Menu

EAGAINST.com

Atenistas-TEDx: Όταν η ανθρώπινη βλακεία συναντά την νεοφιλελεύθερη επέλαση

TEDxAmsterdam_Stadsschouwburg

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο valuewhatworths και στο φύλλο #25 της εφημερίδας δρόμου Απατρις.

Tον τελευταίο καιρό βλέπουμε συνεχώς νέες μορφές εθελοντισμού να εμφανίζονται και νέα προσχήματα να αναδύονται για την θεμελίωση τους. Το κράτος αφού έχει ισομοιράσει την ευθύνη τις οικονομικής κρίσης, άρχισε να θέτει και νέους όρους για την υπέρβαση αυτής της κρίσης. Η νέα νοοτροπία που αναπτύσσεται μετά την αφομοίωση και την εσωτερίκευση αυτής της ευθύνης από τα παντός είδους φιλήσυχα και ειρηνοποιά κοινωνικά υποκείμενα είναι η προσπάθεια διαχείρισης αυτής της κρίσης και η υποκατάσταση του κράτους εκεί που ηθελημένα απουσιάζει. Αυτή είναι η μια όψη του νομίσματος που ορίζει την επαναστατικότητα σαν εργαλείο διαχείρισης της κρίσης και ως το χρύσωμα του χαπιού στην αρρώστια του συστήματος και όχι σαν μια πρακτική για  την ανατροπή του. Αυτή είναι όμως η μια όψη του νομίσματος.

Εθελοντισμός και ανθρώπινη βλακεία

Η άλλη όψη του νομίσματος που πραγματώνεται πάνω στην ηλιθιότητα και λειτουργεί περισσότερο σαν μια μορφή ψυχοθεραπείας είναι η κατευθυνόμενη αποβλάκωση. Αυτή δεν καλείται να διαχειριστεί την υπάρχουσα κρίση αλλά καλείται να αποβλακώσει και τον τελευταίο ζωντανό περιτυλίγοντάς τον με σερπαντίνες, χρώματα και μπουκάλια αναψυκτικών για την διάσωση της φώκιας στη Χονολουλού. Παραδείγματα ταξικά ασυνείδητων υποκειμένων με ψυχοτραυματικούς συνδέσμους ηλιθιότητας όπως οι ατενίστας και οι ΜΚΟ ή οι φοιτητικοί οργανισμοί που μαζεύουν τις τσίχλες από τα παγκάκια περισσεύουν.

Οι λοβοτομημένοι είναι αρκετοί μόνο που δεν υπάρχουν περιθώρια για χαζοχαρούμενα παιδάκια που δεν ξέρουν που να ξοδέψουν το παραπάνω χαρτζιλίκι που τους έδωσε ο μπαμπάς. Δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλους ψυχασθενικούς που επειδή είχε τελειώσει το τσάι από φύκι Νεκράς Θάλασσας ή η ζεστή σοκολάτα με τριμμένη ταραμοσαλάτα αποφάσισαν να βγούν στο δρόμο και να βαφτίζουν το μάζεμα τσίχλας από παγκάκια σε προσπάθεια ενασχόλησης με τα κοινά. Και για να τελειώνουμε.

Το να ξύνεις τσίχλες από τα πεζοδρόμια ή να καθαρίζεις τοίχους από τις αφίσες τη στιγμή που στο διπλανό στενό πεθαίνει κόσμος και δε λες κουβέντα γι’ αυτό δεν είναι ακτιβισμός. Είναι κοινωνική αφασία. Και σε κάνει να φαίνεσαι απάνθρωπος. Και κτήνος. Τα τετ-α-τετ με τον Καμίνη ο οποίος λέει δημόσια ότι οι ατενίστας είναι η αγαπημένη του ομάδα πολιτών  δεν είναι ακτιβισμός, είναι ψυχιατρική νόσος. Το να ντύνεις με πουλόβερ τα δέντρα στην πλατεία Κλαυθμώνος, εκεί που ο Καμίνης τα Χριστούγεννα του 2011 είχε ξηλώσει τα παγκάκια για να μην κοιμούνται εκεί οι άστεγοι, ενώ το 2012 βρέθηκαν σε κάδους σκουπιδιών δίπλα στο Δημαρχείο πεταμένες κουβέρτες, ρούχα και παιχνίδια που είχαν συγκεντρωθεί για άπορα παιδιά με τον Καμίνη να δηλώνει ότι τα πέταξαν γιατί ήταν τόσα πολλά που δε χωρούσαν στις αποθήκες του δήμου, δεν είναι ακτιβισμός.

Είναι το σύνδρομο της Στοκχόλμης.Και καθώς αλλάζουν οι λέξεις αλλάζουν και οι έννοιες, αλλάζει και η κοινωνική αφομοίωση των εννοιών. Οι ατενίστας λοιπόν βαφτίζονται ακτιβιστές όπως οι Χρυσαυγίτες βαφτίζονται αγανακτισμένοι πολίτες, όπως η αλλοτρίωση του κέντρου και το rethinkAthens βαφτίζονται εξευγενισμός, όπως οι κοινωνικοί αγωνιστές βαφτίζονται τρομοκράτες, όπως ο Θεοφίλου βαφτίζεται ένοχος, όπως τα σχέδια για την Λαμπεντούζα βαφτίζονται σχέδια διάσωσης.

palia_voyli_3

Νεοφιλελεύθερη επέλαση και Εθελοντισμός-Βλέπε TEDx

Ας περάσουμε όμως τώρα στον άρδην νεοφιλελεύθερο εθελοντισμό και την διαστρεβλωμένη έννοια του εθελοντισμού που προωθούν τα απανταχού αφεντικά για να εκμεταλλευθούν ημιμαθή παιδάκια που ψάχνουν μια κοινωνική διέξοδο. Mια καλυμμένη μορφή στυγνής εκμετάλλευσης που προωθείται με το με το επιχείρημα της απόκτησης εμπειρίας και προϋπηρεσίας είτε σε μεγάλες εταιρείες, είτε σε δικηγορικά γραφεία ή ακόμη -και ως επί το πλείστον- σε Μ.Κ.Ο, η εργοδοτική πλευρά επιλέγει να απασχολεί ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού της αμισθί με κάποιες ίσως στοιχειώδεις παροχές, περνώντας μάλιστα αυτή την τακτική ως αυτονόητη και απαραίτητη.

Μπορούμε να εστιάσουμε στο φαινόμενο TEDx,το οποίο είναι το παράδειγμα που καθρεφτίζει ιδεολογικά όλες τις παραπάνω τακτικές αποπροσανατολισμού απο την καθημερινόητα βαφτίζοντας μιζέρια όσους αντιτάσσονται στην νεοφιλελεύθερη επέλαση. Οι διοργανωτές του ΤΕDxπροσπαθούν να μας πείσουν ότι μια αχτίδα αισιοδοξίας έχει αρχίσει να ξεπροβάλλει. Πρόκειται για μια ιδέα του αρχιτέκτονα Ρίτσαρντ Σαούλ Γούρμαν, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ξεκίνησε την οργάνωση συνεδρίων με θέμα «Ιδέες που αξίζει να διαδοθούν». Το 2001, ο εκδότης Κρις Άντερσον αγόρασε τα δικαιώματα της διοργάνωσης και μετέτρεψε τις μέχρι τότε σκόρπιες συναντήσεις στη σφιχτή λειτουργία μιας Μη Κερδοσκοπικής Οργάνωσης. Η Κοινωνία των Πολιτών, έρχεται για ακόμα μια φορά, ως Μεσσίας, να μας γλιτώσει από το τέλμα των παραδοσιακών δομών.

Η περιγραφή του ιδανικού ομιλητή αυτού του αφήνει λίγες αμφιβολίες για τον προσανατολισμό αυτού του event και η θεοποίηση της επιχειρηματικότητας και του ιδιωτικού τομέα σαν τους μοναδικούς τομείς προόδου και ευημερίας (ανεξάρτητα από τις κοινωνικές και τις περιβαλλοντολογικές συνέπειες) μας προϊδεάζουν για το ποιόν των ομιλητών. Τις υποψίες μας έρχεται να επιβεβαιώσει και ο αμερικανός Νικ Χανάουερ, ο οποίος το 2012, κατήγγειλε ότι λογοκρίθηκε και η ομιλία του δεν ανέβηκε ποτέ στον ιστότοπο της διοργάνωσης, γιατί αναφερόταν στην οικονομική ανισότητα των ΗΠΑ και τις καταστροφικές συνέπειες που είχαν οι φοροαπαλλαγές του μεγάλου κεφαλαίου στο σύνολο της οικονομίας.

Ένα άλλο παράδειγμα ομιλητή που μας υποδεικνύει τον ρόλο που ήρθε να διαδραματίσει το TEDxείναι αυτό του Ματθαίου Γιωσαφάτ, ο οποίος είναι κατά πολλούς ο επιφανέστερος εκ των ψυχαναλυτών στην Ψωροκώσταινα. Η επιλογή του Γιωσαφάτ δεν ήταν τυχαία καθώς μαθαίνουμε από το βιβλίο του «Μεγαλώνοντας μέσα στην ελληνική οικογένεια», πως οι μπαχαλάκηδες (sic) είναι ψυχικώς διαταραγμένα παιδιά των Βορείων Προαστίων που οι μαμάδες τους δεν τα θήλασαν και δεν τα αγάπησαν όσο έπρεπε στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, με αποτέλεσμα να εκθρέψουν ένα μίσος για την κοινωνία, το οποίο και εξωτερικεύουν με το να σπάνε τράπεζες και… γήπεδα.

Η ομιλία του είχε ως κεντρικό νόημα την Παγκάλια ρήση «Μαζί τα φάγαμε». Ο στοχαστής Γιωσαφάτ μίλησε για μια κοινωνία σε διάλυση, χωρίς να αναφέρεται στις οικονομικές προεκτάσεις του όλου προβλήματος. Περιγράφει μια κατάσταση ανομίας (όχι φυσικά από την πλευρά του κράτους και της εξουσίας), όπου οι βασικές παθογένειες της κοινωνίας αφορούν τονυπερκαταναλωτισμό και την απουσία ομαδικού πνεύματος. Αυτή τη δεύτερη έρχεται να διορθώσει το TEDx, που μπορεί να μας βοηθήσει να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.

Αξίζει τώρα να αναφέρουμε ότι το αντίτιμο της εισόδου στoΤEDxAcademyανέρχεται στα 50 ευρώ ενώ το αντίτιμο της εισόδου σε ένα TEDxeventανέρχεται στα 65 ευρώ. Στα πλαίσια της διοργάνωσης αυτής θεσπίστηκε και ένα νέο εισιτήριο, του δωρητή-χορηγού, στην τιμή των 200 €, ενώ υπάρχουν διάφορα «επίπεδα» συνδρομής που κυμαίνονται από 3.750$ για την απλή συμμετοχή έως και 125.000$, ποσό που σας χρήζει «ευεργέτη». Τέλος, αν δεν θέλετε να περιμένετε με τον λαουτζίκο μέχρι να ανέβουν κάποια από τα πολυπόθητα βίντεο με ομιλίες στο You Tube, μπορείτε να παρακολουθήσετε ζωντανά ένα συνέδριο, για το συμβολικό ποσό των 600$, ενώ τα δύο κοστίζουν 1.000$.

Όσον αφορά τους εθελοντές που τρέχουν από πίσω όλη την διοργάνωση, πάντα με το προκάλυμμα της ανιδιοτελούς προσφοράς, της υποτιθέμενης κοινωνικής αλληλεγγύης, αυτοί αναδεικνύονται, όπως πάντα τελικά, σε προνομιακά «θύματα» εργασιακής εκμετάλλευσης. Η εύλογη απορία που δημιουργείται, εφόσον πρόκειται για μη κερδοσκοπικό οργανισμό, ο οποίος δεν πληρώνει τους ομιλητές, δουλεύει ως επί το πλείστον με εθελοντές, υποστηρίζεται από ένα ιδιαίτερα εκτενές δίκτυο χορηγών (εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, πολυεθνικές, αλυσίδες καταστημάτων σίτισης, εφημερίδες, ξενοδοχεία, τράπεζες, αυτοκινητοβιομηχανίες ακόμα και πρεσβείες), είναι το πού διοχετεύονται τα χρήματα που προκύπτουν από όλα αυτά τα είδη συνδρομών;

Το TEDxπάντως δεν μένει μόνο εκεί. Η πρωτοβουλία Human Grid που προωθεί, αφορά τη χαρτογράφηση των εθελοντικών οργανώσεων και των συλλογικών πρωτοβουλιών, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι πολίτες να ξέρουν που μπορούν να απευθυνθούν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Φυσικά, οι περισσότερες από τις θέσεις όπου κάποιος μπορεί να προσφέρει αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του, δεν αφορά την πραγματική προσφορά σε αναξιοπαθούντες συνανθρώπους μας ή στη διάσωση του περιβάλλοντος αλλά στην εξοικονόμηση πόρων των ίδιων των ΜΚΟ (γραμματειακή υποστήριξη, τηλεφωνικά κέντρα, στελέχωση γραφείων κλπ).

humangrid

Και αν η απλή καταγραφή των εθελοντικών οργανώσεων σε ένα διαδικτυακό χάρτη, φαίνεται σχετικά αθώα, δεν συμβαίνει το ίδιο με το workshop εκπαίδευσης ΜΚΟ για την αξιοποίηση των εθελοντών τους, που διοργάνωσε το Volunteer4Greece, μια διαδικτυακή πλατφόρμα αναζήτησης εθελοντικής εργασίας. Είναι πασιφανές πως το TED περνά στην επόμενη πίστα: από την απλή προώθηση της ιδέας του εθελοντισμού, στη δημιουργία της αντίστοιχης φάμπρικας.

Γιατί στην Ελλάδα των 1.345.387 (καταγεγραμμένων) ανέργων, είναι μιζέρια, σπατάλη δημιουργικών δυνάμεων, ακόμα και ένδειξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς των πολιτών να διεκδικούν θέσεις εργασίας, αξιοπρεπή αμοιβή και όρους εργασίας, συλλογικές συμβάσεις εργασίας αλλά δεν είναι επουδενί ντροπή και πλήρης υποταγή στα συμφέροντα των κάθε είδους αφεντικών, η διαφήμιση της δωρεάν εργασίας και τα προγράμματα εκπαίδευσης των πολύ συχνά κρατικοδίαιτων και κατά τα άλλα Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων για την εύρεση και την αξιοποίηση δωρεάν ανθρώπινου δυναμικού. Όχι. Αυτό είναι φρέσκο, χαρούμενο, ακομπλεξάριστο, τρέντι.

