Menu

EAGAINST.com

Ο Lewis Mumford για τον μύθο του homo faber

Στο παρακάτω κείμενο αντιγράφουμε την παράγραφο 3. Πέτρες, κόκαλα και εγκέφαλοι από το δεύτερο κεφάλαιο Τεχνική και ανάπτυξη του ανθρώπου του Lewis Mumford, 1967 το οποίο κυκλοφορεί στο opus magnum του συγγραφέα Ο μύθος της μηχανής (στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Νησίδες, τ. 1).

Με την αναδημοσίευση αυτή θέλουμε να υπογραμμίσουμε τη θέση του Μάμφορντ πως «ο νεοτερικός άνθρωπος σχημάτισε μια παράξενη διαστρεβλωμένη εικόνα του εαυτού του, ερμηνεύοντας την πρώιμη ιστορία του με όρους των σημερινών ενδιαφερόντων του να κατασκευάζει μηχανές και να κατακτά την φύση». Αυτό που διακρίνει την ανθρωπινότητα στον άνθρωπο, η νοητική ικανότητα του «να κάνει προτάσεις και σχέδια άλλα από εκείνα που ήταν προγραμματισμένα στα γονίδια του είδους του», να παράγει λόγο, νου και πολιτισμό, εν κατακλείδι αυτό που τον ανεβάζει από το ζωικό στο ανθρώπινο επίπεδο, διαμορφώθηκε επάνω σε πιο δαιδαλώδεις και ενδότερες διεργασίες που είχαν να κάνουν περισσότερο με την ανακάλυψη/κατασκευή της συνείδησης παρά με την γενικότερη θεώρηση των κυρίαρχων υλιστικών αφηγήσεων εξαιτίας της «εγγενούς φύσης» του να κατασκευάζει εργαλεία και να παράγει τεχνολογία και στις οποίες «έχει βασιστεί η προσκόλληση μας στις παρούσες μορφές τεχνικής και επιστημονικής προόδου, η οποία θεωρείται αυτοσκοπός».

Καθώς ο πρώιμος άνθρωπος είχε την ίδια εγκεφαλική δυνατότητα με τον σημερινό, η στοχαστική και φαντασιοδημιουργός του δραστηριότητα εγκλωβισμένη από την απουσία λόγου με την αστείρευτη ενέργεια της να αναλύει, να διαλύει και να συνθέτει εικόνες, νοήματα, αισθήσεις και σημασίες και σε σημείο να μην μπορεί να διακρίνει ακόμα όρια του φανταστικού από το αληθινό, του ονείρου από το πραγματικό, αποτέλεσε την γενεσιουργό δύναμη που τον ώθησε ίσως και πριν από εκατό χιλιάδες χρόνια, μέσα από χιλιάδες αποτυχίες ή μικρές επιτυχημένες στιγμές από τις πρώτες ζωώδεις κραυγές σε πιο σημαίνουσες αρθρώσεις φωνηέντων, και διαμέσου της επανάληψης, της τελετουργίας, του ερωτικού παιχνιδιού, της μητρικής φροντίδας και της κυνηγετικής συνεργασίας σε όλο και περισσότερο οργανωμένες φωνές που ταυτοποιούσαν εικόνες και σημασίες σε ένα ενιαίο λεκτικό σύνολο. Αυτή η βασανιστική ανακάλυψη της γλώσσας είναι για τον Μάμφορντ το υψηλότερο και το πιο περίτεχνο επίτευγμα της ανθρωπότητας μεγαλύτερο σε σπουδαιότητα και από τον οποιοδήποτε πυρηνικό αντιδραστήρα ή την ανακάλυψη των νόμων που διέπουν την βαρύτητα στο πιο απομακρυσμένο αστέρι του γαλαξία μας. Ο άνθρωπος πολύ πριν δημιουργήσει οτιδήποτε είδος στοιχειώδους τεχνολογίας έπρεπε πρώτα να δημιουργήσει τον εαυτό του. Χωρίς την ανακάλυψη της γλώσσας το σύμπαν, όπως το ερμηνεύουμε και το ανακαλύπτουμε εμείς σήμερα, δεν θα είχε καμία σημασία καθώς από μόνο του κανένα αστρικό σώμα δεν παράγει νόημα παρά μόνο αυτό που του δίνουμε εμείς. Είναι καιρός να δοθεί μια απάντηση στις αποκαρδιωτικές επιστημονικές αφηγήσεις που τάχα επανατοποθετούνε τον άνθρωπο από το ανθρωποκεντρικό συμπαντικό σύστημα στο επίπεδο της αστερόσκονης που να ταιριάζει πιο κοντά στην πραγματικότητα. Όσο μικρός και ταπεινός και αν στέκεται μπροστά στην αιωνιότητα και την απεραντοσύνη του σύμπαντος ο άνθρωπος είναι αυτός που δίνει κίνηση στον χρόνο και τον ταξινομεί σε δευτερόλεπτα και σε δισεκατομμύρια έτη, και το ερώτημα αν το σύμπαν έχει κάποιο νόημα θα ήταν αδιάφορο, πόσο περισσότερο αδύνατο καν να τεθεί, χωρίς την ύπαρξη του ανθρώπου.

Ήταν η υπαρξιακή έκρηξη της γλώσσας όπως υποστηρίζει ο Μαμφορντ που αποτέλεσε το καθοριστικό εκείνο σημείο που διέκρινε τους προγόνους μας από τα ζώα, καθώς με την ενασχόληση του ο πρώιμος άνθρωπος να εξωτερικεύει τον ονειρικό του κόσμο στον περιβάλλοντα και ταυτόχρονα να εσωτερικεύει τις αισθήσεις του εξώτερου κόσμου άρχισε να συνθέτει τις εικόνες με λέξεις και να συμβολίζει με λόγια τα αισθήματα του. Ο άνθρωπος πολύ πριν οικειοποιηθεί οποιοδήποτε ζώο ή φυτό χρειάστηκε να εξημερώσει πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό. Στο Μύθο της μηχανής ο Μάμφορντ έρχεται σε ρήξη με την μαρξιστική και επιστημονική άποψη που φυσικοποιεί τον σημερινό μας τεχνολογικό πολιτισμό, σαν να είναι τάχα στο DNA του ανθρώπου να αναπτύσσει διαρκώς τον τεχνολογικό του ορίζοντα ή σαν η ανθρωπινή του διάσταση να εξαρτάται από το βαθμό της τεχνολογικής του εξέλιξης. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που αναλύει, συνθέτει και μεταφέρει με τη γλώσσα του σκέψεις και ιδέες πολύ περισσότερο από όσο είναι απλά ένα «ζώο που κατασκευάζει εργαλεία».

Αν και είναι πολύ κρίμα που το πιο σημαντικό βιβλίο του Η πόλη στην Ιστορία εξακολουθεί και παραμένει αμετάφραστο και απρόσιτο στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό παρόλα αυτά στο Μύθο της μηχανής ( που κατά την προσωπική μου γνώμη πιάνει το νήμα της γραφής από το σημείο που το αφήνει ο Rousseau στη διατριβή του για την καταγωγή της ανισότητας ) έχουμε την ευκαιρία να αναγνωρίσουμε στον Lewis Mumford έναν από τους πιο σημαντικούς οικουμενικούς στοχαστές του 20ου αιώνα που η εξαιρετική του σκέψη και ανεπιτήδευτη προσιτή γραφή, σε σημείο να εκμυστηρεύεται προσωπικές στιγμές σαν να έχει απέναντι του ένα φίλο, όσο βαθυστόχαστη και με επιστημονική εγκυρότητα, δεν μπορεί να καταχωρηθεί (ευτυχώς) ανάμεσα στις συνήθεις κατηγοριοποιήσεις των «προοδευτικών» ή των «συντηρητικών» διανοούμενων.

Γερμανικές αποζημιώσεις: μια επαναπροσέγγιση

Soimple-Kamia-elpida-gia-tis-germanikes-apozemioseis

Ή όπως λέει και ο άρχοντας… «καμιά ελπίδα!!!»

Το ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων μετά τον Β Π.Π., που έχει διευθετηθεί με μια σειρά διεθνών συνδιασκέψεων (συνθήκη της Γιάλτας 1945, διάσκεψη του Ποτσνταμ 1945, συνδιάσκεψη του Παρισιού 1945, συμφωνία του Λονδίνου 1953, συμφωνία της Τελικής Διευθέτησης της Μόσχας 1990) στην Ελλάδα περιβάλλεται από μια ακατάσχετη φλυαρία και φημολογία όσον αφορά τα ποσά και τους τρόπους με τους οποίους οι κατά καιρούς ελληνικές κυβερνήσεις χειρίστηκαν το θέμα: για το αν ο Κ. Καραμανλής το 1958 αποποιήθηκε των αποζημιώσεων με αντάλλαγμα να δεχτεί η Γερμανία Έλληνες εργάτες ή για την συγκάλυψη της υποτιθέμενης συνεργασίας του με τους Ναζί, για τα 160 δις ευρώ που υπολογίζει το υπουργείο Εξωτερικών σε απόρρητη έκθεση, τα 240 δις ευρώ (μαζί με τους τόκους) που υπολογίζεται πως κοστίζει σήμερα το κατοχικό δάνειο των τότε 5,5 δις δολαρίων κ.ο.κ. Σαφείς απαντήσεις είναι δύσκολο να δοθούν καθώς θεωρείται δεδομένο από την ιστορική έρευνα πως το σύνολο των ζημιών που παθαίνει μια χώρα σε καιρό πολέμου είναι αδύνατο να προσδιοριστεί ακριβώς και να πληρωθεί επαρκώς. Θα ασχοληθούμε εδώ με την επιχειρηματολογία του Μανώλη Γλέζου, καθώς φαίνεται πως αποτελεί κοινή συνιστώσα των υπέρμαχων του θέματος των αποζημιώσεων.

1) Στις δηλώσεις του Β. Σόιμπλε πως “το θέμα θεωρείται λήξαν” και πως πρέπει να “αφήσουμε το παρελθόν και να κοιτάξουμε το μέλλον”, ο Μ. Γλέζος έχει να αντιτάξει τον εξής συλλογισμό: “ο Σόιμπλε λοιπόν αναγνωρίζει ότι υπάρχει θέμα, εφόσον λέει ότι έχει λήξει, αλλά δεν μας απαντά πώς και πότε έληξε”, “αναγνωρίζει ότι κάτι υπάρχει στο παρελθόν, άρα αναγνωρίζει ότι υπάρχουν κάποιες οφειλές εκ μέρους της Γερμανίας”, και «η Γερμανία έχει πληρώσει όλες τις χώρες εκτός από την Ελλάδα”. Η αναφορά στο “παρελθόν”, και στο “λήξαν θέμα” από τον Σόιμπλε, ερμηνεύεται δια λογικού άλματος ως άμεση παραδοχή της οφειλόμενης καταβολής χρηματικής αποζημίωσης. Με άλλα λόγια, η παραδοχή αυτή ναι μεν αναγνωρίζει ότι στο παρελθόν υπήρξαν σημαντικά ερωτηματικά σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ωστόσο αυτό δε συνεπάγεται και παραδοχή κάποιας υποχρέωσης από μεριάς των Γερμανών προς εμάς σήμερα. Αυτή η απλουστευτική ρητορική της αριστεράς – και κυρίως των υποστηρικτών της γραμμής Γλέζου/ΣΥΡΙΖΑ – αγνοεί τα εξής στοιχεία σχετικά με τις επανορθώσεις προς την Ελλάδα:

α) η Διασυμμαχική Υπηρεσία Επανορθώσεων (IARA), που συστάθηκε μετά την συνδιάσκεψη του Παρισιου το 1945-6, μοίρασε στα 18 δικαιούχα κράτη αγαθά που αντιστοιχούσαν σε 529 εκατ. δολάρια. Από αυτά η Ελλάδα έλαβε σε είδος περίπου 25 εκατ. δολάρια. Διασαφήνιση του “σε είδος”: στην συνδιάσκεψη του Παρισιού αποφασίστηκε από τους συμμάχους πως όλες οι επανορθώσεις θα πληρωνόταν όχι σε χρήματα αλλά με άλλους τρόπους, όπως με την προσάρτηση γερμανικών εδαφών, κατάσχεση γερμανικών περιουσιών στις χώρες που επλήγησαν, αποσυναρμολόγηση της βαριάς βιομηχανίας της Γερμανίας και αποστολή του εξοπλισμού στις πληγείσες χώρες κ.α. Αυτή η σε είδος πληρωμή είχε ως κύριο στόχο την αποφυγή νέων καταστροφικών συνεπειών που θα μπορούσαν να προκύψουν από την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων, όπως είχε συμβεί με το τέλος του Α’ Π.Π., όπου η Γερμανία υποχρεώθηκε να πληρώσει υπέρογκα ποσά σε άλλες χώρες, γεγονός που οδήγησε την οικονομία της σε οξεία ύφεση με άμεση συνέπεια την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού. Επιπλέον, ένα (ρητορικό) ερώτημα που προκύπτει είναι για ποιόν λόγο θα έπρεπε η Γερμανία να πληρώσει σήμερα αποζημιώσεις στην Ελλάδα σε χρήμα εφόσον ο αρχικός διακανονισμός αφορούσε την πληρωμή σε είδος (πράγμα που, φυσικά, καταρρίπτει το επιχείρημα ότι η Ελλάδα δεν έχει λάβει τίποτα ενώ όλες οι άλλες χώρες έχουν πληρωθεί).

