Menu

EAGAINST.com

Ζίγκμουντ Μπάουμαν: Η εποχή μας είναι ξανά μια εποχή φόβων

bauman

Παράξενη αλλά τόσο κοινή και οικεία σε όλους μας είναι η ανακούφιση που νιώθουμε, και η αιφνίδια συρροή ενέργειας και θάρρους, όταν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα ανησυχίας, αγωνίας, σκοτεινών προαισθημάτων, ημερών γεμάτων φόβο και άγρυπνων νυχτών, αντιμετωπίζουμε τελικά τον πραγματικό κίνδυνο: μια απειλή την οποία μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε. Ή ίσως αυτή η εμπειρία να μην είναι τόσο παράξενη όσο φαίνεται αν, επιτέλους, μαθαίνουμε τι κρυβόταν πίσω από αυτό το ασαφές αλλά πείσμον αίσθημα κάποιου πράγματος φρικτού και προορισμένου να συμβεί, που συνέχιζε να δηλητηριάζει τις μέρες κατά τις οποίες θα έπρεπε να χαιρόμαστε, για κάποιο λόγο όμως δεν μπορούσαμε – και που έκανε τις νύχτες μας άγρυπνες … Τώρα που γνωρίζουμε από που έρχεται το πλήγμα, γνωρίζουμε επίσης, αν μη τι άλλο, τι μπορούμε να κάνουμε για να το αποκρούσουμε – ή τουλάχιστον έχουμε μάθει πόσο περιορισμένη είναι η ικανότητά μας να βγούμε αλώβητοι και τι είδους απώλεια, ή βλάβη, ή πόνο, πρέπει να περιμένουμε.

Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για δειλούς που έγιναν ατρόμητοι μαχητές όταν αντιμετώπισαν κάποιον «πραγματικό κίνδυνο», όταν η καταστροφή που περίμεναν κάθε μέρα, αλλά μάταια είχαν προσπαθήσει να φανταστούν, επιτέλους ήρθε. Ο φόβος φτάνει στο αποκορύφωμά του όταν είναι διάχυτος, διάσπαρτος, ασαφής, όταν δεν συνδέεται με κάτι, όταν παραμένει αποσπασμένος από την πραγματικότητα και αιωρείται ελεύθερα, χωρίς σαφή αναφορά ή αιτία — όταν μας στοιχειώνει χωρίς ορατό ειρμό ή λόγο, όταν η απειλή που θα έπρεπε να φοβόμαστε μπορεί να αναφανεί φευγαλέα παντού, δεν μπορούμε όμως να την αντικρίσουμε πουθενά. «Φόβος» είναι το όνομα που δίνουμε στην αβεβαιότητά μας: στην άγνοιά μας για την απειλή και για ό,τι πρέπει να κάνουμε – ό,τι μπορούμε και ό,τι δεν μπορούμε να κάνουμε – προκειμένου να τη σταματήσουμε καθ’ οδόν – ή να της αντισταθούμε, αν η αναχαίτισή της ξεπερνά τις δυνάμεις μας.

Η εμπειρία της ζωής στην Ευρώπη του 16ου αιώνα – στο χρόνο και στον τόπο όπου η μοντέρνα εποχή μας ήταν έτοιμη να γεννηθεί – συνοψίστηκε κοφτά, και θαυμάσια, από τον Lucien Th σε τέσσερις μόνο λέξεις: «Peur toujours, peur partout» («φόβος πάντα, φόβος παντού»). Ο Th συνέδεσε την πανταχού παρουσία του φόβου με το σκοτάδι, που άρχιζε έξω από την πόρτα της καλύβας και σκέπαζε τον κόσμο έξω από το φράκτη του αγροκτήματος. Στο σκοτάδι μπορούν να συμβούν τα πάντα, ουδείς όμως γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί τελικά: το σκοτάδι δεν είναι η αιτία του φόβου, είναι όμως το φυσικό περιβάλλον της αβεβαιότητας – κι επομένως του φόβου.

