Menu

EAGAINST.com

Ζίγκμουντ Μπάουμαν: Η εποχή μας είναι ξανά μια εποχή φόβων

bauman

Παράξενη αλλά τόσο κοινή και οικεία σε όλους μας είναι η ανακούφιση που νιώθουμε, και η αιφνίδια συρροή ενέργειας και θάρρους, όταν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα ανησυχίας, αγωνίας, σκοτεινών προαισθημάτων, ημερών γεμάτων φόβο και άγρυπνων νυχτών, αντιμετωπίζουμε τελικά τον πραγματικό κίνδυνο: μια απειλή την οποία μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε. Ή ίσως αυτή η εμπειρία να μην είναι τόσο παράξενη όσο φαίνεται αν, επιτέλους, μαθαίνουμε τι κρυβόταν πίσω από αυτό το ασαφές αλλά πείσμον αίσθημα κάποιου πράγματος φρικτού και προορισμένου να συμβεί, που συνέχιζε να δηλητηριάζει τις μέρες κατά τις οποίες θα έπρεπε να χαιρόμαστε, για κάποιο λόγο όμως δεν μπορούσαμε – και που έκανε τις νύχτες μας άγρυπνες … Τώρα που γνωρίζουμε από που έρχεται το πλήγμα, γνωρίζουμε επίσης, αν μη τι άλλο, τι μπορούμε να κάνουμε για να το αποκρούσουμε – ή τουλάχιστον έχουμε μάθει πόσο περιορισμένη είναι η ικανότητά μας να βγούμε αλώβητοι και τι είδους απώλεια, ή βλάβη, ή πόνο, πρέπει να περιμένουμε.

Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για δειλούς που έγιναν ατρόμητοι μαχητές όταν αντιμετώπισαν κάποιον «πραγματικό κίνδυνο», όταν η καταστροφή που περίμεναν κάθε μέρα, αλλά μάταια είχαν προσπαθήσει να φανταστούν, επιτέλους ήρθε. Ο φόβος φτάνει στο αποκορύφωμά του όταν είναι διάχυτος, διάσπαρτος, ασαφής, όταν δεν συνδέεται με κάτι, όταν παραμένει αποσπασμένος από την πραγματικότητα και αιωρείται ελεύθερα, χωρίς σαφή αναφορά ή αιτία — όταν μας στοιχειώνει χωρίς ορατό ειρμό ή λόγο, όταν η απειλή που θα έπρεπε να φοβόμαστε μπορεί να αναφανεί φευγαλέα παντού, δεν μπορούμε όμως να την αντικρίσουμε πουθενά. «Φόβος» είναι το όνομα που δίνουμε στην αβεβαιότητά μας: στην άγνοιά μας για την απειλή και για ό,τι πρέπει να κάνουμε – ό,τι μπορούμε και ό,τι δεν μπορούμε να κάνουμε – προκειμένου να τη σταματήσουμε καθ’ οδόν – ή να της αντισταθούμε, αν η αναχαίτισή της ξεπερνά τις δυνάμεις μας.

Η εμπειρία της ζωής στην Ευρώπη του 16ου αιώνα – στο χρόνο και στον τόπο όπου η μοντέρνα εποχή μας ήταν έτοιμη να γεννηθεί – συνοψίστηκε κοφτά, και θαυμάσια, από τον Lucien Th σε τέσσερις μόνο λέξεις: «Peur toujours, peur partout» («φόβος πάντα, φόβος παντού»). Ο Th συνέδεσε την πανταχού παρουσία του φόβου με το σκοτάδι, που άρχιζε έξω από την πόρτα της καλύβας και σκέπαζε τον κόσμο έξω από το φράκτη του αγροκτήματος. Στο σκοτάδι μπορούν να συμβούν τα πάντα, ουδείς όμως γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί τελικά: το σκοτάδι δεν είναι η αιτία του φόβου, είναι όμως το φυσικό περιβάλλον της αβεβαιότητας – κι επομένως του φόβου.

Η νεωτερικότητα επρόκειτο να είναι το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός: μακριά από το φόβο και προς έναν κόσμο απαλλαγμένο από την τυφλή και αδιαπέραστη μοίρα – αυτό το θερμοκήπιο φόβων. Όπως συλλογιζόταν ο Βίκτωρ Ουγκό, νοσταλγικά και με λυρική διάθεση εν προκειμένω: ωθημένη από την επιστήμη («ο θρόνος της πολιτικής θα μεταμορφωθεί σε θρόνο της επιστήμης»), θα έρθει μια εποχή που θα δώσει τέλος στις εκπλήξεις, τις συμφορές, τις καταστροφές – αλλά και τέλος στις διενέξεις, τις αυταπάτες, τους παρασιτισμούς… Με άλλα λόγια, μια εποχή που θα δώσει τέλος σέ όλα αυτά τα υλικά από τα οποία φτιάχνονται οι φόβοι.

Ό,τι έμελλε όμως να είναι μια οδός διαφυγής, αποδείχθηκε τουναντίον μια μακρά παράκαμψη. Πέντε αιώνες μετά, σε μας που βρισκόμαστε στο άλλο άκρο του πελώριου νεκροταφείου ρημαγμένων ελπίδων, η ετυμηγορία του Th ηχεί – ξανά – εντυπωσιακά ταιριαστή και επίκαιρη. Η εποχή μας είναι, ξανά, μια εποχή φόβων.

