Menu

EAGAINST.com

Ραούλ Βανεγκέμ: Η Βίβλος των Ηδονών

Ο Ραούλ Βανεγκέμ (4 Σεπτεμβρίου 1934) είναι Βέλγος συγγραφέας και φιλόσοφος. Σπούδασε λατινική φιλολογία στις Βρυξέλλες, δίδαξε στο πανεπιστήμιο και συμμετείχε στην Καταστασιακή Διεθνή από το ’61 ως το ’70. Μέχρι σήμερα έχει γράψει περισσότερα από 30 βιβλία, ανάμεσά τους τα: Βασικές κοινοτοπίες, Η βίβλος των Ηδονών, Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπινου όντος, Η επανάσταση της καθημερινής ζωής. Ο Βανεγκέμ στα έργα του απορρίπτει την ηθική της εργασίας και ασκεί έντονη κριτική στον καπιταλισμό και τον σύγχρονο κόσμο, θεωρώντας ότι οι αυταπάτες εμποδίζουν τη δημιουργία και καλεί σε μια αλλαγή προοπτικής. Ο Βανεγκέμ συνεχίζει να γράφει βιβλία, προωθώντας την ιδέα μιας ελεύθερης και αυτοδιαχειριζόμενης κοινωνίας.

Μέσω: Ισότητα

165422-tristan-jeanne-vales-2009-605x330

Ο έρωτας αγνοεί την ανταλλακτική σχέση. Αρκείται στον εαυτό του.

Άν ο έρωτας είναι τυφλός, ο λόγος είναι ότι δεν βλέπει τίποτα με τα μάτια της εξουσίας. Μην ελπίζετε να κρίνει και να κυβερνήσει, γιατί αγνοεί την ανταλλακτική σχέση. Αρκείται στον εαυτό του. Όντας το κέρας της Αμάλθειας της σεξουαλικότητας, εκφράζει καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο του ευνουχισμού τη θέληση για ζωή και την υπέροχη αγριάδα της.

Αν πάντως, οι εραστές που χτες λατρευόταν, χωρίζουν ξαφνικά μέσα στο μίσος και στην περιφρόνηση, η αιτία δεν βρίσκεται σε κάποιον αναλλοίωτο νόμο της παρακμής, σε κάποια αδυσώπητη μοίρα της κούρασης. Προέρχεται από τη μέγγενη των ανταλλαγών, που μαραίνει τα πάθη, σβήνει τις φλόγες της καρδιάς, πνίγει τις παρορμήσεις.

Αντί να μείνουν άπληστοι για τα πάντα μέχρι την εσχατιά του κορεσμού, να που οι εραστές επικαλούνται το καθήκον, απαιτούν αποδείξεις, αναζητούν μια παραγωγικότητα της στοργής. Επιβάλλονται νόρμες συνοδευόμενες από την απαίτηση της αυστηρής τήρησής τους, δεν γίνεται πια ανεκτή η απερίσκεπτη λήθη, η αδεξιότητα, το ανάρμοστο, η φαντασιοκοπία, τα πάντα αποτελούν αφορμή επιπλήξεων και κυρώσεων. Επειδή τους λείπει η θέληση να δημιουργήσουν την αλλαγή όπου θα ξαναβρεθούν, δανείζονται τα δεκανίκια της κοινωνίας που τους ακρωτηριάζει από τη γενναιοδωρία τους.

Η ψυχρή λογική αποδιώχνει την τρέλα της αφθονίας και έρχεται να κάνει απολογισμό των πραγμάτων. Έφτασαν οι ύπουλοι καιροί του να ζητάς και να δίνεις λογαριασμό, των υποχρεώσεων που πληρώνουν εντόκως τα αναγνωριζόμενα δικαιώματα, των φιλιών έναντι φιλιών που προαναγγέλλουν το »μία σου και μία μου» του απελπισμένου γοήτρου.

Με το να ιδιοποιούνται ο ένας τον άλλο, με το να μετράνε την αμοιβαία στοργή, ο καθένας καταλήγει να πειστεί ότι τα προτερήματα του αλλού ήταν προϊόν της φαντασίας, ότι η γενναιοδωρία δεν ανταμείβεται όπως πρέπει κι ότι η έλξη δεν ήταν καθόλου δικαιολογημένη.

Ο έρωτας διαμαρτύρεται ότι εκχωρήθηκε σε αφερέγγυο οφειλέτη, οι απογοητεύσεις συντάσσουν ένα πιστοποιητικό χρεωκοπίας, το πάθος καταλήγει στη μικροπρέπεια, η στοργή στο παζάρεμα, η φιλία στη συκοφάντηση…

Πως να ζήσουμε σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα πληρώνονται; Τις λίγες απολαύσεις που σας απέμειναν να προσφέρετε στους άλλους και στον εαυτό σας, έχετε βαλθεί να τις ανταλλάξετε, να τις λογαριάσετε, να τις ζυγίσετε, να ορίσετε ισοτιμίες.

Το να πίνουμε με ακόρεστη δίψα από το ποτήρι της ζωής είναι η καλύτερη εγγύηση ότι δεν θα στερέψει ποτέ. Αυτό το ξέρουν τα παιδιά, που παίρνουν τα πάντα για να τα προσφέρουν στην τύχη. Η αισθησιακή αφθονία ζωογονεί τις τοπιογραφίες τους πριν η οικονομική επιταγή αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση του βιώματος. Πριν μάθουν την ανταποδοτικότητα, πριν μυηθούν στο να αξίζουν ένα δώρο, να απαιτούν τα οφειλόμενα, να ανταμείβουν για ένα κέρδος, να τιμωρούν για μια υποτίμηση, να ευχαριστούν εκείνους που τους αφαιρούν ένα προς ένα τα θέλγητρα μιας ύπαρξης δίχως αντάλλαγμα.

Το ίδιο ισχύει και για τους παθιασμένους, αυτά τα παιδιά που ξανα-ανακαλύφθηκαν μέσα στον εαυτό τους. Οι εραστές δίνουν τα πάντα και παίρνουν τα πάντα ανεπιφύλακτα. Σαν να συναγωνίζονται ποιος θα προσφέρει τα περισσότερα, δίχως να ζητά τίποτα σε ανταπόδοση. Κι αυτό δεν παύει να δίνει περισσότερη δύναμη στον έρωτα, που αντλεί νέες απολαύσεις ακόμα κι από τις ατονίες του και τις εξαντλήσεις του.

Αν η συγκυρία των συναντήσεων μου προσφέρει τον έρωτά σου και σου προσφέρει τον δικό μου, μην υποβιβάζεις την αρμονία των επιθυμιών μας σε ανταλλαγή… [Πρέπει να ζητώ ανταπόδοση] για να αγαπήσω; Τόσο λίγο αγαπώ τον εαυτό μου; Όποιος δεν είναι γεμάτος από τις δικές του επιθυμίες δεν μπορεί να δώσει τίποτα. Όποιος βαδίζει στον δρόμο του δούναι και λαβείν, προχωρά σιγά σιγά προς την ανία, την κούραση και τον θάνατο…

Όποιος ξέρει να αφουγκράζεται προσεκτικά την απόλαυση, αγνοεί πατρίδες και σύνορα, αφέντες και δούλους, κέρδος και ζημία. Η σεξουαλική πληθώρα είναι αυτάρκης, έχει στον χώρο της και στον χρόνο της αρκετή τόλμη για να συντρίψει ό,τι την εμποδίζει».

Ραούλ Βάνεγκεμ – Το κράτος δεν είναι τίποτε, ας γίνουμε τα πάντα

Via: Ελευθεριακός Κόσμος

Δεν είναι τυχαίο που η Ελλάδα, όπου γεννήθηκε η ιδέα της δημοκρατίας, δίνει πρώτη το σύνθημα της μάχης ενάντια σε μια διεφθαρμένη δημοκρατία, όπου αυξάνονται παντού οι πιέσεις από τις πολυεθνικές και τις χρηματοπιστωτικές μαφίες. Σ’αυτή τη χώρα είδαμε να εκδηλώνεται μια αντίσταση που έρχεται σε έντονη αντίθεση με τον λήθαργο του ευρωπαϊκού προλεταριάτου, που κείται πλέον αναίσθητο υπό την επίρροια δεκαετιών καταναλωτισμού και ψευδοχειραφέτησης.

Επιτρέψτε μου να θυμίσω ορισμένες βασικές κοινοτοπίες.

Ο καταναλωτισμός έχει εκλαϊκεύσει και εξαπλώσει παντού τη δημοκρατία του σουπερμάρκετ, όπου ο πολίτης διαθέτει τη μεγαλύτερη ελευθερία επιλογής υπό τον όρο να καταβάλλει το αντίτιμο κατά την έξοδο από το κατάστημα. Οι παλιές ιδεολογίες έχουν χάσει το ουσιαστικό τους περιεχόμενο κι έχουν καταντήσει διαφημιστικά χαρτοφυλάκια που εξυπηρετούν τους εκλεγμένους πολιτικούς να πολλαπλασιάσουν την πελατεία και την εξουσία τους. Η πολιτική, είτε αριστερή θέλει να λέγεται είτε δεξιά, δεν είναι παρά ένα σύστημα πελατειακό, όπου οι εκλεγμένοι προάγουν τα προσωπικά τους συμφέροντα κι όχι αυτά των πολιτών που υποτίθεται πως εκπροσωπούν. Για μια ακόμα φορά, η Ελλάδα είναι στην ευχάριστη θέση να αποκαθιστά την αρχική σημασία της λέξης πολιτική, που είναι η τέχνη του να κυβερνάς την πόλη.

Η δεύτερη κοινοτοπία είναι ότι τα κράτη έχουν απολέσει το προνόμιο, που περηφανεύονταν ότι κατέχουν, να διαχειρίζονται τα δημόσια αγαθά. Το παραδοσιακό κράτος πάντοτε βέβαια ξάφριζε τους πολίτες για να γεμίζει το παγκάρι του επιβάλλοντας φόρους και δασμούς, από την άλλη όμως, διασφάλιζε και τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η παιδεία, η υγεία, τα ταχυδρομεία, οι συγκοινωνίες, τα επιδόματα ανεργίας, οι συντάξεις…Τα κράτη σήμερα είναι πλέον σκέτοι υπηρέτες των τραπεζών και των πολυεθνικών. Ωστόσο, αυτές αντιμετωπίζουν τώρα την πανωλεθρία του «τρελού χρήματος» το οποίο, αφού επενδύεται στην κερδοσκοπία του χρηματιστηρίου και όχι σε παραγωγικές βιομηχανίες βασικών ειδών ή σε εταιρείες κοινής ωφελείας, γίνεται φούσκα που σκάει – αυτό είναι το χρηματιστηριακό κραχ. Είμαστε έρμαια των διαχειριστών της χρεωκοπίας, που βιάζονται να στραγγίξουν και την τελευταία σταγόνα γρήγορου κέρδους με την υπερεκμετάλλευση των πολιτών, των πολιτών που καλούνται να γεμίσουν, με αντάλλαγμα μια ζωή ολοένα και πιο επισφαλή, τον απύθμενο λάκκο του ελλείμματος που έσκαψαν οι τραπεζικές αγυρτείες.

