Menu

EAGAINST.com

Ημερολόγια για μια φωτεινή νύχτα και μια “πεφωτισμένη” φυγομαχία

???????? ?????? ????????????

Ένα (ανορθόδοξο) δελτίο τύπου για τα ΜΑΤ της Νομικής, το πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο και τους Ναπολέοντες της ήττας

Είναι πραγματικά τρομερές οι εποχές που ζούμε… Ζούμε πάνω στο μεταίχμιο ανάμεσα σε δύο κόσμους, που για τον πρώτο (αυτόν που μας αφήνει χρόνους) δεν μπορούμε να μιλήσουμε με διαύγεια και αυτόν που μας έρχεται δεν μπορούμε εκ των πραγμάτων να τον ορίσουμε. Ζούμε με λίγα λόγια σε εποχές μετάβασης… Το τι θα έρθει από την άλλη πλευρά του τούνελ καθορίζεται από δεκάδες παράγοντες. Και είναι ακριβώς αυτό που προσπαθεί σήμερα το κράτος να εμπεδώσει. Τους νέους όρους με τους οποίους θα συνδιαλέγεται με την κοινωνία και τα δείγματα γραφής τους είναι μέχρι στιγμής ξεκάθαρα. Η βίαιη επιβολή πάνω σε διευρυνόμενα κοινωνικά κομμάτια, η οικονομική επίθεση και εξαθλίωση που επιβάλει και η οριοθέτηση και στρατιωτικοποίηση κάθε πεδίου ελεύθερης δράσης και δημόσιου χώρου είναι το προεικόνισμα της νέας επιθετικής κρατικής πολιτικής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αναγνώσουμε και την τακτική που ακολουθείται τους τελευταίους μήνες στο χώρο του πανεπιστημίου. Η επιβολή των διαγραφών, η εγκατάσταση security στις πύλες των πανεπιστημίων, οι φαιδρές τηλεοπτικές εξαγγελίες περί «επιβολής του νόμου και της τάξης» από ακόμη πιο φαιδρούς ανθρώπους (τύπου φορτσάκης), τα συμβούλια ιδρύματος και οι νέες ολιγαρχικές διοικητικές δομές των ιδρυμάτων, οι απολύσεις εργαζομένων και όλες οι σπασμωδικές κινήσεις που βλέπουμε από τη μεριά των κυβερνώντων συμπυκνώνουν την εικόνα ενός νέου πανεπιστημίου, που θα ανταποκρίνεται απόλυτα στον αναδυόμενο κρατικό ολοκληρωτισμό. Αποκορύφωμα όλης αυτής της διαδικασίας ήταν η συμβολικά και ιδεολογικά φορτισμένη απόφαση της νέας πρυτανικής αρχής να κηρύξει λοκ-άουτ κεντρικά κτήρια του ΕΚΠΑ εν όψει των καταλήψεων και της επετείου του Πολυτεχνείου.

Από το βράδυ της Τετάρτης (12/11) διμοιρίες ΜΑΤ είχαν αποκλείσει τις εισόδους του κτηρίου της πρυτανείας και της νομικής σχολής, ούτως ώστε να εμποδίσουν την απόφαση του φοιτητικού συλλόγου για κατάληψη της σχολής την Παρασκευή. Στον χορό μπήκαν και οι γνωστοί από παλιά πρυτάνεις της ΑΣΟΕΕ και του ΠΑΜΑΚ που ακολούθησαν αντίστοιχες τακτικές. Ως απάντηση σε αυτήν την προκλητική απόφαση φοιτητές μαζεύτηκαν από το πρωί της Πέμπτης έξω από τη νομική σχολή, αλλά δέχτηκαν κατευθείαν την απρόκλητη επίθεση των ΜΑΤ, η οποία προκάλεσε και δύο βαρύτατους τραυματισμούς φοιτητών, ενώ ταυτόχρονα καλέστηκε πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο για το απόγευμα της ίδιας μέρας.

Η μαζικότητα και ο παλμός της διαδήλωσης που ακολούθησε υπήρξε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη σε σχέση με το σκηνικό των τελευταίων εβδομάδων και έδειχνε την προοπτική μιας αναζωπύρωσης κινητικότητας του φοιτητικού κινήματος, μιας κινητικότητας που, αν δε θέλουμε να κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας και τους γύρω μας, απουσιάζει εκκωφαντικά παρά την οξύτητα της εποχής. Μέσα σε ένα αστυνομοκρατούμενο κέντρο η διαδήλωση έδειξε μια αναξιοποίητη δυναμική στο εσωτερικό του φοιτητικού σώματος και διατήρησε τη μαχητικότητά της μέχρι την κατάληξή της στο Πολυτεχνείο. Και όλα αυτά παρά τις γνωστές συνθηματολογίες και τις γραφικότητες των εξίσου γνωστών αριστερών γραφειοκρατιών, που δεν μπορούν να κρύψουν τη λαχτάρα τους να πνίξουν το μέλλον στα νερά του βολικού παρελθόντος.

Αυτό ωστόσο που δίνει ξεχωριστή νότα στη βραδιά είναι τα όσα ακολούθησαν από εκεί και ύστερα. Μετά την πορεία ήταν προγραμματισμένο το συντονιστικό των φοιτητικών συλλόγων, το οποίο θα γινόταν μέσα στο Πολυτεχνείο, το οποίο ωστόσο ήταν κλειδωμένο μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης περίφραξης των σχολών του κέντρου. Αφού λοιπόν έφυγε η πρώτη σύγχυση και μετά από αρκετές διαπραγματεύσεις αριστερών συνδικαλιστών με τους φύλακες, πάρθηκε η πρωτοβουλία από ορισμένους/ες φοιτητές/ριες για το αυτονόητο: Να επιβάλλουν δηλαδή τις συλλογικές αποφάσεις ενάντια στη μόνιμη επιθετική αυθαιρεσία της νέας ακαδημαϊκής εξουσίας, σπάζοντας την πόρτα του πολυτεχνείου. Και έτσι έγινε… Στα επόμενα λεπτά υπήρξε σκληρή επίθεση αστυνομικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος των φοιτητών να μπουν μέσα στο πολυτεχνείο, ενώ όσοι δεν πρόλαβαν δέχτηκαν δακρυγόνα και ξυλοδαρμούς…

Το διακύβευμα της στιγμής αυτής ήταν το αν αυτό που θα επικρατούσε θα ήταν ο πανικός, η σύγχυση και ο φόβος ή αν θα καταφέρναμε να συντονίσουμε μέσα στο πολυτεχνείο τις δυνάμεις μας, να προστατεύσουμε το δημόσιο χώρο και να δοθεί επιτέλους μία ηχηρή και αξιοπρεπής απάντηση υπό τον ήχο των κρότου-λάμψης και των αστυνομικών ασυρμάτων. Το διακύβευμα αυτό ωστόσο ποτέ δεν τέθηκε, γιατί μέσα σε μισή ώρα πεφωτισμένοι στρατηλάτες του φοιτητικού κινήματος, μεγάλες κεφαλές των ΕΑΑΚ, εκμεταλλευόμενοι την αναμπουμπούλα της στιγμής, κάλεσαν τους φοιτητές σε άτακτη και «συντεταγμένη» αποχώρηση. Όταν μάλιστα τους ζητήθηκε να περιμένουν, να γίνει μια συζήτηση πρώτα και να αποφασιστεί τι ακριβώς πρέπει να γίνει, αυτοί απάντησαν ότι «δεν αναγκάζουμε κανέναν να φύγει, αλλά παίρνουμε τα πανό μας και φεύγουμε».

Αναρωτιέται κανείς από πιο σημείο της όλης χυδαιότητας να ξεκινήσει. Από το ύφος ανθρώπων που, επειδή πήραν μια ντουντούκα στα χέρια τους, νομίζουν ότι μπορούν να θεωρούν τα μπλοκ των φοιτητικών συλλόγων ιδιοκτησία τους ή από την ξεκάθαρα κατευναστική και ηττοπαθή λογική που προωθούν οι συγκεκριμένοι αριστεροί χώροι σε κάθε σχεδόν βήμα που τολμάει το φοιτητικό κίνημα. Και όλα αυτά από τους ίδιους ανθρώπους που τραγουδούσαν επί τρεις ώρες ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο μονοτονίας και κοινοτοπίας για «τα Πολυτεχνεία της γενιάς μας».

Και εδώ ερχόμαστε σε μία άλλη πλευρά αυτού που λέγαμε στην αρχή: Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά αυτής της μεταβατικής εποχής είναι ότι εκτός από το να αναδιατάσσει το στρατόπεδο των κυρίαρχων, αποκαλύπτει και τις λανθάνουσες τάσεις των φαινομενικά αντίπαλών τους. Το παραδοσιακό μοτίβο κινητοποίησης του αριστερού συνδικαλισμού, που ακολουθούσε το τροπάρι γενική συνέλευση-συλλαλητήρια-εκλογές μοιάζει σήμερα να φτάνει στο πιο οριακό του σημείο. Οι φοιτητικοί σύλλογοι σήμερα, εκτός του ότι πέφτουν στο κενό μέσα στα πλαίσια του νέου καθεστώτος, βιώνουν και μια πρωτοφανή κρίση κοινωνικής νομιμοποίησης, στην οποία οι πρακτικές καπελώματος και καιροσκοπισμού των αριστερών κομματικών γραμμών έχουν συμβάλλει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Οι γραφικότητες και τα παιχνίδια νομιμότητας και συνδιαλλαγής με τα θεσμικά όργανα φαίνονται σαν παλιό αστείο στις βίαιες εποχές βαρβαρότητας που ζούμε.

Εμείς από την πλευρά μας δε θεωρούμε ότι οι εποχές γεννιούνται από τους κυρίαρχους. Θεωρούμε ότι μπορούμε να διαμορφώσουμε το δικό μας λόγο σε αυτήν την ασταθή και ρευστή περίοδο. Κανένας πλέον δεν πείθεται (και πολύ άργησε) από τις «πρωτοπορίες» και τις γερασμένες ρητορείες των ΕΑΑΚιτών. Η επαναδιεκδίκηση και η επανανοηματοδότηση του δημόσιου χώρου και χρόνου, η δημιουργία αυτόνομων και οριζόντιων συμμετοχικών συνελεύσεων είναι οι άξονες γύρω από τους οποίους μπορεί να περιστραφεί ένα σύγχρονο και ζωντανό πρόταγμα, μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που πνίγεται από τον κτηνώδη ολοκληρωτισμό και την αστυνομικοποίηση της καθημερινότητας.

Το σπάσιμο της πόρτας του πολυτεχνείου και το αυθόρμητο σύνθημα «Αλήτες, λέρες, φοιτητοπατέρες», τη στιγμή της φυγομαχίας σηματοδοτούν μια ρωγμή, η οποία όσο μικρή και ανολοκλήρωτη κι αν έμεινε, κρατά το πάγιο χαρακτηριστικό της: Δεν κλείνει, ούτε συμμαζεύεται εύκολα…

ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ, ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Ελευθεριακή Παρέμβαση Φιλοσοφικής

Πολυτεχνείο 13/11:γιατί πρέπει να τελειώνουμε με τα πτώματα του παρελθόντος

17_07150953-thumb-large

Ονειρώξεις ενός φοιτητικού κινήματος που ζέχνει πτωμαΐνη

Σήμερα (13/11) συνέβησαν πρωτοφανή πράματα, ακόμη και για τα δεδομένα του ελλαδικού σουρεαλισμού. Πρυτάνεις έκλεισαν πρυτανείες και σχολές, τις οχύρωσαν με ματ, ενώ ταυτόχρονα μπάτσοι έσπαγαν στο ξύλο κόσμο σε παγκάκια και σκάλες μετρό, επειδή τολμούσαν να ξεφωνήσουν μέσω τηλεφώνου λέξεις όπως «σύντροφος» ή «αναρχικός». Μ’ αφορμή αυτά καλείται πανεκπαιδευτική πορεία Προπύλαια. Υγιή αντανακλαστικά ως εδώ.