_________________________________________________________
Πηγή: Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Ρευστός Φόβος, Εισαγωγή: Σχετικά με την καταγωγή, τη δυναμική και τις χρήσεις του φόβου, Μετ. Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις Πολύτροπον 2077

Νίκος Κασφίκης – Φασισμός και ελληνική ακροδεξιά: συγκλίσεις και αποκλίσεις

Nazi-maga_gr1

Απόσπασμα από το 7o τεύχος του Περιοδικού Πρόταγμα

Η αστοχία των μαρξιστικών προσεγγίσεων σχετικά με τη γέννηση του φασισμού έγκειται στην απλουστευτική και χιλιοειπωμένη προσπάθεια να αναχθούν όλα, γενικώς και αορίστως, στην καπιταλιστική οικονομία: ο φασισμός είναι το μακρύ χέρι του συστήματος· το οπλοστάσιό του απέναντι στην ανερχόμενη απειλή· η επινόησή του μπροστά στον κίνδυνο της ταξικής αντεπίθεσης[1].

Παρότι θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε την προβληματική συλλογιστική που εν γένει παρουσιάζει η μαρξιστική αντίληψη περί φασισμού[2] στον παρόν κείμενο θα καταπιαστούμε με δύο διαφορετικά ζητήματα. Στο πρώτο σκέλος του κειμένου θα προβούμε σε μια ιστορική καταγραφή των βασικών νεωτερικών ριζών[3] του φασισμού, δηλαδή θα σκιαγραφήσουμε την ποικιλία των στοιχείων και των σημασιών που ο τελευταίος ενσωμάτωσε από θεσμούς του νεώτερου δυτικού πολιτισμού. Παράλληλα όμως θα εστιάσουμε και στο διάστημα μεταξύ Α’ και Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όπου λαμβάνει χώρα αυτό που ορισμένοι ιστορικοί αποκαλούν «ευρωπαϊκό Εμφύλιο Πόλεμο». Στη μικρή αυτή χρονική περίοδο θα συσσωρευτούν οι κατάλληλες συνθήκες για την ανάδυση ενός ιδιαίτερου φαντασιακού, καταλυτικού για την ανάπτυξη μιας φασιστικής κοσμοθεωρίας. Το να επισημάνουμε λοιπόν μια μικρή χρονική περιοχή που κατά την εκτίμησή μας δημιουργεί τον φασισμό έχει ιδιαίτερη φιλοσοφική αξία. Αυτή η επιλογή συνιστά απόρροια της θέση μας που θέλει την ανθρώπινη ιστορία ως χώρο δημιουργίας και αλλοίωσης, χώρο τομών, πισωγυρισμάτων αλλά και στασιμότητας· κι όχι ως μια καλοστημένη αλυσίδα ντόμινο όπου τα πλακίδια αλληλοπαρασύρονται με προκαθορισμένα αποτελέσματα και συνέπειες.

Ο ισχυρισμός ότι η ιστορία δε διέπεται από απαράβατους κανόνες και νόμους, κατά συνέπεια πως ο φασισμός είναι αδύνατον να συναχθεί λογικά και αιτιοκρατικά από πρότερες ιστορικές φάσεις, δε θα πρέπει να μας αποτρέψει από την αναζήτηση των φασιστικών ριζωμάτων κι έξω από την χρονική περίοδο εμφάνισής του. Ένα ιστορικό σχεδιάγραμμα δεν είναι σε καμία περίπτωση περιττό όπως θα φανεί στην συνέχεια. Ο ναζισμός χωρίς τους θεσμούς και τις παραστάσεις του 19ου αιώνα δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Πολύ περισσότερο δε θα μπορούσε να υπάρξει έξω από την ιδιαιτερότητα του δυτικού πολιτισμού. Για να κατανοήσουμε λοιπόν το σύνθετο φαινόμενο του φασισμού, που δε θέλησε ποτέ να δώσει μια συνοχή στο δαιδαλώδες θεωρητικό του υποπροϊόν, θα χρησιμοποιήσουμε κατά κύριο λόγο της αναλύσεις του Ένζο Τραβέρσο· κυρίως μέσα από δύο πρόσφατα μεταφρασμένα βιβλία του: Οι ρίζες της ναζιστικής βίας: μια ευρωπαϊκή γενεαλογία[4 (συντομογραφία: ΡΝ) και Δια πυρός και σιδήρου: περί του ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου 1914-1945[5] (συντομογραφία: ΔΠ). Το κομμάτι αυτό του κειμένου, που θα εμπλουτίζεται και από άλλες πηγές και αναλύσεις, μπορεί να θεωρηθεί κι ως ένα είδος παρουσίασης των βασικών πλευρών της σκέψης του ιταλού θεωρητικού.

Στο δεύτερο σκέλος του κειμένου θα εστιάσουμε στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου προκειμένου να σκιαγραφήσουμε ένα κοινωνικοϊστορικό περιβάλλον που κατά την γνώμη μας δεν ευνόησε την εμφάνιση μιας ριζοσπαστικής και «επαναστατικής» Δεξιάς. Τα ερωτήματα που κατευθύνουν την μελέτη μας είναι τα ακόλουθα: η Ελλάδα συγκεντρώνει τις πολιτικοοικονομικές συνθήκες που κυριαρχούν στα ευρωπαϊκά κράτη της ίδιας περιόδου; Κι αν όχι, πού διαφέρει; Ποιά είναι η κοιτίδα της ελληνικής Ακροδεξιάς και που διαφέρει από τη δυτική ριζοσπαστική Δεξιά; Ποιός ο χαρακτήρας διάφορων οργανώσεων όπως η Εθνική Ένωσις Ελλάδος (ΕΕΕ); Το μεταξικό καθεστώς είναι μια ελληνική εκδοχή του φασισμού; Τα θέματα αυτά μπορεί να δείχνουν αποκλειστικά ιστορικού ενδιαφέροντος όμως μια ψύχραιμη προσέγγιση της ελληνικής κοινωνίας του μεσοπολέμου σε αντιδιαστολή με μια περιγραφή του φασισμού μέσα στη Δυτική Ευρώπη μπορεί να βοηθήσει να αντιληφθούμε τι συνιστά πραγματικά άνοδο του φασισμού μέσα σε μια κοινωνία· ζήτημα που σε μια εποχή ανόδου της Χ.Α. και της συνεπακόλουθης φιλολογίας περί «φασιστικοποίησης» της ελληνικής κοινωνίας έχει ιδιαίτερη σημασία να μελετηθεί και να αναλυθεί.