Το κράτος όχι μόνο δεν είναι πια σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, αυτές που προκύπτουν από τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου, αλλά επιπλέον ψαλιδίζει τους προϋπολογισμούς των δημοσίων υπηρεσιών, κάνει κομμάτια ό,τι μπορούσε να εγγυάται τουλάχιστον την επιβίωση – αφού δεν κατάφερνε να επιτρέπει στον καθένα να ζει μια πραγματική ζωή. Κι όλ’ αυτά στο όνομα μιας τεράστιας απάτης που λέγεται δημόσιο χρέος.

Η μοναδική αρμοδιότητα που έχει απομείνει στο κράτος είναι η αστυνομική καταστολή. Η μοναδική δικλείδα ασφαλείας του κράτους είναι να σπέρνει το φόβο και την απελπισία. Τα χειρίζεται πολύ αποτελεσματικά, επενδύοντας τα μ’ ένα είδος αποκαλυψιακής αχλής. Σκορπά τη φήμη ότι το αύριο θα είναι χειρότερο από το σήμερα. Το συνετό είναι επομένως να καταναλώνεις, να ξοδεύεις ό,τι προλάβεις πριν την πτώχευση, να βγάζεις στο σφυρί ό,τι μπορεί να αποφέρει κέρδος, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θυσιάζεις την ύπαρξή σου και τον πλανήτη ολόκληρο μόνο και μόνο για να διαιωνίζεται η γενικευμένη αυτή απάτη.

Φιλοσοφία των επιχειρήσεων είναι ο μηδενισμός. Εκεί όπου το παν είναι το χρήμα, όλες οι αξίες, εκτός από την εμπορευματική, εξαφανίζονται εντελώς. Είδαμε πώς ο καταναλωτισμός υπονόμευσε τις δήθεν αιώνιες αλήθειες του παρελθόντος: την αυθεντία του πατέρα και την πατριαρχική εξουσία, τις θρησκείες, τις ιδεολογίες, το κύρος του στρατού και της αστυνομίας, το σεβασμό προς τ’ αφεντικά, την ιερότητα της θυσίας, την αρετή της σκληρής δουλειάς, την περιφρόνηση προς τη γυναίκα, το παιδί, τη φύση…Την ίδια στιγμή όμως ο καταναλωτισμός έχει αποκοιμίσει τη συνείδηση, τη συνείδηση που σήμερα μας υποχρεώνει να εγερθούμε με οδηγό τις ανθρώπινες αξίες, εκείνες που τόσες φορές βρέθηκαν στην καρδιά των ξεσηκωμών, των εξεγέρσεων, των επαναστάσεων.

Γνωρίζουμε ότι πάει να συγκροτηθεί μια νέα συμμαχία μ’ όλ’ αυτά που η φύση που προσφέρει δωρεάν, μια συμμαχία που θα δώσει ένα τέλος στη στυγνή εκμετάλλευση της γης και του ανθρώπου. Σε μας αναλογεί να αρπάξουμε, με την έξαρση και το δυναμισμό του καπιταλισμού που εξορμά εις άγραν νέων κερδών, τις ελεύθερες και δωρεάν μορφές ενέργειας, που εκείνος ετοιμάζεται να μας πουλήσει πολύ ακριβά. Γιατί η εποχή μας, που δεν μαστίζεται από κρίση οικονομική, αλλά από κρίση της οικονομίας της εκμετάλλευσης, προσφέρει ταυτόχρονα και μια ευκαιρία στον άνθρωπο να γίνει ανθρώπινος. Και γίνομαι ανθρώπινος σημαίνει αρνούμαι να είμαι σκλάβος της εργασίας ή της εξουσίας και την ίδια στιγμή επιβεβαιώνω το δικαίωμά μου να διαμορφώνω τη μοίρα μου και να δημιουργώ καταστάσεις που ευνοούν την ευτυχία όλων.

Πολλά ερωτήματα τίθενται με μιαν αίσθηση επείγοντος, αίσθηση που κινδυνεύει να ενταθεί υπερβολικά με την ορμή των γεγονότων. Θα φροντίσω να μην δώσω απαντήσεις, αφού έξω από το πλαίσιό τους, έξω δηλαδή από τις πρακτικές συνθήκες και τις συλλογικότητες όπου τίθενται τα ερωτήματα, κινδυνεύουν να πέσουν στο κενό της αφαίρεσης – και η αφαίρεση, ως σκέψη αποκομμένη από τη ζωή, πάντοτε νεκρανασταίνει τα παλιά τέρατα της εξουσίας. Θα αρκεστώ λοιπόν να δώσω ορισμένες διευκρινήσεις.

1. Eίμαστε άραγε διατεθειμένοι να προσφέρουμε τις δυνάμεις μας για να ανακουφίσουμε τη χρεωκοπία ενός κράτους που όχι μόνο δεν υπηρετεί πια τους πολίτες αλλά ως βρυκόλακας τους ρουφά το αίμα για να ταΐσει τα πλοκάμια του παγκόσμιου τραπεζικού κήτους;

Η δύναμη της αδράνειας λειτουργεί εναντίον μας. Οι οικογενειακές, κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές παραδόσεις εξακολουθούν να αναπαράγουν από γενιά σε γενιά την εθελοδουλία που κατήγγειλε ο Étienne de la Boétie. Από την άλλη, μπορούμε και να επωφεληθούμε από το σοκ που θα προκαλέσει η κατάρρευση του συστήματος και η αποσύνθεση του κράτους, να αξιοποιήσουμε τον πειρασμό να κοιτάξουμε πέρα από τα σύνορα της εμπορευματικής μιζέριας. Αναμενόμενο είναι να αντιστραφούν οι προοπτικές μας. Πέρα από τις ενδεχόμενες λεηλασίες σουπερμάρκετ, που ενέχουν και τον κίνδυνο να επιταχύνουν την εξάπλωση της φτώχειας, πολλοί καταναλωτές που απειλούνται με αποκλεισμό από την κατανάλωση, δεν θ’ αργήσουν να συνειδητοποιήσουν ότι ζωή δεν σημαίνει απλά επιβίωση, ότι η συσσώρευση προϊόντων νοθευμένων και άχρηστων δεν αξίζει τίποτε μπρος στην ευχαρίστηση μιας ύπαρξης όπου η ανακάλυψη των μορφών ενέργειας και των αγαθών που γεννά η φύση εναρμονίζεται με τις εκκλήσεις των επιθυμιών μας. Ότι η ζωή είναι εδώ και τώρα, ότι βρίσκεται στα χέρια της μεγάλης πλειοψηφίας και το μόνο που ζητά είναι να οικοδομηθεί και να εξαπλωθεί.

Ας πάψουμε να αυτο-οικτιρόμαστε για τις αποτυχίες της χειραφέτησης που στιγματίζουν την ιστορία μας, όχι όμως για να εορτάσουμε τις όποιες επιτυχίες σημειώσαμε: Όλη τούτη η συζήτηση για νίκες και ήττες, αποτυχίες κι επιτυχίες αναδίδει τη δυσωδία του εμπορευματικού ανταγωνισμού, της τακτικής και της στρατηγικής, της αρπακτικότητας. Το ζήτημα είναι να προωθήσουμε εγχειρήματα που να διαπνέονται από ευτυχία και τόλμη και που να απαιτούν από μας να εφαρμόζουμε στην πράξη σχέδια αυτοδιαχείρισης και συνελεύσεις αμεσοδημοκρατικές.

Οι ζαπατιστικές κοινότητες της Τσιάπας ίσως να είναι οι μοναδικές που εφαρμόζουν σήμερα την άμεση δημοκρατία. Η κοινοκτημοσύνη της γης αποκλείει εκ των προτέρων τις συγκρούσεις για την ιδιοκτησία. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να μετέχει στις γενικές συνελεύσεις, να παίρνει το λόγο και να λέει τη γνώμη του, ακόμη και τα παιδιά. Ουσιαστικά δεν υπάρχουν αξιωματούχοι εκλεγμένοι με ψηφοφορία. Στα άτομα της κοινότητας που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για κάποιον συγκεκριμένο τομέα, όπως η παιδεία, η υγεία, η μηχανική, ο καφές, η οργάνωση γιορτών, οι μορφές βιοκαλλιέργειας, οι εξωτερικές σχέσεις κ.ο.κ., η συνέλευση αναθέτει την αντίστοιχη αρμοδιότητα. Οι αρμόδιοι αυτοί εντάσσονται κατόπιν σε ένα «συμβούλιο καλής διακυβέρνησης» και για όσο διαρκεί η αποστολή τους, κάνουν τακτικά απολογισμό των δραστηριοτήτων τους στην κοινότητα. Οι γυναίκες, επιφυλακτικές στην αρχή, εξαιτίας των πατριαρχικών συνηθειών των Μάγιας, κατέχουν σήμερα εξέχουσα θέση στα «συμβούλια καλής διακυβέρνησης». Για να συνοψίσουμε τη βούληση των ζαπατίστας να δημιουργήσουν μια κοινωνία πιο ανθρώπινη, ιδού ένα σύνθημά τους, που μας θυμίζει πως πρέπει να είμαστε συνεχώς σε επιφυλακή: Δεν είμαστε παράδειγμα, είμαστε πείραμα.

2. Το χρήμα δεν οδεύει μόνον προς την υποτίμησή του, οδεύει προς την εξαφάνισή του. Κατά τη διάρκεια της ισπανικής επανάστασης, οι κοινότητες της Ανδαλουσίας, της Αραγονίας και της Καταλωνίας εφάρμοζαν ένα σύστημα διανομής που ακύρωνε την ανάγκη να καταφύγεις στο χρήμα. Σήμερα έγκειται σ’ εμάς να εξετάσουμε πώς θα ξεριζώσουμε, μέσα από σχέσεις ανθρώπινες, βασισμένες περισσότερο στη χαριστικότητα παρά στην ανταλλαγή, την εκμεταλλευτική συνθήκη στην οποία οι συναλλαγές μεταξύ αντικειμένων επικαθορίζουν τις συναλλαγές μεταξύ ανθρώπων.

