Menu

EAGAINST.com

Zygmunt Bauman: Η επίθεση στο Charlie Hebdo και αυτό που αποκαλύπτει για την κοινωνία

bauman

Πηγή: Social Europe, μέσω After History.
Μετάφραση: Θώμη Γάκη

Ήσασταν μάρτυρας σε πολλές τραγωδίες του 20ου αιώνα- δυο πολέμους, το Ολοκαύτωμα και τον Σταλινισμό. Κατά τη γνώμη σας, ποια είναι η ιδιαιτερότητα της ισλαμικής εξτρεμιστικής απειλής με την οποία σήμερα είμαστε αντιμέτωποι;

Η πράξη της πολιτικής δολοφονίας είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η ανθρωπότητα και οι πιθανότητες να εξαλειφτεί αυτή η πράξη πριν από την ανθρωπότητα είναι ελάχιστες. Η βία είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι των διανθρώπινων ανταγωνισμών και συγκρούσεων οι οποίοι με τη σειρά τους είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης κατάστασης. Σε διάφορες όμως χρονικές περιόδους, οι πολιτικές δολοφονίες είχαν ως στόχους διαφορετικά είδη θυμάτων.

Έναν αιώνα πριν βασικός στόχος ήταν κυρίως οι πολιτικοί – προσωπικότητες όπως ο Ζαν Ζωρές, ο Αριστίντ Μπριάν, ο Αβραάμ Λίνκολν, ο αρχιδούκας Φερδινάνδος και πολλοί άλλοι. Άνθρωποι με διαφορετικές ιδεολογίες και σε διαφορετικά σημεία του πολιτικού φάσματος που όμως όλοι τους κατείχαν ή προοριζόντουσαν για να κατέχουν πολιτική εξουσία. Εκείνη την εποχή ήταν ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι με τον θάνατό αυτών των προσώπων ο κόσμος (ή η χώρα) θα γλίτωνε από την πηγή των προβλημάτων του και θα στρεφόταν σε κάτι καλύτερο – μια πιο φιλική και άνετη κατάσταση.

Το Σεπτέμβρη του 2001 οι πολιτικές δολοφονίες που διαπράχτηκαν είχαν ως στόχους όχι συγκεκριμένες, αναγνωρίσιμες και διάσημες πολιτικές προσωπικότητες που βρίσκονταν στο προσκήνιο, αλλά ούτε και ανθρώπους που θεωρούνταν υπεύθυνοι για τα αδικήματα για τα οποία υποτίθεται ότι οι δολοφόνοι τους τιμωρούσαν. Στρεφόντουσαν αντίθετα εναντίον οικονομικών (η περίπτωση του Κέντρου Παγκόσμιου Εμπορίου) και στρατιωτικών (η περίπτωση του Πενταγώνου) δυνάμεων. Όπως ήταν φυσικό αυτό που έλειπε από την συνδυασμένη πολιτική δράση ήταν ένα κέντρο πνευματικής εξουσίας.

Όσον αφορά τις δολοφονίες στο Charlie Hebdo υπάρχουν δυο θέματα που την διαφοροποιούν από τις δυο προηγούμενες υποθέσεις (του Κέντρου Παγκόσμιου Εμπορίου και του Πενταγώνου):
Πρώτον: στις 7 Ιανουαρίου του 2015 οι πολιτικοί δολοφόνοι καθιέρωσαν ένα ιδιαίτερα προβεβλημένο είδος μέσων μαζικής ενημέρωσης. Είτε γνωρίζοντάς το είτε όχι, είτε βάση σχεδίου είτε ερήμην, οι δολοφόνοι υποστήριξαν – είτε ρητά είτε πλαγίως – την ευρέως διαδεδομένη δημόσια αίσθηση ότι η πραγματική εξουσία δεν βρίσκεται πλέον στα χέρια των κυβερνόντων αλλά στα κέντρα που θεωρούνται υπεύθυνα για τον καθορισμό του δημόσιου ενδιαφέροντος και της κοινής γνώμης. Και ο στόχος της επίθεσης ήταν να υποδείξει ως ένοχους τους ανθρώπους που ασχολούνται με τέτοιου είδους δραστηριότητες και οι οποίοι έπρεπε να τιμωρηθούν επειδή προκάλεσαν την πικρία, την μνησικακία και την επιθυμία για εκδίκηση των δολοφόνων.
Δεύτερον: παράλληλα με την στοχοποίηση μιας άλλης θεσμικής σφαίρας, αυτής της κοινής γνώμης, η ένοπλη επίθεση εναντίον του Charlie Hebdo ήταν επίσης μια πράξη προσωπικής βεντέτας (η οποία έχει τις ρίζες της στο πρότυπο που είχε θέσει ο Αγιατολαχ Χομεϊνί όταν με απόφασή του (Fatva) το 1989 καταδίκασε σε θάνατο τον Σαλμάν Ρούστνι(Salman Rushdie). Εάν η φρικαλεότητα της 11ης Σεπτεμβρίου συμφωνούσε με την τάση της «αποπροσωποποίησης» της πολιτικής βίας που επικρατούσε την περίοδο εκείνη (ακολουθώντας τον κατά μια έννοια «εκδημοκρατισμό» της βίας που προωθούσαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία αφιέρωναν την προσοχή τους σε ένα θέμα ανάλογα με την ποσότητα των θυμάτων, τα οποία ήταν κυρίως άγνωστος και τυχαίος κόσμος, και τον όγκο του αίματος που χυνόταν), η βαρβαρότητα της 7ης Ιανουαρίου αποτελεί το επιστέγασμα της μακράς διαδικασίας της αποσταθεροποίησης- στην πραγματικότητα της «αποασυλοποίησης», εξατομίκευσης και ιδιωτικοποίησης της ανθρώπινης κατάστασης, καθώς και της αντίληψης ότι οι δημόσιες υποθέσεις απομακρύνονται από την διαχείριση παγιωμένων συγκεντρωτικών οργάνων και εισέρχονται στη σφαίρα της ατομικής «πολιτικής ζωής» και μετατοπίζονται από την κοινωνική στην ατομική ευθύνη.

Στη σημερινή κοινωνία των πληροφοριών όπου κυρίαρχο ρόλο παίζουν τα ΜΜΕ, οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην κατασκευή και διανομή των πληροφοριών μετακινούνται ή έχουν ήδη μετακινηθεί στο κέντρο της σκηνής όπου το δράμα της ανθρώπινης συνύπαρξης σκηνοθετείται και εκτυλίσσεται.

Πολλά έχουν ειπωθεί σχετικά με αυτή την επίθεση: μια δίωξη των ιερών πολέμων μεταξύ των χριστιανών και των μουσουλμάνων, μια επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης, μια συμβολική πρόκληση προς το Παρίσι, το λίκνο των δυτικών αξιών. Εσείς τι πιστεύετε;

Κάθε ένας από τους λόγους που αναφέρθηκαν ως αιτίες για την ανάφλεξη του ανταγωνισμού μεταξύ των χριστιανών και των μουσουλμάνων περιέχει μια δόση αλήθειας αλλά κανένας δεν προσφέρει όλη την αλήθεια. Πολλοί είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτό το ιδιαίτερα σύνθετο φαινόμενο. Ένας από αυτούς, ίσως ο πιο σημαντικός είναι αυτός της διασποράς του κόσμου, που έχει ως αποτέλεσμα ο μακρινός ξένος, ο ξένος που έρχεται για μια σύντομη επίσκεψη ή ο ξένος που είναι περαστικός να μετατρέπεται σε γείτονα της διπλανής πόρτας – με τον οποίο μοιραζόμαστε τον δρόμο, τις δημόσιες εγκαταστάσεις, τον εργασιακό χώρο και το σχολείο. Η εγγύτητα ενός ξένου τείνει πάντα να είναι λίγο τρομακτική. Κανείς δεν ξέρει τι να περιμένει από έναν ξένο, ποιες είναι οι προθέσεις του, πως αυτός ο ξένος θα αντιδρούσε σε μια προσέγγιση. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι κάποιος δεν μπορεί – σε αντίθεση με το όταν κινείται μόνο στο πλαίσιο του ασφαλούς «διαδικτυακού» κόσμου – να παραβλέψει τις πολύ πραγματικές διαφορές, τις συχνά ενοχλητικές και απωθητικές, οι οποίες εκδηλώνουν από κοντά την ασυμβατότητά τους με τον συνήθη, και άρα ζεστό, οικείο και ασφαλή, τρόπο ζωής στον οποίο έχουμε συνηθίσει να ζούμε.

Πως αντιδρούμε σε μια τέτοια κατάσταση; Το πρόβλημα είναι ότι, μέχρι στιγμής έχουμε αποτύχει στο να αναπτύξουμε, πόσο μάλλον να εδραιώσουμε μια ικανοποιητική απάντηση. Μια στρατηγική που θεωρείται αρκετά προοδευτική είναι αυτή της «πολυπολιτισμικότητας». Ο Stanley Fish στο βιβλίο του «Trouble with Principle (Harvard University Press 1999) διαχώρισε δυο κατηγορίες αυτής της στρατηγικής: μια επιφανειακή πολυπολιτισμικότητα – boutique multiculturalism – και μια ισχυρή πολυπολιτισμικότητα- strong multiculturalism. Η επιφανειακή πολυπολιτισμικότητα, όπως την ορίζει ο Fish, είναι ένας επιφανειακός ενθουσιασμός για τον Άλλο: εθνική κουζίνα, διήμερα φεστιβάλ και φλερτ υψηλού προφίλ με τον Άλλο. Η επιφανειακή πολυπολιτισμικότητα είναι όλες αυτές οι ανοησίες του παγκόσμιου καταναλωτισμού που υποδηλώνει το status μας στο Facebook. Οι οπαδοί αυτού του επιφανειακού είδους πολυπολιτισμικότητας εκτιμούν, απολαμβάνουν, κατανοούν και «αναγνωρίζουν την νομιμότητα» πολιτισμών διαφορετικών από τους δικούς τους αλλά πάντα σταματούν λίγο πριν την ριζοσπαστική τους έγκριση. Ο Fish υποστηρίζει ότι «Ένας επιφανειακός υποστηρικτής της πολυπολιτισμικότητας δεν παίρνει και δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά τις θεμελιώδεις αξίες του πολιτισμού που ανέχεται.» Θα έλεγα ότι, στα πλαίσια της ίδιας λογικής, η κατάσταση επιδεινώνεται με μια ταπείνωση στο ήδη υπάρχον πρόβλημα, την προσβολή ή την κατηγορηματική απόρριψη αυτού που ο «ξένος» της διπλανής πόρτας θεωρεί ιερό, τον εξευτελισμό μιας πρόσχαρης και καλοπροαίρετης απόρριψης του τύπου «δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά, δεν μπορεί να το εννοείς». Ο Fish έγραψε:

Το πρόβλημα με το να ορίζει κάποιος την ανεκτικότητα ως βασική του αρχή(…) είναι ότι δεν μπορεί να παραμείνει πιστός σε αυτήν γιατί αργά ή γρήγορα ο πολιτισμός του οποίου τις βασικές αρχές υπερασπίζεται θα αποδειχθεί μισαλλόδοξος στον πυρήνα του. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τον ορίζουν ως μοναδικό και τον προσδιορίζουν θα αντισταθούν στην γοητεία της αλλαγής ή της ενσωμάτωσης σε μεγαλύτερο βαθμό. Όταν έρθει αντιμέτωπος με το δίλημμα του να παραδώσει τις απόψεις του ή να τις διευρύνει προκειμένου να συμπεριλάβει τις πρακτικές των φυσικών του εχθρών- άλλες θρησκείες, άλλες φυλές, άλλα φύλα, άλλες κοινωνικές τάξεις- ένας πολιορκούμενος πολιτισμός θα αντισταθεί με ότι μέσα διαθέτει από την εφαρμογή νομοθεσίας που εισάγει διακρίσεις μέχρι και τη χρήση βίας.

Είναι στη φύση της προσβολής και του εξευτελισμού να αναζητούν μια διέξοδο, μέσω της οποίας μπορούν να αποφορτιστούν, αλλά και ένα στόχο. Και όταν συμβαίνει αυτό, όπως ήδη συμβαίνει όλο και περισσότερο στην Ευρώπη της διασποράς, όπου τα όρια ανάμεσα σε αυτούς που εξευτελίζουν και αυτούς που εξευτελίζονται αλληλεπικαλύπτονται με τα όρια ανάμεσα στους κοινωνικά προνομιούχους και τους κοινωνικά αποκομμένους, θα ήταν αφελές να μην περιμένουμε, τόσο οι διέξοδοι όσο και οι στόχοι, να αναζητούνται διακαώς και να επισημαίνονται έντονα. Σήμερα ζούμε σε ένα ναρκοπέδιο το οποίο γνωρίζουμε( ή τουλάχιστον θα έπρεπε) ότι είναι σπαρμένο με εκρηκτικά. Οι εκρήξεις συμβαίνουν αλλά δεν υπάρχει τρόπος να ξέρουμε που και πότε.

Ριζοσπαστική ισλαμική ιδεολογία ή οικονομικές «διαρθρωτικές» ανισότητες: ποιο συστατικό παίζει τον ποιο σημαντικό ρόλο στον καθορισμό αυτού του φαινομένου της ριζοσπαστικοποίησης και της τρομοκρατίας στην Ευρώπη και τον κόσμο;

Γιατί μειώνεται το ζήτημα της «ριζοσπαστικοποίησης και της τρομοκρατίας στην Ευρώπη» στο φαινόμενο της «ριζοσπαστικής ισλαμικής ιδεολογίας»; Ο Michel Houllebecq στο βιβλίο του Soumission, την δεύτερη μεγάλη δυστοπία του, σκιαγραφεί ένα εναλλακτικό (για τον θρίαμβο του μεμονωμένου καταναλωτή) μονοπάτι προς την καταστροφή όπου στις γαλλικές εκλογές το 2022 νικητής είναι ο Mohammed Ben Abbes μετά από έναν αγώνα σώμα με σώμα με την Marine Le Pen. Το συγκεκριμένο δίδυμο μόνο τυχαίο δεν είναι. Προφητικό ίσως; Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση που δεν θα είμαστε ικανοί ή πρόθυμοι να αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων.

Οι ελπίδες για ελευθερία της αυτοεπιβεβαίωσης και ανακοπή της ανόδου των κοινωνικών ανισοτήτων, που επενδύθηκαν στην δημοκρατία, απέτυχαν κατάφορα να πραγματοποιηθούν. Οι δημοκρατικές πολιτικές, και ακόμη περισσότερο η εμπιστοσύνη στην δημοκρατία ως ο καλύτερος δρόμος για την επίλυση των πιο σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων, είναι σε κρίση. Όπως υποστηρίζει και ο Pierre Rosanvallon, αυτοί που έχουν στα χέρια τους την εξουσία δεν απολαμβάνουν πλέον την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων, δρέπουν απλώς τα πλεονεκτήματα της δυσπιστίας απέναντι στους αντιπάλους και τους προκατόχους τους.

Σε όλη την Ευρώπη βλέπουμε να υψώνεται μια παλίρροια αντιδημοκρατικών συναισθημάτων και μια μαζική «απόσχιση των πληβείων» (στην τωρινή τους μετενσάρκωση ως πρεκαριάτο) προς τα στρατόπεδα που είναι τοποθετημένα στα αντίθετα άκρα του πολιτικού φάσματος, τα οποία όμως υπόσχονται την από κοινού αντικατάσταση της απαξιωμένης υψηλοφροσύνης με την αυθαιρεσία της απολυταρχίας, η οποία βέβαια δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί. Θεαματικές πράξεις βίας μπορεί να θεωρηθούν ως αναγνώριση της στροφής προς αυτή την κατάσταση. Ο λόγος του Προφήτη, του εκπρόσωπου του Αλλάχ επί της γης, είναι μόνο ένα από τα λάβαρα που χρησιμοποιούνται για να συσπειρώσουν τους εξευτελισμένους, τους στερημένους, τους εγκαταλελειμμένους, τους πεταγμένους και αποκλεισμένους, τους τρομαγμένους και τους αγανακτισμένους που ζητούν εκδίκηση.

Υποστηρίξατε ότι η ηθική πάντα χρειάζεται το «Εγώ» και όχι το «Εμείς». Αυτό είναι το αντίθετο του φονταμενταλισμού. Είναι το «Εγώ», η επιβεβαίωση της ατομικότητας, ο τρόπος για να νικήσει η ηθική τον φονταμενταλισμό;

Στην πρώτη του Αποστολική Προτροπή – Esortazione Apostolica, ο πάπας Φραγκίσκος αποκατέστησε την χαμένη ηθική διάσταση της παράδοσης μας – soumission – στον έκφυλο και αχαλίνωτο καπιταλισμό, τον τυφλωμένο από την λαγνεία του για κέρδη και τυφλό απέναντι στην ανθρώπινη δυστυχία. Δεν θα βρείτε πιο βαθιά και περιεκτική απάντηση στην ερώτησή σας:

Στις μέρες μας η ανθρωπότητα βιώνει μια σημαντική στροφή στην ιστορία της, όπως διαπιστώνουμε και από τα επιτεύγματα που επιτυγχάνονται σε τόσους πολλούς τομείς. Μόνο να εξυμνήσουμε μπορούμε τα βήματα που γίνονται για να βελτιώσουν την ευημερία των ανθρώπων σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία και οι επικοινωνίες. Παράλληλα πρέπει να θυμόμαστε ότι πάρα πολλοί από τους συνανθρώπους μας μόλις και μετά βίας καταφέρνουν να επιβιώσουν μέρα με τη μέρα, και αυτό έχει πολύ βαριές συνέπειες, αρρώστιες εξαπλώνονται και οι καρδιές των ανθρώπων κατακλύζονται από φόβο και απόγνωση ακόμη και στις πλούσιες χώρες. Συχνά χάνεται η χαρά της ζωής, αυξάνεται η έλλειψη σεβασμού και η βία προς τους άλλους ενώ η ανισότητα είναι όλο και πιο εμφανής. Πρόκειται για έναν αγώνα επιβίωσης και συχνά με την ελάχιστη δυνατή αξιοπρέπεια.(…)

Ακριβώς όπως και η εντολή «ου φονεύσεις» θέτει ένα ξεκάθαρο όριο προκειμένου να διαφυλάξει την αξία της ανθρώπινης ζωής, πρέπει αντίστοιχα σήμερα να θέσουμε ένα όριο σε μια οικονομία του αποκλεισμού και της ανισότητας. Μια τέτοια οικονομία σκοτώνει. Πως είναι δυνατόν να μην αποτελεί είδηση όταν κάποιος ηλικιωμένος άστεγος πεθαίνει εξαιτίας της έκθεσης του στο κρύο αλλά αντίθετα αποτελεί είδηση όταν το χρηματιστήριο χάνει δυο μονάδες; Αυτή είναι μια περίπτωση αποκλεισμού. Μπορούμε να συνεχίσουμε να είμαστε θεατές όταν υπάρχει φαγητό που πετιέται ενώ την ίδια στιγμή άνθρωποι λιμοκτονούν; Αυτή είναι μια περίπτωση ανισότητας. Σήμερα όλα υπάγονται στους νόμους της ανταγωνιστικότητας και την επιβίωση του δυνατότερου, όπου οι ισχυροί τρέφονται από τους ανίσχυρους. Κατά συνέπεια πολλοί είναι αυτοί που βλέπουν τους εαυτούς τους αποκλεισμένους και περιθωριοποιημένους: χωρίς δουλειά, χωρίς δυνατότητες, χωρίς καθόλου μέσα διαφυγής (…).

Οι άνθρωποι θεωρούνται καταναλωτικά αγαθά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και μετά να πεταχτούν. Έχουμε δημιουργήσει μια κουλτούρα «του πετάγματος» η οποία εξαπλώνεται και που πλέον δεν αφορά μόνο την εκμετάλλευση και την καταπίεση αλλά και κάτι καινούργιο. Ο αποκλεισμός σε τελική ανάλυση αφορά το τι σημαίνει το να είναι κάποιος κομμάτι της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Οι αποκλεισμένοι δεν αποτελούν πλέον την αρνητική πλευρά, τις παρυφές της κοινωνίας ή αυτούς που στερούνται των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Για την ακρίβεια δεν αποτελούν καν κομμάτι αυτής της κοινωνίας. Οι αποκλεισμένοι δεν είναι αυτοί που τους έχουν εκμεταλλευτεί αλλά οι απόκληροι, τα «αποφάγια».

