Menu

EAGAINST.com

Δ.Βερύκιος: «Ποιά είναι η διαφορά μεταξύ τρομοκρατών και αναρχικών»;

Με αφορμή τη σύλληψη των τεσσάρων νεαρών κατηγορουμένων για ληστεία τράπεζας στο Βελβεντό της Κοζάνης, ο γνωστός τρομογράφος, κατασκευαστής της τηλε-α-πραγματικότητας, τηλεκριτής του ηθικού και του ανήθικου καθώς και τηλεδιαμορφωτής της κοινής γνώμης, Δήμος Βερύκιος αναρωτήθηκε, κατά τη διάρκεια ενός ακόμη παραληρήματος υποκριτικής αγανάκτησης «ποιά είναι η διαφορά μεταξύ ενός αναρχικού κι ενός τρομοκράτη». Φυσικά, εκμεταλλευόμενος και την ιδιότητα του τηλεδικαστή που αυτόκλητα αναλαμβάνουν καθημερινά δεκάδες γραφικές καρικατούρες, η Αυτού Μεγαλειότης απεφάνθη πως είναι «το ίδιο ακριβώς πράγμα».

Έτσι, η τηλεοπτική συχνότητα του Alpha, που εισβάλλει καθημερινά σε εκατοντάδες χιλιάδες σπίτια, δια του φωτεινού κουτιού, απεφάνθη πως οι έχοντες ως πρόταγμα την αυτονομία, την αντιεξουσία, την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση, την αυτοοργάνωση, την κοινωνική αλληλεγγύη, την ανθρώπινη ένωση και συνεργασία, όσοι και όσες αγωνίζονται για μια κοινωνία χωρίς εξουσιαστές κι εξουσιαζόμενους, έχουν ως στόχο την επιβολή του τρόμου, του φόβου και της ανασφάλειας σε μια κοινωνία, της οποίας μάλιστα είναι μέρος. Φυσικά, η εν λόγω χυδαία φωνή δεν είναι η πρώτη, ούτε σίγουρα η τελευταία προσπάθεια συκοφάντησης των αναρχικών [1]. Εκατοντάδες ρεπορτάζ έχουν αναγάγει τους αναρχικούς σε ανθρώπους περιθωριακούς, νεαρής κυρίως ηλικίας, που έχουν εξασφαλισμένο το χαρτζιλίκι του πατέρα κι έχουν ένα ανεξήγητο φετίχ με τις κουκούλες. Με λίγα λόγια, οι αναρχικοί στρέφονται ενάντια στα αφεντικά για την πλάκα τους, για να τη σπάσουν στον εφοπλιστή πατέρα. Στήνουν αυτοοργανωμένους χώρους, συλλογικές κουζίνες, αντιεμπορευματικές πολιτιστικές εκδηλώσεις για να καταναλώσουν μπυρόνια και ναρκωτικά, κι όχι για να προτάξουν ένα τρόπο ζωής διαφορετικό από αυτό του καταναλωτισμού, της απάθειας, της πνευματικής στείρωσης. Αμύνονται στις επιθέσεις των μονάδων καταστολής του Κράτους, επειδή έχουν το βίτσιο να γυρνούν στην πολυτελή τους σουίτα με σημάδια από κλομπ στην πλάτη, ή με τα πνευμόνια γεμάτα χημικά, ή ίσως ώστε να περάσουν μερικές νύχτες βασανισμού στο κτίριο της ΓΑΔΑ [2]. Γράφουν κείμενα, κολλάνε αφίσες, μοιράζουν μπροσούρες, παίζουν μουσική επειδή έχουν βαρεθεί τη θερμαινόμενη πισίνα, τις βόλτες με τα τζιπ και σκέφτηκαν πως θα έχει πιο πολύ πλάκα ο δρόμος, η μελέτη, η κινηματική δράση.

Άλλωστε, έχει αποδειχθεί και ιστορικά πως η θεωρία του Δήμου του Βερύκιου, είναι η πιο λογική. Έτσι, κατά τη θεωρία αυτή, είναι προφανές πως οι Ισπανοί αναρχικοί ήταν ένα μάτσο τρομοκράτες που τα έβαλαν με τον εξοπλισμένο απ’ τους ναζί Φράνκο, επειδή δεν είχαν πώς αλλιώς να περάσουν τον καιρό τους στην πληκτική Βαρκελώνη [3]. Οι Ζαπατίστας είναι κάτι περιθωριακοί κουκουλοφόροι που κάνουν σαματά για το χαβά τους, κι επιδίδονται σε αντιστασιακές κινήσεις μετά από υπερβολική κατανάλωση τεκίλας και ολίγη σιέστα [4]. Στο Χημείο, μετά τη δολοφονία του Καλτεζά, ξεχύθηκαν στους δρόμους τα πρεζόνια, οι γόνοι των πλουσίων και δυο ντουζίνες χίπηδες φοιτητές [5]. Μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, τη σύγκρουση με την κανονικότητα επέλεξαν κάτι τεμπελόσκυλα, απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελλάδας, που απλώς ήθελαν να χάσουν το τεστ ή την εξεταστική [6] και πριν λίγες εβδομάδες οι 12.000 αναρχικοί που έκαναν πορεία αλληλεγγύης στις καταλήψεις απαιτώντας ταυτόχρονα και την άμεση απελευθέρωση των συντρόφων τους, ήταν απλά μια εκδρομή κατοίκων των Βορείων Προαστείων στο κέντρο της Αθήνας. Άλλωστε, είναι γνωστό τοις πάσι (το λέει και ο Θέμος) πως τα καλά παιδιά εγγράφονται στη ΔΑΠ, τα σπάνε στα μπουζούκια με την Πάολα και το Σφακιανάκη, φοράνε ό,τι φοράει η Μενεγάκη ή ο Ρουβάς και συζητούν για το ντέρμπι της χρονιάς, το απλωμένο στρινγκάκι της γειτόνισσας, τα κυβικά της μηχανής τους, το πόσο τους ενοχλεί ο μετανάστης που μένει απέναντι. Μεγαλώνουν με αρχές, όπως ο σεβασμός στην εξουσία, η υποταγή στις διαταγές, η αδιαφορία για την πολιτική, η κατανάλωση σκουπιδιών που διαφημίζονται στο κανάλι του Βερύκιου. Δικαιολογημένα κραύγασε ο τρομογράφος: «απορώ με τι αρχές μεγάλωσαν αυτά τα παιδιά» και «ντροπή για τις οικογένειες τους». Αυτά τα παλιόπαιδα, ανεξαρτήτως του αν συμφωνούμε ή όχι με τον τρόπο δράσης τους (ειδικά ως προς το αποτέλεσμα – καθώς για εμάς η ιδιοκτησία είναι κλοπή και οι Τράπεζες τα μεγαλύτερα παράσιτα του καπιταλιστικού κόσμου) [7], τόλμησαν να σκεφτούν. Και, δυστυχώς, για τα εταιρικά συμφέροντα που κόβουν το τσεκ στον Βερύκιο και τους ομοίους του, δυστυχώς και για το Κράτος και κάθε εξουσιαστικό θεσμό, υπάρχουν πολλά άλλα παιδιά, νέοι, μεσήλικες, και ηλικιωμένοι που σκέφτονται μ’ αυτό τον τρόπο, αν και επιλέγουν να δρουν χρησιμοποιώντας, συνήθως, όπλα διαφορετικά από τα πολεμικά.

Όσοι και όσες δεν είναι νοητικά ευνουχισμένοι από την εταιρική και κρατική προπαγάνδα των Μέσων Μαζικής Εξημέρωσης, όσοι και όσες έχουν κατέβει στο δρόμο έχοντας μια κάποια επαφή με την πραγματικότητα, όσοι και όσες δεν περιμένουν την κατασκευή της πραγματικότητας από την τηλεοπτική οθόνη και τα διάφορα ιστολόγια μεγαλοεπιχειρηματιών αλλά τη βιώνουν και τη συνδιαμορφώνουν  με το λόγο και την πράξη, γνωρίζουν πολύ καλά πως τρομοκράτες δεν είναι οι αναρχικοί, δεν είναι οι κοινωνικοί αγωνιστές, δεν είναι οι επαναστάτες. Ο μόνος που φοβάται τους αναρχικούς είναι ο έχων συμφέρον από το φίμωμα της καταπιεζόμενης πλειοψηφίας και ο πολιτικά ηλίθιος. Οι μόνοι που φοβούνται τους αναρχικούς, είναι οι εκφραστές της Κρατικής Τρομοκρατίας, που διεκδικεί το μονοπώλιο της βίας, το μονοπώλιο της διαχείρισης και διάδοσης των πληροφοριών, έχοντας βέβαια εξασφαλίσει εδώ και αιώνες, την αποκλειστικότητα στην πολιτική αλητεία. Τρομοκράτες, λοιπόν,  είναι οι Αλήτες Ρουφιάνοι Δημιογράφοι, υπάλληλοι των κρατικοδίαιτων εφοπλιστών-κατασκευαστών-βιομηχάνων, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται σίγουρα ο Δ.Βερύκιος, όχι όμως το σύνολο των δημοσιογράφων. Σε μια οργουελική κοινωνία σιωπής, υποταγής και αποχαύνωσης, επιλέγουμε να είμαστε με τα παιδιά που «δεν μεγαλώνουν κανονικά, δεν ονειρεύονται κανονικά, ούτ’ ερωτεύονται κανονικά» [8] και μένει να μην «πεθάνουμε κανονικά», αλλά ελεύθεροι κι ερωτευμένοι.

Σημειώσεις:
1.  Είναι σαφές πως η στοχοποίηση των αναρχικών από την ακροδεξιά κυβέρνηση και τα ΜΜΕ δεν γίνεται για λόγους αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, αλλά αποτελεί μια αναμενόμενη επίθεση στον πιο δημιουργικό, αυτή την περίοδο, πολιτικό χώρο. Η οικονομικοπολιτική ελίτ χάνει ένα προς ένα τα όπλα της, κάνοντας ένα μπαράζ επίδειξης αυταρχισμού και μοιράζοντας φύλλα επιστράτευσης σε απεργούς, σαν να ‘ναι φυστίκια. Το τελευταίο τους όπλο, είναι πάντα τα τανκς. Αυτή τη φορά όμως η 17 Νοέμβρη του 1973, θα μοιάζει  σαν πανηγυράκι. Σας το υποσχόμαστε, απ’ την καρδιά μας…
2. Όπως πχ ο βασανισμός των αντιφασιστών στη ΓΑΔΑ μετά από μοτοπορεία στο κέντρο της Αθήνας που δέχτηκε την επίθεση της αστυνομίας. Δείτε εδώ.
3. Για τον Ισπανικό εμφύλιο μπορείτε να δείτε σχετικό ντοκιμαντέρ εδώ.
4. Για τους Ζαπατίστας μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
5. Για τη δολοφονία του Μ. Καλτεζά και τα γεγονότα στο Χημείο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
6.  Μπορείτε να διαβάσετε το χρονικό της εξέγερσης του Δεκέμβρη 2008 ανά ημέρα εδώ.
7. Μπορείτε να διαβάσετε τις θέσεις μας για την ατομική και κρατική τρομοκρατία στο ομότιτλο άρθρο εδώ.
8. Στίχοι απ’ το τραγούδι «Τα κανονικά παιδιά», του ροκ συγκροτήματος «Τρύπες». Ακούστε το εδώ.