Φασισμός και δυτικός πολιτισμός

Όπως αναφέρει ο Τραβέρσο, ορισμένοι ιστορικοί, όπως ο Ερνστ Νόλτε, θεωρούν ότι ο τρόμος που προκάλεσε η Οκτωβριανή επανάσταση ήταν αρκετός για να εξηγήσει την ριζοσπαστικοποίηση της Δεξιάς στην Ευρώπη της εποχής εκείνης. Από μια άλλη σκοπιά, αυτή του Φρανσουά Φυρέ, ο ναζισμός είναι μια αντίδραση στον φιλελευθερισμό, μια στιγμιαία παρένθεση στην νικηφόρα πορεία της Δύσης προς την Πρόοδο. Τέλος, ο Ντάνιελ Τζόνα Γκολντχάγκεν θεωρεί ότι η λύση στον γρίφο του Άουσβιτς, του γεγονότος αυτού που προκάλεσε μια τόσο τεράστια ρήξη της εμπιστοσύνης μεταξύ των ανθρώπων, πρέπει να αναζητηθεί αποκλειστικά στην παράδοση του γερμανικού αντισημιτισμού. Όλες οι παραπάνω ερμηνείες[6], παρότι η καθεμία ξεχωριστά φωτίζει ουσιαστικές πλευρές του φασιστικού φαινομένου, υποκύπτουν σε δύο βασικά λάθη: πρώτον, καταλήγουν να παρουσιάζουν μια μονοαιτιακή ερμηνεία του ναζισμού, παραβλέποντας άλλες παραμέτρους και δεύτερον, διαπνέονται από μια απολογητική στάση προς την φιλελεύθερη παράδοση της Δύσης.

Όπως θα δούμε και αργότερα η σχέση μεταξύ φασισμού και νεωτερικής Δύσης δεν είναι τόσο αντιφατική. Η μάχη που ξεκινά το φασιστικό κίνημα κατά του Διαφωτισμού, του υλισμού και των «ψυχρών» ιδεολογιών που γεννά η Δύση -πρόκειται εδώ για τον εγγενή αντιδυτικισμό του φασισμού- δε γίνεται με προνεωτερικά μέσα -όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τη συντηρητική Δεξιά για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω- και σε καμία περίπτωση δε διεκδικεί την επιστροφή σε κάποιο ειδυλλιακό παρελθόν -ασχέτως αν εμπνεύστηκε από σύμβολα του παρελθόντος. Ο φασισμός ενσωματώνει τα πλέον σύγχρονα δημιουργήματα του νεωτερικού κόσμου, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι δεν αλλοιώνει το περιεχόμενο και τους αρχικούς σκοπούς τους. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να τονίσουμε ότι το γεγονός πως ο αντιδυτικισμός, δηλαδή η τάση δαιμονοποίησης της Δύσης εκ μέρους των εχθρών της και ουσιαστικά η οντολογική της ταύτιση με το Κακό, έχει το χαρακτηριστικό να υιοθετεί τα ίδια μέσα πάλης με τον μεγάλο του αντίπαλο, δηλαδή την ίδια τη Δύση. Τρανό παράδειγμα τέτοιου αντιδυτικισμού αποτελεί η Ιαπωνία κατά την διάρκεια του Β’Π.Π. Στην περίπτωση αυτή έχουμε μια μη δυτική χώρα στην οποία διάφορες τοπικές παραδόσεις συναντιούνται με αντιδραστικές ευρωπαϊκές ιδέες φτιάχνοντας ένα περίεργο μείγμα λατρείας του θανάτου. Για παράδειγμα στις επιχειρήσεις των tokkotai (Ειδικές Δυνάμεις Καταδρομών) -για να μην αναφέρουμε τους πιλότους καμικάζι- ένα άτομο τοποθετούνταν μέσα σε ένα ατσάλινο σωλήνα και εκτοξεύονταν από υποβρύχιο. «Στην Ιαπωνία, λοιπόν, η λατρευτική πίστη στον θάνατο ευδοκιμούσε εν μέσω τεχνολογικής, πολιτιστικής και βιομηχανικής εκζήτησης»[7]. Αναφέρουμε τα παραπάνω για να τονίσουμε, αφενός, ότι ο αντιδυτικισμός γεννιέται αποκλειστικά μέσα στην Δύση και όχι έξω απ’ αυτήν και αφετέρου, ότι ο δυτικός πολιτισμός χαρακτηρίζεται από τάσεις, σχίσματα και ρεύματα που αντιφάσκουν μεταξύ τους. «Η Δύση υπήρξε κοιτίδα για τον Διαφωτισμό και τα φιλελεύθερα παρακλάδια του, αλλά και για τα δηλητηριώδη αντίδοτά τους»[8].

