Menu

EAGAINST.com

Κορνήλιος Καστοριάδης: Οι διανοούμενοι και η ιστορία

Μέσω: After History
Το παρακάτω κείμενο βρίσκεται στο βιβλίο «Ο θρυμματισμένος κόσμος» που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Ύψιλον

‘Ιστορία. Μ’ αυτή τη λέξη δεν εννοώ μόνο την ιστορία πού έχει γίνει, αλλά και την ιστορία πού γίνεται, όπως και την ιστορία πού απομένει να γίνει.

Αυτή ή ιστορία είναι, ουσιαστικά, δημιουργία —δημιουργία και καταστροφή. Δημιουργία σημαίνει κάτι το εντελώς άλλο από την αντικειμενική απροσδιοριστία ή την υποκειμενική αδυναμία πρό­βλεψης των γεγονότων και της εξέλιξης της ιστορίας. Θα ήταν γε­λοίο αν λέγαμε ότι ή εμφάνιση της τραγωδίας ήταν απρόβλεπτη, και ανόητο αν βλέπαμε τα Κατά Ματθαίον Πάθη ως μια συνέπεια της απροσδιοριστίας της ιστορίας. Ή ιστορία είναι ό χώρος όπου το ανθρώπινο όν δημιουργεί οντολογικές μορφές — οι δε ιστορία και κοινωνία είναι οι πρώτες από αυτές τις μορφές. Δημιουργία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην (και ούτε συνήθως) «καλή» δημιουργία ή δημιουργία «θετικών αξιών». Το Άουσβιτς και το Γκουλάγκ εί­ναι δημιουργίες, το ίδιο όπως και ο Παρθενώνας ή τα Principia Mathematica. ‘Ωστόσο, μεταξύ των δημιουργιών της ιστορίας μας, της ελληνοδυτικής ιστορίας, υπάρχει μία πού εμείς την αποτιμούμε θετικά και την υιοθετούμε. Είναι η θέση σε αμφισβήτηση, η κριτι­κή, ή απαίτηση τού λόγον διδόναι, προϋπόθεση συγχρόνως και της φιλοσοφίας και της πολιτικής. Πρόκειται για μια θεμελιώδη αν­θρώπινη τοποθέτηση — ουδόλως καθολική στην αφετηρία της — , ή όποια προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει καμιά εξωανθρώπινη δικαιοδοσία, υπεύθυνη εν τελευταία αναλύσει για ό,τι συμβαίνει στην ιστορία, ότι δεν υπάρχει αληθινή αιτία της ιστορίας ή (μη ανθρώπινος) δημιουργός της ιστορίας με άλλα λόγια, ότι ή ιστορία δεν έγινε από τον Θεό, από τη φύση ή από οποιουσδήποτε «νόμους». ’Ακριβώς γιατί δεν πίστευαν σε τέτοιους εξωιστορικούς καθορι­σμούς (πέραν του εσχάτου ορίου της Ανάγκης), κατόρθωσαν οι Έλληνες να δημιουργήσουν τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία.

Επανυιοθετούμε, επαναβεβαιώνουμε, θέλουμε να επεκτείνουμε αυτήν τη δημιουργία. Βρισκόμαστε, και θέλουμε να βρισκόμαστε, μέσα σε μια παράδοση ριζικής κριτικής, γεγονός πού συνεπάγεται ότι βρισκόμαστε σε μια παράδοση ευθύνης (δεν μπορούμε να επιρρίψουμε το σφάλμα στον παντοδύναμο Θεό κλπ.) και σε μια παρά­δοση αυτοπεριορισμού (δεν μπορούμε να επικαλεστούμε καμία εξωϊστορική νόρμα ως γνώμονα του πράττει μας, το όποιο ωστόσο δεν μπορεί να στερείται γνώμονος). Κατά συνέπεια, έναντι αυτού πού υπάρχει ήδη, έναντι αυτού πού θα μπορεί ή θα πρέπει να γίνει, όπως και έναντι αυτού πού υπήρξε, τοποθετούμαστε ως δρώντες κριτικά. Μπορούμε να συμβάλλουμε έτσι, ώστε αυτό πού είναι να υπάρξει αλλιώς. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό πού υπήρξε, μπορούμε όμως να αλλάξουμε το βλέμμα επί τού υπάρξαντος —βλέμμα πού αποτελεί ουσιώδες συστατικό των παρουσών στάσεων (έστω και αν τις περισσότερες φορές αυτό συμβαίνει μη συνειδητά). Εν προκειμένω, δεν απονέμουμε, σε πρώτη προσέγγιση, κανένα φιλοσοφικό προνόμιο στην παρελθούσα και στην πα­ρούσα ιστορική πραγματικότητα. Παρελθόν και παρόν δεν είναι τίποτε άλλο από μάζες ακατέργαστων γεγονότων (ή εμπειρικών υλικών), εκτός και αν τα έχουμε εκ νέου κριτικά εγγυηθεί. Σε μία δεύτερη προσέγγιση, εφόσον βρισκόμαστε εντεύθεν τού παρελθόν­τος αυτού, και μπόρεσε συνεπώς αυτό να εισέρθει στις προϋποθέ­σεις αυτού πού στοχαζόμαστε και αυτού πού είμαστε, αυτό το πα­ρελθόν προσλαμβάνει ένα είδος υπερβασιακής σπουδαιότητος, γιατί ή γνώση του αλλά και ή κριτική πού του ασκούμε, αποτελεί τμήμα του αυτοστοχασμού μας. Και τούτο, όχι μόνον επειδή καθιστά φανερή τη σχετικότητα τού παρελθόντος μέσω της γνώσης άλ­λων εποχών, αλλά και επειδή αφήνει να διαφανεί ή σχετικότητα της συγκεκριμένης ιστορίας μέσω τού στοχασμού πού αφορά σε άλλες ιστορίες, ιστορίες πού ήσαν πράγματι δυνατές, χωρίς όμως να έχουν πραγματοποιηθεί.

Διανοούμενος. Ουδέποτε συμπάθησα (ούτε αποδέχτηκα για λο­γαριασμό μου) αυτόν τον όρο, και για λόγους αισθητικούς, εξαιτίας της άθλιας και αμυντικής υπεροψίας πού αυτός ο όρος προϋ­ποθέτει, άλλα και για λόγους λογικούς· ποιος δεν είναι διανοούμε­νος; Δίχως να υπεισέλθω σε προβλήματα θεμελιώδους βιοψυχολογίας, αν με τον όρο διανοούμενος εννοούμε εκείνον πού εργάζεται σχεδόν αποκλειστικά με το μυαλό του και σχεδόν καθόλου με τα χέρια του, τότε αφήνουμε απέξω ανθρώπους, τούς όποιους θα θέ­λαμε προφανώς να συμπεριλάβουμε (γλύπτες και άλλες κατηγορίες καλλιτεχνών) και συμπεριλαμβάνουμε ανθρώπους, στους όποιους ασφαλώς δεν αποβλέπαμε (πληροφορικούς, τραπεζίτες, χρηματιστές κλπ.).