Συγγραφή Efor, επιμέλεια Ian Delta.

Θέλεις Παπαδόπουλο μαλάκα;

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Εν έτει 2014, διαπιστώνεται πως ο Μαλάκας παραμένει διαχρονικά πιστός στις ιστορικές του συνήθειες: την εθελοδουλεία, την αναπαραγωγή της κυρίαρχης κουλτούρας, την «εθελοντική» στράτευση του στην πλευρά των καταπιεστών. Έτσι, µόλις 40 έτη µετά την πτώση της τελευταίας εν Ελλάδι δικτατορίας, συναντούμε ακόμη νοσταλγούς της δολοφονικής φάρσας που ακούει στο όνομα «δικτατορία των συνταγματαρχών». Ακούμε συχνά για τα «παραμύθια του Πολυτεχνείου» (ακόμη κι από θεσμικούς παράγοντες του Κράτους ,όπως ο πρώην υπουργός Υγείας,  Ά.Γεωργιάδης) που µάλιστα  βρίσκουν υποστηρικτές σε ένα διευρυμένο, αν και πιθανότατα μειοψηφικό, μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Το κλισέ «ένας Παπαδόπουλος µας χρειάζεται» είχαµε συνηθίσει να το ακούµε από γραφικούς παππούδες που νοσταλγούσαν τις µέρες που ήταν είτε ρουφιάνοι, είτε βασανιστές, είτε ευνοούµενοι µε διάφορους τρόπους (όπως θα δούµε παρακάτω) από το στρατιωτικό καθεστώς. Κανείς δεν έδινε σηµασία, είτε διότι οι ιστορικές µνήµες της οδυνηρής επταετίας ήταν πρόσφατες, είτε διότι η µετέπειτα κοινοβουλευτική δηµοκρατία άνοιξε τον κρατικό µπουφέ για µεγάλο µέρος του πληθυσµού, δηµιουργώντας το ολοδικό της πελατειακό κράτος, διεφθαρµένων υπερκαταναλωτών και χειροκροτητών ψηφοφόρων.

Με την οικονοµικοπολιτική κρίση, όµως, η ελληνική κοινωνία ξεβρακώθηκε, αποκαλύπτοντας την πνευµατική και πολιτισµική της ασχήμια. Το προαναφερθέν κλισέ έγινε για κάποιους «Χρυσή Αυγή που σας χρειάζεται», ο άλλοτε γραφικός χριστιανικός όχλος αποκτά πλάτες με την βοήθεια της ναζιστικής αυτής γκρούπας, επιχειρώντας να λιντσάρει τους ηθοποιούς του Corpus Cristi για λόγους «βλασφημίας» πριν δύο χρόνια (όπως ακριβώς συμβαίνει και σε πολλές θεοκρατικές κοινωνίες). Η συγκέντρωση/ στοίβαξη µεγάλου αριθµού µεταναστών στα αστικά κέντρα, που προστίθεται στο ήδη διογκωμένο πλεονάζον για τον καπιταλισμό εργατικό δυναμικό, η αύξηση της εγκληµατικότητας ως συνέπειας της  ανέχειας και της ανισότητας, και η  ρατσιστική προπαγάνδα  των ΜΜΕ (που τη μία παριστάνουν τους θεσμικούς αντιφασίστες και την άλλη επιχειρούν να παρουσιάσουν το«ανθρώπινο» πρόσωπο νεοναζιστών) εδώ και αρκετά χρόνια,  συνέβαλαν ώστε ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού να οδηγηθεί, είτε με πλήρη συνείδηση της επιλογής του είτε διαμαρτυρόμενο, είτε  στη νεοναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής, είτε στη συντηρητική ακροδεξιά (Νέα Δημοκρατία – ΛΑ.Ο.Σ).

Έτσι, ο Μαλάκας της ιστορίας μας, κρύβεται πίσω απ΄την εθνική του σημαία, κουνώντας το δάχτυλο σ’ όλους όσους θεωρεί πως φταίνε για την κατάντια του: οι απεργοί, οι καταληψίες, οι διαδηλωτές, οι φοιτητές, οι μετανάστες, ΟΙ «αλήτες – προδότες – πολιτικοί». Αφού ανακαλυψε λοιπόν τους εχθρούς του, αναζητά και ένα…επιτυχημένο ιστορικό αντιπαράδειγμα. Έτσι, γίνεται ταυτόχρονα και νοσταλγός  της δικτατορίας  του Παπαδόπουλου, ή του Μεταξά (χωρίς, ωστόσο, κανείς να τον εμποδίζει να μεταναστεύσει σε μια χώρα που ένα τέτοιο καθεστώς έχει εδραιωθεί), αναπαράγοντας τις μπούρδες των φασιστολογίων που έχουν κατακλύσει το διαδικτυακό χώρο, χωρίς να αναζητήσει φυσικά πηγές και χωρίς να αναπτύξει έστω στο ελάχιστο την κριτική ιστορική γνώση, εξαργυρώνοντας µε χουντολαγνεία τη χρόνια αποπολιτικοποίηση του. Το κείμενο, λοιπόν, αυτό απευθύνεται κυρίως στον Μαλάκα, και έχει ως βασικό του στόχο να αποτελέσει σηµείο προβληµατισµού γι’ αυτόν, και όχι προϊόν εκ νέου αναπαραγωγής και παπαγαλισµού επιχειρηµάτων.

Ο ΜΑΖΑΝΘΡΩΠΟΣ

Τα απολυταρχικά καθεστώτα δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς την κοινωνία αυτή που θα στηρίξει τον ολοκληρωτισμό. Ο Χίτλερ, σε ομιλία του προς τα S.A είπε: «Ό,τι είσαστε, το είσαστε χάρη σ’ εμένα. Ό,τι είμαι, το είμαι χάρη σ’εσάς και μόνο». Ο ανθρωπολογικός τύπος που συμβάλει περισσότερο στην κυριαρχία και διαιώνιση των ολοκληρωτικών καθεστώτων, δεν είναι τόσο αυτός του κτήνους του βασανιστή ή του χαφιέ, αλλά ο μαζάνθρωπος, βασικό χαρακτηριστικό του οποίου είναι ο εθισμός στο lifestyle, στην εύκολη και ανέμελη ζωή, στο θέαμα και η απομόνωση ή έλλειψη φυσιολογικών κοινωνικών σχέσεων. Οι φασιστική δικτατορία του Μουσολίνι, τα στρατιωτικά καθεστώτα του Σαλαζάρ, του Πινοσέτ και του Παπαδόπουλου βάσιζαν την κυριαρχία τους όχι μόνο στις διώξεις των πολιτικών τους αντιπάλων, αλλά στην καλλιέργεια ενός ξένιαστου lifestyle, μιας συνεχόμενης και επαναλαμβανόμενης εικόνας μιας ατέλειωτου πανηγυριού, σαν να πρόκειται για το ακριβό περιτύλιγμα ενός  χαλασμένου προϊόντος, μια βιτρίνα που κρύβει τις πληγές μιας κοινωνίας  που αιμορραγεί αλλά όντας υπνωτισμένη από τα καταναλωτικά ναρκωτικά. Προκειμένου να καταλάβουμε καλύτερα, θα πρέπει να θυμηθούμε αρχικά την ταινία Roma  του Φεντερίκο Φελίνι, που απεικονίζει την ζωή των Ιταλών κάτω από το  φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Φελίνι περιγράφει με απόλυτη ακρίβεια το πρώτο βασικό στοιχείο που  συναντά κανείς στον φασισμό: η υλιστική ζωή, η πληθώρα των απολαύσεων  και οι θεατρικές επιθεωρήσεις μας δίνουν την εντύπωση ότι οι άνθρωποι κάτω από ένα τέτοιο καθεστώς ζουν ευχάριστα. Η κρατική βία και οι  διώξεις έρχονται σε δεύτερη μοίρα και συχνά δεν αγγίζουν τον όχλο ο οποίος έχει κυριολεκτικά παραλύσει (γι’ αυτό και άλλωστε είναι όχλος και  όχι πια πολίτες) μέσα σ’ ένα βαθύ κλίμα απο-πολιτικοποίησης, απάθειας ή  στείρας αναπαραγωγής κρατικής προπαγάνδας. (Η απο-πολιτικοποίηση  αποτελεί βασικό στοιχείο που οδηγεί στον ολοκληρωτισμό για την Hannah  Arendt). Τα θεάματα που τα καθεστώτα αυτά προσφέρουν είναι είτε αστείες παρωδίες δίχως πολιτικό περιεχόμενο, είτε προπαγανδιστικά show, με σκοπό να προσελκύσουν τον όχλο στο πανηγύρι του lifestyle. Οι μάζες αυτές προέρχονται από μια διάτρητη κοινωνία, στις οποίες έρχεται το εθνικιστικό συναίσθημα (ο εθνικισμός αποτελεί πάντοτε πεμπτουσία των περισσότερων στρατιωτικών καθεστώτων) να συγκολλήσει.

Η χρόνια αποπολιτικοποίηση, ο ζαμανφουτισμός, το κλείσιμο του καθενός στην ιδιωτική του σφαίρα, και η αποξένωση συνθέτουν το παζλ της κρίσης της δυτικής κοινωνίας, και της ελληνικής συμπεριλαμβανομένης. Τόση απο-πολιτικοποίηση και εθισμό στην κουλτούρα του κιτς και της ξενοιασιάς, πραγματικά θα τη ζήλευαν ακόμα και οι στρατιωτικοί δικτάτορες. Σε μια σύγχρονη Δυτική κοινωνία δεν χρειάζεται κάποιο καθεστώς να ασκήσει σωματική βία από τη στιγμή που τα ελέγχει τα Μέσα Ενημέρωσης και Ψυχαγωγίας, τα οποία έχουν πετύχει ν’ απομακρύνουν τον καθένα μας από την πολιτική σφαίρα, βομβαρδίζοντάς μας καθημερινά με εικόνες lifestyle, δημιουργώντας ψεύτικες ανάγκες, χτυπώντας την πιο κεντρική δομή του ανθρώπινου ενστίκτου, την ψυχή, όπως θα έλεγε και ο Φρόιντ, και ελέγχοντας τα συναισθήματα μέσα από προβαλλόμενες εικόνες, καλλιεργώντας το φαντασιακό της υπερκατανάλωσης. Έτσι το πολιτικό όν ο άνθρωπος μετατρέπεται σε μαζάνθρωπος, εθίζεται στον καταναλωτισμό και την απάθεια, αναζητώντας διεξόδους μέσα από τις διάφορες φετιχιστικές εικόνες και διαφημίσεις. Είχε άδικο, συνεπώς, ο Ουμπέρτο Έκο, όταν έλεγε πως σήμερα μόνο οι ηλίθιοι κάνουν πραξικοπήματα με τανκς, όταν υπάρχει τηλεόραση; Μιλάμε, συνεπώς, για την κρίση σαν να πρόκειται για ένα φαινόμενο των τελευταίων δύο-τριών ετών, αποφεύγοντας να εξετάσουμε τα μικρές φυσαλίδες της φούσκας που μόλις έσκασε. Η συστηματική διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων, η δημιουργία εθνικών μύθων, οι κατά καιρούς «μεγάλες ιδέες» (οι οποίες ξεκινούν από τη«πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικιά μας θα ναι» και φτάνουν στην Ευρωζώνη και τους Ολυμπιακούς Αγώνες), η διαχρονική ανευθυνότητα και υποκειμενικότητα στη διαχείριση και μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, η καλλιέργεια του πολιτισμού του σκυλάδικου, η συνολική απαξίωση της πολιτικής και η μετάλλαξη της σ’ ένα σόου τηλεκαρναβάλων, καθώς και πολλές άλλες φυσαλίδες αιωρούνται γύρω μας, καθώς εμείς συνεχίζουμε να βυθιζόμαστε όλο και πιο βαθιά στην ιδιωτική μας ζωή, αποστρεφόμενοι την συμμετοχή, την κοινωνικοποίηση και συνεχίζοντας την διαίρεση της κοινωνίας σε εκατομμύρια μικροσκοπικά «εγώ».