Δεν έχω τίποτα άλλο να προσθέσω και τίποτα να αφαιρέσω.

Επίθεση κατά του Charlie Hebdo: Το δημοκρατικό γεγονός θα είναι μετά ή δεν θα είναι

Του Νίκου Ηλιόπουλου

Τι είναι ένα γεγονός

Γεγονός είναι το απροσδόκητο, το απρόβλεπτο, ό,τι δεν μπορεί να εξηγηθεί πλήρως. Μπορούμε τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να το καταλάβουμε, όπως έλεγε η Χάννα Άρεντ, ή να το διαυγάσουμε (αποσαφηνίσουμε), όπως θα έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Γεγονός είναι κατά κύριο λόγο αυτό που δημιουργεί μια νέα κατάσταση.

Η επίθεση κατά του Charlie Hebdo, όσο σοβαρή και αποκρουστική κι αν είναι, δεν αποτελεί από μόνη της ένα γεγονός. Με την ακριβή και συγκεκριμένη μορφή που πήρε, ήταν σίγουρα απρόσμενη, ή και ανυποψίαστη, αδιανόητη πριν, αλλά ως φονική πράξη βίας, ήταν αναμενόμενη και είχε προβλεφθεί. Θυμίζω ότι το λεγόμενο σχέδιο Vigipirate είναι από καιρό σε ισχύ στη Γαλλία· και ως πραγματικό, απτό, συμβάν, θυμίζω ότι τις τελευταίες ημέρες και εβδομάδες, η κυκλοφορία διακόπηκε πολλές φορές στο μετρό του Παρισιού «λόγω ενός ύποπτου δέματος». Για να είμαι ειλικρινής, φοβόμουνα την τοποθέτηση βόμβας σε ένα βαγόνι του μετρό, επίθεση αδιακρίτως εναντίον δικαίων και αδίκων, ενάντια σε όλους μας[1].

Αλλά το γεγονός έχει ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό. Είναι απρόβλεπτο όσον αφορά τις συνέπειες που έχει άμεσα και θα έχει στο μέλλον. Από αυτή την άποψη, η επίθεση εναντίον του Charlie Hebdo, και η φρικτή σφαγή που ακολούθησε, έδωσε αμέσως τα σημάδια ενός γεγονότος. Αυτά τα σημάδια είναι κυρίως η μεγάλη συγκίνηση που προκάλεσε, η έκταση της καταδίκης αυτής της πράξης, η αλληλεγγύη που πήρε το όνομα: Είμαι Charlie, και κυρίως οι μεγάλες συλλογικές κινητοποιήσεις υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης. Η άμεση συνέπεια της επίθεσης εναντίον του Charlie Hebdo είναι ότι αυτή ερμηνεύτηκε ως μια επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης – και πολύ σωστά.

Ωστόσο, μόνο ένα μακροπρόθεσμο μέλλον θα δείξει τις συνέπειες αυτού του γεγονότος, και είναι πρόωρο να πούμε σήμερα ότι θα υπάρχει ένα πριν και ένα μετά την 7η Ιανουαρίου του 2015, ως προς τις μεγάλες γραμμές της σημερινής γαλλικής κοινωνίας[2].

Η κατάσταση της γαλλικής κοινωνίας

Είναι, επομένως, αδύνατο να κάνουμε μια ανάλυση του γεγονότος χωρίς να λάβουμε υπόψιν τη σημερινή κατάσταση της γαλλικής κοινωνίας. Βρισκόμαστε σε μια κοινωνία όπου το τέλος των τεσσάρων θεμελιωδών αξιών, που φτιάχνουν αλυσίδα : θρησκεία-οικογένεια-εκπαίδευση-εργασία, έχει σημάνει. Είναι μια διαπίστωση που έχω κάνει εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα. Αυτό το τέλος σημαίνει γενικά έλλειψη νοήματος ζωής σε αυτήν την κοινωνία. Μακριά από το είναι μόνο κάτι αρνητικό, αυτό το τέλος ανοίγει ταυτόχρονα το δρόμο για την επινόηση νέων τρόπων ζωής για τον καθένα και για όλους.

Η έλλειψη νοήματος ζωής, νοήματος που εξασφάλιζε για μεγάλο χρονικό διάστημα η θρησκεία, δημιουργεί στην κοινωνία πολλά ρεύματα τελείως αντιφατικά : υπάρχουν αυτοί που αναζητούν αλλού, έξω από τις θεμελιώδεις αξίες, το νόημα της ζωής τους, υπάρχουν όμως και αυτοί που βρίσκουν καταφύγιο στη θρησκεία με τρόπο απόλυτο, ολοκληρωτικό, και φανατικά. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η καθυστέρηση της καθαυτής πολιτικής σκέψης και πράξης να ανοίξουν τουλάχιστον μια συζήτηση σχετικά με τη θρησκεία είναι σημαντική, αν όχι αβυσσαλέα. Σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων, θεωρώ ότι εγγράφεται η σημαντική συμβολή του Charlie Hebdo για να ανοίξει αυτή η συζήτηση, με βάση την ιδέα ότι τα πάντα πρέπει να συζητούνται στη σημερινή κοινωνία, τα πάντα μπορούν να κριτικαριστούν και να είναι αντικείμενο κριτικής, τα πάντα μπορούν να διακωμωδηθούν και να είναι αντικείμενο διακωμώδησης. Μέσα σε αυτή την καθυστέρηση, εισέρχεται ταυρόχρονα οποιαδήποτε ενέργεια που θέλει να σταματήσει κάθε εξέλιξη των πραγμάτων προς τη χειραφέτηση ως προς τη θρησκεία και τις θρησκείες. Με άλλα λόγια, η ιδέα της εγκοσμιότητας (laïcité) στη γαλλική κοινωνία είναι σήμερα περισσότερο από ξεπερασμένη. Ως ιδέα και θεσμική πραγματικότητα, η εγκοσμιότητα αντιστοιχεί σε μια άλλη εποχή. Μια άλλη σχέση πρέπει να θεσμιστεί ανάμεσα στη θρησκεία και την κοινωνία.

Όμως, η έλλειψη νοήματος ζωής και η διατάραξη της διαδρομής που χάραζαν για την ανθρώπινη ζωή οι τέσσερεις θεμελιώδεις αξίες που εκπνέουν, δεν οφείλονται μόνο στην παρακμή της θρησκείας. Υπάρχει η «αποσύνθεση» της οικογένειας, η «ανασύνθεση» της οποίας δεν λύνει το πρόβλημα παρά μόνο εν μέρει, υπάρχει η α-νοησία (μη νόημα) της εκπαίδευσης, υπάρχει η έλλειψη νοήματος της εργασίας περισσότερο από την έλλειψη εργασίας, υπάρχουν οι τεράστιες δυσκολίες στις ανθρώπινες σχέσεις όλων των ειδών. Τρομερή έλλειψη έμφανίζεται πάλι εδώ μιας ανοικτής και ρητής δημοκρατικής συζήτησης για το τι μπορεί να γίνει μπροστά σε αυτή την ιστορικά πρωτότυπη κατάσταση.

Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού επιτυγχάνουν, ωστόσο, να δώσουν νόημα στη ζωή τους επινοώντας άλλους τρόπους κοινής ζωής. Άλλα μεγάλα τμήματα του ίδιου πληθυσμού δεν το καταφέρνουν ή δεν θέλουν. Τι να κάνουμε σε μια κοινωνία που θέλει να είναι δημοκρατική ; Δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος παρά ο διάλογος. Σκέψη και πολιτική πράξη λείπουν επειδή τα πάντα είναι αποκλεισμένα από την καθεστηκυία (καθιερωμένη) πολιτική. Στο σημερινό αντιπροσωπευτικό πολιτικό καθεστώς, η καθεστηκυία πολιτική, όπως έχει οργανωθεί από τα πολιτικά κόμματα για την κατάκτηση της κυβερνητικής (κρατικής) εξουσίας, σημαίνει ότι για τους γενικούς προσανατολισμούς της κοινωνίας δεν αποφασίζουν οι πολίτες αλλά οι επαγγελματίες πολιτικοί. Οι ψηφοφόροι παρέχουν στους επαγγελματίες πολιτικούς μια ευκαιριακή νομιμότητα στο βωμό των εκλογών.

Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο βρίσκεται η σημερινή γαλλική κοινωνία, και σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αναλύσουμε τα συμβάντα που σχετίζονται με την επίθεση κατά του Charlie Hebdo, καθώς και αυτά που ακολούθησαν, όπως η ομηρία στο παντοπωλείο cacher[3]. Ο διεθνής παράγοντας υπεισέρχεται ασφαλώς στο πλαίσιο αυτό, αλλά σε ίσο βαθμό με αυτόν της κοινωνικής κατάστασης στη Γαλλία. Πρέπει να τονιστεί κυρίως το συνολικό κοινωνικό υπόβαθρο αυτών των συμβάντων, και όχι μόνο οι εθνοτικές, θρησκευτικές και άλλες πλευρές.

Οι συμβατικές αναλύσεις των συμβάντων και η γνώμη μου

Δεν είναι αλήθεια ότι η Γαλλία είναι σήμερα ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, συν ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους (laïcité). Και από αυτή την άποψη, δεν είναι επίσης αλήθεια ότι «η Γαλλία χτυπήθηκε στην καρδιά»4. Δεν είναι αλήθεια, όχι μόνο και κυρίως επειδή αυτά τα ιδανικά-αξίες δεν ανταποκρίνονται, και κατάφωρα μάλιστα, στην πραγματικότητα της σημερινής γαλλικής κοινωνίας, αλλά κυρίως επειδή η ελευθερία, η ισότητα, η αδελφοσύνη και η εγκοσμιότητα (laïcité) πρέπει να εφευρεθούν εκ νέου και να επαναπροσδιοριστούν ριζικά, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις κοινωνικές πραγματικότητες του παρόντος.

