Menu

EAGAINST.com

Ο μύθος του ανίκανου πολίτη

popolo_05070633

Του Γιώργου Κουτσαντώνη (μέσω Art Version)

Η εικόνα του ανίκανου, αμόρφωτου, αδιάφορου, ανενημέρωτου πολίτη ακόμη και του «πολιτικά ανώριμου» ο οποίος δρα με γνώμονα τα πάθη του και τα ιδιοτελή συμφέροντά του, για ολόκληρους αιώνες συνόδευσε πιστά την ανάπτυξη των πολιτικών συστημάτων. Η απεικόνιση του πολιτικά ανάξιου μέσου πολίτη, υπήρξε ιστορικά αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους ηγεμόνες. Αρχικά για να αποτραπεί η επέκταση του δικαιώματος ψήφου (στις γυναίκες, στη νότια Αφρική κ.ο.κ) και, στη συνέχεια, για να παρεμποδιστεί το αίτημα για μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στα πολιτικά δρώμενα.

Το θέμα της πολιτικής ανικανότητας των λαών, σήμερα περισσότερο από ποτέ, θα έπρεπε να βρίσκεται στο επίκεντρο του συλλογικού διαλόγου, καθώς (με ευθύνη αμφοτέρων των εμπλεκομένων δηλαδή πολιτών και πολιτικών) κατασκευάστηκε ένα είδος κοινής αντίληψης, ότι δηλαδή ο μέσος πολίτης δεν είναι σε θέση να κρίνει ορθολογικά εφόσον δεν διαθέτει την απαραίτητη επάρκεια, ώστε να αποφασίσει για «σύνθετα πολιτικά ζητήματα».

Από τα παραπάνω προκύπτει ασφαλώς ένα βασικό ερώτημα: εάν οι πολίτες δεν είναι ικανοί να αποφασίσουν σχετικά με σύνθετα ή μη πολιτικά θέματα, πώς μπορούν να είναι ταυτόχρονα σε θέση να αξιολογούν ορθά τις υποψήφιες προσωπικότητες που στη συνέχεια θα τους αντιπροσωπεύσουν στα κοινοβούλιο και επομένως θα λάβουν αποφάσεις για λογαριασμό τους;

Αντιστοίχως πώς, αυτοί οι ίδιοι ανίκανοι πολίτες, είναι ταυτόχρονα σε θέση να αξιολογήσουν τις προγραμματικές δηλώσεις και τα προγράμματα των κομμάτων, ώστε να ψηφίσουν αναλόγως;

Παραμένει ασαφές γιατί οι ψηφοφόροι αφενός θεωρούνται ικανοί να επιλέξουν μεταξύ των κομμάτων και των υποψηφίων, ενώ αφετέρου κρίνονται ανίκανοι να αποφασίσουν για συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα.

Αυτό το επιχείρημα συνιστά μια τεράστια αντίφαση στην οποία οι πολίτες έχουν εγκλωβιστεί στα αδιέξοδα αντιπροσωπευτικά πολιτικά συστήματα, που όχι μόνο αμφισβητούν την ίδια την δυνατότητα κατανόησης (από την πλευρά των πολιτών) των πολιτικών προγραμμάτων αλλά (οι πολιτικοί τους εκφραστές) διαθέτουν και το αριστοκρατικό προνόμιο να μην τα εφαρμόζουν ή να τα μεταλλάσσουν κατά το δοκούν χωρίς ουσιαστικές συνέπειες.

Στην πραγματικότητα, οι πολίτες δεν έχουν δεχθεί μόνον αυτή την αντίφαση αλλά – με την παθητικότητά τους και την έλλειψη αμφισβήτησης – έχουν επιτρέψει τη δημιουργία μιας ακόμη κοινής ψευδαίσθησης. Αυτή η ψευδαίσθηση, που δημιουργήθηκε σχεδόν σιωπηρά, αφορά στην ύπαρξη – κάθε φορά – μιας σχεδόν μυθικής φιγούρας πολιτικού προσώπου: εξαιρετικά ευφυούς, εξόχως καταρτισμένου, ορθολογικού και αδιαμφισβήτητης ηθικής, ενός με λίγα λόγια, ακέραιου πολιτικού σοφού (ως μια τέλεια σύνθεση με υπεράνθρωπες διαστάσεις και χαρακτηριστικά). Οδήγησε με άλλα λόγια στην πίστη περί ύπαρξης ηγετών με ιδιότητες «πολιτικού υπέρ-όντος».

Σήμερα, στο πλαίσιο των αντιπροσωπευτικών πολιτικών συστημάτων, οι πολίτες εκλέγουν τους εκπροσώπους, αλλά μόνο οι πολιτικοί αποφασίζουν. Αυτοί οι τελευταίοι έχουν το μονοπώλιο σε όλο το φάσμα των αποφάσεων για όλα τα μεγάλα θέματα, ώστε να καθορίσουν την πολιτική τους ατζέντα και να επωφεληθούν των χρηματοδοτικών πόρων για τη διάδοση των θέσεών τους.

Όταν στη συνέχεια μονομερώς διαμορφωθούν αυτές οι θέσεις, οι πολίτες καλούνται στις εκλογές να ψηφίσουν ώστε να προκύψει μια πλειοψηφία. Όμως οι πλειοψηφίες όπως και οι μειοψηφίες είναι ποσοτικά μεγέθη (και κατά βάση αδιαφορούν για την όποια ποιοτική παράμετρο). Έτσι στα πλαίσια του κοινοβουλευτισμού όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα για να κερδίσουν μια θέση στη βουλή πρέπει (εφόσον απευθύνονται σε μικρότερα ή μεγαλύτερα τμήματα πολιτικά ανίκανου πληθυσμού) να παραιτηθούν από κάθε ρεαλιστική και ορθολογική πολιτική ανάλυση, ουσιαστικά να παραιτηθούν από την ίδια την έννοια του κοινού οφέλους. Μάλιστα γνωρίζουν πως έχουν περισσότερες πιθανότητες εάν κολακέψουν (στην κρίσιμη εκείνη μάζα των ψηφοφόρων τους) την επιπολαιότητα, την έλλειψη καλλιέργειας, την χυδαιότητα του καταναλωτισμού. Αρκεί, εκείνοι οι λίγοι κομματάρχες, να βρίσκονται σε αγαστή συνεργασία, με μια σταθερή και απόλυτη μειοψηφία ισχυρών οικονομικά πολιτών και να φροντίζουν για τα συμφέροντά της.

Με αυτό τον τρόπο εδραιώθηκε μια χυδαία σχέση ανάμεσα στους λίγους ανώτερους (πολιτικούς) και τους πολλούς κατώτερους-αναλφάβητους (ψηφοφόρους) που αξιωματικά οδηγεί σε έναν συλλογικό βίο που καθορίζεται – κάθε φορά – από μια αμιγώς ποσοτική εκτίμηση η οποία είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε ποιοτικές απαιτήσεις και επομένως ποιοτικά αποτελέσματα. Το υβριστικό αυτής της υπόθεσης είναι ότι, ενώ ο μέσος όρος κατά κεφαλήν καλλιέργειας στην κοινωνία είναι όλο και πιο υψηλός, (οπότε αυτή η κοινωνία είναι πολύ πιθανόν να μπορεί να εγγυηθεί ικανοποιητική ανταπόκριση σε ποιοτικές πολιτικές απαιτήσεις), οι πολιτικοί ηγέτες συνεχίζουν να της απευθύνονται με μια θρασύτατη απαξίωση.

