Menu

EAGAINST.com

Κάναμε λάθος; Ένα δοκίμιο του Murray Bookchin.

Στο δοκίμιό του, «Κάναμε λάθος;», ο Murray Bookchin πραγματεύεται τη φύση των επαναστάσεων που έχουν μείνει στην ιστορία ως αστικές, προσπαθώντας να διαψεύσει και την αστικότητα των επαναστάσεων, αλλά και την επαναστατικότητα των αστών, θέλοντας να οδηγήσει τον αναγνώστη σε μία ουσιαστική αποδέσμευση από το μεγαλείο των επαναστάσεων του παρελθόντος, υπονοώντας ίσως πως είναι καιρός για κάτι καινούργιο.

Το αρχικό κείμενο δημοσιεύτηκε στο libcom, με τίτλο «Were we wrong?«
Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τη μεταφραστική ομάδα: blackuroi.gr

Τι είναι κοινωνική οικολογία – Murray Bookchin

«Αυτή η εικόνα που μας πολιορκεί από παντού, μιας ανυπότακτης φύσης την οποία πρέπει να τιθασεύει η ορθολογική ανθρωπότητα, μας έχει κληροδοτήσει μια εξουσιαστική μορφή λογικής, επιστήμης και τεχνολογίας, τον κατακερματισμό της ανθρωπότητας σε ιεραρχίες, τάξεις, κρατικούς θεσμούς, γένη και έθνη. Έχει θρέψει τα εθνικιστικά μίση, τα ιμπεριαλιστικά εγχειρήματα και μια παγκόσμια φιλοσοφία διακυβέρνησης η οποία ταυτίζει την τάξη με την κυριαρχία και την υποταγή»

Αυτόνομη Δράση – Άμεση δημοκρατία, και γενικευμένη κοινωνική αυτοδιεύθηνση

{…} ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Δημοσιεύουμε σ’αυτό το τεύχος τρία κείμενα γύρω από το ζήτημα της Αμεσης Δημοκρατίας και της Γενικευμένης Κοινωνικής Αυτοδιεύθυνσης, μέσα από διαφορετικές το καθένα προσεγγίσεις. Διαφορετικές στα επιμέρους αφού η κάθε μία προσπαθεί ν’ απαντήσει και σε μιά ιδιαίτερη πλευρά του ζητούμενου. Παράλληλα όμως και οι τρεις συγκλίνουν στα θέματα ουσίας, δηλαδή το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας διαχωρισμένο από την αυτοδιεύθυνση της εργασίας, του χώρου και του χρόνου σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο είναι μιά νέα φενάκη. Φαινάκη που θυμίζει φιλολογικές συζητήσεις αστικοφιλελεύθερου περιεχομένου γύρω από την δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας τον τέταρτο αιώνα δουλοκτητικής, πατριαρχικής, γι’ αυτό και μισής. Όπως μισή στις μέρες μας είναι η δημοκρατία που μας προβάλουν οι θιασώτες του ιδιωτικού αλλά και του κρατικού καπιταλισμού.

Η διεύρυνση και η υπέρβαση αυτής της «Δημοκρατίας» σε όλες τις πλευρές της ατομικής και κοινωνικής ζωής σαν πανανθρώπινο και οικουμενικό αίτημα είναι η θέληση και επιθυμία των καταπιεσμένων λαϊκών στρωμάτων της σημερινής εποχής. Εποχής που ανοίγει την αυλαία της στα τέλη του αιώνα που διανύουμε φέρνοντας στο προσκήνιο τα κοινωνικά κινήματα βάσης ενάντια στην εκμετάλλευση και εξουσία ανθρώπου από άνθρωπο, στον τεχνολογικό και οικονομικό ολοκληρωτισμό.

Αν μπορούσαμε να συνοψίσουμε στις Ελληνικές συνθήκες αυτά τα αιτήματα, θα τα σχηματοποιούσαμε ως εξής: ούτε αφεντικά / ούτε εργάτες / ούτε διευθυντές / ούτε διευθυνόμενοι. ΑΓΩΝΑΣ για την αυτοδιεύθυνση της εργασίας του χώρου και του χρόνου μας.