Όπως εύστοχα αναφέρει και ο Τραβέρσο: «Η Δύση δεν είναι εξολοκλήρου ενταγμένη στις γενναιόδωρες αρχές της Διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Παρουσιάζει και άλλες όψεις, μεταφέρει και άλλες έννοιες για τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, άλλες έννοιες του χώρου, άλλες χρήσεις της ορθολογικότητας και άλλες εφαρμογές της τεχνολογίας» (ΡΝ, σσ. 28-29). Ο συγγραφέας, όπως θα δούμε, καταφέρνει να αποφύγει τις δύο εσφαλμένες οπτικές για τον φασισμό: από την μια μεριά τη θεώρηση του Άουσβιτς ως αναπόφευκτη κατάληξη του νεωτερικού πολιτισμού και από την άλλη την ανάγνωσή του ως μια λοξοδρόμηση από την πορεία προς την Πρόοδο και την Ελευθερία.

Μέσα στη γενικότερη φιλολογία περί φασισμού έχουμε να αντιμετωπίσουμε κι ένα ακόμα ζήτημα περισσότερο φιλοσοφικό το οποίο αφορά τον δυτικό πολιτισμό ως τέτοιο. Τόσο αυτοί που βλέπουν τον φασισμό ως απλό παράγωγο του καπιταλισμού όσο και αυτοί που, μέσα από πιο σύνθετες θεωρήσεις και αναλύσεις, δεν εντοπίζουν μια αιτιοκρατική σχέση μεταξύ των δύο αλλά περισσότερο μια ενσωμάτωση και εκτροπή σκοπών και νοημάτων του καπιταλισμού από τον φασισμό, αμφότεροι, τείνουν να παραβλέπουν ένα καίριο χαρακτηριστικό του δυτικού πολιτισμού. Ειδικότερα, στην δεύτερη «σχολή» ερμηνείας του φασισμού που σαφώς παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον, φαίνεται να απουσιάζει μια ερμηνεία των τεράστιων αντιφάσεων που γεννά η Δύση κατά την ιστορική της ανάδυση και πορεία. Ακόμη και ο Τραβέρσο, που, όπως θα δούμε, προτείνει ένα πολύ ενδιαφέρον και πειστικό σχήμα για την ερμηνεία του φασισμού αλλά και για την φύση της νεωτερικότητας ως εγγενώς αντιφατικής και πλουραλιστικής από άποψη νοημάτων και θεσμών, δεν φαίνεται να εντοπίζει τους βαθύτερους λόγους αυτής της πανσπερμίας νοημάτων, τους λόγους για τους οποίους η Δύση θα γίνει το θέατρο διαρκών συγκρούσεων και υπερβάσεων. Αυτό που με άλλα λόγια λείπει είναι μια βαθύτερη φιλοσοφική θέση που να φωτίζει την εμφάνιση του φασισμού υπό το πρίσμα της ανάλυσης του φαντασιακού του δυτικού πολιτισμού.

Θα μπορούσαμε να πούμε κάπως σχηματικά (καθώς δεν είναι δυνατόν να αποφύγουμε ορισμένες απλουστεύσεις) ότι αυτό που ονομάζουμε Δύση και δυτικό πολιτισμό γεννιέται κατά την Αναγέννηση, καθότι τότε αναβιώνει το ενδιαφέρον για την λατινική και αρχαιοελληνική γραμματεία[9]. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η σκέψη (φιλοσοφική και επιστημονική) καταφέρνει να αυτονομηθεί από τα θρησκευτικά δεσμά και να ακολουθήσει την δική της πορεία. Έκτοτε ένα από τα βασικά ρεύματα μέσα στην Δύση, που θα μπλέκεται, θα αλληλεπιδρά και θα συγκρούεται με άλλες ήδη υπάρχουσες τάσεις, θα είναι το πρόταγμα της αυτονομίας. Εν συντομία στην Δύση συντελείται μια διάρρηξη της ετερονομίας μέσω της ανάδυσης της αυτονομίας στο επίπεδο της σκέψης. Αυτή η ιδιαιτερότητα του δυτικού πολιτισμού επιτρέπει να τεθούν υπό αμφισβήτηση τα κυρίαρχα νοήματα της εποχής, οι επίσημες αλήθειες τίθενται υπό διαπραγμάτευση, τα παραδεδομένα όρια ξεπερνιούνται και νέοι θεσμοί και νοήματα -που πολλές φορές θα έρθουν σε σύγκρουση μεταξύ τους- αρχίζουν να αναδύονται. Το πρόταγμα της αυτονομίας θα λάβει ιστορικά έναν διφυή και αντιφατικό χαρακτήρα. Στην μία τάση του ο άνθρωπος «θέτει τον άνθρωπο στην θέση του θεού, τον καθιστά το μοναδικό υποκείμενο του σύμπαντος και του αναθέτει την αποστολή να κατακτήσει τον κόσμο»[10]. Σε αυτή την τάση εντοπίζουμε το καπιταλιστικό φαντασιακό της κυριαρχίας και του ελέγχου πάνω στον άνθρωπο και τη φύση. Το έτερο σκέλος του προτάγματος της αυτονομίας θα αντιπαλεύει τις παραπάνω τάσεις, θα χαρακτηρίζεται από αυτοκριτική ικανότητα, από το ξεπέρασμα της κυριαρχίας και την παράλληλη εμφάνιση της αυτονομίας. Θα γεννήσει την πολιτική (ως ικανότητα αμφισβήτησης των θεσμών), την φιλοσοφία (ως ικανότητα αμφισβήτησης των κυρίαρχων παραστάσεων), την ψυχανάλυση (ως ικανότητα αυτονομίας σε ατομικό επίπεδο). «Ο αστικός πολιτισμός, ως κομμάτι της νεότερης Δύσης, είναι όλα αυτά μαζί, είναι αυτό το αντιφατικό μείγμα αυτονομίας και τάσης προς την κυριαρχία που […] παρήγαγε μια διαρκή κοινωνική ένταση και σύγκρουση»[11]. Κοντολογίς η Δύση θα γίνει η κοιτίδα τόσο μορφών κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης όσο και χειραφετικών ιδεών.