Δεν βλέπω γιατί ένας εξαίρετος αιγυπτιολόγος ή ένας μαθηματι­κός, πού αδιαφορούν για οτιδήποτε άλλο έξω από τον επιστημονι­κό τους κλάδο, θα μας ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ξεκινώντας απ’ αυτήν την παρατήρηση, θα πρότεινα να συμπεριλάβουμε, για τούς σκοπούς της παρούσας συζήτησης, όλους εκείνους πού, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, επιχειρούν να υπερβούν τη σφαίρα της ειδίκευσής τους και ενδιαφέρονται ενεργά για ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία. ’Αλλά αυτό είναι, και θα πρέπει να είναι, ό ορισμός τού δημοκρατικού πολίτη, οποιαδήποτε κι αν είναι ή απασχόλησή του. (Ας παρατηρήσουμε εδώ ότι ο ορισμός αυτός είναι το ακριβώς αντίθετο του ορισμού της δικαιοσύνης όπως τον έχει δώσει ο Πλά­των, να ασχολείται δηλαδή κανείς με τις υποθέσεις του και να μην ανακατεύεται με τα πάντα —πράγμα πού δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού ένας από τούς στόχους τού Πλάτωνος είναι να δεί­ξει ότι μία δημοκρατική κοινωνία δεν είναι δίκαιη).

Δεν θα προσπαθήσω εδώ να απαντήσω σ’ αυτό το πρόβλημα. Οι παρατηρήσεις μου θα έχουν να κάνουν με εκείνους πού δια του λόγου και της ρητής διατύπωσης γενικών ιδεών, επιχείρησαν ή επιχειρούν να ασκήσουν κάποιαν επιρροή στην εξέλιξη της κοινωνίας τους και στην πορεία της ιστορίας. Ο κατάλογός τους είναι τερά­στιος. Τα ερωτήματα πού θέτουν τα λεγόμενά τους και οι ενέργειές τους είναι απεριόριστα. Έτσι, θα περιοριστώ στη σύντομη συζήτηση τριών σημείων. Το πρώτο σημείο άφορα σε δύο διαφο­ρετικούς τύπους σχέσεως μεταξύ του στοχαστού και της πολιτικής κοινότητας, όπως παραδείγματος χάριν τις προβάλλει ή ριζική αντίθεση μεταξύ Σωκράτους, του φιλοσόφου εντός της πόλεως, και Πλάτωνος, τού φιλοσόφου πού θέλει να είναι υπεράνω της πόλεως. Το δεύτερο σημείο είναι σχετικό με την τάση πού κατέλαβε τούς φιλοσόφους, από κάποια συγκεκριμένη ιστορική φάση και μετά, να εκλογικεύσουν το πραγματικό, δηλαδή να το νομιμοποιήσουν. Στην εποχή της οποίας είδαμε το τέλος, γνωρίσαμε περιπτώσεις ιδιαιτέρως θλιβερές με τούς συνοδοιπόρους τού σταλινισμού, άλλα επίσης, με κάποιον «εμπειρικά» μεν διαφορετικό, άλλα φιλοσοφι­κά ισότιμο τρόπο, με τον Heidegger και τον ναζισμό. Θα καταλήξω μ’ ένα τρίτο σημείο: Με το ερώτημα πού θέτει ή σχέση της κριτικής και της θεώρησης του φιλοσόφου-πολίτη με το γεγονός ότι, σ’ ένα πρόταγμα αυτονομίας και δημοκρατίας, ή πηγή της δημιουργίας, ό κύριος θεματοφύλακας του θεσμίζοντος φαντασιακού, είναι ή με­γάλη πλειονότης των ανδρών και των γυναικών μιας κοινωνίας, και αυτοί πρέπει να γίνουν τα δρώντα υποκείμενα της ρητής πολιτικής.

Ο φιλόσοφος στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης αρχικής περιόδου, υπήρξε συγχρόνως και πολίτης. Γι’ αυτό ακριβώς εκλήθη αρκετές φορές να «νομοθετήσει», στην πόλη του ή σε κάποια άλλη πόλη. Ο Σόλων είναι το λαμπρότερο παράδειγμα. Αλλά και το 443 ακόμη, όταν οι Αθηναίοι δημιούργησαν στην ’Ιταλία μια πανελλήνια αποικία, τούς Θουρίους, από τον Πρωταγόρα ζή­τησαν να θέσει τούς νόμους. Ο τελευταίος αυτής της σειράς — ο τελευταίος μεγάλος εν πάση περιπτώσει— είναι ο Σωκράτης. Ο Σωκράτης είναι φιλόσοφος, άλλα είναι και πολίτης. Συζητεί με όλους τούς συμπολίτες του στην αγορά. Έχει οικογένεια και παιδιά. Συμμετέχει σε τρεις εκστρατείες. Αναλαμβάνει το ύπατο αξίωμα είναι Επιστάτης των πρυτάνεων (Πρόεδρος της Δημοκρατίας για μία μέρα) ίσως στην πιο τραγική στιγμή της ιστορίας της αθηναϊκής δημοκρατίας, την ήμερα της δίκης των στρατηγών πού νίκησαν στις Αργινούσες. Τότε πού, προεδρεύοντας στην Εκκλησία του Δήμου, αντιμετώπισε θαρ­ραλέα το έξαλλο πλήθος και αρνήθηκε να αρχίσει παράνομα τη διαδικασία κατά των στρατηγών. Όπως, λίγα χρόνια αργότερα, αρνήθηκε να υπακούσει στις διαταγές των Τριάκοντα και να συλλάβει παράνομα ένα πολίτη. Η δίκη και ή καταδίκη του είναι μια τραγωδία με την κυριολεκτική σημασία τού όρου, όπου θα ήταν ανόητο να ψάξουμε για αθώους και ένοχους. ‘Οπωσδήποτε, ο Δή­μος τού 399 δεν είναι πια ο Δήμος του 6ου και τού 5ου αιώνα, και, οπωσδήποτε, ή πόλις θα μπορούσε να εξακολουθήσει να αποδέχεται τον Σωκράτη, όπως το είχε κάνει επί δεκαετίες. Άλλα πρέπει επίσης να κατανοήσουμε ότι ή πρακτική του Σωκράτη παραβιάζει κυριολεκτικά τα όρια του ανεκτού σε μία δημοκρατία. Η δημοκρατία είναι το καθεστώς πού θεμελιώνεται ρητά στη δόξα, στη γνώμη, στην αντιπαράθεση των γνωμών, στη διαμόρφωση μιας κοι­νής γνώμης. Η αναίρεση των γνωμών του άλλου είναι κάτι παρα­πάνω από επιτρεπτή και νόμιμη, είναι ή ίδια ή ανάσα της δημόσιας ζωής. Άλλα ο Σωκράτης δεν περιορίζεται στο να δείξει ότι ή α ή β δόξα είναι λανθασμένη (και δεν προτείνει την δική του δόξα στη θέση κάποιας άλλης). Ο Σωκράτης δείχνει ότι όλες οι δόξες είναι λανθασμένες, ακόμη περισσότερο, ότι όσοι τις υπερασπίζονται δεν ξέρουν τι λένε. Όμως καμία κοινωνική ζωή και κανένα πολιτικό καθεστώς —και ή δημοκρατία λιγότερο από κάθε άλλο— δεν είναι δυνατά με βάση την υπόθεση ότι όλοι οι συμμετέχοντες ζουν σ’ ένα κόσμο ασυνάρτητων αντικατοπτρισμών, πράγμα πού ο Σωκράτης δείχνει διαρκώς. Βέβαια, ή πόλις θα μπορούσε να το ανεχτεί και αυτό ακόμη, το έκανε μάλιστα για μεγάλο διάστημα με τον Σωκρά­τη, όπως και με άλλους. Αλλά ο ίδιος ο Σωκράτης γνώριζε πολύ καλά ότι για την πρακτική του αυτή θα έπρεπε αργά ή γρήγορα να λογοδοτήσει. Δεν είχε ανάγκη να του προετοιμάσουν μιαν απολογία, λέει, γιατί πέρασε όλη του τη ζωή στοχαζόμενος την απολογία πού θα παρουσίαζε αν τού απευθύνετο κατηγορία. Και ό Σωκρά­της όχι μόνο αποδέχεται την απόφαση του δικαστηρίου πού αποτελείται από τούς συμπολίτες του, ό λόγος του στον Κρίτωνα, τον όποιο εκλαμβάνουμε τόσο συχνά ως ένα λόγο ηθικολογικό και ηθι­κοπλαστικό, αποτελεί μια εξαίρετη ανάπτυξη της θεμελιώδους Ελληνικής ιδέας της διαμόρφωσης του ατόμου από την πόλη του. Πό­λις άνδρα διδάσκει, έγραψε ο Σιμωνίδης. Ο Σωκράτης ξέρει ότι γεννήθηκε από την Αθήνα και ότι δεν θα μπορούσε να είχε γεννη­θεί πουθενά άλλου.

