιαίτερα αυτή που δεν είναι γηγενής της Ευρώπης. Επομένως μόνο θετική μπορεί να είναι μια άρνηση στο ευρωπαϊκό σοβινισμό, ακόμα περισσότερο (γιατί όχι;) αυτός ο παρίας γίνεται «της γης οι κολασμένοι» το νέο μεσσιανικό υποκείμενο που ήρθε να αντικαταστήσει το προλεταριάτο στον ιστορικό του ρόλο. Όταν όμως το υποκείμενο αποκτά πρόσωπο με ονοματεπώνυμο, γίνεται Σερίφ και Σαΐντ, και στρέφει την οργή του σε ολόκληρο το πακέτο που γέννησε την «καπιταλιστική εκμετάλλευση» συμπεριλαμβανομένου όλων των αξιών του διαφωτισμού τότε από το υποκείμενο που προσεγγίζαμε με εργαλειακή συμπάθεια μετατρέπεται αυτομάτως σε «ναζί τζιχαντζιτή».

Τι αξία όμως έχουν τελικά όλες αυτές οι ιδεολογικές και ταξικές αναλύσεις εάν τα «υποκείμενα» τις αλλάζουν σαν τα πουκάμισα; Όλα τα παραπάνω δεν είναι και πολύ διαφορετικά από τον τρόπο που αντιμετώπισε η αριστερά το αυτόχθων ευρωπαϊκό προλεταριάτο στις αρχές του 20ου αιώνα όταν η εργατική τάξη subito και εσπευσμένα έτρεξε να αγκαλιάσει το φασιστικό κέλευσμα. Έτσι και σήμερα ο μειονοτικός που ασπάζεται τον αντινεωτερισμό είναι το ίδιο μια ακατανόητη εξέλιξη όπως όταν ο βιομηχανικός εργάτης εγγραφόταν στο φασιστικό κόμμα της γειτονιάς του. Η σύνηθες αιτία που εξηγεί το φαινόμενο εξακολουθεί και στις δύο περιπτώσεις να είναι ίδια και να αποδίδεται στην έλλειψη κατανόησης από την μεριά των καταπιεσμένων των βασικών αιτιών της καταπίεσης τους. Στο γιατί δεν ενδύονται τα υποκείμενα την επαναστατική τους περιβολή η συνηθισμένη απάντηση είναι περισσότερη και ενδελεχής μελέτη των κειμένων του Μαρξ[1].

Και πράγματι γιατί όχι; Εάν ο οργισμένος μειονοτικός εκφράζει μια εμπράγματη κριτική στην υποκρισία του διαφωτισμού είναι οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ αυτοί που θεμελίωσαν στο πεδίο της θεωρίας αυτή την ερμηνεία[2]. Αλλά περισσότερο αυτό που σημαίνει η παραπάνω αναφορά είναι πως το ιδεώδες για ένα διεθνή διαφωτισμό, (ένα παγκόσμιο δυτικό σοσιαλισμό pourtousissisme [για όλους]) αποτέλεσε εκ γενετής ένα χιμαιρικό τέρας[3]. Εμείς οι δυτικοί θα πρέπει να είμαστε οι τελευταίοι που να κουνάμε το δάχτυλο σε αυτούς τους «δολοφόνους», «φασίστες» και «τοταλιριστές». Γιατί είμαστε εμείς που στην τελική τους διδάξαμε την γοητεία της πολιτικής δολοφονίας, τον τρόμο που αναδύει η τιμωρία της συλλογικής ευθύνης και το ιδεώδες του ολοκληρωτισμού. Ακόμα περισσότερο είμαστε εμείς που αγιοποιήσαμε την δεινή τους θέση. Για την αριστερά εάν είσαι καταπιεσμένος δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο για να καταταγείς στην κατηγορία του εξεγερμένου προκειμένου να εκφράσεις απέναντι στον οποιονδήποτε την δίκαιη οργή σου.