Πραγματικότητες που έχουν αλλάξει και αλλάζουν με εκπληκτική ταχύτητα.

Για παράδειγμα, δεν λέει τίποτα, πραγματικά, η εγκοσμιότητα, ως διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, ή ως διαχωρισμός θρησκείας και πολιτικής, όταν εκατομμύρια άνθρωποι διεκδικούν σήμερα τον αθεϊσμό τους, και άλλα εκατομμύρια άνθρωποι διεκδικούν τελετουργίες και τρόπους ζωής που ανήκουν ούτως ή άλλως στην πιο καθημερινή ζωή. Όταν εκατομμύρια γυναίκες διεκδικούν την ισότητα και την ελευθερία, και άλλα εκατομμύρια ανδρών και γυναικών εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι γυναίκες δεν είναι ίσες με τους άνδρες και πρέπει να υποτάσσονται σε αυτούς.

Όλα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με οποιοδήποτε αμάλγαμα και με οποιαδήποτε -φοβια, εκτός και αν ονομάζουμε αμάλγαμα και φοβία τη διαυγή ματιά στην κοινωνίας όπως είναι σήμερα. Από τη σκοπιά της ετερονομίας, και ειδικότερα αυτής που είναι η βαρύτερη ιστορικά και πραγματικά, της θρησκευτικής ετερονομίας, το ερώτημα τίθεται αναπόφευκτα : ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στις τρεις θρησκείες τις λεγόμενες του Βιβλίου, ιουδαϊσμός, χριστιανισμός και ισλάμ ;

Είμαι Charlie, απαντά σωστά και δίκαια, ωστόσο, σε αυτές τις αντιφάσεις που θα μπορούσαν να είναι και να γίνουν υπερβάσιμες5. Είμαι Charlie, σημαίνει ότι έχω το δικαίωμα να εκφράζομαι και να ζω ελεύθερα. Έχω αυτό το δικαίωμα, χωρίς να προσπαθεί κανείς με την ισχύ και τη βία να με κάνει να δρω και να ζω διαφορετικά. Έχω το δικαίωμα να πείθω με την έρευνα, τη μιλιά και την κριτική, και καταδικάζω σθεναρά, κατηγορηματικά, κάθε προσπάθεια για τη βίαιη φυσική εξάλειψη του άλλου.

Ωστόσο, έχω το δικαίωμα σημαίνει ότι είμαι μέλος μιας πολιτικής κοινωνίας που θα οικοδομηθεί στα υφιστάμενα δημοκρατικά θεμέλια αφού ταυτόχρονα τα αναθεωρήσει ριζικά. Η δημοκρατία, ως πολιτικό καθεστώς και ως μορφή κοινωνίας, πρέπει να γίνει το κύριο πρόταγμα-έργο της στιγμής. «Μία λέξη προσανατολίζει το στοχασμό μας όταν σκεφτόμαστε τη δημοκρατία, η λέξη απόφαση. Απόφαση από τους πολίτες.», έγραφα άλλοτε. Η λέξη της δημοκρατίας είναι επίσης η πειθώ, θα προσθέσω τώρα.

Ορισμένα πολιτικά ζητήματα

Τα πρώτα καθαυτά πολιτικά ερωτήματα που έθεσα στον εαυτό μου όταν έμαθα την επίθεση κατά του Charlie Hebdo ήταν: Γιατί τώρα; Γιατί αυτός ο στόχος; Γιατί αυτή η «αποτελεσματικότητα»; Ποιοι είναι οι στόχοι της επίθεσης; Και, κυρίως, ποιες θα είναι οι συνέπειες; Θέτοντας τα ορθά, κατά τη γνώμη μου φυσικά, ερωτήματα, κάνουμε ήδη ένα πρώτο βήμα για την κατανόηση αυτού του γεγονότος.

Δεν έχω μια ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα: Γιατί τώρα; Τα γεγονότα έδειξαν πάντως ότι οι δύο φανατικοί ισλαμιστές, παρόλο που είχαν ετοιμάσει την επίθεσή τους, δεν είχαν σχεδόν κανένα σχέδιο οπισθοχώρησης, με αποτέλεσμα να κάνουν ασυνάρτητα πράγματα. Θα ήθελα να κάνω εδώ μια παρατήρηση που θεωρώ σημαντική, από την άποψη της δημοσιογραφικής (και όχι μόνο) περιγραφής των πραγματικών περιστατικών. Πολλά ειπώθηκαν για τη ψυχραιμία και τον επαγγελματισμό των δολοφόνων. Περίεργη, πράγματι, αντίληψη για τον επαγγελματισμό. Ο χρόνος και ο χώρος δεν επιτρέπουν μια μακριά ανάλυση. Αλλά για κάποιον που έχει εργαστεί σε πολλούς τομείς, είναι ανατριχιαστικό να ακούει την έννοια του επαγγελματισμού στη δολοφονία, του επαγγελματισμού ο οποίος τουλάχιστον στο μυαλό των διευθυντών στην εργασία σημαίνει τα πάντα και τίποτα, και είναι καλός επαγγελματίας αυτός που υποτάσσεται στις πιο παράλογες εντολές.

Σχετικά με την επιλογή του στόχου, η γνώμη μου είναι ότι τα δύο άτομα που έκαναν την επίθεση δεν θα μπορούσαν επιλέξουν στόχο που θα τους απομόνωνε περισσότερο από την κοινή γνώμη, και από τους μουσουλμάνους ακόμη. Εκτέλεσαν εν ψυχρώ πολύ συμπαθητικούς ανθρώπους, για ένα συμβάν που φαίνεται μακρινό, τη δημοσίευση των γελοιογραφιών του Προφήτη, ένα θέμα επιπλέον που, κατά τη γνώμη μου, δεν θίγει ιδιαίτερα την ευαισθησία των πιστών, τουλάχιστον στη Γαλλία. Θα πρέπει να προϋποθέσουμε ακόμα ότι οι πιστοί ήξεραν αυτή τη δημοσίευση και επίσης την εφημερίδα Charlie Hebdo. Η διατύπωση του Edgar Morin είναι ορθή : «η έλλειψη σεβασμού από την εφημερίδα Charlie Hebdo τοποθετείται στο επίπεδο του γέλιου και του χιούμορ, πράγμα που δίνει έναν τερατωδώς ηλίθιο χαρακτήρα στην επίθεση» (Άρθρο που αναφέρεται παραπάνω).

Γιατί αυτή η «αποτελεσματικότητα»;

Διότι, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, υπήρξε μια χαλάρωση της προστασίας των προσώπων που αποτελούσαν στόχο. Τα ανθρώπινα πράγματα, έλεγε ο Πλάτων, εξαρτώνται από τη φύση, από την πολιτική τέχνη και την τύχη. Δέκα λεπτά αργότερα, η συνεδρίαση της συντακτικής ομάδας της εβδομαδιαίας εφημερίδας θα είχε τελειώσει και τα μέλη της θα ήταν διασκορπισμένα στο κτήριο.

Ποιοι είναι οι στόχοι της επίθεσης; Και εδώ επίσης υπάρχουν σοβαρά ερωτηματικά σχετικά με την ικανότητα των φονταμενταλιστών ισλαμιστών που διέπραξαν την επίθεση να σκέφτονται πολιτικά. Ποτέ δεν ξέρουμε εκ των προτέρων τις συνέπειες των πράξεών μας, είναι αλήθεια. Αναλύσεις που είδαν αμέσως το φως της δημοσιότητας, όπως αυτή του Robert Badinter, μιλάνε για μια πολιτική παγίδα που στήθηκε από τους φανατικούς ισλαμιστές: «Τέλος, ας σκεφτούμε αυτή την ώρα της δοκιμασίας την πολιτική παγίδα που μας έστησαν οι τρομοκράτες. Αυτοί που κραυγάζουν “allahou akbar” κατά τη στιγμή της δολοφονίας ανθρώπων, προδίδουν οι ίδιοι από φανατισμό το θρησκευτικό ιδεώδες το οποίο επικαλούνται. Ελπίζουν επίσης ότι η οργή και η αγανάκτηση που κατακλύζουν το Έθνος θα βρουν σε ορισμένους την έκφρασή τους στην απόρριψη όλων των μουσουλμάνων της Γαλλίας και στην εχθρότητα εναντίον τους. Έτσι, θα μπορούσε να ανοίξει το χάσμα που ονειρεύονται ανάμεσα στους μουσουλμάνους και τους άλλους πολίτες. Να ανάψει το μίσος μεταξύ Γάλλων, να προκληθεί με το έγκλημα η δια-κοινοτική βία, να το σχέδιό τους, πέρα από την ενόρμηση του θανάτου, το οποίο κάνει αυτούς τους φανατισμένους να σκοτώνουν με την επίκληση του Θεού. Ας αρνηθούμε αυτό που θα αποτελούσε τη νίκη τους. Και ας προφυλαχτούμε από τα άστοχα αμαλγάματα και τα αδελφοκτόνα πάθη»[6]

Ποιες θα είναι οι συνέπειες της επίθεσης κατά του Charlie Hebdo;

Πρώτον, για την ώρα, και παρά κάποιες μεμονωμένες αλλά υπαρκτές πράξεις, βλέπουμε να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που οι φονταμενταλιστικές ισλαμιστές φέρεται να επεδίωκαν. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, όπως πολύ συνοπτικά προσπάθησα να πω σε αυτό το κείμενο, η πράξη της 7ης Ιανουαρίου 2015 δεν έγινε μέσα στο κενό. Αν υπάρχει ένα κενό, αυτό είναι το κενό νοήματος της σημερινής γαλλικής κοινωνίας. Μπορώ να το πω από τώρα : τα γεγονότα δείχνουν ότι αυτό το κενό σε μεγάλο βαθμό κατοικείται από μια σταθερή προσήλωση στη δημοκρατία και την ελευθερία της έκφρασης. Όπως ήδη έχω επισημάνει, πριν μερικά χρόνια, το κενό αυτό δεν είναι τόσο κενό όσο φαίνεται. Νέοι τρόποι ζωής, νέα νοήματα ζωής, έχουν ήδη δημιουργηθεί. Και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θέλει απολύτως και αδιαπραγμάτευτα να το καλύψει μέσα σε συνθήκες δημοκρατίας, ελευθερίας και αυτονομίας. Η επίθεση κατά του Charlie Hebdo, που έχει ήδη γίνει ένα γεγονός με την ορμητική ανάδυση της επιθυμίας για την ελευθερία της έκφρασης, θα είναι ένα γεγονός προς τη δημοκρατία αν οι συλλογικές κινητοποιήσεις αυτών των ημερών ανοίξουν το δρόμο της συζήτησης και της πράξης για τα πραγματικά προβλήματα της κοινής ζωής. Για να βρει η θρησκεία τη θέση της αυστηρά στην ιδιωτική σφαίρα, για να δώσει η οικογένεια τη θέση της σε άλλες μορφές κοινής ζωής, για να ξαναβρεί ένα νόημα η εκπαίδευση, για να πάψει η εργασία να είναι η υπέρτατη αξία της κοινωνίας. Για ένα πολιτικό καθεστώς άμεσης δημοκρατίας, για μια πλήρως αυτόνομη κοινωνία μέσα στην οποία η φιλία και ο έρωτας-σεξουαλικότητα, καθώς και το χιούμορ, θα θριαμβεύουν.