Υπήρξαμε σκλάβοι μιας οικονομικής επιχείρησης που εγκαινίασε τον εμπορευματικό πολιτισμό, επιδεινώνοντας τις ατομικές και κοινωνικές συμπεριφορές, διατηρώντας μια μόνιμη σύγχυση μεταξύ άνεσης και αποφυσικοποίησης, προόδου και οπισθοδρόμησης, ανθρώπινης επιθυμίας και βαρβαρότητας.

Σίγουρα, οι χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί, απτοί ή άυλοι, συγκεκριμένοι ή εικονικοί, εξακολουθούν να συγκροτούν ένα σύστημα συνεκτικό. Όσο παράλογη κι αν είναι αυτή η συνοχή, διατηρεί την ικανότητα να κυριαρχεί στους θεσμούς και τις συμπεριφορές μας. Από την άλλη, μπορούμε να αναλογιστούμε τι μπορεί να συμβεί όταν η χρηματοπιστωτική κρίση αφαιρέσει από το χρήμα την αξία και τη χρησιμότητά του;

Ας μην έχουμε καμιά αμφιβολία ότι όσοι αρνούνται να παραχωρήσουν στο χρήμα το δικαίωμα να δεσπόζει τυραννικά στην καθημερινότητά τους, θα χαιρετίσουν την εξαφάνιση του χρήματος ως απελευθέρωση. Ωστόσο, ο φετιχισμός του χρήματος είναι τόσο βαθιά αγκυροβολημένος στα ήθη μας, που πολλοί απ’ όσους βρίσκονται υπό τον χιλιετή του ζυγό, θα βυθιστούν σε μια κατάσταση ψυχικής αναστάτωσης και κοινωνικής διαστροφής, μια κατάσταση όπου κυριαρχεί ο νόμος της ζούγκλας, ξεσπά ο πόλεμος όλων εναντίον όλων και σηκώνει κεφάλι η τυφλή βία που ψάχνει για εξιλαστήρια θύματα.

Ας μην αγνοήσουμε τα πλοκάμια του κήτους που κουλουριάστηκαν στα τελευταία τους αναχώματα. Η κατάρρευση του χρήματος δεν συνεπάγεται απαραίτητα και τέλος του φθονερού ανταγωνισμού, της εξουσίας, της ιδιοποίησης πραγμάτων και ζωντανών οργανισμών. Η όξυνση του χάους, που είναι τόσο επικερδής για τις κρατικές οργανώσεις και τις μαφίες, μεταδίδει έναν ιό αυτοκαταστροφής. Με τον ιό αυτόν, εθνικιστικές εξεγέρσεις, γενοκτονίες, θρησκευτικές συγκρούσεις, ανακάμψεις της φασιστικής πανούκλας, μπολσεβίκικες ή τρομοκρατικές, θα δηλητηριάσουν τα μυαλά μας, αν η ευαίσθητη και συνετή διάνοια του ζωντανού στοιχείου δεν επαναφέρει στο επίκεντρο των αναζητήσεών μας την ευτυχία και τη χαρά της ζωής.

Πόσο γοητευτική ήταν ανέκαθεν η ολική απόρριψη, εκείνη που, μετά τις πρώτες επιφυλάξεις που συναντά, διανοίγει ένα μυστικό πέρασμα και περιμένει να κερδίσει όλα τα στρώματα του πληθυσμού για να εγγυηθεί κατόπιν την ατιμωρησία και τη νομιμοποίηση της βαρβαρότητας που έχει πια γενικευθεί. Η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία έδειξε πώς ο αφηρημένος ανθρωπισμός μπορεί να μεταλλαχθεί στην χειρότερη αγριότητα.

Από την άλλη, η απανθρωπιά του παρελθόντος δεν πρέπει να επισκιάσει τη μνήμη του πιο ριζοσπαστικού στοιχείου που ενείχαν τα μεγάλα κινήματα κοινωνικής χειραφέτησης: της επιθυμίας να απελευθερώσουν τον αλλοτριωμένο άνθρωπο και να γεννήσουν εντός του την αληθινή ανθρωπότητα που σε κάθε γενιά, αναπόφευκτα και αναπόδραστα, θα επανεμφανίζεται.

Η κοινωνία που έρχεται δεν έχει άλλη επιλογή. Πρέπει να ξαναπιάσει και να αναπτύξει τα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης, από την Κομμούνα του Παρισιού μέχρι τις ελευθεριακές κοινότητες της επαναστατικής Ισπανίας, τα οποία θεμελίωσαν στην αυτονομία του ατόμου την αναζήτηση μιας αρμονίας, όπου η ευτυχία όλων θα είναι αλληλένδετη και αλληλέγγυα με την ευτυχία του καθένα και της καθεμιάς.

3. Η χρεωκοπία του κράτους θα αναγκάσει τις τοπικές κοινότητες να ιδρύσουν διοικητικούς μηχανισμούς κοινής ωφελείας προσαρμοσμένους στα ζωτικά συμφέροντα των ατόμων. Μην έχουμε όμως την αυταπάτη ότι η απελευθέρωση εδαφών της εμπορευματικής αυτοκρατορίας και η δημιουργία ελεύθερων ζωνών, όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα θα καταργούν τα δικαιώματα του εμπορίου και του κέρδους, θα επιτευχθούν δίχως κλυδωνισμούς και συγκρούσεις. Πώς λοιπόν θα υπερασπιστούμε τους θύλακες της χαριστικότητας που θέλουμε να σπείρουμε σ’ έναν κόσμο οριοθετημένο και ελεγχόμενο από ένα παγκόσμιο σύστημα λαίμαργο και αρπακτικό;

Στο πλαίσιο της πραγμάτευσης αυτής, μου φαίνεται εξαιρετικά σημαντικό το παραπάνω ερώτημα. Μου το έθεσε ένας φίλος Πέρσης. Αντιμέτωπος με την κατασταλτική βία της ισλαμιστικής δικτατορίας στο Ιράν, απηχεί τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνική αντιπολίτευση, όταν συνειδητοποιεί την αριθμητική της δύναμη, αλλά ταυτόχρονα και την τραγική της αδυναμία μπρος στις ωμές επεμβάσεις του στρατού, της αστυνομίας και των «φρουρών της επανάστασης», δηλαδή παραστρατιωτικών ομάδων αποτελούμενων από κακοποιούς με θρησκευτική εξουσία η οποία νομιμοποιεί τις βιαιοπραγίες τους. Οι σκέψεις που ακολουθούν γράφτηκαν κατόπιν δικού του αιτήματος.

Ούτε στρατιώτης ούτε μάρτυρας

«Όποιος μπορεί τα περισσότερα, μπορεί και τα λιγότερα»: Να ένα ρητό κατάλληλο για όποια περίσταση μας καλεί να καταφύγουμε στη βία ή τη μη-βία, παντού όπου η καταστολή, κρατική, κομματική, ταξική, μαφιόζικη, θρησκευτική, ιδεολογική, εμποδίζει την ελευθερία και την έκφραση των ατόμων. Αν καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα εκεί που υπάρχει η αγριότερη, η πιο αμείλικτη καταστολή, θα μπορέσουμε κατ’ αναλογίαν να εξαγάγουμε κάποια συμπεράσματα σχετικά με τις χώρες όπου ο δημοκρατικός φορμαλισμός περιορίζει κάπως τις ακρότητες της όλης βαρβαρότητας. Είναι σαφές ότι υπάρχουν έντονες διαφορές στις συνθήκες της καταπίεσης ανάμεσα π.χ. στο Ιράν, τη Σαουδική Αραβία, την Αλγερία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Ρωσία, την Κίνα, τις ΗΠΑ, την Κολομβία…

Μου φαίνεται πως μπορούμε άνετα να προσεγγίσουμε το ερώτημα παραμένοντας στο παράδειγμα του Ιράν, της Βόρειας Κορέας ή της Βιρμανίας και να προσαρμόσουμε τις προτάσεις μας για αντίσταση και σε άλλες χώρες, λιγότερο συνηθισμένες στη χρήση της βαναυσότητας.

Μέχρι σήμερα είχαμε δύο εναλλακτικές: Είτε η αποφασιστικότητά μας να βάλουμε τέλος στην κατασταλτική βία εισέβαλλε στο πεδίο του εχθρού για να αντιπαραθέσει στον εχθρό βία ίδια με τη δική του, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, από εμάς προς αυτόν· είτε η αντίθεση στην τυραννία κατέφευγε στην παθητική αντίσταση, στο ύφος του ειρηνισμού που είχε εφαρμόσει με αδιαμφισβήτητη επιτυχία ο Γκάντι.

Μπορεί βέβαια ο ειρηνισμός του Γκάντι να θριάμβευσε επί της αγγλικής κατοχής, αυτό όμως συνέβη επειδή είχε απέναντί του έναν αντίπαλο ο οποίος, όσο άσπλαχνος κι αν ήταν, σάστισε και οι αντιδράσεις του παρέλυσαν. Κι αυτό γιατί ο εχθρός εκείνος, η αγγλική κατοχή, διαπνεόταν από έναν φιλανθρωπικό φορμαλισμό, από τα υπολείμματα δηλαδή ενός ήθους, μιας πολεμικής δεοντολογίας, που τον έκαναν να διστάζει να σφάξει έναν πληθυσμό εχθρικό μεν, αλλά άοπλο.

Παρά την υποκρισία του, κάπου τον φαγούριζε ένα είδος στρατιωτικού fair play και τον εμπόδιζε να ξεδιπλώσει μια και καλή την τακτική της κατάπνιξης του εξεγερσιακού κινήματος από τη γένεσή του. Γνωρίζουμε ότι η διπλωματική ευφυΐα του λόρδου Μαουντμπάτεν επηρέασε και τη νίκη κάποιων λαϊκών διεκδικήσεων. Από την άλλη, όταν ο ειρηνισμός του Γκάντι πήγε να αντιπαρατεθεί με μια εξουσία πολύ λιγότερο επιρρεπή σε ηθικούς προβληματισμούς, όπως ήταν το απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής, αποδείχτηκε άχρηστος. Παρομοίως, η χούντα της Βιρμανίας δεν δίστασε να ανοίξει πυρ εναντίον του πλήθους των αντιφρονούντων που διαδήλωνε ειρηνικά. Σε μια παρόμοια λογική υπάγεται και η καταστολή στο Ιράν.

Τι απάντηση προτείνει το αντάρτικο; Κάθε φορά που κουβαλά μαζί του την απάντηση, είναι για κακό. Ο θρίαμβος των όπλων οδηγεί πάντοτε σε πικρή ήττα των ανθρώπων.