β) Το κατοχικό δάνειο (αναγκαστικό, άτοκο δάνειο που εισέπραξε το ναζιστικό καθεστώς από την Τράπεζα της Ελλάδας το 1942-44), είχε αρχίσει να αποπληρώνεται πριν αποχωρήσουν οι κατοχικές δυνάμεις από την Ελλάδα. Η τελευταία δόση “ύψους 300 τρισ. (πληθωριστικών) δραχμών, καταβλήθηκε έξι μέρες πριν από την αποχώρηση της Βέρμαχτ από την Αθήνα”. Η αποπληρωμή των υπόλοιπων 476 εκατ. μάρκων (σημερινής αξίας περίπου 6-7 δις ευρώ χωρίς τόκους) δεν συνεχίστηκε. Το ποσό αυτό θεωρείται από τον ιστορικό Χάγκεν Φλάισερ ως το μόνο που θα μπορούσε να διεκδικηθεί από την Ελλάδα, καθώς το ζήτημα των διακρατικών αποζημιώσεων θεωρείται λήξαν με βάση τις αποφάσεις των διεθνών συνδιασκέψεων που ασχολήθηκαν με το θέμα. Ας σημειωθεί επίσης πως αναγκαστικά δάνεια είχε μεν επιβάλει η Γερμανία και στη Γιουγκοσλαβία και στην Πολωνία, τα δάνεια αυτά όμως δεν επιστράφηκαν ακριβώς (όπως ισχυρίζεται ο Μ. Γλέζος) αλλά δόθηκαν με τη μορφή δανείων με πολύ ευνοϊκούς όρους: “στη Γιουγκοσλαβία το 1956 με δάνειο 240 εκατ. με επιτόκιο 1% και χρόνο αποπληρωμής 99 χρόνια δηλαδή το 2055, και στην Πολωνία το 1971, με ένα δάνειο 1 δισ. DM άτοκο, διάρκειας 40 ετών με δεκαετή χαριστική περίοδο”. (Μια σημείωση για τον ελληνικό χρυσό: είχε φυγαδευτεί στο εξωτερικό πριν την εισβολή των Ναζί με την βοήθεια των Άγγλων. Τα πολύτιμα αντικείμενα που κατάφεραν να πάρουν οι Ναζί από την ΤτΕ ήταν χρυσά και ασημένια νομίσματα που αποτελούσαν ένα μικρό ποσοστό της αξίας του συνολικού χρυσού).

γ) Κάποιες ατομικές αποζημιώσεις σε θύματα των Ναζί στην Ελλάδα έχουν δοθεί. Όπως αναφέρει το Time: “Στις 18 Μαρτίου 1960, υπεγράφη συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Δυτική Γερμανία με αποτέλεσμα η Γερμανία να καταβάλει 115 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα στα θύματα της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα. H συμφωνία έγινε με τον όρο ότι περαιτέρω διεκδικήσεις για ατομικές βλάβες δεν θα γίνουν δεκτές”.

Από τις τρεις κατηγορίες που αναφέρθηκαν παραπάνω (διακρατικές αποζημιώσεις, κατοχικό δάνειο, ατομικές αποζημιώσεις) προκύπτει το εξής: η άποψη ότι μόνο στην Ελλάδα δεν αποδόθηκε καμιά οφειλή είναι εσφαλμένη, και επιπλέον αυτές που μπορεί να θεωρηθεί πως εκκρεμούν (κατοχικό δάνειο) μπορούν να τεθούν υπό συζήτηση όσον αφορά το ποσό, τους τόκους και το αν και με ποιόν τρόπο μπορεί να διευθετηθεί.

2) Το καταληκτικό επιχείρημα του Μ. Γλέζου, με το οποίο υποτίθεται ότι προσπαθεί να εξηγήσει τους λόγους της “εμπάθειας” των Γερμανών προς τους Έλληνες (λες και οι διπλωματικές σχέσεις μπορούν να ερμηνευθούν με βάση προσωπικά απωθημένα και ψυχολογικά συμπλέγματα) είναι το εξής: “Γιατί η Γερμανία δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της ως προς τις οφειλές της; … Μήπως επειδή ο ελληνικός λαός με το έπος του 1940-41 αφαίρεσε τη μάσκα του αήττητου Άξονα που υπήρχε ως τότε; Μήπως επειδή στη μάχη της Κρήτης ανατρέψαμε τα σχέδια του Χίτλερ; Μήπως επειδή με τον αγώνα του ελληνικού λαού εναντίον των κατακτητών συμβάλλαμε στην γρήγορη λήξη του πολέμου και στο να μην έχει σήμερα η Γερμανία ναζιστικό καθεστώς; Μήπως είναι εκδίκηση για όλα αυτά;” Εδώ απουσιάζει κάθε ίχνος ιστορικής διαύγειας, πράγμα που φυσικά ωθεί τη Γερμανική πλευρά να αντιμετωπίζει το ζήτημα ως «μή σοβαρό». Συγκεκριμένα: η Ελληνική αντίσταση δεν υπήρξε ο σημαντικότερος ανασταλτικός παράγοντας για τον Ναζιστικό στρατό, λόγω του ότι:

α) η καθυστέρηση της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα (κωδικό όνομα της επιχείρησης των Ναζί εναντίον της ΕΣΣΔ) από τις 15 Μάη για τις 22 Ιούνη 1941 δεν οφειλόταν στη μάχη της Κρήτης (ή σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση των ναζί στα Βαλκάνια) αλλά σε ελλιπείς υλικοτεχνικές ρυθμίσεις και στον ασυνήθιστα υγρό χειμώνα που είχε σαν αποτέλεσμα να μείνουν πλημμυρισμένα τα ποτάμια μέχρι το τέλος της άνοιξης (Kirchubel, 47).  Η περαιτέρω καθυστέρηση κατά δύο μήνες της επίθεσης των Ναζί στη Μόσχα οφείλεται στη μάχη του Σμόλενσκ (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1941), δηλαδή στην αντίσταση των Ρώσων. Το Ελληνικό επεισόδιο λοιπόν ήταν πολύ λιγότερο κεντρικό για την έκβαση του πολέμου από όσο θέλουν να πιστεύουν οι Έλληνες.

β) ο πόλεμος στην Αλβανία ήταν μια ήττα για τον Άξονα (με δεδομένη την κακή προετοιμασία των Ιταλικών στρατευμάτων που επέτρεψε την νίκη του – ανεπαρκούς – Ελληνικού στρατού) που όμως δεν σταμάτησε τα σχέδια των Γερμανών δηλαδή την “αποστέρηση των Βρετανών από τις Mεσογειακές τους βάσεις” και την “έμμεση βοήθεια στους Ιταλούς, με την δημιουργία ενός αντιπερισπασμού στις ελληνικές δυνάμεις που μάχονταν στην Ήπειρο”. Η τελική ήττα των ναζί ήταν αποτέλεσμα μιας σειράς παραγόντων όπως η απόβαση των συμμάχων στην Νορμανδία και η αποτυχία της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα.

Εγώ ρεζίλεψα τη Μέρκελ!!! (Λέμε τώρα!!!)

Και φυσικά, δεν είναι τυχαίο που όλη αυτή η θυματική μονομανία αναφορικά με τις αποζημιώσεις ενισχύθηκε έπειτα από το ξέσπασμα της κρίσης (ενώ μόλις λίγα χρόνια πριν, το 2004 για παράδειγμα, ελάχιστα απασχολούσε το Ελληνικό κοινό ένα τέτοιο ζήτημα), με τη Γερμανία όντας η ατμομηχανή της Ευρώπης να ηγείται των εξευτελιστικών μέτρων λιτότητας, διαλύοντας ολοκληρωτικά την Ευρώπη σε τρία στρατόπεδα (από τη μια οι χώρες της περιφέρειας γονατισμένες από τις πολιτικές του Βερολίνου, από την άλλη η Μεγάλη Βρετανία παίζοντας το χαρτί του αντιευρωπαίσμού και τέλος οι παραδοσιακές χώρες του πυρήνα που εμμένουν στη νεοφιλελεύθερη πολιτική). Η αναμφισβήτητα αυταρχική πολιτική της Γερμανικής δεξιάς, λόγω ακριβώς της ιδεοληπτικής εμμονής με τις πολιτικές εξαθλίωσης οδηγούν σε παραλληλισμούς του τύπου «η Μέρκελ είναι ο νέος Χίτλερ», και σε εξωπραγματικές γενικεύσεις: «όλοι οι Γερμανοί είναι ναζί» (φυσικά αυτήν την τάση ενισχύουν και τα ρατσιστικά στερεότυπα του Γερμανικού Τύπου περί «τεμπέληδων και απατεώνων Ελλήνων»). Ως εκ τούτου, «όλοι οι Γερμανοί είναι εξ ορισμού κατακτητές και αποικιοκράτες που μας μισούν και μας επιβουλεύονται», «όλοι τους είναι ανήμερα θεριά που κερδίζουν από τη δική μας προλεταριοποίηση», πράγμα που εντείνει τον πατριωτικό μας θυματισμό (διότι πολύ απλά θίγεται ο εθνικιστικός μας ναρκισσισμός), ενοχοποιώντας φυσικά την αντίπαλη πλευρά η οποία «φέρει ιστορική ευθύνη». Κανείς δεν αναρωτιέται προφανώς πώς είναι δυνατό ο σημερινός Γερμανός να τρέφει αισθήματα μεγαλοϊδεατισμού και αυτοκρατορικού μεγαλείου, επομένως και εκδικητικής πικρίας εναντίων λαών που νίκησαν το προ 70 ετών καθεστώς που σήμερα αποποιούνται;

Φυσικά (και για να θίξουμε το θέμα αυτό) οι παραλληλισμοί μεταξύ Μέρκελ/Χίτλερ και σύγχρονης Γερμανίας με τη ναζιστική είναι πέρα για πέρα άστοχοι καθώς αγνοούν τις διαφορετικές ποιότητες των Γερμανικών εθνικισμών (ναζιστικού και σύγχρονου αστικού). Αναμφισβήτητα το Γερμανικό εθνικιστικό φαντασιακό ήταν πάντα (και εξακολουθεί φυσικά να είναι) επιθετικό και ιμπεριαλιστικό (προφανώς λόγω Μπίσμαρκ και ρομαντισμού), αλλά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κατά τη ναζιστική της φάση η Γερμανία δεν ήταν εθνικιστικό κράτος, αλλά δαρβινο-φυλετιστικό: μιλούσε για Άρια Φυλή και για διεθνισμό μεταξύ ανωτέρων φυλών και όχι για το γερμανικό έθνος καθ’ αυτό (ο ίδιος ο Χίτλερ αξίωνε πως το Γερμανικό έθνος, μέσω των τευτόνων προγόνων του, ανήκει στους Άριους). Αυτά τα διεθνιστικά και «επαναστατικά» χαρακτηριστικά του ναζισμού δεν μας επιτρέπουν να μιλάμε για Γερμανία με όρους Έθνους – Κράτους κατά τον Β Π.Π. και φυσικά γιατί ο ναζιστής (ο οποίος μπορεί να σκοτώνει εν ώρα υπηρεσίας 100 Εβραίους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και το βράδυ να κοιμάται στο σπίτι του ακούγοντας χαλαρός Βάγκνερ) είναι εντελώς διαφορετικός ανθρωπολογικός τύπος από τον σύγχρονο εθνικιστή, καθώς έχει εντελώς διαφορετική φαντασιακή νομιμοποίηση από ότι ο απλός εθνικιστής. Ως εκ τούτου είναι λάθος να υποστηρίζει κανείς ότι η Γερμανία του σήμερα έχει ναζιστικό εθνικισμό καθώς η ίδια προσπαθεί μετά από 70 χρόνια ενοχής (εξαιτίας του ίδιου του ναζισμού) να συγκροτήσει νέου τύπου εθνικισμό, απενεχοποιημένο από τα λάθη του παρελθόντος (εξ ου και η απαγόρευση της σβάστικας, η ποινικοποίηση της άρνησης του Ολοκαυτώματος και η περιθωριοποίηση του νεο-ναζισμού στη χώρα καθώς το ποσοστό του ακροδεξιού κόμματος NPD στις βουλευτικές εκλογές του 2013 ήταν μόλις 1.5%).