Η νεωτερικότητα επρόκειτο να είναι το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός: μακριά από το φόβο και προς έναν κόσμο απαλλαγμένο από την τυφλή και αδιαπέραστη μοίρα – αυτό το θερμοκήπιο φόβων. Όπως συλλογιζόταν ο Βίκτωρ Ουγκό, νοσταλγικά και με λυρική διάθεση εν προκειμένω: ωθημένη από την επιστήμη («ο θρόνος της πολιτικής θα μεταμορφωθεί σε θρόνο της επιστήμης»), θα έρθει μια εποχή που θα δώσει τέλος στις εκπλήξεις, τις συμφορές, τις καταστροφές – αλλά και τέλος στις διενέξεις, τις αυταπάτες, τους παρασιτισμούς… Με άλλα λόγια, μια εποχή που θα δώσει τέλος σέ όλα αυτά τα υλικά από τα οποία φτιάχνονται οι φόβοι.

Ό,τι έμελλε όμως να είναι μια οδός διαφυγής, αποδείχθηκε τουναντίον μια μακρά παράκαμψη. Πέντε αιώνες μετά, σε μας που βρισκόμαστε στο άλλο άκρο του πελώριου νεκροταφείου ρημαγμένων ελπίδων, η ετυμηγορία του Th ηχεί – ξανά – εντυπωσιακά ταιριαστή και επίκαιρη. Η εποχή μας είναι, ξανά, μια εποχή φόβων.

_________________________________________________________
Πηγή: Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Ρευστός Φόβος, Εισαγωγή: Σχετικά με την καταγωγή, τη δυναμική και τις χρήσεις του φόβου, Μετ. Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις Πολύτροπον 2077

Ευρώπη: ολιγαρχική και νεοφιλελεύθερη

TNI-report

Του Γιώργου Ν. Οικονόμου, Δρ Φιλοσοφίας.
[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 9 Μαΐου 2014]

Με τις επικείμενες ευρωεκλογές τίθεται αναπόφευκτα ένα βασικό ερώτημα: ποιο είναι το νόημα της ψήφου; Θα έχει δηλαδή η ψηφοφορία κάποιο θετικό αποτέλεσμα για τους κατοίκους των χωρών μελών, ιδίως των δεινοπαθούντων; Η απάντηση στο ερώτημα είναι δυνατή όταν εξετασθούν τα πραγματολογικά δεδομένα της κατασκευής που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή η συγκρότηση, η οργανωτική δομή, ο τρόπος λειτουργίας της και τα συμφέροντα τα οποία εξυπηρετεί.

Κατ’ αρχάς, η συγκρότηση της Ε.Ε. αποφασίσθηκε από τις κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές ελίτ των ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών, χωρίς αναλυτική ενημέρωση των κοινωνιών, χωρίς διαβούλευση, συλλογικές κοινωνικές αποφάσεις ή δημοψηφίσματα. Οι κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια έλαβαν τις σημαντικές και καθοριστικές αποφάσεις αυταρχικά. Όσον αφορά στην οργανωτική δομή και τον τρόπο λειτουργίας της Ε.Ε. οι αποφάσεις λαμβάνονται και οι νόμοι θεσπίζονται από δύο όργανα, το Συμβούλιο των αρχηγών των κρατών μελών και το Συμβούλιο Υπουργών. Τα άλλα ανώτερα όργανα που ασκούν εξουσία – Επιτροπή, Πρόεδρος, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, Ελεγκτικό Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – είναι μη εκλεγμένα. Το μόνο όργανο που εκλέγεται, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν έχει ουσιαστικές εξουσίες, αλλά απλώς γνωμοδοτικές – αν και με την Συνθήκη της Λισαβόνας (2007) έλαβε περισσότερες αρμοδιότητες.