Είναι δύσκολο να σκεφθούμε ένα μαθητή πού πρόδωσε τόσο πο­λύ στην πράξη το πνεύμα του δασκάλου του, όσο ο Πλάτων. Ο Πλάτων αποσύρεται από την πόλη και ιδρύει στις πύλες της μια σχολή για επίλεκτους μαθητές. Δεν γνωρίζουμε καμία εκστρατεία στην όποια να έλαβε μέρος. Δεν γνωρίζουμε αν είχε οικογένεια. Στην πόλη πού τον έθρεψε και πού τον έκανε αυτό πού είναι δεν προσφέρει τίποτα από ό,τι κάθε πολίτης της οφείλει, ούτε στρατιω­τική θητεία, ούτε παιδιά, ούτε αποδοχή δημοσίων ευθυνών. Συκο­φαντεί την Αθήνα στον ύψιστο βαθμό. Χάρις στην τεράστια σκηνοθετική του ιδιοφυία, χάρις στη δεινότητά του ως ρήτορα, σοφι­στή και δημαγωγού, θα κατορθώσει να επιβάλει για τούς επερχόμενους αιώνες την ακόλουθη εικόνα: Οι πολιτικοί άνδρες των Αθηνών —Θεμιστοκλής, Περικλής— ήσαν δημαγωγοί, οι στοχα­στές της σοφιστές (με τη σημασία πού ό ίδιος επέβαλε), οι ποιητές της διαφθορείς της πόλεως, ο λαός της ένα χυδαίο κοπάδι αφημένο στα πάθη και τις ψευδαισθήσεις. Πλαστογραφεί ενσυνείδητα την ιστορία, είναι ό πρώτος επινοητής των σταλινικών μεθόδων σε αυτόν τον χώρο. ’Εάν γνωρίζαμε την ιστορία των Αθηνών μόνο από τον Πλάτωνα (Γ’ των Νόμων), θα αγνοούσαμε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, τη νίκη του Θεμιστοκλή και του ελεεινού αυτού δήμου των κωπηλατών. Θέλει να εγκαθιδρύσει μια πόλη εκτός χρόνου και ιστορίας, πού θα κυβερνάται όχι από τον λαό της, άλλα από τούς «φι­λοσόφους». Αλλά είναι επίσης —και αντίθετα προς όλη την προη­γούμενη ελληνική πείρα, όπου οι φιλόσοφοι είχαν δείξει μια φρόνη­ση πραγματική, μια σωφροσύνη στην πράξη — ο πρώτος πού εγκαινίασε αυτή τη βασική μωρία, ή όποια έκτοτε, και τόσο συχνά, θα χα­ρακτηρίζει τούς φιλοσόφους και τούς διανοουμένους απέναντι στην πολιτική πραγματικότητα. Φιλοδοξεί να γίνει σύμβουλος του πρίγκι­πα, στην πραγματικότητα του τυράννου —φιλοδοξία των φιλοσό­φων και των διανοουμένων, πού δεν έπαυσε έκτοτε— και αποτυγχάνει αξιοθρήνητα, αφού αυτός ο φίνος ψυχολόγος και ό θαυμάσιος πορτρετίστας εκλαμβάνει τούς βλάκες για φωστήρες και τον τύραν­νο Διονύσιο των Συρακουσών για δυνάμει βασιλέα-φιλόσοφο, το ίδιο όπως είκοσι τρεις αιώνες αργότερα ο Heidegger θα εκλάβει τον Χίτλερ και τον ναζισμό ως τις ενσαρκώσεις του πνεύματος του γερμανικού λαού και της ιστορικής αντίστασης εναντίον της βασιλείας της τεχνικής. Ο Πλάτων είναι εκείνος πού εγκαινιάζει την εποχή των φιλοσόφων πού αποσπώνται από την πόλη, αλλά ταυτοχρόνως, κάτοχοι της αλήθειας, θέλουν να της απαγορεύσουν νόμους παραγνωρίζοντας τελείως την θεσμίζουσα δημιουργικότητα του λαού, και οι οποίοι φιλόσοφοι, αδύναμοι πολιτικά, έχουν ως ύψιστη φιλοδοξία τους να γίνουν σύμβουλοι τού πρίγκιπα.