Καθώς η πορεία περνούσε από την κλειστή κι οχυρωμένη από μπάτσους Νομική, δέχθηκε απρόκλητη επίθεση από τις δυνάμεις καταστολής δίχως να σπάσει. Συνεχίζει ως το Πολυτεχνείο, με σκοπό να διεξαχθεί το συντονιστικό γενικών συνελεύσεων, όπως είχαν αποφασίσει οι σύλλογοι. Η σχολή όμως βρισκόταν σε καθεστώς «λοκ-άουτ», δηλαδή κλειδαμπαρωμένη. Μετά τη μισάωρη καθυστέρηση από παρακάλια κάποιων «συντρόφων» να μας ανοίξουν οι φύλακες κι οι καθηγητές τους, σπάμε την πόρτα. Τα ΜΑΤ σ’ αυτόν το χρόνο έχουν προλάβει να στηθούν δεξιά κι αριστερά. Επιτίθενται και χτυπάνε κόσμο. Προλαβαίνουν να μπουν οι μισοί. Όσοι βρίσκονται μέσα αρχίζουν να οχυρώνουν το μέρος. Εδώ θα μπορούσε να ‘ναι η αρχή μίας τριήμερης κατάληψης, ως την 17η Νοέμβρη, που θα κλιμάκωνε τον αγώνα και θα επέφερε σημαντικές νίκες. Ή τουλάχιστον θα μπορούσε να δώσει το στίγμα μιας μη-φοβικής μάζας που ετεροκαθορίζεται απ’ τις προθέσεις των μπάτσων. Δίνεται δηλαδή μια ακόμη, πολύτιμη ευκαιρία στο φοιτητικό κίνημα ν’ αντισταθεί ουσιαστικά στη νοοτροπία κανιβαλισμού και σκλαβιάς που οι κυρίαρχοι εμποτίζουν την κοινωνία. Κι όμως, δεν προλαβαίνουν να περάσουν λίγα λεπτά απ’ τη στιγμή που μπήκαμε πολυτεχνείο κι ήδη κάποιοι (αλήτες, λέρες) φοιτητοπατέρες, αποφασίζουν αυτόκλητα πως είναι καλύτερο να βγούμε και να φύγουμε! Μέσα σ’ ένα κλίμα πανικού που οι ίδιοι δημιούργησαν, ξεκινάνε οι ίδιοι να φεύγουν, καλώντας τον κόσμο μαζί τους με ντουντούκες και διαδίδοντας ανυπόστατες πληροφορίες. Υπάρχουν ενστάσεις και μεγάλη μερίδα κόσμου τους καλεί σε συζήτηση, για το αν θα μείνουμε ή θα βγούμε. Δε δέχονται να συζητήσουν. Η διάσπαση αυτή προκαλεί αναταράξεις. Πέφτει τρομοκρατία και ψευδής ενημέρωση για το τι γίνεται έξω. Στους έξω γίνεται ψευδής ενημέρωση για το τι παίζει μέσα˙ ότι και καλά παίζουν συγκρούσεις μέσα στο Πολυτεχνείο και να φύγουν, ενώ είχε ανοιχτεί η πόρτα από Τοσίτσα στην οποία η πρόσβαση ήταν δυνατή και περιφρουρούνταν από μας. Τελικά ο μέσα κόσμος συμπαρασύρεται έξω από το Πολυτεχνείο. Σε λίγο βρίσκεται στο σταθμό Βικτώριας. Η πορεία τέλειωσε. Αρκετά επαναστατήσαμε και σήμερα. Καιρός να πάμε σπίτι για καφέ.

Σημειώσεις κάποιων προβοκατόρων πάνω στη φοιτητική αθλιότητα

Η μεταφυσική του μορφωμένου ανθρώπου

Στην πορεία έβλεπες κυρίως πρόσωπα από κινήσεις και παρατάξεις. Τ’ ότι κάποιοι φοιτητές ξυλοκοπήθηκαν από μια άγρια καταστολή που πλέον έχει το ακαταλόγιστο για ό,τι κάνει, δεν ενδιαφέρει όλο τον υπόλοιπο φοιτητικό μαζόκοσμο. Αυτός αλήθεια έχει φτάσει να ενδιαφέρεται μόνο για το αν έγινε κατάληψη στη σχολή του κι έχασε το μάθημα; Τα μυαλά του έχουν πολτοποιηθεί στο μπλέντερ της βλακείας που του προσφέρει απλόχερα το κεφάλαιο; Έχει συμβιβαστεί με τ’ ότι θα ζήσει σα δουλικό σκυλί; Έστω κι έτσι, η πορεία ήταν μαζική.

Το φοιτητικό κίνημα είναι νεκρό κι εμείς κανιβαλίζουμε το πτώμα του :-)

Ένα πρόβλημα ήταν ότι η πορεία θύμιζε περισσότερο επιτάφιο, παρά πορεία. Τη συνθηματολογία την έχουμε μάθει όλοι απ’ έξω τόσα χρόνια. Απ’ τον Τεμπονέρα στο η χούντα δεν τελείωσε το ’73 (και επίκαιρο) και ξανά απ’ την αρχή. Συνθήματα που πλέον δεν είναι φορείς οποιουδήποτε ριζοσπαστικού νοήματος. Συνθήματα που λειτουργούν για να βαυκαλίζουν μια μάζα που δεν είναι κίνημα και που δεν έχει προταγματικά σημεία αναφοράς που να συνδέουν παρελθόν, παρόν και μέλλον. Η φαντασία μας είναι νεκρή. Ο παλμός μας νωχελικός. Η νοοτροπία στείρα κι η δράση δανεισμένη από φετίχ του παρελθόντος. Οι όποιες νέες ιδέες εκτελούνται στο βωμό της συντήρησης του πτώματος της μεταπολίτευσης. Και βρωμάμε όλοι πτωμαΐνη.

«Εμπρός για τα πολυτεχνεία της γενιάς μας» – εαακ 2014.

Κι όμως ήταν συγκεκριμένοι «σύντροφοι» της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, που όταν ήμασταν μέσα στο πολυτεχνείο της γενιάς μας, μας ζητούσαν να βγούμε έξω, μας παραπληροφορούσαν και μας τάιζαν τρόμο. Ήταν αυτοί που έκαναν τη δουλειά των ματ και καπέλωσαν 300 περίπου άτομα που τους ζητούσαν να συνδιαμορφώσουν εκείνη τη στιγμή τη στάση που θα κρατούσαμε. Βέβαια, η συνδιαμόρφωση είναι ωραία σαν ιδέα, μόνο μέχρι κάποιος να διαφωνήσει με την κυρίαρχη γραμμή. Αυτό φαίνεται να ‘χουν στο κεφάλι τους πολλοί «σύντροφοι», που θεωρούν εαυτούς ως το περιούσιο κομμάτι του «κινήματος». Ενός «κινήματος» που υπάρχει μόνο στη φαντασία μας κι όταν πάει κάπως μέσα από βιώματα να δημιουργηθεί το ταΐζουνε σκατά, για να ‘ναι σίγουροι ότι παραμένει ένα πτώμα που ελέγχουν. Βλέπεις, το ζητούμενο τελικά είναι ο έλεγχος κι όχι η ριζοσπαστική θεωρία και δράση˙ μια φτηνή παραλλαγή του πατριαρχικού «ποιος την εχει μεγαλύτερη» στο και καλά ριζοσπαστίκ «ποιος οδηγεί το κίνημα». Κι αν πεις και τίποτα η απάντηση που παίρνεις είναι «ο εχθρός είναι εκεί έξω, όχι εμείς». Κι αυτό ισχύει εν μέρει. Όμως η πράξη είναι που καθορίζει την πραγματικότητα. Κι όταν αυτή ορίζεται από προβληματικές νοοτροπίες αβανγκαρντισμού, παίρνει κι άλλους στο λαιμό της λειτουργώντας ως κρέας στις μηχανές του εχθρού. Όταν δε μπορείς να διαχειριστείς μια κατάσταση που σε ξεπερνά, το έντιμο είναι να το αναγνωρίσεις και να συνδιαλλαγείς με τους ανθρώπους που βρίσκεσαι εντός της.

Καταναλώνουμε αργά το θάνατό μας ή σκοτώνουμε αυτά που μας σκοτώνουν

Όσο ζούμε με ψευδαισθήσεις, τόσο περισσότερο θα χάνουμε έδαφος. Τόσο περισσότερο θα μας βιάζουν οι καπιταλιστές, οι λοβέρδοι κι οι φασίστες. Οι αγώνες του παρελθόντος ανήκουν στο παρελθόν. Πρέπει να τελειώνουμε με τα πτώματα. Οι αγώνες μας δε μπορούν να νοηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από το τι συνέβη 30, 40 ή 500 χρόνια πριν. Η ιστορική εμπειρία έχει σημασία όταν χρησιμοποιείται με βάση τις ανάγκες του σήμερα κι όχι για τη συντήρηση του χθες. Το χθες δε μπορεί ν’ απαντήσει στο σήμερα˙ κρίνεται ανεπαρκές. Οι κυρίαρχοι το ‘χουν καταλάβει αυτό κι εξελίσσονται. Εμείς απ’ την άλλη, ή πετάμε τους σκελετούς απ’ τις ντουλάπες μας ή βουλιάζουμε. Έχουμε μια καίρια ιστορική επιλογή να κάνουμε. Ας αποφασίσουμε να σοβαρευτούμε και να διεκδικήσουμε όσα θα κάνουν τη ζωή μας ανθρώπινη, σοβαρά, συλλογικά κι αυτό-οργανωμένα. Ας μην πετάμε στα σκουπίδια τις ευκαιρίες. Ας μάθουμε να διαχειριζόμαστε τις νίκες μας κι ας μην τις μετατρέπουμε σε ήττες. Κι ας τελειώνουμε επιτέλους με τους θεολόγους, τους μεσσίες και τις πρωτοπορίες κάθε είδους.

Αλληλεγγύη – Αυτοοργάνωση – Αντιιεραρχία

Για τον καθορισμό των ζωών μας από εμάς τους ίδιους

Και το τσάκισμα όσων μας σκοτώνουν

Vita Activa

Eξάρχεια: 35 χρόνια πολιορκία, «αρετή» και αστυνομική βία.

Τα Εξάρχεια είναι μια από τις πιο ζωντανές γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, όπου οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και της νύχτας οι κάτοικοι και οι επισκέπτες κυκλοφορούν αμέριμνοι ακόμη και τις πιο προχωρημένες ώρες χωρίς να νιώθουν ότι κινδυνεύουν. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι ώρες που οι συνήθεις ρυθμοί της περιοχής παραβιάζονται από τους «εξωτερικούς εισβολείς» των ΜΑΤ της ΕΛ.ΑΣ. τα οποία αντιμετωπίζουν τους Εξαρχειώτες (γηγενείς και επισκέπτες), με πρότυπο τη συμπεριφορά του ισραηλινού στρατού στη κατεχόμενη Λωρίδα της Γάζας, τότε τα Εξάρχεια χαρακτηρίζονται σαν «άβατο ανομίας και παράνομων πράξεων».

Τα Εξάρχεια έχουν ιστορία…

Όσοι έχουν ασχοληθεί με την ιστορία της περιοχής, τονίζουν ένα πράγμα: τα Εξάρχεια συνιστούν μια ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένη γειτονιά, δίπλα στο διοικητικό κέντρο της πρωτεύουσας και –το κυριότερο– σε μικρή απόσταση από τα τέσσερα ιστορικά πανεπιστημιακά συγκροτήματά της (Πολυτεχνείο, Νομική, Χημείο, ΑΣΟΕΕ). Εξού και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της, ως τόπου συγκέντρωσης φοιτητών, τυπογραφείων, εκδοτικών οίκων και μορφών διασκέδασης της νεολαίας.

Παλαιότερα η περιοχή ονομαζόταν Πιθαράδικα λόγω των εργαστηρίων που υπήρχαν στην περιοχή μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα και κατασκεύαζαν πιθάρια. Το νεώτερο όνομα της περιοχής προήλθε από έναν έμπορο ονόματι Έξαρχο, που διατηρούσε στην οδό Θεμιστοκλέους μεγάλο –για τα δεδομένα της εποχής– κατάστημα γενικού εμπορίου.

Στις αρχές του 19ου αιώνα τα Εξάρχεια, και συγκεκριμένα η οδός Τζαβέλα, θεωρούνταν το σύνορο της πόλης της Αθήνας. Αρχικά στη συνοικία αυτή κατοικούσαν οικοδόμοι και τεχνίτες από τις Κυκλάδες, ενώ από το 1865 που εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης άρχισε σταδιακά να αναπτύσσεται. Η στέγαση εκεί των τμημάτων του Πανεπιστημίου και του Πολυτεχνείου της Αθήνας, προσέλκυσε από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι και τις μέρες μας, διανοούμενους και φοιτητές. Στα Εξάρχεια έγινε η πρώτη εξέγερση φοιτητών, τα γνωστά «Σκιαδικά», αποτελώντας έτσι ήδη από τότε σημείο αγώνα των φοιτητών… Η πρώτη συνάντηση ιδρυτών του ΕΑΜ έγινε στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 σε σπίτι της οδού Μαυρομιχάλη.