Άλλωστε η απόφαση των πολλών (ορθότερη ή μη) για οποιοδήποτε ζήτημα, είναι η μόνη δημοκρατικά νόμιμη.

Εν κατακλείδι, το γεγονός ότι κυβέρνηση θα πρέπει να ανατεθεί σε λίγους έμπειρους, κάτι σαν πλατωνικούς θεματοφύλακες, αφιερωμένους στο να κυβερνήσουν (στην ουσία για ένα ανύπαρκτο κοινό καλό), όντας μάλιστα ανώτεροι από τους υπόλοιπους πολίτες, συνθέτει την πεμπτουσία της ύβρεως που ενώ γνωρίζουμε ότι αντιτίθεται στη βιωσιμότητα του δημοκρατικού εγχειρήματος, συνεχίζουμε να ανεχόμαστε με μια ανεξήγητη στωικότητα.

Κορνήλιος Καστοριάδης: Οι διανοούμενοι και η ιστορία

Μέσω: After History
Το παρακάτω κείμενο βρίσκεται στο βιβλίο «Ο θρυμματισμένος κόσμος» που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Ύψιλον

‘Ιστορία. Μ’ αυτή τη λέξη δεν εννοώ μόνο την ιστορία πού έχει γίνει, αλλά και την ιστορία πού γίνεται, όπως και την ιστορία πού απομένει να γίνει.

Αυτή ή ιστορία είναι, ουσιαστικά, δημιουργία —δημιουργία και καταστροφή. Δημιουργία σημαίνει κάτι το εντελώς άλλο από την αντικειμενική απροσδιοριστία ή την υποκειμενική αδυναμία πρό­βλεψης των γεγονότων και της εξέλιξης της ιστορίας. Θα ήταν γε­λοίο αν λέγαμε ότι ή εμφάνιση της τραγωδίας ήταν απρόβλεπτη, και ανόητο αν βλέπαμε τα Κατά Ματθαίον Πάθη ως μια συνέπεια της απροσδιοριστίας της ιστορίας. Ή ιστορία είναι ό χώρος όπου το ανθρώπινο όν δημιουργεί οντολογικές μορφές — οι δε ιστορία και κοινωνία είναι οι πρώτες από αυτές τις μορφές. Δημιουργία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην (και ούτε συνήθως) «καλή» δημιουργία ή δημιουργία «θετικών αξιών». Το Άουσβιτς και το Γκουλάγκ εί­ναι δημιουργίες, το ίδιο όπως και ο Παρθενώνας ή τα Principia Mathematica. ‘Ωστόσο, μεταξύ των δημιουργιών της ιστορίας μας, της ελληνοδυτικής ιστορίας, υπάρχει μία πού εμείς την αποτιμούμε θετικά και την υιοθετούμε. Είναι η θέση σε αμφισβήτηση, η κριτι­κή, ή απαίτηση τού λόγον διδόναι, προϋπόθεση συγχρόνως και της φιλοσοφίας και της πολιτικής. Πρόκειται για μια θεμελιώδη αν­θρώπινη τοποθέτηση — ουδόλως καθολική στην αφετηρία της — , ή όποια προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει καμιά εξωανθρώπινη δικαιοδοσία, υπεύθυνη εν τελευταία αναλύσει για ό,τι συμβαίνει στην ιστορία, ότι δεν υπάρχει αληθινή αιτία της ιστορίας ή (μη ανθρώπινος) δημιουργός της ιστορίας με άλλα λόγια, ότι ή ιστορία δεν έγινε από τον Θεό, από τη φύση ή από οποιουσδήποτε «νόμους». ’Ακριβώς γιατί δεν πίστευαν σε τέτοιους εξωιστορικούς καθορι­σμούς (πέραν του εσχάτου ορίου της Ανάγκης), κατόρθωσαν οι Έλληνες να δημιουργήσουν τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία.

Επανυιοθετούμε, επαναβεβαιώνουμε, θέλουμε να επεκτείνουμε αυτήν τη δημιουργία. Βρισκόμαστε, και θέλουμε να βρισκόμαστε, μέσα σε μια παράδοση ριζικής κριτικής, γεγονός πού συνεπάγεται ότι βρισκόμαστε σε μια παράδοση ευθύνης (δεν μπορούμε να επιρρίψουμε το σφάλμα στον παντοδύναμο Θεό κλπ.) και σε μια παρά­δοση αυτοπεριορισμού (δεν μπορούμε να επικαλεστούμε καμία εξωϊστορική νόρμα ως γνώμονα του πράττει μας, το όποιο ωστόσο δεν μπορεί να στερείται γνώμονος). Κατά συνέπεια, έναντι αυτού πού υπάρχει ήδη, έναντι αυτού πού θα μπορεί ή θα πρέπει να γίνει, όπως και έναντι αυτού πού υπήρξε, τοποθετούμαστε ως δρώντες κριτικά. Μπορούμε να συμβάλλουμε έτσι, ώστε αυτό πού είναι να υπάρξει αλλιώς. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό πού υπήρξε, μπορούμε όμως να αλλάξουμε το βλέμμα επί τού υπάρξαντος —βλέμμα πού αποτελεί ουσιώδες συστατικό των παρουσών στάσεων (έστω και αν τις περισσότερες φορές αυτό συμβαίνει μη συνειδητά). Εν προκειμένω, δεν απονέμουμε, σε πρώτη προσέγγιση, κανένα φιλοσοφικό προνόμιο στην παρελθούσα και στην πα­ρούσα ιστορική πραγματικότητα. Παρελθόν και παρόν δεν είναι τίποτε άλλο από μάζες ακατέργαστων γεγονότων (ή εμπειρικών υλικών), εκτός και αν τα έχουμε εκ νέου κριτικά εγγυηθεί. Σε μία δεύτερη προσέγγιση, εφόσον βρισκόμαστε εντεύθεν τού παρελθόν­τος αυτού, και μπόρεσε συνεπώς αυτό να εισέρθει στις προϋποθέ­σεις αυτού πού στοχαζόμαστε και αυτού πού είμαστε, αυτό το πα­ρελθόν προσλαμβάνει ένα είδος υπερβασιακής σπουδαιότητος, γιατί ή γνώση του αλλά και ή κριτική πού του ασκούμε, αποτελεί τμήμα του αυτοστοχασμού μας. Και τούτο, όχι μόνον επειδή καθιστά φανερή τη σχετικότητα τού παρελθόντος μέσω της γνώσης άλ­λων εποχών, αλλά και επειδή αφήνει να διαφανεί ή σχετικότητα της συγκεκριμένης ιστορίας μέσω τού στοχασμού πού αφορά σε άλλες ιστορίες, ιστορίες πού ήσαν πράγματι δυνατές, χωρίς όμως να έχουν πραγματοποιηθεί.