Επί της ουσίας, δεν αποτελεί έκπληξη πως στην ελληνική κοινωνία επικρατεί υπερπληθώρα ψευδαισθήσεων που οδηγούν στην ανάγνωση της ιστορίας μέσα από ένα εξαιρετικά διαστρεβλωμένο πρίσμα. Επί παραδείγματι: το Βυζάντιο και η αρχαία Ελλάδα είναι οι δύο αδιαχώριστες κοιτίδες του έθνους, η μικρασιατική καταστροφή δεν ήταν αποτέλεσμα της επιθετικής πολιτικής του ελληνικού κράτους, η (σλαβο)Μακεδονική εθνότητα και γλώσσα δεν υφίστανται στην βόρεια Ελλάδα παρά μόνο ως αντεθνικά στοιχεία κλπ. Κοντά σ’ αυτά, το περιφερειακό ελληνικό (και βαλκανικό εν γένει) επεισόδιο του Β’ Π.Π. μετατρέπεται σε κεντρικής σημασίας για την έκβαση του πολέμου, και γι’ αυτό η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται στο στόχαστρο της ισχυρής Γερμανίας για την τότε αντιστασιακή της δράση. Είναι ανάγκη να γίνει αντιληπτό πως η χώρα όχι μόνο δεν είναι το κέντρο του κόσμου αλλά αποτελεί μια γεωπολιτικά ελάσσονος σημασίας περιοχή με μικρής έκτασης επιρροή στην πορεία του ασύμμετρα ισχυρότερου ναζιστικού στρατού. Τα (δεξιόστροφα και αριστερόστροφα) φληναφήματα περί αποφασιστικού ρόλου της αντίστασης στη λήξη του πολέμου καταφέρνουν μόνο να αναπαράγουν έναν πατριωτικό παραλήρημα που αποροσανατολίζει κάθε προσπάθεια ιστορικής προσέγγισης του θέματος.

Κι ας έρθουμε τώρα στο δια ταύτα: πρέπει ή οχι να συνεχιστεί το ζήτημα των Γερμανικών αποζημιώσεων; Όπως σημειώνει ο X. Φλάισερ, δεν είναι νομικά αστήρικτο να διεκδικηθεί το υπόλοιπο του κατοχικού δανείου, χωρίς όμως τους τόκους (οι οποίοι δεν μπορούν να υπολογιστούν λόγω του επί δεκαετίες αυξημένου πληθωρισμού της Ελληνικής οικονομίας) με την προϋπόθεση πως η ελληνική πλευρά θα πάψει να συγχέει το δάνειο αυτό με τις αποζημιώσεις εν γένει και να επικαλείται την μη εγκυρότητα προηγούμενων συμφωνιών. H mainstream ελληνική στάση απέχει ακόμα και από αυτή την μετριοπαθή άποψη, με το γνωστό συνθηματικό επιχείρημα “μας χρωστάνε δεν τους χρωστάμε” που απαιτεί την ισοφάριση του σημερινού ελληνικού χρέους με τις κατοχικές οφειλές (αξίωση ανεδαφική γιατί πρόκειται για δύο διαφορετικά πράγματα που δεν μπορούν να μπουν στην ίδια ζυγαριά). Η περιχαράκωση αυτή πίσω από ένα συλλογικό εθνικό “εμείς” που μένει υποτίθεται αναλλοίωτο σε βάθος δεκαετιών (και αιώνων) αποτελεί παιδαριώδη στάση εφόσον καταλήγει να συγχέει και να μεγεθύνει τα ιστορικά γεγονότα προς ικανοποίηση ενός διογκωμένου εθνικού εγώ, απομακρυνόμενη συνεχώς από το στόχο.

Για να βρούμε την απάντηση στο ποιός είναι ο στόχος (σε κοινωνικό και ατομικό επίπεδο) θα πρέπει να αναλογιστούμε τις προτεραιότητές μας: είναι ζωτικής σημασίας να διεκδικήσει το ελληνικό κράτος (ή τα εγγόνια των θυμάτων) από το γερμανικό κράτος τα (εντελώς αμφίβολα όπως περιγράφηκε παραπάνω) χρωστούμενα, ή να αντιμετωπίσουμε την κατάφωρη κοινωνική αδικία που επιτελείται λόγω της ιεραρχικά δομημένης Ε.Ε. απ’ τη μια και της ελληνικής ελίτ απ’ την άλλη; Τί είναι πιο σημαντικό άραγε; Να επικαλούμαστε ιδεοληπτικά (και όχι διαυγαστικά) διάφορα ιστορικά επεισόδια περασμένων αιώνων ή να χρησιμοποιήσουμε όλες μας τις δυνάμεις για μια πραγματική ανανέωση της πολιτικής και κοινωνικής σκέψης που θα οδηγήσει σ’ ένα “νέο Διαφωτισμό που έχει ανάγκη η νεοελληνική κοινωνία” (βλ “Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο” του Γιώργου Οικονόμου) βασισμένοι στην πολιτική και ανθρωπολογική ουσία των επεισοδίων αυτών; Ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορρίψουμε εξίσου συλλήβδην και τον αγνωστικισμό του τύπου «ότι έγινε έγινε, τώρα κοιτάμε μπροστά” δεδομένου ότι αυτή η τερατώδης αντι-ιστορική θέση ισοδυναμεί με παραίτηση από την ιστορική συνειδητότητα. Ταυτόχρονα το κλείσιμο της συζήτησης αναφορικά με τις αποζημιώσεις δε θα πρέπει με τίποτα να μας οδηγήσει σε ευθυγράμμιση με τον κυνισμό του Β. Σόιμπλε, που από την θέση του υπαγορευτή της Ευρωπαϊκής πολιτικής αποφασίζει τους όρους της συνδιαλλαγής του με τους λιγότερο ισχυρούς, επιβάλλοντας με το έτσι θέλω το ακραίο δόγμα του νεοφιλελευθερισμού (αγνοώντας πάντα τις λαϊκές αντιδράσεις). Η συζήτηση αυτή πρέπει να λήξει (μαζί με τις αγκυλώσεις του εθνικισμού και του μεγαλοιδεατισμού) και να ανοίξει ένας ουσιαστικός διάλογος – πρωταρχικά εντός της ελληνικής κοινωνίας – που αντιλαμβάνεται την ιστορία ως πηγή πολιτικής και κοινωνικής εμπειρίας κι όχι ως λατρευτικό λείψανο. Η συνεχιζόμενη ταύτιση με τις κάθε είδους εθνικιστικές ετερονομίες (τη λογική της ανάθεσης, την κεντρική εξουσία, την γραφειοκρατία, την λατρεία της πατρίδας ως κρατικής οντότητας) βάζει αξεπέραστα εμπόδια στην μεταστροφή του υπηκόου σε πολίτη, που θα πάψει να καθορίζεται αποκλειστικά από τη συνήθεια, την παράδοση και το συναίσθημα και θα ενηλικιωθεί καταφέρνοντας να αποδεσμευτεί από το κράτος-κηδεμόνα, από το οποίο περιμένει παροχές και για χάρη του οποίου θυσιάζεται με την ψευδαίσθηση πως τα συμφέροντά τους είναι κοινά.

Συγγραφή: Σοφία Ζακάρη και Άρης Ελευθερούδης

Albert Camus: Ούτε δήμιοι ούτε θύματα

Ναι, πρέπει να υψώσουμε τις φωνές μας. Μέχρι αυτό το σημείο, έχω αποφύγει μια επίκληση στο συναίσθημα. Είμαστε κομματιασμένοι από μια λογική της ιστορίας που έχουμε επεξεργαστεί με κάθε λεπτομέρεια — ένα δίχτυ που απειλεί να μας πνίξει. Δεν είναι το συναίσθημα που μπορεί να κόψει το δίχτυ μιας λογικής που έχει φτάσει σε παράλογα μήκη, αλλά μονάχα ο λόγος που μπορεί να συναντήσει τη λογική στο έδαφός της. Αλλά δεν θα ήθελα να αφήσω την εντύπωση… ότι κάθε πρόγραμμα για το μέλλον μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς τις δυνάμεις μας της αγάπης και της αγανάκτησης. Γνωρίζω πολύ καλά ότι χρειάζεται μια ισχυρή κινητήρια δύναμη για να βάλει τους ανθρώπους σε κίνηση και ότι είναι δύσκολο να βάλει κανείς τον εαυτό του σε έναν αγώνα του οποίου οι στόχοι είναι τόσο μέτριοι και όπου η ελπίδα έχει μονάχα μια λογική βάση — και ούτε καν μια τέτοια. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι πώς να παρασύρεις τους ανθρώπους· είναι ουσιώδες, αντίθετα, ότι δεν πρέπει να παρασυρθούν, αλλά μάλλον ότι πρέπει να τους κάνεις να καταλάβουν καλά τι κάνουν.

Για να σώσουμε ό,τι μπορεί να σωθεί, έτσι ώστε να ανοίξει κάποιο είδος μέλλοντος — αυτή είναι η πρωταρχική κινητήρια δύναμη, το πάθος και η θυσία που απαιτείται. Απαιτεί μονάχα ότι συλλογιζόμαστε και έπειτα αποφασίζουμε, με σαφήνεια, κατά πόσον η μοίρα της ανθρωπότητας πρέπει να γίνει ακόμη πιο άθλια προκειμένου να επιτευχθούν μακρινοί και θολοί στόχοι, κατά πόσον θα πρέπει να αποδεχθούμε έναν κόσμο γεμάτο με όπλα όπου ο αδελφός σκοτώνει αδελφό· ή αν, αντίθετα, θα πρέπει να αποφύγουμε την αιματοχυσία και τη δυστυχία όσο το δυνατόν περισσότερο έτσι ώστε να δώσουμε μια ευκαιρία για επιβίωση σε επόμενες γενεές καλύτερα εξοπλισμένες από ό,τι είμαστε εμείς.

Από την πλευρά μου, είμαι αρκετά σίγουρος ότι έχω κάνει την επιλογή. Και, έχοντας επιλέξει, νομίζω ότι πρέπει να μιλήσω, ότι πρέπει να δηλώσω ότι ποτέ ξανά δεν θα είμαι ένας από εκείνους, όποιοι κι αν είναι αυτοί, που συμβιβάζονται με το φονικό, και ότι θα πρέπει να υποστώ τις συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης. Αυτό. Κι αυτό είναι μέχρι εκεί που μπορώ να πάω προς το παρόν…. Ωστόσο, θέλω να κάνω σαφές το πνεύμα με το οποίο αυτό το άρθρο είναι γραμμένο.

Μας ζητείται να αγαπάμε ή να μισούμε την τάδε ή την δείνα χώρα και τον τάδε ή τον δείνα λαό. Αλλά μερικοί από μας αισθάνονται πάρα πολύ έντονα την κοινή ανθρώπινη φύση μας για να κάνουν μια τέτοια επιλογή. Εκείνοι που αγαπούν πραγματικά το Ρωσικό λαό, σε ευγνωμοσύνη γι’ αυτό που ποτέ δεν έπαψαν να είναι — αυτή την παγκόσμια μαγιά που ο Τολστόι και ο Γκόρκι μίλησαν — δεν τους εύχονται επιτυχία στην πολιτική εξουσία, αλλά μάλλον θέλουν να τους γλυτώσουν, ύστερα από τις δοκιμασίες του παρελθόντος, από μια νέα και ακόμα πιο τρομερή αιματοχυσία. Το ίδιο, επίσης, για τον Αμερικανικό λαό, και τους λαούς της δυστυχισμένης Ευρώπης. Αυτό είναι το είδος των στοιχειωδών αληθειών που είναι πιθανόν να ξεχάσουμε εν μέσω των λυσσασμένων παθών της εποχής μας.