Παρίσι, 10-11 Ιανουαρίου 2015

[1] Η εμπειρία του Ιουλίου 1995 στο Παρίσι, που έζησα από κοντά, μπορεί να συνέβαλε στο γεγονός ότι σκέφτηκα αυτή την πιθανότητα. Υπενθυμίζω επίσης ότι για τις βομβιστικές επιθέσεις του Ιουλίου 1995, χρειάστηκε πολύ χρόνος για να επισημανθεί η ιδεολογική προέλευση των αιτίων, ενώ γνωρίζαμε εκ των προτέρων την προέλευση μιας πιθανής επίθεσης τώρα.

[2] Υπήρξε υπερβολή στα λόγια αυτές τις μέρες της συγκίνησης. Σημειώνω ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρώτη σελίδα της εφημερίδας Le Monde, 9 Ιανουαρίου 2015, «Η γαλλική 11η Σεπτεμβρίου». Συμφωνώ, λοιπόν, με την επιτυχημένη φράση του Edgar Morin : « Η συγκίνησή μας δεν πρέπει να παραλύσει τη σκέψη μας, όπως και η σκέψη μας δεν πρέπει να μειώσει τη συγκίνησή μας.» Edgar Morin, «Η Γαλλία χτυπήθηκε στην καρδιά του κοσμικού της χαρακτήρα και της ελευθερίας της», στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας, σ. 14.

[3] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, μεταξύ των δύο πράξεων βίας, υπάρχει μια διαφορά στόχων που οφείλεται ίσως στη διαφορετική οργανωτική ένταξη των πρωταγωνιστών· η επίθεση κατά του Charlie Hebdo είχε στόχο δημοσιογράφους που βλασφήμισαν τον Προφήτη, η κράτηση ως ομήρων είναι «μια τρομακτική αντισημιτική πράξη», πριν να είναι μια πράξη αντισπερισπασμού σε σχέση με την πολιορκία των δύο φυγάδων από την αστυνομία.

[4] Φράση του Φρανσουά Ολλάντ που ανάκτησε και συμπλήρωσε ο Edgar Morin, στο προαναφερθέν άρθρο.

[5] Αναφέρομαι πάλι στο άρθρο του Edgar Morin, ο οποίος γράφει : «Υπήρξε πρόβλημα κατά τη στιγμή της δημοσίευσης των γελοιογραφιών. Πρέπει άραγε να επιτρέψουμε στην ελευθερία να προσβάλλει την πίστη των πιστών του Iσλάμ, υποβαθμίζοντας την εικόνα του Προφήτη της, ή μήπως η ελευθερία της έκφρασης υπερισχύει κάθε άλλης θεώρησης ; Εκδήλωσα τότε την αίσθηση μιας ανυπέρβλητης αντίφασης, καθώς κατά μείζονα λόγο είμαι μεταξύ αυτών που αντιτίθενται στη βεβήλωση των ιερών χώρων και αντικειμένων.» Λίγο παραπάνω γράφει ότι η εφημερίδα Charlie Hebdo είναι «τυπικό δείγμα ασέβειας, και χλευασμού που αγγίζει το ιερό σε όλες τις μορφές του, κυρίως τις θρησκευτικές.» Από την πλευρά μου, καταρχάς, δεν ξέρω άλλες μορφές του ιερού από τις θρησκευτικές· κατόπιν, γιατί οφείλουμε να ξεχωρίζουμε την πίστη των πιστών του Ισλάμ από αυτή των πιστών στον χριστιανισμό, που έχει χλευαστεί εδώ και πάρα πολύ καιρό ; Συμφωνώ σε αυτό το θέμα με τον Bernard-Henri Lévy, ο οποίος στο άρθρο του « Le moment churchillien de la Ve République », που δημοσιεύθηκε στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας Le Monde, ίδια σελίδα, γράφει ότι οφείλουμε «να θεωρήσουμε επιτέλους ότι η λατρεία του ιερού αποτελεί, στη δημοκρατία, προσβολή στην ελευθερία της σκέψης, ότι οι θρησκείες είναι στη δημοκρατία, σύμφωνα με το νόμο, συστήματα πεποιθήσεων εξίσου σεβαστά με τις κοσμικές ιδεολογίες, και το δικαίωμα να γελάμε με αυτά και να τα συζητάμε είναι ένα δικαίωμα όλων των ανθρώπων.» Είναι μια ιδέα που έχω διατυπώσει εδώ και πολύ καιρό, αλλά στην προοπτική μιας κοινωνίας όπου η δημοκρατία δεν είναι μια λέξη τυπωμένη στο χαρτί.

[6] Κείμενο που βρήκα στην ιστοσελίδα της εφημερίδας Libération, 8 Ιανουαρίου 2015, με τίτλο : Robert Badinter : «Οι τρομοκράτες μας στήνουν μια πολιτική παγίδα».

Kαριερίστες της ερήμου

Iraq-Jihadist-flag_2947305b

Το άρθρο στα Αγγλικά εδώ

Η Βρετανική κυβέρνηση υποστηριζόμενη από τα περισσότερα εγχώρια ΜΜΕ έχει σίγουρα βρει τη λύση στο φαινόμενο του θρησκευτικού φονταμεταλισμού που έπληξε πρόσφατα τη χώρα: επιτήρηση και αυστηρότερος έλεγχος μέσω αυστηρότερης νομοθεσίας, σε συνδυασμό με την χρησιμοποίηση της παραδοσιακής (Βρετανικής) ρουφιανιάς (ή αλλιώς παροχής πληροφοριών από το κοινό στις αρχές). Είναι ξεκάθαρο τι εννοεί η Telegraph κλείνοντας το άρθρο της στις 23 Αυγούστου ως εξής: «Κάποιος από την τοπική κοινότητα πληροφόρησε την αστυνομία για τις δραστηριότητές του” και “η ανάγκη για συλλογή πληροφοριών είναι όλο και μεγαλύτερη … υπάρχει φόβος πως κι άλλοι τζιχαντιστές που επιστρέφουν έχουν ήδη διαφύγει τον έλεγχο, και περιπλανιούνται στους Βρετανικούς δρόμους με δολοφονικές προθέσεις». Μια μελοδραματική, άσχημα εκφρασμένη προτροπή για αναφορά στις αρχές, σαν να πρόκειται για τον Τζακ τον αντεροβγάλτη που βρίσκεται ξανά εκεί έξω. Ας μην ξεχάσουμε τα άρθρα των εφημερίδων και τα φορτηγά με τις μεγεθυμένες εικόνες από τις κάμερες ασφαλείας, που ζητούσαν από το κοινό να αναγνωρίσει και να αναφέρει διαδηλωτές μετά τις ταραχές του Αυγούστου του 2011. Ας σκεφτούμε επιτέλους τι θέλουν να πουν οι αφίσες στις στάσεις των λεωφορείων και του μετρό που προτρέπουν: «το να αναφέρετε ο,τιδήποτε ασυνήθιστο, δεν θα σας βλάψει». Η παλιά και αγαπημένη συνήθεια του καρφώματος δεν φαίνεται να έχει φέρει την Βρετανική κοινωνία πιο κοντά στην εξεύρεση λύσεων για τις παθολογίες της.

Η φωνή της λογικής ακούστηκε πρόσφατα από «σεβαστά και μορφωμένα” πρόσωπα που εξέφρασαν το αίσθημα της πλειοψηφίας: ο πρώην αρχιεπίσκοπος του Canterbury και ο δήμαρχος του Λονδίνου μίλησαν εναντίον της πολυπολιτισμικότητας και «αυτών των παλιόπαιδων που παρά το ότι έχουν επωφεληθεί από όλα τα καλά της ανοικτής / ανεκτικής / περιεκτικής βρετανικής κοινωνίας, τολμούν να στραφούν εναντίον της». Θραύσματα αλήθειας, όπως η ευθύνη των μουσουλμανικών κοινοτήτων και η αποτυχία της πολυπολιτισμικότητας συνδυάζονται αδέξια με τόνους εθνικής αλαζονείας και τον φιλοπόλεμο αέρα του άρχοντα της παγκόσμιας σκακιέρας. Σε μια σπάνια προσπάθεια να πλησιάσει την ουσία του θέματος, η Independent, δημοσίευσε το αυτονόητο: είναι το σύνολο της κοινωνίας που δημιουργεί το τέρας. Η ίδια η πράξη ήταν τερατώδης και οποιαδήποτε προσπάθεια της Αριστεράς να διαλύσει τη σημασία της, κατηγορώντας μονομερώς την ευρωπαϊκή / δυτική βαρβαρότητα είναι εκτός πραγματικότητας. Πρώτον, γιατί καταφεύγει σε αναχρονιστικές συγκρίσεις (π.χ. το ότι δολοφονικές επιδρομές όπως οι χριστιανικές σταυροφορίες δεν συνέβησαν πέρυσι αλλά αρκετές εκατοντάδες χρόνια πριν, δεν λαμβάνεται υπόψη στα άρθρα τους). Επιπλέον, επιμένουν σε μια απαρχαιωμένη «αντι-ιμπεριαλιστική» ρητορική, που μπορεί να μοιάζει αυτονόητη (η Δύση – οι ΗΠΑ και η Βρετανία κατά κύριο λόγο – δεν είναι που ξεκίνησε τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή;), αλλά είναι ανεπαρκής και τυφλή σε άλλους παράγοντες, όπως ο ισλαμικός φονταμενταλισμός (πού είναι τα ισοδύναμα, σύγχρονα κινήματα από Ινδουιστές, Βουδιστές, Ζωροάστρες κλπ, οι αριστεροί δεν φαίνονται ποτέ να αναρωτιούνται, μην τυχόν και κατηγορηθούν για Ισλαμοφοβία) και η βαθιά αποσύνθεση των δυτικών θεσμών και αξιών στις οποίες δεν έχουν καμία εναλλακτική λύση να προτείνουν.