Δεν αρχίζει όμως με τον Πλάτωνα, και δικαιολογημένα, αυτή ή άλ­λη αξιοθρήνητη πλευρά της δραστηριότητας των διανοουμένων απέναντι στην ιστορία, δηλαδή ή εκλογίκευση του πραγματικού, με άλλα λόγια ή νομιμοποίηση των υπαρχουσών εξουσιών. Ή λατρεία του τετελεσμένου γεγονότος είναι οπωσδήποτε άγνωστη και αδύνατη ως στάση πνευματική στην Ελλάδα. Πρέπει να κατεβούμε ως τούς Στωικούς για να αρχίσουμε να βρίσκουμε τέτοια σπέρματα. Είναι αδύνατο να συζητήσουμε εδώ και τώρα τις απαρχές αυτής της τάσης, πού προφανέστατα επανασυνδέεται, μέσω μιας τερά­στιας παράκαμψης, με τις αρχαϊκές και παραδοσιακές φάσεις της ανθρώπινης ιστορίας, για τις όποιες οι εκάστοτε υπάρχοντες θε­σμοί είναι ιεροί, και ή όποια κατορθώνει τον άθλο να θέσει τη φι­λοσοφία, από δημιουργίας της συστατικό στοιχείο της αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξεως, στην υπηρεσία της διατήρησης αυτής της τάξεως. Ωστόσο είναι αδύνατο να μη δούμε τον Χριστιανι­σμό, από τις πρώτες μέρες του, ως τον ρητό δημιουργό των πνευ­ματικών, αισθηματικών, υπαρξιακών θέσεων, οι όποιες θα στηρί­ξουν επί δεκαοκτώ και πλέον αιώνες την καθαγίαση των υπαρχουσών εξουσιών. Το «απόδοτε τα Καίσαρος τω Καίσαρι» μόνο σε συνάρτηση με το «πάσα εξουσία εκ Θεού» μπορεί να ερμηνευθεί. Η αληθινή χριστιανική βασιλεία δεν είναι αυτού τού κόσμου και εξάλλου ή ιστορία αυτού του κόσμου, καθιστάμενη ιστορία της Σω­τηρίας, αυτομάτως καθαγιάζεται ως προς την ύπαρξή της και τον «προσανατολισμό» της, δηλαδή στο ουσιαστικό της «νόημα». Εκμεταλλευόμενος για τούς δικούς του σκοπούς το ελληνικό φιλοσοφι­κό οπλοστάσιο, ο Χριστιανισμός θα προσφέρει επί δεκαπέντε αιώ­νες τις απαραίτητες συνθήκες για την αποδοχή τού «πραγματικού» ως έχει, μέχρι πού ο Καρτέσιος θα φτάσει να πει: «προτιμάω να αλλάξω ο ίδιος παρά ν’ αλλάξω την τάξη του κόσμου», και προφα­νώς ως την κυριολεκτική αποθέωση της πραγματικότητας στο εγελιανό σύστημα («ό,τι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό»). Παρά τα φαινόμενα, στον ίδιο κόσμο, κόσμο ουσιαστικά θεολογικό, α- πολιτικό, α-κριτικό, ανήκουν και ό Nietzsche, πού διακηρύσσει «την αθωότητα του γίγνεσθαι», και ο Heidegger, πού παρουσιάζει την ιστορία ως Ereignis και Geschick, έλευση του είναι και δωρεά/ προορισμό του είναι και από το είναι. Πρέπει κάποτε να τελειώ­νουμε μ’ αυτό το εκκλησιαστικό, ακαδημαϊκό και λογοτεχνικό σέ­βας. Πρέπει τελικά να μιλήσουμε για τη σύφιλη αυτής της οικογέ­νειας, της οποίας προφανώς τα μισά μέλη πάσχουν από γενικευμένη παράλυση. Πρέπει να πιάσουμε από το αυτί τον θεολόγο, τον εγελιανό, τον νιτσεϊκό, τον χαϊντεγκεριανό, και να τούς οδηγήσου­με στα στρατόπεδα της Κόλυμα, του Άουσβιτς, στα ρωσικά ψυχια­τρεία, στις αίθουσες βασανιστηρίων της αργεντινής αστυνομίας, και να απαιτήσουμε να μας εξηγήσουν αιδώ και τώρα και δίχως υπεκφυγές το νόημα των εκφράσεων «πάσα εξουσία εκ Θεού», «ό,τι είναι πραγματικό είναι και ορθολογικό», «αθωότητα τού γί­γνεσθαι» ή «η ψυχή ισοδυναμεί με την παρουσία των πραγμά­των».

Αλλά το πιο φανταστικό αμάλγαμα παρουσιάζεται όταν ο διανοούμενος πετυχαίνει, ύψιστο κατόρθωμα, να συνδέσει την κριτική της πραγματικότητας με τη λατρεία της δύναμης και της εξουσίας. Αυτό το κατόρθωμα γίνεται στοιχειώδες από τη στιγμή πού κάπου εμφανίζεται μια «επαναστατική εξουσία». ’Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει ή χρυσή εποχή των συνοδοιπόρων, πού μπόρεσαν να εξα­σφαλίσουν την πολυτέλεια μιας αντίθεσης φαινομενικά ανένδοτης εναντίον ενός τμήματος της πραγματικότητος, της πραγματικότητος «οίκοι», με την αποθέωση ενός άλλου τμήματος αυτής της ίδιας πραγματικότητες — εκεί κάτω, άλλου, στη Ρωσία, στην Κίνα, στην Κούβα, στην Αλγερία, στο Βιετνάμ ή και στην Αλβανία. Ελάχιστοι είναι, μέσα στα μεγάλα ονόματα της δυτικής ιντελιγκέντσιας, όσοι δεν έκαναν σε κάποια στιγμή μεταξύ τού 1920 και τού 1970, αυτήν «τη θυσία της συνείδησης», πότε — λιγότερο συχνά— με παιδαριώ­δη ευπιστία και άλλοτε —συχνότερα— με την πιο γελοία κατεργα­ριά. Ο Σαρτρ, βεβαιώνοντας απειλητικά: «Δεν μπορείτε να συζητά­τε τις πράξεις τού Στάλιν, εφόσον είναι ο μόνος πού κατέχει τις πληροφορίες πού τις δικαιολογούν», θα παραμείνει αναμφισβήτητα το πιο εύγλωττο δείγμα της αυτογελοιοποίησης τού διανοουμένου.

Απέναντι σ’ αυτό το όργιο της ευσεβούς διαστροφής και της εκτροπής της χρήσης του λογικού, πρέπει να διακηρύξουμε έντονα αυτό το προφανές, πού όμως παραμένει βαθιά παραχωμένο: Δεν υπάρχει κανένα προνόμιο της πραγματικότητος, ούτε φιλοσοφικό, ούτε κανονιστικό, το παρελθόν δεν αξίζει περισσότερο απ’ ό,τι το παρόν, και το παρόν δεν είναι μοντέλο, άλλα υλικό. Η παρελθούσα ιστορία του κόσμου δεν καθαγιάζεται και θα μπορούσε μάλλον να είχε καταδικαστεί στο πυρ το εξώτερον από το γεγονός ότι ή ιστορία αυτή έχει παραμερίσει άλλες ιστορίες όντως δυνατές. Οι ιστορίες αυτές έχουν ίση σημασία για το πνεύμα, ενδεχομένως με­γαλύτερη άξια για τις πρακτικές συμπεριφορές μας απ’ ό,τι η «πραγματική» ιστορία. Η  εφημερίδα μας δεν περιέχει, όπως πί­στευε ο Hegel, τη «ρεαλιστική πρωινή μας προσευχή», άλλα μάλ­λον την καθημερινή σουρεαλιστική μας φάρσα. Περισσότερο από ποτέ, ενδεχομένως σήμερα. Ότι κάτι εμφανίζεται το 1987, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως και μέχρις αποδείξεως του εναντίου ένα ισχυρό τεκμήριο ότι αυτό το πράγμα ενσαρκώνει τη βλακεία, την ασχήμια, τη μοχθηρία και τη χυδαιότητα.

Αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση μιας αυθεντικής αποστολής του διανοουμένου στην ιστορία σημαίνει ασφαλώς, κατά πρώτον και κύριο λόγο, αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση της κριτικής του λειτουργίας. Ακριβώς διότι η ιστορία είναι πάντοτε, ταυτόχρονα, δημιουργία και καταστροφή, και η δη­μιουργία (όπως και η καταστροφή) άφορα το υψηλό εξίσου με το τερατώδες, για τον λόγο αυτό η διαύγαση και η κριτική αποτελούν καθήκον, περισσότερο παντός άλλου, εκείνου πού εξ επαγγέλματος και ως εκ της θέσεώς του μπορεί να αποστασιοποιηθεί από το καθημερινό και το πραγματικό: του διανοουμένου.

Εκείνου πού βρίσκεται σε απόσταση, όσο τούτο είναι δυνατόν, και από τον ίδιο τον εαυτό του. Και αυτό δεν παίρνει μόνο τη μορ­φή της «αντικειμενικότητας», αλλά και τη μορφή του διαρκούς αγώνος να υπερβεί την ειδίκευσή του, να κατορθώσει έτσι ώστε να τον άφορα πάντοτε ό,τι είναι σημαντικό για τούς ανθρώπους.

Αυτές οι στάσεις θα μπορούσαν να τείνουν βέβαια στον διαχω­ρισμό του υποκειμένου τους από τη μεγάλη μάζα των συγχρόνων τους. Αλλά υπάρχει διαχωρισμός και διαχωρισμός. Δεν θα βγούμε από τη διαστροφή πού έδωσε τον χαρακτήρα της στον ρόλο των διανοουμένων από τον Πλάτωνα και εφεξής, και για μία ακόμη φορά εδώ και εβδομήντα χρόνια, παρά μόνο αν ο διανοούμενος ξαναγίνει πραγματικά πολίτης. Πολίτης δεν είναι (δεν είναι αναγκαστικά) το «ενεργό κομματικό μέλος», αλλά κάποιος πού διεκδικεί ενεργά τη συμμετοχή του στη δημόσια ζωή και στα κοινά, στον ίδιο βαθμό με όλους τούς άλλους.

Κι εδώ προδήλως εμφανίζεται μια αντινομία, αντινομία πού δεν επιδέχεται θεωρητική λύση και πού μόνον ή φρόνησις μπορεί να μας επιτρέψει να υπερβούμε. Ο διανοούμενος πρέπει να θέλει τον εαυτό του πολίτη όπως κι οι άλλοι, και φιλοδοξεί να απηχεί, de iure, την παγκοσμιότητα και την αντικειμενικότητα. Δεν μπορεί να σταθεί σ’ αυτόν τον χώρο εάν δεν αναγνωρίσει τα όρια πού ή υποτιθέμενη αντικειμενικότητα και παγκοσμιότητά του επιτρέ­πουν. Οφείλει να αναγνωρίσει, και όχι σιωπηρά, ότι αυτό πού θέ­λει να ακουστεί είναι μια ακόμη δόξα, και όχι μια επιστήμη. Πρέ­πει κυρίως να αναγνωρίσει ότι ή ιστορία είναι ή περιοχή όπου εκδιπλώνεται η δημιουργικότητα όλων, ανδρών και γυναικών, λογίων και αναλφάβητων μιας ανθρωπότητας, όπου o ίδιος o διανοούμε­νος δεν είναι παρά ένα άτομο. Να είναι δημοκράτης και να μπορεί, αν το κρίνει έτσι, να πει στο λαό: κάνετε λάθος! —ιδού τι πρέ­πει ακόμη να απαιτούμε από τον διανοούμενο. Ο Σωκράτης μπόρεσε να το κάνει στη δίκη των Αργινουσών —η περίπτωση εμφα­νίζεται, εκ των ύστερων, προφανής, εκτός του ότι o ίδιος στηριζό­ταν σ’ έναν τυπικό κανόνα δικαίου. Τα πράγματα είναι συχνά πολύ πιο σκοτεινά. Κι εδώ, μόνο ή φρόνηση και το γούστο, η καλαισθη­σία, μπορούν να μaς επιτρέψουν να ξεχωρίσουμε την αναγνώριση της δημιουργικότητας τού λαού από την τυφλή λατρεία της «δύνα­μης των γεγονότων». Και δεν πρέπει να μάς εκπλήσσει το γεγονός ότι βρίσκουμε αυτόν τον όρο στο τέλος αυτών των παρατηρήσεων. Αρκούσε να διαβάσει κανείς πέντε γραμμές του Στάλιν για να κα­ταλάβει ότι η επανάσταση δεν μπορούσε να είναι αυτό το πράμα.

A Revolutionary Life: Errico Malatesta

A short study on the life and times of Italian Anarchist Errico Malatesta by G. A. Aldred, first published in 1940.

Errico Malatesta was an Italian anarchist theorist. He spent much of his life exiled from Italy and in total spent more than ten years in prison. Malatesta wrote and edited a number of radical newspapers and was also a friend of Mikhail Bakunin. He was an enormously popular figure in his time.

The Revolution of Everyday Life – Raoul Vaneigem

I have no intention of revealing what there is of my life in this book to readers who are not prepared to relive it. I await the day when it will lose and find itself in a general movement of ideas, just as I like to think that the present conditions will be erased from the memories of men.

The world must be remade; all the specialists in reconditioning will not be able to stop it. Since I do not want to understand them, I prefer that they should not understand me.

As for the others, I ask for their goodwill with a humility they will not fail to perceive. I should have liked a book like this to be accessible to those minds least addled by intellectual jargon; I hope I have not failed absolutely. One day a few formulae will emerge from this chaos and fire point-blank on our enemies. Till then these sentences, read and re-read, will have to do their slow work. The path toward simplicity is the most complex of all, and here in particular it seemed best not to tear away from the commonplace the tangle of roots which enable us to transplant it into another region, where we can cultivate it to our own profit.

I have never pretended to reveal anything new or to launch novelties onto the culture market. A minute correction of the essential is more important than a hundred new accessories. All that is new is the direction of the current which carries commonplaces along.

For as long as there have been men — and men who read Lautréamont — everything has been said and few people have gained anything from it. Because our ideas are in themselves commonplace, they can only be of value to people who are not.

The modern world must learn what it already knows, become what it already is, by means of a great work of exorcism, by conscious practice. One can escape from the commonplace only by manhandling it, mastering it, steeping it in dreams, giving it over to the sovereign pleasure of subjectivity. Above all I have emphasized subjective will, but nobody should criticize this until they have examined the extent to which the objective conditions of the contemporary world are furthering the cause of subjectivity day by day. Everything starts from subjectivity, and nothing stops there. Today less than ever.

From now on the struggle between subjectivity and what degrades it will extend the scope of the old class struggle. It revitalizes it and makes it more bitter. The desire to live is a political decision. We do not want a world in which the guarantee that we will not die of starvation is bought by accepting the risk of dying of boredom.

The man of survival is man ground up by the machinery of hierarchical power, caught in a mass of interferences, a tangle of oppressive techniques whose rationalization only awaits the patient programming of programmed minds.

The man of survival is also self-united man, the man of total refusal. Not a single instant goes by without each of us living contradictorily, and on every level of reality, the conflict between oppression and freedom, and without this conflict being strangely deformed, and grasped at the same time in two antagonistic perspectives: the perspective of power and the perspective of supersession. The two parts of this book, devoted to the analysis of these two perspectives, should thus be approached, not in succession, as their arrangement demands, but simultaneously, since the description of the negative founds the positive project and the positive project confirms negativity. The best arrangement of a book is none at all, so that the reader can discover his own.