«Δε θεωρώ τον Ανθρωπο σαν καρκίνο του Πλανήτη. Οι άνθρωποι είναι ένα σωρό διαφορετικά πλάσματα: εργάτες και εκμεταλλευτές, γυναίκες και άνδρες, ομοφυλόφιλοι και ετερόφυλοι, λεσβίες και συντηρητικές γυναίκες, έγχρωμοι και λευκοί και πάνω απ’ όλα καταπιεζόμενοι και καταπιεστές. Ο πραγματικός καρκίνος που τρώει τον Πλανήτη είναι ο Καπιταλισμός και η Ιεραρχία και ανησυχώ πολύ στο μέτρο που ένα κομμάτι του οικολογικού κινήματος αποσπά το κό­σμο από αυτά τα θέματα, έστω και αν ανακυκλώνει ένα μεγάλο μέρος από την «αναρχίστικη, αριστερίστικη, μαρξιστική» κριτική του Κα­πιταλισμού κάτω από τον ασφαλή όρο «εκβιομηχάνιση». Δε πιστεύω πως μπορούμε να βασιζόμαστε σε προσευχές, τελετές και θετικές δονήσεις για να ξεριζώσουμε αυτό τον καρκίνο. Εκείνο που πιστεύω είναι ότι πρέπει να τον πολεμήσουμε ενεργά και με όλη τη δύναμη που διαθέτουμε…» (Μάρραιη Μπούκτσιν).

Οι Ισπανοί Αναρχικοί, τα ηρωϊκά χρόνια (1868-1936) – Μαρεϊ Μπούκτσιν

Με το βιβλίο του Οι Ισπανοί Αναρχικοί ο Μπούκτσιν αποδεικνύει ότι εκτός από μεγάλος θεωρητικός της σύγχρονης ριζοσπαστικής σκέψης ήταν και ένας οξυδερκής και γλαφυρός ιστορικός. Οι Ισπανοί Αναρχικοί είναι το σπουδαιότερο επίτομο έργο για το εργατικό κίνημα της Ισπανίας από τις απαρχές του, το 1868 –όταν ο ιταλός βουλευτής Φανέλι, οπαδός του Μπακούνιν και μέλος της «Συμμαχίας για Κοινωνική Δημοκρατία», μεταλαμπαδεύει τις ιδέες της Α΄ Διεθνούς στην Ισπανία– μέχρι το 1936, το πραξικόπημα του Φράνκο, το ξέσπασμα της Κοινωνικής Επανάστασης και τις πετυχημένες κολεκτιβοποιήσεις που ακολούθησαν.

Και αυτό, διότι η μεν αναρχική βιβλιογραφία, πέραν του ότι είναι εξαιρετικά προπαγανδιστική, δεν εξετάζει ενδελεχώς ούτε τις υπόλοιπες πλευρές του εργατικού κινήματος (π.χ. σοσιαλιστές) ούτε τις κοινωνικές συνθήκες, τα συντηρητικά πολιτικά ρεύματα, τη γεωπολιτική, την ιστορία και την οικονομία της χώρας κ.λπ. Από την άλλη, συγγραφείς όπως ο Μπρέναν και ο Χόμπσμπαουμ εμμένουν (από μαρξιστική προκατάληψη ο δεύτερος) στο «χιλιαστικό» προσανατολισμό του ισπανικού αναρχισμού ενώ κάποιοι άλλοι, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Χιου Τόμας, δεν δείχνουν να αντιλαμβάνονται το ειδικό βάρος του αναρχισμού στην αγροτική και εργατική τάξη της Ισπανίας – χώρια ότι τα βιβλία τους βρίθουν ανακριβειών.