Πρόκειται δηλαδή για αυταρχική γραφειοκρατική δομή, τόσο στη συγκρότηση όσο και στον τρόπο λειτουργίας της, στην οποία ο βίος και το μέλλον τετρακοσίων και πλέον εκατομμυρίων Ευρωπαίων καθορίζονται από τις αποφάσεις της συνόδου κορυφής ή ενός κλειστού συμβουλίου υπουργών που ούτε στη χώρα τους πολλές φορές εκπροσωπούν την πλειοψηφία. Οι αποφάσεις, που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες μόνο από τους ολίγους γραφειοκράτες προς όφελος των ολίγων ισχυρών και των αγορών, πρέπει να εκτελεσθούν αναγκαστικώς από τους υπολοίπους χωρίς καμία δυνατότητα αντιλόγου. Είναι συνεπώς καθαρότατη ολιγαρχία, ουδεμία σχέση έχουσα με δημοκρατία και προφανώς αντανακλά την ολιγαρχική δομή των επί μέρους κρατών μελών.

Από την άλλη πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέδειξε ανικανότητα τόσο στο να προβλέψει την μεγάλη κρίση όσο και να τη χειρισθεί. Η αδυναμία της φαίνεται και στο γεγονός ότι δεν είναι σε θέση να ελέγξει την πορεία των κρατών μελών για την τήρηση των όρων της ιδρυτικής της συνθήκης, ούτε έχει μηχανισμούς για την αποσόβηση κρίσεων και αποσταθεροποιήσεων. Αυτό έδειξε η ανικανότητά της στην περίπτωση της Ελλάδας να ενημερωθεί και να ελέγξει τη διάθεση των πακέτων στήριξης, να διαπιστώσει εγκαίρως τo πραγματικό ύψος του τεράστιου δημοσιονομικού ελλείμματος και να ελέγξει το υπέρογκο χρέος. Επί πλέον η Ε.Ε. έδειξε την αδυναμία της ή την απροθυμία της να αντιμετωπίσει τις αγορές και τα παιγνίδια των κερδοσκόπων για να βοηθήσει το κράτος μέλος αφήνοντάς το επί μήνες στο έλεος των τραπεζών, των αγορών και των κερδοσκοπικών κεφαλαίων. Έχει δείξει μία πρωτοφανή αδυναμία πολιτικής βούλησης για συγκρότηση σε ομοσπονδιακή κατεύθυνση. Η νομισματική ένωση χωρίς κοινή οικονομική πολιτική και πολιτική εξουσία φαίνεται πως δεν λειτουργεί – τουλάχιστον για τα αδύνατα κράτη.

Προς τι λοιπόν όλη η ρητορεία για την «ευρωπαϊκή ενοποίηση», την «ευρωπαϊκή κοινότητα ή οικογένεια»; Η απάντηση είναι: για τα οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας και των άλλων ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών, των τραπεζών και του μεγάλου κεφαλαίου, δηλαδή των ολίγων. Αυτό είναι εμφανές στις ανισομέρειες, στις εκμεταλλεύσεις των αδυνάτων από τους ισχυρούς και στην κρίση, που ανέδειξε δύο κυρίαρχες δυνάμεις, τη Γερμανία και τη Γαλλία και εν τέλει μόνο τη Γερμανία. Και φυσικά οι ανισότητες μεγεθύνονται, η ανεργία καλπάζει, το κοινωνικό κράτος φαλκιδεύεται, οι ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων αγαθών κυριαρχούν, οι μισθοί και οι συντάξεις μειώνονται, οι πτωχοί αυξάνονται ραγδαίως. Πρόκειται για άκρατο νεοφιλελευθερισμό στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Η ολιγαρχική, νεοφιλελεύθερη και αντιδημοκρατική Ε.Ε., δεν εξυπηρετεί το κοινό αγαθό και τα συμφέροντα των πολλών και είναι αδύνατον να τα εξυπηρετήσει.

Εν ολίγοις, η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική, είναι και πολιτική, είναι κρίση θεσμών και αξιών. Οι πομπώδεις διακηρύξεις λοιπόν περί «περισσότερης ή ισχυρής Ευρώπης» από πολιτικούς και διανοουμένους, όπως λ.χ. ο Κον Μπεντίτ και ο Χάμπερμας, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να αποπροσανατολίζουν και να εξυπηρετούν τα ισχυρά συμφέροντα επιχειρήσεων, τραπεζών και ΜΜΕ. εξυπηρετούν την ολιγαρχική ιδεολογία από τη στιγμή που είναι εγκλωβισμένοι στην άποψη πως τα δυτικά πολιτεύματα είναι δημοκρατικά, συμβάλλοντας έτσι περαιτέρω στη σύγχυση.