Το βασικό λάθος της ένοπλης πάλης είναι ότι δίνει προτεραιότητα σε έναν στόχο στρατιωτικό έναντι της δημιουργίας μιας ζωής καλύτερης για όλους. Αν πρέπει να διεισδύσεις στο πεδίο του εχθρού για να επιτύχεις τον στόχο σου, τότε έχεις ήδη προδώσει τη βούληση για ζωή υπέρ της βούλησης για δύναμη. Οι Κομμουνάροι είχαν τα κανόνια, όταν όμως αδιαφόρησαν για τα χρήματα στην τράπεζα της Γαλλίας και για το πώς θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν, βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση μπρος στα στρατεύματα των Βερσαλλιών. Γνωρίζουμε με ποιον τρόπο, στο όνομα της επανάστασης, ο στρατιωτικοποιημένος μπολσεβικισμός εξόντωσε τα πρώτα σοβιέτ, τους ναύτες της Κρονστάνδης, τους μαχνοβίτες και αργότερα τις ελευθεριακές κοινότητες στην Ισπανία. Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο δήθεν κομμουνιστικό κόμμα, το ίδιο σταλινικό πνεύμα, αποστράγγιξε τον Μάη του ’68 από την ουσία του: Χωρίς εκεί να τέθηκε ζήτημα αντάρτικου, βλέπουμε ότι η ίδια έμμονη ιδέα της εξουσίας διαστρέβλωσε την ορμή της εξέγερσης.

Χρειάζεται μήπως να θυμίσουμε πως όπου θριάμβευσε το αντάρτικο, στην Κίνα του Μάο, στο Βιετνάμ, την Καμπότζη ή την Κούβα, η ένοπλη ιδεολογία έγινε ιδεολογικός στρατός που κατάργησε την ελευθερία για την οποία ισχυριζόταν ότι πολεμούσε; Το αποκρουστικό σύνθημα «η εξουσία βρίσκεται στην κάνη του όπλου» στην αρχή φέρνει στο μυαλό όσους αντιμάχονται κάθε μορφή αυταρχικής εξουσίας. Μετρά ωστόσο λιγότερα θύματα μεταξύ των αντεπαναστατών απ’ όσα μεταξύ των επαναστατών, των εχθρών της τυραννίας.

Από την άλλη βέβαια δεν θέλουμε άλλα Φρανκενχάουζεν. Εκεί, το 1535, οι εξεγερμένοι Γερμανοί αγρότες αρνήθηκαν να αντισταθούν και αφέθηκαν να σφαχτούν από τον στρατό των πριγκίπων, επειδή, υπολογίζοντας στη βοήθεια του Θεού, ξέχασαν ότι, όπως έλεγε κι ο Μπυσύ-Ραμπουτέν, «ο Θεός είναι πάντοτε στο πλευρό των μεγάλων στρατευμάτων».

Θέλετε πιο πρόσφατο παράδειγμα; Στις 22 Δεκεμβρίου 1997, 45 άνθρωποι, κυρίως γυναίκες και παιδιά, δολοφονήθηκαν από παραστρατιωτικούς, στο Actéal, ένα μεξικανικό χωριό, μέσα σε μια εκκλησία την ώρα που προσεύχονταν. Επρόκειτο για ανθρώπους του κινήματος των Abejas, μιας ομάδας χριστιανών ειρηνιστών οι οποίοι, παρότι βρίσκονται κοντά στους ζαπατίστας, ενστερνίζονται την απόλυτη μη-βία. Αιτία της φρικωδίας αυτής ήταν η εγκατάσταση των Αμπέχας σε εδάφη που εποφθαλμιούσαν άλλοι ινδιάνοι, μέλη του διεφθαρμένου Θεσμικού Επαναστατικού Κόμματος (PRI).

Πέρα από την αποστροφή που προκαλεί τούτη η βαναυσότητα, μπορεί κανείς να εξοργιστεί με τους βασανιστές χωρίς να θεωρήσει συνυπεύθυνη και τη χριστιανική τάση του μαρτυρίου και της αυταπάρνησης, που επιδρά στον δειλό ως διεγερτικό και προικίζει τον ακόμη πιο δειλό με την αμείλικτη σκληρότητα του Ματαμόρ; [Στμ: θρασύδειλο στρατιώτη-ήρωα της commedia dell’ arte]. Ο πιο δειλός απ’ όλους γνωρίζει ότι δεν ρισκάρει τίποτε όσο τα θύματά του αρνούνται να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και σφίγγει τη θηλιά στο λαιμό τους.

Οφείλουμε να είμαστε πιο προσεκτικοί με τα στοιχεία εκείνα στη συμπεριφορά μας που προκαλούν τον εχθρό να μας επιτεθεί, γιατί, χωρίς πάντοτε να το συνειδητοποιούμε, είναι σαν να του ανοίγουμε την πόρτα.

Πώς επιτυγχάνουν το στόχο τους οι αντίπαλοί μας; Συχνά ενσταλάζουν στο μυαλό μας μια παράλογη πίστη στην παντοδυναμία τους. Ενεργοποιούν το αντανακλαστικό του φόβου ότι ο παλιός κόσμος είναι αήττητος, την ώρα που ο κόσμος αυτός καταρρέει ολοσχερώς. Η καταστροφική επίρροια του δόγματος αυτού δεν εκδηλώνεται μόνο με την παραίτηση και τη μοιρολατρία των μαζών. Το ίδιο δόγμα εμψυχώνει και την απέλπιδα τόλμη που σε οδηγεί να ορμήξεις στην επίθεση με την αίσθηση ότι θα πεθάνεις σε μια μάχη ανώφελη μεν, αλλά τουλάχιστον ένδοξη.

Κι όμως, είναι άραγε τόσο εκλεπτυσμένο το κατασταλτικό τους οπλοστάσιο, ώστε να είναι ικανό για παρεμβάσεις αστραπιαίες; Η πανταχού παρούσα τεχνολογία επιτήρησης δεν εμπόδισε την καταστροφή των πύργων της Νέας Υόρκης και μάλιστα με μέσα στοιχειώδη και ερασιτεχνικά. Έτσι είχε γελοιοποιηθεί και η αήττητη γραμμή Μαζινό από το γερμανικό στράτευμα, που απλά αγνοούσε την ύπαρξή της!

Αν τα μέσα της επιτήρησης των αντιπάλων παρουσιάζουν τέτοια κενά στον αγώνα τους ενάντια στις καταστροφικές δυνάμεις που τους απειλούν διαρκώς, με τι φόντα θα πολεμήσουν αποτελεσματικά μια δράση που δεν έχει στόχο να τα εξοντώσει, αλλά σχεδιάζει να δημιουργήσει μια κοινωνία ριζικά διαφορετική, μια κοινωνία που να αχρηστεύει και να χλευάζει τα σκιάχτρα των καλάσνικοφ ή των πυρηνικών.

Επιστρέφω στο ερώτημα: Πώς θα γίνει να αρνηθούμε και να μείνουμε ανυπεράσπιστοι μπρος στα όπλα της καταστολής, αλλά και να αντιτάξουμε στην κυρίαρχη εξουσία των όπλων τα ίδια όπλα που αυτή στρέφει εναντίον μας;

Η συζήτηση είναι ανοιχτή. Δεν έχω καμία έτοιμη απάντηση. Θα ήθελα απλώς να κάνω ορισμένα διευκρινιστικά σχόλια.

Η καλύτερη δικλείδα ασφαλείας είναι να μην εισερχόμαστε στο στρατόπεδο του εχθρού, εκεί δηλαδή όπου μας περιμένει και εύχεται να μας συναντήσει. Γνωρίζει καλά ως και τις πιο απόκρυφες γωνιές της επικράτειάς του, που οριοθετείται από το εμπόρευμα και τις συνήθεις συμπεριφορές που έχει εγκαθιδρύσει ο ίδιος (αρπακτικότητα, ανταγωνισμός, αυταρχικότητα, φόβος, ευπιστία, φετιχισμός του χρήματος, λαιμαργία, πελατειακές σχέσεις). Από την άλλη, αγνοεί τα πάντα για τη ζωή και τους αναρίθμητους δημιουργικούς της πόρους.

Ένα προληπτικό μέτρο, για τη δική μας προστασία, είναι να εξαφανίσουμε από τις συνελεύσεις μας κάθε μορφή και κάθε παρόρμηση της εξουσίας και της αυταρχικής οργάνωσης. Η ατομική αυτονομία είναι προϋπόθεση της αυτοδιαχείρισης. Αυτήν προσπαθεί να εφαρμόσει και το κίνημα VOCAL στην Οαχάκα, με τη συνέλευση βάσης που λαμβάνει απευθείας τις αποφάσεις για τα ζητήματά της και απορρίπτει κάθε παρέμβαση κομμάτων, συνδικάτων, πολιτικών σχημάτων, ή πελατειακών δημαγωγών.

Η συνοχή οφείλει να στηρίζεται σε ένα σχέδιο ατομικής και κοινωνικής ζωής. Το μέλλον ανήκει στις τοπικές κοινότητες που είναι ικανές να σκέφτονται παγκόσμια. Θέλω να πω: στις κοινότητες που με την εξάπλωση της ριζοσπαστικότητάς τους επιδιώκουν να χτίσουν τα θεμέλια μιας Διεθνούς του ανθρώπινου είδους. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποφύγουμε την παγίδα του τοπικιστικού κοινοτισμού, που είναι προϊόν του κρατικού ιακωβινισμού.

Αξίζει να διερευνηθεί η ιδέα των επιτροπών γειτονιάς που εφαρμόστηκε στην Οαχάκα. Το Μεξικό μακράν απέχει από το να είναι Ιράν, ωστόσο δεν προσφέρει και τις συνθήκες που έχουμε στην Ευρώπη. Στην Οαχάκα οι παραστρατιωτικοί δολοφονούν με την ευλογία ενός αυταρχικού κυβερνήτη. Εκείνος έχει ανάγκη από συνομιλητές στους οποίους θα διακρίνει τα σπέρματα της διαφθοράς που ενυπάρχουν σε κάθε εξουσία, όποια κι αν είναι. Έχει ανάγκη από κόμματα, συνδικάτα, φράξιες. Τα εντοπίζει εύκολα. Μαζί τους νιώθει πως βρίσκεται σε οικείο έδαφος και μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να τα εξοντώσει ή να συνεργαστεί μαζί τους.