Οι νεαροί λούμπεν στα παριζιάνικα προάστια έχουν λάβει μια άρρητη διαπαιδαγώγηση της νέας αριστεράς των μετά-αποικιακών σπουδών και έχουν μάθει από αυτή διαρκώς να κατηγορούν τη Δύση για τη δεινή τους θέση στην ταξική πυραμίδα αλλά τελικά δεν κάνουν και οι ίδιοι κάτι για να οργανωθούν και να αντιπαλέψουν αυτή την κατάσταση, εμμένουν απλώς σε μια θυματοποίηση που τους προσφέρει λίγα παραπάνω benefits. Η μόνη περίπτωση που βλέπουμε μια μαζική «αντίδραση» είναι μέσω του πολιτικού Ισλάμ. Πλέον με τις εξαγγελίες της πολυπολιτισμικότητας σε συνδυασμό με τους πολεοδομικούς διαχωρισμούς του μητροπολιτικού σχεδιασμού κατάφερε κάθε προάστιο ή περιφέρεια να τα συγκροτήσει ως «αυτονομημένες» μικροκοινότητες που δεν αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι κάθε μειονότητα να ζει σε μια «γυάλα» αδιαφορώντας εξ’ ολοκλήρου για τις υπόλοιπες κοινότητες και φυσικά για την Republique στο σύνολό της.

Ο φιλελεύθερος Ιανός

Η αδυναμία της αριστεράς για μη-αφηρημένη σκέψη έχει κάνει όλους τους φιλελευθέρους να σκέπτονται σε πόζα «κουτσό», με το ένα πόδι της σκέψης ανάπηρο, και να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα μονάχα στην μισή της διάσταση, ή για να το πούμε ξεκάθαρα, μονάχα στην διάσταση που είναι ακόλουθη της φαντασιακής ιδεολογία τους. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο (αλλά ίσως με το άλλο πόδι) σκέφτονται «κουτσά» και οι δεξιοί. Για τους μεν και για τους δε ο «οτιδήποτε είναι ο άλλος» είναι ή απόλυτα καλός ή απόλυτα κακός, από αυτή την κουτσή σκέψη απορρέει φυσικά και η τάση της εποχής περί «ισλαμοφοβίας» είτε στην δεξιά της έκδοση δηλαδή ως ρατσιστικό μπούγιο είτε στην αριστερή της ως αντιρατσιστικό.

Για τους αριστερούς το ζήτημα είναι παγιωμένο. Αν κάτι το κατατρέχει η δεξιά τότε η αριστερά έχει εργολαβικά την ευθύνη να το υπερασπίζεται. Αυτή η θέση πάγια από την εποχή του Ντρέιφους έχει εμποτίσει τόσο πολύ την ουσία που κάνει κάποιον να είναι αριστερός ώστε η υπεράσπιση παρέχεται πλέον σε «ότι και αν είναι αυτό» άκριτα και χωρίς προϋποθέσεις αρκεί «αυτό» να διώκεται από την δεξιά. Οι σκιτσογράφοι του Charlie Hebdo μέχρι και τον τραγικό τους θάνατο «παρέμειναν πάντα ασυμφιλίωτοι εχθροί του ρατσισμού» και «όλοι τους πεπεισμένοι άθεοι»[1]. Η μόνη διαφορά είναι πως ποτέ μέχρι τώρα δεν ταίριαξαν μαζί όλα αυτά, γιατί εάν σκεφτούμε με όρους που να συνδυάζουν μαζί τα προαναφερόμενα, ενός «αντιρατσιστικού αθεϊσμού» δηλαδή, τότε κάτι κουτσαίνει με τις ανάλογες καμπάνιες κατά της Ισλαμοφοβίας, και αυτό το «κάτι» είναι η σκέψη μας.