ValueValuer

Υ.Γ. Οι πληροφορίες για το TEDx πάρθηκαν απ’ το freequencyradio.wordpress.com και αξίζει να ανατρέξετε εκεί για περισσότερες πληροφορίες.

Μπατίρης και Συντηρητικός

4Μπορεί η κοινή γνώμη στην Ελλάδα, έτσι όπως παρουσιάζεται από τον (συχνά) παραμορφωτικό φακό των δελτίων ειδήσεων, να ασχολείται με τον απελευθερωμένο κροκόδειλο στην Κρήτη, με τα στοιχήματα πριν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου στη Βραζιλία ή με την προφυλάκιση του ναζιστή Κασιδιάρη, όμως η πραγματικότητα κάθε άλλο παρά ιδανική είναι για ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό πολιτών. Τα τελευταία στοιχεία αναφέρουν πως 470.000 νοικοκυριά δεν έχουν κανένα εισόδημα, 686.000 παιδιά ζουν στα όρια της φτώχειας ενώ τα επίσημα ποσοστά της ανεργίας διατηρούνται σταθερά πάνω απ’ το 26%, απ’ το Σεπτέβρη του 2012 (σήμερα βρίσκεται στο 27,3%). Και όσοι εργάζονται, βέβαια, δεν είναι σε καλύτερη μοίρα, καθώς ο μέσος μισθός μειώθηκε απ’ το 2008 μέχρι σήμερα σε ποσοστό 30 με 35% και ο κατώτατος μεικτός μηνιαίος μισθός από τα 751,39 ευρώ το 2012 σε 586,08 ευρώ. Περισσότεροι από 1.200.000 εργαζόμενοι αμείβονται με καθυστέρηση από τρεις έως και 12 μήνες και ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων απασχολείται με πεντάμηνα προγράμματα ή voucher του ΟΑΕΔ, που καταργούν κάθε εργατική κατάκτηση, παρέχοντας στους επιχειρηματίες δωρεάν εργατικό δυναμικό. Την ίδια στιγμή, τα ληξιπρόθεσμα χρέη νοικοκυριών και επιχειρήσεων προς το Δημόσιο φτάνουν το ποσό των 66,4 δις ευρώ και τα «κόκκινα δάνεια» αυτό των 77 δις, ποσά που είναι αδύνατο να αποπληρωθούν ποτέ. Φυσικά, η ζοφερή αυτή πραγματικότητα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, αλλά και σχεδόν ολόκληρη τη γηραιά Ήπειρο, καθώς η κρίση μαραζώνει πλέον και τη Γαλλία, την Ιρλανδία και βυθίζει στην ανέχεια πολλά νοικοκυριά στη Βρετανία και την Ολλανδία.

Αν δίναμε τα στοιχεία αυτά σ ‘έναν άνθρωπο που μόλις επέστρεψε απ’ τον πλανήτη Άρη ζητώντας του να μαντέψει το κλίμα που επικρατεί στην Ελλάδα (που αναμφισβήτητα υποφέρει περισσότερο από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης), πιθανότατα θα υπέθετε είτε πως η κοινωνία βρίσκεται σε εξεγερσιακό αναβρασμό, είτε πως ένα στρατιωτικό καθεστώς έχει καταφέρει να καταστείλει κάθε επαναστατική προοπτική. Η πραγματικότητα, σίγουρα, θα τον απογοήτευε. Καθώς ο μπατίρης, ένας απ’ τους χιλιάδες ανθρώπους που αντιπροσωπεύονται στους παραπάνω αριθμούς, αντί να ριζοσπαστικοποιηθεί, στράφηκε προς τη συντήρηση. Αντί να κοινωνικοποιηθεί, απομονώθηκε. Αντί να σπάσει τα δεσμά του, πιάστηκε γερά απ’ τις αλυσίδες του, φοβούμενος μήπως τις απολέσει πέφτοντας στον γκρεμό. Ποιές είναι όμως οι συνθήκες μέσα στις οποίες λειτούργησε ο μπατίρης και πώς οδηγήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση;

Εξασθένιση της αριστεράς και επικράτηση του κομφορμισμού

Η ήττα και, εν συνεχεία, η υποχώρηση της ριζοσπαστικής μαρξιστικής Αριστεράς και των χειραφετησιακών κινημάτων (σαν αυτά της δεκαετίας του ’60) αποτελεί ίσως έναν από τους σοβαρότερους παράγοντες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του σημερινού κινηματικού νεκροταφείου. Η ενσωμάτωση, ή ακόμη και η εμπορευματοποίηση, στοιχείων των απελευθερωτικών ρευμάτων από την κυρίαρχη κουλτούρα, η αποκάλυψη του σοβιετικού εκτρώματος, η διαρκής υποχώρηση των ριζοσπαστικών ιδεών απέναντι στην πραγματικότητα που απαιτούσε άμεσα εφαρμόσιμες («ρεαλιστικές») λύσεις, άφησαν ελάχιστα περιθώρια για ελπίδα στις τάξεις των αναξιοπαθούντων, ώστε να αγωνιστούν και να διεκδικήσουν μέσα από τις διάφορες οργανώσεις της θρυμματισμένης Αριστεράς. Μιας Αριστεράς, η οποία έμεινε προσκολλημένη στα αναλυτικά εργαλεία του παρελθόντος, αδυνατώντας όχι απλά να διαγνώσει την ενδοκαπιταλιστική κρίση, αλλά και να την εκμεταλλευτεί πολιτικά ώστε να αντιπροτείνει κάποιο δικό της όραμα ή σχέδιο.

Το ξέσπασμα της κρίσης είχε ως αποτέλεσμα το δραματικό πολλαπλασιασμό των νεόπτωχων, μιας μεγάλης κοινωνικής ομάδας που κάνει τα πρώτα της βήματα στο περιθώριο, δίχως κοινά σημεία αναφοράς ή ταξική αυτοσυνειδησία[1]. Με το αίσθημα του ανήκειν αποδυναμωμένο, ο ανομοιογενής αυτός πληθυσμός στρέφεται προς τον ατομικισμό και ασχολείται με την ιδιωτική του σφαίρα, αδυνατώντας να εντοπίσει τους δεσμούς της αμοιβαίας εξάρτησης και της αλληλεπίδρασης με το σύνολο. Έτσι, ο νεόπτωχος νιώθει ανήμπορος και αβοήθητος σε μια κοινωνία-ζούγκλα που κάθε μέρα φθείρεται και καταρρέει ολοένα και περισσότερο. Μέσα σ’ όλα αυτά, είτε αφήνεται στην απο-πολιτικοποίηση (για την οποία έχει ήδη φροντίσει το εκπαιδευτικό σύστημα και το κυρίαρχο lifestyle που αναπαράγεται μέσα από διάφορα μεταμοντέρνα ιδεολογήματα του τύπου «όλα είναι σχετικά») είτε υιοθετεί ένα ψέμα που θα λειτουργεί ως παυσίπονο στις δυσκολίες και τις απογοητεύσεις του/της. Ποιό μπορεί να είναι αυτό;

Το ψέμα δεν έχει μία απόχρωση ή έναν εκφραστή. Έχει όμως, συνήθως, κοινά χαρακτηριστικά: το λαϊκισμό, τη συνωμοσιολογία, τη λογική της ανάθεσης, την πίστη σε μεταφυσικού χαρακτήρα έννοιες (όπως το έθνος, οι πρόγονοι, οι νόμοι της ιστορίας, οι νόμοι της φύσης, η θρησκεία) ή το φόβο. Έτσι, στο ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό αναδύονται από τη μία οι δυνάμεις της άκρας δεξιάς και των λαϊκών υπερσυντηρητικών (όπως λ.χ η Χρυσή Αυγή ή τα λαϊκίστικα σχήματα της Λεπέν και του Φαράτζ) που εκμεταλλεύονται την ανασφάλεια του μέσου νεόπτωχου επενδύοντας στο αντι-μεταναστευτικό μίσος, καθώς και το πολιτισμικό κενό που αφήνει πίσω της η κατάρρευση παραδοσιακών φιλελεύθερων ιδεολογιών (όπως η πολυπολιτισμικότητα). Από την άλλη, έχουμε λαϊκίστικα πολυσυλλεκτικά σχήματα όπως το Κίνημα των Πέντε Αστέρων ή τα πιο αριστερίστικα (Κεϋνσιανικής φύσης) Podemos, Sinn Fein και ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Στην διασπορά των διαφόρων μύθων, βέβαια, συμβάλλουν και τα Μέσα Ενημέρωσης, ως εκφραστές του κυρίαρχου λόγου και διαμορφωτές της κοινής γνώμης, που επεμβαίνουν καταλυτικά στην ψυχοσύνθεση του μέσου νεόπτωχου. Οι συνεχείς επικλήσεις στη «σταθερότητα», την «κοινή λογική» και την «ασφάλεια» από τις περισσότερες (φιλο)ευρωπαϊκές νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις (τη στιγμή που οδηγούν με τις επιλογές τους στη γενικότερη αστάθεια, στην κυριαρχία του παραλόγου και τον κοινωνικό κανιβαλισμό) έχουν ως στόχο τη συμμόρφωση του πολίτη-ψηφοφόρου-καταναλωτή-τηλεθεατή, στη συμπόρευση του με τις «υπεύθυνες δυνάμεις» απέναντι στις σειρήνες της κοινωνικής αναταραχής. Παράλληλα, ασκείται διαρκώς η ψυχολογική βία της αυτο-ενοχής: όσοι δεν καταφέρνουν να επιτύχουν στα πλαίσια του ενδοκαπιταλιστικού «υγιούς» ανταγωνισμού είναι αυτοί που δεν εργάστηκαν αρκετά σκληρά, αυτοί που στην τελική δεν άξιζαν να πετύχουν. Ως εκ τούτου, ο νεόπτωχος είτε θ’ αυτομαστιγωθεί θεωρώντας πως είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την ίδια του τη μοίρα, σ’ έναν κόσμο που είναι «φύσει σκληρός για τους αδύναμους», είτε θα αναζητήσει αποδιοπομπαίους τράγους για τα προβλήματα του στα πρόσωπα των μεταναστών, των «τεμπέληδων» ή των… Ιλλουμινάτι. Έτσι, μετατρέπεται σ’ ένα μέσο συντηρητικό – ή καλύτερα αντιδραστικό – ανθρωπάκο, που αντί να εναντιώνεται στους καταπιεστές του/της, αναζητά νέους αφέντες (όντας ο ίδιος/α δούλος), των οποίων τα επιχειρήματα, την ιδεολογία και τα παραμύθια αναπαράγει με πάθος.

3

Απευθυνόμενοι προς το συντηρητικό

Τα ερεθίσματα που δέχεται ο μπατίρης της ιστορίας μας, όμως, δεν προέρχονται από μία μόνο κατεύθυνση. Μπορεί, πράγματι, το Κράτος, οι επιχειρήσεις και τα ΜΜΕ να κατέχουν την ηγεμονία, κι άλλες φωνές όμως φτάνουν στ’ αυτιά των περισσότερων πολιτών, ανεξαρτήτως του αν αυτές αποτελούν, ή όχι, αντικείμενο προσοχής από την κοινωνική πλειοψηφία. Αφίσες, τρικάκια, πανό, πορείες, κινηματικά ραδιόφωνα και εφημερίδες, πολιτικές εκδηλώσεις και ανοιχτές συζητήσεις, ιστότοποι αντιπληροφόρησης, επιδιώκουν τη διάχυση του λόγου που εναντιώνεται σε αυτό των κυρίαρχων και προτάσσει διαφορετικές αξίες, σχέσεις, συμπεριφορές, στόχους και μεθόδους. Ο λόγος των υπό ανάπτυξη αντισυστημικών κινημάτων «από τα κάτω» σήμερα, ειδικότερα στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες (κυρίως του Νότου), εκφράζεται κυρίως από τον αντιεξουσιαστικό χώρο, που συντίθεται από διάφορες πολιτικές ομάδες οι οποίες αρνούνται την αντιπροσώπευση, την ανάθεση της επίλυσης των προβλημάτων σε τρίτους, τη διαμεσολάβηση και την ιεραρχική δόμηση. Ο συντηρητικός μπατίρης, όμως, αυτός ο οποίος, όπως εξηγήσαμε παραπάνω, εσωτερικεύει και αναπαράγει τους μύθους των αφεντικών του, στεκόμενος ως άμισθος υπερασπιστής τους (υπάρχουν και οι έμμισθοι βέβαια: ο, κατά το ΣτΕ, «σκληρός πυρήνας του Κράτους»), αρνείται επίμονα κάθε προσπάθεια προσέγγισής του. Γι’ αυτόν, ο ειρηνικός διαδηλωτής «κλείνει το δρόμο», ο συγκρουσιακός «καταστρέφει την περιουσία του κοσμάκη», ο απεργός «εμποδίζει την ομαλή λειτουργία του εργοστασίου» και ο αφισοκολλητής «γεμίζει την πόλη με σκουπίδια». Γιατί όμως δίνει  την «εύκολη» απάντηση, αυτή που σερβίρεται στο πιάτο από τις κιτρινισμένες φυλλάδες και τα δελτία των οκτώ;

Προφανώς, επειδή έχει εθιστεί στις εύκολες απαντήσεις και στην ακρισία, αδυνατώντας να κατανοήσει την πραγματικότητα σε βάθος. Αρχικά, ήταν η απλή αποστήθιση των κειμένων, που εξασφάλιζε καλούς βαθμούς στο σχολείο. Έπειτα, η μελέτη των «sos», οι φωτοτυπημένες σημειώσεις, τα σκονάκια σε σμίκρυνση που εξασφάλισαν το πολυπόθητο πτυχίο. Στη συνέχεια, η μηχανιστική εργασία που δεν προϋποθέτει ιδιαίτερες πρωτοβουλίες, αποξενώνει τον εργάτη απ’ το προϊόν του μόχθου του, όμως προσφέρει τα απαραίτητα για την επιβίωση. Μέσα σ’όλα αυτά, οι εφήμερες σχέσεις, οι οποίες δεν προϋποθέτουν ιδιαίτερες δεσμεύσεις και ευθύνες απέναντι στο έτερο πρόσωπο, το σερβιρισμένο φαγητό, είτε σε πακέτο από φαστφουντάδικο, είτε κατεψυγμένο απ’ το πολυκατάστημα, ακόμη κι ο αγοραίος έρωτας, αποστειρωμένος από αληθινό πάθος και συμπυκνωμένος σε λίγες σειρές σφηνάκια. Ο συντηρητικός μπατίρης αρνείται να εμπλακεί σε διαδικασίες που απαιτούν την ενεργό συμμετοχή του, όχι επειδή δεν μπορεί, αλλά επειδή έχει μάθει να φοβάται να δοκιμάσει και δεν επιθυμεί ν’ αποξενωθεί απ’ τον κατεστημένο τρόπο ζωής που έχει επιλέξει να ακολουθεί, αναμένοντας παθητικά την επαλήθευση των ανόητων προφητειών περί «εξόδου από την κρίση» και επιστροφής στην υπερκαταναλωτική αφθονία.