Ο Μπούκτσιν αντιμετωπίζει με διεπιστημονικό τρόπο το αντικείμενό του και έτσι κατορθώνει να απαντήσει σε ερωτήματα που άλλοι συγγραφείς ούτε καν αγγίζουν. Γιατί ο αναρχισμός ρίζωσε στην Ισπανία και όχι σε άλλες χώρες της Ευρώπης; Πώς κρατήθηκε ζωντανός από την εποχή της Α΄ Διεθνούς μέχρι τον Εμφύλιο Πόλεμο; Πώς μέσα στις αντιξοότητες του Εμφυλίου, οι αναρχικοί δημιούργησαν τη μοναδική ελευθεριακή Κοινωνική Επανάσταση του 20ού αιώνα;

Ταυτόχρονα όμως ο Μπούκτσιν δεν απεμπολεί την ιδιότητα του θεωρητικού. Όλο το βιβλίο διαπνέεται από μια ριζοσπαστική κριτική στο μαρξισμό που, χωρίς να μηδενίζει τη συνεισφορά του Μαρξ, δείχνει και τα όρια της μαρξιστικής θεώρησης. Οι διαφορές και οι ομοιότητες του τότε με το σήμερα, οι οποίες περιέχονται στην Εισαγωγή, στον Πρόλογο και στα Συμπεράσματα του βιβλίου, είναι, ίσως, από τις πιο οξυδερκείς και συνάμα συγκινητικές προσεγγίσεις που έγιναν ποτέ στο νόημα μιας επανάστασης γι’ αυτό και ο Χάουαρντ Ζιν έγραψε για το βιβλίο ότι «συνδέει τους ισπανούς αναρχικούς με τους δικούς μας καιρούς». Ο Μπούκτσιν επίσης εξηγεί με τη σαφήνεια και την απλότητα μεγάλου δασκάλου τις θέσεις των «κλασσικών» του αναρχισμού και πώς οι ιδέες τους επέδρασαν στις διαφορετικές περιόδους του ισπανικού αναρχισμού. Από τις φεντεραλιστικές και συνεργατικές θέσεις του Προυντόν στον αναρχικό κολεκτιβισμό και τις μυστικές Αδελφότητες του Μπακούνιν· από τον αναρχικό κομμουνισμό του Κροπότκιν και την «έμπρακτη προπαγάνδα» στις επιφυλάξεις του Μαλατέστα απέναντι στο συνδικαλισμό. Έτσι το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και ως μια εξαίρετη σύνοψη των διαφορετικών μορφών του αναρχισμού καθώς συνδέει τη θεωρία με την πράξη σε ένα αδιαίρετο σύνολο.

Η ελληνική έκδοση περιέχει και την Εισαγωγή του 1976 του Μάρεϊ Μπούκτσιν στην α΄ έκδοση του βιβλίου και τον Πρόλογο του συγγραφέα (του 1993) για τις εκδόσεις AK Press. Επίσης, περιέχει το κροπαρισμένο φωτογραφικό υλικό των αγγλόφωνων πρωτοτύπων ολόκληρο και σε υψηλότερη ανάλυση, επιπλέον φωτογραφίες και γκραβούρες, υποσημειώσεις των μεταφραστών και του έλληνα εκδότη και ως Επίμετρο την «Πολιτική Διαθήκη του Μάρεϊ Μπούκτσιν», κείμενο του Μάκη Κορακιανίτη, το οποίο διαβάστηκε στο Πολιτικό Μνημόσυνο του Μάρεϊ Μπούκτσιν που έγινε στην Αθήνα, στον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο «Nosotros», το 2006.

Οι Ισπανοί Αναρχικοί εκδίδονται στα ελληνικά εκατό χρόνια από το Α΄ Συνέδριο της CNT και 40 ακριβώς χρόνια από την εμφάνιση των πρώτων αναρχικών στη μεταπολεμική Ελλάδα, σε μια συγκυρία που και οι δύο χώρες (Ελλάδα και Ισπανία) –και όχι μόνον αυτές– βρίσκονται σε μια πρωτοφανή κρίση αδιαίρετα οικονομική, πολιτική, κοινωνική και θεσμική. Οι δυο λαοί –σε επικοινωνία μεταξύ τους– βρίσκονται στις πλατείες και θέτουν επί τάπητος το όλο κοινωνικό ζήτημα. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, που τόσο την εχθρεύτηκαν οι ισπανοί αναρχικοί, δείχνει να περνάει τη μεγαλύτερη κρίση της τόσο στην Ιβηρική Χερσόνησο όσο και στην Ελλάδα. Στην πλατεία Συντάγματος της Αθήνας και στην Puerta del Sol της Μαδρίτης οι πολίτες –εργαζόμενοι, άνεργοι, φοιτητές, συνταξιούχοι, νοικοκυρές– συζητούν face-to-face (όπως ακριβώς προτάσσει ο Μάρεϊ Μπούκτσιν τόσο σ’ αυτό το βιβλίο όσο και στο υπόλοιπο έργο του) για το ποια μπορεί να είναι η πραγματική δημοκρατία και η διέξοδος από την κρίση. Ήδη η πλατεία Συντάγματος, απορρίπτοντας τα θολά νερά της «συμμετοχικής δημοκρατίας» όπου ψαρεύει ο έλληνας πρωθυπουργός, αποφάνθηκε υπέρ της άμεσης δημοκρατίας…