Ναι, είναι ο φόβος και η σιωπή και η πνευματική απομόνωση που προκαλούν ότι πρέπει να καταπολεμηθούν σήμερα. Και είναι η κοινωνικότητα και η παγκόσμια αλληλοεπικοινωνία των ανθρώπων που πρέπει να υποστηριχθεί. Η δουλεία, η αδικία, και τα ψέματα καταστρέφουν αυτήν την επαφή και απαγορεύουν αυτήν την κοινωνικότητα· και γι’ αυτό πρέπει να τα απορρίψουμε. Αλλά αυτά τα κακά είναι σήμερα η ίδια η ουσία της ιστορίας, έτσι ώστε πολλοί τα θεωρούν αναγκαία κακά. Είναι αλήθεια ότι δεν μπορούμε να “δραπετεύσουμε απ’ την ιστορία”, αφού είμαστε χωμένοι μέσα σ’ αυτήν ίσαμε το λαιμό. Αλλά μπορεί κανείς να προτείνει να αγωνιστούμε μέσα στην ιστορία για να διατηρήσουμε από την ιστορία εκείνο το μέρος του ανθρώπου που δεν αποτελεί αρμόζων πεδίο του. Αυτό είναι το μόνο που έχω να πω εδώ. Το “σημείο” του παρόντος άρθρου μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

Τα σύγχρονα έθνη καθοδηγούνται από ισχυρές δυνάμεις κατά μήκος των δρόμων της εξουσίας και της κυριαρχίας. Δεν θα πω ότι οι δυνάμεις αυτές θα πρέπει να συνεχιστούν ή ότι θα πρέπει να παρεμποδιστούν. Χρειάζονται τη βοήθειά μας και, προς το παρόν, γελούν με τις προσπάθειες να τις εμποδίσουν. Έτσι, θα συνεχίζουν. Αλλά θα θέσω μόνο αυτή την απλή ερώτηση: Τί θα συμβεί αν αυτές οι δυνάμεις καταλήξουν σε αδιέξοδο, τί θα γίνει αν αυτή η λογική της ιστορίας στην οποία τόσοι πολλοί βασίζονται αποδεικνύεται τώρα ότι είναι μια χίμαιρα; Τί θα συμβεί αν, παρά τους δύο ή τρεις παγκόσμιους πολέμους, παρά τη θυσία πολλών γενεών και ένα ολόκληρο σύστημα αξιών, τα εγγόνια μας — υποθέτοντας πως θα επιζήσουν — δεν βρεθούν πιο κοντά σε μια παγκόσμια κοινωνία; Είναι πολύ πιθανό ότι οι επιζώντες μιας τέτοιας εμπειρίας θα είναι πολύ αδύναμοι για να κατανοήσουν τα δικά τους βάσανα. Από τη στιγμή που αυτές οι δυνάμεις εξασκούνται και από τη στιγμή που είναι αναπόφευκτο ότι θα συνεχίσουν να το κάνουν, δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο κάποιοι από εμάς δεν θα πρέπει να αναλάβουν να τις διαιωνίσουν, μέσα στην αποκαλυπτική ιστορική θέα που εκτείνεται μπροστά μας, ένα μετριοπαθή σκεπτικισμό που, χωρίς να παριστάνει ότι λύνει τα πάντα, θα είναι έτοιμος συνεχώς να δίνει κάποιο ανθρώπινο νόημα στην καθημερινή ζωή. Το βασικό πράγμα είναι ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να ζυγίσουν προσεκτικά το τίμημα που πρέπει να πληρώσουν….

Το μόνο που ρωτάω είναι ότι, εν μέσω ενός δολοφονικού κόσμου, συμφωνούμε να συλλογιστούμε σχετικά με το φονικό και να κάνουμε μια επιλογή. Μετά από αυτό, μπορούμε να διακρίνουμε εκείνους που δέχονται τις συνέπειες του να είναι δήμιοι ή οι συνεργοί των δήμιων, και εκείνους που αρνούνται να το πράξουν με όλες τους τις δυνάμεις και όλο τους το είναι. Δεδομένου ότι αυτή η τρομερή διαχωριστική γραμμή υπάρχει πράγματι, θα είναι ένα κέρδος αν επισημανθεί καθαρά. Πάνω από την έκταση των πέντε ηπείρων κατά τα προσεχή έτη ένας ατέλειωτος αγώνας πρόκειται να επιδιωχθεί μεταξύ της βίας και της φιλικής πειθούς, ένας αγώνας στον οποίο, εγγυημένα, η πρώτη έχει χίλιες φορές πιθανότητες επιτυχίας από ότι η τελευταία. Αλλά έχω πάντα υποστηρίξει ότι, αν αυτός ο οποίος βασίζει τις ελπίδες του στην ανθρώπινη φύση είναι ανόητος, αυτός που παραδίνεται ενώπιον των περιστάσεων είναι δειλός. Και πλέον, η μόνη έντιμη πορεία θα είναι να διακυβεύσουμε τα πάντα σε ένα τρομερό ρίσκο: ότι οι λέξεις είναι πιο ισχυρές από τα πυρομαχικά.

Αναδημοσίευση και μετάφραση από aixmi

Το κείμενο στα αγγλικά

Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-aTo

Να γίνουμε Γαλάτες

Μαθαίνοντας τα νέα από την κοινότητα της Ανθήλης, όπου έπειτα από λαϊκή συνέλευση των κατοίκων αποφασίστηκε να μην πληρώσει κανείς το (έκτακτο προς μονιμοποίηση) χαράτσι για τα ακίνητα, αντιλαμβανόμαστε για μια ακόμη φορά την δυναμική που μπορούν ν’ αποκτήσουν οριζόντια οργανωμένες και αλληλέγγυες πρακτικές αντίστασης. Όπως οι εργαζόμενοι σε Χαλυβουργία, Ελευθεροτυπία, Alter απεργούν ενωμένοι ενάντια στις εργοδοτικές αυθαιρεσίες, έτσι φαίνεται να ξεκινά και μια κίνηση από τις τοπικές κοινότητες που μπορεί να αμφισβητήσει την εφαρμογή των οικονομικών μέτρων, ή ακόμα και να τα ακυρώσει στην πράξη – προοπτική που δεν υπάρχει μέσω των γραφειοκρατικών κομμάτων και οργανώσεων της κατά τα λοιπά «εξαγριωμένης με τα μέτρα λιτότητας» Αριστεράς…

Οι Γαλάτες του κόμικ, Αστερίξ και Οβελίξ και οι σύντροφοί τους, ως γνωστόν μάχονταν μόνοι ενάντια στην Ρωμαϊκή κυριαρχία, προσπαθώντας να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους, καθώς και την τοπική τους κουλτούρα. Οι σύγχρονοι Γαλάτες δεν έχουν να αντιμετωπίσουν λεγεωνάριους, αλλά μία συγκεκριμένη πολιτική που με τη βοήθεια οικονομικών αναλύσεων και εξισώσεων, λειτουργεί για χάρη της ευημερίας των αριθμών και όχι των ανθρώπων. Ενάντια στις Ρωμαϊκές λεγεώνες αρκούσε μια γουλιά από το μαγικό ζωμό… Ενάντια στην επίθεση του Νεοφιλελευθερισμού, τι μπορούμε να προτάξουμε;

1) Τη συνειδητή αυτοκριτική μιας κοινωνίας που δεν έχει πραγματική εικόνα του εαυτού της, που αφέθηκε στην καθοδήγηση από ετερόνομους θεσμούς, συντελώντας στην ίδια τη σήψη της και έχοντας ευθύνη για την πορεία που ακολούθησε. Λέγοντας αυτοκριτική, φυσικά, δεν εννοούμε τη λαϊκίστικη λογική του “μαζί τα φάγαμε”, ή “φταίνε οι κοπρίτες δημόσιοι υπάλληλοι”. Εννοούμε την ευθύνη για τη δημιουργία του φαντασιακού της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, που χαρακτηρίζεται από ατομικισμό, συντηρητισμό, υπερκαταναλωτισμό και οπισθοδρομισμό. Οι λοιδορίες των πολιτών από το πολιτικό προσωπικό της χώρας δεν συντελούν στην αυτοκριτική της κοινωνίας, αλλά, αντίθετα, στην καλλιέργεια του φόβου και της ηθικής της ενοχής. «Οι πολίτες φταίνε για την κρίση», (είναι ένοχοι δηλαδή) «και συνεπώς, θα πρέπει να πληρώσουν», ακούμε συνεχώς να λένε οι διάφοροι «αντιπρόσωποι» του πολιτικού μας σκηνικού ή εντολοδόχοι του Νεοφιλελευθερισμού, από χώρες «υποδείγματα», όπως η Γερμανία και η Βρετανία.

Τα ΜΜΕ, έχοντας με το μέρος τους μηχανισμούς που προωθούν συνεχώς βία, εξουσία και θεάματα, διαμορφώνουν φαντασιακά και συνειδήσεις: «Δούλευε, ψήφιζε, πλήρωνε, σκάσε», το δόγμα του 21ου αιώνα. Μόλις πριν από ένα μήνα, ακούσαμε τη διάσημη Ελληνίδα τραγουδίστρια, Νάνα Μούσχουρη, από το εξωτερικό να λέει το εξής: «Oι Έλληνες πρέπει να μάθουν να εξοφλούν τα χρέη τους. Τίποτα δεν χαρίζεται». Ακόμη, όμως, και αν δεχτούμε ότι όλοι εμείς δημιουργήσαμε το τεράστιο αυτό χρέος και συνεπώς, σαν καλοί, τίμιοι και ηθικοί πολίτες, θα πρέπει τώρα να κάνουμε θυσίες και να συμβάλλουμε στην αποπληρωμή του, αν θα πρέπει δηλαδή να «είμαστε σωστοί και συνεπείς στις υποχρεώσεις μας», είναι μια συζήτηση που θα πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να ξεκινήσει από την «ηθικότητα» του ίδιου του καπιταλισμού και των πολιτικών του εκπροσώπων. Το να καταλογίζουμε ευθύνες σε ολόκληρο τον πληθυσμό της Ελλάδας, αγνοώντας τις κομπίνες του Γ.Α.Παπανδρέου με Γερμανούς επιχειρηματίες, το νεποτισμό της Siemens καθώς και τις συμφωνίες για την προμήθεια οπλικών συστημάτων από τη Γερμανία κ.α., φαντάζει αν μη τι άλλο σαν ένας χρεοκοπημένος (π)ηθικισμός.