Μία λαθεμένη ερώτηση,είναι η εξής: αξίζει να θυσιάσουμε την ποιότητα του λόγου και της δράσης μας ώστε ν’ αποκτήσουμε μαζικότητα; Λαθεμένη, διότι α) αναγνωρίζει και αξιολογεί ως ποιοτικό το σύγχρονο αντισυστημικό λόγο και πράξη, δίχως να εξηγεί ποιά αποτελέσματα μας οδηγούν σ’ αυτό το συμπέρασμα και β) υποτιμά a priori τη μάζα στην οποία απευθύνεται, ομολογώντας μάλιστα και την υποκριτική -ψηφοθηρικού τύπου- μέθοδο που θα μπορούσε να ακολουθηθεί. Μια λαθεμένη, επίσης, αντίδραση είναι η επένδυση στη λογική του μηδενισμού, και η ανάδυση του αντικοινωνικού μίσους, η απολίτικη και στην ουσία επίσης συντηρητική (και αυτοκαταστροφική) στροφή εναντίον της ίδιας της κοινωνίας, και όχι των θεσμών που τη διέπουν. Πώς μπορεί, λοιπόν, να επιδιωχθεί η γνωστική σύγκρουση, η αμφισβήτηση δηλαδή του προϋπάρχοντος συνόλου ιδεών και η κριτική του σύγκριση με τις ριζοσπαστικές ιδέες και προτάγματα; Οι ιδέες ούτε φυτεύονται, ούτε επιβάλλονται, μεταδίδονται και υιοθετούνται αυτοβούλως. Και ποιά είναι η ορθότερη μέθοδος διάδοσης, αν όχι η προπαγάνδιση δια του παραδείγματος, ο αυτοδιαχειριστικός πειραματισμός[2], που στοχεύει στην ανάπτυξη αντιθεσμών και στη μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στο θεσμοθετημένο και το θεσμοθετόν, υπερ των θεσμοθετουσών δυνάμεων. Όλα τα κείμενα, οι ζωγραφιές, τα συνθήματα, τα stencil, οι συγκρούσεις σώμα με σώμα, που αποτελούν την παρακαταθήκη του ανταγωνιστικού κινήματος, εμπνέουν, μορφοποιούνται και ζωντανεύουν κάθε φορά που οργανώνεται ένας κύκλος αυτομόρφωσης, κάθε φορά που απελευθερώνεται απ’ το Κράτος και την Ιδιοκτησία ένας χώρος, κάθε φορά που απαλλοτριώνεται απ’ τους φτωχούς ένα σουπερμάρκετ.

Αντί επιλόγου

Αν κανείς θεωρεί πως οι συντηρητικοί πολίτες αυτού του κόσμου θα πρέπει να εξοντωθούν ή να σταλούν σε τροχιά στο διάστημα, τότε τ’ όνειρο του, είν΄ ο χειρότερος μας εφιάλτης. Η ιστορία βρίθει μαζικών εκκαθαρίσεων, στρατοπέδων συγκέντρωσης αντιφρονούντων, κρεματορίων και εμφυλίων. Η αποδυνάμωση της ιδεολογικής ηγεμονίας του συντηρητισμού απαιτεί, παράλληλα με την κατανόηση του και την παρακολούθηση της εξέλιξης του, τη δημιουργία του δεύτερου πόλου, αυτού που θα συγκεντρώσει τις κοινωνικές δυνάμεις που εκτός του ότι πλήττονται απ’ τη νεοφιλελεύθερη επέλαση, έχουν, ή αποκτούν σταδιακά, και τη διάθεση να αντισταθούν σ’ αυτή, από κάθε μέτωπο.

 

Σημειώσεις

[1] Η έννοια κοινωνική τάξη δεν αφορά μονάχα ένα σύνολο ανθρώπων με κοινά (οικονομικά) συμφέροντα αλλά επί της ουσίας πρόκειται για ομάδες ανθρώπων με συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις (που ταυτόχρονα διαμορφώνουν, αυτό που είχε πει κάποτε ο Μαρξ, την λεγόμενη ταξική συνείδηση). Στην εποχή του ατομικισμού όπου κάθε τέτοια σχέση έχει αντικατασταθεί από τον καταναλωτισμό και την απάθεια, από την ιδιώτευση και την μαλθακότητα, η παραδοσιακή ταξική διαστρωμάτωση δίνει τη θέση της σε ένα γενικό μέσο όρο ο οποίος αντικατοπτρίζει όλη αυτή την αποσύνθεση που χαρακτηρίζει το μεταμοντέρνο κόσμο, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής κοινωνίας όπου το φαντασιακό του Δυτικού καταναλωτισμού και της απάθειας κατάφερε να διαβρώσει σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού, και αυτό το βλέπουμε κυρίως μέσα από την επικράτηση του κιτς (Ολυμπιακοί Αγώνες, Euro 2004, Eurovision κτλ).

[2] «Ο αυτοδιαχειριστικός πειραματισμός δεν έχει έννοια παρά μόνο σαν πραγματική κατάκτηση της βάσης, προϋποθέτει έτσι μια γνήσια αυτονομία»(βλ. Πιερ Ροζανβαλόν, «Αυτοδιαχείριση: το μέλλον του σοσιαλισμού”).

Βλ. επίσης: Η πολιτική απάθεια ως σύμπτωμα (του Μίλτου)

Συνδιαμόρφωση  κειμένου από Michael Theodosiadis και Efor

Λίγες ακόμα σκόρπιες σκέψεις για τις ευρωεκλογές, το πραγματικό διακύβευμα και τα πραγματικά ζητούμενα

Στο προηγούμενο μου άρθρο που αναρτήθηκε λίγες μέρες πριν «για τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών 2014» ειπώθηκαν διάφορα αναφορικά με την άνοδο της ακροδεξιάς, τις δυναμικές της, καθώς και την αύξηση των ποσοστών των αριστερών κομμάτων στις χώρες του νότου, πράγμα που για τα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης – τα οποία συνεχώς εστιάζουν στη νίκη του Φαράτζ (Βρετανία) και της Λεπέν στη Γαλλία αντίστοιχα – αποτελεί ασήμαντη λεπτομέρεια. Φυσικά, στον επίλογο του άρθρου, κατέστησα σαφές ότι το δημοκρατικό έλλειμμα και ο κοινωνικός πόλεμος (εντός του οποίου εντάσσεται και ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός, η ξενοφοβία και κάθε είδους διάκριση) δεν είναι φαινόμενα που μπορούν να εξαλειφθούν μέσα από ολιγαρχικές διαδικασίες, όπως οι εκλογές. Αλλά σε γενικές γραμμές ισχυρίστηκα ότι τα δεδομένα που έχουμε μπροστά μας μόνο κατόπιν ψύχραιμης ανάλυσης και διαύγασης μπορούν να μας οδηγήσουν σε βάσιμα συμπεράσματα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και η υπερπροβολή του «ευρωσκεπτικιστικού σεισμού» από τα Μέσα Ενημέρωσης, ως η μοναδική απειλή που αυτή τη στιγμή καλούνται οι κοινωνίες να αντιμετωπίσουν, όχι μόνο δεν συμβάλλει στην πτώση των ποσοστών των κομμάτων αυτών, αλλά απεναντίας οξύνει ακόμα περισσότερο τις αντιδράσεις σε μια περίοδο όπου απαιτείται το άκρως αντίθετο· δράση αλλά και περισυλλογή, πράξη αλλά και διαύγαση, συζήτηση και όχι κινδυνολογία, ταμπουϊσμό και στρουθοκαμηλισμό. Εξηγώ λοιπόν για όλα αυτά παρακάτω:

1. Η άνοδος του ακροδεξιού λαϊκισμού και η συνολική εικόνα

Σε πρώτη φάση, ο χαρακτηρισμός των αριστερών και των φιλελεύθερων για τα κόμματα αυτά ως φασιστικά και ναζιστικά είναι όχι μόνο υπερβολικός αλλά τερατώδης. Διότι ούτε ο Φαράτζ ούτε η Λεπέν αμφισβητούν την φιλελεύθερη «δημοκρατία», τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και τις εκλογές. Ελάχιστα από αυτά τα κόμματα – έως κανένα – είναι προσωποπαγή (στην πραγματικότητα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α είναι πολύ πιο προσωποπαγής από ότι το Κόμμα της Ελευθερίας του Βίλντερς πχ), κανένα μανιφέστο από τέτοιες οργανώσεις δεν μιλά για απόλυτη πίστη σε κάποιον ηγέτη ή επιθυμεί κατάληψη της εξουσίας με εξωκοινοβουλευτικές μεθόδους. Αντίθετα αυτοί που επιθυμούν σιδηρά πυγμή και πίστη στον αρχηγό είναι η Χρυσή Αυγή, το Ουγγρικό Γιόμπικ το Γερμανικό Δημοκρατικό Κόμμα καθώς και το Βρετανικό Εθνικό Κόμμα, οι μόνες οργανώσεις με καθαρά ναζιστική/φασιστική χροιά και ιδεολογία. Σε αντίθεση λοιπόν με τους δεύτερους (που δεν διστάζουν να σχηματίσουν εθνοφρουρές και παραστρατιωτικές ομάδες, ή συσσίτια μίσους), οι πρώτοι ελάχιστη παρουσία έχουν στους δρόμους και η κινηματική τους βάση είναι επί της ουσίας ανύπαρκτη. (Άλλωστε μαζικά ναζιστικά κινήματα στη σημερινή Ευρώπη, όπως τη δεκαετία του 30, δεν υφίστανται σε καμία χώρα της υφηλίου, ούτε καν και στην εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης Ουκρανία, όπου ο Δεξιός Τομέας – υπαίτιος για δολοφονίες Εβραίων και αντιφρονούντων κατά τη διάρκεια των βανδαλισμών κατά την περίοδο των διαδηλώσεων της Euromaidan, στις πρόσφατες εκλογές κατέγραψε ποσοστά αμελητέα).

Σε πρώτη φάση θα πρέπει να μιλήσουμε με όρους εκλογικής συμπεριφοράς, κι εδώ δεν θέλει και πολύ να καταλάβουμε γιατί ο Φαράτζ ή η Λεπέν είναι δελεαστικοί για τους ψηφοφόρους. Σε πολλές περιπτώσεις λένε – με τρόπο φυσικά άκομψο, δημαγωγικό και λαϊκιστικό (κάτι που τους καθιστά εμπορεύσιμους και θεαματικούς στο απαθές ευρύ κοινό) – αυτό που θα έπρεπε να έχει ήδη ειπωθεί από τις δυνάμεις του αντικαθεστωτικού χώρου (μέ ή χωρίς εισαγωγικά). Τρεις είναι οι, επί της ουσίας, λόγοι που μας βοηθούν να καταλάβουμε την άνοδο της ακροδεξιάς:

  1. Δεν μπορούμε να παραβλέπουμε ότι μονάχα όσοι έχουν άμεσα συμφέροντα από την νεοφιλελεύθερη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαφωνούν με το ότι τα τελευταία επτά χρόνια η πολιτική γραμμή της έχει καταστεί εχθρική για τους λαούς, μέσω των συνεχόμενων μέτρων λιτότητας, αυταρχικοποίησης και χυδαίων εσωτερικών παρεμβάσεων: τί έγινε για παράδειγμα με την αντικατάσταση του Γ.Παπανδρέου από τον Παπαδήμο ή του Μπερλουσκόνι από τον Μόντι έπειτα από εξαγγελίες για «λαϊκή ετυμηγορία» με στόχο την εφαρμογή μέτρων λιτότητας; Τί έγινε με την αρχική απόρριψη της συνθήκης της Λισσαβόνας από τους Ιρλανδούς, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να μπουν σε δεύτερη διαδικασία δημοψηφίσματος με σκοπό να δοθεί θετική απάντηση – απάντηση που φυσικά βολεύει μια χαρά τις Βρυξέλλες; Κάποιοι με βάση τα (πραγματικά) αυτά γεγονότα – και με αφορμή τον φόβο που προκαλούν και την ανασφάλεια που διαχέουν μέσα σε μια κοινωνία που όλα μοιάζουν να καταρρέουν – χτίζουν και προωθούν διαφόρων ειδών θεωρίες συνωμοσίας (οι οποίες, αν μη τι άλλο, τροφοδοτούν και ενισχύουν τα ποσοστά των κομμάτων αυτών). Οι λόγοι είναι ένα σωρό: αδυναμία κοινωνικής διαύγασης, ναρκισσιστική/ταυτιστική ιδεολογικοποίηση και παρωπιδισμός, θεαματική (και υπόρρητη) αναπαραγωγή του μεταμοντέρνου κιτς…  Αυτό φυσικά δεν αναιρεί το γεγονός ότι καμία λαϊκή βούληση πλέον δεν γίνεται σεβαστή αν δεν συμβαδίζει με τα σχέδια των αγορών, με την τυφλή, πεισματική και συνεχόμενη εμμονή της υπάρχουσας ιντελιγκέντσιας στο δόγμα του χυδαίου οικονομισμού που σαν οδοστρωτήρας έχει καταστρέψει κάθε κοινωνική σχέση (ο λεγόμενος κοινωνικός πόλεμος).
  2. Σε ότι αφορά το μεταναστευτικό επίσης (πάνω στο οποίο έχει στηθεί ολόκληρη η προπαγάνδα της ακροδεξιάς) μόνο οι φιλελεύθεροι (και δυστυχώς ένα μεγάλο κομμάτι αριστερών) εξακολουθούν ακόμα να θεωρούν την πολυπολιτισμικότητα ως ιδανικό μοντέλο, αγνοώντας το γεγονός ότι ο πολιτισμικός σχετικισμός που προωθεί υποθάλπει εξίσου ακραίους εθνικισμούς (συνήθως από μετανάστες) όπως για παράδειγμα ο Ισλαμικός φονταμενταλισμός. Στην πραγματικότητα η παρηκμασμένη αριστερά δεν δέχεται απολύτως καμία αντίρρηση στο ζήτημα αυτό, βαφτίζοντας «ρατσιστή» και «φασίστα» οποιονδήποτε τολμά να θίξει τέτοια ερωτήματα, στο βαθμό που άλλα βασικά θέματα κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως η ισότητα των φύλων και η ελευθερία του σεξουαλικού προσανατολισμού (τα οποία αμφισβητούνται από τα πιστεύω και τις ιδέες κάποιων συντηρητικών μεταναστών – φυσικά όχι όλων), περνάνε σε δεύτερη μοίρα. Απεναντίας, καμία από αυτές τις δύο δυνάμεις δεν προσπαθεί να καταλάβει ότι το πολυπολιτισμικό μοντέλο απέτυχε όχι όμως γιατί δεν είναι εφικτή η συνύπαρξη ανθρώπων με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο (όπως εξακολουθούν να λένε οι ρατσιστές – με πρώτο και καλύτερο τον Μπρέιβικ) αλλά γιατί πολύ απλά δεν υφίσταται καμία εξισωτική δύναμη εντός του, καμία τάση με στόχο την εύρεση ενός κοινού τόπου επικοινωνίας μέσα στο στίβο του σκληρού οικονομικού ανταγωνισμού, αναζητώντας νέα προτάγματα (όπως αυτό των διαπολιτισμικών σχέσεων).
  3. Ας μην ξεχνάμε φυσικά ότι ένα μεγάλο ποσοστό αυτών που επέλεξαν τον κύριο Φαράτζ ή τον κύριο Σόινι οφείλεται εξίσου και στην υποτιθέμενη οικονομική αλληλεγγύη προς τις χώρες του νότου. Εδώ και πέντε χρόνια οι μεγάλες σε κυκλοφορία tabloid εφημερίδες του βορρά (όπως η Daily Mail και η Bild) μηρυκάζουν διαρκώς για τον ελληνικό λαό – και τους υπόλοιπους λαούς τους νότου αντίστοιχα – πως είναι όλοι τεμπέληδες, φοροφυγάδες και απατεώνες που επιθυμούν με τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογούμενων (οι οποίοι είναι όλοι τίμιοι) να μπαλώσουν την κρίση (η οποία είναι δημιούργημα της μεσογειακής τους οκνηρίας). Έτσι, η πλειοψηφία των λαών του βορρά – που πιστεύει ότι παίζει το ρόλο του αλόγου στην κούρσα της μεσογειακής σιέστας – επιλέγει τις ευρωσκεπτικιστικές πολιτικές (που στην πραγματικότητα εκφράζονται μέσα από ακροδεξιά λαϊκιστικά σχήματα) με στόχο την άμεση διακοπή της χρηματοδότησης. Άλλωστε όταν οι Βρετανοί διαδήλωναν στους δρόμους του Λονδίνου ενάντια στη λιτότητα (μαζί με εκφυλισμένα συνδικάτα) δεν επιθυμούσαν «ανατροπή» και «κοινωνική πολιτική» (όπως αντίθετα θέλουν να πιστεύουν οι αριστερές σέχτες) αλλά επιστροφή στην παλιά ευμάρεια με το κράτος να παίζει το ρόλο του κοινωνικού προστάτη ή να πάψει η κυβέρνηση κόβει μισθούς και συντάξεις με σκοπό να χρηματοδοτεί την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους «τεμπέληδες» του νότου (ένα μεγάλο ποσοστό εξέφρασε τέτοιες απόψεις).

2. Η τριπλή πόλωση που συνθέτει το παζλ

Στις περισσότερες χώρες του βορρά – όπου η αριστερά είναι ανύπαρκτη για πολλούς και διάφορους λόγους – αυτές τις αντιδράσεις προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τα ακροδεξιά κόμματα που, επιπλέον, όχι μόνο δεν εκφράζουν κάποιο επεκτατικό εθνικισμό ή αποικιοκρατικό ρατσισμό – εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον -, αλλά απεναντίας προβάλλουν έναν αντιδραστικό εθνικο-συντηρητισμό καθαρά αμυντικής φύσεως, όπως εναντίωση στην εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, εναντίωση στην εμπλοκή των Δυτικών στον πόλεμο της Συρίας και στη Λιβύη. (Το κατά πόσο από πίσω υποβόσκει το παλιό ρατσιστικό ευρωπαϊκό φαντασιακό είναι δύσκολο να απαντηθεί στη συγκεκριμένη στιγμή). Έτσι λοιπόν κερδίζουν το εκλογικό παιχνίδι βρίσκοντας ευήκοα ώτα. Κι εφόσον οι διαχωριστικές γραμμές αριστεράς – δεξιάς έχουν πλέον αλλοιωθεί, ένας μέσος Γάλλος πολίτης εκφράζει τέτοιου είδους ανησυχίες (απεχθάνεται τον Δυτικό ιμπεριαλισμό και την παγκοσμιοποίηση) δεν θα διστάσει να στηρίξει τη Λεπέν. Έτσι λοιπόν ενώ η αριστερά αποτελεί στο νότο την παλιά συνιστώσα και «δύναμη» για ανατροπή της λιτότητας και επαναφορά σε μια σοσιαλδημοκρατία, στο βορρά ενώ άλλοτε εκπρόσωπευε τις τάξεις που ήταν οι μόνες ικανές για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της ευημερίας, στη σύγχρονη εποχή της κονιορτοποίησης και διάλυσης των αξιών αυτό το υποκείμενο παύει να αποτελεί σημαίνον έχοντας πλήρως απορροφηθεί και καταστεί νωθρό και μαλθακό από την κοινωνία της πληροφορίας και την τεχνολογική επανάσταση. Με άλλα λόγια, η αριστερά στο νότο παίρνει τη μορφή της νέας σοσιαλ-δημοκρατίας (εφόσον οι παλιές κεντροαριστερές δυνάμεις αρχίζουν σιγά σιγά να εξασθενούν – κυρίως λόγω των συμμαχιών τους με την νεοφιλελεύθερη κεντροδεξιά), προτάσσοντας το αυτονόητο που κερδήθηκε τη Χρυσή Τριακονταετία: δημόσια υγεία και πρόνοια, εκπαίδευση για όλους, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε γενικές γραμμές, το πολιτικο-ιδεολογικό πεδίο χωρίζεται πλέον σε τρία στρατόπεδα: 1) όλες οι δυνάμεις του κέντρου έχουν συγχωνευτεί στη λογική του laissez-faire φιλελευθερισμού, 2) οι ακροδεξιές δυνάμεις παίζουν το ρόλο του εθνικού προστατευτισμού ενάντια στο laissez faire δόγμα και 3) οι αριστερές δυνάμεις (ως επί τω πλείστο στο νότο) προτάσσουν κοινωνικό προστατευτισμό.

Αυτό το τρίπολο φυσικά δεν είναι αυστηρά καθορισμένο. Στο οικονομικό κυρίως πεδίο υπάρχουν συσχετισμοί και αμφιταλαντεύσεις μεταξύ κομμάτων της ακροδεξιάς και της κεντροδεξιάς αλλά καί μεταξύ ακροδεξιάς και αριστεράς (όπως και μεταξύ κεντροαριστεράς και αριστεράς). Για παράδειγμα:

  1. το UKIP του Φαράτζ διαφέρει από το προστατευτικό δόγμα που επικαλείται το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν, που προτείνει παρεμβατισμό με στόχο την προστασία της εθνικής οικονομίας από τις δυνάμεις των παγκοσμιοποιημένων αγορών (π.χ., μιλά για εμπάργκο στη μετανάστευση με στόχο να «προστατευθούν» τα εγχώρια εργατικά χέρια και να «μειωθεί η ανεργία», καμία χορήγηση κρατικών επιδομάτων σε μετανάστες ώστε να περιοριστούν οι δημόσιες δαπάνες με αυτόν τον τρόπο αντί να γίνονται περικοπές από την παιδεία ή την υγεία, δασμοί και φόροι στα ξένα προϊόντα με στόχο να προτιμήσουν οι καταναλωτές τα εγχώρια) ενώ αντίθετα ο Φαράτζ παρότι συμφωνεί με τον αποκλεισμό των μεταναστών από τα κρατικά επιδόματα αντιπροτείνει ταυτόχρονα πλήρη ιδιωτικοποίηση της οικονομίας (αν και στην ουσία το πρόγραμμα του UKIP βρίθει από διγλωσσία και ακαθοριστία, πέρα από τις κορώνες για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση). Αυτό συμβαίνει διότι πολύ απλά, όντας αυτά τα κόμματα βαθιά εθνικιστικά, προσπαθούν με κάθε τρόπο να αναβιώσουν τις εθνικιστικές φαντασιακές σημασίες της κάθε χώρας οι οποίες διαφέρουν. Όντας οι πολιτισμικές παραδόσεις των (προτεσταντών) Άγγλων βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην ιδεολογία του laissez-faire («όποιος δεν δουλεύει δεν τρώει») σε σύγκριση με έναν μέσο Γάλλο. Αυτό εξηγεί γιατί οι Άγγλοι εθνικιστές δεν αντιτάσσονται στις ιδιωτικοποιήσεις, σε αντίθεση με τους Σουηδούς ή τους Φινλανδούς ομόλογούς τους (κάτι ανάλογο είχαμε δει επίσης και στις Η.Π.Α. με το Κίνημα του Τσαγιού, το οποίο εξέφραζε υπερπατριωτικά αλλά και lesaiz-faire αιτήματα ταυτόχρονα, ένα δόγμα βαθιά ριζωμένο στο εθνικιστικό φαντασιακό των Αμερικανών).
  2. Τόσο η αριστερά (βλ. ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Podemos) όσο και η ακροδεξιά (σύσσωμη) κάνουν λόγο για επανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας (που στη δική τους λογική συμβαδίζει απόλυτα και με ανάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας και δημοκρατίας). Στην περίπτωση αυτή ο εθνικός προστατευτισμός και ο κοινωνικός επίσης ταυτίζονται απόλυτα, αλλά στην κάθε περίπτωση νομηματοδοτούνται διαφορετικά: ο εθνικισμός της αριστεράς είναι περιεκτικός και ευέλικτος. Εξίσου περιεκτικός φυσικά μπορεί να είναι και ο εθνικισμός της ακροδεξιάς (ουδέποτε ο Φαράτζ ή η Λεπέν απέκλεισαν μειονοτικούς πληθυσμούς είτε από το να γίνουν μέλη του κόμματος ή να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους, αρκεί φυσικά να αποδέχονται τον Ευρωπαϊκό τρόπο ζωής) με τη μέγιστη διαφορά ότι η αριστερά δεν αμφισβητεί τις ελεύθερες μετακινήσεις ούτε θεωρεί τη μετανάστευση απειλεί για την κοινωνική συνοχή η οποία είναι προϊόν κάποιας πολιτισμικής ομογένειας (αν και, επί της ουσίας, αδυνατεί να εκφράσει κάποιο ανθρωπιστικό πρόταγμα τόσο ενάντια στο φθαρμένο πολυπολιτισμικό μοντέλο όσο και στον – κάθε άλλο παρά αθώο – αφομοιωτισμό και πολιτισμικό απομονωτισμό της ακροδεξιάς). Αυτή είναι κατά βάση η σημαντικότερη διαφορά μεταξύ των δύο «αντικαθεστωτικών» ρευμάτων: η αριστερά δίνει έμφαση στα κοινωνικά δικαιώματα χρησιμοποιώντας εργαλειακά το φαντασιακό του έθνους-κράτους, ενώ η ακροδεξιά το υιοθετεί ως αυτοσκοπό.
  3. Τέλος, όσοι ταυτίζουν το Εθνικό Μέτωπο, τους Φινς, το Λαϊκό Κόμμα της Δανίας (και όλα τα υπόλοιπα αντίστοιχα κόμματα) με την Χρυσή Αυγή και το Γιόμπικ ξεχνούν ότι ακραίες ρατσιστικές φωνές έχουν πάρα πολλές φορές εκφραστεί μέσα από κεντροδεξιά σχήματα. Ποιά ήταν η στάση του Σαρκοζύ, για παράδειγμα, απέναντι στους τσιγγάνους της Ρουμανίας; Τί είναι το Δίκτυο 21 του Σαμαρά, ή το Cornerstone Group – Think Tank στο Συντηρητικό Κόμμα της Βρετανίας (η πιο συντηρητική πτέρυγα του κόμματος που επιθυμεί επαναφορά της θανατικής ποινής για τρομοκρατία – στην ποινική νομοθεσία της Αγγλίας, φυσικά, τρομοκρατία θεωρείται ακόμα και ο βανδαλισμός ενός καταστήματος -, εμπάργκο στη μετανάστευση και αναβίωση των εθνικών αξιών); Τί ήταν ο νόμος του Ραχόι για απαγόρευση των διαδηλώσεων μπροστά στο Ισπανικό Κοινοβούλιο και πλήρη απαγόρευση των εκτρώσεων (νόμοι που ευτυχώς βρίσκουν αντίθετη την πλειοψηφία των Ισπανών); Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι για την διαπόμπευση των Οροθετικών (στην Ελλάδα), για το κυνήγι μαγισσών «Ξένιος Ζευς», για τα στρατόπεδα κράτησης στην Αμυγδαλέζα δεν ευθύνεται καμία ακροδεξιά παράταξη (ούτε καν από το ΛΑ.Ο.Σ), όσο οι δυνάμεις του κέντρου (ΠΑ.ΣΟ.Κ και Ν.Δ αντίστοιχα). Και τέλος, να μην μας περνά απαρατήρητος ο χυδαίος αντισημιτισμός της αριστεράς (που πολλές φορές ταυτίζεται απόλυτα με τον αντισημιτισμό των εθνικοσισιαλιστών, κυρίως σε ότι αφορά το Παλαιστινιακό ζήτημα), όπως για παράδειγμα οι εξωφρενικές δηλώσεις Καρυπίδη ή το σιγοντάρισμα στη Χαμάς, τη Χεζμπολά και το καθεστώς του Ιράν από τα διάφορα αριστερά γκρουπούσκουλα.