David Graeber – Γιατί ο κόσμος αγνοεί τους Κούρδους επαναστάτες στη Συρία;

10698552_1511124005792768_7360390305351632475_n

Μετάφραση Μ.Θεοδοσιάδης
Μέσω Guardian

Το 1937, ο πατέρας μου προσφέρθηκε εθελοντικά να πολεμήσει στις Διεθνείς Ταξιαρχίες για την υπεράσπιση της Ισπανικής Δημοκρατίας. Ένα επίδοξο φασιστικό πραξικόπημα είχε διακοπεί προσωρινά από μια εξέγερση εργατών, καθοδηγούμενη από αναρχικούς και σοσιαλιστές, και σε μεγάλο τμήμα της Ισπανίας μια πραγματική κοινωνική επανάσταση ακολούθησε, έχοντας ως αποτέλεσμα ολόκληρες πόλεις να περάσουν κάτω από αμεσοδημοκρατική διαχείριση, βιομηχανίες υπό τον έλεγχο των εργαζομένων, και τη ριζοσπαστική ενδυνάμωση των γυναικών.

Οι Ισπανοί επαναστάτες ήλπιζαν να δημιουργήσουν ένα όραμα για μια ελεύθερη κοινωνία, που όλος ο κόσμος θα μπορούσε να ακολουθήσει. Αντ ‘αυτού, παγκόσμιες δυνάμεις προτίμησαν μια πολιτική «μη παρέμβασης» και διατήρησαν έναν αυστηρό αποκλεισμό στη δημοκρατία, ακόμα αφότου ο Χίτλερ και τον Μουσολίνι (που δήθεν είχαν υπέγραψει συμφωνία) άρχισαν να στέλνουν στρατεύματα με στόχο να ενισχύσουν τη φασιστική πλευρά. Το αποτέλεσμα ήταν ένας χρόνιος εμφύλιος πόλεμος, που έληξε με την καταστολή της επανάστασης και μερικές από τις πιο αιματηρές σφαγές ενός αιματηρού αιώνα.

Ποτέ στη ζωή μου δεν σκέφτηκα ότι το ίδιο πράγμα θα μπορούσε ξανά να συμβεί. Προφανώς, δεν υπάρχει ιστορικό γεγονός που συμβαίνει ποτέ πραγματικά δύο φορές. Υπάρχουν χιλιάδες διαφορές μεταξύ του τι συνέβη στην Ισπανία το 1936 και του τι συμβαίνει στη Ροζάβα, τις τρεις ευρέως Κουρδικές επαρχίες της βόρειας Συρίας, σήμερα. Αλλά μερικές από τις ομοιότητες είναι τόσο εντυπωσιακές και τόσο θλιβερές, που θεωρώ ότι είναι υποχρέωσή μου – όντας κάποιος που μεγάλωσε σε μια οικογένεια της οποίας οι πολιτικές πεποιθήσεις ποικιλοτρόπως καθορίστηκαν από την ισπανική επανάσταση – να πω ότι δεν μπορούμε να επιτρέψουμε το ίδιο τέλος και πάλι.