Για τους δεξιούς το ζήτημα είναι πιο απλό. Το καλύτερο πρόβλημα είναι το καθόλου πρόβλημα. Έτσι είναι καλύτερα να μην υπήρχαν καθόλου μουσουλμάνοι στην Ευρώπη ή οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος αν ήταν δυνατό. Ανέκαθεν το δεξιό κουτσό αρέσκεται να ζητάει τα αδύνατα, κρυφά μέσα τους επιθυμούν μια νέα τελική λύση για τους μουσουλμάνους. Στην ουσία έτσι επιθυμούν για μια άλλη φορά την αυτοκαταστροφή της Ευρώπης και μαζί με αυτήν και του εαυτού τους. Αλλά και ο πόθος των αριστερών δεν είναι λιγότερο παιδαριώδης. Ο διαφωτισμένος μουσουλμάνος, δηλαδή ο μουσουλμάνος χωρίς ισλαμισμό μόνο στον υποκριτή χριστιανό που άλλα πιστεύει και άλλα κάνει μπορεί να βρει το αντίστοιχό του. Η αγκαλιά αλληλεγγύης των ευρωπαίων φιλελευθέρων στους μουσουλμάνους είναι το εισιτήριο εισόδου σε μια Ευρώπη που σε αντίθεση με την αριστερά έχει ένα ξεκάθαρο όρο: Ο μόνος ισλαμισμός που μπορεί να γίνει αποδεκτός στην Ευρώπη είναι ο «φιλελεύθερος ισλαμισμός», όμως απλά αυτά τα πράγματα δεν γίνονται!

Έτσι προκειμένου να γίνουν ευρωπαίοι πολίτες οι μουσουλμάνοι θα πρέπει να γίνουν πρώτα σαν εμάς, άνθρωποι χωρίς καμία πίστη στα σοβαρά, χωρίς αξίες παρά μόνο μια απεριόριστη προσήλωση στα ατομικά δικαιώματα, ο καθένας να ζει το όνειρό του μέσα σε ένα κόσμο που χωνεύει τα πάντα. Καλούμε τους μετανάστες και τους μουσουλμάνους στην Ευρώπη προκειμένου να χάσουν οτιδήποτε καλό ή κακό και αν ήταν αυτό που τους ορίζει ως υπάρξεις, να πιάσουν μια δουλειά σαν όλους μας, ένα σπίτι σαν όλους μας, να αποκτήσουν μια έγχρωμη τηλεόραση σαν όλους μας και το δικαίωμα να κάνουν βόλτα για ψώνια σαν όλους μας χωρίς να τους ζητάει χαρτιά ο αστυνομικός, και αυτό το ονομάζουμε πολυπολιτισμική κοινωνία;

Τι μένει μετά από όλα αυτά; Το πιο σίγουρο είναι αυτό που ήδη ισχύει. Ο φιλελευθερισμός θα συνεχίσει να αγωνίζεται για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες όλων μας την ίδια στιγμή που θα μας εκμηδενίζει όλο και περισσότερο ως ανθρώπινες υπάρξεις. Και πολύ πιθανό να χωνέψει τελικά στα εντόσθια του και τον ισλαμισμό με τον ίδιο τρόπο που χώνεψε και τον χριστιανισμό. Άλλωστε ήδη διαμορφώνεται το πρότυπο του «καλού ευρωπαίου ισλαμιστή» και αυτό το έργο έχουν αναλάβει εργολαβικά να το διεκπεραιώσουν οι απανταχού ευρωπαϊκές αντιρατσιστικές ομάδες. Προσωπικά δυσκολεύομαι πλέον να δω και σε αυτό οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς. Υπάρχουν αναρίθμητοι τρόποι να ξεριζώσεις ένα άνθρωπο από τον εαυτό του. Οι δεξιοί χρησιμοποιούν τον φόβο οι αριστεροί υιοθετούν την υποκρισία. Ο καθένας ας προτιμήσει αυτό που τον πληγώνει λιγότερο.

Αν ίσως κατανοήσουμε τα παραπάνω όσο πικρόχολα και αν φαίνονται ίσως θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε στο τέλος ποια είναι εκείνη η γοητεία που αδυνατούμε πλέον να προσφέρουμε στον εαυτό μας την οποία όμως βρήκαν οι νεαροί αλγερινοί από το Παρίσι στον Ιακωβίνικο Ισλαμισμό τους.

1. Βλ. Charlie, από τί πέθανε ο Θεός; του Γιώργου Μητραλιά
2. «Διαλεκτική του διαφωτισμού», εκδόσεις ύψιλον
3. «Μαύρη Λειτουργία. Η αποκαλυπτική θρησκεία και ο θάνατος της ουτοπίας», John Gray, εκδόσεις Οκτώ