Πίσω από το Πολυτεχνείο, Μπουμπουλίνας και Τοσίτσα, διαδραματίστηκε στις 5/3/1943 πολύνεκρη σύγκρουση ένοπλων κατακτητών με άοπλους Αθηναίους, που διαδήλωναν διαμαρτυρόμενοι για τα σχέδια να σταλούν Έλληνες πολίτες για αναγκαστική εργασία στη Γερμανία… Στα Δεκεμβριανά του 1944, η περιοχή βρισκόταν ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα. Συγκεκριμένα οι Ελασίτες ήταν οχυρωμένοι στον λόφο του Στρέφη και τα γύρω κτίρια ενώ οι κυβερνητικοί στο Χημείο και Κολωνάκι. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών  σημειώθηκαν πολλές μάχες, ενώ για λίγο καιρό μέχρι και η περίφημη «μπλε πολυκατοικία» στη γωνία πλατείας Εξαρχείων και οδού Αραχώβης, είχε καταληφθεί από Ελασίτες για να εγκατασταθεί πολυβόλο. Oι ΕΛΑΣίτες που είχαν στήσει το πολυβόλο στη μπλε πολυκατοικία ήταν ο… Λεωνίδας Κύρκος! Από το μπαλκόνι του πατρικού του πυροβολούσε το τανκ των βρετανών που ήθελε να μπει στο Πολυτεχνείοαπό την πύλη της Στουρνάρη. Το ίδιο, μάλλον, τανκ προσπάθησε να εξουδετερώσει ένας φοιτητής αρχιτεκτονικής από το λόχο Λόρδος Βύρων της ΕΠΟΝ (Πολυτεχνείου) με μία χειροβομβίδα αλλά αυτή έσκασε νωρίτερα και τον τραυμάτισε στο πρόσωπο χάνοντας το ένα του μάτι. Ήταν ο Ιωάννης Ξενάκης που μετά έφυγε για Γαλλία με το «Μαραρόα» κι έγινε γνωστός συνθέτης. Επίσης, στη Μπουμπουλίνας, σχεδόν γωνία με Στουρνάρη, στο πεζοδρόμιο του Πολυτεχνείου, υπήρχε παλιότερα το μνημείο ενός πρύτανη, που τον εκτέλεσε ο λόχος Λόρδος Βύρων επειδή συνεργάστηκε με τους Γερμανούς. Τώρα το έχουν κρύψει μέσα σε ένα μυστήριο κουτί, στυλ ΚΑΦΑΟ.

Στην οδό Μπουμπουλίνας επί κατοχής λειτουργούσαν κρατητήρια των Γερμανών και αργότερα, επί χούντας, ήταν η Γενική Ασφάλεια. Στην ταράτσα της βασάνιζαν του Αντρέα (Λεντάκη) και τον έκανε τραγούδι ο Θεοδωράκης. Το κτίριο το αγόρασε το 1991 το ΚΚΕ και μετά το ξαναπούλησε στο κράτος όπου και εγκαταστάθηκε το Υπουργείο Πολιτισμού.

1974 -1981. Η Ελλάδα βγαίνει από το «γύψο» (τα Εξάρχεια θα παραμείνουν)

Από την αντίσταση και τα Δεκεμβριανά του ’44  ως τις φοιτητικές κινητοποιήσεις του 1-1-4 και τον αντιδικτατορικό αγώνα, τα Εξάρχεια είχαν ένα ξεχωριστό ρόλο στην ιστορία.

Στη μεταπολίτευση η περιοχή μετατράπηκε στο επίκεντρο των πολιτικοϊδεολογικών ζυμώσεων και διεργασιών της εποχής, στεγάζοντας γραφεία πολιτικών οργανώσεων και στέκια αντιεξουσιαστών.

Η κρίση των επίσημων σχηματισμών της αριστεράς και η υιοθέτηση πολιτικών ρευμάτων και συλλογικών στάσεων εκτός του γνωστού μπολσεβίκικου μοντέλου θα δώσουν στη συνοικία ένα ιδιαίτερο χρώμα, που από κάποιο σημείο και μετά σοκάρει τα παραδοσιακά συντηρητικά κοινωνικά στρώματα και πολιτικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας. Αντίθετα απ’ ότι πιστεύεται, οι “επιχειρήσεις αρετής” δεν ξεκίνησαν τέλη Σεπτέμβρη-αρχές Οκτώβρη του ’84 στα Εξάρχεια, αλλά 8 χρόνια νωρίτερα, την άνοιξη του 1976. Ήταν εκτεταμένες επιχειρήσεις αστυνομικής καταστολής σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα, παρόμοιες με τις πρόσφατες “επιχειρήσεις πόλις”, κατά τις οποίες δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι προσάγονταν χωρίς λόγο. Αν όμως στις πρόσφατες, ο “εσωτερικός εχθρός” ήταν κυρίως οι μετανάστες, στις παλιότερες ήταν αντίστοιχα η νεολαία. Ήταν ουσιαστικά επίδειξη μιας αναίτιας, αδιάκριτης (όσο και σκληρής) αστυνομικής βίας σε μαζικό επίπεδο.

Το 1978-80 από τα Εξάρχεια ξεκινούν οι πρώτες καταλήψεις στέγης στην Ελλάδα, οι οποίες θα κατασταλούν σαν «άντρα ανομίας και ναρκωτικών» πριν συμπληρώσουν ένα χρόνο λειτουργίας. Αποκαλυπτικότερα είναι κάποια δημοσιεύματα της εποχής στα έντυπα του ΚΚΕ όπου όποιος νέος είχε μακριά μαλλιά και άκουγε Rock μουσική συχνάζοντας στη περιοχή ήταν αλλοτριωμένος από τον «αμερικάνικο τρόπο ζωής» και «μόνιμος προβοκάτορας»:

«Πυρήνας “αναρχικών” η πλατεία Εξαρχείων. Μαζεύτηκαν στα Εξάρχεια για να ‘ναι πιο κοντά στο Πανεπιστήμιο, τη Νομική, το Πολυτεχνείο, τη Φυσικομαθηματική. Να δρουν μέσα στις σχολές, παίζοντας το γνωστό ρόλο τους… Ειδικά στη μοναδική πλατεία της περιοχής έχουν κάνει κατοχή! Όποια ώρα κι αν περάσεις βλέπεις μακρυμάλληδες με κουρελιασμένα ρούχα να είναι ξαπλωμένοι ανενόχλητοι στο γρασίδι. Δεν φτάνουν τα τόσα και τόσα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι, έρχεται να προστεθεί η διαφθορά με τους “αναρχικούς”, τα ναρκωτικά, τα φανερά πορνεία, τον αγοραίο έρωτα σε κρυφή μορφή στα ξενοδοχεία. Η κυβέρνηση φταίει γι’ αυτή την απαράδεκτη κατάσταση. Δεν παίρνει κανένα μέτρο. “Αναρχικοί”, ναρκομανείς κ.ά. δρουν ανενόχλητα με την ανοχή της αστυνομίας»

(Ριζοσπάστης 16/12/1980)

Η αστυνομία κάθε άλλο παρά έμενε φυσικά αδρανής. Παράδειγμα στις 8/4/1980. αστυνομικοί εισέβαλαν στην ταβέρνα «Τιπούκειτος» στα Εξάρχεια, διέκοψαν το μουσικό πρόγραμμα και προσήγαγαν τον τραγουδιστή κι όλους τους θαμώνες (κάπου 100 άτομα) για εξακρίβωση στοιχείων. Δεν κρατήθηκε κανείς, ανακρίθηκαν όμως όλοι τους ρωτώντας τους «τι δουλειά είχαν εκεί»!

1981 «Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ ενωμένο δυνατό…» (και κίτρινα προπαγανδιστικό)

Αν η δεκαετία του ’70 ήταν το πρόταγμα μιας επανάστασης, η δεκαετία του ’80 ήταν μια ζωντανή και διαρκώς ανανεούμενη διαδικασία εξέγερσης. Είναι η εποχή που η μαζική κουλτούρα αποικίζεται από ένα σαφώς αντιεξουσιαστικό πρόταγμα – όχι όμως με την έννοια μιας σαφώς ορισμένης πολιτικής ταυτότητας, αλλά ως μια διάχυτη άρνηση σχεδόν αποκλειστικά στη νεολαία. Τα Εξάρχεια ως το κεντρικό σημείο αναφοράς στον πόλεμο για το έδαφος που κήρυξε η εξουσία, γίνονται το σημείο εκείνο που οι αυτόνομες νεανικές ταυτότητες συντίθενται για να δημιουργήσουν τον σύγχρονο αντιεξουσιαστικό/αναρχικό χώρο. Το 1982-83 η ελληνική επαρχία θα γνωρίσει τα Εξάρχεια σαν «άβατο παρανομίας και διαφθοράς», μέσα από ένα σίριαλ στη κρατική τηλεόραση. Το σίριαλ «Κάθοδος» διαδραματιζόταν στη περιοχή και τη παρουσίαζε σαν περίπου γκέτο, όπου τα ναρκωτικά ήταν η κυρίαρχη κουλτούρα και οι νεανικοί έρωτες των «δεκαεξάχρονων φρικιών», παραβατική συμπεριφορά (οι οποίοι παρατούσαν οικογένειες και σχολείο για να μείνουν σε  κτήρια που παρέπιπταν σε καταλήψεις). Ουκ ολίγοι τρομοκρατημένοι γονείς θα εξόρκιζαν τα τέκνα τους (μαθητές ή επαρχιώτες φοιτητές), να μην πατήσουν ποτέ το πόδι τους στη περιοχή που η μικρή οθόνη εμφάνιζε σαν άντρο ακολασίας, χρήσης ναρκωτικών και εγκλήματος!

«Οι Πάνκς τα σπάνε!»

Το 1984, οι εφημερίδες της εποχής «ανακαλύπτουν» το «νέο εσωτερικό εχθρό»  τους πανκς. «Αφορμή» τα επεισόδια έξω από την ΑΣΟΕΕ για τη μη παραχώρηση της σχολής  για μια πανκ συναυλία αλληλεγγύης σε πολιτικούς κρατούμενους από φοιτητές της ΚΝΕ. Την επόμενη μέρα ενδεικτικά είναι τα ρεπορτάζ του τύπου τα οποία στην ουσία προανήγγειλαν τις «επιχειρήσεις αρετή». Στις 14 Σεπτεμβρίου 1984, σ’ένα τρομολαγνικό δισέλιδο του «Έθνους» που έφερε τον εύγλωττο τίτλο: «Και τώρα οι… “Σιού”. Εξάρχεια: μετά τα ναρκωτικά και τους αναρχικούς, ήρθαν οι πανκς με τα ξυρισμένα κεφάλια», διαβάζουμε στο ρεπορτάζ της δημοσιογράφου Καρίνας Λάμψα: «…με μαλλιά κομμένα σαν βούρτσα, βαμμένα συχνά σε διάφορα χρώματα, ζητιανεύουν, φοβίζουν τους ηλικιωμένους, παρατάνε μπουκάλια μπίρας εδώ κι εκεί και κατουράνε δημόσια όπου βρουν».

Όλα αυτά αφορούν μια παρέα 20 πιτσιρικάδων με το μεγαλύτερο να μην είναι πάνω από 17-18 χρονών. Πράγματα μάλλον αστεία σήμερα, φοβερά και τρομερά όμως τότε για μια κοινωνία που ταύτιζε τα «ευρωπαϊκά όνειρά» της με τον πιο συντηρητικό «ευπρεπισμό» και σοκαριζόταν αφάνταστα από κάθε ενδυματολογική ή κομωτική «ιδιαιτερότητα».

Κεντρική ιδέα του δημοσιεύματος ήταν η «ανάγκη εκκαθάρισης της περιοχής από τους περιθωριακούς». Τις ίδιες ακριβώς μέρες συγκροτούνταν η ΕΛ.ΑΣ., με την ενοποίηση Αστυνομίας Πόλεων και Χωροφυλακής. Η «εκκαθάριση των Εξαρχείων» θα αποτελέσει έτσι κι ένα «test drive» για τη διαπίστωση (και επίδειξη) των επιχειρησιακών δυνατοτήτων του νέου σώματος.

«Επιχείρηση Αρετή ή ΜΑΤ και ΜΕΑ για μια Ελλάδα νέα…»

Η ΠΑΣΟΚικής έμπνευσης πρώτη «επιχείρηση αρετή», με «αφορμή» τους πανκς, ξεκίνησε στις 28/9/1984 μετά από διαταγή του αστυνομικού διευθυντή Αττικής της ΕΛ.ΑΣ. Μποσινάκη με επιδρομή περίπου 100 ένστολων αστυνομικών, δεκάδων ασφαλιτών και ΜΕΑτζήδων (Μονάδες Ειδικών Αποστολών) με πολιτικά. Οι λιγοστοί πανκς  συνελήφθησαν στο άψε σβήσε και σύρθηκαν στις κλούβες με κλοτσιές, μαζί με δεκάδες άλλους νέους που το ντύσιμο ή τα μαλλιά τους δεν άρεσαν στα όργανα της τάξης. Το επόμενο διήμερο το σενάριο επαναλήφθηκε. Την 1η Οκτωβρίου 1984, τα πράγματα αγρίεψαν και ο κόσμος αντέδρασε. Τις πρώτες συλλήψεις ακολούθησε πετροπόλεμος, ενώ οι αστυνομικοί μπούκαραν μέχρι και στον κινηματογράφο «Βοξ» ξυλοκοπώντας τους θεατές!

Δεν ήταν παρά η αρχή. Επί δύο ολόκληρα χρόνια, όποτε τα ΜΑΤ εμφανίζονται στην πλατεία ακολουθούν συγκρούσεις με σαφή κλιμάκωση της βίας, καθώς οι πέτρες παραχωρούν σταδιακά τη θέση τους στις μολότοφ και την παθητική άμυνα των θαμώνων διαδέχεται μια πιο επιθετική τακτική δυναμικών μικρών ομάδων, με  επιθέσεις στις κλούβες μόλις αυτές παρκάρουν στη Στουρνάρη ή στη Χαριλάου Τρικούπη. Όσο για τους πανκς, τα χρωματιστά μαλλιά των οποίων προσέφεραν το πρόσχημα για την καταστολή, ταχύτατα θα χάσουν τη θέση τους στα ΜΜΕ από το αυθεντικότερο «φόβητρο» του «αναρχικού».