Εν τέλει, οι ευρωεκλογές τους μόνους που ωφελούν είναι οι ευρωβουλευτές, με τους τεράστιους μισθούς και τα προκλητικά προνόμια, τα κόμματα και τα συμφέροντα των κυρίαρχων οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Επικυρώνουν επί πλέον τον ολιγαρχικό νεοφιλελεύθερο μηχανισμό των Βρυξελλών που διαχειρίζεται και εξυπηρετεί αυτά τα συμφέροντα. Όσον αφορά την Ελλάδα, οι ευρωεκλογές ουδέποτε είχαν κάποια σχέση με την Ευρώπη, λειτουργούν συνήθως ως πρόκριμα των βουλευτικών εκλογών ή ως έκφραση δυσαρέσκειας των θιγομένων στρωμάτων. Και έτσι όμως είναι ημιτελείς, διότι το μόνο που μπορεί να έχει ουσιαστικά αποτελέσματα είναι η απαίτηση για δημοκρατία και συμμετοχή όλων στις αποφάσεις, με την ανάπτυξη κοινωνικών και πολιτικών αγώνων.

Eίναι ωραία να είσαι Ευρωπαία;

A picture illustration taken with the multiple exposure function of the camera shows a one Euro coin and a map of Europe

Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο φύλλο #26 της εφημερίδας δρόμου Άπατρις

Μέσα στο πολιτικό χάος που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια, δύο βασικές τάσεις ξεχωρίζουν: από τη μία, η σχετική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών να τάσσεται χωρίς δισταγμό υπέρ της παραμονής της Ελλάδας σε Ε.Ε. και ευρωζώνη, στηρίζοντας κόμματα και παρατάξεις που εφαρμόζουν με κάθε θυσία και κόστος τις νεοφιλελεύθερες συνταγές. Από την άλλη βλέπουμε να αναδύεται ένα έντονα ευρωσκεπτικιστικό (και δίχως ξεκάθαρη πολιτική κατεύθυνση) ρεύμα, το οποίο αντιμετωπίζει τις ευρω-εκλογές ως αφορμή για να εκφράσει την αγανάκτησή του μέσω της κάλπης. Είναι σίγουρο ότι η διαδικασία αυτή στην πραγματικότητα αποτελεί μια ανακύκλωση των «διαφορών» των ελληνικών κομμάτων στα μάτια του χουλιγκανοποιημένου και βαθιά αποπολιτικοποιημένου ελληνικού εκλογικού κοινού που εν τοις πράγμασι αδιαφορεί για τις διαδικασίες που υποτίθεται ότι διαμορφώνουν τα πλαίσια λειτουργίας του μεγάλου ευρωπαϊκού κράτους – αυτού του (νεο)-«φιλελεύθερου» οικονομικοπολιτικού πατερούλη της Ευρώπης. Βέβαια η ελληνική περίπτωση είναι διττή, καθώς διαπιστώνεται παράλληλη ευρωλαγνεία αλλά και αδιαφορία για τους θεσμούς της Ε.Ε. Αδιαφορία η οποία όμως δεν οφείλεται σε κάποια παγιωμένη αντίληψη περί του ανούσιου των ευρωεκλογών ή του αντιπροσωπευτικού συστήματος εν γένει. Η φαινομενική αυτή αντίφαση μπορεί να εξηγηθεί μόνο αν ιδωθεί η σχέση Ελλάδας – Ευρώπης, ιστορικά.