Οι επιπτώσεις της προπαγάνδας αυτής δεν είναι μόνο να χρεωθούν οι πολίτες τις δαπάνες που δημιουργήθηκαν από ένα σύστημα δομημένο με τέτοιον τρόπο ώστε να δημιουργεί κρίσεις και ασταθείς κοινωνίες. Ο άμεσος στόχος είναι να καμφθούν οι αντιστάσεις αυτών που διαφωνούν με το τσίρκο του Νεοφιλελευθερισμού, αυτών που πιστεύουν ότι η δημοκρατία δεν έχει καμία σχέση με αυτήν την φιλελεύθερη ολιγαρχία που μας κυβερνά και ορίζει τις ζωές μας. Εξετάζοντας το φαινόμενο του δημοσίου χρέους και των ελλειμμάτων σε επίπεδο Ε.Ε., βλέπουμε ότι π.χ. η επίσημη ανεργία στην Ισπανία ξεπερνά το 21,5%. Πρόκειται για μια χώρα της οποίας το χρέος (όπως και το αντίστοιχο της Ιρλανδίας) εμφανίζεται τριπλάσιο από το ελληνικό. Παρόλ’ αυτά, ο διεθνής τύπος επιμένει να θεωρεί την Ελλάδα ως πηγή κάθε κακού. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότερες χώρες του Νότου πλήττονται από υπέρογκα χρέη. Όμως καμία από αυτές δεν έδωσε κινήματα όπως αυτό του Δεκέμβρη του 2008. Ποιά είναι, όμως, η στάση των Ευρωπαϊκών ΜΜΕ για την Ιρλανδία (μια χώρα που αν και παρουσίαζαν ως παράδειγμα προς μίμηση λόγω του «μικρού κράτους» και της αυξημένης ιδιωτικής πρωτοβουλίας, λόγω του φοβερού «Κέλτικου Τίγρη», συνεχίζει να έχει τριπλάσιο χρέος σε σύγκριση με την «σοσιαλιστική» Ελλάδα); Ακόμη και σήμερα η Ιρλανδία παρουσιάζεται ως παράδειγμα ανάκαμψης [1] σε αντίθεση με τους «τεμπέληδες του νότου που το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να πίνουν ούζο», όπως γράφουν οι tabloid εφημερίδες. Τί κινήματα έχουν αναδείξει όμως οι Ιρλανδοί στην πρόσφατή τους ιστορία; Πόσες απεργίες έγιναν εκεί για τα μέτρα λιτότητας που λήφθηκαν, τα οποία κάποιες φορές ήταν χειρότερα και από αυτά των Ελληνικών κυβερνήσεων; Γιατί κανείς δεν μιλά για την τεράστια διαφθορά του Ιρλανδικού συστήματος; Μάλλον γιατί οι Ιρλανδοί έχουν υιοθετήσει σε μεγάλο βαθμό την ηθική της ενοχής που τα δικά τους ΜΜΕ καθημερινά προωθούν. Άλλωστε, η σύγχρονη Ιρλανδία δεν διαφέρει και πολύ από τις Η.Π.Α (με κεφάλαια των νεοσυντηρητικών και ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων Bush και Clinton «αναπτύχθηκε και αναβαθμίστηκε» οικονομικά ως χώρα). Ο κομφορμισμός μάλλον έχει μεταλλάξει και τα κεφάλια των Ιρλανδών που έχουν γίνει τετράγωνα από την υπερβολική τηλεκατανάλωση. Είναι τελικά η ζωή που θέλουμε, μια κατάσταση τυφλής αποδοχής των καταστάσεων που δημιουργούν για εμάς ετερόνομες αξίες κι εμείς σαν πολίτες απέχουμε; Αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι (προφανώς) όχι, τότε μάλλον θα πρέπει όλοι μαζί να αναζητήσουμε διεξόδους.

2) Τη δημοκρατική λήψη αποφάσεων “από τα κάτω”, σε τοπικό επίπεδο. Άνθρωποι που ζουν στην ίδια περιοχή και μοιράζονται την καθημερινότητα τους, μπορούν πιο εύκολα, λόγω της δυνατότητας που υπάρχει για άμεσο διάλογο, να ανακαλύψουν και να μοιραστούν τις κοινές τους προσδοκίες, λαμβάνοντας μαζί αποφάσεις και επιμερίζοντας ρόλους στην εκτέλεση τους. Έτσι, οι αμεσοδημοκρατικά ειλημμένες αποφάσεις κατανέμουν την ευθύνη σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες της τοπικής κοινωνίας, οι οποίοι δρουν για τον κοινό σκοπό, αλληλέγγυα και συνεργατικά. Το κέρδος σε περίπτωση δημιουργίας πολλών αυτο-οργανωνόμενων δικτύων – τα οποία δεν είναι απαραίτητο να περιορίζονται μόνο σε θέματα εναλλακτικής οικονομίας αλλά μπορούν να επεκταθούν και σε κάθε δραστηριότητα της δημόσιας ζωής – θα είναι πολλαπλό: όχι μόνο οι τοπικές κοινωνίες θα βρουν, ενδεχομένως, λύσεις σε προβλήματα που είναι παρόντα και πιεστικά παρακάμπτοντας τις άρρωστες και αναποτελεσματικές καπιταλιστικές μεθόδους και δομές, αλλά ταυτόχρονα και κυρίως, θα αποτελέσουν σχολείο πολιτικοποίησης, συνειδητοποίησης, αυτοθέσμισης, χειραφέτησης και, κατά λογική ακολουθία, διεκδίκησης των συνδιαμορφωμένων και αναγκαίων προταγμάτων της ίδιας της ζωντανής πλέον κοινωνίας.

3) Την σταδιακή δημιουργία «γαλατικών» δικτύων, δηλαδή ποικιλόμορφων δομών αυτο-οργάνωσης και αντίστασης. Για παράδειγμα, με τη δημιουργία τέτοιων δικτύων καθίσταται δυνατή η δημιουργία εναλλακτικής οικονομίας με την ανταλλαγή προϊόντων και υπηρεσιών μεταξύ των τοπικών κοινοτήτων και γειτονιών των αστικών περιοχών. Ήδη λειτουργούν δίκτυα εναλλακτικής οικονομίας σε αρκετές περιοχές της Ελλάδος. Τα δίκτυα αυτά μπορούν να ενσωματωθούν στην αντίσταση ενάντια στις Νεοφιλελεύθερες πρακτικές της (αν)ελεύθερης αγοράς και να σαμποτάρουν στην πράξη την εφαρμογή των οικονομικών μέτρων. Όσο περισσότεροι συμμετέχουν ενεργά σε τέτοιες αυτο-οργανωνόμενες ομάδες που στοχεύουν στην εξεύρεση λύσεων για επιμέρους ζητήματα της κοινωνικής ζωής (στα μικρά αλλά διόλου ασήμαντα προβλήματα της καθημερινότητας), τόσο πιο εύκολα θα ξεπεραστούν και τα πάσης φύσεως εμπόδια που θα τεθούν από την γραφειοκρατική οργάνωση του Κράτους και τους νομικούς μηχανισμούς πειθαναγκασμού που έχει υπό τον έλεγχό του.

Ας μη βιαστούμε να κρίνουμε κινήσεις αντίστασης σε συγκεκριμένα μέτρα ως διαταξικές, απολίτικες, απομονωμένες, πρόσκαιρες, αποσπασματικές και άρα καταδικασμένες εξ αρχής σε αποτυχία. Αν θέλουμε να έχουμε μια έντιμη στάση απέναντι στους εαυτούς μας και τις πολιτικές μας θέσεις, οφείλουμε με τη συμμετοχή, τη στήριξη και τη δράση μας να δώσουμε πνοή στις κινήσεις αυτές, σ’ αυτές τις εστίες των σύγχρονων «γαλατών» (στο βαθμό που δεν ελέγχονται από κάθε λογής πολιτικάντηδες και κόμματα ή οργανώσεις), που με μαγικό ζωμό την διάθεση για προσφορά και αλληλεγγύη, για απόρριψη του ατομικισμού και για αυτόνομη δράση όλων των πολιτών, όπου η πράξη δεν θα είναι το επακόλουθο μιας δοτής μπαγιατισμένης θεωρίας/ιδεολογίας αλλά το αποτέλεσμα πολιτικών συζητήσεων και συνδιαμορφώσεων. η δημιουργία ενός νέου κινήματος, πιο οργανωμένου, περισσότερο πολύπλευρο και πιο ελπιδοφόρο από αυτό των αγανακτισμένων του 2011!

[1] Παρά τις εκτιμήσεις ότι η Ιρλανδική οικονομία ανακάμπτει μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο, επειδή οι Ιρλανδοί «δεν είναι σαν τους τεμπέληδες του νότου οι οποίοι έχοντας χάσει την ηθική της εργασίας ξέρουν μόνο να διαδηλώνουν και να προκαλούν επεισόδια». (Στην πραγματικότητα, επειδή οι Ιρλανδοί έδειξαν μεγάλη πειθαρχία και τυφλή υπακοή στις διαταγές των αφεντικών). Όμως η ανάκαμψη αυτή είναι πλασματική. Δηλαδή, για άλλη μια φορά, βλέπουμε τους αριθμούς και τις στατιστικές να ευημερούν και να προοδεύουν. Οι πολίτες όμως αναγκάζονται να αναζητήσουν την τύχη τους στην Αυστραλία, τον Καναδά και τις Η.Π.Α., ο αριθμός των άστεγων πολλαπλασιάζεται, όπως, και η περαιτέρω λουμπενοποίηση του πληθυσμού. Αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα όπου οι κάτοικοι έχουν μάθει να εκτελούν τυφλά διαταγές, και να εκδηλώνουν την οργή τους όχι ενάντια στο σύστημα το ίδιο και στους θεσμούς του, όχι αναζητώντας δημοκρατικές διεξόδους, αλλά πίνοντας μπύρα Guiness και μαχαιρώνοντας ο ένας τον άλλον για μικροκαυγάδες.

Συγγραφή: Efor, Michael Th Ian Delta

Το άρθρο στα Ισπανικά

 

Εθνικισμός και θεωρίες συνωμοσίας

Εδώ και σχεδόν έναν αιώνα, μέσω της διαδικασίας συγκεντροποίησης του κεφαλαίου αναδύεται βαθμιαία μια υπερεθνική ελίτ (αυτό που συμβατικά καλείται ‘‘νέα τάξη’’). Το έθνος-κράτος καθίσταται πλέον εν μέρει άχρηστο, και μάλλον εμπόδιο για την υπερεθνική ολιγαρχία· χρειάζεται ενιαία παγκόσμια αγορά για να αναπτύξουν οι πολυεθνικές εταιρείες απρόσκοπτα τις πειρατικές τους δραστηρίοτητες.

Οι νέοι επικυρίαρχοι έχουν ανάγκη να αποδημήσουν την εθνική συνείδηση, το απαρχαιωμένο εργαλείο χειραγώγησης που αντιστοιχεί σε παλαιότερη φάση της εμπορευματικής επέκτασης. Για να εδραιωθούν πρέπει να φορέσουν στους ανθρώπους νέο καπίστρι: τους νέους μύθους της πολυπολιτισμικότητας, των αγίων εταιρειών που μοχθούν για την ευτυχία της ανθρωπότητας, ουσιαστικά την αμιγή θρησκεία του Εμπορεύματος.

Οι ξεπερασμένοι μύθοι της διαχρονικής συνέχειας του έθνους, της κοινής καταγωγής και παράδοσης, της εθνικής ανωτερότητας, εξαλείφονται βαθμιαία, για αντικατασταθούν από τη λατρεία της αγοράς και την καταναλωτική χαύνωση. Στο ατομικό επίπεδο, το υποκατάστατο αυτοεκτίμησης που προτείνεται δεν είναι πλέον το φαντασιακό εθνικό μεγαλείο, αλλά η κατοχή εμπορευμάτων.

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το άρθρο  «το έθνος ως θρησκευτικό δόγμα» του ιστολογίου Ισότητα

Αποδόμηση/ Τοποθέτηση (*)

Εθνικισμός/Φυλετικές διακρίσεις και καπιταλισμός

Η άποψη ότι το έθνος-κράτος τείνει να καταργηθεί βάσει οργανωμένου σχεδίου μιας υπερεθνικής ολιγαρχίας που κάνει «σοφούς» υπολογισμούς για το πώς θα εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντά της εις βάρος των λαών, είναι αφελής και δεν δικαιώνεται ούτε ιστορικά αλλά ούτε από την σημερινή πραγματικότητα.

Ουίνστον Τσόρτσιλ, Βρετανός πρωθυπουργός και αρχηγός του Συντηρητικού κόμματος: Είναι γνωστός ο θαυμασμός που έθρεφε για τον Μουσολίνι. Ο ίδιος είχε δηλώσει σε ομιλία του στη Ρώμη στις 20 Γενάρη 1927: «Αν ήμουν Ιταλός, είμαι σίγουρος ότι θα ήμουν ολόψυχα μαζί σας»

Ιστορικά το τραπεζικό κεφάλαιο και ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός που αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό το θεωρητικό άλλοθι του κεφαλαίου αυτού, όποτε χρειάστηκε, έμμεσα τόνωσαν τον εθνικισμό, την εθνική συνείδηση, τον ρατσισμό και την μισαλλοδοξία, κυρίως στην περιφέρεια του καπιταλισμού (βλ. π.χ. στρατιωτικές δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής ήδη από το 1973, περιφερειακούς πολέμους σε Μέση Ανατολή) προσπαθώντας, στα μέτρα του δυνατού, να διαφυλάξουν μία πιο ομαλή κατάσταση στις μητροπολιτικές καπιταλιστικές χώρες, στις οποίες, το «κράτος δικαίου» και το «κοινωνικό κράτος», τα οποία ήταν αποτέλεσμα διαρκών και αιματηρών αγώνων των κινημάτων, απάλυναν κάπως την άνιση κατανομή του πλούτου.