Διανοούμενος. Ουδέποτε συμπάθησα (ούτε αποδέχτηκα για λο­γαριασμό μου) αυτόν τον όρο, και για λόγους αισθητικούς, εξαιτίας της άθλιας και αμυντικής υπεροψίας πού αυτός ο όρος προϋ­ποθέτει, άλλα και για λόγους λογικούς· ποιος δεν είναι διανοούμε­νος; Δίχως να υπεισέλθω σε προβλήματα θεμελιώδους βιοψυχολογίας, αν με τον όρο διανοούμενος εννοούμε εκείνον πού εργάζεται σχεδόν αποκλειστικά με το μυαλό του και σχεδόν καθόλου με τα χέρια του, τότε αφήνουμε απέξω ανθρώπους, τούς όποιους θα θέ­λαμε προφανώς να συμπεριλάβουμε (γλύπτες και άλλες κατηγορίες καλλιτεχνών) και συμπεριλαμβάνουμε ανθρώπους, στους όποιους ασφαλώς δεν αποβλέπαμε (πληροφορικούς, τραπεζίτες, χρηματιστές κλπ.).

Δεν βλέπω γιατί ένας εξαίρετος αιγυπτιολόγος ή ένας μαθηματι­κός, πού αδιαφορούν για οτιδήποτε άλλο έξω από τον επιστημονι­κό τους κλάδο, θα μας ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ξεκινώντας απ’ αυτήν την παρατήρηση, θα πρότεινα να συμπεριλάβουμε, για τούς σκοπούς της παρούσας συζήτησης, όλους εκείνους πού, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, επιχειρούν να υπερβούν τη σφαίρα της ειδίκευσής τους και ενδιαφέρονται ενεργά για ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία. ’Αλλά αυτό είναι, και θα πρέπει να είναι, ό ορισμός τού δημοκρατικού πολίτη, οποιαδήποτε κι αν είναι ή απασχόλησή του. (Ας παρατηρήσουμε εδώ ότι ο ορισμός αυτός είναι το ακριβώς αντίθετο του ορισμού της δικαιοσύνης όπως τον έχει δώσει ο Πλά­των, να ασχολείται δηλαδή κανείς με τις υποθέσεις του και να μην ανακατεύεται με τα πάντα —πράγμα πού δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού ένας από τούς στόχους τού Πλάτωνος είναι να δεί­ξει ότι μία δημοκρατική κοινωνία δεν είναι δίκαιη).

Δεν θα προσπαθήσω εδώ να απαντήσω σ’ αυτό το πρόβλημα. Οι παρατηρήσεις μου θα έχουν να κάνουν με εκείνους πού δια του λόγου και της ρητής διατύπωσης γενικών ιδεών, επιχείρησαν ή επιχειρούν να ασκήσουν κάποιαν επιρροή στην εξέλιξη της κοινωνίας τους και στην πορεία της ιστορίας. Ο κατάλογός τους είναι τερά­στιος. Τα ερωτήματα πού θέτουν τα λεγόμενά τους και οι ενέργειές τους είναι απεριόριστα. Έτσι, θα περιοριστώ στη σύντομη συζήτηση τριών σημείων. Το πρώτο σημείο άφορα σε δύο διαφο­ρετικούς τύπους σχέσεως μεταξύ του στοχαστού και της πολιτικής κοινότητας, όπως παραδείγματος χάριν τις προβάλλει ή ριζική αντίθεση μεταξύ Σωκράτους, του φιλοσόφου εντός της πόλεως, και Πλάτωνος, τού φιλοσόφου πού θέλει να είναι υπεράνω της πόλεως. Το δεύτερο σημείο είναι σχετικό με την τάση πού κατέλαβε τούς φιλοσόφους, από κάποια συγκεκριμένη ιστορική φάση και μετά, να εκλογικεύσουν το πραγματικό, δηλαδή να το νομιμοποιήσουν. Στην εποχή της οποίας είδαμε το τέλος, γνωρίσαμε περιπτώσεις ιδιαιτέρως θλιβερές με τούς συνοδοιπόρους τού σταλινισμού, άλλα επίσης, με κάποιον «εμπειρικά» μεν διαφορετικό, άλλα φιλοσοφι­κά ισότιμο τρόπο, με τον Heidegger και τον ναζισμό. Θα καταλήξω μ’ ένα τρίτο σημείο: Με το ερώτημα πού θέτει ή σχέση της κριτικής και της θεώρησης του φιλοσόφου-πολίτη με το γεγονός ότι, σ’ ένα πρόταγμα αυτονομίας και δημοκρατίας, ή πηγή της δημιουργίας, ό κύριος θεματοφύλακας του θεσμίζοντος φαντασιακού, είναι ή με­γάλη πλειονότης των ανδρών και των γυναικών μιας κοινωνίας, και αυτοί πρέπει να γίνουν τα δρώντα υποκείμενα της ρητής πολιτικής.