«Ανήκομεν εις την Δύσιν»

Η ιστορία αυτή ξεκινά από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, με τη βοήθεια της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας που επιθυμούσαν τη διάλυση τη Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,με την ίδρυση αντίστοιχων συμφερόντων πολιτικών κομμάτων και την ενθρόνιση του Βαυαρού βασιλιά Όθωνα, περνάει από το τέλος της «Μεγάλης Ιδέας» ως βασικής πηγής τροφοδότησης της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας, γυρίζει γύρω από την ένταξη μας στο στρατόπεδο των δυτικών συμμάχων κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη μοιρασιά του πλανήτη που ακολούθησε (που είχε ως συνέπεια και τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο), γίνεται εντονότερη με την εξόφθαλμη εμπλοκή των ΗΠΑ στα εσωτερικά της χώρας με τη δικτατορία των συνταγματαρχών και συνεχίζεται με την ένταξη της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ κι έπειτα στην ευρωζώνη.

Το ελληνικό κράτος, καθώς ποτέ δεν αποτέλεσε ανεξάρτητη ή αυτάρκη οικονομική και στρατιωτική δύναμη, αναζητούσε πάντα συμμαχίες με τις υπερδυνάμεις της Δύσης τόσο ώστε να επιβιώσει, δεδομένου ότι η εσωτερική παραγωγή δεν αρκούσε για την κάλυψη της πλειονότητας των αναγκών του πληθυσμού, όσο και ώστε να διασφαλίσει ή να επεκτείνει (όπως στην περίπτωση της μικρασιατικής εκστρατείας) τα σύνορα του, όντας σε μια γεωγραφική ζώνη αστάθειας και διαρκών εθνικών συγκρούσεων. Η τεχνητή πολεμική με την Τουρκία, που εξασφάλισε αρκετές δεκάδες δις δολάρια στις βιομηχανίες όπλων, καθώς και οι καλλιεργούμενοι εθνικισμοί και αλυτρωτισμοί των δύο λαών που βρέχονται απ’ το Αιγαίο, συνεπικουρούμενοι απ’ τα τετρακόσια χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο, συνετέλεσαν στην ηγεμονία της ιδέας ότι μόνο μέσω της ευρωπαϊκής προοπτικής και της ένταξης της χώρας σε οικονομικοπολιτικές συμμαχίες, όπως η Ε.Ε, ή στρατιωτικές συνεργασίες, όπως το ΝΑΤΟ, θα εξασφαλιστεί η ακεραιότητα της χώρας. Ενδεικτικές του γεγονότος είναι οι συνεχείς δηλώσεις κυβέρνησης/αντιπολίτευσης πως «τα ελληνικά σύνορα είναι τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Πέραν όλων αυτών, βέβαια, τα μεγάλα κύματα μετανάστευσης του ελληνικού πληθυσμού προς το δυτικό, κυρίως, κόσμο συνέβαλαν στη δημιουργία ενός μύθου για τις δυτικές μητροπόλεις. Οι διεθνείς συνθήκες, ραγδαίας καπιταλιστικής ανάπτυξης, έδωσαν την ευκαιρία σε αρκετούς μετανάστες να εργαστούν στο εξωτερικό και να επιστρέψουν στις χώρες τους μ’ ένα συγκεντρωμένο μικρό ή μεσαίο κεφάλαιο (το οποίο έγινε μεγαλύτερο σε χώρες με χαμηλής αξίας νόμισμα όπως η Ελλάδα), γεγονός που συνέδεσε στο νεοελληνικό φαντασιακό την Ευρώπη με τον πλούτο και την άνεση (σε αντίθεση με την φτώχια και την οικονομική μιζέρια της Ελληνικής πραγματικότητας). Έτσι, οι Έλληνες πορεύονται στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, με την ιδεολογική κληρονομιά του 20ού. Μια μίξη αδικαιολόγητης περηφάνιας για τα επιτεύγματα των κατοίκων του ελλαδικού χώρου πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, χριστιανικής υποκρισίας, εθνικισμού,  αποπολιτικοποίησης και λαϊκισμού, μπολιασμένη με μια γερή δόση ευρωλιγούρας και ανάγκης επιβίβασης σε άρματα με αμερικάνικες, γερμανικές, ρώσικες ή κινέζικες σημαιούλες.