3. Μερικά πρώιμα συμπεράσματα

Επί της ουσίας, λοιπόν, το βασικό διακύβευμα των ευρωεκλογών είναι ξεκάθαρο. Η διαίρεση της Ευρώπης σε βορρά και περιφέρεια (νότος και Ιρλανδία) είναι εμφανής. Από τη μια βλέπουμε τους πληθυσμούς του βορρά να κλείνονται ερμητικά στον εαυτό τους ενώ ο νότος κουτσά στραβά επιθυμεί μεν απεγκλωβισμό από τις ίδιες συντηρητικές πολιτικές, και αυτό το βλέπουμε από τα αυξημένα ποσοστά της αριστεράς στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία (μια χώρα που για πάνω από 2 χρόνια θεωρούνταν υπόδειγμα από τους ευρωκράτες ενώ για πάνω από μια δεκαετία πόζαρε ως το παράδειγμα επιτυχίας του οικονομικού φιλελευθερισμού) να εμφανίζει στροφή προς τα αριστερά, με το Sinn Fein να αγγίζει το 17% (και μάλιστα με πρωτιά στην πρωτεύουσα). Η Ιταλία αντίστοιχα, κουρασμένη από μια δεκαετία Μπερλουσκονικού συντηρητισμού επιλέγει το κεντροαριστερό κόμμα του Ρέντσι (τρέφοντας αυταπάτες ότι έτσι θα μπει τέλος στις πολιτικές Μέρκελ-Βρυξελλών) ενώ μόλις μέσα σε 2 μήνες ο σχηματισμός Μια Άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα κατάφερε να συγκεντρώσει ένα 4%. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων ωστόσο παραμένει ακόμα μια αδιευκρίνιστης κατεύθυνσης πολιτική δύναμη: ενώ αρχικά κατάφερε να συσπειρώσει άτομα κυρίως σοσιαλφιλελεύθερων και προοδευτικών αντιλήψεων – εξ’ ου και το όνομα Πέντε αστέρων: 1) δημόσιο νερό, 2) βιώσιμες μεταφορές, 3) βιώσιμη ανάπτυξη, 4) ελεύθερο διαδίκτυο και 5) οικολογία – ο βασικός του εμπνευστής, ο κωμικός Πέπε Γκρίλο (γνωστός για τις ευρωσκεπτικιστικές του τάσεις), κατέληξε σε διαβουλεύσεις με τον Φαράτζ (αναζητώντας συμμαχίες στην ευρωβουλή) πράγμα που ωστόσο έχει εξοργίσει πολλούς οπαδούς του (μεταξύ αυτών και του Dario Fo). 

Η ανυπαρξία δεξιόστροφου ευρωσκεπτικισμού και ακροδεξιών παρατάξεων πλατιάς υποστήριξης στις χώρες του νότου-περιφέρειας, καθώς και η αύξηση των ποσοστών της αριστεράς είναι σίγουρα κάτι που από τη μια αναιρεί όλη την υστερία που κάνει λόγο για «φασιστικό τσουνάμι» (και κατά κάποιον τρόπο λειτουργεί ως μέσο προβολής της ακροδεξιάς) και από την άλλη μπορεί να μας γεμίζει ελπίδα ότι οι τάσεις για νέα δημοκρατικά κινήματα είναι ορατές. (Φυσικά η άνοδος της Χρυσής Αυγής θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με τρόπο τέτοιο ώστε να αμφισβητήσει το παραπάνω αξίωμα. Βέβαια, η περίπτωση της Ελλάδας είναι sui generis και μάλλον η εκτόξευση των ποσοστών του ναζιστικού μορφώματος δεν έχει τόσο να κάνει με την κρίση όσο με το ότι η Ελλάδα αποτελεί την κύρια πύλη προσφύγων στην Ευρώπη, και φυσικά θύμα των κανονισμών του Δουβλίνου ΙΙ που μετάτρεψε τη χώρα σε αποθήκη και «κάδο απορριμάτων» μεταναστών για την υπόλοιπη Ευρώπη, πράγμα που οξύνει τις τριβές και τις εντάσεις μεταξύ γηγενών και προσφύγων-μεταναστών, ενώ η συμμαχία του ΛΑ.Ο.Σ. με την κυβέρνηση Παπαδήμου είχε ως αποτέλεσμα την απαξίωση του ακροδεξιού αυτού κόμματος από τους ψηφοφόρους του και την αναζήτηση ενός «καλύτερου Καρατζαφέρη». Αυτός ο «καλύτερος Καρατζαφέρης» λοιπόν δεν θα μπορούσε να είναι άλλος παρά ο Μιχαλολιάκος και η παρέα του. Κάποιος επίσης θα αναρωτιόταν για τη Λίγκα του Βορρά στην Ιταλία, η οποία ωστόσο κυριαρχεί περισσότερο στις περιοχές της Λομβαρδίας και του Βένετο παρά στην κεντρική και νότια Ιταλία – στη δε Τοσκάνη τα ποσοστά της είναι αμελητέα. Έτσι μένει να δούμε ποιά θα είναι η κατεύθυνση που θα ακολουθήσει το Κ5Α και σε τί ποσοστό οι οπαδοί του θα εγκρίνουν μια πιθανή συμμαχία Γκρίλο-Φαράτζ).

4. Η στάση των αυτο-οργανωμένων δημοκρατικών κινημάτων/προταγμάτων

Συνοψίζοντας και υπενθυμίζοντας: όπως είπα και παραπάνω, μπορεί η άνοδος της αριστεράς να γεμίζει ελπίδα σε κάποιους, αλλά ο δρόμος που έχουμε μπροστά μας είναι μακρύς και δύσβατος. Πρώτα απ’ όλα διότι έχουμε και ένα μεγάλο ποσοστό αποχής (συνήθως παθητικής αποχής), μια τάση απροσδιόριστη, ένα κενό σημαίνον που δύσκολα μπορεί να καταστεί πολιτικό υποκείμενο μέσα σε όλο αυτόν τον βούρκο της απάθειας δίχως να χειραγωγηθεί ή να οδηγηθεί από μόνο του στον γκρεμό. Επιπλέον, οι βαρύγδουπες δηλώσεις για «αλλαγές μέσα από τις κάλπες» δεν είναι τίποτα περισσότερο από παραμύθι για μικρά παιδιά, ακόμα και αν προέρχονται από εμπνευστές-ηγέτες κομμάτων οι οποίοι, υποτίθεται, δεν είναι όπως οι παλιές δυνάμεις αλλά δρουν με τρόπο διαφορετικό και μή συγκεντρωτικό (όπως για παράδειγμα το Ισπανικό Podemos που στην ουσία επικαλείται το κίνημα 15Μ των πλατειών με στόχο να αυξήσει τα ποσοστά του – και αυτό επειδή στην Ισπανία η αριστερά κατά τη διάρκεια των πλατειών απείχε συνειδητά καταδικάζοντας το κίνημα ως «ανίκανο» και «υποκινούμενο» – ένας νέος ΣΥ.ΡΙΖ.Α εφόσον δεν υπήρχε έπρεπε να εφευρεθεί από τα γραφειοκρατικά μυαλά). Μόνο η απαγκίστρωση των μαζών από το φαντασιακό της γραφειοκρατίας (που στην ουσία προτάσσει τις ίδιες κοινωνικές διεργασίες με απλά διαφορετικό τρόπο, λειτουργώντας είτε ως παυσίπονο στα σύγχρονα προβλήματα είτε ως ψευδολύση) μπορεί να δώσει καρπούς. Είτε αυτό (το φαντασιακό) εκφράζεται μέσα από συγκεντρωτικά κόμματα είτε άλλους ιεραρχικούς θεσμούς, η ρήξη μας με αυτό θα πρέπει να είναι ρητή και σαφής – όπως και με την ιδέα της ντετερμινιστικής ηττοπάθειας του «τίποτα καλύτερο δεν θα μπορούσε να υπάρξει»  – με στόχο τη μετατροπή του ομογενοποιημένου πλήθους σε πολίτες με ατομική βούληση και θέληση για επικοινωνία και αλληλεγγύη. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν είναι εύκολο και απαιτεί μεγάλη και συνεχόμενη προσπάθεια.

Ως πρώτος μας στόχος λοιπόν δεν είναι άλλος παρά η κοινή συσπείρωση όλων των δυνάμεων που αντιτάσσονται με την ιεραρχία και η δημιουργία καταστάσεων που θα δώσουν έναυσμα και ερέθισμα για νέες διεκδικήσεις. Τέτοιου είδους πρωτοβουλίες πρέπει να ξεκινήσουν όσο το δυνατό πιο σύντομα γίνεται, παίρνοντας παράδειγμα είτε τις Ισπανικές κολεκτίβες που οργανώνονται τώρα σε διάφορες περιοχές της χώρας, είτε από αμεσοδημοκρατικά στοιχεία του αρχαιοελληνικού παραδείγματος, ή των αυτο-οργανωμένων παρεμβάσεων του Σπετσάνο Αλμπανέζε, είτε με το να αντλούμε έμπνευση από μεγαλειώδεις ιστορικές στιγμές, όπως η Ισπανική Επανάσταση του 36 ή η Ουγγρική του 56. Αν οι κινηματικές πρωτοβουλίες δεν καταφέρουν να ξεφύγoyn από τις γραφειοκρατικές τουw αγκυλώσεις, και τη ναρκισσιστική τους ιδεολογικοποίηση τότε έχουν ήδη αποκηρύξει τον εαυτό τους μια για πάντα. Θα έχουν την ίδια μοίρα του εργατικού κινήματος που εκφυλίστηκε κάτω από τις συγκεντρωτικές ηγεσίες των Κομμουνιστικών Κομμάτων, καταδικασμένες να μαραζώσουν αλλά και να τους αποδοθούν ιστορικές ευθύνες ως οι κατεξοχήν ανασταλτικοί παράγοντες που εμπόδισαν την ανάδυση της κοινωνικής αυτονομίας, κάτι που ήδη συμβαίνει με τα Κομμουνιστικά Κόμματα, τις κεντροαριστερές γραφειοκρατίες, τα αστικά συνδικάτα που σήμερα κατηγορούνται για τον θάνατο της εργατικής πάλης, με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να στρέφονται προς τον κομφορμισμό.

«Δεν μας φοβίζουν τα νέα μέτρα»: μια επικαιροποίηση στο φως των νέων εξελίξεων

Με δεδομένο ότι το αρχικό κείμενο [«Δεν μας φοβίζουν τα νέα μέτρα (αυτοί θα έπρεπε να φοβούνται…)»] γράφτηκε πριν περίπου πέντε μήνες, είναι απαραίτητη μια επικαιροποίησή του που θα εστιάσει σε τρία κυρίως σημεία: α) Την παρούσα κατάσταση της διεθνούς, αλλά ιδιαίτερα της ελληνικής οικονομίας μετά την καταβολή της μεγάλης δόσης του Δεκέμβρη, η οποία έκανε πολλούς να μιλάνε για σταθεροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού, β) Τη σημασία των εξελίξεων στην Κύπρο τόσο για την Ελλάδα όσο και διεθνώς και γ) Τα καθήκοντα του κινήματος μέσα στο νέο πολιτικό τοπίο που διαμορφώνεται από τη συνεχή ένταση του κυβερνητικού αυταρχισμού και την απρόσκοπτη συνέχιση του προγράμματος της τρόικας.

Ι. Στο διεθνή και ιδίως στον ευρωπαϊκό χώρο, δεν είχαμε τους τελευταίους μήνες καμία εξέλιξη που να επιτρέπει την αισιοδοξία του κεφαλαίου και των πολιτικών ελίτ ότι επίκειται μια διέξοδος από την κρίση.

Οι άνεργοι στην Ε.Ε. έφτασαν τα 26 εκατομμύρια (10,9 %) εκ των οποίων τα 19 εκ. στην Ευρωζώνη (12 %). Το 2012 έκλεισε με ύφεση 0,9 % στους 17 και 0,6% στους 27, με τις 11 από τις 17 χώρες της Ευρωζώνης να είναι υφεσιακές, μία με μηδενική και 5 με ισχνή ανάπτυξη, ενώ είχαμε και μείωση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 3,7 % με τις χώρες που βρίσκονται στο επίκεντρο της κρίσης να έχουν ποσοστά πολύ μεγαλύτερα του μέσου όρου (Ιταλία -7,6 %, Ισπανία -7,2 %, Ιρλανδία -6,6 % κλπ.). Ακόμη, πέρα από την επίθεση στην Κύπρο που θα εξετασθεί ξεχωριστά, βγήκε στην επιφάνεια η απειλή του σκασίματος της φούσκας των ακινήτων στην Ολλανδία όπου το ιδιωτικό χρέος έχει σπάσει κάθε ρεκόρ, είχαμε την επίθεση των ισχυρών της Ευρώπης σε Αυστρία και Λουξεμβούργο απαιτώντας άρση του τραπεζικού απορρήτου, εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος κα έλεγχο της φοροδιαφυγής, ενώ από μέρα σε μέρα αναμένεται η επίθεση των διεθνών αρπακτικών στη Σλοβενία, παρόλο που το δημόσιο χρέος της είναι μόλις στο 47 % του ΑΕΠ της και έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανάπτυξης στην Ε.Ε.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την άποψη ότι η κρίση είναι βαθύτατα συστημική και γι’ αυτό βγάζει διαρκώς στην επιφάνεια τις αντιθέσεις τόσο ανάμεσα στις διαφορετικές μερίδες του κεφαλαίου, όσο και ανάμεσα στους διαφορετικούς εθνικούς καπιταλισμούς. Με βάση το γεγονός ότι την περίοδο 1975-2005 το μερίδιο της εργασίας στο κόστος παραγωγής μειώθηκε κατά το ιλιγγιώδες ποσό του 10 % του παγκόσμιου ΑΕΠ, γίνεται φανερό ότι αιτία της κρίσης δεν είναι η υπερκατανάλωση, αλλά αντίθετα η έλλειψη ζήτησης, που, όσο εντείνονται τα μέτρα λιτότητας, επιστρέφει την κρίση στην εργοδοσία, η οποία καρπούμενη λιγότερη υπεραξία, αδυνατεί να κρατήσει ψηλά το ποσοστό του κέρδους της. Πρόκειται λοιπόν ταυτόχρονα για κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και άρα αξιοποίησής του και κρίση τρόπου παραγωγής, λόγω της όξυνσης της αντίθεσης παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων. Με αυτή την έννοια πρόκειται για κρίση ενός συστήματος σε ολική παρακμή.