Ας το δούμε μέσα από ένα ιστορικό παράδειγμα: τις ιδέες αυτού που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως παγκοσμιοποίηση, μέσα από τις οποίες πληθώρα εξερευνητικών αποστολών των δυτικών μαζί με «ουτοπιστές» θαλασσοπόρους θα αρχίζουν να κατακτούν μακρινές θάλασσες, ανακαλύπτοντας νέους θαλάσσιους δρόμους και αναπτύσσοντας το εμπόριο, κυριαρχώντας σε ξένους πολιτισμούς και προσφεύγοντας σε μαζικό δουλεμπόριο (όπως συνέβη με την ανακάλυψη της Αμερικής) κ. ο. κ. Όλες αυτές οι τάσεις θα αναπτύσσονται παράλληλα με τις διαμετρικά αντίθετές τους. Ο Μισέλ ντε Μονταίν, για παράδειγμα, θα κατακρίνει τόσο την εκμεταλλευτική δράση των δυτικών όσο και τις προκαταλήψεις τους για τη δήθεν κατωτερότητα ενός διαφορετικού λαού (όπως ήταν οι ιθαγενείς της Αμερικής). Ο Γάλλος ουμανιστής σημειώνει: «βρίσκω λοιπόν […] πως τίποτα βάρβαρο και άγριο δεν υπάρχει σε αυτό το έθνος, σύμφωνα με όσα μου αναφέρθηκαν, εκτός του ότι ο καθένας αποκαλεί βαρβαρότητα εκείνο που δεν είναι στις συνήθειές του· πράγματι, φαίνεται πως δεν έχουμε άλλο κριτήριο για την αλήθεια και τη λογική από το παράδειγμα και το πρότυπο των γνωμών και των συνηθειών της χώρας όπου ζούμε»[12].

Με την παραπάνω παρένθεση προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε σε γενικές γραμμές την ιδιαιτερότητα του προτάγματος της αυτονομίας που εμφανίζεται στη Δύση όπως και τον διφυή χαρακτήρα του. Στο ένα σκέλος του προτάγματος της αυτονομίας μπορούμε να αποδώσουμε διάφορες κοινωνικο-ιστορικές δημιουργίες όπως είναι η αστική τάξη, η πουριτανική ηθική, το καπιταλιστικό φαντασιακό της ορθολογικής κυριαρχίας πάνω σε άνθρωπο και φύση ή ο τεϊλορισμός. Όμως, παρότι υπάρχουν διαφορές ως προς τους σκοπούς, και ο ολοκληρωτισμός (ναζιστικός ή σταλινικός) διαθέτει αντίστοιχες επιδιώξεις. Ο ολοκληρωτισμός είναι μια μορφή εξουσίας κατά την οποία τα πάντα υποτάσσονται στη διαρκή ριζοσπαστικότητα του κόμματος-κινήματος (κράτος, πολιτική, κοινωνία, κουλτούρα, οικονομία, εκπαίδευση, νεολαία, στρατός, αστυνομία -όλα υποτάσσονται στο κόμμα). Στην ουσία θέλει μετατρέψει την κοινωνία σε ένα τεράστιο τεϊλορικό εργοστάσιο όπου τα πάντα ελέγχονται, ακόμη και η ζωή και ο θάνατος. Ο ολοκληρωτισμός λοιπόν εκφράζει το δυτικό φαντασιακό της απόλυτης κυριαρχίας πάνω στην κοινωνία, ασκώντας μια εξουσία δίχως εξωτερικούς περιορισμούς και όρια. Ο φασισμός λοιπόν μπορεί να εμφανιστεί μόνο στην Δύση όχι γιατί εκεί υπάρχει καπιταλισμός αλλά διότι εκεί γεννήθηκε το πρόταγμα της αυτονομίας και ο φασισμός -όπως κι ο καπιταλισμός απ’ την μεριά του- εκφράζει πλευρές αυτού του προτάγματος.

[ … ]
Η συνέχεια στην έντυπη έκδοση…

[1] Το ντοκιμαντέρ του Άρη Χατζηστεφάνου Φασισμός Α.Ε. αποτυπώνει με ακρίβεια όλο αυτό το ρεύμα που θέλει τον φασισμό όργανο της αστικής τάξης. Πολύ εύστοχα ο Α. Γαβριηλίδης θα σχολιάσει: «ωραία, οι μεγαλοβιομήχανοι κινούν τα νήματα. Αυτοί που είναι στην άλλη άκρη του νήματος, γιατί κινούνται; Σε κανένα απολύτως σημείο της η ταινία δεν ασχολείται με το ερώτημα γιατί οι μάζες γοητεύονται από το φασισμό». Και λίγο παρακάτω: «Τελικά, μήπως και η ίδια η αρχική εμφάνιση και ανάπτυξη των ακροδεξιών και ρατσιστικών ιδεολογιών οφείλονται σε πιο πολύπλοκα και ενδεχομενικά αίτια, και όχι στη μονοδιάστατη, παντοδύναμη και πάντοτε προβλέψιμη δράση του “καπιταλισμού” ή της “οικονομίας”;» Άκης Γαβριηλίδης, «Οικονομισμός Α.Ε., στο μπλογκ Nomadic universality, 12/4/2014.