Where the writing fails it reflects the failure of the reader as a reader, and even more as a man. If the element of boredom it cost me to write it comes through when you read it, this will only be one more argument demonstrating our failure to live. For the rest, the gravity of the times must excuse the gravity of my tone. Levity always falls short of the written words or overshoots them. The irony in this case will consist in never forgetting that.

This book is part of a current of agitation of which the world has not heard the last. It sets forth a simple contribution, among others, to the recreation of the international revolutionary movement. Its importance had better not escape anybody, for nobody, in time, will be able to escape its conclusions.

My subjectivity and the Creator : This is too much for one brain.

— Lautréamont

(from the introduction)

No Gods_No Masters, An anthology of Anarchism – Daniel Guerin

Guerin’s classic anthology of anarchism translated and reprinted, available for the first time in a single volume. It brings together a vast array of unpublished documents, letters, debates, manifestos reports, impassioned calls-to-arms and reasoned analysis; the history, organisation and practice of the movement – its theorists, advocates and activists; the great names and the obscure, towering legends and unsung heroes. This definitive collection portrays anarchism as a sophisticated ideology whose nuances and complexities highlight the natural desire for freedom in us all.

Repuplication from libcom.org

Kropotkin and the Rise of Revolutionary Anarchism, 1872-1886 – Caroline Cahm

After Bakunin’s death, without a doubt the single most important exponent of the revolutionary anarchist ideal was Peter Kropotkin. Sympathetic biographers have often regarded Kropotkin as something of a naive idealist or «gentle rebel». Yet he always maintained that idealism had to be expressed in action – often violent action – which should be in conformity with and directed towards the attainment of a clearly articulated aims and ideals. He was, above all, a man of action and an uncompromising revolutionary agitator. Indeed, the great anarchist historian Max Nettlau remarked that in comparison to other leading anarchist militants of the period such as Elisee Reclus, Kropotkin was «harder, less tolerant, and more disposed to be practical». This is the Peter Kropotkin of Caroline Cahm’s study.

Cahm concentrates on the most active period of Kropotkin’s career as a revolutionary agitator, a period which began with his commitment to Bakuninist ideas in 1872 and ended with his arrival in England in 1886 after some twelve years of energetic activity first in Russia, then in Switzerland and France. Cahm outlines Kropotkin’s ideas and revolutionary practice, and assesses the influence of his life and work upon the development of the European anarchist movement during this crucial period.

What is refreshing about this book is that, unlike many academic studies of anarchist and socialist history, Cahm’s extensive research has relied heavily on the anarchist press of the time period (mainly French and Swiss), congress notes and personal correspondence between Kropotkin and a number of his anarchist contemporaries. Many of the quotes used are translated into English for the first time. What comes out is a more balanced analysis of Kropotkin’s ideas and activity of this period, one which dispels previous assumptions and misrepresentations (such as his alleged disregard of the revolutionary potential of the labor movement or uncritical support for ‘propaganda by deed’) and offers a more accurate representation of his lasting contributions to anarchism.

From Bakuninism to Anarcho-Communism

The first section of the book traces Kropotkin’s theoretical development in the context of the general evolution of the European anarchist movement from collectivist Bakuninism to anarcho-communism.

From his first contact with the Swiss anarchist watchmakers of the Jura Federation in 1872 through his return to Russia and subsequent imprisonment for revolutionary activities (which lasted until 1876, when he escaped from prison and returned to Switzerland an exile), Kropotkin was an orthodox Bakuninist. In 1868, Bakunin in defining his anti-statist position, had declared himself to be a collectivist, that is he believed in the collective ownership of land and social wealth, with consumption organized around the distribution of the products of labor based on one’s ability to produce (i.e. work).

Although Kropotkin is generally credited as the primary innovator of anarcho-communism, Cahm gives a more historically accurate account. Throughout the early 1870s, Kropotkin concerned himself mainly with revolutionary action and contributed very little to the development of anarcho-communist theory.

In reality it was Elisee Reclus, the French Bakuninist and ex-Communard, who first gave an expose of anarcho-communist ideas at a meeting of the Jura Federation in Lausanne, March 1876. By the summer of that year leading Italian anarchists (Malatesta, Cafiero, Covelli and Costa) had decided to abandon collectivism and to persuade delegates at the forthcoming Congress of the Italian Federation to make a declaration for libertarian communism. The question of the socialization of consumption was raised in a series of articles in the Jura Federation’s Bulletin throughout the second half of 1876, and in German-speaking Swiss anarchist circles Paul Brousse began to campaign vigorously for the adoption of anarcho-communism in the pages of L’Arbeiter Zeitung.

However, there was still no strong sympathy for anarcho-communism among the mainstream of the European anarchist movement. The first tentative step in this direction was only taken by the Jura Federation at their annual congress at La Chaux-de-Fonds in 1880. At these meetings both Kropotkin and Reclus spoke in favor of an anarcho-communist program, but it was the Italian militant Carlo Cafiero who made the most persuasive contribution to the discussion. He declared that the socialization of capital without the socialization of the products of labor would entail the preservation of the monetary system and the ability to accumulate wealth which, once associated with the right of inheritance, would ensure the disappearance of all equality. The individual apportionment of products, moreover, would result not only in the re-establishment of inequality among people, but also of inequality between different types of work with non-manual labor for the better-off and manual labor for the poorest, a system bringing with it the rebirth of the system of reward and punishment. With respect to collective work, it was in any case impossible to evaluate the individual contribution even in terms of labor as the socialists suggested, for, as they themselves had conceded, everyone was not capable of producing the same amount in a given time. [1]

The only serious objection to communism, according to Cafiero, came from those who, whilst accepting it as an ultimate aim, argued that the shortage of products at the beginning would necessitate a rationing in distribution which would be best worked out on the basis of the amount of labor each individual contributed to production. Rationing, however, he insisted, ‘must be organized on the basis of needs and not merits [2]. He concluded by stating:

«One cannot be an anarchist without being a communist. For the least idea of limitation contains already in itself the germs of authoritarianism. It could not manifest itself without immediately engendering the law, the judge, the policeman. We must be communists, for it is in communism that we realize true equality.» [3]

Despite the reservations of leading anarchist militants like James Guillaume and Adhemar Schwitzguebel, the Congress adopted an uncompromisingly anarcho-communist program for the Jura Federation.