Η θέση ότι η ύφεση και η ανεργία είναι συνειδητές επιλογές, ότι πρόκειται δηλαδή για μια μεγάλη εκκαθάριση με στόχους τη δραστική υποτίμηση της εργατικής δύναμης και την επιλεκτική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και πλεοναζόντων κεφαλαίων, παρόλο που έχει θεωρητική βάση, είναι στις δεδομένες συνθήκες προβληματική για δύο λόγους:

α) Η συμπίεση  του εργατικού κόστους δεν μπορεί να ξεπεράσει ατιμωρητί για το κεφάλαιο  ένα όριο, ιδιαίτερα όταν, όπως είδαμε έχουν κλείσει ή στενέψει οι άλλοι δρόμοι διαφυγής του από την κρίση.

β) Η σημερινή διασπορά του κεφαλαίου κάνει δύσκολη την επιλεκτική μαζική καταστροφή του. Αυτό ισχύει αν δεχτούμε, ότι ως συνειδητή επιλογή, η καταστροφή κεφαλαίων δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από αναδιανομή τους μέσα στα πλαίσια της εκάστοτε άρχουσας τάξης. Η καταστροφή λοιπόν, δεν γίνεται ποτέ στην τύχη, αλλά αποτελεί έναν άλλο τρόπο συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, έναν τρόπο, ας πούμε «εκτάκτου ανάγκης», που όμως στις παρούσες συνθήκες φαίνεται να μη λειτουργεί.

Περνώντας στην εξέταση της κατάστασης στην Ελλάδα, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι παρά το κλίμα αισιοδοξίας που καλλιεργεί η κυβέρνηση και τα φιλομνημονιακά ΜΜΕ από το Δεκέμβρη και μετά, η σημερινή εικόνα της ελληνικής οικονομίας είναι πραγματικά τραγική:

Η αθροιστική ύφεση της πενταετίας 2008-2012 έφτασε το 20,1 % και θα ξεπεράσει το 25 % φέτος, η επίσημη ανεργία βρέθηκε το Γενάρη στο 27,2 % (1.348.742 άτομα) με τη νεανική στο 59,3 % και τη γυναικεία στο 31,4 %, ενώ το 65,3 % των ανέργων είναι χωρίς δουλειά πάνω από ένα χρόνο. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, η πραγματική ανεργία πρέπει να είναι γύρω στο 31 % και όπως όλα δείχνουν θα συνεχίσει να αυξάνεται, αφού το ΚΕΠΕ προβλέπει επίσημη ανεργία 30,1 % για το τέλος της χρονιάς και το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ 35 % πραγματική, ενώ το ΙΟΒΕ ανεβάζει στο 27,6 % το μέσο όρο του έτους. Πέρα από αυτά, όλοι οι δείκτες της οικονομίας παρουσιάζουν καθίζηση.

Οι επενδύσεις από 56,5 δισ. € το 2007 έπεσαν στα 23,5 δισ. € το 2012 και το ΙΟΒΕ προβλέπει νέα μείωση 10 % για το 2013, η εγχώρια ιδιωτική κατανάλωση από 151,8 δισ. € το 2008 έπεσε στα 119 δισ. € το 2012 και αναμένεται μείωση 9 % για φέτος, οι τραπεζικές καταθέσεις από 237  δισ. € τον Ιούνιο του 2009 κατρακύλησαν στα 150 δισ. € το Νοέμβρη του 2012, η μείωση της αγοραστικής δύναμης του μέσου μισθού φτάνει σχεδόν το 50 %, ως αποτέλεσμα του φονικού συνδυασμού πληθωρισμού, μείωσης των μισθών και αύξησης των φόρων και το κατά κεφαλήν εισόδημα από 84 % του μέσου όρου της Ε.Ε. το 2008, έφτασε στο 72 % το 2012 και προβλέπεται να πέσει στο 68 % το 2013, ανεβάζοντας το ποσοστό αυτών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας στο 30 % από 23 % το 2010. Μάλιστα, το δημόσιο χρέος για τον περιορισμό του οποίου υποτίθεται ότι γίνονται όλα, από 119 % του ΑΕΠ το 2009 έφτασε στο 157 % το 2012 και θα ξεπεράσει το 174 % το 2013, ενώ χωρίς το κούρεμα θα ήταν στο 224 %.

Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει αυτή την κατάσταση κόβοντας μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές παροχές και βάζοντας συνεχώς νέους φόρους. Στόχος υποτίθεται πως είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, η οποία όμως, όπως είδαμε, έπεσε κατά 29 θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη μεταξύ 2008 και 2012, παρά το γεγονός ότι το εύρος των περικοπών δεν έχει ιστορικό προηγούμενο στη μεταπολεμική ιστορία της Ευρώπης. Η μέση μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος έφτασε το 17,6 % έναντι στόχου 15 % και ενώ στην Ευρωζώνη είχαμε αύξηση κατά 2,8 %. Το μέσο ωριαίο κόστος εργασίας μειώθηκε το 2012 ακόμη 11,2 %, την ίδια στιγμή που στην Ε.Ε. είχαμε αύξηση 8,6 % και στην Ευρωζώνη 8,7 %, ενώ ακόμη και στις χώρες που είναι σε μνημόνιο, υπήρξε – έστω οριακή – αύξηση (Ιρλανδία + 0,8 %, Πορτογαλία + 0,4 %).

Όσο για τη συνεχή παρανοϊκή επιβολή φόρων, η κατάσταση αν δεν ήταν τραγική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κωμική. Με νέο συντελεστή φορολογίας εισοδήματος στο 26 % έναντι 20,5 % στην Ε.Ε. και ένα σωρό έμμεσους και έκτακτους φόρους, τα φορολογικά έσοδα αντί να αυξηθούν μειώνονται. Οι ανείσπρακτοι φόροι αυξήθηκαν κατά 13 δισ. € το 2012, δηλαδή κατά 1,1 δισ. € το μήνα, φτάνοντας συνολικά τα 56 δισ. €. Η υστέρηση του ΦΠΑ του 2012 έφτασε το 16 % σε σχέση με το 2011, ενώ ήδη μέσα στο πρώτο δίμηνο του 2013 έχουμε υστέρηση εσόδων 161 εκ. € από το ΦΠΑ, 153 εκ. € από έμμεσους φόρους και 134 εκ. € από τα τέλη κυκλοφορίας αφού, παρά την υπέρογκη αύξησή τους, το όφελος αντισταθμίστηκε από τις 115.000 καταθέσεις πινακίδων. Το ίδιο έγινε και με την αύξηση στους φόρους του πετρελαίου, οι οποίοι έφτασαν να  καλύπτουν το 42 % της τιμής του οδηγώντας το κόστος των χιλίων λίτρων  στα 1.266 € στην Καστοριά, τη στιγμή που στοιχίζουν 861 € στο Λονδίνο. Κι όμως η Ελλάδα ξεπάγιασε φέτος για ένα όφελος μόλις 55 εκ. € αφού η εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου έφερε μείωση της κατανάλωσής του κατά 66 % (374.000 τόνοι το πρώτο δίμηνο του 2013, έναντι 1,1 εκ. τόνων το πρώτο δίμηνο του 2012).

Ακόμη, το 2011 δεν πληρώθηκαν έγκαιρα 400.000 λογαριασμοί της ΔΕΗ και το 2012 700.000, η επιβολή ΦΠΑ σε ποσοστό 23 % στην εστίαση έκλεισε ήδη 4.000 επιχειρήσεις μόνο στην Αττική, η φορολόγηση των κερδών στα παιχνίδια του ΟΠΑΠ κοντεύει να κλείσει τα πρακτορεία, ενώ το χαράτσι απέφερε μόλις 488 εκ. € το πρώτο δίμηνο του 2013, ανεβάζοντας την υστέρηση των δημοσίων εσόδων στα 818 εκ. € για το πρώτο τρίμηνο του έτους, με την τρόικα να έχει ήδη αρχίσει να ζητάει νέα μέτρα, προβλέποντας τη συνολική υστέρηση του έτους στα 4 δισ. €.

Σα να μην έφταναν όλα αυτά, το χρέος του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα από 7,227 δισ. € το Δεκέμβρη του 2011, έφτασε στα 8,045 δισ. € το Δεκέμβρη του 2012 γιατί παρά τις υποσχέσεις, η αποπληρωμή των χρεών προς τους ιδιώτες προχωρά με εξαιρετικά αργό ρυθμό. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή, καθώς η κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να παρουσιάσει με αλχημείες ένα ισχυρό πρωτογενές πλεόνασμα έχει κηρύξει ουσιαστικά μια άτυπη στάση πληρωμών. Έτσι, μετά το δημόσιο τομέα βουλιάζει και ο ιδιωτικός: Η συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ βρίσκεται στο ιστορικό χαμηλό του 9 %, η ελληνική ναυτιλία βρίσκεται στα επίπεδα του 1998 με 1933 πλοία (από 2002 το 2011) και ζημιές 231,6 εκ. € το 2012, ενώ ο κλάδος των κατασκευών έχει κυριολεκτικά αφανιστεί.

Προσπαθώντας να αυξήσει τα δημόσια έσοδα η κυβέρνηση απειλεί με κατασχέσεις και φυλακίσεις τους μικροοφειλέτες, ρισκάροντας μια κοινωνική έκρηξη για να εισπράξει άραγε τι; Σήμερα 5.770 άτομα χρωστούν 35 δισ. €, 100.000 άτομα 3 δισ. € και σχεδόν 2 εκ. άτομα 1,1 δισ. €. Ποια απ’ αυτές τις κατηγορίες αξίζει να κυνηγήσει κανείς το καταλαβαίνουν όλοι. Όχι όμως ο Στουρνάρας και ο Σταϊκούρας.

Η βέβαιη αποτυχία υλοποίησης των εισπρακτικών μέτρων τους επόμενους μήνες και η αύξηση του αριθμού αυτών που θα χρωστάνε φόρους, εισφορές και λογαριασμούς ΔΕΚΟ σε πάνω από 2,5 εκ. φυσικά πρόσωπα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά μέγα πολιτικό γεγονός, καθώς είναι βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα θα αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση. Οι νέοι φόροι, οι συνεχείς μειώσεις μισθών και συντάξεων, το παρατεταμένο στραγγάλισμα της πραγματικής οικονομίας και του λαϊκού εισοδήματος προς όφελος των τραπεζών, η αδυναμία ελέγχου ακόμα και του πληθωρισμού, οι συνεχείς άστοχες επιλογές που φέρνουν αποτελέσματα αντίθετα από τα προσδοκώμενα και παράλληλα η ασταμάτητη προκλητική μπουρδολογία περί τάχα τελευταίων μέτρων και ανάπτυξης από το 4ο τρίμηνο του 2013, επιβεβαιώνουν τη θέση που εκφράστηκε στο προηγούμενο κείμενο, ότι το αστικό μπλοκ εξουσίας της χώρας έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα.

Ακόμα και οι τράπεζες απειλούνται από την εκτόξευση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Σύμφωνα με στοιχεία που ανακοινώθηκα στις 15.04.2013 από τον Πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας, Γεώργιο Ζανιά, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έφτασαν από 4 % το 2008 στο 24,6 % το Δεκέμβριο του 2012. Σ’ αυτό το ποσοστό πρέπει να προσθέσουμε άλλο ένα 7 % που αντιστοιχεί στα αναδιαρθρωμένα δάνεια. Την ίδια μέρα, με έκθεσή της η Moody’s εκτιμά ότι στο τέλος του έτους τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (στεγαστικά, καταναλωτικά, επιχειρηματικά κλπ.) στην Ελλάδα, θα ξεπεράσουν το 40 % απειλώντας με κατάρρευση το συνολικό τραπεζικό τομέα. Η ανάκαμψη του ελληνικού καπιταλισμού λοιπόν, είναι αδύνατη και ακόμα κι αν καταφέρει μια σταθεροποίηση, αυτή θα είναι προσωρινή και εξαιρετικά σύντομη, αφού τη θέση του δυσχεραίνουν δύο ακόμη παράγοντες: το γεγονός ότι μετά το PSI το ελληνικό χρέος έχει γίνει κυρίως διακρατικό και οι εξελίξεις στην Κύπρο.

ΙΙ. Το κούρεμα των καταθέσεων στην Κύπρο υπήρξε μια απρόβλεπτη και πρωτοφανής εξέλιξη που προσβάλλει τα διαχρονικά ιερά και όσια του καπιταλισμού αν σκεφτούμε ότι ούτε καν σε πολεμικές περιόδους δεν μπήκε ποτέ χέρι στις καταθέσεις. Η απόφαση αυτή αποτελεί μια ακόμα απόδειξη του δομικού χαρακτήρα και των ιστορικών διαστάσεων της σημερινής κρίσης. Ακριβώς λόγω της έντασης και του βάθους της, όλες οι αρχές του καπιταλισμού καταπατούνται σε μια απέλπιδα προσπάθεια να μείνει απαραβίαστη η πιο θεμελιώδης απ’ αυτές: η αρχή της εκμετάλλευσης. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί μια απόφαση που απειλεί με αποσταθεροποίηση το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, τσαλαπατώντας τη βασική καπιταλιστική αρχή του απαραβίαστου των καταθέσεων και αφήνοντας ανοικτή την πόρτα για μια γενικευμένη φυγή τους (bank run) κάθε φορά που υπάρχει – ή φαίνεται ότι υπάρχει – πρόβλημα.