Ο φιλόσοφος στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης αρχικής περιόδου, υπήρξε συγχρόνως και πολίτης. Γι’ αυτό ακριβώς εκλήθη αρκετές φορές να «νομοθετήσει», στην πόλη του ή σε κάποια άλλη πόλη. Ο Σόλων είναι το λαμπρότερο παράδειγμα. Αλλά και το 443 ακόμη, όταν οι Αθηναίοι δημιούργησαν στην ’Ιταλία μια πανελλήνια αποικία, τούς Θουρίους, από τον Πρωταγόρα ζή­τησαν να θέσει τούς νόμους. Ο τελευταίος αυτής της σειράς — ο τελευταίος μεγάλος εν πάση περιπτώσει— είναι ο Σωκράτης. Ο Σωκράτης είναι φιλόσοφος, άλλα είναι και πολίτης. Συζητεί με όλους τούς συμπολίτες του στην αγορά. Έχει οικογένεια και παιδιά. Συμμετέχει σε τρεις εκστρατείες. Αναλαμβάνει το ύπατο αξίωμα είναι Επιστάτης των πρυτάνεων (Πρόεδρος της Δημοκρατίας για μία μέρα) ίσως στην πιο τραγική στιγμή της ιστορίας της αθηναϊκής δημοκρατίας, την ήμερα της δίκης των στρατηγών πού νίκησαν στις Αργινούσες. Τότε πού, προεδρεύοντας στην Εκκλησία του Δήμου, αντιμετώπισε θαρ­ραλέα το έξαλλο πλήθος και αρνήθηκε να αρχίσει παράνομα τη διαδικασία κατά των στρατηγών. Όπως, λίγα χρόνια αργότερα, αρνήθηκε να υπακούσει στις διαταγές των Τριάκοντα και να συλλάβει παράνομα ένα πολίτη. Η δίκη και ή καταδίκη του είναι μια τραγωδία με την κυριολεκτική σημασία τού όρου, όπου θα ήταν ανόητο να ψάξουμε για αθώους και ένοχους. ‘Οπωσδήποτε, ο Δή­μος τού 399 δεν είναι πια ο Δήμος του 6ου και τού 5ου αιώνα, και, οπωσδήποτε, ή πόλις θα μπορούσε να εξακολουθήσει να αποδέχεται τον Σωκράτη, όπως το είχε κάνει επί δεκαετίες. Άλλα πρέπει επίσης να κατανοήσουμε ότι ή πρακτική του Σωκράτη παραβιάζει κυριολεκτικά τα όρια του ανεκτού σε μία δημοκρατία. Η δημοκρατία είναι το καθεστώς πού θεμελιώνεται ρητά στη δόξα, στη γνώμη, στην αντιπαράθεση των γνωμών, στη διαμόρφωση μιας κοι­νής γνώμης. Η αναίρεση των γνωμών του άλλου είναι κάτι παρα­πάνω από επιτρεπτή και νόμιμη, είναι ή ίδια ή ανάσα της δημόσιας ζωής. Άλλα ο Σωκράτης δεν περιορίζεται στο να δείξει ότι ή α ή β δόξα είναι λανθασμένη (και δεν προτείνει την δική του δόξα στη θέση κάποιας άλλης). Ο Σωκράτης δείχνει ότι όλες οι δόξες είναι λανθασμένες, ακόμη περισσότερο, ότι όσοι τις υπερασπίζονται δεν ξέρουν τι λένε. Όμως καμία κοινωνική ζωή και κανένα πολιτικό καθεστώς —και ή δημοκρατία λιγότερο από κάθε άλλο— δεν είναι δυνατά με βάση την υπόθεση ότι όλοι οι συμμετέχοντες ζουν σ’ ένα κόσμο ασυνάρτητων αντικατοπτρισμών, πράγμα πού ο Σωκράτης δείχνει διαρκώς. Βέβαια, ή πόλις θα μπορούσε να το ανεχτεί και αυτό ακόμη, το έκανε μάλιστα για μεγάλο διάστημα με τον Σωκρά­τη, όπως και με άλλους. Αλλά ο ίδιος ο Σωκράτης γνώριζε πολύ καλά ότι για την πρακτική του αυτή θα έπρεπε αργά ή γρήγορα να λογοδοτήσει. Δεν είχε ανάγκη να του προετοιμάσουν μιαν απολογία, λέει, γιατί πέρασε όλη του τη ζωή στοχαζόμενος την απολογία πού θα παρουσίαζε αν τού απευθύνετο κατηγορία. Και ό Σωκρά­της όχι μόνο αποδέχεται την απόφαση του δικαστηρίου πού αποτελείται από τούς συμπολίτες του, ό λόγος του στον Κρίτωνα, τον όποιο εκλαμβάνουμε τόσο συχνά ως ένα λόγο ηθικολογικό και ηθι­κοπλαστικό, αποτελεί μια εξαίρετη ανάπτυξη της θεμελιώδους Ελληνικής ιδέας της διαμόρφωσης του ατόμου από την πόλη του. Πό­λις άνδρα διδάσκει, έγραψε ο Σιμωνίδης. Ο Σωκράτης ξέρει ότι γεννήθηκε από την Αθήνα και ότι δεν θα μπορούσε να είχε γεννη­θεί πουθενά άλλου.

Είναι δύσκολο να σκεφθούμε ένα μαθητή πού πρόδωσε τόσο πο­λύ στην πράξη το πνεύμα του δασκάλου του, όσο ο Πλάτων. Ο Πλάτων αποσύρεται από την πόλη και ιδρύει στις πύλες της μια σχολή για επίλεκτους μαθητές. Δεν γνωρίζουμε καμία εκστρατεία στην όποια να έλαβε μέρος. Δεν γνωρίζουμε αν είχε οικογένεια. Στην πόλη πού τον έθρεψε και πού τον έκανε αυτό πού είναι δεν προσφέρει τίποτα από ό,τι κάθε πολίτης της οφείλει, ούτε στρατιω­τική θητεία, ούτε παιδιά, ούτε αποδοχή δημοσίων ευθυνών. Συκο­φαντεί την Αθήνα στον ύψιστο βαθμό. Χάρις στην τεράστια σκηνοθετική του ιδιοφυία, χάρις στη δεινότητά του ως ρήτορα, σοφι­στή και δημαγωγού, θα κατορθώσει να επιβάλει για τούς επερχόμενους αιώνες την ακόλουθη εικόνα: Οι πολιτικοί άνδρες των Αθηνών —Θεμιστοκλής, Περικλής— ήσαν δημαγωγοί, οι στοχα­στές της σοφιστές (με τη σημασία πού ό ίδιος επέβαλε), οι ποιητές της διαφθορείς της πόλεως, ο λαός της ένα χυδαίο κοπάδι αφημένο στα πάθη και τις ψευδαισθήσεις. Πλαστογραφεί ενσυνείδητα την ιστορία, είναι ό πρώτος επινοητής των σταλινικών μεθόδων σε αυτόν τον χώρο. ’Εάν γνωρίζαμε την ιστορία των Αθηνών μόνο από τον Πλάτωνα (Γ’ των Νόμων), θα αγνοούσαμε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, τη νίκη του Θεμιστοκλή και του ελεεινού αυτού δήμου των κωπηλατών. Θέλει να εγκαθιδρύσει μια πόλη εκτός χρόνου και ιστορίας, πού θα κυβερνάται όχι από τον λαό της, άλλα από τούς «φι­λοσόφους». Αλλά είναι επίσης —και αντίθετα προς όλη την προη­γούμενη ελληνική πείρα, όπου οι φιλόσοφοι είχαν δείξει μια φρόνη­ση πραγματική, μια σωφροσύνη στην πράξη — ο πρώτος πού εγκαινίασε αυτή τη βασική μωρία, ή όποια έκτοτε, και τόσο συχνά, θα χα­ρακτηρίζει τούς φιλοσόφους και τούς διανοουμένους απέναντι στην πολιτική πραγματικότητα. Φιλοδοξεί να γίνει σύμβουλος του πρίγκι­πα, στην πραγματικότητα του τυράννου —φιλοδοξία των φιλοσό­φων και των διανοουμένων, πού δεν έπαυσε έκτοτε— και αποτυγχάνει αξιοθρήνητα, αφού αυτός ο φίνος ψυχολόγος και ό θαυμάσιος πορτρετίστας εκλαμβάνει τούς βλάκες για φωστήρες και τον τύραν­νο Διονύσιο των Συρακουσών για δυνάμει βασιλέα-φιλόσοφο, το ίδιο όπως είκοσι τρεις αιώνες αργότερα ο Heidegger θα εκλάβει τον Χίτλερ και τον ναζισμό ως τις ενσαρκώσεις του πνεύματος του γερμανικού λαού και της ιστορικής αντίστασης εναντίον της βασιλείας της τεχνικής. Ο Πλάτων είναι εκείνος πού εγκαινιάζει την εποχή των φιλοσόφων πού αποσπώνται από την πόλη, αλλά ταυτοχρόνως, κάτοχοι της αλήθειας, θέλουν να της απαγορεύσουν νόμους παραγνωρίζοντας τελείως την θεσμίζουσα δημιουργικότητα του λαού, και οι οποίοι φιλόσοφοι, αδύναμοι πολιτικά, έχουν ως ύψιστη φιλοδοξία τους να γίνουν σύμβουλοι τού πρίγκιπα.