Την Άνοιξη του 1985 οι επεμβάσεις της αστυνομίας στη πλατεία και τη περιοχή γίνονται σχεδόν καθημερινές με συλλήψεις χωρίς κανένα ενδυματολογικό κριτήριο πια. Πανκς, μακρυμάλληδες και κουστουμαρισμένοι μαζεύονται στο σωρό στις κλούβες με συνοδεία ανελέητου ξύλου.

Ενδεικτική στιγμή  τη νύχτα της 27/4/1985, η επιδρομή της ΕΛ.ΑΣ. στα Εξάρχεια αντιμετωπίστηκε από κάποιες δυναμικές ομάδες με βροχή από μολότοφ. Μετά από διαδοχικές επιθέσεις, ΜΑΤ και ΜΕΑ επέλασαν στην πλατεία λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ενώ όσοι συγκρούστηκαν διέφυγαν μέσω Στρέφη. Ελλείψει συλληφθέντων, τα όργανα της τάξης ανέβηκαν τροχάδην την οδό Αραχώβης, όρμησαν στο πρώτο ουζερί που βρήκαν και μάζεψαν 14 θαμώνες. Οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στις κλούβες μέσα από δυο σειρές αστυνομικών, που ανεβοκατέβαζαν στα κεφάλια τους κλομπς και παλούκια που είχαν ξεριζώσει απ’ τα δενδρύλλια της πλατείας. Η δίκη των συλληφθέντων έγινε δυο μέρες αργότερα στο αυτόφωρο. Παρ’ όλο που οι μπάτσοι μάρτυρες κατηγορίας δεν ήξεραν τι έλεγαν, 8 κατηγορούμενοι έφαγαν από 10 μήνες για περιύβριση αρχής. Η είδηση της καταδίκης και οι ποινές μεταδόθηκε από την κρατική τηλεόραση τρεις ολόκληρες ώρες πριν βγει η (μεταμεσονύκτια) απόφαση!

“Είμαστε τρελοί κι ευτυχισμένοι…”

Αποκορύφωμα των καθημερινών επελάσεων της ΕΛ.ΑΣ. την Άνοιξη του 1985 είναι η κατάληψη του Χημείου (9-13/5/85) μετά την απαγόρευση πορείας που είχε καλέσει η αναρχική εφημερίδα «Σπάστης» στις 9 Μάη στο χώρο της πλατείας με αίτημα να φύγει η αστυνομία από τα Εξάρχεια.

Η συγκέντρωση περικυκλώνεται από πλήθος ΜΑΤ και ΜΕΑ και απαγορεύεται από τον εισαγγελέα και τον αστυνομικό διευθυντή Χοχτούλα με την εξής ανακοίνωση προς τους συγκεντρωμένους: «Απαγορεύεται η πορεία αλλά και συγκέντρωση στο χώρο της πλατείας. Έχετε πέντε λεπτά καιρό να διαλυθείτε. Αν τολμήσετε να φωνάξτε συνθήματα όπως –μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι– τότε θα συλληφθείτε και θα ισοπεδωθείτε!»
Τα ΜΑΤ δε περιμένουν ούτε πέντε λεπτά. Η επίθεση είναι σφοδρή με ανελέητο ξύλο, δεκατέσσερα άτομα συλλαμβάνονται. Μια ομάδα  40 περίπου κυνηγημένων καταφεύγει στο κτήριο του χημείου όπου και το καταλαμβάνει. Για πέντε μέρες και νύχτες, δεκάδες κλούβες και χιλιάδες μπάτσοι έχουν αποκλείσει ολόκληρη την περιοχή γύρω από το Χημείο. Οι συγκρούσεις στα οδοφράγματα του χημείου είναι συνεχείς μέρα και νύχτα. (Δεν είναι υπερβολή ότι οι καταληψίες κοιμόνταν με τα μάτια ανοικτά επάνω στα οδοφράγματα) «Από χθες το βράδυ μέχρι και σήμερα (την ώρα πού γράφεται αυτό)οι κατασταλτικές δυνάμεις τού “σοσιαλισμού”(ΜΑΤ καί ΜΕΑ)συνεχίζουν να μας δείχνουν την πραγματική τους μορφή. Αφήνοντας τελείως ελεύθερους τους φασίστες τής ΕΠΕΝ και της ΕΝΕΚ να μας βρίζουν και να μας απειλούν θέλουν να μας δείξουν πόσο δίκαιοι και αμερόληπτοι είναι νοσταλγοί της χούντας βλέπουν ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι ποτ δεν ξεχνούν την πραγματική μορφή της εξουσίας και συσπειρώνονται για να μας εκμηδενίσουν. Όμως δεν θα τους κάνουμε το χατήρι. Στηριζόμαστε στη δύναμή μας και σ’ όλους αυτούς που θα θελήσουν να μας βοηθήσουν απ’ έξω…»(από τη προκήρυξη που κυκλοφόρησε η ομάδα κατάληψης χημείου)

Η αναφορά στους φασίστες της ΕΠΕΝ και της ΕΝΕΚ  δεν είναι τυχαία. Όταν τα ΜΑΤ ξεκουράζονταν, το ρόλο τους αναλάμβαναν οι φασίστες (ενεργή η συμμετοχή του σημερινού βουλευτή του ΛΑΟΣ Μάκη Βορίδη) μαζί με τους εθνοπατριώτες της κεντρικής επιτροπής του ΠΑΣΟΚ, που από τις πρώτες ώρες συγκεντρωθήκαν σε μεγάλες ομάδες και χτυπούσαν βρίζοντας, με πέτρες, ξύλα κλπ  από την  Ιπποκράτους αλλά και από τη Χ. Τρικούπη.

Διάχυτη ήταν εκείνες τις μέρες και η φήμη ανάμεσα στους καταληψίες, ότι ένας από τους τραυματίες της κατάληψης  είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο νεκρός, πράγμα το οποίο ποτέ δε μάθαμε αν ήταν αλήθεια η έπεσε συγκάλυψη από τη κυβέρνηση η οποία  βρισκόταν σε προεκλογική περίοδο για τις ευρωεκλογές. Με αφορμή τις εκλογές και παρά τις φήμες για εισβολή της αστυνομίας στο κτήριο, μια επιτροπή της βουλής με επικεφαλής τους Μανόλη Γλέζο, Λεωνίδα Κύρκο και τον υπηρεσιακό υπουργό Σταθόπουλο προσπάθησε να έρθει σε επαφή με τους καταληψίες ώστε να μάθει τι ζητάνε και πώς μπορεί να σταματήσει η κατάληψη.

Τα αιτήματα προς αυτούς ήταν: «να φύγουν οι μπάτσοι από την πλατεία, να απελευθερωθούν οι συλληφθέντες, να έλθει πορεία να μας παραλάβει και να αδειάσει η Αθήνα από αστυνομία», ενώ υπήρξε προειδοποίηση ότι σε περίπτωση εισβολής θα ανατιναζόταν το κτήριο μαζί με όσους μπάτσους τολμούσαν να μπουν. Από έναν απαλλοτριωμένο ασύρματο της αστυνομίας που ήταν και η μοναδική επαφή με τον «έξω» κόσμο μαθεύτηκε ότι τα αιτήματα έγιναν αποδεκτά, και οι συλληφθέντες απελευθερώθηκαν με βούλευμα.

Την επόμενη (13/5) μια μεγαλειώδη πορεία από περίπου 4.000 κόσμου ερχόταν προς το Χημείο μέσω της Ακαδημίας. Η επιτροπή που αποτελούνταν κι από ανθρώπους του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και είχε αναλάβει τη πρωτοβουλία απεγκλωβισμού ήρθε στα οδοφράγματα. Οι καταληψίες βγήκαν έξω, οι της επιτροπής ρώτησαν: “που είναι οι άλλοι;”. Μόλις κατάλαβαν ότι ήταν μόνο 35 άτομα γούρλωσαν τα μάτια, πίστευαν ότι στο κτήριο βρίσκονταν τουλάχιστον 100 άτομα.

Με ένα πανώ μπροστά που έγραφε: Ε=mxc2 και το σύνθημα «είμαστε τρελοί κι ευτυχισμένοι», ενώθηκαν με μια πορεία 5000 ανθρώπων. Γέροι, νέοι, μανάδες, σύντροφοι κι αλληλέγγυοι που φώναζαν το σύνθημα: «Μέσα στο Χημείο μια χούφτα αναρχικοί, ξεφτίλισαν το κράτος και τη καταστολή».

Το Νοέμβρη του 1985, στην επέτειο του πολυτεχνείου δολοφονείται ο 16 ετών Μιχάλης Καλτεζάς από τον αστυνομικό Θανάση Μελίστα. Το ΕΜΠ καταλαμβάνεται από κοντά 2.000 κόσμο (ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και αναρχικούς) ενώ το βράδυ της δολοφονίας καταλαμβάνεται  το χημείο, κατάληψη η οποία κατεστάλη άγρια τα ξημερώματα της 18/11 από δυνάμεις των ΕΚΑΜ, των ΜΑΤ και ΜΕΑ οι οποίες μπαίνουν από τη ταράτσα μέσω κλίμακας της πυροσβεστικής. ρίχνουν δεκάδες δακρυγόνα μέσα στο κτήριο και με τα αυτόματα στα χέρια με το δάχτυλο στη σκανδάλη οδηγούν 40 περίπου συντρόφους στις κλούβες κάτω από καταιγιστικό ξύλο. Στις μεγάλες συγκρούσεις που ακολουθούν την επόμενη μέρα  και νύχτα στην Πατησίων, τα ΜΑΤ για πρώτη φορά από το 1976 καταπνίγουν την Αθήνα με δακρυγόνα, ενώ κάνουν την εμφάνιση τους σε συνεργασία μαζί τους φασίστες και πρασινοφρουροί του ΠΑΣΟΚ τους οποίους ο τύπος ονομάζει την επόμενη μέρα για πρώτη φορά «αγανακτισμένους πολίτες».

Το «κράτος των Εξαρχείων», ο στρατηγός Δροσογιάννης και η «αρετή» που έγινε μόνιμη… κάτοικος.

Από τα τέλη του 1985 ο τότε δεξιός τύπος κυρίως θα αναλάβει να συνδράμει τη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για το «κράτος των Εξαρχείων». Νέος υπουργός δημοσίας τάξης είναι  ο στρατηγός Αντώνης Δροσογιάννης  (πρώην αξιωματικός των ΛΟΚ στον εμφύλιο με τον εθνικό στρατό).

Υιοθετώντας  τον όρο περί «κράτους των Εξαρχείων» δηλώνει: «Δεν πρόκειται να ανεχθώ να υπάρχει κράτος αναρχικών ή οποιωνδήποτε άλλων στα Εξάρχεια. Η πλατεία θα γίνει όπως όλες οι άλλες, και όλοι θα μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα» (Το Βήμα 18/5/86) και δημαγωγώντας ασύστολα συνεχίζει: «…έβαλαν στην πλατεία Εξαρχείων ένα στρώμα και εξέδιδαν εκεί έναντι πενήντα δραχμών δύο κοριτσάκια δεκαπέντε ετών», ή ότι «οι μισοί θαμώνες της πλατείας είναι παιδιά 10-12 χρόνων που δεν συνοδεύονται». Παράλληλα «υπενθυμίζει» πως: «ο αναρχισμός έχει γίνει μανδύας για ποικίλες παράνομες δραστηριότητες, όπως το εμπόριο ναρκωτικών». Όταν όμως, στις 17/2/1986 ομάδες αναρχικών έδιωξαν διά ροπάλου τους εμπόρους της ηρωίνης από την πλατεία, τα ΜΑΤ επενέβησαν για να οδηγήσουν στο δικαστήριο τους… αναρχικούς! Η εμφάνιση της πρέζας στη περιοχή σε μαζικό επίπεδο ξαφνικά με ταυτόχρονη εμφάνιση πολλών χρηστών και εμπόρων ήταν μια παράλληλη καταστολή βάση σχεδίου με αυτή των ΜΑΤ. Άλλη μια διαρκής, σχεδόν καθημερινή  επίθεση της ΕΛ.ΑΣ. θα ξεκινήσει στα μέσα Μαΐου 1986 με αφορμή τις  κινητοποιήσεις και τις συγκρούσεις για την πυρηνική καταστροφή στο Τσέρνομπιλ τον Μάη του1986, η οποία «αναγγέλθηκε» πρώτα μέσω των ΜΜΕ: «Νέα επεισόδια δημιούργησαν χθες οι αναρχικοί “υπήκοοι του κράτους” των Εξαρχείων» («Ακρόπολη», 14/5/86). Με πολυήμερες μαζικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κι εκατοντάδες προσαγωγές ανθρώπων κάθε ηλικίας: μεσήλικες, κουστουμαρισμένοι, περίοικοι, οδηγούνται στις κλούβες μαζί με πιτσιρικάδες, δημοσιογράφους, ακόμη κι έναν Κινέζο τουρίστα! Οι διαδηλώσεις απαγορεύονται, ο υπουργός Δροσογιάννης  υπερασπίζεται με πάθος τις «προληπτικές συλλήψεις» (20/5/86), ενώ ο αστυνομικός διευθυντής Τασιάκος ανακοινώνει ότι τα Προπύλαια «είναι χώρος περιπάτου κι όχι πολιτικών εκδηλώσεων» («Τα Νέα», 13/5/86). Τριάντα φεμινίστριες που επιχειρούν να οργανώσουν δημόσια συζήτηση στο χώρο της πλατείας συλλαμβάνονται κι αυτές (22/5/86). Ο υπουργός θα τις χαρακτηρίσει «παρδαλές διανοούμενες», ενώ το «Εθνος» σχολιάζει το συμβάν με τον τρόπο του: «Τα ΜΑΤ τις πήραν αγκαλιά»!