Οι διεθνείς αντιδράσεις που ακολούθησαν την απόφαση του Eurogroup, δείχνουν ότι κανείς δεν πιστεύει τις διαβεβαιώσεις ότι η Κύπρος είναι μια ειδική περίπτωση, ότι το όριο των 100.000 ευρώ είναι απαραβίαστο κλπ. Αντίθετα, όλοι καταλαβαίνουν, ότι η πρακτική αυτή, που χωρίς κανείς να τους ρωτήσει, αναβιβάζει τους απλούς καταθέτες σε «επενδυτές» και συνεταίρους των τραπεζών – συνεταίρους μόνο στις ζημιές και όχι βέβαια στα κέρδη – θα γενικευτεί αν υπάρξει ανάγκη, όπως άλλωστε δήλωσε και ο ανεκδιήγητος Ντάισελμπλουμ.

Σχετικά τώρα με την επίδραση των γεγονότων της Κύπρου στην ελληνική οικονομία, αυτή θα είναι σίγουρα αρνητική, χωρίς να μπορεί ακόμα να μετρηθεί με ακρίβεια, αφού δεν είναι γνωστό ούτε το μέγεθος των ελληνικών κεφαλαίων που κουρεύονται, ούτε οι επιπτώσεις της ύφεσης στις ελληνικές επιχειρήσεις (λουκέτα, απολύσεις κλπ.). Αυτό που είναι βέβαιο, είναι ότι η κυπριακή κρίση θα επιβαρύνει την ελληνική οικονομία στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Πέρα απ’ αυτά όμως, η υπόθεση της Κύπρου μας οδηγεί σε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα όπως τα παρακάτω:

α) Σε περιπτώσεις κρίσης τα ανώτερα κλιμάκια του διεθνούς κεφαλαίου και το πολιτικό τους προσωπικό δρουν με απροκάλυπτα ληστρικό τρόπο. Η κυρίαρχη άποψη λέει ότι η Κύπρος τα ‘θελε και τα πάθε αφού είχε φορολογικό συντελεστή στο 10 % που της έδινε χαρακτηριστικά φορολογικού παραδείσου, ξέπλενε μαύρο ρώσικο χρήμα και με ΑΕΠ μόλις 18 δισ. €, είχε 68 δισ. € τραπεζικές καταθέσεις και 120 δισ. € συνολικό ενεργητικό του τραπεζικού τομέα, δηλαδή επταπλάσιο σχεδόν από το ΑΕΠ της. Όλα αυτά είναι σωστά, αλλά δεν σημαίνουν τίποτα, γιατί από τη μια ήταν γνωστά στους ευρωπαίους εταίρους της και από την άλλη δεν ισχύουν μόνο για την Κύπρο. Το Λουξεμβούργο για παράδειγμα έχει τραπεζικό τομέα 23 φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ του, ενώ ποιος ξέρει πόσες χιλιάδες φορές μεγαλύτερος από το ΑΕΠ τους, είναι ο τραπεζικός τομέας των νησιών Κέιμαν.

β) Το ευρώ που την περίοδο 2000-2008 λειτούργησε σαν πολλαπλασιαστής της ανάπτυξης, των επενδύσεων και των κερδών, δημιουργώντας ντοπαρισμένους καπιταλισμούς που συσσώρευαν υψηλά δημόσια και ιδιωτικά χρέη, λειτουργεί τώρα, μετά το αναπόφευκτο σπάσιμο της φούσκας, ως επιταχυντής της έντασης και των συνεπειών της κρίσης, οδηγώντας σε μια εξαιρετικά βίαιη προσαρμογή. Καθώς η κρίση βαθαίνει, γίνεται όλο και περισσότερο φανερό, ότι το ευρώ αποτελεί ένα εργαλείο επιβολής ανταγωνιστικής ύφεσης και λιτότητας και η Ευρωζώνη μια συμμαχία του ληστρικού καπιταλιστικού κεφαλαίου.

γ) Καμία επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου δεν είναι δυνατή στα πλαίσια της Ευρωζώνης και κανένα πρόγραμμα λιτότητας δεν μπορεί ν’ ανατραπεί χωρίς σύγκρουση μ’ αυτή. Αυτό αποδείχτηκε περίτρανα στην Κύπρο, όπου η ντόπια αστική τάξη συνετρίβη κάτω από τις απαιτήσεις των δανειστών μετά το αρχικό της όχι. Ωστόσο, το θέμα της εξόδου της χώρας από το ευρώ είναι πολύ λεπτό και χρειάζεται ιδιαίτερα προσεκτικούς χειρισμούς. Παρόλο που είναι σίγουρο ότι μέσα στην Ευρωζώνη δεν υπάρχει σωτηρία για την Ελλάδα, ο τρόπος της εξόδου είναι πολύ σημαντικός. Αν θεωρήσουμε ότι η Ελλάδα είναι ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης, τότε ο στόχος ενός πραγματικά ριζοσπαστικού προγράμματος από τη μεριά της εργατικής τάξης δεν μπορεί να είναι η απλή αποχώρηση από αυτήν, αλλά η μετάδοση της κρίσης σε όλη την ιμπεριαλιστική αλυσίδα, με απώτερο σκοπό, αν είναι δυνατό, τη διάλυσή της. Δεν χρειαζόμαστε εθνική αναδίπλωση αλλά διεθνιστική επέκταση.

δ) Σε καμία χώρα η αστική τάξη δεν μπορεί να διαπραγματευτεί επιτυχώς τα εθνικά συμφέροντα, γιατί σε καμία χώρα δεν υπάρχουν κοινά συμφέροντα εργατικής και αστικής τάξης. Μάλιστα, όταν έχουμε να κάνουμε με περιπτώσεις χωρών με σχετικά αδύναμη οικονομία, η εθνική διαπραγμάτευση υπό την ηγεμονία της αστικής τάξης, οδηγεί πάντα όχι μόνο στο βάθεμα της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, αλλά και σε συνολική υπαγωγή της χώρας σε αποικιακό καθεστώς.

ΙΙΙ. Τι πρέπει να περιμένουμε το αμέσως προσεχές διάστημα; Σε διεθνές επίπεδο, σίγουρα θα συνεχιστούν οι κινήσεις πανικού του κεφαλαίου, που θα προσπαθήσει με τον έναν ή το άλλο τρόπο να εφαρμόσει κι αλλού αυτό που πρωτοδοκίμασε στην Κύπρο. Στην Ελλάδα, όπως όλα δείχνουν, θα έχουμε αποτυχία των εισπρακτικών μέτρων, ακόμη μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού καθώς πολλοί ευρωπαϊκοί πόροι θα κατευθυνθούν προς άλλες χώρες και πτώση όλων των οικονομικών δεικτών, δηλαδή μια γενική οικονομική καθίζηση. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες και όσο γίνεται σαφέστερο ότι το πρόγραμμα δεν βγαίνει, δεν αποκλείεται, ακόμα και μέρος της ελληνικής αστικής τάξης – ειδικά ό,τι έχει απομείνει από το παραγωγικό της τμήμα – ν’ αρχίσει να σκέφτεται έξοδο από το ευρώ.

Στο πολιτικό επίπεδο, μπροστά στο ενδεχόμενο της αλλαγής του σκηνικού όσο η κρίση βαθαίνει, και με την άρχουσα τάξη να έχει κάψει όλες της τις εφεδρείες, θα υπάρξει σίγουρα περαιτέρω ένταση του αυταρχισμού και της καταστολής με όργανα όχι μόνο την αστυνομία, αλλά πιθανότατα και τους φασίστες. Ωστόσο, η ρωγμή στο σύστημα υπάρχει και πρέπει να τη μεγαλώσουμε.

Με βάση τα προηγούμενα το λαϊκό κίνημα πρέπει να κινηθεί προς τρεις κυρίως μεγάλους στόχους:

1.Την προσπάθεια οργάνωσης μιας μαζικής στάσης πληρωμών που θα επιτείνει την αποτυχία των εισπρακτικών μέτρων και θα υπονομεύσει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, επιταχύνοντας την πτώση της, ενώ παράλληλα θα ανακουφίσει τον κόσμο και θα ανεβάσει το ηθικό του.

2.Την οργάνωση μιας γενικής πολιτικής απεργίας διαρκείας με άμεσο στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης. Μια τέτοια απεργία θα έχει πανευρωπαϊκό αντίκτυπο σε εχθρούς και φίλους, θα καταδείξει τις εσωτερικές αντιθέσεις της άρχουσας τάξης σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, θα ενεργοποιήσει ανενεργά τμήματα της εργατικής τάξης, θα αναδείξει ίσως νέες ηγεσίες σε κόμματα και συνδικάτα αποδεικνύοντας την ανεπάρκεια των παλιών ή και νέα σχήματα αυτοοργάνωσης, θα ξεμπροστιάσει τους ναζιστές και θα τους περιθωριοποιήσει δείχνοντας το βαθύτατα συστημικό ρόλο τους. Πάνω απ’ όλα όμως, θα σφυρηλατήσει στην πράξη την ενότητα των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων, από τον ελευθεριακό χώρο έως την αριστερά, καθώς οι διάφορες τάσεις και εκφάνσεις τους θα πρέπει εκ των πραγμάτων να συνεργαστούν, αρχικά για τη συγκρότηση ενός μίνιμουμ μεταβατικού προγράμματος και στη συνέχεια για την εφαρμογή του.

3.Τη συγκρότηση ενός δικτύου δομών λαϊκής (αντι)εξουσίας, ή άλλως, θεσμών επιβολής της λαϊκής θέλησης, που θα περικυκλώσουν το αστικό μπλοκ και θα εμποδίσουν την εφαρμογή της πολιτικής του. Δεν αναφερόμαστε σε λύσεις δοσμένες από τα πάνω που αποσκοπούν μόνο στη συγκρότηση αριστερής, ή ακόμα χειρότερα, αντιμνημονιακής κυβέρνησης, δηλαδή για λύσεις τύπου λαϊκού μετώπου, αλλά για δομές φτιαγμένες από τα κάτω, δομές πραγματικής λαϊκής εξουσίας και όχι απλά κινηματικές και διεκδικητικές, έστω μαχητικότερες ή μαζικότερες από τις συνήθεις. Με το δεδομένο συσχετισμό δυνάμεων, αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό το παραπάνω βήμα για το οποίο μιλούσαμε στο αρχικό κείμενο και το οποίο πρέπει να γίνει τώρα, ακόμα κι αν δεν ξέρουμε ακόμα πόσο μακριά μπορεί να μας οδηγήσει.

Συγγραφική ομάδα glid2

Οι κομιστές του αυταρχισμού

tumblr_mftchhP6V61s1b65mo1_500

Ο Νεοφιλελευθερισμός, οικονομική θεωρία που, αρχικά, προτάχθηκε από την σχολή του Σικάγο και τον Μίλτον Φρίντμαν, είναι μια από τις αντικοινωνικές ιδεολογίες που δεν έχει τη δυνατότητα να πείσει τις μάζες μέσω της ειλικρινούς κατάθεσης επιχειρημάτων και του καθαρού λόγου. Παρότι έχει καθιερωθεί ως η ηγεμονική ιδεολογία στο Δυτικό κόσμο, δύσκολα θα εντοπίσει κανείς ακόμα και εντός της αστικής τάξης (ή των ψηφοφόρων των κυρίαρχων αστικών κομμάτων που συνήθως προέρχονταν από τα μεσαία στρώματα), πολλούς πολίτες που να αυτοπροσδιορίζονται ως νεοφιλελεύθεροι. Ούτε βέβαια υπάρχει (ή θα μπορούσε να υπάρξει) κάποιο κίνημα (με την έννοια της πηγαίας έκφρασης ενός κομματιού της κοινωνίας) που να προτάσσει την αυτορυθμιζόμενη αγορά, την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, την σταδιακή μετάλλαξη του ανθρώπου σε homo economicus. Πώς, λοιπόν, μπορεί να κυριαρχεί μία ιδεολογία που, φαινομενικά, δεν έχει μία σοβαρή βάση στην κοινωνία; Πολύ απλά, είναι μια σύνθεση ιδεών που προέρχεται από τα πάνω, εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα μίας μειοψηφίας που ωφελείται από τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, και χρησιμοποιεί τα κυρίαρχα ΜΜΕ και μέρος της πολιτικής τάξης, ώστε να καλλιεργήσει τον ορθολογισμό της αγοράς, αποκλείοντας παράλληλα οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση.

Φαινομενικά μόνο, οι εκφραστές του νεοφιλελευθερισμού προτάσσουν την αποδυνάμωση του Κράτους. Στην πραγματικότητα, ναι μεν στρέφονται κατά του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία, που όπως λένε διαταράσσει τη λειτουργία της αγοράς, από την άλλη υπερασπίζονται ένα ισχυρό Κράτος που δεν θα στρέψει τη δύναμη του στην προστασία των αδύναμων (λες και το έκανε ποτέ…), δεν θα θέσει περιορισμούς στην κερδοσκοπία, θα χρησιμοποιηθεί όμως ώστε να καταστείλει οποιεσδήποτε κοινωνικές αντιδράσεις, να ανοίξει νέες αγορές ιδιωτικοποιώντας πχ την εκπαίδευση και την υγεία ή στέλνοντας στρατεύματα στο Ιράκ, και να βοηθήσει με τα χρήματα των φορολογουμένων την οικονομική ολιγαρχία, κρατικοποιώντας τα χρέη της. Δεν είναι, άλλωστε, καθόλου τυχαία η παγκόσμια σιωπή των Νεοφιλελεύθερων όταν οι Αμερικανοί πολίτες έσωζαν τη Lehman Brothers, ή όταν οι Έλληνες χάριζαν το υγιές κομμάτι της Αγροτικής Τράπεζας στην τράπεζα Πειραιώς.

Η μετάβαση,βέβαια, από έναν κρατικά επιδοτούμενο καπιταλισμό (ευρωπαϊκά επιδοτούμενο στην περίπτωση μας) σ’ ένα Νεοφιλελεύθερο οικονομικό σύστημα, δεν είναι απλή υπόθεση. Η ανθρωπιστική κρίση που βιώνουμε σήμερα συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα αυτής της μετάβασης. Οι αντιδράσεις από ανθρώπους που χάνουν τη δουλειά τους ή αδυνατούν να επιβιώσουν ήταν κι αυτό φυσικά αναμενόμενο και όχι πρωτοφανές. Αυτό που δεν συμπεριλαμβάνεται στο συνταγολόγιο των οικονομολόγων, και ήταν μη αναμενόμενο, είναι η ανάδειξη ενός αντίπαλου δέους, η σταδιακή και βήμα-βήμα διαμόρφωση ενός διεθνούς, αν και ανομοιογενούς, κινήματος που προτάσσει ιδέες ακατανόητες για κάποιον που εντοπίζει την πρόοδο μέσα από τους δείκτες της ανάπτυξης. Η ισπανική κυβέρνηση δεν περίμενε τους Αστουριανούς ανθρακωρύχους, ούτε την καθημερινή μεγένθυση της δράσης της CNT και της αναρχοσυνδικαλιστικής CGT. Η ελληνική κυβέρνηση δεν περίμενε τη βίαιη έκρηξη της 12ης Φλεβάρη, ούτε την ολοένα και μεγαλύτερη δυναμική του αντιεξουσιαστικού χώρου.