Η Βρετανική κοινωνία στο σύνολό της δεν θέλει και δεν μπορεί να δει το πρόσωπό της να καθρεφτίζεται στο πρόσωπο των τζιχαντιστών της. Ναι, η πολυπολιτισμικότητα στη σημερινή της μορφή έχει αποτύχει [1] – φυσικά για πολύ διαφορετικούς λόγους από ότι υπονοεί ένας αρχιπαπάς -, ναι, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός είναι αναπόσπαστο κομμάτι του προβλήματος και οι θρησκευτικές κοινότητες πρέπει εν μέρει να θεωρηθούν υπεύθυνες γι’ αυτό, ωστόσο, το γεγονός παραμένει πως αυτοί οι γεννημένοι και αναθρεμμένοι Βρετανοί, που έχουν σχηματιστεί από τις βρετανικές αξίες και το βρετανικό εκπαιδευτικό σύστημα φαίνεται να έχουν ενσωματώσει ό,τι χειρότερο αυτό περιλαμβάνει. Είναι επιτακτική ανάγκη να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά σ’ αυτές τις αξίες (ή, ακριβέστερα, τα ευρύτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά): κουλτούρα καριερισμού και κατανάλωσης, καταστολή της ατομικότητας, πανταχού παρουσία της επιτήρησης, έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των διάφορων πολιτισμικών ομάδων και εντός αυτών των ομάδων, γραφειοκρατική παντοδυναμία, εθνικιστική ύβρις, έντονη οικονομική και πολιτική ανισότητα. Με μια λέξη, ασημαντότητα. Ένας μεταμοντέρνος χυλός άκρως ανταγωνιστικής, νεο-γιάπικης κενότητας που όταν δεν φέρνει τους νέους στην αυτοκτονία ή το θάνατο [2], χαλυβδώνει μέσα τους έναν σκληρό πυρήνα ψευδο-ατομικισμού, αδιαφορίας και απάθειας. Είναι αναμφισβήτητο ότι, εκτός από την προφορά, αυτοί οι άνδρες και γυναίκες έχουν υιοθετήσει το βρετανικό ή δυτικό, αν θέλετε, πρότυπο. Είναι ψυχροί καριερίστες διαφορετικού είδους, όχι του City αλλά της ερήμου.

Δεν προσπαθώ να βρω ανθρωπιά σε φονταμενταλιστές ή να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα. Ψάχνω για δημοκρατικές λύσεις αντί για κακοραμμένα μπαλώματα στο σώμα μιας βαθιά προβληματικής κοινωνίας, που δεν μπορεί να βελτιωθεί με νομοθεσία υπουργικών συμβουλίων και υπαγορεύσεις από τα πάνω. Δυστυχώς, το κυρίαρχο πρότυπο, που δεν προωθείται μόνο από τις ελίτ αλλά είναι ευρέως αποδεκτό και από την πλειοψηφία, είναι η πειθαρχική δίωξη, η τιμωρία και όχι η πρόληψη, η απομόνωση και όχι η επικοινωνία, η διατήρηση του ιεραρχικού κυνισμού, η απόρριψη της κριτικής σκέψης και αληθινά δημοκρατικών, οριζόντιων θεσμών και αξιών. Το ανεκτικό πρόσωπο της Βρετανίας στρεβλώνεται και χάνεται στον άσχημο συνδυασμό του με καταπιεστικές πολιτικές και κοινωνικές πρακτικές, που κάνουν κάθε πτυχή της κοινωνικής και ιδιωτικής ζωής όλο και πιο ασφυκτική και αφόρητη.

Σημειώσεις
[1] Για μια εκτενέστερη ανάλυση της αποτυχίας της δυτικής πολυπολιτισμικότητας και τις πιθανές εναλλακτικές βλ. Το πρόταγμα των διαπολιτισμικών σχέσεων
[2] Ας μην ξεχάσουμε τον 31χρονο απόφοιτο διδακτορικού που αυτοκτόνησε πέφτοντας από το σπίτι του στο Kensington τον Ιανουάριο του 2013, γιατί η μόνη δουλειά που βρήκε ήταν σε τηλεφωνικό κέντρο, ή τον 21χρονο εκπαιδευόμενο της Bank of America στο Λονδίνο που πέθανε από εξάντληση μετά από πολλές ώρες δουλειάς τον Νοέμβριο του 2013.

Raoul Vaneigem – Σχετικά με τον αγώνα κατά του φασισμού

testacorteo

Via: Από Κοινού

Δεν πρέπει να δώσουμε λάθος μάχη. Μετατρέποντας τον αγώνα κατά του φασισμού σε ειδικευμένο τομέα, είναι σαν να ξεχνάμε ότι αγωνι­ζόμαστε για μια νέα κοινωνία και ότι η αυτοάμυνά μας αφορά το σύ­νολο του καταπιεστικού συστήματος. Είναι προφανές πως ο φασισμός αποτελεί μια διόλου αμελητέα απειλή για το πρόταγμα της χειραφέτη­σής μας. Ωστόσο, όπως και ο ισλαμισμός στις αραβικές χώρες, ο φασι­σμός δεν είναι σε θέση να βελτιώσει την κοινωνική κατάσταση ούτε να λύσει τα προβλήματα της ποιότητας της ζωής και του περιβάλλοντος, κάτι που επιζητά η πλειονότητα των ανθρώπων. Ο φασισμός και ο λαϊ­κισμός φέρνουν μόνο το χάος, την αυτοκαταστροφή, τη βαρβαρότητα. Εμείς, είμαστε η φωνή μιας κοινωνίας ανθρώπινης και αλληλέγγυας.

Δεν είναι αλήθεια ότι οι συνθήκες που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι συγκρίσιμες με εκείνες της Γερμανίας το 1932. Η αιτία της φοβερής και απεχθούς στροφής των γερμανικών μαζών στον ναζισμό δεν έγκειται στη διαφθορά και τη δειλία του κομμουνιστικού κόμματος και των σο­σιαλδημοκρατών, ή ακόμη στον τρόμο που οργανώθηκε στρατιωτικά από τα τάγματα εφόδου του εθνικοσοσιαλισμού. Αυτό που διαδρα­μάτισε καθοριστικό ρόλο είναι η υπόσχεση για κοινωνική πρόοδο, μια υπόσχεση που ο Χίτλερ προσπάθησε να τηρήσει λαμβάνοντας μέτρα ικανά να δελεάσουν τις εργατικές μάζες: αύξηση των μισθών, αυτοκί­νητο για όλους (Volkswagen), βοήθεια στα νέα νοικοκυριά, επιδόμα­τα αδειών και διακοπών για τους εργάτες, μείωση της ανεργίας προς όφελος μεγάλων έργων, όπως για παράδειγμα οι αυτοκινητόδρομοι, για να μην αναφέρουμε τη βιομηχανία όπλων… Πείτε μου ποιο φασι­στικό, νεοναζιστικό, εθνικιστικό, λαϊκιστικό, ή θρησκευτικό κόμμα δια­θέτει σήμερα τα ελάχιστα έστω μέσα για να βελτιώσει την κοινωνική κατάσταση που επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα;

Γεμίζοντας το πιάτο του προλεταριάτου, ο Χίτλερ δεν είχε καμία δυσκο­λία να αποκρύψει σε ποια καταστροφή, ποιον αφανισμό θα οδηγούσε αναπόφευκτα η πολιτική του. Οι θιασώτες και οι μιμητές του, προκει­μένου να οικειοποιηθούν μια εξουσία εξευτελιστικής χειραγώγησης, δεν έχουν να προτείνουν τίποτα παραπάνω από μια κατάσταση ακόμη πιο χαοτική και απελπιστική. Το μόνο που επιδεικνύουν είναι οι νέες μορφές πογκρόμ, το ανθρωποκυνηγητό των ξένων, η δειλή εκτόνωση των αδύναμων εναντίον των ασθενέστερων. Αντλώντας τη δύναμή τους από το μίσος και τον αποκλεισμό, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επικυρώνουν αυτήν την πολιτική καταστροφής της ζωής με σκοπό το κέρδος, δηλαδή το πρόγραμμα των πολυεθνικών και των κρατών που υποκλίνονται δουλικά στις προσταγές τους.

Το δικό μας πεδίο είναι αυτό της ζωής που χειραφετείται από την εμπορευματική καταπίεση. Αυτό το πεδίο είμαστε αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε ενάντια στις πολυεθνικές, ενάντια στις επιθέσεις των αστυνομιών και των μαφιών τους. Υπάρχει ο κίνδυνος να απομακρυν­θούμε από τους πραγματικούς μας στόχους, εστιάζοντας στον αγώνα κατά του φασισμού και, γενικότερα, να υποπέσουμε στις παλιές ιδεο­λογικές διαμάχες που αποτελούν το λίπασμα των σεχταρισμών.

Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο σε ανώφελες ομφαλοσκοπήσεις, τόσο συχνές στους αναρχικούς κύκλους, για να μάθουμε ποιος είναι μαζί μας και ποιος εναντίον μας. Το μοναδικό κριτήριο είναι η πρακτική στο πεδίο, εκεί όπου όλες οι συζητήσεις έχουν ένα νόημα: την κοινή σωτηρία μας. Και υπάρχουν πολλά να κάνουμε, από την Τσιάπας έως τη Χαλκιδική, περνώντας από την Τανζανία (όπου οι Μασάι εκτοπίζο­νται για να δημιουργηθεί μια προστατευόμενη περιοχή κυνηγιού προς χρήση των πλούσιων εκμεταλλευτών), τη Νοτρ-Νταμ-ντε-Λαντ [όπου ντόπιοι και μη έχουν καταλάβει μια δασική περιοχή στην οποία το γαλ­λικό κράτος και μία από τις μεγαλύτερες κατασκευαστικές εταιρείες στον κόσμο, η Vinci, θέλουν να κατασκευάσουν ένα τεράστιο διεθνές αεροδρόμιο], τη μάχη ενάντια στη ρύπανση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο από σχιστόλιθο. Εκεί είναι που το παρόν μας σκιαγραφεί το μέλλον που θέλουμε να οικοδομήσουμε.

Όταν ο Μπορντίγκα λέει ότι ο αντιφασισμός είναι το χειρότερο προϊόν του φασισμού, προειδοποιεί -όπως είχε κάνει ήδη ο Ζορζ Μπατάιγ το 1935- για τον κίνδυνο να καταστεί ένας αγώνας σε κλειστό πεδίο, μια μάχη ειδικών, ένας πόλεμος όπου πρωτίστως πρέπει να συντριβεί ο αντίπαλος.

Η καταπολέμηση της φτωχοποίησης, είτε συνθλίβει Έλληνες είτε Πακιστανούς πολίτες, είναι αγώνας για την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο κατα­πιεσμένος δεν ενδιαφέρεται για τις εθνικές, πολιτικές ή θρησκευτικές ετικέτες, του αρκεί να είναι ανθρώπινος και να γνωρίζει ότι τίποτε το ανθρώπινο δεν είναι ξένο προς αυτόν. Το έδαφος όπου μαίνεται ο αγώνας της ζωής ενάντια στον ολοκληρωτισμό της αγοράς, αυτό είναι που κινητοποιεί τη δημιουργικότητα και την αποφασιστικότητά μας. Είναι καιρός η συνείδηση της ζωής, του ανθρώπινου όντος και του πε- ριβάλλοντός του, να επιβεβαιώσει την υπεροχή της επί της ιδεολογίας και των διενέξεων των διανοουμένων γι” αυτήν.

Σ” έναν σημαντικό αριθμό χωρών επικρατεί ένας λαϊκισμός που περι­λαμβάνει μια νεοναζιστική φράξια. Όσον αφορά την Ελλάδα, βρίσκε­ται αντιμέτωπη μ” έναν νεοναζισμό που έχει ενδυθεί τα κουρέλια του λαϊκισμού. Στηρίζεται σ” ένα πελατειακό σύστημα, μια αγορά της φι­λανθρωπίας που βρωμάει περιφρόνηση για τον άνθρωπο. Η πολιτική της φιλανθρωπίας δεν αποτελεί λύση. Πρέπει να είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε ζώνες μη εμπορευματικής διαβίωσης, όπου οι άν­θρωποι θα ανακαλύπτουν ότι έχουν τα μέσα να εγκαθιδρύσουν καλύ­τερες συνθήκες ζωής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η εθνικιστική βλακεία είναι στο σημείο να με­τατρέψει την «Ελλάδα über alles» σε στρατόπεδο εξόντωσης. Ωστό­σο, είναι απαραίτητο να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε κάθε απειλή που κλονίζει τη θέλησή μας να δημιουργήσουμε ελεύθερες περιοχές, χειραφετημένες από τον ολοκληρωτισμό της οικονομίας της αγοράς.

Δεν μπορούμε να συμμετέχουμε σ” έναν αγώνα κατά του φασισμού ο οποίος θα απολαμβάνει τη συμπάθεια ενός μεγάλου μέρους της αστυ­νομίας και του στρατού. Αλλά μπορούμε να διατρανώσουμε την άρνη­σή μας να επιστρέψουμε σ” ένα καθεστώς συνταγματαρχών και να δια­κηρύξουμε ως «λάιτ-μοτίβ» το «Όχι στη δικτατορία», ένα σύνθημα του οποίου ο διεθνής χαρακτήρας τροφοδοτεί παντού τις εξεγέρσεις. Ποτέ πια συνταγματάρχες, ποτέ πια ναζισμός, ποτέ πια δικτατορία. Όμως, αν ο αγώνας για την κοινωνική πρόοδο δεν καταστεί προτεραιότητα, τότε όλα τα συνθήματα του κόσμου δεν πρόκειται να αποτρέψουν τον πόλεμο όλων εναντίον όλων και τις φρικαλεότητές του.

Η ειρηνική και μαζική κινητοποίηση ενάντια στις δυνάμεις καταστολής έχει αποτρεπτική δύναμη. Ακόμα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη:

α) τη χρησιμότητα και τα όρια των μαζικών διαδηλώσεων. Καταδεικνύ­ουν την άρνηση της υποταγής, αλλά είναι μια μορφή αντίστασης που τελικά τείνει στην παραίτηση αν δεν αποβαίνει στη δημιουργία νέων κοινωνικών σχέσεων. Η κρατική και συνδικαλιστική εξουσία βασίζεται στην κόπωση μιας επαναλαμβανόμενης οργής που δεν οδηγεί σε ου­σιαστικές αλλαγές.

β) τη σημασία του κοινωνικού πεδίου, όπου μπορούμε να αγωνιστού­με αναπτύσσοντας την αλληλεγγύη, μια αλληλεγγύη που θεμελιώνε­ται στον άνθρωπο και όχι στην ένταξη σ” ένα κόμμα, μια εθνικότητα, μια θρησκευτική ομάδα. Οι συλλογικότητες αλληλεγγύης είναι η καλύ­τερη απάντηση σ” εκείνους που εγκαθιστούν μια αγορά φιλανθρωπίας όπου η ελεημοσύνη παράγει δούλους.

γ) το ζήτημα του έκτακτης ανάγκης. Όποιος δέχεται επίθεση έχει το δικαίωμα να επωφεληθεί τάχιστα από μια συλλογική παρέμβαση. Ο πεινασμένος ή ο εξαθλιωμένος χρειάζεται άμεση στήριξη. Ωστόσο, υπάρχουν έκτακτες ανάγκες που προκύπτουν από μια συναισθημα­τική αντίδραση η οποία προκαλεί τη λήψη απερίσκεπτων και συχνά ανεπαρκών αποφάσεων. Ας αψηφήσουμε επίσης τον εκβιασμό του επείγοντος που χρησιμοποιούν ανενδοίαστα οι πολιτικοί και οι επιχει­ρηματίες (του τύπου «για να σώσουμε τις θέσεις εργασίας, πρέπει να μειώσουμε τους μισθούς», «για να σωθεί η χώρα, πρέπει να εφαρμό­σουμε ένα σχέδιο λιτότητας»). Αλλά και επιχειρήματα του είδους: «για να ξεριζώσουμε τον φασισμό, πρέπει να πάρουμε τα όπλα», κ.λπ.

δ) Στην πραγματικότητα, πρέπει να μάθουμε να προετοιμάζουμε το μακροπρόθεσμο και να αντλούμε διδάγματα για το βραχυπρόθεσμο. Επιπλέον, πρέπει να ενεργούμε πάντοτε σε παγκόσμιο και τοπικό επί­πεδο. Να μάθουμε με λίγα λόγια να σπεύδουμε βραδέως.

Να μη λαθέψουμε ως προς τη βία

Υπάρχει μεγάλη απελπισία στις οδομαχίες, και η απελπισία είναι πά­ντοτε ένα όπλο στα χέρια της τυραννίας. Το θέμα δεν είναι να αντιτά­ξουμε μάταιες ελπίδες, αλλά να αποκτήσει διεθνές ακροατήριο κάθε νέα μορφή αυθόρμητης κοινωνικής οργάνωσης, σε ρήξη με τον κόσμο του εμπορεύματος, του χρηματοοικονομικού ολοκληρωτισμού και της εξουσίας. Σ” αυτό το έδαφος, σ” αυτή τη βάση είναι κρίσιμο να βρεθού­με για να δράσουμε με τα δικά μας μέσα προς όφελος των δυνάμεων της ζωής οι οποίες, παρά τον σκοταδισμό που τις καλύπτει, αναπτύσ­σονται στην Ελλάδα και παντού.

Η ιστορία των αντάρτικων μας έχει ωστόσο δείξει με επάρκεια ότι αυ­τοί που περιορίζονται να πολεμούν απλώς τους μπάτσους και τους στρατιώτες, πολύ γρήγορα συμπεριφέρονται ως μπάτσοι και στρατι­ώτες στον δικό τους χώρο. Ένας λόγος παραπάνω για να αποφύγουμε τα ολισθήματα και να διευκρινίζουμε ολοένα και καλύτερα ποιο παρόν θέλουμε και πιο παρελθόν δεν θέλουμε.

Το πιο θλιβερό στη δράση των Ερυθρών Ταξιαρχιών δεν είναι ότι συ­χνά αφέθηκαν να χειραγωγηθούν από την αστυνομία, αλλά η τάση αυτοκαταστροφής που καλλιεργούσαν. Γιατί, ακριβώς μέσα στην απελπισία του αγώνα τους, αυτή η περιφρόνηση για τη ζωή ήταν κοινή με τις δυνάμεις καταστολής και εκμετάλλευσης· και αυτή η «ταύτιση προθέσεων» τους έφερνε σε επικίνδυνο βαθμό κοντά στον εχθρό που ισχυρίζονταν ότι αντιμάχονταν.

Ας αψηφήσουμε τη βία της εκτόνωσης. Η εξέγερση που «αυτοϊκανο- ποιείται» σπάζοντας τα σύμβολα της εμπορευματικής τάξης είναι από πολλές απόψεις μια καταναλωτική εκδοχή της επανάστασης.

Δεν είναι επιθυμητό ο αγώνας κατά του λαϊκισμού και του νεοναζισμού να αποτελεί αντικείμενο ειδικής ενασχόλησης. Είναι μια μάχη που δεν πρέπει να διεξάγεται σε συνάρτηση με τον εχθρό, αλλά στο γενικό πλαίσιο του σχεδίου μας για την αυτοδιεύθυνση, την άμεση δημοκρα­τία, τα απελευθερωμένα από την καταπίεση της αγοράς εδάφη.