[2] Οι αναρχικές προσεγγίσεις ως προς την σχέση καπιταλισμού-φασισμού δεν διαφέρουν ουσιαστικά από τις μαρξιστικές, μόνο που οι πρώτες διανθίζονται από αφηγήσεις ιδεολογικού τύπου σχετικά με την δήθεν φασιστική/ρατσιστική ουσία που εν γένει χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία (όλοι οι μικροαστοί είναι φασίστες κ.λπ.). Για μια κριτική στις κυρίαρχες αντιλήψεις περί Χρυσής Αυγής, τόσο από την αριστερά όσο και από τον αναρχικό χώρο, βλ. το συλλογικό κείμενο της ομάδας μας: «Η άνοδος της φασιστικής ακροδεξιάς και ο δημοκρατικός αντιφασισμός», Πρόταγμα, τ. 5. Δεκέμβρης 2012.

[3] Η επιλογή της λέξης «ρίζα» και όχι «αιτία» δεν είναι τυχαία. Κατά τον Ένζο Τραβέρσο δεν υπήρχαν αιτίες που οδήγησαν αναπόφευκτα στον εθνικοσοσιαλισμό. Ως εκ τούτου δανείζεται τον όρο «ρίζα» από την Χάνα Άρεντ προκειμένου να ξεπεράσει τις ντετερμινιστικές συνδηλώσεις της λέξεις «αιτία». Η ρίζες, λοιπόν, είναι «στοιχεία που γίνονται ουσιώδη συστατικά ενός ιστορικού φαινομένου μόνο αφού έχουν συμπυκνωθεί και αποκρυσταλλωθεί εντός του». Ένζο Τραβέρσο, Οι ρίζες της ναζιστικής βίας: μια ευρωπαϊκή γενεαλογία, μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις του εικοστού πρώτου, Αθήνα 2013, σ. 30.

[4] Ένζο Τραβέρσο, Οι ρίζες της ναζιστικής βίας: μια ευρωπαϊκή γενεαλογία, μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις του εικοστού πρώτου, Αθήνα 2013.

[5] Ένζο Τραβέρσο, Δια πυρός και σιδήρου: περί του Ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου 1914-1945, μτφρ. Γιάννης Ευαγγέλου, Εκδόσεις του εικοστού πρώτου, Αθήνα 2013.

[6] Βλ. σχετικά, ΡΝ, σσ. 19-24. Για περισσότερες πληροφορίες πάνω στις προσεγγίσεις του Νόλτε: ΔΠ, σσ. 40-42.

[7] Ian Buruma, Avishai Margalit, Δυτικισμός: Η Δύση στα μάτια των άλλων, μτφρ. Ξενοφών Γιαταγάνας, Κριτική, Αθήνα 2007, σσ. 67-70.

[8] Ian Buruma, Avishai Margalit, Ό.π., σ. 14.

[9] Εντγκάρ Μορέν, Ευρώπη, πολιτισμός και βαρβαρότητα, μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια, Εκδόσεις του εικοστού πρώτου, Αθήνα 2006, σ. 45.

[10] Εντγκάρ Μορέν, Ό.π., σ. 48.

[11] Στη βιβλιοκριτική: Νίκος Ν. Μάλλιαρης, «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας», Πρόταγμα, τ. 4 Ιούνιος 2012, σ. 165.

[12] Βλ. σχετικά του κεφάλαιο «Περί των κανιβάλων», Δοκίμια, τ. 1, σ. 275.

Πρόταγμα, τεύχος 5 (Δεκέμβριος 2012)

Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία
Η άνοδος της φασιστικής ακροδεξιάς και ο δημοκρατικός αντιφασισμός ̇
– Λιούις Μάμφορντ Αυταρχικές και δημοκρατικές τεχνικές ̇
– Πιερ Ντιμενίλ Στοχαζόμενοι την οικονομία με τον κορνήλιο Καστοριάδη ̇
– Νικόλας Γκιμπιρίτης Το φαινόμενο του λαϊκισμού ως πολιτικό φαντασιακό της νεοελληνικής κοινωνίας ̇
– Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία Ας σας τα πρήξουμε λιγάκι παραπάνω ̇
– Νίκος Ν. Μάλλιαρης Ο μη δυτικός κόσμος απέναντι στην παρακμή της Δύσης ̇ Βιβλιοκριτικές
– Η πολιτική σημασία της παράδοσης, με αφορμή ένα βιβλίο της Χάνα Άρεντ.

Τι είδους πόλη είναι αυτή που απαγορεύει βιβλία;

Της Ανι Τζουλια Γουιμαν
Μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης, μέσω Ενθέματα

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Αρκούδα καφέ, αρκούδα καφέ, τι βλέπεις;». Το 2010 το σχολικό συμβούλιο του Τέξας το απαγόρευσε, μπλέκοντας τον συγγραφέα του με τον συνονόματο μαρξιστή φιλόσοφο Μπιλ Μάρτιν.