Η ανάπλαση και το σχέδιο μετατροπής των Εξαρχείων σε τουριστική ατραξιόν.

Το σχέδιο καταστολής μέσω της «ανάπλασης» στη περιοχή είναι αρκετά παλιό ,οι πρώτες αναφορές γίνονται στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Στα πλαίσια του κεντρικού πολεοδομικού ανασχεδιασμού, τρεις ιδιαίτερες περιοχές της Αθήνας μπαίνουν στο στόχαστρο: Πλάκα, Φωκίωνος Νέγρη, Εξάρχεια. Τί σύμπτωση! Κατά τύχη συμβαίνει να είναι εκείνες ακριβώς οι περιοχές που συγκεντρώνεται η νεολαία της εποχής – η ίδια εκείνη νεολαία που οι εφημερίδες χαρακτήριζαν ως  τεντυμπόϊδες, πανκς, καμικάζι, μαλλιάδες.

Στα τέλη Μαΐου 1985, ο τότε υπουργός ΥΠΕΧΩΔΕ  Β. Κουλουμπής δίνει στη δημοσιότητα ένα σχέδιο «ανάπλασης» των Εξαρχείων και μετατροπής  της συνοικίας, στα βήματα του Θησείου και της Πλάκας: πεζοδρομήσεις, απομάκρυνση σουβλατζίδικων και μπαρ, ανάπτυξη ήπιας τουριστικής υποδομής, γκαλερί κ.λπ.

Το σκεπτικό, όπως αναλυόταν στο σχετικό φυλλάδιο του ΥΠΕΧΩΔΕ, ήταν εύγλωττο: η «αποθάρρυνση των διαφόρων περιθωριακών κοινωνικών ομάδων στη μονοπώληση και υποβάθμιση του χώρου», μέσω της μετατροπής της συνοικίας σε «πόλο έλξης επισκεπτών και τουριστών» και της «τόνωσης της κατοικίας» ευπορότερων κοινωνικών στρωμάτων φυσικά.

Ο επικεφαλής αυτής της ομάδας (σύμβουλος του Κουλουμπή τότε), Σπύρος Τσαγκαράτος, αναφέρει σχετικά: «Κατά την τελευταία συνάντηση πάνω στην πλατεία, συμφωνήσαμε με τους κατοίκους ότι θα απορρίψουμε το σχέδιο “Πλάκα”, να πεζοδρομήσουμε δηλαδή μία διαδρομή από την πλατεία μέχρι το Μουσείο, ώστε να ανεβάσουμε τουρίστες μέχρι τα Εξάρχεια, συμφωνήσαμε να καλέσουμε τον Τύπο την επόμενη και να αναγγείλουμε ένα σύνθετο “πακέτο” από πεζοδρομήσεις και κίνητρα για κατοικία με ανάπτυξη άλλων, ήπιων παρεμβάσεων. Ο Κουλουμπής ήταν έτοιμος να τα ανακοινώσει το ίδιο βράδυ, όταν έγινε ένα εντελώς αδικαιολόγητο “ντου” των MAT στην πλατεία. Κυριάρχησε στα μέσα ενημέρωσης, έγιναν καταστροφές, οπότε άντε μετά να βγεις και να μιλήσεις για επιστροφή κατοικίας και ήπιες παρεμβάσεις. Η επέμβαση στην πλατεία έγινε, διότι όπως μου εξήγησε αργότερα ο κ. Σταθάτος, υφιστάμενος του Νίκωνα Αρκουδέα (Ατικάρχη της ΕΛ.ΑΣ.), η αστυνομία χρειάζεται τα “πρεζάκια” και τα “βαποράκια” ως πηγές πληροφόρησης. Δεν ρισκάρουμε να τους χάσουμε με πεζοδρομήσεις και αναπλάσεις !»

Εξάρχεια Real estate

«Τα Εξάρχεια θα γίνουν σαν την Πλάκα» («Ελευθεροτυπία», 18/6/93). Αυτό εξήγγειλε αποτελούμενο από μεγαλεπήβολα (μεσιτικά) σχέδια ο τότε υφυπουργός ΠΕΧΩΔΕ Γιώργος Βουλγαράκης, του οποίου δεν είχαμε ακόμη γνωρίσει τις επιδόσεις του ως υπουργού Δημόσιας Τάξης, και κυρίως τις «νόμιμες και ηθικές» δουλείες του στις αγοραπωλησίες ακινήτων.

Το 1986 κάποιοι από τους «αγανακτισμένους» κατοίκους «χαιρέτισαν» την «πρωτοβουλία Κουλουμπή»  με ενθουσιασμό (και ίσως έβγαλαν απ’ την όλη διαδικασία σεβαστή υπεραξία) με αποτέλεσμα οι τιμές των ακινήτων να εκτιναχθούν  προς τα πάνω: «Ξύπνιοι επενδυτές κερδοσκόπησαν σε βάρος των κατοίκων στα Εξάρχεια» («Ελευθεροτυπία», 25/5/86). Στα μισά της δεκαετίας του ’90 που η μεταφορά των δικαστηρίων στην Ευελπίδων προκάλεσε «μεγάλη ζήτηση» στη περιοχή επαγγελματικής στέγης (σχετικά φθηνής) από εκατοντάδες νέους δικηγόρους «ανέβασε το ενδιαφέρον της αγοράς», ενώ διαβάσαμε αυτές τις μέρες ότι σημαντικός αριθμός επενδυτών ακινήτων ζητούσαν προς αγορά κτήρια και διαμερίσματα στη περιοχή για τη μετατροπή τους σε γραφεία επιχειρήσεων, μέσω ενός σχεδίου «ανάπλασης» που περιλαμβάνει τη φυσική συνέχεια του Κολωνακίου προς τα Εξάρχεια. Και δες πώς τα έφερε ο καιρός, να διαβάσουμε επίσης σε μια πρόσφατη ανακοίνωση της Κοινής Δράσης Αλληλεγγύης για τα Εξάρχεια ότι ο κ. Βουλγαράκης φέρεται ως ιδιοκτήτης παλαιάς πολυκατοικίας σε κεντρικό σημείο της συνοικίας – άρα και υποψήφιος να προσπορισθεί (ο ίδιος ή κάποια υπεράκτια;) τα κέρδη από την άνοδο των αξιών ακινήτων εάν η περιοχή «καθαρίσει» από «ενοχλητικά στοιχεία».

Όπως σ’ όλα τα χρηματιστήρια, έτσι κι εδώ, προϋπόθεση μιας καλής επένδυσης αποτελεί φυσικά η «εσωτερική πληροφόρηση».

1990-1994. Τι ΠΑΣΟΚ τι Ν.Δ. ξύλο πέφτει από παντού…

Στην αυγή της δεκαετίας του 1990 ο πλανήτης βίωσε τεράστιες ιστορικές αλλαγές με προεξέχουσα τη κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και της ΕΣΣΔ. Σε αυτή τη μικρή γειτονιά του πλανήτη που τη λένε Ελλάδα όμως, όπως ίσως γνωρίζετε οι παραδόσεις τιμούνται και ποτέ δε καταρρέουν. Γιορτάζοντας και τηρώντας τις παραδόσεις του έθνους, η «παραδοσιακή» καταστολή του Ελληνικού κράτους συνεχίστηκε με κάθε «επισημότητα». Οι επεμβάσεις του κράτους και κατά αυτή τη δεκαετία ήταν εξίσου σκληρές και διάχυτες. Τα Εξάρχεια δεν αποτελούν πλέον το «αποκλειστικό» πεδίο συγκρούσεων. Το 1989 γίνεται ένα «διάλλειμα» στη διακυβέρνηση της χώρας από το ΠΑΣΟΚ και την ολιγόμηνη  οικουμενική κυβέρνηση του 1989, με τη ΝΔ να αναλαμβάνει την εξουσία υπό τη πρωθυπουργία του Κ. Μητσοτάκη. Η καταστολή διαχέεται όχι μόνο στον πολεοδομικό ιστό της Αθήνας αλλά και σε άλλες πόλεις. Τέλη 1990 γίνονται εκατοντάδες καταλήψεις σχολείων σε όλη την Ελλάδα. Η κυβέρνηση και εν συνεχεία το παρακράτος τρομοκρατεί τους καταληψίες, πότε με εισαγγελικές παραγγελίες για λήξη των καταλήψεων και επεμβάσεις της αστυνομίας που συλλαμβάνουν παιδιά 14 και 15 ετών για να «συνετίσει» τους αγωνιστές μαθητές, και όταν δεν φτάνει το «μακρύ χέρι του κράτους», φτάνει αυτό του παρακράτους με την επιστράτευση  παρακρατικών-φασιστικών συμμοριών που απειλούν, δέρνουν και τρομοκρατούν τις νύχτες τους καταληψίες μαθητές. Αποκορύφωμα η δολοφονία του καθηγητή Λυκείου Νίκου Τεμπονέρα στη Πάτρα από τους παρακρατικούς νεοδημοκράτες Μαραγκό, Καλαμπόκα, στις 9 Γενάρη του 1991. Στην εξέγερση που ακολούθησε με αφορμή τη δολοφονία τις δυο επόμενες μέρες στην Αθήνα μετά από πανελλαδικό συλλαλητήριο για τη δολοφονία το οποίο δέχτηκε επίθεση από εκατοντάδες ΜΑΤαδες, 5 άτομα εγκλωβίζονται και καίγονται ζωντανά στο κτήριο του «Κ. Μαρούση»  από φωτιά η οποία ξεκίνησε από δακρυγόνα που τα ΜΑΤ εκτόξευσαν μέσα στο κτήριο. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κρατά 3 χρόνια και το βασικό της «έργο» είναι η άγρια καταστολή από τα ΜΑΤ όσων αγωνίζονται , «τιμώντας» την λιγοστή πια εργατική (και υποψήφια άνεργη) τάξη με άφθονο ξύλο. Από τους απεργούς της «Ολυμπιακής», μέχρι αυτούς της «ΕΑΣ», της «Πειραϊκής-Πατραϊκής», της «Πιρέλλι», κλπ.

1994-2004. «σοσιαλιστική ανάπτυξη». Καταστολή με… στυλ κοινωνικό.

Τέλη του ’93 το ΠΑΣΟΚ επανέρχεται στην εξουσία παρουσιάζοντας το «δημοκρατικό-σοσιαλιστικό» του προσωπείο για μια ακόμη φορά: Εισβολή στην ΑΣΟΕΕ, σύλληψη 52 αναρχικών και την καταδίκη τους σε 8 μήνες φυλάκιση τον Αύγουστο του ’94. Πολυάριθμες συλλήψεις αναρχικών έξω από το Πολυτεχνείο στις 17/11/1994 αφού προηγούμενα έγινε εισβολή σε τέσσερις καταλήψεις στέγης με συνολικό αριθμό συλλήψεων 96 ατόμων.

Το Χειμώνα του 1995 το άσυλο καταλύεται για δεύτερη φορά στα μεταπολιτευτικά χρονικά. Με αφορμή τη πολυήμερη εξέγερση στα κολαστήρια των ελληνικών φυλακών, γίνεται κατάληψη στο Πολυτεχνείο από αναρχικούς και αντιεξουσιαστές σε ένδειξη αλληλεγγύης στους εξεγερμένους φυλακισμένους. Το κράτος με εντολή των Πασοκικών διαχειριστών του, άρουν το άσυλο και οι σιδερόφρακτες ορδές των ΜΑΤ πανηγυρίζοντας  εισβάλουν στο χώρο του Πολυτεχνείου και συλλαμβάνουν 504 αναρχικούς.

Οι συλληφθέντες-αιχμάλωτοι στήνονται σε σειρές όπου κατά ομάδες οδηγούνται στις κλούβες έξω από τη κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου, θυμίζοντας εικόνες από το γκέτο της Βαρσοβίας και το φόρτωμα των Εβραίων στα τραίνα προς το Άουσβιτς. Σημειολογική λεπτομέρεια: Ο «ένοπλος αγωνιστής» κατά της χούντας και υφυπουργός Δημοσίας Τάξης τότε, Σήφης Βαλυράκης είναι ο εμπνευστής της εισβολής όπως ο ίδιος επιβεβαίωσε σε μετέπειτα τηλεοπτική του συνέντευξη.