Αντίθετα, οι επιτροπές γειτονιάς έχουν μοναδικό τους στόχο να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του τοπικού πληθυσμού, προσεγγίζοντας τα προβλήματα ανθρώπων, ζώων και πραγμάτων στη ρίζα τους, έτσι ώστε οι πρωτοβουλίες που λαμβάνονται για ορισμένους, να είναι ευπρόσδεκτες και από τη μεγάλη πλειοψηφία (το ξαναλέμε: η αρχή της τοπικότητας είναι αδιαχώριστη από την αρχή της παγκοσμιότητας). Οι επιτροπές γειτονιάς δεν εκπροσωπούν μιαν ένοπλη απειλή, δεν είναι κίνδυνος αναγνωρίσιμος από την εξουσία. Αποτελούν ένα πεδίο όπου φροντίζει κανείς για τις προμήθειες τροφής, νερού, ενέργειας, ένα πεδίο δηλαδή που η εξουσία δύσκολα ταυτοποιεί και αντιλαμβάνεται.

Έχει αρχίσει να αναπτύσσεται μια μορφή αλληλεγγύης σε ζητήματα φαινομενικά ευτελή και ανώδυνα, που μεταμορφώνει τις νοοτροπίες και τις διανοίγει προς τη συνείδηση και την επινοητικότητα. Επίσης, η ισότητα του άντρα και της γυναίκας, το δικαίωμα στην ευτυχία, η βελτίωση της καθημερινής ζωής και του περιβάλλοντος απεκδύονται τον αφηρημένο τους χαρακτήρα και αλλάζουν τις συμπεριφορές και τις συνήθειές μας.

Δίνοντας προτεραιότητα στα ερωτήματα που θέτει η καθημερινή ζωή καθιστούμε σιγά-σιγά ανενεργά και απαρχαιωμένα τα παραδοσιακά προβλήματα που μονότονα σφυροκοπούν οι ιδεολογίες, οι θρησκείες της γερασμένης αυτής πολιτικής, που είναι η πολιτική του παλιού κόσμου. Έτσι επιστρέφουμε και στην αρχική σημασία της λέξης πολιτική, που είναι η τέχνη του να κυβερνάς την πόλη, να βελτιώνεις δηλαδή κοινωνικά και ψυχολογικά τον τόπο όπου ένας πληθυσμός φιλοδοξεί να ζήσει σύμφωνα με τις επιθυμίες του.

Δεν έχουμε παρά να κερδίσουμε αν επιτεθούμε στο σύστημα και όχι στους ανθρώπους που είναι μεν υπεύθυνοι γι’ αυτό, αλλά είναι ταυτόχρονα και σκλάβοι του. Αν προσδεθούμε στο άρμα της συναισθηματικής πανούκλας, της εκδίκησης, της παρακμής, τότε θα συμμετέχουμε στο χάος και την τυφλή βία που έχουν ανάγκη το κράτος και οι κατασταλτικοί του μηχανισμοί για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Δεν υποτιμώ την ανακούφιση που φέρνει σ’ ένα οργισμένο πλήθος η πυρπόληση μιας τράπεζας ή η λεηλασία ενός σουπερμάρκετ. Γνωρίζουμε όμως ότι η υπέρβαση αυτή εν τέλει αποτίει φόρο τιμής στο απαγορευμένο, είναι βαλβίδα εκτόνωσης της καταστολής, δεν καταστρέφει την καταστολή, την αποκαθιστά. Η καταστολή έχει ανάγκη από ανταρσίες τυφλές, χωρίς όραμα.

Τελικά δεν βλέπω να υπάρχει καταλληλότερο μέσο για την καταστροφή του εμπορευματικού συστήματος από τη διάδοση της έννοιας και των πρακτικών της χαριστικότητας (επί τόπου, κάτι τέτοιο ασκούν δειλά-δειλά όσοι μπλοκάρουν τα παρκόμετρα, προς μεγάλη απογοήτευση των εταιρειών που επιδιώκουν να κλέβουν το χώρο και τον χρόνο μας).

Τόσο λίγη φαντασία έχουμε, τόσο λίγη δημιουργικότητα, που να μην μπορούμε να απαλείψουμε τους περιορισμούς των διαφόρων λόμπι, κρατικών και ιδιωτικών; Ποια μέσα θα βρουν να επιστρατεύσουν εναντίον ενός συλλογικού κινήματος που θα διεκδικεί δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες, θα αρνείται να πληρώνει φόρους και δασμούς σ’ ένα κράτος-απατεώνα και αντίθετα θα επενδύει, για το καλό όλων, στον εξοπλισμό μιας περιοχής για την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας, θα αποκαθιστά την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας, παιδείας, διατροφής και την ποιότητα του περιβάλλοντος;

Αποκαθιστώντας μια πραγματική πολιτική συσπείρωσης της κοινότητας θα θέσουμε τα θεμέλια της αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας. Στις απεργίες στα τρένα, τα λεωφορεία, τα μετρό, αντί να εμποδίζουμε τη μετακίνηση των πολιτών στα μέσα συγκοινωνίας, γιατί να μην τα κινούμε, αλλά χωρίς εισιτήριο; Η ωφέλεια είναι τετραπλή: Πλήττονται τα έσοδα των εταιρειών, μειώνονται τα κέρδη των πετρελαϊκών λόμπι, χτυπιέται ο γραφειοκρατικός έλεγχος των συνδικάτων και κυρίως, αναζωπυρώνεται το αίσθημα της συμμετοχής και γεννιέται η μαζική στήριξη όλων όσων χρησιμοποιούν τις συγκοινωνίες!

Είμαστε βυθισμένοι σε προβλήματα πλαστά που αποκρύπτουν τα πραγματικά προβλήματα. Οι διάφορες αντιλήψεις, πάντοτε χειραγωγημένες, τελικά χειραγωγούν αυτό που θα έπρεπε να είναι το μοναδικό μας κίνητρο: η αβεβαιότητα και το ρίσκο των καθημερινών επιθυμιών, δηλαδή οι εμπειρίες που θα θέλαμε να βιώσουμε, τα μέσα για να απαλλαγούμε από ό,τι μας αλυσοδένει…Ποιο το νόημα όλων αυτών των συζητήσεων για την κρίση από την οποία πρέπει να εξέλθουμε, όσο δεν εξερχόμαστε απ’ αυτήν, όσο μένουμε με την απελπισία της υποχρεωτικής εργασίας, την ανία της κατανάλωσης, την απάρνηση κάθε πάθους για να αποκτήσουμε περισσότερα χάνοντας όμως τη χαρά της ζωής – χάριν ενός κέρδους που, επιπλέον, είναι καταδικασμένο να καταρρεύσει;

Μαζί με τις πόζες της χειραφέτησης (φιλελευθερισμός, σοσιαλισμός, κομμουνισμός), ο καταναλωτισμός και οι πελατειακές σχέσεις των λεγόμενων δημοκρατικών καθεστώτων έχουν αμβλύνει την ταξική συνείδηση, η οποία είχε αρπάξει από τον καπιταλισμό κάμποσες κοινωνικές δεξιότητες και τις έκανε δικές του. Οι αφηρημένες ιδέες μας πέταξαν στη λάσπη και το αίμα. Έπεσε από πάνω και η δήθεν «κοινή υπόθεση του λαού», το «καλό του τόπου» και μας αποτελείωσε.

Ο μόνος ριζοσπαστισμός σήμερα είναι η επιστροφή στα βασικά. Η επιστροφή στα βασικά εξουδετερώνει τους πλαστούς προβληματισμούς που τροφοδοτούν το συναισθηματικό χάος εις βάρος της συνείδησης. Παρεμπιπτόντως, το παράδειγμα του «καυγά για το ισλαμικό βέλο» αποκαλύπτει ανάγλυφα τη θεαματική λειτουργία που ιδιοποιείται, αφομοιώνει και πλαστογραφεί το δικαίωμά μας στην αυθεντική ζωή. Η όλη διαμάχη, είτε δικαιώνει είτε αναθεματίζει το βέλο, είτε είναι πουριτανική είτε ελαστική, είτε μιλά για καταπίεση είτε για ελευθερία, είτε για άρση είτε για απαγόρευση, τελικά κάνει κύκλους και αποκρύπτει μια πραγματικότητα που από κάποιους ανθρώπους βιώνεται καθημερινά: τις συνθήκες που υφίστανται οι γυναίκες. Το θέαμα, ως μέρος του όλου σχεδίου άρτος και θεάματα, προσφέρει ατέρμονες συζητήσεις για το πάπλωμα: υπογραφές για την εθελούσια υποταγή, προβοκάτσιες, φολκλορική διαδήλωση, κοινοτική συνοχή, δικαίωμα θρησκευτικής επιλογής, αντίδραση στην περιφρόνηση της γυναίκας από τη διαφήμιση, ερωτική υπόσχεση στα κρυμμένα κάλλη των γυναικών, συνδυασμός φιλαρέσκειας και σεμνότητας, έκφραση ιερότητας, κατάλληλο μέσο άμυνας ενάντια στη σεξουαλική παρενόχληση των ανδρών – που νομιμοποιούνται από την πατριαρχική παράδοση να ανακουφίζονται με την υγρή πλαδαρότητα της στέρησης στο βλέμμα…

Ο πραγματικός αγώνας δεν βρίσκεται εκεί, είναι στα βασικά, είναι στη χειραφέτηση που ενώνει τον άντρα και τη γυναίκα, είναι στην απόρριψη του απαρτχάιντ, του αποκλεισμού, της μισογυνικής και της ομοφοβικής συμπεριφοράς. Φτάνει πια με τους ψευδεπίγραφους διαλόγους, φτάνει με τις ιδεολογίες! Στο Τίποτε δεν είναι ιερό, όλα μπορούν να ειπωθούν διατύπωσα την εξής αρχή: Ανοχή σε όλες τις ιδέες, καμιά ανοχή σε βάρβαρες ενέργειες. Το μοναδικό μας κριτήριο είναι η ανθρώπινη πρόοδος, η γενναιοδωρία, ο εμπλουτισμός της καθημερινότητας. Οι πράξεις μας δικαιώνονται από το ίδιο το δικαίωμα στη ζωή.

Η εξουσία στοχεύει κι επιδρά στα συναισθήματα. Ο παράλογος φόβος που σκορπά είναι πηγή της τυφλής βίας από την οποία κατεξοχήν επωφελείται. Το πλεονέκτημα των τοπικών συλλογικοτήτων, που ανυπομονούν να καθορίσουν οι ίδιες τη μοίρα τους, που δίνουν προτεραιότητα στη δημιουργία μιας ζωής αυθεντικά ανθρώπινης, είναι ότι η πρακτική τους ξεπερνά το βάρβαρο αίσθημα της ακατέργαστης σκληρότητας και αφυπνίζει την ποιητική συνείδηση.