Ο ευρωπολίτης κι η ευρωπολιτεία

Τι είναι, λοιπόν, αυτή η σύγχρονη ευρωπολιτεία, για τη συντροφιά της οποίας οι πολίτες της Ευρώπης χάνουν, σιωπηροί, ένα προς ένα τα κεκτημένα δικαιώματα τους και ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της; Ποιά είναι η Ελλάδα και τι σημαίνει τελικά το «να γίνουμε επιτέλους Ευρώπη»; Ποιά ακριβώς είναι η πολιτική φυσιογνωμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι τόσο ζηλευτή από την αόριστη, ασαφή και περιρρέουσα νεοελληνική μυθολογία; Η Ευρώπη της ανεργίας, της φτώχειας, της λιτότητας, της καταστολής, ακόμα και της «αποανάπτυξης» αν θέλουμε να μιλήσουμε την γλώσσα των οικονομιστών και του καπιταλισμού. Η νεοφιλελεύθερη Ευρώπη.

Η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη οφείλεται κυρίως στην σταδιακή υποχώρηση του παγκόσμιου εργατικού κινήματος μετά το Μάη του 1968 και στο κλίμα απάθειας, ιδιώτευσης και κομφορμισμού που καλλιεργήθηκε συστηματικά στις περισσότερες Δυτικές χώρες τις τελευταίες 4 δεκαετίες, στην αδυναμία του καπιταλιστικού μοντέλου του κρατικού παρεμβατισμού και της σοσιαλδημοκρατίας ν’ αμβλύνουν τις κοινωνικές ανισότητες, στην συντηρητικοποίηση και αλλοτρίωση των δυτικών κοινωνιών μέσω της αναγωγής του παραγωγισμού και της ηθικής της εργασίας σε υπέρτατες αξίες και κυρίως στον πανικό που δείχνει το διεθνές κεφάλαιο μπροστά στη σταθερή πτώση του ποσοστού κέρδους του (λόγω της ανάγκης ν’ αγοράζει ολοένα και πιο προηγμένη τεχνολογία, της υπερπροσφοράς προϊόντων και του ανταγωνισμού). Από οικονομική άποψη, χαρακτηρίζεται από την επιστροφή σ’ έναν σκληρό μονεταρισμό και στην πλήρη χρηματιστικοποίηση της οικονομίας που είναι το αποτέλεσμα της ανατροπής της ενδοκαπιταλιστικής ισορροπίας προς όφελος του τραπεζικού κεφαλαίου έναντι των άλλων μορφών (βιομηχανικό, εφοπλιστικό, εμπορικό), το οποίο απέκτησε την πρωτοκαθεδρία λόγω της πτώσης του ποσοστού κέρδους στην παραγωγή και της συνεπακόλουθης μεταστροφής των επενδύσεων σε κάθε είδους χρηματιστικά «προϊόντα». Τέλος, σε πολιτικό επίπεδο, κύριο γνώρισμά του είναι η «μείωση του ρόλου του Κράτους». Στην πραγματικότητα αυτό που γίνεται στόχος από τους νεοφιλελεύθερους είναι μόνο ο αναδιανεμητικός ρόλος του κράτους στον βαθμό που αυτός συνέβαινε, υπήρχε και εκφραζόταν μέσα από τους θεσμούς του λεγόμενου «κοινωνικού κράτους», θεσμοί που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η νομική αποκρυστάλλωση των εργατικών αγώνων και των κοινωνικών διεκδικήσεων, στο δίκαιο των αστικών πολιτευμάτων. Η «μείωση» του Κράτους βέβαια, δεν συμπεριλαμβάνει την καταστολή και την εισπρακτική πολιτική που, για χάρη της ελευθερίας των αγορών, εντατικοποιούνται αφήνοντας ,ως προς το κομμάτι αυτό, τα παραμύθια περί ελευθερίας των αγορών και ιδιωτικής πρωτοβουλίας μόνο προς κατανάλωση των πιο ανόητων.