Πώς λοιπόν προσπαθεί η κυρίαρχη τάξη να αντιμετωπίσει κινδύνους που δεν μπορεί ούτε να κατανοήσει, ούτε να ενσωματώσει; Πώς θα περιόριζε την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης στα μικρά και ασήμαντα, στην άρνηση χωρίς προτάσεις; Τα βασικά της όπλα φαίνεται πως είναι τρία, και χαρακτηρίζουν περισσότερο ένα αυταρχικό καθεστώς, παρά ένα (έστω θεωρητικά) φιλελεύθερο πολιτικό σύστημα: α) ο αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης, β) η ρητορική του διχασμού, γ) η κρατική τρομοκρατία. Τίποτε από τα παραπάνω, φυσικά, δεν είναι κάτι καινοφανές, καθώς εχουν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς. Η χρόνια αποπολιτικοποίηση, όμως, η απάθεια και η έλλειψη ιστορικής μνήμης μεγάλου μέρους της κοινωνίας, καθιστούν τις τεχνικές αυτές πάντα επίκαιρες, και πολύ συχνα αποτελεσματικές. Το παρών άρθρο δεν στοχεύει στο να αναλύσει και να ερμηνεύσει όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής της παραπάνω στρατηγικής, αλλά θα εστιάσει, χάριν παραδείγματος, στην κυρίαρχη επικοινωνιακή πολιτική, που εκφράζεται μέσα από μία μόνο εφημερίδα και από έναν μόνο αρθρογράφο. Η εφημερίδα που επιλέξαμε, λοιπόν, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πρώτο σε κυκλοφορία έντυπο και προβεβλημένο μέσα από τηλεοπτικά κανάλια, Πρώτο Θέμα, του Θέμου Αναστασιάδη, και ο αρθρογράφος, ο βραβευμένος ως κορυφαίος οικονομικός δημοσιογράφος για το 2010, Δημήτρης Μαρκόπουλος (1).

Ας μιλήσουμε για αποπροσανατολισμό…Το τελευταίο άρθρο του κυρίου Μαρκόπουλου έχει τον απόλυτα ξεκάθαρο τίτλο «Πρόσωπο της χρονιάς ο Μιχαλολιάκος». Το άρθρο αυτό, λοιπόν, μας υποδεικνύει πως όσο καθυστερεί η «επαναφορά στην ηρεμία και τη νομιμότητα», τόσο θα γιγαντώνεται η Χ.Α, η οποία όπως λέει είναι «κόντρα στο ρεύμα» και «εκτός γραμμής». Μας παρουσιάζει τον αρχηγό της νεοναζιστικής συμμορίας ως «καλό γνώστη της ιστορίας αλλά και πρώην λοκατζή, που ξέρει πώς να κινείται όχι σε ομαλό πολιτικό πεδίο, αλλά σε ανώμαλο». Όλα αυτά, για την οπλοφόρα κοινοβουλευτική αυτή παρεΐτσα που μπλόκαρε τη σύσταση εξεταστικής για την Αγροτική, ζήτησε αποζημιώσεις για τα τραπεζικά καταστήματα και τις πολυεθνικές που υπέστησαν ζημιές κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, στράφηκε ενάντια στις διαδηλώσεις των ναυτεργατών, υπερασπίστηκε σθεναρά τις φοροαπαλλλαγές των εφοπλιστών, ανέδειξε σε κόκκινες γραμμές του νέου μνημονίου τις περικοπές σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς και αστυνομία, καταψήφισε την πρόταση για εξεταστική επιτροπή στην υπόθεση της λίστας Λανγκάρντ(έστω κι αν μετά από το ντόρο που προκλήθηκε αναγκάστηκε να ανακαλεσει). Πέρα από το θαυμαστό κοινοβουλευτικό της έργο,βέβαια, και πολύ σημαντικότερη, είναι η δράση της συμμορίας έξω απ’ τη Βουλή. Εκατοντάδες ξυλοδαρμένοι μετανάστες, επιθέσεις σε ομοφυλόφιλους, εμπρησμοί αυτοοργανωμενων χώρων, συνεργασία με την αστυνομία και σε πολλές περιπτώσεις αντικατάσταση της, μάλλον προκάλεσαν τον ενθουσιασμό του δημοσιογράφου, που αποτέλεσε από μόνος του την κριτική επιτροπή βραβείων. Κριτική επιτροπή που επιβράβευσε τον «Αγών του» για το ρατσισμό, το διχασμό, την ξενοφοβία, το φασισμό.

Το Πρώτο Θέμα, λοιπόν, όπως και η κυβέρνηση, δεν διαφημίζει τόσο τη νεοναζιστική συμμορία ώστε να ανεβάσει τα εκλογικά της ποσοστά. Αυτό είναι πιθανόν μία παράπλευρη βοήθεια προς τη Χ.Α. Την διαφημίζει ώστε να εξυπηρετήσει τη «θεωρία των δύο άκρων», τη λογική δηλαδή αυτή που λέει πως «η βία είναι μία, και πρέπει να την καταδικάζουμε απ’ όπου κι αν προέρχεται» και περιγράφει με τόση ευαισθησία ο ίδιος αρθρογράφος στο άρθρο «Αριστερή και Δεξιά Βία», που δημοσιεύτηκε ώστε να δικαιολογηθεί στην ουσία ο ταλιμπανισμός έξω απ’ το Χυτήριο ή στο «Στην εποχή των άκρων» όπου ταυτίζει την αριστερά με τους νεοναζί… Έτσι, τα κοντάρια που χρησιμοποιούνται σαν αλυσίδες προστασίας στις πορείες, ταυτίζονται με τα μαχαίρια των χρυσαυγιτών. Οι αντιασφυξιογόνες μάσκες που χρησιμοποιούνται σαν προσωπική άμυνα στον χημικό πολεμο που εξαπολύει το Κράτος έναντι των πολιτών, ταυτίζονται με τις κουκούλες των νεοναζί που ψάχνουν κάποιον κακομοίρη κάθε βράδυ στα σκοτάδια, ώστε να του δώσουν ένα μάθημα για το χρώμα που έτυχε να κληρονομήσει. Οι καταλήψεις των αντιεξουσιαστών, οι οποίες αποτελούν ζωντανούς αυτοοργανωμένους χώρους πολιτικής έκφρασης, ταυτίζονται με τα ορμητήρια των «ταγμάτων εφόδου» (τα οποία ορμητήρια φυσικά βαφτίζονται ως «γραφεία κόμματος»). Εξάλλου όσο κι αν οι αντιεξουσιαστές προτάσσουν την κοινωνική απελευθέρωση στην πράξη, όσες δράσεις αλληλεγγύης κι αν οργανώσουν, όσους αγώνες κι αν κάνουν στο δρόμο, αυτοί δεν θα έχουν ποτέ θέση στα κίτρινα φύλλα του Πρώτου Θέματος (ευτυχώς…). Θα είναι το «άλλο άκρο», το οποίο κακώς αντιμάχεται το διαφημιζόμενο άκρο, αυτό των νεοναζί.

Ας μιλήσουμε για διχασμό…Στο 13ο τεύχος του επίσημου περιοδικού του ΟΟΣΑ, «Cahiers de politique economique» (2), σ’ ένα κείμενο όπου ο Christian Morisson αναλύει τα μέσα πολιτικής χειραγώγησης των πολιτών κατά τη διάρκεια διαρθρωτικών μεταρρυθμίσων, τονίζεται πως «οι περικοπές στα λειτουργικά έξοδα του κράτους πλήττουν τους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά οι κυβερνήσεις μπορούν να πάρουν την κοινή γνώμη με το μέρος τους αν κινηθούν ευέλικτα παρουσιάζοντας, με τη βοήθεια του Τύπου, αυτά τα μέτρα σαν μέτρα ισονομίας με το επιχείρημα, ότι εφόσον ζητούνται θυσίες από όλο το λαό, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν γίνεται ν’ αποτελούν εξαίρεση (…) και να αναδείξει τη διαφθορά των δημοσίων υπαλλήλων αναδεικνύοντας τη σαν γενικευμένη».Κατά τον ίδιο, πρέπει επίσης «η κυβέρνηση να σταματήσει την αισιόδοξη ρητορική και να επιμείνει, ακόμα και υπερβάλλοντας, για τη σοβαρότητα των οικονομικών ανισορροπιών, να υπογραμμίζει τις ευθύνες των προκατόχων της και το ρόλο εξωγενών δυσμενών παραγόντων». Ο δημοσιογράφος Μαρκόπουλος,λοιπόν, επικαλούμενος μάλιστα σε αρκετά άρθρα τον ΟΟΣΑ (όπως στο «Από το «ποτέ» στο «πάντα» την Κυριακή » όπου καταγγέλει την τεμπελιά των Ελλήνων, την οικονομική καταστροφή που επιφέρει ο ελεύθερος χρόνος και την αχρηστία της αργίας) αναπαράγει τον διχαστική λογική του δημοσίου και ιδιωτικού υπαλλήλου, σαν να είναι δύο αντίπαλες κοινωνικές τάξεις και όχι εργαζόμενοι με διαφορετικά αφεντικά (οι μεν το Κράτος, οι δε τους ιδιώτες επιχειρηματίες). Ο αρθρογράφος που βραβεύτηκε ως «καλύτερος οικονομικός δημοσιογράφος»(!!!), λοιπόν, έχει προφανώς ενσωματώσει στην πένα του οδηγίες για τον καλύτερο παπαγαλισμό των οδηγιών που δίνει η Νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα. Γράφει πως «Βρε δεν πάει η χώρα να χάνεται. Βρε δεν πάει οι άνεργοι στον ιδιωτικό τομέα να έχουν ξεπεράσει τα 1,2 εκατομμύρια ανθρώπους. Εκεί εμείς. Να υπερασπιζόμαστε τον δημόσιο τομέα. Τέτοιο ταμπού, τέτοια ορθοδοξία ούτε στην θρησκεία δεν θα βρει κανείς», στο άρθρο του «Μη των δημοσίων τους κύκλους τάραττε», όπως και σε πλείστα άλλα όπου υποστηρίζει το ανορθολογικό κι αντιεπιστημονικό επιχείρημα πως οι «οι απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων θα μειώσουν την ανεργία». Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος αυτός εναντίον των δημοσίων υπαλλήλων δεν γίνεται ώστε να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη στις προσλήψεις στο δημόσιο, ούτε φυσικά για την εξυγίναση των δημοσίων οικονομικών, αλλά αποκλειστικά και μόνο ώστε να επιτευχθεί η συνολική μείωση του κόστους εργασίας, η κατάργηση κάθε έννοιας εργατικού δικαίου, και η ιδιωτικοποίηση όλων των μέσων παραγωγής ή προσφοράς υπηρεσιών.

Φυσικά, δεν μπορούμε να παραλείψουμε τον διχασμό που επιχειρείται σε μια σειρά άρθρων (όπως το «Η Αριστερά της αρπαχτής » και άλλα), ανάμεσα σε δεξιούς και αριστερούς, όπου αναπαράγεται το εκ της άκρας δεξιάς κλισέ πως «η αριστερά φταίει για όλα» και «η αριστερά κυβερνάει ιδεολογικά τον τόπο». Σε αυτό το επιχείρημα που εκφράζεται από χείλη ηλιθίων, μισθωμένων παπαγάλων και νεοναζί έχουμε ήδη απαντήσει με το εκτενές άρθρο «που ήσουν εσύ περήφανε Ελληναρά», το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ .

Ας μιλήσουμε για κρατική τρομοκρατία… Μετά, λοιπόν, την απερίγραπτη χαρά του δημοσιογράφου στο άρθρο «Που χάθηκαν οι διαδηλωτές;», που διαψεύστηκε βέβαια στην πράξη, ήρθε η ώρα να εκφράσει τις θέσεις του για τους μετανάστες και την κρατική καταστολή. Τις περιγράφει, λοιπόν, σαφέστατα με έναν και μόνο τίτλο: «Στρατός στο δρόμο τώρα», όπου αναπαράγει την θέση όλων των ξενοφοβικών συντηρητικών στον πλανήτη πως «δεν είμαι ρατσιστής αλλά οι μετανάστες πρέπει να απελαθούν» και μάλιστα σ’ αυτό το παιχνίδι πρέπει «να μπει και ο Στρατός». Το Πρώτο Θέμα, ως επικοινωνιακό τανκ της κυβέρνησης, όπως και άλλες εφημερίδες και τηλεοπτικοί σταθμοί που εδώ και χρόνια επιδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό με διαφημίσεις, φρόντισε από την πρώτη στιγμή να συμμετέχει σ’αυτό το πάρτυ παραπληροφόρησης σχετικά με τη Βίλλα Αμαλίας, την ΑΣΟΕΕ και κάθε κρατική επίθεση σε αυτοοργανωμένους χώρους. Ίσως τα κλομπ και τα δακρυγόνα, οι χακί στολές και οι κλούβες να είναι η φανερή κρατική καταστολή, η οφθαλμοφανής βία του Κράτους έναντι των πολιτών. Η υποσυνείδητη βία, όμως, αυτή που ασκείται από διάφορους κονδυλοφόρους που στοχεύουν στην καταστολή της συνείδησης, τον κομφορμισμό και την απάθεια, αφήνει ίσως μεγαλυτερα τραύματα στην κοινωνία απ’ το ραβδί του μπάτσου.

Σημειώσεις
(1) Για να αποφύγουμε την παράθεση συνεχών link από το Πρώτο Θέμα, όλα τα αναφερθέντα άρθρα μπορείτε να τα βρείτε εδώ [Πρώτο Θέμα, Δημ.Μαρκόπουλος]

(2) The political Feasibility of Adjustment, Christian Morisson


Σύντομο URL: http://eagainst.com/?p=45809