Όταν, όμως, έσκασε η μεγάλη φούσκα της κατανάλωσης, ο μαζάνθρωπος αυτός, ο άγνωστος μεταξύ αγνώστων, αναζητά μια νέα φούσκα για να κουρνιάσει μέσα της, να βρει την ασφάλεια που έχει χάσει, να πατήσει στη γη που έφυγε από τα πόδια του. Πώς, λοιπόν, θα αποφύγει ο μαζάνθρωπος το αυτομαστίγωμα στον οποίο καθημερινά τον καλούν η πολιτική τάξη, oι διεθνείς κι εγχώριες οικονομικές ελίτ, τα ΜΜΕ; ΄Πως θα ξεπεράσει και την ίδια του τη φυσική του ροπή προς την ιδιοτέλεια, την αδράνεια, τον φετιχισμό και την ασημαντότητα; Πώς θα απαλύνει τον πόνο της υπευθυνότητας, της αυτοκριτικής, πώς θ’ απομακρυνθεί και πάλι απ΄ τον δύσβατο δρόμο της κοινωνικής δημιουργίας που απλώνεται ανοιχτός μπροστά του; O εθνικιστικός ναρκισσισμός, και πάλι, θα του προσφέρει χείρα βοηθείας… έτσι ώστε να τον διαχωρίσει απ΄το γείτονα του, να του προσφέρει το βάθρο της (τάχα μου) φυλετικής ανωτερότητας, να δικαιολογήσει τα λάθη του παρελθόντος ρίχνοντας τις ευθύνες σε Εβραίους, ιλλουμινάτι, ψεκασμούς αεροπλάνων, μετανάστες και αριστερούς ή αναρχικούς.

Ο μαζάνθρωπος, λοιπόν, είναι εδώ. Είναι ο γείτονας με τον οποίο δεν έχουμε ανταλλάξει καλημέρα, είναι ο συνάδελφος στη δουλειά με τον οποίο δεν έχουμε πιει ποτέ ένα καφεδάκι, είναι η φουρνάρισσα την οποία δεν ρωτήσαμε ποτέ αν είναι καλά. Είναι μέσα σε σπίτι με κλειστά παντζούρια, σε αγέλαστο τραπέζι στο καφενείο, σε οθόνη υπολογιστή που μένει ανοιχτή εικοσιτετράωρα ολόκληρα. Κι όσο δεν κοινωνικοποιείται, όσο δεν ψάχνει για ζωή, τόσο η νέα φούσκα του εθνικού παραληρήματος τον παρασύρει εντός της. Ο μαζάνθρωπος δεν είναι πάντα ο Μαλάκας της ιστορίας μας. Ο Μαλάκας όμως είναι πάντα μαζάνθρωπος.

ΠΟΥΛΑ ΜΟΥ ΛΙΓΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ο Μαλάκας της ιστορίας μας είναι ένας άνθρωπος που δεν έχει ακόμη απογαλακτιστεί. Όπως στα πρώτα χρόνια της ζωής του, περίμενε το παραμύθι της μητέρας για να γλυκοκοιμηθεί, έτσι και στην ενήλικη ζωή του αναζητά το παραμύθι αυτό που θα τον κοιμίσει για τα καλά και θα τον ξεκουράσει στις αγκάλες, όχι του Μορφέα, αλλά του εκάστοτε εξουσιομανή. Τα απλοϊκά επιχειρήματα που θέτει ο Μαλάκας μας, κινούνται από το «τουλάχιστον τότε κοιμόμουν ήσυχα» και το «επί χούντας φτιάχτηκαν δρόμοι» έως το «δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο». Θα επιχειρήσουμε παρακάτω, όσο πιο σύντομα γίνεται, να εκθέσουμε τα χιλιοειπωμένα παραμύθια των χουντολάγνων.

Οι νεκροί του Πολυτεχνείου

Είναι τουλάχιστον προσβολή προς τις οικογένειες ανθρώπων που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία ν’ αναφέρονται απαξιωτικά σ’ αυτούς γνωστοί τηλεμαϊντανοί βουλευτές και κάθε λογής φασιστοειδή , άνθρωποι που δεν έχουν αγωνιστεί για τίποτε απολύτως, πέρα απ’ την τσέπη τους, αποκαλώντας τους «παραμύθια». Πέραν των νεκρών, χιλιάδες αγωνιστές βασανίστηκαν, πολλοί περισσότεροι αντιμετώπισαν την καθημερινή Κρατική Τρομοκρατία, τη ρουφιανιά, τη λογοκρισία, το κυνήγι, είτε επειδή αντιστέκονταν στο αυταρχικό καθεστώς, είτε απλά έτυχε να συγγενεύουν με κάποιον αγωνιστή, είτε επειδή απλά τολμούσαν να πουν ό,τι σκέφτονταν. Χωρίς να επεκταθούμε στο ζήτημα των μεθόδων τρομοκρατίας της Χούντας, καθώς και η βιβλιογραφία είναι μεγάλη, αλλά και το ζήτημα εκτενές, παραθέτουμε τη λίστα των νεκρών αγωνιστών του Πολυτεχνείου.

Σπυρίδων Κοντομάρης (ετών 57, δικηγόρος, 16.11.1973, ώρα 20.30)
Διομήδης Κομνηνός (ετών 17, μαθητής, 16.11.1973, ώρα 21.30)
Σωκράτης Μιχαήλ (ετών 57, εμπειρογνώμων ασφαλιστικής εταιρείας , 16.11.1973, ώρα μεταξύ 22.30 & 23.00)
Βασίλειος Φάμελλος (ετών 26, ιδιωτικός υπάλληλος, 16.11.1973, ώρα 23.30)
Torill Engeland Magrette (ετών 22, 16.11.1973, φοιτήτρια, ώρα 23.30)
Γεώργιος Σαμούρης (ετών 22, 16.11.1973, φοιτητής ώρα 24.00)
Δημήτριος Κυριακόπουλος (ετών 35, οικοδόμος 16.11.1973, βραδυνή ώρα )
Σπύρος Μαρίνος (Γεωργαράς) (ετών 35, ιδιωτικός υπάλληλος, 16.11.1973, βραδυνή ώρα)
Νικόλαος Μαρκούλης (ετών 24 , εργάτης, 17.11.1973, πρωινή ώρα)
Αικατερίνη Αργυροπούλου (ετών 76, 17.11.1973, ώρα 10.00)
Στυλιανός Καραγεωργής (ετών 19, οικοδόμος, 17.11.1973, ώρα 10.15)
Μάρκος Καραμανής (ετών 23, ηλεκτρολόγος, 17.11.1973, ώρα 10.30)
Αλέξανδρος Σπαρτίδης (ετών 16, μαθητής 17.11.1973, ώρα 10.30-11.00)
Δημήτριος Παπαϊωάννου (ετών 60, διευθυντής ταμείου αλευροβιομηχάνων, 17.11.1973, ώρα 11.30)
Γεώργιος Γεριτσίδης (ετών 48, εφοριακός υπάλληλος, 17.11.1973, ώρα 11.30)
Βασιλική Μπεκιάρη (ετών 17, μαθήτρια, 17.11.1973, ώρα 12.00)
Δημήτρης Θεοδωράς (ετών 5 1/2, 17.11.1973, ώρα 13.00)
Αλέξανδρος Βασίλειος (Μπασρί) Καράκας (ετών 43, ταχυδακτυλουργός, 17.11.1973, ώρα 13.00)
Αλέξανδρος Παπαθανασίου (ετών 59, συνταξιούχος εφοριακός, 18.11.1973, ώρα 10.00)
Ανδρέας Κούμπος (ετών 63, βιοτέχνης, 18.11.1973, ώρα 11.00)
Μιχαήλ Μυρογιάννης (ετών 20, ηλεκτρολόγος, 18.11.1973, ώρα 12.00)
Κυριάκος Παντελεάκης (ετών 43, δικηγόρος, 18.11.1973, ώρα 12.00-12.30)
Ευστάθιος Κολινιάτης (ετών 47, 18.11.1973)
Ιωάννης Μικρώνης (ετών 22 φοιτητής, συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών)

Η οικονομία επί χούντας

Η ελληνική ακροδεξιά, έχοντας εξασφαλίσει την συμμετοχή του Κράτους και των ΜΜΕ στην συστηματική συσκότιση της Ιστορίας, διατείνεται πως η (αμερικανοκίνητη) χούντα των συνταγματαρχών αποτέλεσε ένα «οικονομικό θαύμα», ενώ στην πραγματικότητα κατά την περίοδο αυτή επικράτησε η συνέχεια της πορείας που είχε αρχίσει να διαγράφεται από την αρχή της δεκαετίας του 60.  Οι ίδιοι οι συνταγματάρχες προέβαλαν ως επιχείρημα για το πραξικόπημα (εκτός από τον «κομμουνιστικό κίνδυνο») το φόβο του «οικονομικού χάους». Η οικονομική πραγματικότητα όμως της εποχής περιγράφεται ως εξής: «Η πρόοδος των τελευταίων πέντε ετών, όσον αφορά την αύξηση του εθνικού εισοδήματος και την βελτίωση του επιπέδου ζωής, βασίστηκε στη νομισματική σταθεροποίηση που επιτεύχθηκε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 50’ και ήταν συνέπεια των μηχανισμών αναπτύξεως που μπήκαν σε κίνηση και ενισχύθηκαν επιτυχώς στη δεκαετία 1957-1966. Στο τέλος του 1966 τα αποθέματα χρυσού και εξωτερικού συναλλάγματος ήταν εξαιρετικά μεγάλα. Κάτω από τέτοιες συνθήκες και με τέτοια ώθηση, η περαιτέρω πρόοδος της οικονομίας ήταν σχεδόν βέβαιη»[2]. Συνεπώς καταλαβαίνουμε ότι πραγματικά «φόβος οικονομικού χάους», δεν υπήρξε ποτέ (όπως ούτε «κομμουνιστικός κίνδυνος» απεδείχθη ποτέ πως υπήρξε).