Ο καλύτερος τρόπος για να καταπολεμήσουμε τον εχθρό και να κατα­στρέψουμε ένα καταπιεστικό σύστημα δεν είναι να αυτοκαταστραφού- με καταστρέφοντάς το, ούτε να θυσιαστούμε για να το αφανίσουμε. Είναι να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που βελτιώνουν την καθημερι­νή ζωή των συλλογικοτήτων και των ατόμων που τις σχηματίζουν, να ευνοήσουμε παντού το πάθος και τη χαριστικότητα του ζωντανού που δεν έχει την ανάγκη ούτε να πληρώνεται ούτε να πληρώνει. Έχουμε ζήσει σε μια λογική καταστροφικής βίας. Θα μάθουμε, αναπτύσσοντας τις ανθρώπινες ικανότητές μας, ότι υπάρχει μια βία της δημιουργίας, μια ακαταμάχητη παρόρμηση του ζωντανού που έχει την ικανότητα να σπάει τις αλυσίδες που το παρεμποδίζουν.

Η αληθινή ταυτότητα, η μοναδική ταυτότητα, είναι η πλευρά της αν­θρωπότητας, της δημιουργικής ζωής που έχουμε μέσα μας και εναπό­κειται στη συνειδητοποίησή μας να την ενισχύσουμε, να την αναπτύ­ξουμε, να την εκλεπτύνουμε.

Πρέπει να είμαστε πολύ σαφείς σ” αυτό το σημείο: Θέλουμε να επι­τεθούμε στο σύστημα, όχι στους ανθρώπους. Αν καθιερώσουμε τη δωρεάν χρήση της γης, του νερού, του αέρα, των φυτών, των ανανεώ­σιμων μορφών ενέργειας, των δημόσιων μεταφορών, έχουμε όλες τις πιθανότητες να προκαλέσουμε ένα πλειοψηφικό κίνημα συμπάθειας. Εξάλλου, αποκλείοντας τη βία κατά των ανθρώπων, δεν αποκλείουμε τη βία κατά των μηχανών. Μπορούμε άμεσα να θέσουμε εκτός λει­τουργίας αυτές που απαιτούν αντίτιμο (όπως οι αυτοκινητόδρομοι, οι θέσεις στάθμευσης, οι δημόσιες μεταφορές). Ή ακόμη, τις μηχανές με τις οποίες οι εκμεταλλευτές οργανώνουν τη λεηλασία και την κατα­στροφή ενός τοπίου, μιας περιοχής.

Σε κάθε εξέγερση εκδηλώνεται η βία της εκτόνωσης. Ανακουφίζει την αγανάκτηση και το μίσος που έχουν συσσωρευθεί αλλά δεν δημιουρ­γεί τίποτα, αντίθετα, ανανεώνει τον κύκλο της απώθησης και της εκτό­νωσης τον οποίο η εξουσία συνηθίζει να χειραγωγεί, βασιζόμενη στον κορεσμό μιας επιθετικότητας (την οποία αναμένει και, επιπλέον, συ­ντηρεί) που είναι προορισμένη να εξαντληθεί αν δεν φέρει σε πέρας μια κοινωνική αλλαγή.

Στους αγωνιστές: δεν θα νικήσετε όσο μοιάζετε στον εχθρό που αντι­μάχεστε. Η βούλησή του να επιτύχει και να επιβάλει την εξουσία του δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην ήττα τού είναι προς όφελος του έχειν.

Πρέπει να αποβάλουμε τη συνήθεια να ανάβουμε φωτιά σ” ένα σπίτι που φλέγεται από παντού. Θέλουμε να βγούμε και να οικοδομήσου­με καινούργια σπίτια όπου δεν θα φοβόμαστε πια το θάνατο. Όμως, πολλοί απελπίζονται τόσο από τη ζωή, που προτιμούν να πεθάνουν στα ερείπια, αφανισμένοι από την καταστροφική φωτιά, καθώς έχει εκλείψει εντός τους αυτή η πύρινη ζωή που αναδημιουργείται αέναα και αφήνει το θάνατο που ορθώνεται μπροστά της να καεί.

Να προβλέψουμε, συνδέοντάς τις, δύο μορφές επέμβασης όσον αφορά την αυτοάμυνα: δράση επείγουσα και δράση αβίαστη. Στην περίπτωση των κτιρίων που έχουν καταληφθεί από αναρχικούς και δέχονται επίθεση από κοινές δυνάμεις αστυνομικών και νεοναζί: επι­χείρηση απαγκίστρωσης και ανακατάληψη απελευθερωμένων ζωνών.

Η ζωή δεν μπαίνει στη διαλεκτική της νίκης και της ήττας, είναι μια εμπειρία που καλείται να ανανεώνεται αδιάκοπα.

Δεν έχω κάποιο μάθημα να δώσω. Θα ήθελα μόνο να υπενθυμίσω σε όλους όσοι εμπνέονται παντού από τη μεγάλη πνοή της ελευθερίας ότι πολύ συχνά περιφρονούν τη δική τους δημιουργική δύναμη. Ο φόβος, η παραίτηση, η μοιρολατρία, η εθελούσια δουλεία που επι­σκιάζουν τη συνείδηση τούς έχουν αφοπλίσει. Η απελπισία τούς έχει στερήσει την αυτοεκτίμηση, εμποδίζοντάς τους να αναγνωρίσουν την πραγματική αξία των ικανοτήτων τους. Σ” αυτούς, θέλω μόνο να πω: Ναι, είναι δυνατό να τελειώσουμε με τη διεφθαρμένη δημοκρατία εγκαθιδρύοντας μια άμεση δημοκρατία. Ναι, είναι δυνατό να ανα­πτύξουμε την εμπειρία των ζαπατιστικών κοινοτήτων και των ισπα­νικών ελευθεριακών συλλογικοτήτων του 1936 και να υλοποιήσουμε μια γενικευμένη αυτοδιεύθυνση. Ναι, είναι δυνατό να αναδημιουρ­γήσουμε την αφθονία και τη χαριστικότητα με την άρνησή μας να πληρώνουμε και την απαλλαγή μας από το χρήμα. Ναι, είναι δυνατό να εξαλείψουμε την επιχειρηματοκρατία πραγματώνοντας κατά λέξη την προτροπή «Να αναλάβουμε εμείς οι ίδιοι τις τύχες μας», χωρίς να καταφύγουμε ούτε στο κράτος ούτε σε οποιαδήποτε αρπακτική εξουσία. Αν δεν βγούμε από την οικονομική πραγματικότητα οικο­δομώντας μια ανθρώπινη, θα επιτρέψουμε για άλλη μια φορά στην αγριότητα της αγοράς να μαίνεται και να διαιωνίζεται.

Οκτώβριος 2013

“Ωρα Μηδέν” για το καθεστώς Μουάμαρ Καντάφι

Όπως μετέδωσε το δίκτυο Al Jazeera, μάχες ξέσπασαν στην Τρίπολη μεταξύ υποστηριχτών του Καντάφι και αντικαθεστωτικών δυνάμεων. Πολλοί από τους δρόμους στο κέντρο της πόλης – όπου αντικυβερνητικοί υποστηρικτές πανηγύριζαν – ερήμωσαν, καθώς οπλοφόροι υπερασπιστές του καθεστώτος έκαναν την εμφάνισή τους.

Οι δυνάμεις των αντικανταφικών μέχρι στιγμής έχουν καταλάβει ποσοστό του 85 με 90% της πρωτεύουσας, εκτιμά ο επικεφαλής του Μεταβατικού Συμβουλίου, ενώ πολιορκείται το συγκρότημα Μπαμπ αλ-Αζιζίγια του Καντάφι από βομβαρδιστικά του ΝΑΤΟ. Πραγματοποιήθηκε οργανωμένη επίθεση από όλες τις κατευθύνσεις με παράλληλη εξέγερση κατοίκων της πόλης, που υποδέχτηκαν τις δυνάμεις του διαφαινόμενου νέου καθεστώτος. Εκατοντάδες είναι οι νεκροί ενώ οι τραυματίες ανέρχονται γύρω στους 5.000 αναφέρει το Democracy Now

Έχουν συλληφθεί και οι δύο γιοι του δικτάτορα, ο ένας σε κομβικής σημασίας στρατόπεδο των επίλεκτων δυνάμεων, δυτικά της Τρίπολης. Άγνωστο παραμένει το που βρίσκεται ο Καντάφι. Πληροφορίες ανέφεραν νωρίτερα ότι γίνονται συνομιλίες με αξιωματούχο της Νότιας Αφρικής για πιθανές τοποθεσίες αυτοεξορίας του, με πιθανότερες την Ανγκόλα και τη Ζιμπάμπουε. Οι πληροφορίες αυτές διαψεύστηκαν για την ώρα και πιθανολογείται ότι ο Καντάφι βρίσκεται εντός της πρωτεύουσας.

Στο μεταξύ, ένας από τους ηγέτες των αντικαθεστωτικών ο Μουστάφα Αμπντουλ Τζαλίλ, ανακοίνωσε ότι η πρωτεύουσα απελευθερώθηκε και η εποχή του Καντάφι, που διήρκεσε 42 χρόνια, αποτελεί παρελθόν. «Είμαστε στο κατώφλι μιας νέας εποχής, και θα εργαστούμε για να πραγματώσουμε τις αρχές στις οποίες βασίστηκε αυτή η επανάσταση: Την ελευθερία, την ισότητα, την δικαιοσύνη, την δημοκρατία και την διαφάνεια σε ένα μετριοπαθές ισλαμικό πλαίσιο».

Ωστόσο, όμως, παρμένουν στα χέρια του πρώην καθεστώτος πόλεις της κεντρικής Λιβύης, και ειδικά η πετρελαϊκή πόλη Μπρέγκα, καθώς απωθήθηκαν από εκεί δυνάμεις των αντικανταφικών. Η γραμμή του μετώπου στην ανατολική Λιβύη δεν έχει αλλάξει από την αρχή των επιχειρήσεων. Η αλλαγή βέβαια έγινε στη Δυτική Λιβύη…

Φωτογραφίες: Η μάχη της Τρίπολης

[portfolio_slideshow showtitles=true thumbs=true]

Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-866