Όπως είναι άχρηστο το μποϋκοτάζ των νοθευμένων προϊόντων που μας σερβίρουν οι πετροχημικές και αγροβιομηχανικές μαφίες, αν δεν υπάρχει ταυτόχρονα πρόσβαση σε ποιοτική διατροφή, έτσι και η επιθυμία να τελειώνουμε με τον καταναλωτισμό που υποκαθιστά το είναι με το έχειν, δεν γεννιέται από κάποιο ηθικό δόγμα, αλλά από τη γοητεία που ασκεί η ιδέα της ελεύθερης ζωής.

Αν το να καταφεύγουμε στα όπλα του εχθρού είναι το προοίμιο μιας προκαθορισμένης ήττας, η αντίστροφη πορεία οδηγεί ξεκάθαρα κάπου αλλού: Όσο εξαπλώνεται η αίσθηση ότι η ζωή και η ανθρώπινη αλληλεγγύη είναι η μαγιά μιας ύπαρξης που σέβεται το όνομά της, τόσο η δειλία και η διχόνοια θα κάμπτουν την αποφασιστικότητα και τον φανατισμό που κινητοποιούν τους μισθοφόρους του κόμματος της διαφθοράς και του θανάτου.

Υπάρχουν μαρτυρίες ότι ένας αυξανόμενος αριθμός δολοφόνων με πατέντα, είτε πρόκειται για «φρουρούς της επανάστασης» στο Ιράν, κακοποιούς που στρατολογεί η Χαμάς, ισραηλινούς στρατιώτες που προπόνησαν τη σκληρότητά τους στη λωρίδα της Γάζας, για δολοφόνους στο βόρειο ή το νότιο Σουδάν, για σουδανούς που λεηλατούν χωριά … ότι όλος αυτός ο συρφετός έχει αρχίσει να διαβρώνεται από την αβεβαιότητα. Για μένα, τέτοιες μαρτυρίες δεν εξυπηρετούν κάποια ρητορική τακτική, δεν υπάγονται σε κάποιο στρατιωτικό σκεπτικό που μου επιτρέπει να συμπεράνω, αφελώς βέβαια, ότι ο εχθρός τάχα σκάβει το λάκκο του. Εδραιώνουν ωστόσο μια πιθανότητα: Όπως η χρηματοπιστωτική κρίση πάει να καταστρέψει το χρήμα, έτσι και η αυτοκτονική αποφασιστικότητα στην οποία ποντάρουν οι γραφειοκράτες του οργανωμένου εγκλήματος, οι μαφίες της κερδοσκοπικής βαρβαρότητας για να στρατολογούν τους πολεμιστές τους, απειλείται με υποτίμηση – ακόμη περισσότερο τώρα, που οι παλιές θρησκευτικές ή ιδεολογικές προφάσεις χάνουν την αξιοπιστία τους και οι φανατικοί αρχίζουν και αμφισβητούν την παντοδυναμία του Θεού-δολοφόνου.

Με αυτήν τη έννοια λοιπόν, προσβλέπω σε μιαν αντίσταση ικανή να γονιμοποιήσει τα εδάφη που ρήμαξε και ξέρανε η οικονομία της εκμετάλλευσης και οι γραφειοκρατικές της μαφίες. Ο δημιουργικός μας πλούτος κατέχει το μυστικό να προετοιμάσει και να διαχειριστεί, στο πλαίσιο της κοινωνικής και της ατομικής ζωής, τους χώρους και τους χρόνους που επιτέλους θα απελευθερωθούν από την εμπορευματική κυριαρχία. Μόνον η ποίηση μπορεί να ξεφύγει από το διαπεραστικό βλέμμα της εξουσίας. Μόνον το πάθος της ζωής μπορεί να αποκρούσει τον θάνατο.

Δύο υποσημειώσεις για την αυτοάμυνα

1. O EZLN αποτελείται από μερικές χιλιάδες πολεμιστές στο τροπικό δάσος της Λακαντόνα. Στις γενικές συνελεύσεις, οι γυναίκες πρότειναν –και εισακούστηκαν- ο EZLN να μην διεξάγει επιθετικές επιχειρήσεις, αλλά να κρατά μια στάση αμυντική. Όταν, ωστόσο, τα ζαπατιστικά χωριά απειλήθηκαν από παραστρατιωτικές ομάδες, ο EZLN δεν ενεπλάκη, έμεινε απλώς σε επιφυλακή. Τα «συμβούλια καλής διακυβέρησης» σχημάτισαν μια ανθρώπινη ασπίδα, μαζί με εκατοντάδες μέλη και συμπαθούντες, που είχαν έρθει από παντού. Οι δημοσιογράφοι και οι καμεραμέν της τηλεόρασης κάλυψαν το γεγονός, αξιοποιώντας το θέαμα, ώστε όλος ο κόσμος να είναι ενήμερος για το τι θα επακολουθούσε σε περίπτωση επίθεσης. Αυτό ήταν αρκετό για να αναχαιτίσει τους επιτιθέμενους.

2. Σύμφωνα με ένα ινδικό παραμύθι, οι χωρικοί πάνε στο σοφό να παραπονεθούν για ένα τεράστιο φίδι που τους ορμάει και τους δαγκώνει θανάσιμα. Ο συριγμός που αναγγέλλει τον ερχομό του αρκεί για να σκορπίσει τον τρόμο στο χωριό. Ο σοφός πάει και βρίσκει το φίδι και καταφέρνει να το πείσει ν’ αφήσει ήσυχους τους χωρικούς. Αμέσως κάποιοι σπεύδουν να κοροϊδέψουν το φίδι που έπαψε ξαφνικά να σφυρίζει κι έγινε ειρηνικό, χλευάζουν την αδυναμία του και δεν χορταίνουν να το προκαλούν. Απηυδησμένο από την περιφρόνηση που του δείχνουν, το φίδι σέρνεται ως το σοφό και του εξομολογείται την ταραχή του: Πώς να φερθεί τώρα; Ο σοφός σκέφτεται λίγο και του απαντά: «Εγώ σου ζήτησα να σταματήσεις να σκοτώνεις, όχι να σταματήσεις να σφυρίζεις».

ΜΗΝΥΜΑ ΣΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Σύντροφοι, δεν έπαψα ποτέ να ελπίζω στην επανάσταση της αυτοδιεύθυνσης και την επανάσταση της καθημερινής ζωής. Πόσω μάλλον σήμερα.

Έχω την πεποίθηση ότι, πάνω και πέρα από τα οδοφράγματα της αντίστασης και της αυτοάμυνας, οι ζωντανές δυνάμεις ολόκληρου του κόσμού ξυπνούν από έναν ύπνο βαθύ. Η ορμή τους, δυναμική και ειρηνική, θα σαρώσει κάθε εμπόδιο που ορθώνεται ενάντια στην απέραντη επιθυμία για ζωή, επιθυμία που τρέφει αναρίθμητους ανθρώπους που γεννιούνται και ξαναγεννιούνται με κάθε καινούργια μέρα. Ο κόσμος που έχουμε να χτίσουμε θα ξεριζώσει τον κόσμο που καταστρέφει τον εαυτό του.

Μέχρι σήμερα δεν ήμαστε παρά υβρίδια, μισός άνθρωπος – μισό θηρίο. Οι κοινωνίες μας υπήρξαν ως τώρα τεράστιες αποθήκες, όπου ο άνθρωπος, υποβιβασμένος σε εμπόρευμα, εξίσου φθηνός και ευτελής, μπορούσε να πουληθεί και να αλλαχθεί με κάποιο άλλο. Ας εγκαινιάσουμε μια εποχή όπου ο άνθρωπος θα ξαναβρεί την αποστολή του ως στοχαστή και δημιουργού και θα ξαναγίνει αυτό που είναι και θα είναι πάντα: ένα ολοκληρωμένο ανθρώπινο ον.

Δεν διεκδικώ το αδύνατο. Δεν απαιτώ τίποτα. Δεν με απασχολεί η ελπίδα ή η απελπισία. Θέλω μόνο να δω χειροπιαστή, στα χέρια τα δικά μας και στα χέρια ολόκληρου του κόσμου, μια Διεθνή του ανθρώπινου είδους, που θα θάψει στο παρελθόν τον ετοιμοθάνατο πολιτισμό του εμπορεύματος και το κόμμα του θανάτου που συσπάται και σκιρτά λίγο πριν ξεψυχήσει.

Raoul Vaneigem- 17 Ioυλίου 2010

Ραούλ Βανεγκέμ: «Ο Μάης του 68 τώρα ξεκινά»

Ο Βανεγκέμ δέχτηκε να απαντήσει μέσω e-mail σε μια σειρά ερωτήσεων που του έθεσε ο Guy Deplat για λογαριασμό της εφημερίδας Libre Belgique, υπό τον όρο ότι οι απαντήσεις του θα δημοσιευτούν αυτούσιες και χωρίς περικοπές. Η «συνέντευξη» δημοσιεύτηκε στις 30 Απρίλη 2008

Ερώτηση: Τα 40 χρόνια από το Μάη του 68 γιορτάζονται μέσα σε μια ατμόσφαιρα παλινόρθωσης. Εσείς, αντίθετα, ισχυρίζεστε ότι ο Μάης του ’68 ήταν «μια πρώτη κραυγή συναγερμού» που άλλαξε τον κόσμο με μόνιμο τρόπο. Τι απομένει από το Μάη του ’68;

Απάντηση: Τίποτα για τους εξηνταοχτάρηδες τροτσκιστο-μαοϊκούς που είχαν ήδη από εκείνη την εποχή τις απαιτούμενες ικανότητες για να επανέλθουν στην πολιτική αισχροκέρδεια. Τα πάντα, αντίθετα, για εκείνους που αντιλαμβάνονται στο κίνημα των καταλήψεων του Μάη 1968 την έναρξη μιας επανάστασης που ψελλίζει ακόμα τις πρώτες της λέξεις. Δεν έχει μετρηθεί ακόμα σε ποιο σημείο βρισκόμαστε στην καρδιά μιας μετάλλαξης όπου διενεργείται το επικίνδυνο πέρασμα από έναν χιλιαστικό εμπορευματικό πολιτισμό σε έναν πολιτισμό ανθρώπινο, που συχνά σκιαγραφήθηκε αλλά πάντα καταπνίγηκε (η Γαλλική Επανάσταση, η Κομμούνα του Παρισιού, τα εργατικά συμβούλια του 1917, οι ισπανικές ελευθεριακές κολλεκτίβες του 1936). Αυτό που, το 1968, εκφράστηκε με τη διαύγεια μιας απότομης και σκληρής αποκάλυψης δεν είναι τίποτα λιγότερο από την άρνηση της επιβίωσης στο όνομα της ζωής. Η ιερή τράπεζα των πατριαρχικών αξιών θρυμματίστηκε οριστικά: έτσι ώστε να επέλθει το τέλος της εργασίας, της εκμετάλλευσης της φύσης, της ανταλλαγής, της αρπακτικότητας, του διαχωρισμού από τον εαυτό, της θυσίας, της ενοχής, της αποκήρυξης της ευτυχίας, του φετιχισμού του χρήματος, της ιεραρχικής εξουσίας, της περιφρόνησης και του φόβου απέναντι στη γυναίκα, της εξαγοράς του παιδιού, των πνευματικών αρχαϊσμών, του στρατιωτικού και αστυνομικού δεσποτισμού, των θρησκειών, των ιδεολογιών, της πνευματικής καταπίεσης και των θανατηφόρων εκτονώσεών της. Δεν είναι μια σταθερά, αλλά μια εμπειρία που βρίσκεται σε εξέλιξη. Απαιτεί περισσότερη εγρήγορση, περισσότερη συνείδηση, περισσότερη αλληλεγγύη με το ζων. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια νέα θεμελίωση του εαυτού, προκειμένου να οικοδομηθεί ξανά σε ανθρώπινες βάσεις ένας κόσμος ερειπωμένος από την απανθρωπιά που διαδίδουν παντού το εμπορευματικό πνεύμα και η λατρεία του βραχυπρόθεσμου κέρδους.