It would be a full eighteen months after the Congress of La Chaux-de-Fonds that Kropotkin began to discuss anarcho-communist ideas in the pages of Le Revolte. His first major contribution was in the area of popular expropriation. In November and December 1882, he published a series of articles on the subject, arguing that a libertarian communist revolution would not succeed unless everything that could be used to exploit the people was immediately expropriated and socialized for the benefit of all. Partial expropriation, according to Kropotkin, would lead to the re-establishment of the old order – ‘If social wealth remains in the hands of the few who own it now… the insurrection will not be a revolution, and everything will have to begin again’ [4]. Similarly, expropriation had to be carried out on a large scale, otherwise it would not be possible to ensure that immediate improvement in the lot of the oppressed, which was essential in giving the people a real commitment to defend the revolution against reaction:

«General expropriation alone can satisfy the multitude of the suffering and oppressed. We must take it from the realm of theory into that of practice. But in order that expropriation should correspond to the principle that private property should be abolished and given to all, that expropriation must be accomplished on a massive scale. On a small scale, it will only be seen as vulgar pillage; on a large scale, it is the beginning of social reorganization. […] The entire means of production must revert to the community, social property held by private individuals must go back to its true master – everyone – so that each may have their broad share in consumption, thus production may continue in all that is necessary and useful, and social life, far from being interrupted be taken up again with the greatest energy.» [5]

By 1883 Kropotkin began to emerge as a major exponent of anarcho-communism, partly because of the success of Le Revolte and partly because of the leading role he played in the anarchist trials at Lyon. Certainly, it is likely that he was the principle author of the ‘Anarchist Declaration’ read out to the court on January 12, 1883, which contained a summary of the ideals of the accused:

«We ourselves believe that capital, the common inheritance of humanity, since it is the fruit of the collaboration of generations past and present, must be at the disposal of all, in such a way that no one can be excluded; and that no one, on the other hand, can seize any part to the detriment of the rest. We want, in a word, equality: real equality, as a corollary or rather a prime condition of liberty. From each according to abilities, to each according to needs: no prescription can prevail against claims which are both legitimate and necessary.» [6]

Kropotkin spent the next three years in prison for revolutionary activities in France, and was unable to make any substantial contributions in the elaboration of anarcho-communist theory until his release in 1886, when, convinced that effective action demanded a further clarification of the anarcho-communist view regarding the socialization of wealth, he wrote the articles on expropriation which were to provide the basis for ‘The Conquest of Bread’ (1892). The skill and eloquence with which Kropotkin developed his ideas certainly seems to have secured a general acceptance for anarcho-communism in the European anarchist movement throughout the 1890’s.

Revolutionary Action and ‘Propaganda by Deed’

Rejecting the strategy and tactics of parliamentary socialists, the general policy of the European anarchist movement tended to alternate between revolutionary trade unionism and acts of revolt by individuals and small groups. The second section of ‘Kropotkin and the Rise of Revolutionary Anarchism, 1872-1886’ primarily deals with the latter forms of action, which were associated with the notion of propaganda by deed and developed out of the failure of insurrectionary action in the early 1870’s.

Propaganda by deed is a political slogan which today tends to be associated specifically with isolated terrorist acts carried out by a few anarchists in the 1890’s. In fact, the concept, developed in Bakuninist circles in the 1870’s, was originally defined as insurrectionalist acts which were intended to affirm socialist principles by deeds. As early as 1870, Bakunin himself stated:

«Now we all have to embark together on the revolutionary ocean, and henceforth spread our principles no longer by words but by deeds – for this is the most popular, most powerful and the most irresistible form of propaganda.» [7]

In the aftermath of the 1873 Catonalist uprisings in Spain, the French Bakuninist Paul Brousse went further, declaring:

«Revolutionary propaganda is made not only by the pen and the spoken word, by books, pamphlets, public meetings, and newspapers, it is above all made in the open, in the midst of the piled-up paving stones of the barricades, on days when the exasperated people make war on the mercenary forces of reaction…

From a socialist point of view, we have arrived at the point of action – Let us act, if only from the point of view of propaganda. Perhaps victory will crown our efforts, and if it is martyrdom let us remember that the idea does not perish by the sword, does not fall beneath bullets. Let us never forget that it is the blood of the people which nourishes and makes fertile the ground of Revolution.» [8]

It was Brousse who later coined the phrase ‘propaganda by deed’ in an article which ran in L’Arbeiter Zeitung in December 1876.

Although Kropotkin always attached a great deal of importance to heroic acts of self-sacrifice to encourage the development of the popular spirit of revolt, he never liked the slogan ‘propaganda by deed’, and did not use it to describe his own ideas of revolutionary action. On the contrary, in his mind this slogan implied that action was to be undertaken as a publicity stunt rather than as a genuine act of revolt against oppression. Nevertheless, from the very beginning of his revolutionary career he was preoccupied with the necessity of action in addition to oral and written propaganda, and he certainly supported the forms of action adopted by the early advocates of propaganda by deed.

In 1879, Kropotkin outlined his ideas for a program of action for the anarchist movement in a document entitled ‘L’idee anarchiste au point de vu de sa realisation practique’ for the Jura Federation’s Bulletin. He identified three phases in the revolutionary process – a preparatory period, which would be followed by a period of ferment which, in its turn, would lead to the period of transformation (the revolution itself). He then suggested a program of anarchist action appropriate to each of these phases. [9]

During both the preparatory period and period of ferment, Kropotkin declared that anarchists would need to concentrate their efforts on widespread propaganda (by both word and deed) in favor of expropriation and libertarian communism. Once the period of ferment had begun, revolutionary ideas would spread much more quickly, at which point anarchists should take advantage of any opportunity to agitate among workers around all questions of everyday life in order to ‘awake the spirit of independence and revolt’. During the revolution itself, the duty of anarchists would be one of direct action, that is, a policy of revolutionary activity that would incite popular expropriation among the masses.

Expropriation and anti-capitalist revolt were common themes in much of Kropotkin’s writing during this period. Even during the early 1880’s, when, for a brief period he became less preoccupied with collective action and began to show a greater enthusiasm for acts of revolt carried out by individuals and small groups, he was still more interested in economic, rather than political, forms of terrorism. For inspiration he turned to the proliferation of spontaneous acts of revolt – popular riots, archive burnings, refusals to pay taxes and rents, and the burning of plantations and factories – in Spain and Italy. He saw in these acts a spontaneous awakening among the masses which would lead to a general insurrection.

In an effort to revive the International Workers’ Association, a congress was held in London in 1881. This was to be the infamous meeting of international revolutionaries where propaganda by deed was formerly adopted as a strategy and tactic. As a majority of delegates accepted that the aim of the Internationalists should be to create ‘a powerful instrument to attack society violently and defend revolutionary interests’, debate centered on strategic questions over which forms of struggle anarchists should prioritize in their revolutionary program. Malatesta argued that more importance should be given to the struggle against governments, because it was the State which maintained and protected the system of economic oppression. Kropotkin flatly rejected this proposal, declaring that a narrow political struggle against the State implied the creation of a hierarchical party of conspirators to take power and declare revolution. «If we think, for example, that it is enough to overthrow the government, to put ourselves in its place and decree the revolution, we could set ourselves up as an army of conspirators, with all the characteristics of the old secret societies with their leaders and deputy leaders.» He maintained that a future revolution would be sabotaged by the bourgeoisie unless the masses themselves struck at the system of private property.