Παρόλα αυτά η επιβολή του στρατιωτικού καθεστώτος, δημιούργησε κλίμα αβεβαιότητας προς την Ελλάδα διεθνώς. Κι έτσι υπήρξε πτώση στα έσοδα απ’ τον τουρισμό, μεταξύ 1967-1971, της τάξης των 200.000.000 δολαρίων. Συνυπολογίζοντας και τα κεφάλαια ύψους 200.000.000 δολαρίων που θα παραχωρούσε η Ε.Ο.Κ, μέσα στην τετραετία αυτή, τα οποία δεν δόθηκαν, το σύνολο φτάνει στα 400.000.000 δολάρια. Έτσι το στρατιωτικό καθεστώς προχώρησε σε «ενέργειες εκτάκτου ανάγκης» με βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα δάνεια με σκοπό την κάλυψη του ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών. Με αυτόν τον τρόπο και μέσα σε μια πενταετία (1966-1971), το εξωτερικό χρέος υπερδιπλασιάστηκε και συνολικά υπολογίζεται ότι έφτασε το ύψος των 2,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ο παρακάτω πίνακας  αποδεικνύει ξεκάθαρα τα κοινά χαρακτηριστικά της ευρύτερης περιόδου 60-73. Όπως βλέπουμε, το δημοσιονομικό έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ βρισκόταν στο 1,22% το 1966, ενώ το 1974 έφτασε το 2,76% του ΑΕΠ…Το 1961- 1966 οι ετήσιοι ρυθμοί ανάπτυξης κυμάνθηκαν από το 6,5% έως το 13,2%, και ο πληθωρισμός από 0% μέχρι 4,8% . Το 1967 -73 οι ρυθμοί ανάπτυξης «έτρεχαν» με ετήσιους ρυθμούς από 5,7% μέχρι 11,6%, ενώ πληθωρισμός με 0,3% έως το αρνητικό ρεκόρ 15,55% (το 1973).

Άλλο επιχείρημα των χουντολάγνων που υποστηρίζει την επταετή δικτατορία, είναι τα χαμηλά ποσοστά ανεργίας της εποχής. Φυσικά, αποκρύπτεται το γεγονός πως α)τα επίπεδα της ανεργίας κινούνταν στα ίδια περίπου επίπεδα και πριν το πραξικόπημα και β) πως η στατιστική της ανεργίας ήταν τεχνητή, αφού οι εν δυνάμει εργαζόμενοι πολίτες μετανάστευαν μαζικά προς το εξωτερικό, όπως δείχνει και ο παρακάτω πίνακας.

¨Έτος

Χιλιάδες

¨Έτος

Χιλιάδες

1963 67,7 1967 30,8
1964 63,8 1968 56,9
1965 54,9 1969 90,3
1966 23,3 1970 83,6

Όσον αφορά τους «υψηλούς μισθούς» επί χούντας, η σκόπιμη διασπορά ψευδών πληροφοριών από φασιστολόγια μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί με μία ματιά στον παρακάτω πίνακα. Οι μόνοι μισθοί που στην αυξήθηκαν ήταν αυτοί των χρήσιμων υπαλλήλων του καθεστώτος: των στρατιωτικών…(έτσι εξηγούνται και οι «κόκκινες γραμμές» του Μιχαλολιάκου αποκλειστικά στις περικοπές στις ένοπλες δυνάμεις και τις δυνάμεις καταστολής-όπως περιγράφτηκαν στο λογύδριο του εντός του Κοινοβουλίου)

Συγκριτική αύξηση αποδοχών

                                                                           1963-66

1967-70

1968-71

Δημόσιοι υπάλληλοι 9 7,5
Στρατιωτικοί 10 13
Υπάλληλοι δημοσίων επιχειρήσεων-τραπεζών 8,8 4,7
Ωραία αμοιβή στη Βιομηχανία 9,3 8,8 6,3
Εβδομαδιαίες αποδοχές στη Βιομηχανία 8,8 8,6 8,6
Μηνιαίοι μισθοί στη Βιομηχανία 7,8 7,7 6,9
Μίνιμουμ μισθοί (άνδρες) 8 8,4 5,4

 

Μέσα διακυβέρνησης της χούντας

Αν συνοψίζαμε τα μέσα διακυβέρνησης της χούντας σε δέκα λέξεις, αυτές θα ήταν οι εξής: lifestyle, καλλιέργεια ενός κλίματος απο-πολιτικοποίησης, εθνικιστικός λαϊκισμός, υποσχέσεις, τρομοκρατία, διώξεις, μεταθέσεις, εκκαθαρίσεις, παροχές, λογοκρισία, απειλές.

Η δικτατορία της 21ης Απρίλη για να μπορέσει να μπορέσει να κυβερνήσει, απαγόρευσε τα πολιτικά κόμματα, διέλυσε τα εργατικά και επαγγελματικά σωματεία, διέλυσε κάθε οργάνωση που είχε κάποιο κοινωνικό περιεχόμενο. Στη συνέχεια απέλυσε τους υπάρχοντες δικαστικούς ώστε να τρομοκρατήσει και τους υπόλοιπους και προώθησε αυτούς που είχαν δεθεί με την δική τους πολιτική. Παρόλα αυτά η χούντα δεν μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη στους τακτικούς δικαστές κι έτσι, εγκατέστησε στρατοδικεία σε ολόκληρη τη χώρα, που θα εφάρμοζαν πιστά τις εντολές της.

Η ίδια τακτική ακολουθείται και στους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού σε κάθε κλίμακα. Απολύουν μερικούς και τρομοκρατούν τους άλλους. Στο στρατό το παιχνίδι τους είναι περισσότερο πολύπλοκο. Μετά το βασιλικό πραξικόπημα της 13/12/67 έχουν όλη την άνεση να τον εκκαθαρίσουν από τα στοιχεία που δεν θα πειθαρχήσουν σ’ αυτούς. Μα δεν αρκούνται μόνο σ’ αυτό. Πρέπει να προωθήσουν και να αποστρατεύσουν όλους τους αξιωματικούς που είχαν μεγαλύτερο βαθμό από αυτούς, γιατί διαφορετικά οι ανώτεροι αξιωματικοί ποτέ δε θα πειθαρχούσαν σε κατώτερούς τους. Η επετηρίδα έχει μεγάλη σημασία γι’ αυτούς. Αλλά δεν περιορίζονται μόνο σ’ αυτό. Αποστρατεύουν και μια σειρά καθαρά χουντικούς αξιωματικούς για να τους χρησιμοποιήσουν αμέσως σε επίκαιρα σημεία του κρατικού μηχανισμού. Οι αξιωματικοί που επιλέγονται για το σκοπό αυτό προάγονται, παίρνουν μια καλή σύνταξη και στη συνέχεια διορίζονται σε υψηλές δημόσιες  θέσεις με πολύ μεγάλο μισθό. Προωθεί γρήγορα νεότερους αξιωματικούς σε ανώτερους βαθμούς και φυσικό είναι, οι αξιωματικοί αυτοί να γίνονται πιστοί και αφοσιωμένοι στη χούντα. Και θα υποστηρίζουν τη χούντα, γιατί αν ανατραπεί και επανέλθουν οι διωγμένοι αντίθετοι της χούντας, θα πρέπει να υποβιβασθούν. Με παρόμοιο τρόπο λειτουργούν και με τους πολίτες της χώρας, έτσι ώστε να έχουν όση περισσότερη απήχηση και ανοχή από μέρος αυτών. Έτσι δεν λείπουν και τα ρουσφέτια προς μέρος της κοινωνίας που είναι φιλικά προσκείμενοι προς το στρατιωτικό καθεστώς, όπως χορήγηση χαριστικών δανεικών-κι αγύριστων από το Κράτος προς υποστηρικτές του καθεστώτος, χορήγηση αδειών κτλ.

Η χούντα χρησιμοποιεί το δημόσιο χρήμα για να δημιουργήσει γύρω της αφοσιωμένους ανθρώπους. Τον πρώτο καιρό μετά τη μεταπολίτευση το θέμα απασχόλησε επανειλημμένα τα ΜΜΕ, για προφανείς όμως λόγους οι σχετικές κατηγορίες ουδέποτε ερευνήθηκαν σε βάθος. Αποκαλυπτικά είναι δύο έγγραφα του τότε αρχηγού της ΚΥΠ Μιχαήλ Ρουφογάλη που αποκάλυψε ο «Ταχυδρόμος» (29/8 και 12/9/74), με το ενδοκαθεστωτικό φακέλωμα «δανείων άτινα θεωρούνται χαριστικά ή επισφαλή», καθώς και των παραγόντων που «παρενέβησαν» για τη χορήγησή τους. Το συνολικό ύψος των «χορηγηθέντων» δανείων ήταν 1.519.000.000 δρχ. και των «υπό έγκρισιν» 1.644.000.000 δρχ.Τα δισεκατομμύρια σκορπιούνται σε φίλους και γνωστούς, που υποτίθεται ότι κάνουν κάποια δημόσια έργα ή έχουν κάποια αποστολή. Μισθοδοτούν ένα πλήθος χαφιέδων που παρακολουθούν τους ανθρώπους σε κάθε τους βήμα. Όλοι όσοι θα περάσουν σαν στρατιώτες από την ΕΣΑ του Λαδά και του αρχιβασανιστή Ιωαννίδη θα μισθοδοτούνται σε συνέχεια σαν πληροφοριοδότες.Με τον τρόπο αυτό, δένει τους βασικούς κρίκους της διοίκησης με ανθρώπους αφοσιωμένους στη χούντα.

Λογοκρισία

«Έχετε υποχρέωσιν να δεχθήτε την σοβαρότητα της εγχειρήσεως και να μας βοηθήσετε», ήταν το πρώτο διάγγελμα του Παπαδόπουλου προς τους δημοσιογράφους, λίγες μέρες μετά την επιβολή της δικτατορίας.

Η πανομοιότυπη εμφάνιση των εφημερίδων που κυκλοφόρησαν από τη μεθεπόμενη του πραξικοπήματος, έδειχνε ξεκάθαρα την υποταγή τους στην άγρια λογοκρισία. Ίδια πρωτοσέλιδα, ίδιες επίσημες ανακοινώσεις και υπαγορευμένα δημοσιεύματα, ίδια σχόλια. Πέντε εφημερίδες έλειπαν από τις πρώτες κυκλοφορίες. Η «Αυγή» και η «Δημοκρατική Αλλαγή» που κάλυπταν τον αριστερό πολιτικό χώρο, των οποίων απαγορεύτηκε η κυκλοφορία, η «Ελευθερία», καθώς και οι συντηρητικές «Καθημερινή» και η «Μεσημβρινή». Από τις εφημερίδες που εκδόθηκαν, οι ακροδεξιές «Ελεύθερος Κόσμος» και «Εστία» υποστήριξαν ανοιχτά το καθεστώς (και η κυκλοφορία των οποίων δεν ξεπέρασε ποτέ τις τελευταίες θέσεις). Οι συντηρητικές και φιλοβασιλικές, «Ακρόπολις», «Απογευματινή» και «Βραδυνή» υποτάχτηκαν πλήρως στο καθεστώς λογοκρισίας. Δυσάρεστη έκπληξη προκάλεσαν στους αναγνώστες τους οι τέσσερις εφημερίδες, «Αθηναϊκή», «Βήμα», «Έθνος» και «Νέα», οι οποίες στην αρχική φάση τουλάχιστον αποδέχτηκαν τη λογοκρισία των συνταγματαρχών. Λίγες μέρες μετά, η κεντροαριστερή «Αθηναϊκή» σταμάτησε την έκδοσή της.  Η εφημερίδα «Έθνος» χτυπημένη από τα βαριά πρόστιμα και τη φυλάκιση των εκδοτών της ,λόγω της έντονης κριτικής στο καθεστώς και της δημοσίευσης συνέντευξης του οικονομολόγου Ζίγδη για το κυπριακό ζήτημα, σταμάτησε την έκδοσή της την 1.4.1970.