Ε: Αλλά η εμπορευματική κοινωνία, η «πλύση εγκεφάλου», η «κοινωνία του θεάματος» κέρδισαν τα πάντα, συμεριλαμβανομένων των παλιών εξηνταοχτάρηδων. Αυτό που υπάρχει είναι το βασίλειο του χρήματος.

Α: Είμαστε μάρτυρες της κατάρρευσης ενός συστήματος θεμελιωμένου στην ακόρεστη εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης. Βρισκόμαστε σε μια οικονομία που καταστρέφεται καταστρέφοντας τον πλανήτη. Ο καπιταλισμός, αντί να επενδύει στον εκσυγχρονισμό των τομέων προτεραιότητας, θυσιάζει στο βωμό της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας τη βιομηχανία και τις δημόσιες υπηρεσίες για την προώθηση των οποίων μέχρι χτες αυτοεξυμνούνταν. Η κυριαρχία της σπουδής για το κέρδος διέδωσε ένα μηδενισμό, όπου το αντεστραμμένο λογίζεται σαν να είναι θεμιτό, και μια απελπισία την οποία συσσωρεύει και ξορκίζει η καταναλωτική φρενίτιδα, ενώ την ίδια στιγμή η αγοραστική δύναμη μειώνεται. Η λατρεία του χρήματος εδραιώνει, πέρα από τη συνενοχή, μια πνευματική κοινότητα ανάμεσα στο κάθαρμα που επιτίθεται στους φτωχούς, που καίει ένα σχολείο ή μια βιβλιοθήκη και τον στυγνό κερδοσκόπο που συσσωρεύει τα οφέλη του καταστρέφοντας το δημόσιο καλό και τα κοινωνικά κεκτημένα. Ποτέ άλλοτε εκείνοι που αναλαμβάνουν το ρόλο του ηγέτη δεν είχαν φτάσει σε τέτοιο βαθμό ανικανότητας και ανοησίας, και ποτέ άλλοτε αυτό το «λιγότερο από το τίποτα» από το οποίο γοητεύονται δε θεωρήθηκε τόσο σαν να είναι «κάτι», στο βαθμό που διαιωνίζεται η προκατάληψη ότι ο άνθρωπος δεν είναι ικανός να δράσει με αυτόνομο τρόπο και να δημιουργήσει τη δική του μοίρα. Οι πελατειακές σχέσεις στην πολιτική διέφθειραν τις δημοκρατίες, που βρίσκονται πλέον κάτω από την μπότα των πολυεθνικών. Δεν υπάρχουν πια ούτε ιδέες ούτε πεποιθήσεις που να μην είναι κενές νοήματος, ξεκοιλιασμένες, υποβιβασμένες σε κουφάρια που συναρπάζουν πλήθη τυφλωμένα από την απελπισία, τη δυσφορία, την ύστατη αρπακτικότητα, την αγωνιώδη αναζήτηση μιας δουλικής απασχόλησης και την εντύπωση μιας παράλογης ύπαρξης που οδηγεί σε μια ευρεία ποικιλία αυτοκτονικών συμπεριφορών (όπως οι δολοφονίες στο γυμνάσιο Κολουμπάιν (1), οι σφαγές στη Ρουάντα και στην πρώην Γιουγκοσλαβία, η ισλαμική βαρβαρότητα). Αλλά, μολονότι ο σκοταδισμός που είναι στη μόδα σήμερα διαδίδει την αναισθησία, την υποταγή, τη μοιρολατρία, το νόμο του πιο ισχυρού και του πιο πανούργου, τίποτα δε θα εμποδίσει τη ριζοσπαστική σκέψη να προοδεύσει υπογείως και να υπονομεύσει το θέαμα μέσω του οποίου εδραιώνεται η αθλιότητα της ύπαρξης. Πώς θα μπορούσε εκείνο που ήταν ανυπόφορο το 1968, ενώ η οικονομία ανθούσε, να μην είναι ακόμα πιο ανυπόφορο σήμερα; Χρειάζεται να παραστήσει κανείς τον προφήτη για να προβλέψει ότι η επιθυμία για ζωή θα σαρώσει σαν κύμα αυτόν τον ερειπωμένο κόσμο όπου ο καθένας έχει την αίσθηση ότι ωθείται στον παραλογισμό της ανυπαρξίας του; Τα κριτήρια της ζωής (η αγάπη, η φιλία, η συντροφικότητα, η γενναιοδωρία, η επιθυμία για ευτυχία και απόλαυση, η απληστία για γνώση) θα πρέπει να αντικαταστήσουν τα παλιά κριτήρια της πατριαρχικής εξουσίας.

E: Είναι δυνατή η αποφυγή της αφομοίωσης; Ποια είναι σήμερα η συμβολή του σιτουασιονισμού [sic];

A: Ο σιτουασιονισμός είναι μια ιδεολογία. Οι καταστασιακοί πάντα αποκήρυσσαν αυτόν τον όρο. Αυτός που αρνείται κάθε εξουσία, που δε δέχεται να κυβερνά ούτε να κυβερνιέται, που δεν εισέρχεται σε αυτό «το θέαμα της ζωής που αρνείται τη ζωή», που δε διαχωρίζει τις ιδέες του από τη δική του καθημερινή ύπαρξη, που προτιμά το είναι από το έχειν και την αυθεντικότητα των επιθυμιών του από την καταναλωτική τους διαστρέβλωση, αυτός δεν μπορεί να αφομοιωθεί.

Ε: Ασκείτε κριτική σε μια ορισμένη οικολογία που, όπως λέτε, αντικαθιστά έναν καπιταλισμό με έναν άλλο;

Α: Ο χρηματιστικός καπιταλισμός, σύμφωνα ακόμα και με τη γνώμη εκείνων που τον προωθούν, είναι καταδικασμένος στην ενδόρρηξη, η οποία θα επέλθει αργά ή γρήγορα. Κάτω από αυτή την αρτηριοσκληρωμένη μορφή, ωστόσο, προβάλλει ένας καπιταλισμός με νέα δυναμική που σχεδιάζει να καταστήσει κερδοφόρες τις ανανεώσιμες ενέργειες και να μας κάνει να πληρώσουμε γι’ αυτές πολύ ακριβά, ενώ πρσφέρονται δωρεάν. Μας «προσφέρουν» βιοκαύσιμα υπό τον όρο να αποδεχτούμε την καλλιέργεια διαγενετικών σπόρων αγριοκράμβης (ρέβας)• ο οικοτουρισμός θα διευκολύνει τη λεηλασία της βιόσφαιρας• αιολικά πάρκα εγκαθίστανται χωρίς πλεονεκτήματα για τους καταναλωτές. Σε αυτό το σημείο είναι δυνατή η παρέμβαση. Οι φυσικοί πόροι μάς ανήκουν, είναι δωρεάν, πρέπει να τεθούν στην υπηρεσία της χαριστικότητας της ζωής. Οι κοινότητες θα πρέπει να εξασφαλίσουν την ενεργειακή και διατροφική αυτονομία τους, ώστε να απελευθερωθούν από την επιρροή των Κρατών και των πολυεθνικών, από τις οποίες εξαρτώνται. Μας προσφέρεται η ευκαιρία να οικειοποιηθούμε τις φυσικές ενέργειες μέσω της επανοικειοποίησης της ίδιας μας της ύπαρξης.

Ε: Περισσότερο από ποτέ, οι άνθρωποι επιδιώκουν να επιβιώσουν μάλλον παρά να ζήσουν, ή – τουλάχιστον – επιδιώκουν να συγχωνεύσουν τις δύο αυτές έννοιες.

Α: Η επιβίωση αντιστοιχεί στην κατάσταση του ζώου. Η ζωή αποτελεί χαρακτηριστική ιδιότητα του ανθρώπου. Καθώς απελευθερώνεται από τη ζωώδη κατάσταση, ο άνθρωπος αποκτά την ικανότητα να δημιουργεί τη δική του μοίρα και να αναδημιουργεί αδιάκοπα τον κόσμο. Σήμερα, ωστόσο, η αναγκαιότητα να εργάζεται τον υποβιβάζει στην κατάσταση του υποζυγίου.

Ο καταναλωτισμός τού επέτρεψε να επιβιώνει καλύτερα ζώντας λιγότερο. Ωστόσο, η τιμή των καταναλωτικών αγαθών αυξάνεται συνεχώς. Η επιβίωση των ειδών του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου, απειλείται. Νά γιατί στηρίζομαι σε ένα άλμα της θέλησης για ζωή. Δεν υπάρχει κανένα παράδειγμα στην ιστορία μιας κοινωνίας που, οσοδήποτε ερημωμένη κι αν ήταν, να μην κατάφερε να εγερθεί ξανά μέσα από τα ερείπιά της.

Ε: Η εξέγερση έγινε δύσκολη, ενώ οι εξουσίες μοιάζουν ήδη πολύ κλονισμένες. Η αλλοτρίωση – για να πάρουμε μια μαρξιστική έννοια – εσωτερικεύτηκε. Ακόμα και χωρίς ηγέτες, παπάδες, γκουρού ή «δεσπότες», καθένας φαίνεται να θεωρεί ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» απέναντι σε έναν κόσμο του οποίου, ωστόσο, όλοι αντιλαμβάνονται τις θανατηφόρες διολισθήσεις (περιβάλλον, ανισότητες, πίεση για εργασία, κ.λ.π).