Contrary to Malatesta’s vision of a conspiratorial revolutionary organization, Kropotkin argued that the role of the International should be to organize among the working class and help translate popular hatreds and aspirations into anti-capitalist revolt:

«It is the mass of workers we have to seek to organize. We, the little revolutionary groups, have to submerge ourselves in the organization of the people, be inspired by their hatreds, their aspirations, and help them translate those hatreds and aspirations into actions. When the mass of workers is organized and we are with it to strengthen its revolutionary idea, to make the spirit of revolt against Capital germinate there – and the opportunities for that will not be wanting – then we shall be entitled to hope that the next revolution will not be conjured away as the revolutions of the past have been: then it will be the social revolution.» [10]

Although Kropotkin did not hold a majority position among congress delegates, he held firm to his ideas throughout the proceedings. He rejected the view that conspiratorial struggle against governments could result in the destruction of the power of the State; he believed that this could only be brought about by a genuinely popular struggle to destroy the economic system which gave the State its power and raison d’tre, and argued that the primary role of anarchist revolutionaries was to organize among the working class.

The draft declaration of the 1881 London Congress which was finally adopted made some accommodation to Kropotkin’s position, but stressed, above all, the importance of propaganda by deed and the study of bomb-making. Kropotkin remained critical of the positions adopted, an though he never officially disassociated himself from propaganda by deed, he immediately set to work writing a series of articles for Le Revolte which elaborated on his own positions around the question of revolutionary action.

Kropotkin and the Unions

The last major section of Cahm’s study should be of particular interest to anarcho-communists, as it reflects an important debate which continues to this day. It deals with the relationship between revolutionary anarchists of the period and the growing trade union movement, with a particular focus on Kropotkin’s criticial attitude toward unionism.

The revolutionary self-activity of the working class has always been a central feature of anarcho-communism. However, there has been some ambivalence towards the organized expression of this self-activity found within trade unions. The trade union movement, for all its potential for mobilizing the masses, has often tended to be moderate in its aims and hierarchical in its organization. Nonetheless, most of the early anarchists of the Jura Federation argued in favor of trade unions as an important means to build up working class power against capitalism through organized militancy and practical international solidarity. The one exception would be the Italian Federation, who, still favoring insurrectionary methods of struggle, declared trade unions to be ‘a reactionary institution’ and denounced partial strikes as ‘diversionary activity’.

Despite Kropotkin’s early enthusiasm for the radical workers’ associations of the Swiss Jura, he held serious reservations about trade unionism in general, particularly the trade union movement which was beginning to emerge in England at the time. In a series of articles which appeared between May and July 1877 in the Jura Federation’s Bulletin he insisted on the necessity for an organization of workers using revolutionary methods and imbued with revolutionary aims (that is, a total rejection of legal action and short-term aims), and argued against the parliamentary reformism associated with the English trade union movement.

It was not until the violent U.S. railway strike of 1877, which took a near insurrectionary character, that Kropotkin began to seriously consider the revolutionary potential of trade unionism. This increasingly sympathetic position was further reinforced when he visited Spain for six weeks in the summer of 1878. According to Max Nettlau, Kropotkin derived a new inspiration from his rediscovery of the revolutionary spirit of the old International in Spain which seemed to have disappeared from among the trade unionists in England, Belgium and the Jura [11]. It was after his visit to Spain that Kropotkin began to urge a more clearly defined policy of revolutionary action – both inside and outside the trade unions – on the Jura Federation.

Around this period, Kropotkin wrote a series of articles in Le Revolte‚ entitled ‘L’organisation ouvraire’ which were addressed specifically to the labor movement. These articles denounced legislative reforms (such as the ten hours bill) and the participation of French trade unions in the forthcoming elections, and insisted on the need to develop workers’ organizations to wage a relentless war against capitalism. Although highly critical of the increasingly reformist direction of the French trade unions, Kropotkin was still optimistic about their revolutionary potential and fought hard against parlimentarianism in the labor movement. He saw the proliferation of strikes (which, by now, increasingly involved violent confrontations with the forces of the State) as a means both of developing the popular spirit of revolt and spreading anarchist ideas among the working class, and called for greater anarchist participation in trade unions so as to not become isolated from the labor movement.

He explained that «while the trade unions stuck to the illegal ground as prohibited organizations, and proceeded by strike and by force, they constituted a terrible power that the employers end up respecting. Once the unions had secured legal status and had abandoned revolutionary tactics the movement had turned into a fourth estate made up of an elite of labor which had become a mere attachment of the liberal bourgeoisie and which was content to limit its demands to the microscopic reforms contained in liberal party programs» [12].

A resolution about trade unions (which seems to reflect Kropotkin’s ideas of this period) was passed at the Jura Federation’s annual Congress of 1882 which stated: ‘The Congress, recognizing the great utility of every workers’ organization, declares solidarity with every strike and every struggle on the economic ground’. The previous preoccupation with trade union organization and the need to form more unions had now been replaced by a concern to radicalize the trade unions from within and to urge upon members the need to develop and intensify the anti-capitalist struggle through militant strike action.

Despite Kropotkin’s preoccupation with trade union organization and militant strike action during the early 1880’s, he firmly rejected the syndicalist view among many Jurassians, which considered trade unions as the basis of the new society. He was unwavering in his view that ‘the Commune’ (local urban and agricultural communities) would act as the basic unit in the future libertarian communist society, and disliked the vision of society narrowly based on workers’ organizations. To this day, this is one of the main theoretical distinctions between anarcho-communism and anarcho-syndicalism.

Conclusion

Overall, Cahm’s ‘Kropotkin and the Rise of Revolutionary Anarchism, 1872-1886’ is an important contribution to the historical study of Peter Kropotkin and the impact he had on the revolutionary anarchist tradition during its most important period of development. By relying primarily on the anarchist press from this period (most notably, Le Revolte) and personal correspondence, Cahm is able to provide a more accurate study and analysis of Kropotkin’s ideas – his contributions to anarcho-communist theory and overall revolutionary praxis – within their proper movement context. Cahm is a generally accessible writer, managing to cover fairly complex ideas and detailed history without falling victim to overly academic theoretical muddle or a dry list of dates and events. With that said, it is unfortunate that, do to its expensive cover price ($35!), ‘Kropotkin and the Rise of Revolutionary Anarchism, 1872-1886’ will not be widely read by Kropotkin’s intended audience (the working class!) and will instead collect dust amongst the inactivity of privileged academic circles.

reviewed by MaRK, Class Against Class (NEFAC-Boston)

Notes

[1] Cahm, ‘Kropotkin and the Rise of Revolutionary Anarchism, 1872-1886’; pp. 56-7 [2] ibid [3] Carlo Cafiero’s report to the Jura Federation entitled ‘Anarchy and Communism’, 1880 [4] ‘L’Expropriation’, Le Revolte, November 25, 1882 [5] ‘L’Expropriation’, Le Revolte, December 23, 1882 [6] ‘Declaration des anarchists accusés devant le tribunal correctionnel de Lyon’, Le Revolte, January 20-February 3, 1883 [7] ‘Lettre à un Franeais’, in Michel Bakounine sur la Guerre Franco-Allemande et la revolution sociale en France [8] La Solidarite Revolutionnaire, July 8, 1873 [9] Cahm, ‘Kropotkin and the Rise of Revolutionary Anarchism, 1872-1886’; pp. 125-6 [10] Kropotkin, quoted from the London IWA Congress notes [11] La Premiere Internationale en Espagne, pp. 307-8 [12] ‘La Ligue et les Trade Unions’, Le Revolte, October 1, 1881

The review is a republication from nefac.net