Παρένθεση: Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως ο εθνικισμός αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του καπιταλισμού. Οι νόμοι της αγοράς, όπως θα έλεγε και ο Max Weber, δεν λογαριάζουν ούτε κάνουν διακρίσεις μεταξύ εθνών, φυλών και διαφόρων άλλων χαρακτηριστικών. Το σύστημα, λοιπόν, του φιλελεύθερου καπιταλισμού δεν τάσσεται ιδεολογικά ούτε υπέρ αλλά ούτε και κατά των δικαιωμάτων των αλλόφυλων, των μεταναστών, δεν είναι ούτε υπέρ, ούτε κατά της πολυπολιτισμικότητας (όπως διατυμπανίζουν συνεχώς οι μύωπες εθνικιστές), αλλά φυσικά, δεν συμβαδίζει και με τον Ναζισμό και τον φασισμό (όπως, από την άλλη θα έλεγαν οι συνωμοσιολόγοι της αριστεράς). Ο καπιταλισμός, λοιπόν, ανεξάρτητα από την πρακτική εφαρμογή της θεωρίας, δεν λογαριάζει ούτε έθνη, ούτε φύλα, ούτε εθνικότητες. Αυτοσκοπός του φαντασιακού του είναι η παραγωγή, και ο «εξορθολογισμός» του κέρδους.  Ως εκ τούτου, ισχύει ότι οι φιλελεύθερες «δημοκρατίες» (που στην ουσία είναι φιλελεύθερες ολιγαρχίες) φέρουν ένα προσωπείο «υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.» Όμως αυτό το προσωπείο δεν το απόκτησαν ελέω καπιταλισμού. Το απόκτησαν λόγω του ότι ο καπιταλισμός μπορεί και αφομοιώνει αξίες και ιδέες που προτάχθηκαν από κινήματα και δράσεις του παρελθόντος, αξίες είτε ξένες, είτε αντίθετες σε αυτόν. Αξίες τις οποίες αν δεν αφομοίωνε θα κατέρρεε μέσα σε λίγους μήνες λόγω της κοινωνικής πίεσης των κινημάτων αυτών. Ως εκ τούτου, η κατάργηση των εθνών κρατών και η έννοια της διαπολιτισμικής κοινωνίας είναι ασυμβίβαστη με την έννοια του νεοφιλελευθερισμού και της πλουτοκρατίας. [Θα εξηγήσουμε σε άλλη ανάρτηση, τις θέσεις μας γύρω από την φιλελεύθερη πολυπολιτισμικότητα και την κοινωνία των διαπολιτισμικών σχέσεων (που προτείνουμε εμείς), εντός των πλαισίων της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας].

Το έθνος-κράτος δεν αποτελεί πλέον ένα άχρηστο εργαλείο ούτε και εμπόδιο για τα σχέδια κάποιας «υπερεθνικής ολιγαρχίας» (αν μπορούμε να εκλάβουμε το επιχείρημα περί κρυφής ατζέντας ως έγκυρο). Η διαφορά με 60 χρόνια πριν, βρίσκεται στην μεταλλαγή της έννοιας του έθνους-κράτους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το άνοιγμα των ενδοευρωπαϊκών συνόρων με την επικύρωση της Συνθήκης του Σένγκεν και την υπογραφή συμφώνων ελεύθερης μετακίνησης μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν μπορούμε να μιλάμε πλέον για την ύπαρξη συνόρων (με την αυστηρή έννοια του όρου) μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας. Δηλαδή, σήμερα τα έθνη-κράτη ορίζονται διαφορετικά: σχεδόν, όλη η Ευρωπαϊκή επικράτεια αποτελεί μια ενιαία χώρα. Δεν είναι όμως όλες οι Ευρωπαϊκές χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μιας και ο κανονισμός ένταξης στην Ε.Ε προϋποθέτει πως η κάθε χώρα που υποβάλει αίτηση θα πρέπει να πληροί συγκεκριμένους πολιτικο-οικονομικούς κανονισμούς (δηλαδή, η οικονομία της να είναι ανταγωνιστική, ανοιχτή και όχι κρατική) [2]. Με βάση αυτά τα δεδομένα, βλέπουμε πως συγκεκριμένα κράτη συνεργάζονται και συνεπώς κατά κάποιον τρόπο άρουν τους περιορισμούς τους σε ότι τι αφορά τις μετακινήσεις πληθυσμών από το ένα στο άλλο. Αυστηρό κριτήριο όμως για αυτήν την συνεργασία είναι η πρώτα απ’ όλα η οικονομική ισχύς και δεύτερον γεωπολιτικοί παράγοντες. Θα μπορούσε για παράδειγμα το Μαρόκο (ακόμη και αν άνηκε γεωγραφικά στην Ευρώπη) να αποτελεί μέλος της ΕΕ; Θα μπορούσε για παράδειγμα η Αλβανία, με τα δεδομένα της οικονομίας της δεκαετίας του 90 να συμμετάσχει επίσης; Μάλλον όχι! Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται καμία κατάργηση συνόρων, παρά η δημιουργία νέων ζωνών επιρροής που δημιουργούν ένα νέο φρούριο, το φρούριο των ισχυρών: τα σύνορα με την Ινδία όχι μόνο δεν καταργούνται αλλά βλέπουμε κάθε μέρα όλο και περισσότερο τους νεοφιλελεύθερους πολιτικούς να λαμβάνουν σκληρότερα μέτρα όχι μόνο για την «πάταξη της λαθρομετανάστευσης», αλλά και για τον περιορισμό των «νομίμων» μεταναστών, βάση ενός «ορθολογικού» σχεδίου «πόσο αντέχει η οικονομία μας». [1] Ίσως όχι στο όνομα του «έθνους», αλλά με βάση την αγορά εργασίας. Κατά πόσο όμως, ακόμη και αυτή η πιο «ορθολογική προσέγγιση» δεν δημιουργεί αφορμές για εθνικιστικές εξάρσεις;

Ένας από τους βασικούς λόγους όπου η ακροδεξιά κερδίζει έδαφος είναι το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Ο Δυτικός άνθρωπος αδυνατεί να αναζητήσει λύσεις εναλλακτικές. Δεν υφίσταται πλέον η ΕΣΣΔ. Το όραμα της σοσιαλιστικής αλλαγής, της επανάστασης και της ανέγερσης μιας πιο δίκαιης κοινωνίας έχει αποδεκατιστεί. Συνεπώς η μόνη επικρατούσα αντίληψη είναι η εξής: «θα πρέπει να προστατέψουμε τον καπιταλισμό, το μόνο σύστημα που δουλεύει». Προκειμένου να προστατευτεί ο καπιταλισμός και η αγορά εργασίας απαιτείται και η διαμόρφωση μιας μεταναστευτικής πλατφόρμας, ενός σχεδίου δηλαδή που θα επιτρέπει συγκεκριμένο αριθμό μεταναστών να εισέρχονται μέσα σε μια χώρα, μόνο όσους απαιτεί η ντόπια αγορά εργασίας (ποσόστωση). Έτσι λοιπόν, στην κρίσιμη περίοδο αυτή που διανύουμε, βλέπουμε κόμματα της άκρας δεξιάς να αυξάνουν όλο και περισσότερο τα εκλογικά τους ποσοστά μιας και κάνουν συνεχώς λόγο για περιορισμό της μετανάστευσης, ότι δηλαδή χρειάζεται μια ντόπια καπιταλιστική οικονομία προκειμένου να μην υποστεί πληθώρα προσφοράς εργατικών χεριών σε μειωμένη ζήτηση, κάτι που θα σήμαινε την αύξηση της ανεργίας κατακόρυφα. Φυσικά, ο καπιταλιστικοί νόμοι της αγοράς δεν ενδιαφέρονται αν η ανεργία είναι υψηλή ή χαμηλή. Στην σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, όλα έχουν να κάνουν με αριθμούς, αριθμοί οι οποίοι το μόνο που μετρούν είναι το κέρδος [3], την μόνη κυρίαρχη αξία. Όμως, ο φόβος του Ολλανδού στον επικείμενο εφιάλτη της ανεργίας έχει ως αποτέλεσμα να βλέπει τον Βιλντερς σαν μια «σανίδα σωτηρίας» σε κάποιο επερχόμενο «ναυάγιο.» Έχουμε, επίσης, δει, σε προηγούμενη ανάρτηση ότι στην ουσία, η έννοια του έθνους αντιπροσωπεύει την ιδιοκτησία, μια ιδιοκτησία κατ’ επέκταση (βλ: Φασισμός, Ναζισμός, ΛΑ.Ο.Σ και Χρυσή Αυγή: Σπάζοντας το Αυγό…). Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι η οικονομική ανισότητα του καπιταλισμού (παράγωγο της πολιτικής ανισότητας) θα μπορούσε να εκφραστεί έμμεσα και ως φυλετική ανισότητα. Συνεπώς, θεωρητικά μόνο ο καπιταλισμός δεν κοιτά φυλές και έθνη. Η εφαρμογή της θεωρίας του στην πράξη διαφέρει ριζικά. Και φυσικά, είναι αδιανόητο να κρίνουμε μια θεωρία (οποιαδήποτε και αν είναι αυτή) αγνοώντας το αποτέλεσμα της πρακτικής της εφαρμογής…

Επίσης, ο καπιταλισμός μπορεί να εμφανίζεται «τυφλός» σε θέματα που αφορούν φυλετικές διακρίσεις αλλά είναι εξίσου «τυφλός» και σε ότι έχει να κάνει με την εξάλειψη του φαινομένου του ρατσισμού. Δηλαδή: όπως για παράδειγμα, καταφέρνει και αφομοιώνει προοδευτικές αξίες κινημάτων που στράφηκαν εναντίον του, έτσι καταφέρνει και αφομοιώνει εξίσου και αντι-ανθρωπιστικές ανορθολογικές μεταφυσικές αξίες που πρακτικά έρχονται σε αντίθεση με τα καπιταλιστικά ιδεώδη. Για παράδειγμα: η δουλεία των μαύρων της Αμερικής ενισχύθηκε από την Προτεσταντική εκκλησία που προπαγάνδιζε ότι «οι μαύροι δεν έχουν ψυχή» και συνεπώς αξίζουν λιγότερο από τους λευκούς αφέντες τους. Φυσικά, η θρησκεία βασίζει την προπαγάνδα της σε μεταφυσικές προσεγγίσεις. Όμως, αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό δεν σημαίνει τίποτα! Η Χριστιανική αντίληψη εναντίον των μαύρων μπορεί να αποτελεί αξία ξένη προς τον «ορθολογικό» καπιταλισμό που κοιτά μόνο την κεφαλαιοκρατική εξάπλωση αλλά θα μπορούσε άνετα να υιοθετηθεί από τους κατόχους των μέσων παραγωγής: δωρεάν εργατικά χέρια, καμία διεκδίκηση εργατικών δικαιωμάτων…

Σε μια κοινωνία όμως όπου οι κυρίαρχες αξίες δεν είναι το κέρδος και η συσσώρευση πλούτου και, ως εκ τούτου, ο σκληρός ανταγωνισμός για λόγους επιβίωσης παύει να υφίσταται, δεν τίθεται ανάγκη αποκλεισμού «μη προνομιούχων» κοινωνικών ομάδων με βάση το χρώμα του δέρματος ή την καταγωγή, (φυσικά μιλάμε για μια κοινωνία η οποία κατορθώνει μεν να αποβάλει τις καπιταλιστικές αξίες, αλλά ταυτόχρονα, το φαντασιακό της δεν διέπεται από μεταφυσικές δοξασίες, όπως η πίστη στο Θεό, η ιστορική συνέχεια…)

Εν ολίγοις, οι νέοι επικυρίαρχοι δεν θέτουν ως αυτοσκοπό την κατάργηση της εθνικής συνείδησης. Η απόρριψη της εθνικ(ιστικ)ής συνείδησης είναι αποτέλεσμα των κινημάτων που αμφισβήτησαν την κυριαρχία του ιδεολογήματος του εθνοσυντηρητισμού – κινήματα που απλά ο καπιταλισμός καταφέρνει να τα απορροφήσει (ως ένα βαθμό). Απεναντίας οι επικυρίαρχοι καλλιεργούν έναν εργαλειακό Ευρωκεντρισμό που οδηγεί σε παρόμοιου τύπου εθνικιστικές εξάρσεις.