Α: Πράγματι, ποτέ η εθελοντική υποταγή δεν ήταν τόσο διευρυμένη. Οι κερδοσκοπικές μαφίες εκμεταλλεύονται αυτόν τον ενστικτώδη φόβο που οι ίδιες συντηρούν, εξαιτίας του οποίου τα πλήθη υποτάσσονται σαν να απειλούνταν από τα όπλα ενός φανταστικού στρατού. Υπάρχουν, ωστόσο, συλλογικότητες, υπάρχουν ατομικές πρωτοβουλίες που επιβεβαιώνουν την παρουσία δημιουργικών δυνάμεων, αλλά η πληροφόρηση που υπηρετεί έμμισθα τα συμφέροντα των εμπόρων τις καταπνίγει κάτω από το βάρος της σιωπής. Από την ατομική δημιουργικότητα και την επιθυμία για καλύτερη ζωή μπορεί να γεννηθεί μια αυτοδιευθυνόμενη δημοκρατία ικανή να καταργήσει αυτή τη δημοκρατική απάτη που τολμάει να αποκαλεί ελευθερία την τυραννία της ελεύθερης ανταλλαγής, το δικαίωμα της κατάχρησης του δημόσιου καλού και την πελατειακή χειραγώγηση των ψηφοφόρων. Πάνω στους τοίχους της γκρίζας ύπαρξης που υψώνουν γύρω μας οι εμπορικοί ταξιδιώτες της παγκόσμιας κερδοσκοπίας, εύχομαι να ανθίσουν ξανά εκείνα τα λόγια του Λουσταλό (2) που, αν και χρονολογούνται από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, δεν έχουν χάσει τίποτα από την προκλητική πρωτοτυπία τους: «Οι μεγάλοι δε μας φαίνονται μεγάλοι παρά μόνο επειδή εμείς γονατίζουμε. Ας εγερθούμε!»

Ε: Μπορούμε να αποφύγουμε την εμπορευματική εργασία;

Α: Θα πρέπει να το κάνουμε, διότι η ίδια η εργασία μάς αποφεύγει ολοένα και περισσότερο. Αυτοί που απευθύνουν εκκλήσεις για περισσότερη εργασία είναι οι ίδιοι που κλείνουν τα εργοστάσια για να τα παίξουν στο Χρηματιστήριο. Πριμοδοτούν την παρασιτική εργασία πολλαπλασιάζοντας τις άχρηστες υπηρεσίες και θέτουν σε αχρηστία τους τομείς προτεραιότητας (σχολεία, νοσοκομεία, μεταλλουργία, υφαντουργία, στέγαση, μεταφορές). Μόνο μια δημιουργικότητα που θα αναπτύξει τις φυσικές ενέργειες στην υπηρεσία των πολιτών, στη βάση ενός δικτύου που θα αποτελείται από αυτοδιευθυνόμενες κοινότητες, θα καταστήσει δυνατό το τέλος της εργασίας της εκμετάλλευσης και της λεηλασίας της γήινης και ανθρώπινης φύσης.

Ε: Ποια είναι η ελπίδα σας; Ένας καινούριος Μάης του ’68; Τι θα έπρεπε να κάνουν οι σημερινοί νέοι;

Α: Να μάθουν να ζουν, και όχι να πουλάνε τον εαυτό τους. Θα φτάσουν σε αυτό το σημείο μόνοι τους όταν θα καταλάβουν ποια σκλαβιά τους περιμένει στην αγορά της απάτης της εργασίας. Όταν, αρνούμενοι τον ανταγωνισμό (τους οικονομικούς μηχανισμούς που μας μετατρέπουν σε ρομπότ), τον αρριβισμό, τη λατρεία του χρήματος με κάθε τίμημα, θα αποδώσουν επιτέλους προτεραιότητα στην αγάπη για τη ζωή και στη δική τους ζωή που θα είναι γεμάτη με αγάπη, στη γνώση του ζώντος, στη βελτίωση του περιβάλλοντός τους, στην προσωπική άμιλλα, στον μοναδικό πλούτο που υπάρχει: τον πλούτο τού είναι και όχι του έχειν. Όταν θα αντιληφθούν ότι το ζήτημα δεν είναι για κάποιον να είναι ο καλύτερος αλλά να ζει καλύτερα. Όταν θα αρνηθούν να υποστηρίζουν κυβερνήτες που κατασκευάζουν φυλακές και καταστρέφουν σχολεία αντί να τα πολλαπλασιάζουν. Όταν θα εξεγερθούν ενάντια σε μια συγκεντρωτική εκπαίδευση που ευνοεί τη βία και εναντιώνεται στην ίδια την έννοια μιας αληθινά ανθρώπινης εκπαίδευσης, στο πλαίσιο της οποίας κάποιος μαθαίνει για να δώσει τη γνώση του στους άλλους. Η ζωή έχει όλα τα δικαιώματα• η αρπακτικότητα δεν έχει κανένα. Μην εκπλήσσεστε, η μάχη μόλις ξεκινάει.

Μετάφραση από το γαλλικό κείμενο: Άλογος Ταχυδρόμος

Σημειώσεις της Μετάφρασης:

(1) Στις 20 Απριλίου 1999, δύο μαθητές (ο Eric Harris και ο Dylan Klebold) του γυμνασίου Κολουμπάιν στο Κολοράντο πυροβόλησαν και σκότωσαν 12 συμμμαθητές και έναν καθηγητή τους, τραυμάτισαν άλλους 24 μαθητές και στη συνέχεια αυτοκτόνησαν. Η σφαγή του Κολουμπάιν είναι ένα από τα πιο αιματηρά επεισόδια που έχουν συμβεί ποτέ σε σχολείο των ΗΠΑ.

(2) Ο Elysée Loustalot (1761-1790) ήταν δημοσιογράφος, δικηγόρος και εκδότης της εβδομαδιαίας εφημερίδας “Révolutions de Paris” την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. Πέθανε ξαφνικά το Σεπτέμβρη του 1790, σε ηλικία 29 ετών. Φήμες απέδωσαν το θάνατό του σε δηλητηρίαση. Ο Λουσταλό ήταν υποστηρικτής της λαϊκής κυριαρχίας και της κατάργησης της θανατικής ποινής.

Πηγή: athens.indymedia.org

Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-8hY

Ραούλ Βάνεγκεμ – Τίποτα δεν είναι ιερό, όλα μπορούν να λεχθούν

«Δεν υπάρχει ούτε καλή ούτε κακή χρήση της ελεύθερης έκφρασης, υπάρχει μονάχα ανεπαρκής χρήση της». Αυτή η ρήση του Ραούλ Βανεγκέμ δίνει τον τόνο σ’ ένα δοκίμιο που είναι αφιερωμένο στην πιο θεμελιώδη ελευθερία του ανθρώπου. Ένα μαχητικό κείμενο που υπερασπίζεται μια ελευθερία η οποία δεν πρέπει να υπόκειται σε περιορισμούς, είτε πολιτικούς είτε ηθικούς είτε νομικούς. Απέναντι στις απαράβατες αλήθειες και τα κρατικά μυστικά, απέναντι στους νόμους για τη συκοφαντία, το ρατσισμό και την πορνογραφία, ο συγγραφέας θεωρεί πως δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και να νικήσουμε την ανοησία και την ατιμία, παρά μόνο αν αντιπαλέψουμε τις συνθήκες που τις καθιστούν δυνατές.

Ο «κίνδυνος» της απεριόριστης χρήσης της ελεύθερης έκφρασης έγκειται, κατά τον Ραούλ Βανεγκέμ, στο ότι ο άνθρωπος μπορεί να καταφέρει να βγει από τη μειονεκτική του θέση και τις ποικίλες εξαρτήσεις, επιτυγχάνοντας την αυτονομία της ύπαρξης του. Αυτό το προκλητικό κείμενο, με τη μεγάλη λογοτεχνική αξία, γκρεμίζει τις βεβαιότητες του τρέχοντος πολιτικού λόγου, κλονίζει τις σταθερές απόψεις των «σοφών», ταράζει τις «καλές προθέσεις» των δικαστών και των μαθητευόμενων λογοκριτών, που θέλουν να υποβάλλουν σε περιορισμούς μια δραστηριότητα η οποία δεν πρέπει να υπόκειται σε κανέναν περιορισμό.

Ραούλ Βάνεγκεμ – Εγκώμιο εκλεπτυσμένης τεμπελιάς

O Ραούλ Βάνεγκεμ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πόλη Λεσίν του Βελγίου. ‘Ήταν γιος σοσιαλιστή και αντικληρικαλιστή σιδηροδρομικού υπαλλήλου που συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση εναντίον των ναζί κατακτητών. Σπούδασε στις Βρυξέλλες λατινική φιλολογία και δίδαξε επίσης στο πανεπιστήμιο.

Χαρακτηριστικό του έργου του είναι η απόρριψη της ηθικής της εργασίας και η δριμύτατη κριτική που ασκεί στον παραγωγισμό του καπιταλισμού. «Δούλεψε για να επιβιώσεις, επιβίωσε καταναλώνοντας, επιβίωσε για να καταναλώνεις: ο κύκλος της κόλασης έχει ολοκληρωθεί»! Όμως ο Βάνεγκεμ είχε σαφή ερμηνεία σχετικά με την έννοια της «τεμπελιάς»: «Να τελειώνουμε λοιπόν με τη σύγχυση που ταυτίζει την τεμπελιά του σώματος με την πνευματική μαλάκυνση που ονομάζεται νωθρότητα του πνεύματος»

Το 1953 ο Γκι Ντεμπορ είχε γράψει σε έναν Παρισινό τοίχο «Ne travaillez jamais» (μη δουλεύετε ποτέ,) ως απάντηση  έγραψε το 1953, σε έναν παρισινό τοίχο, ως απάντηση στη φράση: «Arbeit macht frei» (η εργασία απελευθερώνει,) που ήταν γραμμένη στην πύλη του Άουσβιτς. Τόσο ο Ντεμπόρ, όσο και ο Βάνεγκεμ περιφρονούσαν την εργασιακή ηθική, ως μια ηθική υποκρισίας της τότε μπουρζουαζίας. Μάλιστα με τον Ντεμπόρ ο Βάνεγκεμ συναντήθηκε το 1960, όπου και προσχώρησε στην Καταστασιακή Διεθνή. Το 1967 γράφει ένα από τα θεμελιώδη κείμενα της ομάδας, την «Πραγματεία για την τέχνη του βίου προς χρήση των μελλοντικών γενεών», ενώ αρθρογραφεί τακτικά στο ομώνυμο έντυπο της ομάδας. Το 1970 έρχεται σε ρήξη με τον Ντεμπόρ. Από τότε οι δύο άνδρες δεν θα ξαναβρεθούν ποτέ.