Η αυτόνομη περιοχή της Ροζάβα, όπως υπάρχει σήμερα, είναι ένα από τα λίγα φωτεινά σημεία εν τούτοις ένα πολύ φωτεινό που αναδύεται από την τραγωδία της συριακής επανάστασης. Έχοντας εκδιώξει πράκτορες του καθεστώτος Άσαντ το 2011, και παρά την εχθρότητα από σχεδόν όλους τους γείτονές της, η Ροζάβα έχει όχι μόνο διατηρήσει την ανεξαρτησία της, αλλά αποτελεί ένα αξιόλογο δημοκρατικό πείραμα. Λαϊκές συνελεύσεις έχουν δημιουργηθεί, ως το απόλυτο όργανο λήψης αποφάσεων, συμβούλια έχουν επιλεγεί με προσεκτική εθνοτική ισορροπία (σε κάθε δήμο, για παράδειγμα, τα τρία κορυφαία στελέχη πρέπει να περιλαμβάνουν έναν Κούρδο, έναν Άραβα και έναν Ασσύριο ή Αρμένιο Χριστιανό, και τουλάχιστον το ένα από τα τρία άτομα πρέπει να είναι μια γυναίκα), υπάρχουν συμβούλια γυναικών και νεολαίας, και, σε μια αξιοσημείωτη αντήχηση της ένοπλης Mujeres Libres (Ελεύθερες Γυναίκες) της Ισπανίας, ένας φεμινιστικός στρατός, η πολιτοφυλακή του «YJA Star» «Ένωση των Ελεύθερων Γυναικών« (το αστέρι εδώ αναφέρεται στην αρχαία θεά της Μεσοποταμίας, την Ιστάρ), έχει αναλάβει ένα μεγάλο ποσοστό πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον των δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους.

Πώς μπορεί κάτι τέτοιο να συμβαίνει και να εξακολουθεί να αγνοείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη διεθνή κοινότητα, ακόμη, και σε μεγάλο βαθμό, από τη Διεθνή Αριστερά; Κυρίως, φαίνεται ότι, επειδή το επαναστατικό κόμμα της Ροζάβα, το PYD, εργάζεται συμμαχικά με το Τουρκικό Κόμμα των Κούρδων Εργατών (PKK), ένα μαρξιστικό αντάρτικο κίνημα που έχει από τη δεκαετία του 1970 εμπλακεί σε μακροχρόνιο πόλεμο εναντίον του τουρκικού κράτους. Το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και η ΕΕ επισήμως το κατέταξαν στις «τρομοκρατικές» οργανώσεις. Εν τω μεταξύ, οι αριστεροί σε μεγάλο βαθμό το διαγράφουν θεωρώντας το σταλινικό.

Αλλά, στην πραγματικότητα, το ίδιο το PKK δεν έχει πλέον καμία σχέση με το παλιό, πάνωκάτω λενινιστικό κόμμα, που ήταν κάποτε. Η δική του εσωτερική εξέλιξη καθώς και η θεωρητική μεταστροφή του δικού του ιδρυτή, Aμπουλάχ Οτσαλάν, που έλαβε χώρα ενώ ο ίδιος βρίσκεται φυλακισμένος σε ένα τουρκικό νησί από το 1999, είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει εντελώς τους στόχους και την τακτική του.

Το PKK έχει δηλώσει ότι δεν επιδιώκει πια να δημιουργήσει ένα κουρδικό κράτος. Αντ ‘αυτού, εμπνευσμένο εν μέρει από το όραμα της κοινωνικής οικολογίας του αναρχικού Μάρεϊ Μπούκτσιν, έχει υιοθετήσει το όραμα του «ελευθεριακού κοινοτισμού», καλώντας τους Κούρδους να δημιουργήσουν ελεύθερες αυτοδιοικούμενες κοινότητες με βάση τις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, οι οποίες [κοινότητες] θα έρθουν κοντά η μία με την άλλη ξεπερνώντας τα εθνικά σύνορα, για τα οποία υπάρχει η πίστη ότι με την πάροδο του χρόνου θα χάσουν όλο και περισσότερο το νόημά τους. Έτσι λοιπόν, πρότεινε τον κουρδικό αγώνα ο οποίος θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για ένα παγκόσμιο κίνημα προς την πραγματική δημοκρατία, τη συνεργατική οικονομία, και τη σταδιακή διάλυση του γραφειοκρατικού κράτους-έθνους.