Η «σοσιαλιστική» καταστολή έχει ακόμη πολύ ξύλο να δώσει. Ενδεικτικά: Οι συγκρούσεις για τον ΑΣΕΠ που έγιναν πανελλαδικά το καλοκαίρι του ’95. Οι συγκρούσεις στη «θερμή» υποδοχή Κλίντον το 1999. Το Μάη του 2002 με πρωτοφανή αγριότητα οι κατασταλτικοί μηχανισμοί επιτίθενται στο Λιμάνι του Πειραιά σε βάρος των απεργών ναυτεργατών. Τότε κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης Σημίτη χαρακτήριζαν τις κινητοποιήσεις ως «εκτροπή από τη νομιμότητα». Την ίδια χρονιά κτυπιούνται  αγρότες που προσπαθούν να φτάσουν στο μέγαρο Μαξίμου. Καταστολή από τα ΜΑΤ επίσης αγροτικών κινητοποιήσεων το 2002 με πλέον χαρακτηριστική την «επιχείρηση βουλκανιζατέρ» στη Θεσσαλία. Η βίαιη καταστολή της πορείας των συνταξιούχων έξω από το μέγαρο Μαξίμου,«το κοινωνικό πρόσωπο» του ΠΑΣΟΚ προς τη τρίτη ηλικία» σε όλη του τη «μεγαλοσύνη»! Παράλληλα, με την κατασταλτική τρομοκρατία, προχωρά και η λεηλασία των οικονομικών αποθεμάτων μέσω του «πάρτυ του χρηματιστηρίου» στο όνομα της ΠΑΣΟΚικής «ανάπτυξης», και η  εξαπάτηση του κόσμου. Η ουσιαστική ενίσχυση του νεοπλουτισμού μερίδας του κοινωνικού ιστού, ο καταναλωτισμός, η πλήρης εφαρμογή των κρατικών σχεδιασμών και η ενίσχυση των κεφαλαιούχων, τους οποίους υποτίθεται πως θα πολεμούσε όταν θα γινόταν κυβέρνηση, το 1981, δεν άφησαν και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο ψευδαισθήσεων για το τι πρόκειται να ακολουθήσει κατά τη νέα περίοδο της πρωθυπουργίας Σημίτη και  της Πασοκικής διαχείρισης με αποκορύφωμα το μεγάλο φαγοπότι των Ολυμπιακών αγώνων του 2004. Το «δημοκρατικό έργο» του ΠΑΣΟΚ  σφραγίζεται με την ψήφιση του νόμου «για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας», γνωστού και ως «αντιτρομοκρατικού νόμου» που εισηγήθηκε ο τότε υπουργός Δημοσίας Τάξης (και σήμερα «προστασίας του πολίτη») Μ. Χρυσοχοϊδης.

2004-Σήμερα. Και τα Εξάρχεια; «το αυτόνομο κράτος» βρυχάται…

Το 2004, η ΝΔ με τον Κώστα Καραμανλή έρχεται στην εξουσία (για τη τυπική εναλλαγή διαχείρισης  του κράτους).

Τα Εξάρχεια ξαναβρίσκουν τη «χαμένη αίγλη» τους στα πρωτοσέλιδα των αστικών ΜΜΕ με αφορμή τις φοιτητικές κινητοποιήσεις του 2007 και τον «στρατηγό άνεμο» Βύρων Πολύδωρα στην ηγεσία του υπουργείου Δημοσίας Τάξης, ο οποίος θέλοντας να προσδώσει μια αρχαϊκή «αύρα» στα μαντρόσκυλα της ΕΛ.ΑΣ. τους ονομάζει χαϊδευτικά «πραίτορες». Ο Βύρων (γνωστός αρχαιολάτρης, διανοούμενος, και ποιητής) ομολογεί  σε μια στιγμή σπάνιας ειλικρινείας για πολιτικό, αυτό που όλος ο κόσμος ξέρει: «Μη χτυπάτε την αστυνομία. Οι αστυνομικοί οπλοφορούν, είναι και αυτοί άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να απολέσουν τη ψυχραιμία των». Την «απώλεια ψυχραιμίας» την διαπιστώσαμε το Δεκέμβρη του 2008 με τη δολοφονία του 15 ετών Αλέξη Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό της ΕΛ.ΑΣ. Επαμεινώνδα Κορκονέα.

«Ρητορεύοντας»  στη Βουλή ο Βύρων Πολύδωρας  χαρακτηρίζει επισήμως την περιοχή «άβατον» για την ΕΛ.ΑΣ. (27/4/07). Ένα μήνα μετά τα μεγάλα φοιτητικά συλλαλητήρια, η κυβέρνηση Καραμανλή, οι υπηρεσίες ασφαλείας και οι επικοινωνιακοί συνοδοιπόροι τους (ΜΜΕ) ετοιμάζονται κατά τα φαινόμενα να πάρουν τη ρεβάνς για τον ξεσηκωμό των φοιτητών το ίδιο έτος. Εφημερίδες και κανάλια δεν άργησαν να εντοπίσουν την εστία του «κακού» των φοιτητικών συγκρούσεων για το άρθρο 16, στα οικοδομικά τετράγωνα μεταξύ Σόλωνος και Στρέφη:  Για «κράτος των Εξαρχείων» μιλά η «Espresso» (30/4/), «300 “αναρχοληστές” των Εξαρχείων» βλέπει η «Καθημερινή» (29/4/), «μετατροπή ολόκληρων περιοχών της πρωτεύουσας σε ανοχύρωτες γειτονιές» διαπιστώνει ο Πρετεντέρης στο «Βήμα» (29/4/), «”ανεξάρτητο κράτος” από τους κουκουλοφόρους των Εξαρχείων» ανακαλύπτει, τέλος, το «Πρώτο Θέμα» (29/4/), εξηγώντας πως: «αστυνομικοί μιλάνε πλέον ανοιχτά για αναβίωση της προ του 1990 ανεξέλεγκτης κατάστασης». Το «αυτόνομο κράτος των Εξαρχείων» για μια ακόμη φορά, «απειλεί» να «καταλάβει την επικράτεια και να καταλύσει το κράτος». Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται οι περιγραφές των σχεδίων της ΕΛ.ΑΣ. Παρά τις διαφωνίες τους όσον αφορά την επιχειρησιακή ονομασία της επερχόμενης εκκαθάρισης («Τρίαινα», «Εξάρχεια» ή κάτι άλλο), τα ρεπορτάζ διακρίνονται κι εδώ από ενιαία ορολογία: «εισβολή» των ΜΑΤ στους «θυλάκους» της αναρχίας» («Ελ. Τύπος», 27/4), «εισβολή μακράς διαρκείας» στα Εξάρχεια» («Espresso», 29/4), «κατάλυση του “αβάτου” της πλατείας» («Βήμα», 29/4). Όπως ακριβώς αρμόζει, δηλαδή, σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον μιας εδαφικά καθορισμένης, κυρίαρχης επικράτειας. Το σχέδιο της «εισβολής», όπως αναλύεται στον φιλοκυβερνητικό «Ελεύθερο Τύπο» (27/4), αποτελεί άλλωστε αντιγραφή των κλασικών «μπλόκων» της Κατοχής: «Οι έφοδοι θα εκδηλωθούν μέσω των τριών βασικών οδών που καταλήγουν στην ομώνυμη πλατεία, προκειμένου να συμπιεστούν οι θαμώνες προς το κέντρο και να ακολουθήσουν μαζικές προσαγωγές και συλλήψεις».

Πρόλογος αντί επίλογου

Το παραπάνω κείμενο προσπαθεί να πληροφορήσει τον αναγνώστη μέσα από μια ιστορική αναδρομή. Εστιάζει λίγο παραπάνω στη δεκαετία του 1980-90 την οποία θεωρούμε σημαντική για τις μετέπειτα εξελίξεις, στις μεθόδους καταστολής του κράτους, που με οδηγό τα Εξάρχεια ασκήθηκαν όχι μόνο στον αστικό χώρο της Αθήνας, αλλά και των άλλων τριών μεγάλων αστικών κέντρων (Θεσ/νίκη-Πάτρα-Ηράκλειο), οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Τα Εξάρχεια και οι κάτοικοι του έχουν αποδείξει ότι όχι μόνο δεν υποτάσσονται στην επί 35 σχεδόν χρόνια μόνιμη καταστολή, αλλά συνεχίζουν δυναμικά να δημιουργούν μικρές «νησίδες ελευθερίας» όπως παράδειγμα το αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο στη Ναυαρίνου, τα κοινωνικά-πολιτικά και αλληλέγγυα στέκια, τα εναλλακτικά καταστήματα-συλλογικότητες που βρίσκονται στη περιοχή κ.λπ. επιμένοντας ενάντια στη βαρβαρότητα του κράτους όχι μόνο να υπάρχουν αλλά να αντιστέκονται. Γιατί είναι ένα «ζωντανό» κομμάτι (ίσως το πιο ζωντανό) του πολεοδομικού ιστού της Αθήνας. Και όπου υπάρχει ζωή: «ο θάνατος δεν θα έχει πια εξουσία».

*Για τη συγγραφή του άρθρου χρησιμοποιήθηκαν εκτενή αποσπάσματα από:

Άρθρο της δημοσιογραφικής ομάδας Ιός:

ΕΞΑΡΧΕΙΑ 1984-2007. Η ιστορία ενός ψευδοκράτους
http://archive.enet.gr/online/online_print?id=42797740

Εξάρχεια reloaded… Η καταστολή ως έργο τέχνης (αντιεξουσιαστική περιοδική έκδοση Black Out. Θεσσαλονίκη 2007, τεύχος#9)

Το ΠΑΣΟΚ είναι πάλι εδώ!

(Ε. από συλλογικότητα anarchypress και Συσπείρωση Αναρχικών. 23/10/09)
http://www.anarchypress.gr/

από την εφημερίδα δρόμου ΑΠΑΤΡΙΣ

Αστυνομία – κυβέρνηση καταστέλουν ανοίγοντας τον δρόμο στην Χρυσή Αυγή

ΜΠΑΤΣΟΙ ΚΑΙ ΝΑΖΙ

Μετά τις σκουριές, την επιστράτευση η Κυβέρνηση επιτείθεται στους κοινωνικούς χώρους

Την Παρασκευή 17/5 βράδυ, στην πλ. Όλγας, υπήρχε αυτοοργανωμένο πάρτι (το οποίο γίνεται κάθε βδομάδα) στο κάτω μέρος της πλατείας (Αράτου κ Ρηγ. Φεραίου) με 20 άτομα νεολαίους. Την ίδια στιγμή αρκετός κόσμος παρακολουθούσε στι καφετέρειες τις πλατείες τον αγώνα ποδοσφαίρου. Αυτό το κλίμα δεν άρεσε στην αστυνομία και επιτέθηκε στις 23:00, με διμοιρίες ΜΑΤ προσαγάγοντας 4 άτομα χωρίς λόγο και δικαιολογία. Το πάρτυ που γίνεται κάθε βδομάδα δεν ενόχλησε κανέναν, ούτε κάτοικο ούτε πελάτη μαγαζιών, αλλά “ενόχλησε” φυσικά την αστυνομία η οποία έστειλε ΜΑΤατζήδες οπλισμένους έτοιμους για “όλα” εναντίον νέων που απλώς άραζαν με μουσική.

Στην συνέχεια κόσμος ειδοποιήθηκεί για το γεγονός, κατέβηκε στην πλατεία Όλγας για συμπαράσταση στους συλληφθέντες ενάντια στον αυταρχισμό που έδειξε η αστυνομία. Αργότερα παρ’ όλο που αφέθηκαν ελεύθεροι οι προσαχθέντες , η αστυνομια παρέμεινε επιδεικτικά οπλισμένη στο πάνω μέρος τις πλατείας για αρκετή ώρα και έπειτα αποχώρησε.

Αμεσώς μετά από λίγα λεπτά, με την λήξη του ποδοσφαιρικού αγώνα, οι δυνάμεις των ΜΑΤ κατέβηκαν ξανά στην πλατεία και επιτέθηκαν στον συγκεντρωμένο αλληλέγγυο κόσμο με εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων, προχώρησε σε προσαγωγές, αδειάζοντας την πλατεία και διώχνοντας με την βία τον κόσμο. Στην συνέχεια απομόνωσαν ένα κομμάτι των αλληλέγγυων στην Ρήγα Φεραίου το οποίο τα ΜΑΤ το κυνήγησαν μέχρι την Αγία Σοφία με χρήση δακρυγόνων ενώ οι δυνάμεις των ΜΑΤ παραμένουν (μέχρι τις 4πμ) στις γωνίες στην πλατεία Όλγας προπαθώντας να κόψουν την κίνηση κοντά στην περιοχή.