Ο παραλογισμός του εθνικισμού

Ο ιδιόκοσμος του εθνικιστικού υποκειμένου αποτελεί ένα είδος τύφλωσης που ορίζεται ως αδυνατότητα να δούμε τον άλλο ως ίσο και να προσπαθήσουμε να δούμε τα πράγματα από τη δική του σκοπιά, να μπούμε για λίγο στη θέση του. Ένα τέτοιο είδος αποδοχής του Άλλου, μια φανταστική εναλλαγή των ρόλων, θα κατέρριπτε το μύθο που έχει δημιουργήσει το εθνικιστικό υποκείμενο γι’ αυτόν και θα συνέτριβε τον εθνικιστικό εγκλεισμό καθ’αυτόν.

[Αυτονομία ή Βαρβαρότητα Πολιτική Ομάδα: Το έθνος, η ιστορία και η αλήθεια (αντι-εθνικισμός)]

Εν έτη 2011 δεν μπορούμε να μιλάμε για φυλές, δηλαδή απολύτως κλειστές κοινωνίες που δεν έρχονται σε επαφή με άλλους πολιτισμούς με σκοπό να διατηρήσουν ένα είδος θεσμικής καθαρότητας (κάτι τέτοιο συναντάμε μόνο στις πρωτόγονες φυλές Αμαζονίου της Αφρικής…) Ακόμη και αν δεν το δούμε ιστορικά αλλά φιλοσοφικά, ποιος θα μπορούσε να ορίσει τι είναι τα έθιμα και η γλώσσα; Είναι κοινωνικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου που τον εντάσσουν σε μια ταυτότητα όπου χαρακτηρίζεται από κάποια α-ιστορικότητα; Ή μήπως είναι κι αυτά κοινωνικοί θεσμοί, δηλαδή, δημιουργίες του κοινωνικού φαντασιακού; Το γεγονός δηλαδή ότι μιλάμε μια γλώσσα συγκεκριμένη και κοινή ταυτόχρονα με άλλους ανθρώπους, αποδεικνύει την ύπαρξη εθνών και εθνοτήτων; Το επιχείρημα αυτό, πέρα του ότι βασίζεται σε εξωκοινωνικές ντετερμινιστικές έννοιες, είναι μάλλον παράλογο και δυστυχώς το επικρατέστερο σήμερα: «είμαστε Έλληνες γιατί μιλάμε ελληνικά»

Ο άνθρωπος βιολογικά, όπως αναλύεται από την νευρο-επιστήμη και τη βιολογία όντως είναι διαμορφωμένος έτσι ώστε να μιλάει (υπάρχουν νευρώνες εγκεφαλικοί που σχετίζονται με την ανθρωπινή ομιλία ). Αυτό όμως δεν μπορεί να αποδείξει 1) το ότι οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να ομιλούν. Κοινώς αν δεν μας μάθει κάποιος μια γλώσσα, έναν κώδικα στοιχείων που ευνοούν τη συνεννόηση (το ρόλο αυτό τον λαμβάνει, στο κατώτατο στάδιο, η οικογένεια και όσο πιο πολύπλοκη γίνεται η κοινωνία τόσο αυξάνονται οι εκπαιδευτικοί θεσμοί) και 2) κανένας μα κανένας δεν μπορεί να εξηγήσει με φυσικούς/βιολογικούς όρους το πως αυτό το νευρικό σύστημα του εγκεφάλου οδηγεί στη δημιουργία της ελληνικής γλωσσάς και όχι κάποιας άλλης ή στη δημιουργία αυτών των εννοιών και σημασιών και όχι των δείνα.

Η μαζοχιστική σχέση με τις αυθεντίες δε μετριάζει μόνο το φόβο, αλλά προσφέρει και αποζημίωση (…) Δε σημαίνει μόνο την παραίτηση από την ατομικότητα, αλλά και τη συμμετοχή σε μια εξουσιαστική και λαμπρή προσωπικότητα. Αφοσιωμένος σ’ αυτή, παίρνει κανείς κάτι από την αίγλη και το μεγαλείο της. (…) Αυτό το ναρκισσιστικό υποκατάστατο ικανοποίησης μεσω μαζοχιστικής αφοσίωσης σε μια ανώτερη ισχυρή εξουσία, δεν επιτυγχάνεται μόνο μεσώ της σχέσης με τον εξουσιαστή, αλλά και μέσω της συμμετοχής στην αίγλη του έθνους ή της φυλής.

Erich Fromm:  Αυθεντία και οικογένεια (Μπουκουμανης)

Η Νέα Τάξη και η ανάγκη για μύθους

Τι ονομάζουν Νέα Τάξη; Ορίζεται από όσους διακινούν τις θεωρίες αυτές, ως μια κατάσταση κατά την οποία θα υπάρξει μια παγκόσμια κυβέρνηση η οποία θα ελέγχει έναν ομογενοποιημένο πλανήτη, με ένα κοινό νόμισμα και μια παγκοσμιοποιημένη οικονομική λειτουργία. Όργανα επιβολής της είναι τα ΜΜΕ, η σταδιακή εξάλειψη των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων και των εθνών και οι κυβερνήσεις-πειθήνια όργανα της πολιτικής αυτής. Σύμφωνα μάλιστα με τις θεωρίες αυτές, η άρχουσα τάξη έχει δημιουργήσει τη Λέσχη Μπίλντεμπεργκ, η οποία αποτελείται από επιφανή στελέχη της πολιτικής και της αγοράς, τα οποία συντονίζουν τις δράσεις τους ανά τον κόσμο με τακτικές συναντήσεις.

Και τι είναι στην πραγματικότητα η Νέα Τάξη; Η «Νέα Τάξη Πραγμάτων», στην πραγματικότητα δεν είναι κάτι καινούργιο, ούτε χρειάζεται θεωρίες συνωμοσίας με δήθεν συγκλονιστικές αποκαλύψεις ακροδεξιών δημοσιογράφων όπως ο Alex Jones. Δεν χρειάζεται αποκρυπτογράφηση συμβόλων, ούτε κάρτες των… Ιλουμινάτι, ώστε να δει κανείς πως η εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος έτεινε από την αρχή προς μια παγκοσμιοποιημένη αγορά, αφού πρώτα κατέτρωγε τον πληθυσμό των χωρών στις οποίες βασίστηκε, (κυρίως τις χώρες του κακώς λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου»).

Το φαινόμενο της παγκοσμιοποιημένης αγοράς ήταν πάντα στα σχέδια των μεγάλων «επενδυτών». Το βασικό στοιχείο που απέτρεπε την εμφάνιση της νωρίτερα, ήταν η ύπαρξη ενός άλλου καθεστώτος που αντιμετωπιζόταν ως το αντίπαλο δέος, το Σοβιετικό καθεστώς, (το οποίο στην ουσία προετοίμασε το έδαφος…). Δεν είχαν τη δυνατότητα λοιπόν οι μεγάλες εταιρίες της Δύσης να ανοιχθούν σε οικονομίες με φθηνά εργατικά χέρια, όπως αυτές της Κίνας, των Βαλκανίων κτλ. Έτσι, ο καπιταλισμός λειτουργούσε, προσωρινά, θετικά για τις δυτικές οικονομίες (και μόνο γι’ αυτές). Ο δυτικός καπιταλισμός δεν προσέφερε ικανοποιητικούς μισθούς και κάποια δικαιώματα (τα οποία σήμερα παίρνει πίσω), από επιλογή των ισχυρών να μοιραστούν την ευημερία τους, αλλά, λόγω των κοινωνικών αγώνων για δικαιότερη κατανομή του πλούτου. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε το επαναστατικό εργατικό κίνημα, το οποίο, όπως θα έλεγε και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αποτελεί κληρονόμο της Γαλλικής, της Αγγλικής και της Αμερικανικής Επανάστασης.

Οι επιχειρηματίες δεν έχουν καμία ανάγκη από σύμβολα, ή παραθρησκευτικές οργανώσεις ώστε να επεκτείνουν τα κέρδη τους. Το σύστημα που υπηρετούν θέτει ως κεντρική του σημασία την εργασία, την παραγωγή και την κατανάλωση, στο βαθμό που κάθε άλλη κοινωνική δραστηριότητα και χαρακτηριστικό εκλαμβάνεται ως δευτερεύον. Έχουν, όμως, ανάγκη από πειθήνιους πολίτες, οι οποίοι θα αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις με τη λογική του δίπολου. Στάση πληρωμών ή νέα μέτρα – Ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε – έθνος ή αλλοτρίωση – σταθερότητα ή χρεοκοπία…

Στη λογική λοιπόν του απεριόριστου κέρδους, οι κοινωνίες απαντούν με την πατροπαράδοτη λογική, με τη δημιουργία μύθων… Μερικοί εξ αυτών μάλιστα υποστηρίζουν πως ακόμη και μια παγκόσμια επανάσταση, θα ήταν «κατασκευασμένη» από τα ίδια τα όργανα της «Νέας Τάξης», ώστε να επιβάλλουν την δικτατορία τους… Απαντάμε λοιπόν στον καπιταλισμό, με μεθόδους που δημιούργησε ο καπιταλισμός; Απαντάμε με καχυποψία προς οποιαδήποτε νέα ιδέα, με καταδίκη εννοιών όπως διεθνή αλληλεγγύη, συνεργασία των λαών;

Πρέπει, μάλλον, να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε με δογματικούς όρους, να πάψουμε να κατασκευάζουμε μύθους που απλά αποπροσανατολίζουν από την πραγματικότητα. Η Νέα Τάξη, έτσι όπως περιγράφεται, δεν είναι στόχος μια κλειστής γκρούπας ματαιόδοξων ανθρώπων, είναι μια κατάσταση που αποτελεί το τελευταίο επίπεδο του καπιταλισμού. Η ίδια η λογική του υπερκέρδους, της εκμετάλλευσης, της καταναγκαστικής εργασίας, της παιδείας βασισμένης στην οικονομία της αγοράς, της καταστροφής του περιβάλλοντος, οδηγεί (και πάντα οδηγούσε) προς τη δημιουργία μιας υπερεθνικής ελίτ.

Σημειωτέον, η υπερεθνική ελίτ δεν είναι κάτι το οποίο ΘΑ δημιουργηθεί. Υπήρχαν και αιώνες πριν οι βασιλικές οικογένειες, πριν από αυτές οι αυλικοί των αυτοκρατόρων και πριν από αυτούς οι πολέμαρχοι στρατηγοί και οι παρατρεχάμενοι τους. Ο «εχθρός» λοιπόν δεν είναι απλά οι υπερεθνικές ελίτ, αλλά κάθε ελίτ, είτε αυτές λέγονται κυβερνώντες, είτε εργοδότες, είτε επιστημονικές και θεολογικές αυθεντίες, είτε είναι υπερεθνικές, είτε «εθνικές».

Η αυτιστική εμμονή στην διατήρηση του έθνους δεν μπορεί να αποτελεί τη λύση απέναντι στην παγκοσμιοποίηση της αγοράς. [3] Κι αυτό, όχι απλά διότι το έθνος αποτελεί ένα δημιούργημα των προγόνων των σημερινών τραπεζιτών, πολιτικών και ιερέων, αλλά διότι έχει αποδειχθεί ιστορικά πως η ενότητα ενός συνόλου ατόμων με βάση το έθνος, δεν αποκλείει ούτε την ανισότητα, ούτε την εκμετάλλευση, ούτε τον ξεπεσμό των αξιών, ούτε τους πολέμους (αντιθέτως, τους δημιουργεί).

Μπορούμε να ενωθούμε σαν άνθρωποι στη βάση διαφορετικών συλλογισμών, που θα ενώνουν τους λαούς και δεν θα έχουν το στοιχείο του διαχωρισμού ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους. Συλλογισμών που θα αποκλείουν, ή θα κάνουν πιο δύσκολη, την εκμετάλλευση ανθρώπων από άνθρωπο, που θα μεταμορφώσουν τις αξίες των κοινωνιών μακριά από κάποια ετερόνομη θέσμιση.

Υπερασπιζόμαστε τη συνεργασία των λαών, την αυτονομία των διαφόρων αναλογικοτήτων των ανθρώπων, παράλληλα μέσω διαφόρων δικτύων αλληλεγγύης. Συνεργασία, όχι τύπου ΝΑΤΟ φυσικά, αλλά σε επίπεδα αλληλεπίδρασης, ανταλλαγής και συνδιαμόρφωσης του επόμενου επιπέδου στο οποίο θα πρέπει να ανέλθει ο άνθρωπος.