Δεν αρχίζει όμως με τον Πλάτωνα, και δικαιολογημένα, αυτή ή άλ­λη αξιοθρήνητη πλευρά της δραστηριότητας των διανοουμένων απέναντι στην ιστορία, δηλαδή ή εκλογίκευση του πραγματικού, με άλλα λόγια ή νομιμοποίηση των υπαρχουσών εξουσιών. Ή λατρεία του τετελεσμένου γεγονότος είναι οπωσδήποτε άγνωστη και αδύνατη ως στάση πνευματική στην Ελλάδα. Πρέπει να κατεβούμε ως τούς Στωικούς για να αρχίσουμε να βρίσκουμε τέτοια σπέρματα. Είναι αδύνατο να συζητήσουμε εδώ και τώρα τις απαρχές αυτής της τάσης, πού προφανέστατα επανασυνδέεται, μέσω μιας τερά­στιας παράκαμψης, με τις αρχαϊκές και παραδοσιακές φάσεις της ανθρώπινης ιστορίας, για τις όποιες οι εκάστοτε υπάρχοντες θε­σμοί είναι ιεροί, και ή όποια κατορθώνει τον άθλο να θέσει τη φι­λοσοφία, από δημιουργίας της συστατικό στοιχείο της αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξεως, στην υπηρεσία της διατήρησης αυτής της τάξεως. Ωστόσο είναι αδύνατο να μη δούμε τον Χριστιανι­σμό, από τις πρώτες μέρες του, ως τον ρητό δημιουργό των πνευ­ματικών, αισθηματικών, υπαρξιακών θέσεων, οι όποιες θα στηρί­ξουν επί δεκαοκτώ και πλέον αιώνες την καθαγίαση των υπαρχουσών εξουσιών. Το «απόδοτε τα Καίσαρος τω Καίσαρι» μόνο σε συνάρτηση με το «πάσα εξουσία εκ Θεού» μπορεί να ερμηνευθεί. Η αληθινή χριστιανική βασιλεία δεν είναι αυτού τού κόσμου και εξάλλου ή ιστορία αυτού του κόσμου, καθιστάμενη ιστορία της Σω­τηρίας, αυτομάτως καθαγιάζεται ως προς την ύπαρξή της και τον «προσανατολισμό» της, δηλαδή στο ουσιαστικό της «νόημα». Εκμεταλλευόμενος για τούς δικούς του σκοπούς το ελληνικό φιλοσοφι­κό οπλοστάσιο, ο Χριστιανισμός θα προσφέρει επί δεκαπέντε αιώ­νες τις απαραίτητες συνθήκες για την αποδοχή τού «πραγματικού» ως έχει, μέχρι πού ο Καρτέσιος θα φτάσει να πει: «προτιμάω να αλλάξω ο ίδιος παρά ν’ αλλάξω την τάξη του κόσμου», και προφα­νώς ως την κυριολεκτική αποθέωση της πραγματικότητας στο εγελιανό σύστημα («ό,τι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό»). Παρά τα φαινόμενα, στον ίδιο κόσμο, κόσμο ουσιαστικά θεολογικό, α- πολιτικό, α-κριτικό, ανήκουν και ό Nietzsche, πού διακηρύσσει «την αθωότητα του γίγνεσθαι», και ο Heidegger, πού παρουσιάζει την ιστορία ως Ereignis και Geschick, έλευση του είναι και δωρεά/ προορισμό του είναι και από το είναι. Πρέπει κάποτε να τελειώ­νουμε μ’ αυτό το εκκλησιαστικό, ακαδημαϊκό και λογοτεχνικό σέ­βας. Πρέπει τελικά να μιλήσουμε για τη σύφιλη αυτής της οικογέ­νειας, της οποίας προφανώς τα μισά μέλη πάσχουν από γενικευμένη παράλυση. Πρέπει να πιάσουμε από το αυτί τον θεολόγο, τον εγελιανό, τον νιτσεϊκό, τον χαϊντεγκεριανό, και να τούς οδηγήσου­με στα στρατόπεδα της Κόλυμα, του Άουσβιτς, στα ρωσικά ψυχια­τρεία, στις αίθουσες βασανιστηρίων της αργεντινής αστυνομίας, και να απαιτήσουμε να μας εξηγήσουν αιδώ και τώρα και δίχως υπεκφυγές το νόημα των εκφράσεων «πάσα εξουσία εκ Θεού», «ό,τι είναι πραγματικό είναι και ορθολογικό», «αθωότητα τού γί­γνεσθαι» ή «η ψυχή ισοδυναμεί με την παρουσία των πραγμά­των».

Αλλά το πιο φανταστικό αμάλγαμα παρουσιάζεται όταν ο διανοούμενος πετυχαίνει, ύψιστο κατόρθωμα, να συνδέσει την κριτική της πραγματικότητας με τη λατρεία της δύναμης και της εξουσίας. Αυτό το κατόρθωμα γίνεται στοιχειώδες από τη στιγμή πού κάπου εμφανίζεται μια «επαναστατική εξουσία». ’Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει ή χρυσή εποχή των συνοδοιπόρων, πού μπόρεσαν να εξα­σφαλίσουν την πολυτέλεια μιας αντίθεσης φαινομενικά ανένδοτης εναντίον ενός τμήματος της πραγματικότητος, της πραγματικότητος «οίκοι», με την αποθέωση ενός άλλου τμήματος αυτής της ίδιας πραγματικότητες — εκεί κάτω, άλλου, στη Ρωσία, στην Κίνα, στην Κούβα, στην Αλγερία, στο Βιετνάμ ή και στην Αλβανία. Ελάχιστοι είναι, μέσα στα μεγάλα ονόματα της δυτικής ιντελιγκέντσιας, όσοι δεν έκαναν σε κάποια στιγμή μεταξύ τού 1920 και τού 1970, αυτήν «τη θυσία της συνείδησης», πότε — λιγότερο συχνά— με παιδαριώ­δη ευπιστία και άλλοτε —συχνότερα— με την πιο γελοία κατεργα­ριά. Ο Σαρτρ, βεβαιώνοντας απειλητικά: «Δεν μπορείτε να συζητά­τε τις πράξεις τού Στάλιν, εφόσον είναι ο μόνος πού κατέχει τις πληροφορίες πού τις δικαιολογούν», θα παραμείνει αναμφισβήτητα το πιο εύγλωττο δείγμα της αυτογελοιοποίησης τού διανοουμένου.

Απέναντι σ’ αυτό το όργιο της ευσεβούς διαστροφής και της εκτροπής της χρήσης του λογικού, πρέπει να διακηρύξουμε έντονα αυτό το προφανές, πού όμως παραμένει βαθιά παραχωμένο: Δεν υπάρχει κανένα προνόμιο της πραγματικότητος, ούτε φιλοσοφικό, ούτε κανονιστικό, το παρελθόν δεν αξίζει περισσότερο απ’ ό,τι το παρόν, και το παρόν δεν είναι μοντέλο, άλλα υλικό. Η παρελθούσα ιστορία του κόσμου δεν καθαγιάζεται και θα μπορούσε μάλλον να είχε καταδικαστεί στο πυρ το εξώτερον από το γεγονός ότι ή ιστορία αυτή έχει παραμερίσει άλλες ιστορίες όντως δυνατές. Οι ιστορίες αυτές έχουν ίση σημασία για το πνεύμα, ενδεχομένως με­γαλύτερη άξια για τις πρακτικές συμπεριφορές μας απ’ ό,τι η «πραγματική» ιστορία. Η  εφημερίδα μας δεν περιέχει, όπως πί­στευε ο Hegel, τη «ρεαλιστική πρωινή μας προσευχή», άλλα μάλ­λον την καθημερινή σουρεαλιστική μας φάρσα. Περισσότερο από ποτέ, ενδεχομένως σήμερα. Ότι κάτι εμφανίζεται το 1987, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως και μέχρις αποδείξεως του εναντίου ένα ισχυρό τεκμήριο ότι αυτό το πράγμα ενσαρκώνει τη βλακεία, την ασχήμια, τη μοχθηρία και τη χυδαιότητα.

Αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση μιας αυθεντικής αποστολής του διανοουμένου στην ιστορία σημαίνει ασφαλώς, κατά πρώτον και κύριο λόγο, αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση της κριτικής του λειτουργίας. Ακριβώς διότι η ιστορία είναι πάντοτε, ταυτόχρονα, δημιουργία και καταστροφή, και η δη­μιουργία (όπως και η καταστροφή) άφορα το υψηλό εξίσου με το τερατώδες, για τον λόγο αυτό η διαύγαση και η κριτική αποτελούν καθήκον, περισσότερο παντός άλλου, εκείνου πού εξ επαγγέλματος και ως εκ της θέσεώς του μπορεί να αποστασιοποιηθεί από το καθημερινό και το πραγματικό: του διανοουμένου.

Εκείνου πού βρίσκεται σε απόσταση, όσο τούτο είναι δυνατόν, και από τον ίδιο τον εαυτό του. Και αυτό δεν παίρνει μόνο τη μορ­φή της «αντικειμενικότητας», αλλά και τη μορφή του διαρκούς αγώνος να υπερβεί την ειδίκευσή του, να κατορθώσει έτσι ώστε να τον άφορα πάντοτε ό,τι είναι σημαντικό για τούς ανθρώπους.

Αυτές οι στάσεις θα μπορούσαν να τείνουν βέβαια στον διαχω­ρισμό του υποκειμένου τους από τη μεγάλη μάζα των συγχρόνων τους. Αλλά υπάρχει διαχωρισμός και διαχωρισμός. Δεν θα βγούμε από τη διαστροφή πού έδωσε τον χαρακτήρα της στον ρόλο των διανοουμένων από τον Πλάτωνα και εφεξής, και για μία ακόμη φορά εδώ και εβδομήντα χρόνια, παρά μόνο αν ο διανοούμενος ξαναγίνει πραγματικά πολίτης. Πολίτης δεν είναι (δεν είναι αναγκαστικά) το «ενεργό κομματικό μέλος», αλλά κάποιος πού διεκδικεί ενεργά τη συμμετοχή του στη δημόσια ζωή και στα κοινά, στον ίδιο βαθμό με όλους τούς άλλους.

Κι εδώ προδήλως εμφανίζεται μια αντινομία, αντινομία πού δεν επιδέχεται θεωρητική λύση και πού μόνον ή φρόνησις μπορεί να μας επιτρέψει να υπερβούμε. Ο διανοούμενος πρέπει να θέλει τον εαυτό του πολίτη όπως κι οι άλλοι, και φιλοδοξεί να απηχεί, de iure, την παγκοσμιότητα και την αντικειμενικότητα. Δεν μπορεί να σταθεί σ’ αυτόν τον χώρο εάν δεν αναγνωρίσει τα όρια πού ή υποτιθέμενη αντικειμενικότητα και παγκοσμιότητά του επιτρέ­πουν. Οφείλει να αναγνωρίσει, και όχι σιωπηρά, ότι αυτό πού θέ­λει να ακουστεί είναι μια ακόμη δόξα, και όχι μια επιστήμη. Πρέ­πει κυρίως να αναγνωρίσει ότι ή ιστορία είναι ή περιοχή όπου εκδιπλώνεται η δημιουργικότητα όλων, ανδρών και γυναικών, λογίων και αναλφάβητων μιας ανθρωπότητας, όπου o ίδιος o διανοούμε­νος δεν είναι παρά ένα άτομο. Να είναι δημοκράτης και να μπορεί, αν το κρίνει έτσι, να πει στο λαό: κάνετε λάθος! —ιδού τι πρέ­πει ακόμη να απαιτούμε από τον διανοούμενο. Ο Σωκράτης μπόρεσε να το κάνει στη δίκη των Αργινουσών —η περίπτωση εμφα­νίζεται, εκ των ύστερων, προφανής, εκτός του ότι o ίδιος στηριζό­ταν σ’ έναν τυπικό κανόνα δικαίου. Τα πράγματα είναι συχνά πολύ πιο σκοτεινά. Κι εδώ, μόνο ή φρόνηση και το γούστο, η καλαισθη­σία, μπορούν να μaς επιτρέψουν να ξεχωρίσουμε την αναγνώριση της δημιουργικότητας τού λαού από την τυφλή λατρεία της «δύνα­μης των γεγονότων». Και δεν πρέπει να μάς εκπλήσσει το γεγονός ότι βρίσκουμε αυτόν τον όρο στο τέλος αυτών των παρατηρήσεων. Αρκούσε να διαβάσει κανείς πέντε γραμμές του Στάλιν για να κα­ταλάβει ότι η επανάσταση δεν μπορούσε να είναι αυτό το πράμα.

Ερρίκο Μαλατέστα – Χωρίς εξουσία

«Τι είναι κυβέρνηση; Υπάρχει μια αρρώστια του ανθρώπινου μυαλού που ονομάζεται μεταφυσική τάση, η οποία κάνει τον άνθρωπο, αφού αφαιρέσει την ποιότητα από ένα αντικείμενο με λογική διαδικασία, να υπόκειται σ’ ένα είδος παραίσθησης του τον κάνει να συγχέει την αφαίρεση με το πραγματικό πράγμα». αναρωτιέται ο Ιταλός αναρχικός, εξηγώντας πώς η θεώρηση αυτή παρά του ότι έχει δεχθεί πλήγματα από τη θετικιστική σκέψη και την επιστήμη, παραμένει ακόμα γερά ριζωμένη στο μυαλό της ευρύτερης πλειοψηφίας των σημερινών ανθρώπων. Η ιδέα αυτή περί αναγκαιότητας του κράτους και της ποινικής καταστολής έχει τέτοια επιρροή (για το Μαλατέστα η εξουσία είναι συνώνυμη ακριβώς με την ύπαρξη των θεσμών αυτών, σε αντίθεση με άλλες πιο σύγχρονες προσεγγίσεις), που αρκετοί θεωρούν την κυβέρνηση σαν μια ηθική και πραγματική οντότητα, με ιδιότητες λογικής, δικαιοσύνης, ανεξάρτητα απ’ τους ανθρώπους που τη συγκροτούν.