Όλα αυτές οι ειδήσεις από site τα οποία μιλάνε για συμπλοκές πόλεμο αντιεξουσιαστιών και ΜΑΤ είναι ΜΕΓΑΛΑ ΨΕΜΑΤΑ. Τις ζημιές τις προκάλεσε αποκλειστικά η Αστυνομία η οποία περικύκλωσε την πλατεία με στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των θαμώνων της πλατείας. Η Αστυνομία επιτέθηκε χωρίς λόγο σε μία πλατεία στην οποία για χρόνια τώρα νεολαία και μέλη πολιτικών χώρων της Αριστεράς της Αναρχίας οργανώνουν εκδηλώσεις. Η κυβέρνηση και η Αστυνομία εδώ και καιρό θέλει να καθαρίσει την περιοχή στην πλ Όλγας – Παράρτημα. Τα άρθρα στις Σαββατιάτικες τοπικές φυλλάδες που μιλάνε για την εκκαθάριση του Παραρτήματος (Κόσμος: “Εισαγγελία Πατρών: Εκκενώστε το Παράρτημα”) σε συνδυασμό ότι την Κυριακή η Χρυσή Αυγή την Κυριακή οργανώνει ανοικτή συγκέντρωση έξω από τα γραφεία της δείχνουν το πραγματικό σχέδιο της Αστυνομίας:

– να τρομοκρατήσει τον κόσμο που συχνάζει στην περιοχή και να τελείων με τους κοινωνικούς χώρους αντίστασης. Θέλει να εφαρμόσει το σχέδιο τρομοκράτησης που υπάρχει στο κέντρο της Αθήνας (βλ πλατεία Εξαρχείων) ή το σχέδιο εκκαθάρισης των καταλήψεων όπως αυτό της Βίλας Αμαλίας

– να στρώσει τον δρόμο για την εκδήλωση της Χρυσής Αυγής δηλώνοντας ότι θα τιμωρήσει όποιες αντιδράσεις υπάρξουν ενάντια στην Νεοναζιστική Φιέστα είτε την Κυριακή είτε γενικώς στο μέλλον.

Καλούμε τους εργαζόμενους, τους άνεργους, την νεολαία να αντιδράσουν στα σχέδια της αστυνομίας τα οποία είναι συνέχεια των εντολών του Δένδια για την καταστολή στις Σκουριές, της επιστράτευσης των απεργών.

Καλούμε όλο τον κόσμος στις κινητοποιήσεις που θα καλεστούν άμεσα (Κυριακή απόγευμα_ ενάντια στην Καταστολή, τον Αυταρχισμό, την Καταπάτηση των δικαιωμάτων και ενάντια στι Γιορτές – Συγκεντρώσεις μίσους της Νεοναζιστικής Συμμορίας Χρυσής Αυγής.

Κίνηση Απελάστε τον Ρατσισμό Πάτρας, via: Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών

Η Σονάτα της Βίας

violence

Ι.
Ζούμε σε μια εξαιρετικά βίαιη εποχή;

Φαίνεται εξαρχής εύκολο να απαντήσει κανείς καταφατικά σε αυτή την ερώτηση. Αρκεί να σκεφτεί τους νεκρούς κατά τη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης, τις εκατόμβες πτωμάτων στον εμφύλιο της Συρίας, την τεράστια αύξηση της ανεργίας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο που συνοδεύεται από αμέτρητα προσωπικά δράματα, την ένταση και απόλυτη συστηματικοποίηση της κρατικής καταστολής, την ανάδυση του φασισμού με μαζικούς δολοφόνους τύπου Μπρέιβικ, τους φονικούς πυροβολισμούς σε σχολεία των ΗΠΑ, τα συνεχώς αυξανόμενα ρατσιστικά εγκλήματα στην Ελλάδα, καθώς και την όξυνση και την, σε κάποιο βαθμό, ποιοτική αλλαγή της εγκληματικότητας – φαινόμενα που οφείλονται κυρίως στην καθολική οικονομική και κοινωνική κατάρρευση.. Η απάντηση, όμως, δεν είναι τόσο εύκολη όσο φαίνεται, ειδικά αν συγκρίνουμε τη σημερινή κατάσταση με αυτή που επικρατούσε σε ολόκληρο τον πλανήτη μέχρι και τον 20ο αιώνα: Παγκόσμιοι πόλεμοι, πυρηνικά όπλα, γενοκτονίες, κοινωνική βία, επιδημίες, εξαθλίωση κλπ. Η εποχή μας λοιπόν, είναι βίαιη με τον τρόπο που ανέκαθεν η βία ήταν παρούσα στην ανθρώπινη Ιστορία αλλά και με έναν καινούργιο, μετα-μοντέρνο θα μπορούσε να πει κανείς, τρόπο: η απειλή της βίας, ο φόβος της βίας, η βία του διαρκούς φόβου για την έλλειψη της «ασφάλειας» σε έναν κόσμο που, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν έπαψε να είναι ένα θέατρο ακροτήτων, μοιάζει να είναι ένα νέο ποιοτικό στοιχείο.

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τη βία γενικά και αόριστα. Οφείλουμε, εξ αρχής, διαχωρίσουμε τη βία που στρέφεται κατά ανθρώπων από την βία (ή «βία») που στρέφεται κατά υλικών αγαθών. Δεν είναι σε καμία περίπτωση λογική (και οπωσδήποτε δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερη) η εξίσωση της ψυχολογικής βίας που δέχεται ένας άνεργος, ένας άστεγος, ένας βασανιζόμενος κρατούμενος κλπ. με την πέτρα που δέχεται η τζαμαρία ενός τραπεζικού καταστήματος ή με τις υλικές ζημιές που είναι αποτέλεσμα συγκρούσεων του Κράτους και των μηχανισμών του με την Κοινωνία (βλ. π.χ. τις εκτεταμένες συγκρούσεις του Δεκεμβρίου 2008, του Ιουνίου και Οκτωβρίου 2011, του Φεβρουαρίου και Νοεμβρίου 2012). Επίσης, δεν υπάρχει καμία λογική στην ταύτιση ενός φόνου, ενός βιασμού, ή των βασανιστηρίων με μία αναίμακτη ληστεία, μία κλοπή ή με μία βόμβα που προκαλεί υλικές φθορές. Υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να χτυπάς ή να σκοτώνεις ανθρώπους και στο να κλέβεις ή να καταστρέφεις υλικά αγαθά. Μόνο αυτοί, για τους οποίους δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ζωής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας έναντι της ατομικής ιδιοκτησίας, δεν μπορούν να κατανοήσουν την θεμελιώδη αυτή διάκριση..

Επιπλέον, θα πρέπει να διαχωρίσουμε τη συμπτωματική βία που μπορεί να προκύψει από εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, πορείες και συγκεντρώσεις από τη σκόπιμη βία, που αφορά τη βία κατά ανθρώπων. Σε περιόδους ακραίας σκόπιμης βίας εκ μέρους του Κράτους και των μηχανισμών του, σαν αυτές που ζούμε σήμερα, οι οικονομικοπολιτικές ελίτ, που εκφράζονται μέσα από τα ΜΜΕ, φροντίζουν να αναδεικνύουν τις μορφές βίας που προέρχονται από τα κάτω σαν αντικοινωνική βία που στρέφεται ενάντια του κάθε πολίτη, προτάσσοντας το δόγμα του «Νόμου, της Τάξης και της Ασφάλειας». Οι ίδιες οι κραυγές για νόμο και τάξη, όμως, έχοντας τη ρίζα τους στην επιθυμία για καταστολή (αν όχι για αφανισμό) των διαφωνούντων, αποτελούν αναμφίβολα μια μορφή βίας και μάλιστα σκληρής. Η πρόθεση, για παράδειγμα, του πρωθυπουργού Α.Σαμαρά όταν λέει «τρομοκρατήστε τους τρομοκράτες» ή του Άδωνι Γεωργιάδη όταν λέει πως «η βία των ΜΑΤ είναι η νόμιμη κρατική βία», είναι πολύ βιαιότερη της βίας που ισχυρίζεται ότι θέλει να καταπολεμήσει.

Ίσως, λοιπόν, δεν ζούμε στην πιο έντονα και φανερά βίαιη εποχή της ιστορίας, ζούμε όμως καιρούς στους οποίους θριαμβεύει η βία σαν διέξοδος, σαν μόνη απάντηση του εκάστοτε αυτοπροσδιοριζόμενου ως θύματος στη βία του κάθε θύτη.

II.
Ο μανδύας της μη-βίας

Η μη-βία αποτελεί κεντρική θέση των περισσότερων πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα, με εξαίρεση το ΚΚΕ που υποστηρίζει πως η άσκηση βίας θα είναι απαραίτητη «όταν ωριμάσουν οι συνθήκες» (αλλά, έχοντας απαρνηθεί κάθε επαναστατικό πρόταγμα, δεν πρόκειται να ωριμάσουν ποτέ με το δικό του σκεπτικό…) και το νεοναζιστικό, που τρέφεται αποκλειστικά και μόνο από τη ρατσιστική βία. Το πολιτικό σύστημα εξυμνεί δήθεν την Δημοκρατία της ελευθερίας του Λόγου, τη στιγμή που αδυνατεί να παράξει Λόγο, συμμετέχοντας σ’ ένα Κοινοβούλιο-τσίρκο του λαϊκισμού και του επικοινωνιακού θεάματος- το οποίο επιτελεί διακοσμητικό ρόλο στα πλαίσια ενός ολιγαρχικού πολιτεύματος. Από την άλλη, βασική αρμοδιότητα των βουλευτών είναι η νομοθέτηση, η σύνταξη δηλαδή υποχρεωτικών Κανόνων που, ως καταναγκαστικά εφαρμοστέοι, αποτελούν μια διαρκή υπόσχέση για άσκηση βίας εναντίον της κοινωνίας. Πόσοι άραγε θα τηρούσαν τους, θεσπισμένους από μία πολιτική ελίτ, νόμους αν η παράβαση τους δεν τιμωρούνταν; Η βία, λοιπόν, δεν αποτελεί απλά μια συμπτωματική έκφραση του Κράτους, αλλά το θεμέλιο λίθο της ύπαρξης του, και κάθε καταδίκη της βίας απ’ την πλευρά των εκφραστών του είναι αισχρά υποκριτική ή απλώς, εντελώς κυνική.

Βέβαια, η υποκρισία δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο του Κράτους. Το μανδύα της μη-βίας φορούν, σε διαφορετικό βαθμό, κι οι αυτοαποκαλούμενοι «φιλήσυχοι» και «νομοταγείς»΄πολίτες, αυτοί που βιαιοπράγησαν εναντίον της φύσης χτίζοντας πάνω σε καμμένη γη, αυτοί που απαίτησαν μικρές περιουσίες για να εγχειρήσουν αρρώστους, αυτοί που πάτησαν πάνω στον μόχθο κακοπληρωμένων και ανασφάλιστων εργατών ώστε να πλουτίσουν, αυτοί που τρομοκράτησαν μέσα από στήλες εφημερίδων, τηλεοπτικές συχνότητες και ιστοτόπους. Αυτοί που νομιμοποίησαν τους νεοναζί με την ψήφο τους, ζητώντας να «ξεβρωμίσει ο τόπος», αποφεύγοντας τον πόνο του καθρέφτη, αυτοί που συνεχίζουν να καταφεύγουν στη γκρίνια, και όχι στη σκέψη και τη δράση, αυτοί που αναπαράγουν την κυρίαρχη κουλτούρα της αποκτήνωσης. Αυτή η «ήσυχη» πλειοψηφία που παριστάνει ότι σοκάρεται για κάθε πράξη που εκφεύγει της δικής της δοτής νομιμοφροσύνης και κατεργάρικης εκνομίας, είναι που τελικά ανοίγει το δρόμο για τα πιο βίαια εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας.

ΙΙΙ.
Κράτος και εσωτερικός εχθρός

Όταν η κοινωνική κατάσταση είναι τέτοια που καθιστά πιθανή μία κοινωνική έκρηξη, το Κράτος εφαρμόζει τακτικές άμυνας (στην πραγματικότητα: ανηλεούς επίθεσης) απέναντι στις μικρές ή μεγάλες επιθέσεις (στην πραγματικότητα: πράξεις αντίστασης ή δικαιολογημένης, νόμιμης, άμυνας) που δέχεται από ένα μέρος της κοινωνίας, χρησιμοποιώντας ως υπερασπιστική του γραμμή τη βία της κοινής γνώμης των «φιλήσυχων». Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν ο πληθυσμός των αντιφρονούντων, εχθρός του Κράτους, δεν κρύβεται πίσω από ένα μη-βίαιο μανδύα, δεν προσαρμόζει τη δράση του στην κυρίαρχη κουλτούρα, δεν δρα ώστε να χειραγωγήσει, αλλά προκειμένου ν’ απελευθερώσει και ν’ απελευθερωθεί. Σε μία τέτοια κατάσταση, το Κράτος έχει μόνο μία απάντηση: την τρομοκρατία – αντίδραση πέρα για πέρα αναμενόμενη, η οποία δεν θα ‘πρεπε να εκπλήσσει κανέναν.

Όταν το Κράτος αμφισβητείται ευθέως από την κοινωνία (την αρχή αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητάς του διαδέχεται σε περιόδους μεγάλης κρίσης η αμφισβήτηση της ίδιας του της φύσης, της αναγκαιότητας της ύπαρξής του), προσπαθεί να δημιουργήσει εσωτερικούς ή εξωτερικούς εχθρούς, εχθρούς σκοτεινούς, μυστήριους, φονικούς, ύπουλους. Μπροστά σ’ αυτό τον εχθρό, που παρουσιάζεται σαν το Απόλυτο Κακό, όλα τ’ άλλα προβλήματα, που είναι πολύ πιο πραγματικά, περνάνε σε δεύτερη μοίρα. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το κυβερνητικό σχήμα, αποτελούμενο από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα που εξυπηρετεί τα κυρίαρχα στρώματα ψελίζοντας φιλολαϊκές ασυναρτησίες ανάμεικτες με ανοησίες για Έθνος, Πατρίδα, Παραδοσιακές Αξίες κλπ. , επιδιώκει να συσπειρώσει την κοινωνία γύρω του, αποσπώντας την συναίνεσή της, κατασκευάζοντας έναν κοινό εχθρό: τους αναρχικούς.