Από το 2005 το ΡΚΚ, εμπνευσμένο από τη στρατηγική των ανταρτών Ζαπατίστας στην Τσιάπας, κήρυξε μονομερή κατάπαυση του πυρός με το τουρκικό κράτος και άρχισε να επικεντρώνει τις προσπάθειές του στην ανάπτυξη δημοκρατικών δομών στις περιοχές που ήδη ελέγχει. Ορισμένοι αμφισβητούν πόσο σοβαρά όλα αυτά είναι πραγματικά. Σαφώς, αυταρχικά στοιχεία παραμένουν. Αλλά το τι συνέβη στη Ροζάβα, όπου η Συριακή επανάσταση έδωσε στους Κούρδους ριζοσπάστες την ευκαιρία για διεξαγωγή τέτοιων πειραμάτων σε ένα μεγάλο και συναφή έδαφος, αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από προσπάθεια επίδειξης. Συμβούλια, συνελεύσεις και λαϊκές πολιτοφυλακές έχουν σχηματιστεί, το καθεστώς ιδιοκτησίας έχει μετατραπεί σε εργατική διαχείριση συνεταιρισμών και όλα αυτά παρά τις συνεχείς επιθέσεις των ακροδεξιών δυνάμεων της ISIS. Τα αποτελέσματα ανταποκρίνονται στον ορισμό μιας κοινωνικής επανάστασης. Στη Μέση Ανατολή, τουλάχιστον, αυτές οι προσπάθειες έχουν παρατηρηθεί: ιδιαίτερα αφότου οι δυνάμεις του PKK και της Ροζάβα παρενέβησαν πολεμώντας νικηφόρα στο δρόμο τους μέσω του εδάφους της ISIS στο Ιράκ για να σώσουν χιλιάδες Γεζίντι πρόσφυγες που είχαν εγκλωβιστεί στο όρος Σινχάρ αφότου οι τοπικοί πεσμεργκά εγκατέλειψαν το πεδίο. Αυτές οι ενέργειες ευρέως γιορτάζονταν στην περιοχή, αλλά και αξιοσημείωτα έχουν περάσει σχεδόν απαρατήρητες από τον Ευρωπαϊκό ή το Βορειοαμερικανικό Τύπο.

Τώρα η ISIS έχει επιστρέψει, με σειρές από Αμερικανικής κατασκευής άρματα μάχης και βαρύ πυροβολικό που λαμβάνει από τις ιρακινές δυνάμεις, για να πάρει εκδίκηση ενάντια σε πολλές από αυτές τις ίδιες επαναστατικές πολιτοφυλακές στο Κομπάνι, δηλώνοντας την πρόθεσή της να σφαγιάσει και να υποδουλώσει ναι, κυριολεκτικά να υποδουλώσει το σύνολο του άμαχου πληθυσμού. Εν τω μεταξύ, ο τουρκικός στρατός βρίσκεται στα σύνορα εμποδίζοντας ενισχύσεις ή πυρομαχικά να φτάσουν στους υπερασπιστές, και τα αεροπλάνα των ΗΠΑ βουίζουν από ψηλά, πραγματοποιώντας περιστασιακά, συμβολικά, πολύ μικρά χτυπήματα προφανώς, μόνο και μόνο για να είναι σε θέση να πουν ότι σαν μια ομάδα που ισχυρίζεται πως είναι σε πόλεμο με αυτούς που προσπαθούν να συντρίψουν τους υπερασπιστές ενός μεγάλου δημοκρατικού πειράματος στον κόσμου, δεν έμειναν απολύτως απαθείς.

Αν σήμερα υφίσταται κάτι παράλληλο με τους επιφανειακά κατανυκτικούς δολοφονικούς Φαλαγγίτες του Φράνκο, τί άλλο θα μπορούσε να είναι εκτός από την ISIS; Αν υπάρχει ένας παραλληλισμός με την Mujeres Libres της Ισπανίας, ποιός άλλος θα μπορούσε να είναι, πέρα από τις θαρραλέες γυναίκες που υπερασπίζονται τα οδοφράγματα στο Κομπάνι; Πρόκειται ο κόσμος και αυτή τη φορά πιο σκανδαλωδώς από όλα, η διεθνής αριστερά πραγματικά να καταστεί συνένοχος αφήνοντας την ιστορία επαναληφθεί;