Τα «καθαρά χέρια» της χούντας

Μπορεί οι στρατιωτικοί δικτάτορες να μη χαιρετούσαν ναζιστικά, όπως οι σημερινοί νοσταλγοί τους στο κοινοβούλιο, όμως ούτε «καθαρά χέρια» είχαν (όπως φυσικά ούτε οι μαχαιροβγάλτες της νεοναζιστικής συμμορίας έχουν). Τα σκάνδαλα της χούντας δεν ήταν ούτε λίγα, ούτε ασήμαντα (όπως ούτε αυτά των κοινοβουλευτικών συνεχιστών τους φυσικά).

Το πρώτο πράγμα που φρόντισαν να νομοθετήσουν ήταν η αύξηση του μισθού τους.  Με τον Α.Ν. 5 του 1967, ο μισθός του πρωθυπουργού υπερδιπλασιάστηκε (από 23.600 σε 45.000 δρχ), των υπουργών και υφυπουργών αυξήθηκε από 22.400 σε 35.000 δρχ, ενώ θεσπίστηκαν -για πρώτη φορά- ημερήσια «εκτός έδρας» 1.000 και 850 δρχ αντίστοιχα («Πολιτικά Θέματα» 5/10/73). Ακολούθησαν, φυσικά, κι άλλες «τακτοποιήσεις», όπως η καταχρηστική στεγαστική αποκατάσταση «αξιωματικών διαδραματισάντων εξέχοντα ρόλον» στο πραξικόπημα με ειδική ρύθμιση του 1970 («Πολιτικά Θέματα» 8/2/75).

Ο πρώτος νόμος «περί ευθύνης» υπουργών δεν είναι προϊόν των σημερινών συγκυβερνώντων ΝΔ-Πασοκ, αλλά της δικτατορίας των συνταγματαρχών που φρόντισαν να θεσμοθετήσουν τη μελλοντική ασυλία τους.Η χουντική νομοθεσία «περί ευθύνης υπουργών» (Ν.Δ. 802 της 30/12/1970) περιείχε «μεταβατική διάταξη» (§ 48) βάσει της οποίας δίωξη υπουργού ή υφυπουργού της χούντας μπορούσε να γίνει μόνο με απόφαση των… συναδέλφων του. Επιπλέον, όλα τα «εγκλήματα διά τα οποία δεν ησκήθη ποινική δίωξις μέχρι της ημέρας συγκλήσεως» της μελλοντικής Βουλής θεωρούνταν αυτομάτως παραγεγραμμένα! Όλα αυτά θα μπορούσαν, βέβαια, να επιτευχθούν με μία ομαλή μετάβαση σε ένα ψευδοδημοκρατικό καθεστώς, σχέδιο που τίναξε στον αέρα η εξέγερση του Πολυτεχνείου και το έγκλημα που διέπραξαν στην Κύπρο.

Από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα ήταν αυτό του Τομ Πάπας και της εταιρείας Esso Pappas. Σύμφωνα με κατάθεση του δημοσιογράφου Η. Δηματρακόπουλου στο αμερικάνικο κογκρέσο, η χούντα διοχέτευσε στο ταμείο της εκστρατείας του Νίξον 549.000 δολάρια σε μετρητά για τη προεκλογική εκστρατεία του το 1968. Το ποσό αυτό προερχόταν από τα κονδύλια που η CIA διοχέτευσε στην ελληνική ΚΥΠ, για την αντικομουνιστική της εκστρατεία. Η χρηματοδότηση γινόταν με εντολή του Παπαδόπουλου, μέσω του διοικητή της ΚΥΠ Μιχάλη Ρουφογάλη (δηλαδή ξέπλυμα χρημάτων μέσω του Πάπας). Το αντάλλαγμα για τον Πάπας από τη Χούντα ήταν ευνοϊκές συμβάσεις με το ελληνικό δημόσιο (οι οποίες είχαν αμφισβητηθεί από την Ένωση Κέντρου). «Το μερίδιό του στην Ελλάδα περιλαμβάνει την πολυδιαφημισμένη προνομιακή σύμβαση για την COCA-COLA, μονοπώλιο του δικαιώματος αγοράς της ντομάτας της Δυτικής Ελλάδας, και ένα σύμπλεγμα πολλών εκατομμυρίων δολαρίων από χημικές και χαλυβουργικές εγκαταστάσεις, διυλιστήρια και στόλους πετρελαιοφόρων» (ριζοσπάστης, 29.4.2000). Από τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά «επιτεύγματά» του ήταν η εξασφάλιση άδειας για τη δημιουργία εργοστασίου εμφιάλωσης της Κόκα-Κόλα στην Ελλάδα. Η αμερικανική πολυεθνική προσπαθούσε για μια δεκαετία να μπει στην ελληνική αγορά, χωρίς αποτέλεσμα. Επίσης, ένας προσωπάρχης του Τομ Πάπας με σκανδαλώδες παρελθόν, ο Παύλος Τοτόμης, διορίστηκε το 1967 υπουργός Δημόσιας Τάξης και κατόπιν πρόεδρος της ΕΤΒΑ.

Χαρακτηριστικός ήταν και ο νεποτισμός των δικτατόρων:

  • Ο Μακαρέζος διόρισε υπουργό Γεωργίας (κι αργότερα Βορείου Ελλάδος) τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Ματθαίου.
  • Ο Λαδάς έκανε τον ένα ξάδερφό του διοικητή της ΑΣΔΕΝ και τον άλλο γ.γ. Κοινωνικών Υπηρεσιών.
  • Ο γαμπρός του Παττακού Αντρέας Μεϊντάσης επιδόθηκε σε μπίζνες με το Δήμο Αθηναίων από την κατασκευή του υπόγειου γκαράζ της Κλαυθμώνος μέχρι μια τεχνική μελέτη αξιοποίησης δημοτικού ακινήτου, ύψους 1.109.000 δρχ.
  • Τα αδέρφια του αρχηγού βολεύτηκαν κι αυτά. Ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος ως στρατιωτικός ακόλουθος, γ.γ. του υπ. Προεδρίας, περιφερειακός διοικητής Αττικής και «υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ». Ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος αναρριχήθηκε αστραπιαία στην υπαλληλική ιεραρχία για να αναλάβει γ.γ. Δημ. Τάξεως. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα βαθμοφόρου υφισταμένου του, «μένει γνωστός σαν «μπον φιλέ» γιατί, τυλιγμένος σε χειμωνιάτικο παλτό, τρέχει νύκτα μαζί με αξιωματικούς αστυνομίας πόλεων στα καμπαρέ σαν γκάγκστερς και τρώγουν φιλέτο» (Αλέξανδρος Δρεμπέλας, «Ο θρήνος του χωροφύλακα», Αθήνα 1998, σ. 118)

Η αισθητική των καραβανάδων

«Καλή τέχνη είναι αυτή που είναι καλή για την Μητέρα Πατρίδα» γράφει ο συνταγματάρχης Λαδιάς. Και όπου «Μητέρα Πατρίδα» μπορείτε ελεύθερα να συμπεράνετε το στρατιωτικό καθεστώς. Αποδεκτή μορφή τέχνης για την δικτατορία είναι αυτή που εξυμνεί το καθεστώς ή τουλάχιστον δεν το ενοχλεί.Τα αυταρχικά καθεστώτα συνήθως φροντίζουν με φτηνά υποκατάστατα κουλτούρας να κρατούν «τις μάζες σε κατάσταση ικανοποιημένης νάρκης», όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Ρ. Ρούφος, δείχνοντας  ανοχή σε «ουδέτερες» εκδηλώσεις.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι η κυριολεκτικά «πτωχή τω πνεύματι» κληρονομιά που άφησε πίσω της η Χούντα, ενθαρρύνοντας κάθε είδους ανόητη δημιουργία μόνο και μόνο επειδή αυτή τύχαινε να την εγκωμιάζει ή να κρατά τον κόσμο μακριά από επικίνδυνους στοχασμούς, μας εκπλήσσει ακόμα και σήμερα. Σε κάποιες περιπτώσεις δε, έχει αφήσει ευδιάκριτα τα ίχνη της, κυρίως στον κόσμο της τηλεόρασης και στον πολεοδομικό σχεδιασμό. Ως προς την αισθητική της αρχιτεκτονικής των «ψηλών κτιρίων», που χτίστηκαν κατά κόρον την περίοδο της δικτατορίας κι έχουν ταυτιστεί με τον αυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος (κοντινότερο στους φοιτητές παράδειγμα, το γυάλινο κτίριο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο), αρκεί να υπενθυμίσουμε τη δήλωση του Παττακού, που υποστηρίζει ότι οι επόμενες γενιές θα τον ευγνωμονούν για την απόφασή του να αυξήσει κατά 40% το επιτρεπόμενο ύψος δόμησης [3]

Η δικτατορία φρόντιζε να χαρίζει δωρεάν θέαμα στο κοινό, με τις θρυλικά αντιαισθητικές  εκδηλώσεις  της στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου προσπαθούσε να «εξυψώσει το πατριωτικό συναίσθημα» σε δίχως αρχή και τέλος δρώμενα, όπου συνευρίσκονταν σπαρτιάτικες φάλαγγες, βυζαντινοί αυτοκράτορες, τσολιάδες, γιγάντιοι αστραφτεροί φοίνικες-άρματα, ενώ στην άλλη άκρη του γηπέδου χόρευαν καλαματιανό και τσάμικο…με σκοπό το«ομαδικό τραγούδι να διαλύσει την ατομικότητα εντός του συνόλου και να επισφραγίσει το ψυχολογικό ενιαίο των ατόμων» . Σταθμός, όμως, στην πνευματική ζωή της χώρας και ένδειξη των «υψηλών» αισθητικών κριτηρίων που διέθετε η Χούντα αποτελεί η «ποιητική έξαρση» που παρατηρήθηκε τα πρώτα χρόνια μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα, την οποία αξιοποίησε η κυβέρνηση εκδίδοντας το 1969 τη «Λαϊκή Μούσα», συλλογή στίχων από υποστηρικτές του καθεστώτος σε όλη τη χώρα. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα είναι το εξής:

«Μεσ’ τον Απρίλη έφθασαν
τρεις μάγοι με τα δώρα
Ο Γιώργος Παπαδόπουλος
κι ο Παττακός στην ώρα.
Ακόλουθα στέκει πιστός
ο Νίκος Μακαρέζος
που στάθηκε στο ραντεβού
και τώρα σαν Εγγλέζος».
(Πρόδρομος Σακελάριος Μιχαηλίδης, ιερέας)

ΑΠΕΥΘΥΝΣΗ ΣΤΟ ΜΑΛΑΚΑ

«Για ένα απροσδιόριστο ακόμη χρονικό διάστημα, την Ιστορία θα κινούν οι δυνάμεις της βίας και του χρήματος, ενάντια στα συμφέροντα των λαών και στην αλήθεια των ανθρώπων» (Albert Camus)

Σ’ έναν κόσμο που βαλτώνει στην καταπίεση, την ανισότητα, την εξαθλίωση, οι κάθε λογής τσοπάνηδες βγαίνουν στο λιβάδι προσπαθώντας να μαντρώσουν όσο περισσότερους μπορούν, γύρω από τα (παρα)πολιτικά τους μαντριά. Αν, λοιπόν, αγαπητέ Μαλάκα της ιστορίας έχεις σκοπό να σταματήσεις βελάζεις, ν΄ αρχίσεις να μιλάς, κι από υπήκοος να πάρεις το ρόλο του Πολίτη, τότε καλό θα ΄ταν  να μην ψάχνεις την ασφάλεια σε εύπεπτα παραμυθάκια. Ο Παπαδόπουλος ψόφησε, οι μικροί δικτάτορες της δημοκρατίας όμως ζουν και βασιλεύουν, δημιουργώντας μεγάλες ολιγαρχίες. Καιρός να σταματήσουμε ν’ αναζητούμε δικτάτορες κι ολιγαρχίες. Καιρός να επιτεθούμε…

«Η εσχάτη ταπείνωση, θα οδηγήσει σε κάποια αντίδραση» (Κ.Παλαμάς)

Σημειώσεις:
[1] Να υπενθυμίσουμε πως όποιος θα χαρακτήριζε υπερβολική την κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας που σχηματίστηκε εκτάκτως από τον τεχνοκράτη Λ.Παπαδήμο, ανατρέποντας τον Γ.Παπανδρέου, πως τα δικτατορικά πραξικοπήματα στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχαν διάρκεια ζωής έξι μηνών (περίπου) και κύριο χαρακτηριστικό τους δεν ήταν η καταστολή όσο ο σφετερισμός μιας νόμιμης εξουσίας. Τα καθεστώτα αυτά συνήθως επικαλούνταν κάποια έκτακτη ανάγκη που με την περάτωσή της, έκλειναν τον κύκλο τους και παρέδιναν την εξουσία πάλι στους νόμιμους θεσμούς. Οποιαδήποτε ομοιότητα με την περίπτωση Μ.Μόντι και Λ.Παπαδήμου δεν είναι τυχαία.
(2)Γιώργου Γιαννόπουλου – RichardClogg 1976 «Η Ελλάδα κάτω από στρατιωτικό ζυγό»
(3)Εμμανουήλ Τραχανάς (2009), «Οικονομετρική ανάλυση των δυναμικών χαρακτηριστικών των διδύμων ελλειμμάτων: Η περίπτωση της Ελλάδας», Μεταπτυχιακή Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (link)
(3)Το Κιτς της Χούντας, Κλεονίκη Αλεξοπούλου
(4) Περικλής Ροδάκης, Η δικτατορία των συνταγματαρχών
(5) Σόλωνος Γρηγοριάδη, Ιστορία της δικτατορίας
(6) Χαρίτου Κορίζη, Το αυταρχικό καθεστώς 67-74
(7) Χάνα Αρέντ, Το ολοκληρωτικό σύστημα
(8) Βίλχελμ Ράιχ, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού
(9) Ελευθεροτυπία,Ιός της Κυριακής, Εφτά χρόνια αρπαχτή

Συγγραφή: Μιχάλης Θ., Efor., Χριστοφορος Π.

Hannah Arendt, Το Ολοκληρωτικό Σύστημα

Η Χάνα Άρεντ, στο έξοχο βιβλίο της «Το Ολοκληρωτικό Σύστημα», αναλύει τη μορφή εκείνη των καθεστώτων που καταστρέφουν τον κοινωνικό ιστό και μετατρέπουν τον πολίτη σε εξατομικευμένο, αποξενωμένο μαζάνθρωπο. Εν ονόματι μιας άκαμπτης «επιστημονικής» ιδεολογίας και με το δίπτυχο προπαγάνδα – τρομοκρατία, τα καθεστώτα αυτά χρησιμοποιούν στο έπακρο τη ρητορική των μέσων ενημέρωσης και με την αστυνομία στο κέντρο της εξουσίας σκοπεύουν, απροκάλυπτα, στην κυριαρχία στο εσωτερικό αλλά και παγκόσμια.

Ο κίνδυνος για την ανθρωπότητα από καθεστώτα αυτού του είδους είναι εφιαλτικός, όχι τόσο γιατί αύριο μπορεί να εμφανισθεί ένας νέος Χίτλερ ή Στάλιν, αλλά γιατί το μικρόβιο του ολοκληρωτισμού δρα ακόμα και μέσα στις «δημοκρα-τικές» κοινωνίες μας.

Στην υπέροχη όσο και συγκινητική κατάληξη του βιβλίου της, η Άρεντ θεωρεί απαραμείωτη εγγύηση της ελευ­θερίας τον κάθε άνθρωπο. Ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε ότι ο άνθρωπος αυτός, στη δύσκολη αποστολή του, θα αντλήσει δύναμη και βοήθεια και από τη μελέτη του βιβλίου της Άρεντ.

Τα χαρακτηριστικά του κινήματος του Νοέμβρη

Στις 16 Δεκεμβρίου 1972 η Frankfurter Rundschau δημοσίευσε ένα άρθρο με τον τίτλο «Στην Ελλάδα δεν θα υπάρξουν οδοφράγματα». Στους μήνες που ακολούθησαν η διαπίστωση αυτή ενός ξένου ανταποκριτή διαψεύσθηκε επανειλημμένα. Έντεκα μήνες αργότερα, το Νοέμβρη του 1973, οι διαδηλώσεις των φοιτητών αποκορυφώθηκαν σε μια αληθινή εξέγερση. Η εξέγερση αυτή είναι ένα ορόσημο,όχι μόνο για το διάστημα της δικτατορίας, αλλά γενικότερα για τη μεταπολεμική εποχή, επειδή σπάει τους δεσμούς με τις παραδοσιακές πρακτικές και απορρίπτει τις παραδοσιακές ηγεσίες, θέτει νέους στόχους και περιλαμβάνει πια τις μάζες σα φορέα αντίστασης. Από τα ντοκουμέντα των διαφόρων αντιστασιακών ομάδων και οργανώσεων, καθώς κι από εκθέσεις μεμονωμένων ατόμων που έζησαν το Νοέμβρη, βγαίνουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

• Κέρδισε έδαφος η άποψη ότι μόνο ο αγώνας μπορεί ν’ ανατρέψει τη δικτατορία. Μέχρι τότε ο λαός είχε συμπεριφερθεί αδιάφορα, αφενός επειδή υποκλινόταν μπροστά στο νόμο των όπλων, αφετέρου επειδή εξαιτίας της πολιτικής ηγεσίας είχε απογοητευτεί. Στην αρχή ήλπιζα ότι οι «μεγάλοι σύμμαχοι» στη δύση θα ανέτρεπαν τη δικτατορία, πριν αντιληφθεί ότι η δικτατορία ήταν στην πραγματικότητα το πιόνι των δυτικών. Με τον καιρό, φυσικά, οι ψευδαισθήσεις αυτές έσβησαν. Έγινε επίσης σαφές ότι η «αντίσταση των οργανώσεων» ήταν όχι μόνο μια λαθεμένα ερμηνευμένη αντίσταση αλλά κι ότι έφερε τα χαρακτηριστικά των παραδοσιακών πολιτικών συνθηκών και δυνάμεων. Τo πέρασμα της μάζας από ένα λήθαργο σε μια αγωνιστική στάση, άρχισε βαθμιαία με τις φοιτητικές διαδηλώσεις από το τέλος του 1972 και ωρίμασε σ’ όλη τη διάρκεια του 1973. Η επίγνωση της αναγκαιότητας του αγώνα είναι,λοιπόν, το πρώτο πολύτιμο στοιχείο του αντιστασιακού κινήματος.

• Με την εξέγερση του Νοέμβρη,έγινε σαφές ότι μόνο η μαζική κινητοποίηση μπορεί να βάλει σε κίνδυνο το καθεστώς. Οι μεμονωμένες αντιστασιακές πράξεις, όσο διαπράττονται απομονωμένα, άφησαν μόνο μια θεατρική εντύπωση. Οι αντιστασιακές οργανώσεις που κατεύθυναν τη δραστηριότητα τους στο αντάρτικο πόλεων, χωρίς να δημιουργήσουν σύνδεση με τις μάζες, εξουδετερώθηκαν γρήγορα από το καθεστώς. Μόνο οι μάζες έθεσαν περιορισμούς στο καθεστώς και το απείλησαν επικίνδυνα. Έτσι, το καθεστώς εξαναγκάστηκε ν’ αντιδράσει, αλλάζοντας πρόσωπο και ξαναγυρίζοντας στην καταπίεση,

• Είναι σημαντικό να συγκεκριμενοποιήσουμε την έννοια «μάζες», στο πλαίσιο της εξέγερσης του Νοέμβρη, να την αναλύσουμε στα συστατικά της μέρη, για να ορίσουμε τις κοινωνικές ομάδες που μπορούν ν’ αναφερθούν σαν επαναστατικοί φορείς και στους οποίους πρέπει κανείς να ποντάρει σ’ ένα στρατηγικό σχέδιο. Όσο η έννοια «μάζες» γίνεται φετίχ και χρησιμοποιείται αδιαχώριστα,μπορεί να γίνει επικίνδυνη, καθώς είναι άδεια από περιεχόμενο. Στην επαναστατική πράξη, λοιπόν, σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, τα εκάστοτε συστατικά μέρη του όρου «μάζες» μεταβάλλονται, επειδή οι νέες κοινωνικές ομάδες κινητοποιούνται σε διαφορετικές καταστάσεις. Τα γεγονότα του Νοέμβρη ανάγονται στην πρωτοβουλία των φοιτητών, αυτοί ήταν η «ηγετική» δύναμη. Οι εργάτες, με τους οικοδόμους επικεφαλείς, ακολούθησαν και έδωσαν στο φοιτητικό κίνημα την ευρύτερη διάσταση και τη βαθύτερη προοπτική του μαζικού επαναστατικού κινήματος. Πάνω από 400 οικοδόμοι ενώθηκαν με τους φοιτητές στο Πολυτεχνείο, και μάλιστα ενάντια στις οδηγίες της ηγεσίας τους. Σε αυτούς προστέθηκαν, εργάτες της βιομηχανίας, μαθητές, υπάλληλοι, ελεύθεροι επαγγελματίας, αγρότες, διανοούμενοι κι επιστήμονες.

• Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό της εξέγερσης του Νοέμβρη είναι η αυτονομία του μαζικού κινήματος. Καμιά πολιτική οργάνωση, κανένα κόμμα, καμιά αντιστασιακή ομάδα δεν μπόρεσε να ηγηθεί των εξεγερμένων, που πρότασσε την αυτονομία και την αυτοδιαχείριση. Οι εκπρόσωποι της παραδοσιακής αριστεράς ήθελαν μάλιστα στην αρχή να καθοδηγήσουν την εκδήλωση καθώς τάχθηκαν ανοιχτά κατά της κατάληψης, καταγγέλλοντας ως προβοκάτορες τους καταληψίες…Ωστόσο, οι αυτόνομες δυνάμεις κατάφεραν να επιβληθούν κι ετσι, οι ίδιοι οι αγωνιστές αποφάσιζαν για τους στόχους και την πορεία του αγώνα. Αυτή η αυτονομία, έδωσε στο κίνημα την ορμή του, του έδωσε νόημα και αποτελεσματικότητα και τη δυνατότητα ν’ αναπτύξει νέες μορφές και μεθόδους αγώνα.

• Παραπέρα, μ’ αυτή την ανεξαρτησία της εξέγερσης από οποιαδήποτε επίδραση των πολιτικών οργανώσεων σχετίζεται το ζήτημα της τοποθέτησης στόχων. Τα πολιτικά συνθήματα της αρχής- «Κάτω η χούντα», «Δημοκρατία», Έξω οι Αμερικάνοι»- αντικαταστάθηκαν στην πορεία της εξέγερσης από συνθήματα όπως «Γενική Απεργία», «Λαϊκή Εξουσία», «Επανάσταση», ακόμη και «Κάτω το κράτος», «Κάτω η εξουσία». Αυτά τα συνθήματα μεταφέρθηκαν στους δρόμους και τα επανέλαβαν χιλιάδες συγκεντρωμένοι μπροστά στο Πολυτεχνείο. Μερικές φοιτητικές ηγεσίες προσπάθησαν να διαχωρίσουν τη θέση τους από τέτοια συνθήματα, ή να τα πνίξουν. Παραμένει ωστόσο γεγονός ότι οι στόχοι του κινήματος ορίστηκαν πλατύτεροι και με περισσότερες απαιτήσεις απ’ όσο το ήθελαν οι ηγεσίες.

• Σε μεικτές επιτροπές από φοιτητές κι εργάτες ανατέθηκε το καθήκον να μεταφέρουν το μήνυμα του αγώνα στον τόπο της δουλειάς, στα εργοστάσια. Λειτούργησε άψογα και οδήγησε με επιτυχία τον αγώνα, ένα αυτόνομα εξελιγμένο σύστημα από συνελεύσεις που γίνονταν ξεχωριστά – ανάλογα με την ομάδα που ανήκε ο καθένας- ή απο κοινού, καθώς και από μεικτές επιτροπές με ειδικά συγκεκριμένα καθήκοντα. Αυτή η ικανότητα της αυτοοργάνωσης από τη βάση, χωρίς τη «σοφία των ηγετών», είναι μια από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της εξέγερσης του Νοέμβρη!

Πηγές
Αντίσταση και Αντιπολίτευση 1967-1974, Μάριος Νικολινάκος
Οι Αμετανόητοι, Βάσος Γεωργίου’
Στα χρόνια της χούντας, Γιάννης Μανούσακας

Διαβάστε επίσης: Γιώργου Οικονόμου, Η αυτοοργάνωση και η αυτονομία του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος.


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-9e1

Η «δημοκρατία» τους και το πολιτικό ψέμα

Η λέξη δημοκρατία αποτελείται από τα συνθετικά ‘δήμος’ το σύνολο ή η συνέλευση των ανθρώπων που έχουν ίσα πολιτικά δικαιώματα  και ‘κράτος’ – δύναμη, εξουσία, κυριαρχία – . Ενώ στις λέξεις ‘μοναρχία’ και ‘ολιγαρχία’ το δεύτερο συνθετικό ‘άρχω’ σημαίνει ‘κυβερνώ, οδηγώ, κυριαρχώ’. Ο όρος, πάντως, ουσιαστικά δηλώνει το πολίτευμα εκείνο στο οποίο η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της συνέλευσης των εχόντων ίσα πολιτικά δικαιώματα. Ήταν μια μορφή ελλιπούς, μισής, ταξικής πολιτειακής συγκρότησης, μια συμφωνία μεταξύ όχι των δύνασται (της δυνατότητας να συμμετέχουν όλοι) αλλά των συστημικά υφιστάμενα ίσων.

Η λέξη παρουσιάζεται στον Ηρόδοτο, που έγραψε μερικά από τα πρωιμότερα σωζόμενα γραπτά, αλλά ίσως δεν χρησιμοποιήθηκε πριν το 440-430 π.Χ. Δεν είναι σίγουρο ότι η λέξη χρησιμοποιήθηκε από τη στιγμή της γέννησης της δημοκρατίας, αλλά από το 460 π.Χ. γνωρίζουμε την ύπαρξη του ονόματος “Δημοκράτης”, που προφανώς δόθηκε από τους γονείς στο παιδί τους ως ένδειξη δημοκρατικής νομιμότητας.

Στην νέα εποχή, τέλη του 18ου αιώνα, μέσω της Γαλλικής Επανάστασης (στην όποια κυριάρχησαν οι Ιακωβίνοι), επανήλθε στο ιστορικό προσκήνιο ο αρχαιοελληνικός όρος «Δημοκρατία» που μέσα σε δύο μόνον αιώνες κατόρθωσε, όχι ο ίδιος βεβαίως, αλλά μία παρωδία του που λέγεται αντιπροσώπευση – «Κοινοβουλευτισμός», να καλύψει ολόκληρη σχεδόν την ανθρωπότητα.

Σήμερα όλοι είναι, ή παριστάνουν ότι είναι … «Δημοκράτες», ο δε πλανήτης κατακλύζεται από… εμμεσο-«Δημοκρατίες» παντός είδους: αστικο-κοινοβουλευτικές, βασιλευόμενες, στρατοκρατικές, τηλεοπτικές, φασιστικές και πάει λέγοντας, προς αύξηση των δόσεων της διαστρεβλώσεως και της αχρηστεύσεως των εννοιών.

Δείτε μία επιθετική κατηγοριοποίηση της Δημοκρατίας ένα λογοπαίγνιο που θέλει αλά δεν μπορεί να αποκρύψει την πολιτική διαμεσολάβηση και την οικονομική εκμετάλλευση. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και ο καπιταλισμός, η κυβέρνηση και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, δεν σημαίνει τίποτα άλλο εκτός από δουλεία. Άλλωστε εμείς δεν παρασυρόμαστε από τις διάφορες λουσάτες συσκευασίες που διανθίζουν την δημοκρατία. Ένα είναι γεγονός, στη σύγχρονη εποχή έχουν υπάρξει και υπάρχουν δυο συστήματα και τα δυο ολιγαρχικά: το ένα φιλελεύθερο ολιγαρχικό, το άλλο δε-σποτικό ολιγαρχικό.

Ορίστε ο κήπος όπου ανθίζουν όλα τα δημοκρατικά λου-λούδια και όπως έχουν παρουσιαστεί τα κράτη σε παγκόσμιο επίπεδο σαν πολιτειακά μορφώματα από τις άρχουσες ελίτ: Αντιπροσωπευτική δημοκρατία, Βασιλευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, Σύστημα Γουεστμίνστερ, Προεδρική Δημοκρατία (Congressional system), Ημιπροεδρικό σύστημα, Σοσιαλιστική δημοκρατία, Σοβιετική δημοκρατία, Λαϊκή δημοκρατία, Χριστιανοδημοκρατία, Ισλαμική Δημοκρατία. Έννοιες, όπως: συμμετοχική δημοκρατία, δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Κόμματα, όπως: Χριστιανοδημοκρατικά, Σοσιαλδημοκρατικά, και πάει λέγοντας.

Στα τέλη του 18ου αιώνα, όπως ήδη προείπαμε, αν και η καρμανιόλα γκρέμισε την θεοκρατία και την μοναρχία , οι αστοί Ιακωβίνοι σφετερίστηκαν την μεγάλη λαϊκή επανάσταση η οποία δεν μπόρεσε να εγκαθιδρύσει την πραγματική Δημοκρατία, δηλαδή την Άμεση, παρά τις κραυγές αρκετών «Ορεινών» αλλά κι κύρια από τον αγώνα των πληβείων (αβράκωτων) ενάντια στην απάτη των εκπροσωπήσεων. Αυτό που επεκράτησε αργότερα παγκοσμίως, ήταν τελικά ο κυβερνητισμός και ο κρετίνικος αγγλικός κοινοβουλευτισμός (σύστημα Γουεστμίνστερ), ενώ από την γαλλική έκρηξη έμεινε τελικά ο ψευδεπίγραφος εξισωτισμός του «εγκαλιτέ» που είναι το ζητούμενο μέχρι σήμερα.

Η σύγχρονη δυτική πολιτική κουλτούρα έχει δημιουργηθεί επί τη βάσει αντιφατικών ιδανικών και ειδικά πάνω στην αντιφατική μετεξέλιξη της Γαλλικής Επανάστασης, της οποίας ο υποτιθέμενος μετασχηματισμός σε πολιτιστική πραγμα-τικότητα, σήμαινε την σταθεροποίηση και την εξασφάλιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των τυπικών αστικών ελευθεριών, βρίσκοντας την ιστορική ολοκλήρωση της στον αμερικανισμό, την πρώτη σύγχρονη δουλοκτητική κοινωνία και στην εξέλιξή της δε σε ένα από τα πιο κοινωνικά ανάλγητο σύστημα. Τι να πούμε όμως για την άλλη Μεγάλη Επανάσταση, την Ρώσικη, που την σφετερίστηκαν οι μπολσεβίκοι και παρόλες τις μεγάλες προσδοκίες που καλλιέργησε στην σκλαβωμένη ανθρωπότητα, έπαψε πολύ σύντομα να είναι “εγκαλιτέ” και “λιμπερτέ” (ελευθερία και ισότητα).

Πάντως από την γέννηση της η δημοκρατία εμπεριείχε την κοινωνική μερικότητα και τον αποκλεισμό και προπάντων την αποφυγή από τους αρχαίους και νυν δημοκράτες της αναγκαίας χειρονακτικής εργασίας (στις μέρες μας βρώμικης, μαύρης εργασίας), που κρατάει την ζωή και την κοινωνία σε ένα ανεκτό ανθρωπινό επίπεδο διαβίωσης. Ήταν ένα μισο αριστοκρατικό σύστημα, όπως είναι στις μέρες μας το λεγόμενο αξιοκρατικό σύστημα. Έκτατε το ζητούμενο για τους δούλους, τους είλωτες, τους πληβείους, τους σκλάβους και τους προλετάριους, ήταν η διεύρυνση αυτής της δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα, πολιτικό, οικονομικό κοινωνικό, και γι΄αυτό επιζητείται να είναι κάτι παραπάνω από άμεση, δηλαδή αναρχική.

2. ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΨΕΜΑ

Ο σύγχρονος πολιτικαντισμός και το πολιτικό ψέμα γεννήθηκε μαζί με τη κοινοβουλευτική δημοκρατία στην Ευρώπη του τέλους του 19ου αιώνα, για έναν απλό λόγο: τότε προέκυψε η ανάγκη εξαπάτησης των μαζών. Έκτοτε, οι τεχνικές της δημόσιας πολιτικής υποκρισίας εμπλουτίστηκαν με τη βοήθεια επικοινωνιολόγων, διαπλαστών της κοινής γνώμης (δημοσιογράφων), καλλωπίστηκαν από στυλίστες και διαδόθηκαν από τους μηχανισμούς της τηλεο­πτικής προπαγάνδας.

Πότε καταγράφτηκε το πολιτικό ψέμα

Ήδη ο Πλάτωνας στην “Πολιτεία” του ει­σάγει την έννοια του «γενναίου ψεύδους» -ενός κατασκευασμένου μύθου – στον ο­ποίο θα βασίζεται η σταθερότητα της πο­λιτείας «Τα επανορθωτικά ιαματικά ψέματα μια κυβέρνηση δεν πρέπει να τα περιμένει από τους ποιητές. Η εφεύρεση τέτοιων μύ­θων πρέπει να είναι αποκλειστικό προνό­μιο της πολιτείας υποστηρίζει, ως γνή­σιος υπέρμαχος της ολιγαρχίας. Ενώ ο έτερος απολογητής της κυριαρχίας Αριστο­τέλης, έχει άλλη γνώμη και θεωρεί πως τα ψεύδη έστω και αν βαφτίζονται γενναία, χρήσιμα ή ιαματικά είναι επικίνδυνα και μπορεί να φέρουν στάσεις και ταραχές.

Πότε γενικεύτηκε το πολιτικό ψέμα

Λες ψέματα στο λαό όταν χρειάζεται να τον πείσεις. Οι ελέω θεού μονάρχες και οι απο­λυταρχικοί ηγέτες δεν είχαν τόσο άμεση α­νάγκη να πείσουν τις μάζες, αφού σπάνια απευθύνονταν σ’ αυτές. «Ο Μπίσμαρκ πιθα­νότατα δεν είχε απευθυνθεί ποτέ παρά μόνο σε ακροατήρια ηγετικών στρωμάτων» ση­μειώνει ο Ερικ Χομπσμπόουμ στην “Εποχή των αυτοκρατοριών” (άλλωστε στην περίπτωση αυτή λειτουργούσε ακόμα το μέγα ψεύδος του Ελέω Θεού μονάρχη). Σύμφωνα με τον βρετανό ιστορικό, το πολιτικό ψέμα γενικεύτηκε με τη σταδιακή επικράτηση της ρεπουμπλικανικής δημοκρατίας και της καθολικής ψήφου στην Ευρώπη και την άνθιση του λαϊκού Τύπου ως μέσου πολιτικής προπαγάνδας στα τέλη του 19ου αιώνα: «Ο αυξανόμενος εκδημοκρατισμός καθιστούσε αδύνατο τον δημόσιο διάλογο με κάποιους ελάχιστους όρους ειλικρίνειας.

Ποιος υποψήφιος θα ήθελε να πει στους ψηφοφόρους του – σύμφωνα με την Χαμπιανή λογική- ότι τους θε­ωρούσε υπερβολικά ηλίθιους και αμαθείς για να κρίνουν την καλύτερη λύση στην πο­λιτική και ότι τα αιτήματα τους δεν ήσαν μόνο παράλογα, αλλά και επικίνδυνα για το μέλλον της χώρας;». Έτσι, μαζί με την πρώτη μαζική προεκλογική εκστρατεία που εγκαινιάστηκε από τον Γκλάντατον στη Βρετανία το 1879, λίγο αργότερα και σε όλη την Ευρώπη, μαζικοποιήθηκε και το πολιτι­κό ψεύδος όπως το ακούμε, επεξεργασμένο και εξελιγμένο, ως σήμερα.

Πότε ξεκίνησε το “ οφ δι ρέκορντ

Περιστοιχισμένοι από ρεπόρτερ που θα μετέφεραν τα λόγια τους και στο πιο απόμα­κρο «συνοικιακό ταβερνείο», οι πολιτικοί της Δημοκρατίας έπρεπε να γίνουν εξπέρ στη διπροσωπία. Ο εκδημοκρατισμός έφερε την πολιτική κοινωνιολογία, αλλά και τη δημόσια πολιτική υποκρισία. Μόνη διέξο­δος ειλικρίνειας για τους επαγγελματίες ψεύτες της πολιτικής, οι κλειστές λέσχες των τζέντλεμαν και οι κατ’ ιδίαν συναντή­σεις, πρόδρομοι της διαδρομολογίας και του «οφ δι ρέκορντ»: «Όταν οι άνδρες που κυβερνούσαν ήθελαν πραγματικά να πουν αυτό που εννοούσαν, στο εξής ήσαν αναγκα­σμένοι να το κάνουν στους διαδρόμους της εξουσίας, στις λέσχες, στις ιδιωτικές κοινω­νικές συναθροίσεις, στις κυνηγετικές διορ­γανώσεις ή τα Σαββατοκύριακα στις εξοχι­κές επαύλεις, όπου τα μέλη των ηγετικών στρωμάτων συναντιόνταν σε ατμόσφαιρα πολύ διαφορετική από τις παρωδίες μονομαχιών στις κοινοβουλευτικές συζητήσεις ή στις δημόσιες συγκεντρώσεις». Ερικ Χομπσμπόουμ “Η εποχή των αυτοκρατοριών”.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το χάσμα ανάμεσα στον δημόσιο λόγο και την πολιτική πραγματικότητα καυτηριάζεται με δηλητηριώδεις χιουμοριστικές ατάκες, όπως η παρακάτω: “Η καταραμένη εξουσία που στηρίζεται στην προνομία και συνοδεύε­ται από γυναίκες, σαμπάνια και μπριτζ κα­τέρρευσε: ήλθε τώρα η Δημοκρατία που συνοδεύεται από γυναίκες, σαμπάνια και μπριτζ”, γράφει ο άγγλος συγγραφέας Χίλερ Μπέλοκ, με αφορμή την εκλογική νίκη των Φιλε­λευθέρων στην Αγγλία το 1906.

Τι έχει αλλάξει ως σήμερα

Το πάντα και τίποτα. Το ραδιόφωνο πρώτα και η τηλεόραση μετά εκδημο­κράτισε το ψεύδος, εμπλούτισε τις τεχνι­κές του, έφερε τα πρόσωπα πιο κοντά μας, με γκρο πλαν και ζουμ στη “γλώσσα του σώματος”, άρα προσωποποίησε και τελειο­ποίησε τις τεχνικές εξαπάτησης. Η προσω­ποποίηση της πολιτικής, η τάση να ψηφί­ζουμε πρόσωπα, όχι πολιτικές προτάσεις δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο και απόρ­ροια της τηλεπολιτικής. Όπως διαπιστώνει ο αμερικανός Μάρει Εντελμαν στην «Κατασκευή του πολιτικού θεάματος», όσο λιγοστεύουν οι προγραμμα­τικές διαφορές ανάμεσα στα κόμματα τόσο οι πολιτικοί ηγέτες προβάλλουν στυλιστικές διαφορές και αντιθέσεις, πουλάνε μια κατασκευασμένη ηγετική φυσιο-γνωμία, αυτοπαρουσιάζονται ως «μοναδικές επι­λογές», προσφέροντας κάτι διαφορετικό από τους αντιπάλους τους σε θέμα στυλ, προσωπικότητας, άσκησης πολιτικής, συ­ναίσθησης ή ευφυΐας».

Ποιες είναι οι διαχρονικές συμβουλές του πολιτικού ψεύδους

Απαραίτητα εγχειρίδια για τους σύγχρο­νους πολιτικάντηδες είναι, φυσικά, ο «Ηγεμόνας» του Μακιαβέλι, η «Τέχνη της πολιτικής ψευδολογίας» του Τζόναθαν Σουίφτ και το «Εγχειρίδιο προε­κλογικής εκστρατείας» του Ρωμαίου ρήτο­ρα και πολιτευτή Κικέρωνα.

Διαβάζοντας το εγχειρίδια του Κικέρωνα ανακαλύπτουμε ότι σήμερα, 2.000 χρόνια αργότερα, κάποια πράγματα παραμέ­νουν αναλλοίωτα όπως το ρουσφέτι και οι χαμογελαστές χαιρετούρες: “Τα ρου­σφέτια πρέπει να τα διαφημίζεις και να τα προβάλλεις, φροντίζοντας να είσαι προσι­τός μέρα και νύχτα, κρατώντας ανοιχτή όχι μόνο την πόρτα του σπιτιού σου, αλλά και την έκφραση του προσώπου σου, που εί­ναι το κατώφλι της ψυχής σου”.

Να αναφέρουμε επίσης ότι η λέξη πελατεία είναι και αυτή λατινική και σήμαινε στην κυριολεξία την εξής διαδικασία: κάθε Ρωμαίος άνεργος πολίτης δικαιούταν επίδομα ανεργίας το οποίο δίνονταν σε ποσότητα σιταριού που μοιράζονταν αποκλειστικά από τους συγκλητικούς. Ο συγκλητικός που εξασφάλιζε περισσότερες ποσότητες (μερίδες) σιταριού έπαιρνε και τις περισσότερες ψήφους, η διαδικασία αυτή λέγονταν «πελατεία» και ο άνεργος πολίτης «πελάτης» αλήθεια τι έχει αλλάξει από τότε; Να σημειώσουμε εδώ ότι το σιτάρι όλης της Σικελίας πήγαινε αποκλειστικά για το επίδομα ανεργίας γι αυτό και ο Σπάρτακος έκανε έφοδο στο νησί και όχι στην Ρώμη, θέλοντας να αποκόψει τον εφοδιασμό με σιτάρι την πόλη, ελπίζοντας ότι οι άνεργοι πολίτες της Ρώμης θα εξεγερθούν.

Τις πιο συναρπαστικά μοντέρνες συμβουλές, όμως τις έδωσε ο Τζόναθαν Σουίφτ πριν από σχε­δόν 3 αιώνες στο εγχειρίδιο η «Τέχνη της πολιτικής ψευδολογίας»: “Το κόμμα που θέλει να απο­καταστηθεί το κύρος και η αξιοπιστία του πρέπει επί τρεις μήνες να μην πει και να μη δημοσιεύσει τίποτα που να μην είναι αλη­θινό και πραγματικό”.

“Είναι ο καλύτερος τρό­πος για να αποκτήσει το δικαίωμα να πλα­σάρει ψέματα τους επόμενους έξι μήνες. Προσοχή, όμως, θέλει και το ψέμα τη ρέγουλά του: «Το να δίνεις στο λαό να καταπιεί πολλά μαζί δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να γίνεις πιστευτός. Όταν βάζεις παραπάνω σκουλήκι στο αγκίστρι δεν τσιμπάει ο κοκοβιός”.

Του Γιώργου Μεριζιώτη
Αναδημοσίευση από eleutheriakos.gr