Έτσι, επιστρατεύει τις τηλεοπτικές μαριονέτες, όπως τον Δ.Βερύκιο που αναρωτιόταν «ποιά είναι η διαφορά μεταξύ αναρχικών και τρομοκρατών», ώστε να κατασκευάσουν μία κοινή γνώμη εχθρικά διακείμενη προς τους αντιεξουσιαστές . Επίσης, χρησιμοποιεί τον κατασταλτικό του βραχίονα, την αστυνομία, ώστε να εισβάλλει σε αυτοοργανωμένους χώρους, εφευρίσκοντας «εστίες ανομίας», και να βασανίσει κρατουμένους, καταφεύγοντας έπειτα σε κωμικοτραγικές δικαιολογίες. Τέλος, επιδιώκει την ηθική και νομική ταύτιση αναρχισμού και τρομοκρατίας, βαφτίζοντας τρομοκράτη οποιονδήποτε αυτοπροσδιοριζόμενο αναρχικό/αντιεξουσιαστή φέρεται να έπραξε κάποια πράξη που χαρακτηρίζεται εγκληματική από τον Ποινικό του Κώδικα.

Σε τι στοχεύει αυτή η τακτική της κυβέρνησης; Στην άνευ όρων συμπόρευση της κοινωνίας με το Κράτος, στα πλαίσια της εξαιρετικής και κομβικής (γι’ αυτήν) σημασίας καταπολέμησης του Κοινού Εχθρού. Στην εκχώρηση των πιο πλατιών εξουσιών, ώστε το Κράτος να οργανώσει πιο αποτελεσματικά την διατήρηση της Τάξης και της Ασφάλειας, που θα εξασφαλίσει την ομαλότερη εφαρμογή της αντικοινωνικής του πολιτικής. Με λίγα λόγια, η κατασκευή εσωτερικού εχθρού, με την εξαιρετικά χρήσιμη βοήθεια των νεοναζί της Χρυσής Αυγής βεβαίως, αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στην κινηματική εξουδετέρωση της κοινωνίας, μέσω της ποινικοποίησης, της σπίλωσης και κατασυκοφάντησης του πιο ενεργού κομματιού της. Σε τέτοιες περιόδους, οι υπουργοί βάζουν στο συρτάρι τις στομφώδεις διακηρύξεις περί δημοκρατίας, και ανασύρουν απροκάλυπτα απ’ το χρονοντούλαπο τις τακτικές βασανισμού των προκατόχων τους συνταγματαρχών.

Η στρατηγική του αυταρχισμού και της κρατικής βίας φαίνεται να έχει, μέχρι στιγμής, τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, συσπειρώνοντας όλο και περισσότερους πολίτες στον ευρύτερα αντιεξουσιαστικό χώρο (ή μετατρέποντάς τους σιγά σιγά σε συμπαθούντες), όμως τίποτε δεν τελειώνει για το Κράτος μέχρι την οριστική του κατάργηση. Τα εργαλεία που χρησιμοποίησε μέχρι στιγμής είναι α) η αστυνομία, β) τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι και γ) οι νεοναζί, με τους μπάτσους και τους δημοσιογράφους, ν’ αποτελούν πλέον δύο από τις πιο μισητές κατηγορίες εργαζομένων στην ελληνική κοινωνία, ενώ το τρίτο εργαλείο, η Χρυσή Αυγή, έχει χαθεί ανάμεσα στην υποστήριξη του κατασταλτικού έργου της κυβέρνησης και της αστυνομίας, την ταύτιση του λόγου της με αυτόν των μεγαλοδημοσιογράφων και την «αντισυστημικότητα» που πρέπει να επιδείξουν στην εκλογική τους πελατεία. Βέβαια, σημαντικό ρόλο στην αποτυχία της κρατικής στρατηγικής της έντασης έχει παίξει και η γενικότερη βία που δέχονται οι πολίτες καθημερινά, που δεν μπορεί να μετριαστεί μέσω του τηλεοπτικού θεάματος, καθώς και η ωριμότητα που επέδειξε ο αντιεξουσιαστικός χώρος, στρεφόμενος προς την κοινωνία, της οποίας αποτελεί μέρος, και αναλαμβάνοντας ολοένα και περισσότερες πρωτοβουλίες και ευθύνες της κοινωνικής αντίστασης, αλλά και της προετοιμασίας μιας επαναστατικής διαδικασίας.

ΙV.
Πασιφισμός ή Κοινωνική Βία;

Ο ιδεατός τρόπος επίλυσης των προβλημάτων είναι για εμάς, όπως και για οποιοδήποτε λογικό άνθρωπο, ο διάλογος μεταξύ ίσων, η ανταλλαγή επιχειρημάτων και η συμφωνία που βασίζεται σε αμοιβαία κατανόηση. Βασικός μας στόχος είναι η μη βία, η μη επιβολή βιαίως της βούλησης του ενός στους υπολοίπους και η διευθέτηση οποιουδήποτε ζητήματος μέσω της εναρμόνισης των διαφορετικών συμφερόντων. Ένας ισότιμος διάλογος όμως, προϋποθέτει μη ιεραρχικές σχέσεις μεταξύ των πολιτών, διαφορετικά πάντα θα υπάρχει κάποιος/α που θα συμμετέχει στο διάλογο από θέση ισχύος, επιβάλλοντας τη γνώμη και τη θέληση του/της, αν, όταν και στο βαθμό που θα χρειαστεί με την άσκηση βίας. Μπορούμε να επιτύχουμε τους σκοπούς μας, δίχως να χρησιμοποιήσουμε βία; Κι από την άλλη, μπορούμε να δημιουργήσουμε μια αυτόνομη, μη-βίαιη κοινωνία αποκλειστικά με τη χρήση βίας; Η απάντηση είναι απλή. Δεν επιλέγουμε ούτε τον πασιφισμό, ούτε τον φετιχισμό της βίας.

Οι πασιφιστές αντιτάσσονται στη χρήση βίας, σε οποιαδήποτε συγκυρία. Ένας από τους ισχυρισμούς τους είναι πως τα μέσα πρέπει να συνάδουν με το σκοπό, κάτι που εύλογα εγείρει τρία ερωτήματα που συνδέονται μεταξύ τους. Τελικά, ενδιαφέρονται περισσότερο για τη διαδικασία ή για την επίτευξη των επαναστατικών στόχων (αν δεχτούμε ότι έχουν στόχο την κοινωνική επανάσταση) ; Κι αν πράγματι ενδιαφέρονται για την επίτευξη των στόχων, πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι στην πράξη η τακτική της μη-βίας όταν εφαρμόζεται απέναντι σ’ ένα αμείλικτα βίαιο Κράτος; Κι ακόμη, υπάρχουν συγκεκριμένα μόνο μέσα, που συνάδουν με συγκεκριμένους μόνο σκοπούς, λειτουργώντας σαν ερέθισμα-αντίδραση; Άλλο επιχείρημα τους κατά της βίας είναι πως «ασκώντας βία, γίνεσαι όμοιος με αυτό που πολεμάς». Βασικό συστατικό του επιχειρήματος αυτού είναι ο ισχυρισμός πως η βία είναι μία, δεν έχει διαφορετικές μορφές κι εκδηλώσεις. Έτσι, για τον πασιφιστή, η γυναίκα που αντιστέκεται στο βιασμό της, λογικά θα πρέπει κι αυτή να κατηγορηθεί για σωματικές βλάβες ή ο μετανάστης που αντιστέκεται στη δολοφονία του είναι κι αυτός ρατσιστής, αφού χτυπά αμυνόμενος και χωρίς αισθήματα αγάπης… τον αλλοεθνή και αλλόφυλο επιτιθέμενο. Το αγαπημένο τους σλόγκαν είναι να «γίνεις εσύ η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο». Μπορείς, λοιπόν, ν’ αφοσιωθείς στην αλλαγή του εαυτού σου, χωρίς τύψεις για την εξαθλίωση γύρω σου, χωρίς έγνοιες για την καταστροφή του δάσους της Χαλκιδικής, χωρίς στενοχώριες για τα υποσιτισμένα παιδιά, αρκεί εσύ να γίνεις καλύτερος/η. Αυτισμός δηλαδή, με επαναστατιζέ άλλοθι, γαρνιρισμένος με χριστιανική υποταγή και στο βάθος, εκ των πραγμάτων συμμαχία με τον – κατά δήλωση και μόνο – αντίπαλο.

Με την Κοινωνική Βία ίσως κάποιοι ονειρεύονται κρεμασμένους πολιτικούς στην δημοσιά, αφεντικά στημένα για λιθοβολισμό και σουβλιστούς μπάτσους σε λαϊκό γλέντι. Κάθε φαντασίωση είναι σεβαστή και, στο κάτω-κάτω της γραφής φαντασίωση είναι, δεν ελέγχεται και σωστά, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να λειτουργήσει και ψυχοθεραπευτικά. Όμως μιλώντας για Κοινωνική Βία, στην πραγματικότητα δεν αναφερόμαστε παρά μόνο στην διαδικασία δυνάμει της οποίας η συνειδητοποιημένα εξεγερθείσα κοινωνία θα υπερασπίσει τυχόν αυτόνομες πρακτικές που επινόησε αρχικά για την επιβίωσή της και, στη συνέχεια, για την διαρκή βελτίωση της δημόσιας αλλά και ατομικής ζωής, ή στην διαδικασία της επανάκτησης βασικών δικαιωμάτων και αγαθών που χάθηκαν από την επιθετική και πολυδιάστατη (οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική, και σκέτη) βία της κυβέρνησης, καθώς και στην κατάργηση κάθε θεσμού που από τη φύση του θεσμίστηκε ακριβώς προκειμένου να δημιουργηθεί και να παγιωθεί η ανατραπείσα κατάσταση.

Με την έννοια αυτή, η υπεράσπιση π.χ. μιας απεργίας που βάσει Νόμων ή δικαστικών αποφάσεων κηρύσσεται παράνομη, καταχρηστική και, συνεπώς, απαγορευμένη, η υπεράσπιση ενός δικτύου ανταλλακτικής οικονομίας που θα δεχτεί την επίθεση των φοροεισπρακτικών κ.α. μηχανισμών του Κράτους, η υπεράσπιση των αυτοδιαχειριζόμενων χώρων και κάθε είδους αυτοδιαχειριζόμενων εγχειρημάτων που προτάσσουν την ισότητα και την ελευθερία, η υπεράσπιση μιας διαμαρτυρίας που αποφασίστηκε από ένα σύνολο ανθρώπων, εν ολίγοις η υπεράσπιση των δικαιωμάτων όσων έπεσαν θύματα της προαναφερόμενης επιθετικής βίας του κράτους, δεν είναι παρά Κοινωνική Βία. Θα μπορούσε να ονομαστεί και Κοινωνική αντι-βία, ή κοινωνική άμυνα ή αλλιώς. Αρκεί να λειτουργεί με γνώμονα την ισότητα και την ελευθερία για όλους και να προσπαθεί ανά πάσα στιγμή να εκλέγχει αν το χρησιμοποιούμενο μέσο, ο τρόπος, η μέθοδος, βρίσκεται σε αναλογία με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Τελικά, η Κοινωνική Βία, θα μπορούσε να αποκαλείται απλώς, κοινωνική συνείδηση. Σύμφωνα με την κοινωνική συνείδηση που επιθυμούμε, θα μας αρκούσε ο πρωθυπουργός, οι υπουργοί, οι κραταιοί επιχειρηματίες και τα τσοπανόσκυλά τους, να ζουν σε πλήρη ελευθερία ανάμεσά μας, έχοντας ό,τι και όλοι οι υπόλοιποι. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Είμαστε άλλωστε σίγουροι ότι τόσο χαρισματικοί άνθρωποι όπως αυτοί που κατάφεραν να νέμονται όλο τον πλούτο και την εξουσία, καθώς και οι ένστολοι και μη σωματοφύλακές τους θα καταφέρουν μια χαρά να ζήσουν με το τίποτα, να σκεφτούν, να συνεργαστούν, να δημιουργήσουν και να γελάσουν μαζί μας, χωρίς να φαντασιώνονται μεγαλεία ή το πώς θα βασανίσουν με όπλα και γκλομπς του υπόλοιπους επιβάλλοντας τα συμφέροντά τους ή σε αναζήτηση ικανοποίησης των διαστροφών τους…

Όταν το καταφέρουν αυτό θα δουν ότι δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα μαζί τους. Έως τότε, απλώς δεν θα παριστάνουμε τους ηλίθιους.

Συνδιαμόρφωση κειμένου από: Ian Delta, Efor


Σύντομο URL: http://eagainst.com/?p=46843