Μέσα σ’ αυτό το οικονομικοπολιτικό περιβάλλον, ο ελληνικός καπιταλισμός είναι καταδικασμένος (όπως ήταν πάντα) να παραμείνει ο φτωχός συγγενής. Πάντα αντιπαραγωγικός, παρασιτικός και κρατικοδίαιτος, πάντα έκνομος ακόμα και με καπιταλιστικά κριτήρια νομιμότητας και με μόνιμη έλλειψη επενδυτικής νοοτροπίας, ακόμα και προ κρίσης, είναι σήμερα πιο καχεκτικός από ποτέ. Όσο περισσότερο συνειδητό είναι το γεγονός αυτό στην ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της χώρας, τόσο περισσότερο θ’ ακούμε τις πραγματικά απίστευτες ανοησίες περί ανάπτυξης γενικά και αόριστα, μείωσης του ελλείμματος και του δημοσίου χρέους, της ανεργίας, τόσο περισσότερο θα εθιζόμαστε στα διάφορα success story. Το μόνο που μπορεί να περιμένουμε είναι μεγαλύτερη φτώχεια, αύξηση ανεργίας, ολοσχερή εξαφάνιση κάθε κατάκτησης που σχετίζεται με την αγορά εργασίας, καταστολή, καταστολή, καταστολή. Πάνω σε αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, βασίζεται ολόκληρο το σκεπτικό της «αναγκαιότητας για περισσότερη Ευρώπη», για «παραδειγματισμό από τα αυστηρά εξορθολογισμένα Δυτικά πρότυπα».

Ευρωπαϊκή Ένωση ή διεθνής απομόνωση: ένα ψευδές δίλημμα

Η προσκόλληση, βέβαια, στην ιδέα ότι η Ελλάδα είναι μια πλήρως καθυστερημένη χώρα (λαμβάνοντας ως μοναδική αφετηρία τα ενδοκαπιταλιστικά προβλήματα) σε σχέση με την αναπτυγμένη Ευρώπη και ότι η μόνη λύση είναι η μετατροπή της σε μια εκδυτικισμένη φιλελεύθερη ολιγαρχία – πράγμα που συνεπάγεται ότι «τα μνημόνια είναι ευλογία για τον τόπο» – επισκιάζει την άλλη πτυχή της πραγματικότητας, ότι δηλαδή και οι Δυτικές κοινωνίες βρίσκονται σε εξίσου βαθιά αποσύνθεση. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν είναι αυτός που ήταν μερικές δεκαετίες πριν, όταν τα κοινωνικά κινήματα και οι δημοκρατικές πρωτοβουλίες κατάφεραν να προκαλέσουν ρωγμές στο συντηρητικό πολιτικό κατεστημένο. Απεναντίας, έχουν αρχίσει να παρουσιάζουν τις ίδιες «ανατολικού τύπου» παθογένειες (στην πραγματικότητα βέβαια πρόκειται για παθογένειες που σχετίζονται με το σύγχρονο στάδιο «ανάπτυξης» -ή, καλύτερα, σήψης – του καπιταλισμού) όπως αυτές της ελληνικής κοινωνίας (εξάπλωση της διαφθοράς – η οποία μπορεί να μην είναι ολοφάνερη όπως στην ελληνική περίπτωση, ωστόσο κυριαρχεί κάτω από έναν μανδύα νομιμότητας – διάλυση κάθε δημόσιας παροχής και ολική απαξίωση του δημόσιου αγαθού, μίσος προς τους αναξιοπαθούντες ανέργους, αντι-διανοουμενισμός, κραυγαλέος εθνικισμός και συντηρητισμός). Συνεπώς, ούτε η δήθεν «ευρωπαϊκή λύση» -και κατ’ επέκταση η θεοποίηση της Δύσης- βάσει μια παλιότερης εικόνας, μπορεί να υιοθετείται αστόχαστα και αβασάνιστα σαν μια βιώσιμη πρόταση, ούτε φυσικά και ο στείρος ευρωσκεπτικισμός (που φλερτάρει με τον ακραίο εθνικισμό, το λαϊκισμό και τη συνωμοσιολογία) συνιστά μια άξια αντιπρόταση. Πάνω σε αυτό το διττό πρόβλημα εμείς καλούμαστε να δώσουμε απαντήσεις: θα επιλέξουμε τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ταυτότητα ως αποκούμπι που μας παρέχει μια δήθεν σιγουριά ή θα πέσουμε στην παγίδα του επικίνδυνου απομονωτισμού που συστηματικά καλλιεργείται (όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης);