Την περασμένη εβδομάδα, κατά τη διάρκεια της Εβδομάδας Απαγορευμένων Βιβλίων της Ένωσης Αμερικανικών Βιβλιοθηκών, έμαθα ότι μια ομάδα γονέων άσκησε πίεση στο δημόσιο σχολείο στο οποίο είχα φοιτήσει, στο Τέξας, για την κατάργηση όχι ενός, αλλά επτά βιβλίων από τις εγκεκριμένες λίστες ανάγνωσης. Το γεγονός δεν μου προκάλεσε έκπληξη. Το Highland Park High School βρίσκεται ίσως στην καλύτερη σχολική περιφέρεια της πολιτείας, εξυπηρετεί μια συντηρητική κοινότητα 31.000 κατοίκων, με δύο μικρές πόλεις που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο και την προσευχή και των οποίων ο πληθυσμός είναι κατά 99% λευκοί. Όταν πήγαινα σχολείο εκεί, είχαμε έναν ιερέα για κάθε αθλητική ομάδα, δημιουργιστές στο διδακτικό προσωπικό, ενώ κάθε μέρα έπρεπε να απαγγείλουμε τον «Εθνικό Ύμνο» του Τέξας. Αλλά οι άνθρωποι που ζουν σε μέρη όπως η γενέτειρά μου δεν είναι απαραιτήτως αδαείς. Οι άνθρωποι οι οποίοι απαγορεύουν βιβλία αρκετές φορές τα έχουν διαβάσει. Οι πόλεις τις οποίες εξυπηρετεί  το Γυμνάσιο μου, το  Χάιλναντ Παρκ και το Γιουνιβέρσιτι Παρκ (γνωστές ως Park Cities), είναι οι δύο πιο μορφωμένες κοινότητες στο Τέξας. Η εφημερίδα Dallas Morning News ανέφερε ότι περισσότεροι από εκατό ανήσυχοι κάτοικοι συμμετείχαν στη συνεδρίαση του σχολικού συμβουλίου στην οποία συζητήθηκε  η απαγόρευση,  και πολλοί από αυτούς τα είχαν φέρει μαζί τους, με χαρτάκια post-it κολλημένα πάνω τους.

Για μία εβδομάδα –μέχρις ότου που η αντίδραση και μια online ψηφοφορία, οργανωμένη από αποφοίτους του σχολείου και άλλους γονείς, οδήγησαν στην αποκατάσταση όλων των βιβλίων εκτός από ένα– κανένας καθηγητής στο παλιό μου γυμνάσιο  δεν επιτρεπόταν να προτείνει κάποιον από αυτούς τους επτά τίτλους βιβλίων στην τάξη: Το τραγούδι του Σόλομον, της Τόνι Μόρισον· Σιντάρτα  του Έρμαν Έσσε· The Absolutely True Diary of a Part-Time Indian του Sherman Alexie· The Art of Racing in the Rain του Garth Stein· An Abundance of Katherines του John Green· The Glass Castle, μια μελέτη για τη φτώχεια της Jeanette Walls· και The Working Poor: Invisible in America, μια μελέτη επίσης για τη φτώχεια, του βραβευμένου με Πούλιτζερ δημοσιογράφου David K. Shipler.

Όποιος γνωρίζει τις Park Cities αντιλαμβάνεται ότι η απαγόρευση των βιβλίων αυτών δεν προήλθε τόσο από επαρχιωτισμό όσο από συντηρητισμό. Είναι λογικό ότι μια συντονισμένη ομάδα ανθρώπων στη συντριπτικά λευκή πατρίδα μου θα ήθελε να αποκλείσει συζητήσεις σχετικά με τη φυλή και την εξουσία (αντίο Σόλομον, αντίο Diary, αντίο Σιντάρτα!). Η κοινότητα δεν θέλει να μιλήσει για το σεξ, τις αμβλώσεις ή τις πόρνες, δεδομένου ότι τάσσεται μαζικά  υπέρ της ζωής και της εγκράτειας (αντίο Glass Castle, αντίο σε όλες τις Katherines, αντίο και πάλι Σιντάρτα!) Πιθανώς δεν θα  θέλετε να οδηγήσετε τα παιδιά σας να αναζητήσουν  τις διαρθρωτικές αιτίες που οδηγούν στη φτώχεια και την έλλειψη στέγης, αν ζείτε σε ένα σπίτι δέκα εκατομμυρίων δολαρίων — και υπάρχουν πολλοί από αυτούς στο μέρος από όπου κατάγομαι, και πολλές οικογένειες που διευθύνουν τεράστιες εταιρείες πετρελαίου και real-estate. Η εφημερίδα Dallas Morning News ανέφερε ότι οι γονείς ανησυχούν για τα βιβλία που προκαλούν «αντι-καπιταλιστικά συναισθήματα»,  πράγμα το οποίο,  και πάλι, δεν προκαλεί έκπληξη: στο πρόγραμμα σπουδών των δημοσίων σχολείων του Τέξας, η έκθεση σε αυτό που ονομάζεται σύστημα της ελεύθερης αγοράς ξεκινά από το νηπιαγωγείο.