Μεξικό: εξαφάνιση φοιτητών, διαδηλώσεις και χρονικό

Διαδηλώσεις ξέσπασαν το Σάββατο (11/10) στο Chilpancingo του Μεξικό ενάντια στην εξαφάνιση 43 φοιτητών στην πόλη Iguala στα νότια της χώρας, στις 26 Σεπτεμβρίου. Οι διαδηλωτές, που είναι φοιτητές στο αγροτικό κολλέγιο δασκάλων Ayotzinapa , μπλόκαραν τον αυτοκινητόδρομο που συνδέει την πρωτεύουσα της πολιτείας με το Mexico City και κατέλαβαν τέσσερα φορτηγά και τέσσερα λεωφορεία. Με πέτρες και πρόσωπα καλυμμένα με μπλουζάκια και μπαντάνες, οι φοιτητές ανάγκασαν τα φορτηγά και λεωφορεία να σταματήσουν και τα κατέλαβαν.

Οι κατήγοροι στην πολιτεία Guerrero πιστεύουν ότι η δημοτική αστυνομία συνέλαβε τους φοιτητές και τους παρέδωσε σε μέλη συμμορίας ναρκωτικών που τους εκτέλεσε και τους έθαψε σε μυστικούς τάφους. Ομολογίες στις φυλακές έχουν ήδη οδηγήσει τους ερευνητές σε έναν μαζικό τάφο κοντά στην πόλη Iguala με 27 νεκρούς. Την Πέμπτη βρέθηκε δεύτερος τάφος με αδιευκρίνιστο ακόμα αριθμό νεκρών. Οι φοιτητές του Ayotzinapa λένε πως δεν πείθονται από τις έρευνες της κυβέρνησης και υπόσχονται να συνεχίσουν το ψάξιμο για τους συμμαθητές τους μέχρι ανεξάρτητοι ειδικοί να επιβεβαιώσουν την ταυτότητα των νεκρών.

Η διαδήλωση του Σαββάτου ξεκίνησε όταν πάνω από 100 φοιτητές έφυγαν από το κολλέγιο Ayotzinapa με πέντε λεωφορεία που είχαν καταλάβει σε προηγούμενες διαδηλώσεις. Οδήγησαν τα λεωφορεία 12 μίλια προς τη διασταύρωση του αυτοκινητόδρομου και έκλεισαν μερικώς το δρόμο. Σύντομα πέρασαν δύο φορτηγά της Μεξικανικής εταιρίας άρτου Bimbo, οι φοιτητές ανάγκασαν τους οδηγούς να σταματήσουν και πήραν τα φορτηγά. Οι φοιτητές του κολεγίου Ayotzinapa, γνωστοί και ως νορμαλίστας, συνηθίζουν αυτόν τον τρόπο διαδήλωσης που τον ονομάζουν actividad de secuestro (δράση απαγωγής).

Την 1 Oκτωβρίου, φοιτητές πήραν δύο φορτηγά της Coca-Cola στον ίδιο αυτοκινητόδρομο προκειμένου να πιέσουν την κυβέρνηση να δράσει και να μαζέψουν χρήματα για τους γονείς των εξαφανισμένων φοιτητών, που κοιμούνται στο κολέγιο Ayotzinapa με πολύ λίγα χρήματα για φαγητό και βασικές ανάγκες περιμένοντας νέα για τα παιδιά τους. Τα φορτηγά της Coca-Cola παραμένουν στο προαύλιο του πανεπιστημίου μια εβδομάδα μετά την “απαγωγή” τους. Τα αναψυκτικά μοιράστηκαν σε όσους μένουν στο πανεπιστήμιο ή πουλήθηκαν για να μαζευτούν χρήματα για τις οικογένειες των αγνοουμένων. Σε άλλες περιπτώσεις τα “απαγμένα” λεωφορεία χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά φοιτητών σε διαδηλώσεις ή άλλες δραστηριότητες και τελικά επιστρέφονται στις εταιρίες. Τα μαθήματα έχουν σταματήσει στο Ayotzinapa από την εξαφάνιση των 43 φοιτητών.

Οι διαμαρτυρίες συνεχίστηκαν στις 13/10 όταν οι νορμαλίστας μαζί με καθηγητές του CETEG διαδήλωσαν μπροστά στο κυβερνητικό κτίριο του Guerrero και στη συνέχεια εισέβαλλαν στο κτίριο και το έκαψαν σχεδόν ολοσχερώς απαιτώντας την επιστροφή των 43 αγνοουμένων. Οι διαδηλωτές συγκρούστηκαν με την αστυνομία με πετροπόλεμο και κατέλαβαν ένα φορτηγό που αναποδογύρισαν και έκαψαν. Γύρω στις 6:20μμ εισέβαλαν και στο δημαρχείο όπου έσπασαν τζάμια και έκαψαν γραφεία. Τα σχολεία UNAM και UPN ανακοίνωσαν 48ωρη απεργία αλληλεγγύης στους νορμαλίστας και πορεία στο Guerrero. Δρομολόγια λεωφορείων ακυρώθηκαν στο Michacan όταν κυκλοφόρησαν φήμες πως οι νορμαλίστας είχαν “απαγάγει” 35 λεωφορεία.

Το χρονικό της εξαφάνισης

Στις 26 Σεπτεμβρίου έγιναν τρεις ξεχωριστές επιθέσεις σε δύο ομάδες νεαρών που ταξίδευαν με λεωφορείο στην πολιτεία Guerrero του Μεξικό. Από αντικρουόμενες αφηγήσεις έγινε γνωστό πως ένας μεγάλο αριθμός νέων εξαφανίστηκε και ομαδικοί τάφοι βρέθηκαν στις 4 Οκτωβρίου. Σύγχυση επικρατεί στα μέσα ενημέρωσης σχετικά με την υπόθεση και η κυβέρνηση δίνει ασαφή στοιχεία σχετικά με το πόσοι φοιτητές έχουν εξαφανιστεί ή σκοτωθεί. Οι περισσότερες αναφορές επικεντρώνονται στους αγνοούμενους νορμαλίστας, λόγω του ότι δεν είναι η πρώτη φορά που έπεσαν θύματα επιθέσεων. Τα γνωστά στοιχεία είναι πως δύο ομάδες νεαρών δέχτηκαν επίθεση, μια ομάδα φοιτητών (normalistas) από το Ayotzinapa και η ποδοσφαιρική ομάδα Los Avispones από το Chilpancingo. Και οι δύο ομάδες βρισκόταν στην Iguala στις 26 Σεπτέμβρη ταξιδεύοντας προς το σπίτι.

Οι νορμαλιστας, σύμφωνα με την Guardian βρισκόντουσαν στην Iguala για τη συλλογή χρημάτων για μελλοντικές διαδηλώσεις ενάντια σε διακρίσεις σε πρακτικές πρόσληψης καθηγητών που ευνοούν τους φοιτητές από αστικές περιοχές (κι όχι από αγροτικές περιοχές). Σύμφωνα με την Observador Ciudadano 35 νορμαλίστας “απήγαγαν” λεωφορεία και η αστυνομία τους κυνήγησε μέσα στην πόλη (Iguala) όπου και τους επιτέθηκε. Ένα φοιτητής σκοτώθηκε στην πρώτη επίθεση, ο Aldo Gutiérrez Solano, από την Ayutla, έξι τραυματίστηκαν και τουλάχιστον 25 κρατήθηκαν από την αστυνομία. Σύμφωνα με την Telesur o Pedro David Garcia, εκπρόσωπος του φοιτητικού συνδέσμου, είπε ότι οι φοιτητές μίλησαν με τους οδηγούς των λεωφορείων που συμφώνησαν να τους δώσουν τα λεωφορεία.