O νεοφιλελευθερισμός

Οι κορώνες των νεοφιλελεύθερων καπιταλιστών για «λιγότερο κράτος», (θεωρία ακραίου οικονομισμού που πρωτοεμφανίζεται από την σχολή του Σικάγο και διατυπώνεται αρχικά από τους Friedrich Hayek και Milton Friedman, τη δεκαετία του ’50), δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως έκφραση μιας υπερεθνικής ελίτ που βρίσκεται σε μυστικές συνεννοήσεις και θέλει την κατάργηση του έθνους-κράτους, αλλά αντίθετα, ως η τελευταία «εξέλιξη» του καπιταλισμού ο οποίος φαίνεται ότι ταλανίζεται από εσωτερικές δομικές συγκρούσεις. Η νεοφιλελεύθερη τάση του καπιταλισμού με την μορφή που την γνωρίζουμε σήμερα, επικρατεί σιγά σιγά παγκοσμίως από το 1979-1980, μετά την άνοδο σε Η.Β. και Η.Π.Α. των Margaret Thatcher και Ronald Reagan, οι πολιτικές των οποίων εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο (όχι απαραίτητα πάντα ηθελημένα) το τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και δεν δίνουν πια τόσο βάρος στην «παραγωγή», αφήνοντας σχετικά «απροστάτευτες» τις άλλες μορφές κεφαλαίου όπως είναι το π..χ το βιομηχανικό, το εφοπλιστικό, το εμπορικό.

Η ενδοκαπιταλιστική αυτή κρίση, όμως, δεν πρέπει να εξηγείται με μεταφυσικό τρόπο αλλά με βάση τις εγγενείς αδυναμίες και αντινομίες ενός οικονομικού συστήματος το οποίο αφού υπερδιογκώθηκε με τρόπο «καπιταλιστικά ορθολογικό», λειτουργεί σήμερα ασύδοτα και «ανορθολογικά» ακόμα και με κριτήρια ακραίου οικονομισμού. [5] Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι τα τελευταία 30 χρόνια υπάρχει π.χ. σταδιακή αλλά ολοένα αυξανόμενη αποβιομηχάνιση (ότι δηλαδή οι πολιτικές επιλογές των κρατών δεν δίνουν πλέον βάρος στην «παραγωγή και κατανάλωση» έστω και αν αυτή γινόταν, κατ΄επιλογή, με την άνιση κατανομή του πλούτου, αλλά στην παραγωγή χρήματος); Και πώς θα μπορούσε, ταυτόχρονα, να ερμηνευτεί το γεγονός ότι σήμερα πλήττεται για πρώτη φορά και η ίδια η αστική αλλά και μεγαλοαστική τάξη (αμέτρητες επιχειρήσεις χρεοκοπούν καθημερινά, ακόμα και στον τομέα του τραπεζικού κεφαλαίου, βλ. π.χ. στις ΗΠΑ στις οποίες δεκάδες περιφερειακές τράπεζες χρεοκοπούν ετησίως) ;

Το γεγονός ότι σήμερα ο καπιταλισμός δεν λειτουργεί ορθολογικά ούτε με καπιταλιστικούς όρους, βάζοντας τη φτώχεια και μέσα στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, μέσα στην ίδια την αστική τάξη, μέσα στους πληθυσμούς που έως τώρα δεν ήταν απόλυτα και οριστικά εξαθλιωμένοι, καθόλου δεν σημαίνει ότι «Οι νέοι επικυρίαρχοι έχουν ανάγκη να αποδομήσουν την εθνική συνείδηση, το απαρχαιωμένο εργαλείο χειραγώγησης που αντιστοιχεί σε παλαιότερη φάση της εμπορευματικής επέκτασης» , αλλά αντίθετα, σημαίνει ότι δρώντας τόσο πρόχειρα, άπληστα και καταστροφικά, δίνουν λαβή στην έξαρση κάθε ανόητου ιδεολογήματος όπως είναι η εθνική συνείδηση με την έννοια που την ξέρουμε («εμείς και οι υπόλοιποι που είναι βάρβαροι και μας επιβουλεύονται»), ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, ο ρατσισμός κάθε είδους.

Κι αυτό γιατί είναι προφανές ότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός δεν είναι επιβιώσιμος, ακριβώς εξαιτίας των προαναφερόμενων οικονομικών και πολιτικών του επιλογών. Σε μία κοινωνία φτωχών, κανείς δεν παράγει τίποτα και κανείς δεν μπορεί να καταναλώσει, η δε παραγωγή χρήματος και αφηρημένων οικονομικών εννοιών, δεν εξασφαλίζουν σε καμία περίπτωση την διαιώνιση ενός εντελώς άπληστου και δυσλειτουργικού συστήματος. Το χρήμα, οι μετοχές, τα ελλείμματα, τα σκληρά νομίσματα, οι off shore και οι υπεράκτιες εταιρείες, δεν τρώγονται, ούτε μπορούν να κυβερνήσουν από μόνα τους.

Μέρος των δικών μας προσπαθειών, είναι όχι μόνο να αναλύσουμε τα γεγονότα, όχι μόνο να καταλάβουμε ότι η «παγκοσμιοποίηση» είναι το αποτέλεσμα ενός εξ αρχής αδηφάγου, βάρβαρου και αναποτελεσματικού συστήματος όπως αυτό έχει εξελιχθεί σήμερα (καπιταλισμός), αλλά και να εμποδίσουμε την εξάπλωση των προαναφερόμενων ιδεολογημάτων που φαίνεται ότι τείνουν να καλύψουν το κενό που αυτός αφήνει τη στιγμή του επιθανάτιου ρόγχου του, δίνοντας το βάρος σε μία κοινωνία αυτονομίας, πραγματικής δημοκρατίας, αλληλεγγύης και οικονομικής ισότητας (η οποία τελευταία μπορεί να υπάρξει μόνο αν αποκοπεί από τον στενό οικονομισμό του καπιταλισμού και κάθε άλλου οικονομικού μοντέλου που λειτούργησε έως σήμερα, φαινομενικά μόνο, ως αντίπαλο δέος σ’ αυτόν, παίζοντας με τους δικούς του όμως κανόνες και άρα όντας καταδικασμένου εξ αρχής σε αποτυχία).

[1] Χαρακτηριστικό παράδειγμα περιορισμού της μετανάστευσης – ακόμη και πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης – αποτελεί η Ιρλανδία και η Μεγάλη Βρετανία. Με την ένταξη της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, οι δύο ισχυρές αυτές οικονομίες δεν ήραν τους περιορισμούς μετακίνησης των Ρουμάνων και των Βουλγάρων προς την επικράτειά τους. Ένας Ρουμάνος, για παράδειγμα, που θα θέλει να εργαστεί στην Ιρλανδία δεν θα έχει τα ίδια προνόμια με έναν Γερμανό ή έναν Γάλλο ο οποίος μπορεί να μείνει στη χώρα για όσο επιθυμεί. Απεναντίας ο Ρουμάνος θα πρέπει να βγάλει άδεια εργασίας από την αστυνομία και έχει περιθώριο παραμονής μέχρι και 3 μήνες στις χώρες αυτές. Οι λόγοι φυσικά είναι προφανείς…

[2] Όπως αναφέρει το Europedia:

Σύμφωνα με τα κριτήρια που έχει καθορίσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης το 1993 μια υποψήφια προς ένταξη χώρα πρέπει να διαθέτει: (α) σταθερούς θεσμούς που εγγυώνται τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τα δικαιώματα του ανθρώπου και την προστασία των μειονοτήτων· (β) μια βιώσιμη οικονομία της αγοράς και την ικανότητα αντιμετώπισης της ανταγωνιστικής πίεσης και των δυνάμεων της αγοράς μέσα στην Ένωση· και (γ) την ικανότητα να αναλάβουν τις υποχρεώσεις της πλήρους συμμετοχής, συμπεριλαμβανομένων των στόχων πολιτικής, οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Η ΕΚ/ΕΕ βοηθάει, πάντως, τα υποψήφια κράτη να ανταποκριθούν στους όρους για την ένταξή τους βάσει εταιρικών σχέσεων προσχώρησης [Κανονισμός 622/98].

[3] Κέρδος: Θα μπορούσαμε να ορίσουμε κέρδος, με βάση την οικονομιστική θεωρία, οτιδήποτε αποσκοπεί στη μέγιστη συσσώρευση κεφαλαίων (με την ευρεία έννοια του όρου: μέσα παραγωγής, χρήμα, ιδιοκτησία) μέσω της υλοποίησης, ταυτόχρονα, κάποιας μεθόδου που ελαχιστοποιεί το κόστος, (έξοδα παραγωγής: αμοιβές προσωπικού, πρώτες ύλες, ζημία).

[4] Αντιπαλεύουμε την παγκοσμιοποίηση (πάντα με την οικονομική έννοια του όρου) προωθώντας το πρόταγμα της τοπικοποίησης:

Τοπικοποίηση είναι η στρατηγική με την οποία θα απαντήσουμε στην «υπαρκτή» παγκοσμιοποίηση και θα επιδιώξουμε τη στροφή σε μια αποκεντρωμένη, επανατοπικοποιημένη, αυτοδιαχειριζόμενη, οικολογική κοινωνία της ισοκατανομής, που θα έχει σαν κύτταρο την αυτοδύναμη κοινότητα και το δήμο και θα στηρίζεται στην ομοσπονδιοποίηση δήμων-περιφερειών-εθνών. Για το ξεπέρασμα του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης, της κλιματικής-οικολογικής καταστροφής, του καπιταλισμού και του εθνικού κράτους.

[5] Εν τελεί το οικονομικό πρόβλημα είναι μόνο συγκυριακό μιας και εμφανίζεται μόνο σε περιόδους κρίσης. Από φιλοσοφική και οντολογική πλευρά δεν είναι καν οικονομικό. Δηλαδή, για να μπορέσει να πει κανείς ότι το πρόβλημα του καπιταλισμού είναι οικονομικό θα πρέπει να αναλωθεί αποκλειστικά και μόνο στην οικονομιστική λογική και να αφήσει εκτός την πολιτική και την ηθική, να αρχίσει δηλαδή τις συναρτήσεις και να τις αναλύεις για την υπεράξια που παράγει ο εργάτης, το κέρδος, κάτι που είναι εξίσου τεχνητό στην ουσία. Αυτό που καθορίζει τον προσδιορισμό των πραγμάτων είναι η θέσμιση της κοινωνίας: οι κυρίαρχες αξίες πάνω στις οποίες μια κοινωνία οργανώνεται και λειτουργεί (φαντασιακό). Η αντικειμενικότητα της πολιτικής οικονομίας είναι αντικειμενικότητα απλά για την εικονική πραγματικότητα και όχι για την Πραγματικότητα εν γενεί. Κάτω από μια άλλη μορφή θέσμισης της κοινωνίας δεν θα μας απασχολούσαν τέτοιου είδους οικονομικά προβλήματα στο βαθμό που μας απασχολούν σήμερα. Ως εκ τούτου, η αντικειμενικότητα είναι κι αυτή κοινωνικό-ιστορική και εντάσσεται σε συγκεκριμένες μορφές κοινωνιών (τις καπιταλιστικές). Δεν μπορούμε δηλαδή να κάνουμε ανάλυση της συσσώρευσης του κέρδους των μετοίκων στην αρχαία Αθήνα. Διότι στην αρχαία Αθηνά δεν υπήρχε καπιταλισμός όποτε αυτή η ανάλυση δεν ευσταθεί. Δεν υπήρχε καπιταλισμός όχι απλά σαν οικονομικό σύστημα αλλά και ως σύστημα άξιων. Γι’ αυτό από την αρχαία Αθήνα οι επιφανείς άνθρωποι ήταν πολιτικά πρόσωπα και φιλόσοφοι ενώ για τη δίκη μας ιστορία σε 200 χρόνια ίσως τα ιστορικά πρόσωπα δεν θα είναι πια φιλόσοφοι άλλα οι πλούσιοι καπιταλίστες (Bill Gates) και το star system (Clooney, Jolie κτλ)

(*) Ian Delta, Michael Th, Efor και Filosofia Amos


Σύντομο URL: http://j.mp/rnOrIp