Οι γονείς εξέφρασαν επίσης αντιρρήσεις για αισχρολογία και για ακατάλληλο για ανήλικους υλικό, και φαίνεται ότι επέμειναν  πολύ στο σημείο αυτό. Ένα βιβλίο εξακολουθεί να αμφισβητείται –όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις– ακριβώς επειδή περιέχει περιγραφές σεξ, που οι γονείς αισθάνονται ότι είναι ακατάλληλες για δεκαπεντάχρονους: το βιβλίο The Art of Racing in the Rain του Garth Stein, μια μπεστ σέλερ αφήγηση ενός σκυλιού, που μερικές φορές ανακαλεί στιγμές τις οποίες ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει ως σεξουαλικές επαφές μεταξύ του ιδιοκτήτη του σκύλου και της συζύγου του. Μπορείτε να διαβάσετε πολύ πιο ωμές περιγραφές στο βιβλικό Άσμα Ασμάτων. Οι γονείς υποστηρίζουν ότι κανένας δάσκαλος δεν θα πρέπει να αναγκάσει τους μαθητές να μιλήσουν για το σεξ σε σχέση με τον εαυτό τους, πράγμα το οποίο είναι αλήθεια. Αλλά γιατί θα πρέπει οι μαθητές να μιλήσουν για τη σεξουαλικότητά τους, επειδή κάποιο βιβλίο περιέχει μια σκηνή σεξ; Εάν υπάρξουν τέτοιες συζητήσεις, το σφάλμα δεν είναι του βιβλίου, αλλά του εκπαιδευτικού. Και τι γίνεται με την ιδέα, την οποία υπερασπίστηκε για δεκαετίες το φεμινιστικό κίνημα, ότι η λογοτεχνία που περιλαμβάνει σεξ μας βοηθά να μιλήσουμε για τον σεξισμό;

Το Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Χάιλαντ Παρκ, καθώς και τα άλλα αμερικανικά θεσμικά όργανα που εξακολουθούν να λογοκρίνουν βιβλία, καταπιάνονται με μια σειρά από πολύ παλιά και ίσως αναπάντητα ερωτήματα: Τι είναι, τέλος πάντων, τέχνη; Πρέπει να είναι ωφέλιμη για μας; Αποδεχόμαστε τα ηθικά ελαττώματα ενός χαρακτήρα, αν απλώς διαβάζουμε γι’ αυτά; Πρέπει πάντα να βιώνουμε οτιδήποτε βάζει ένας συγγραφέας σε ένα βιβλίο, ή μπορούμε να παραλείψουμε τα πράγματα που μας ενοχλούν ή με τα οποία διαφωνούμε; Στη μία πλευρά της πολιτισμικής διαμάχης, την πλευρά των υποστηρικτών των βιβλίων, οι απαντήσεις μας παρατάσσονται εναντίον των ηθικολογικών μηνύματων, της εργαλειοποίησης, των κάθε είδους αφαιρέσεων. Θεωρούμε ότι ενώ η τέχνη είναι τόσο ισχυρή που μπορεί να αλλάξει τις ζωές κάποιων, είναι επίσης τόσο εύθραυστη και πολύτιμη που χρειάζεται επειγόντως την προστασία μας. Αλλά υπάρχουν και άλλες απαντήσεις σε αυτά τα παλιά ερωτήματα — νέες προοπτικές που μας ανοίγει ο λογοτεχνικός πολιτισμός μας. Ο ομιλών σκύλος στο μυθιστόρημα του Garth Stein λέει: «Να μάθω για άλλους πολιτισμούς και άλλους τρόπους ζωής, και μετά θα αρχίσω να σκέπτομαι τη δική μου θέση στον κόσμο και το τι έχει νόημα και τι όχι». Αυτή είναι ακριβώς η διεύρυνση των οριζόντων που θέλω να διδάξω, και ακριβώς αυτό έμαθα στον τόπο όπου μεγάλωσα.

Φασισμός – Αντιφασισμός, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος – Ζαν Μπαρώ (Ζυλ Ντωβέ)

«Η ουσία του αντιφασισμού συνίσταται στην πάλη εναντίον του φασισμού μέσω της προώθησης της δημοκρατίας, αντιπαραθέτοντας τον πρώτο στην δεύτερη, πράγμα που σημαίνει την πάλη όχι για την καταστροφή του καπιταλισμού, αλλά για τον εξαναγκασμό του να μην γίνει ολοκληρωτικός. Προωθώντας αυτήν την ουτοπία, ο αντιφασισμός εκτρέπει πολύ συγκεκριμένα τους ταξικούς ανταγωνισμούς· δεν υπάρχουν πλέον δύο αντιμαχόμενες τάξεις: το προλεταριάτο εναντίον της αστικής τάξης· δύο αντίπαλα σχέδια: ο κομμουνισμός και η αναρχία εναντίον του κεφαλαίου, η καταστροφή του Παλαιού Κόσμου εναντίον της διατήρησής του, η κατάργηση της ταξικής κοινωνίας και η επιβολή των ανθρωπίνων αναγκών εναντίον της δικτατορίας της Αξίας, αλλά αντ’ αυτού, η αστική πόλωση: «δημοκρατία» εναντίον «φασισμού», το «νόμιμο Κράτος» εναντίον του «αστυνομικού Κράτους», οι «πολίτες» εναντίον των «στρατιωτικών», ο «κοινοβουλευτισμός» εναντίον του «δικτατορικού καθεστώτος»!

Στην «καλύτερη» περίπτωση, ο φασισμός ταυτίζεται με τον κρατικό ολοκληρωτισμό. Όλες αυτές οι αστικές εκστρατείες αποτελούν την έμπρακτη άρνηση των ταξικών ανταγωνισμών, του εγκόσμιου και αδυσώπητου αγώνα τους και, επομένως, υπό αυτήν την έννοια, την κυριαρχία της δημοκρατίας. Παίζοντας το παιχνίδι του αντιφασισμού, ενδυναμώνουμε αυτό που νομίζουμε ότι αντιμαχόμαστε!»

 

-Στα αγγλικά, εδώ

-Μια βιβλιοπαρουσίαση, στα αγγλικά, εδώ

-Η απάντηση του Jean Barrot (Gilles Dauve) στη βιβλιοπαρουσίαση, εδώ