Η δεύτερη επίθεση έγινε 4 ώρες αργότερα στο ίδο μέρος. Οι νορμαλίστας που επέστρεψαν στο σημείο μιλούσαν στους δημοσιογράφους όταν οπλισμένοι άνδρες τους επιτέθηκαν σκοτώνοντας 2 ακόμα φοιτητές και μια παρευρισκόμενη γυναίκα που περνούσε με ταξί (Blanca Sánchez Montiel). Η τρίτη επίθεση την ίδια νύχτα έγινε από ένοπλους σε ένα λεωφορείο με παίκτες της ομάδας Los Avispones (The Hornets), που είχαν παίξει ένα ματς νωρίτερα στην Iguala. Δεν είναι ξεκάθαρο το αν και με ποιο τρόπο σχετίζονται τα δύο περιστατικά. Τρεις ποδοσφαιριστές σκοτώθηκαν από τους ένοπλους καθώς και ο οδηγός του λεωφορείου τους. Ένας ακόμα φοιτητής βρέθηκε το επόμενο πρωί νεκρός, φριχτά παραμορφωμένος. Ανακοινώθηκε πως προσωπικό του στρατού βρήκε το σώμα του φοιτητή Julio César Mondragón κοντά στην βιομηχανική περιοχή Periférico Norte της Iguala με βγαλμένα τα μάτια και γδαρμένο το πρόσωπο. Στα social media λέγεται ότι βασανίστηκε με τρόπο που χρησιμοποιείται συνήθως από τα καρτέλ ναρκωτικών.

Την Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου αναφέρθηκε πως βρέθηκε ένας αριθμός φοιτητών. Αρχικά η λίστα των αγνουμένων περιλάμβανε 57 ονόματα και αργότερα 55 καθώς ένας φοιτητής βρέθηκε σε νοσοκομείο και το όνομα ενός άλλου ήταν δύο φορές στη λίστα. Μέχρι στιγμής οι αγνοούμενοι είναι 43 (55 που αναφέρθηκαν αρχικά μείον 12 που βρέθηκαν). Συγκεχυμένες είναι και οι πληροφορίες σχετικά με τους ομαδικούς τάφους. Αρχικά αναφέρθηκε ένας και στη συνέχεια 3 ή 4 τάφοι κοντά στην Iguala. Επίσημες πηγές αρχικά ανέφεραν ότι περιμένουν αποτελέσματα τεστ DNA για να πιστοποιήσουν πόσοι νεκροί βρέθηκαν και αν πρόκειται για τους νορμαλίστας. Το Al Jazeera αυτή τη στιγμή (15/10) αναφέρει ότι τα αποτελέσματα του τεστ δείχνουν ότι κανείς από τους 43 φοιτητές δεν βρίσκεται μεταξύ των 28 νεκρών που βρέθηκαν στου ομαδικούς τάφους.

Πηγές
Al Jazeera: Missing Mexico students ‘not in mass grave’
Revolution News: Mexico: Government Palace in Guerrero Burned Down by Normalistas
Revolution News: Mexico: Violence in Guerrero, Missing Students, Clandestine Graves and Mass Confusion
The Guardian: Scores of students still missing after ambush by Mexican police and gunmen
Fusion: Mexican students hijack buses, delivery trucks amid escalating protests

Η σχέση της αποανάπτυξης με την (άμεση) δημοκρατία

Του Πάνου Πετρίδη

Απόσπασμα από το κείμενο «Αποανάπτυξη! Η αναγκαιότητα ανάδειξης θετικών προταγμάτων στην Ελλάδα της κρίσης», που δημοσιεύεται στο 6ο τεύχος του περιοδικού Πρόταγμα.

Δημοκρατία, αυτονομία και αφθονία

Τί μας κάνει όμως να πιστεύουμε ότι η κρίση θα οδηγήσει σχεδόν νομοτελειακά στη δημιουργία αντι-ιεραρχικών αμεσοδημοκρατικών δομών και ότι αυτές θα προτείνουν με τη σειρά τους ένα μέλλον αποανάπτυξης; Δυστυχώς κανείς από τους παραπάνω συνειρμούς δεν είναι φυσικός, και πρέπει να γίνει ιδιαίτερη προσπάθεια για τη ρητή σύνδεση των προταγμάτων της ριζοσπαστικής οικολογίας και της άμεσης δημοκρατίας. Αναλύοντας τις αντιδράσεις των τελευταίων ετών, στην Ελλάδα και παραπέρα, βλέπουμε ότι υπάρχει η ανάγκη μιας πιο συνειδητοποιημένης αντίδρασης και χειραφέτησης, όχι προς την κατεύθυνση μιας αυξημένης «προσωπικής αυτονομίας» και μεγαλύτερης κατανάλωσης, αλλά προς τη συλλογική αυτοθέσμιση.

Στο σημείο αυτό έχει ενδιαφέρον να παραθέσουμε τους συλλογισμούς τους Ingolfur Blühdorn επί του θέματος. Ο Blühdorn αναφέρει ότι τα χειραφετητικά κινήματα των τελευταίων δεκαετιών είχαν ως βασικό πρόταγμα την αυξημένη προσωπική αυτονομία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη χρήση φυσικών πόρων και ενέργειας. Έδειχναν, δηλαδή, προς ένα ενεργειακά σπάταλο μέλλον. Επίσης, οι σύγχρονες μορφές δημοκρατίας δεν μοιάζουν κατάλληλες ή ικανές να περιορίσουν τα δικαιώματα ή τις υλικές συνθήκες ζωής που επηρεάζουν την πλειοψηφία. Αντιθέτως, τείνουν να είναι πάντα απελευθερωτικές, χειραφετητικές, με την έννοια ενός δευτέρου βαθμού χειραφέτησης, προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των δικαιωμάτων για περισσότερα υλικά αγαθά, της αύξηση της δυνατότητας κατανάλωσης και της συνεχής διεύρυνσης των προσωπικών ελευθεριών, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με έναν τύπο ανθρώπου ιδιαίτερα ενεργοβόρο. Με άλλα λόγια, η υποστήριξη και χειραφέτηση των δημοκρατικών κινημάτων στήριζε μια ιδέα δημοκρατίας προσωπικής κατανάλωσης και όχι ένα ιδανικό ορισμού των ορίων. Κι ο Blühdorn συνεχίζει: «Η χειραφετητική-δημοκρατική αισιοδοξία χάνει τα θεμέλια της αν η χειραφέτηση, αντί να νοηθεί ως απελευθέρωση από την αλλοτριωτική και καταστροφική λογική του παραγωγισμού, της αποδοτικότητας, της ανάπτυξης και της κατανάλωσης, θεωρηθεί ότι συμμορφώνεται με το καθιερωμένο σύστημα -με άλλα λόγια ως την πραγμάτωση ακόμα περισσότερης εξατομικευμένης ελευθερίας και επιλογής, ακόμα περισσότερης ευελιξίας και, ιδιαίτερα, ενός ακόμα καταναλωτικότερου τρόπου ζωής. Αυτό ακριβώς όμως είναι που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες καταναλωτικές δημοκρατίες»[1]. (περισσότερα…)