Αντί επιλόγου: «Ανήκομεν εις τον εαυτό μας»

Την ώρα που η συνθηματολογία στην κεντρική πολιτική σκηνή, λοιπόν, κινείται μεταξύ του «Ευρώπη ή χάος» και «Χάος ή Ευρώπη», αντίρροπες δυνάμεις αναπτύσσονται στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Στις συνθήκες της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης αναδύονται μεν κινήματα με περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, ενισχύονται όμως σημαντικά και οι νεοσυντηρητικές δυνάμεις, όπως και η ακροδεξιά, με αποκορύφωμα φυσικά την εκτόξευση του νεοναζισμού στην Ελλάδα, μέσω της Χρυσής Αυγής. Ο ευρωσκεπικισμός παίρνει περισσότερο λαϊκίστικες διαστάσεις είτε στρέφοντας τα βέλη του στην «απληστία των golden boys», είτε ψάχνοντας αποδιοπομπαίους τράγους στους «τεμπέληδες της νότιας Ευρώπης» και τους μετανάστες, είτε «αποκαλύπτοντας» μυστικές συνωμοσίες κατά συγκεκριμένων εθνών-θρησκειών. Από την άλλη, οι πολίτες καλούνται να απαντήσουν διαρκώς σε προκατασκευασμένα κλειστά δίπολα και να επιλέξουν αν «ανήκομεν εις την δύσιν» ή αν «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» (ή «η Γαλλία ανήκει στους Γάλλους»).

Σε πείσμα όλων αυτών, εμείς επιμένουμε πως «ανήκομεν εις τον εαυτό μας» (ως άτομα, ο καθένας ξεχωριστά, και ως κοινωνία κατ’ επέκταση) και έχουμε όλους τους λόγους του κόσμου ν’ αγωνιστούμε για την αυτοδιεύθυνση, την αυτοδιαχείριση και τη συλλογική και ατομική αυτονομία.

Συγγραφή: Efor, Ian Delta, Μιχάλης Θ

Να μην συνηθίσουμε στην ύβρη

hub

Σε αντίθεση με την έννοια που η νεότερη και μετα-αρχαϊκή ανθρωπότητα αποδίδει στην λέξη ύβρη, ως ασέβεια προς οτιδήποτε πρεσβεύει κάποια κοινή αξία ή ταύτιση με κάθε είδους ενέργεια που θίγει την τιμή, το αξίωμα και την αξιοπρέπεια κάποιου, για τον αρχαιοελληνικό κόσμο η ὕβρις έχει αυστηρά πολιτικό χαρακτήρα. Η ὕβρις αποτελεί συστατικό στοιχείο του πολιτικού συστήματος των Αθηνών και η σημασία της μεταφέρεται μέσα από έναν εξίσου πολιτικό θεσμό, την Τραγωδία. (Δεν  είναι τυχαίο άλλωστε ότι με την πτώση του δημοκρατικού πολιτεύματος το 401 π.Χ. αμέσως μετά δηλαδή το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, επήλθε και ο θάνατος της τραγωδίας, αλλά και της φιλοσοφίας. Έκτοτε οι πολιτικές ‘ύβρεις’ που διεπράχθησαν από τα Μακεδονικά βασίλεια και τις διάφορες πολιτικές ελίτ συνεχίζουν μέχρι σήμερα μέσω των φιλελεύθερων ολιγαρχιών να συμβάλλουν στην κοινωνική υποδούλωση και στον σφετερισμό κάθε προσπάθειας της ανθρώπινης χειραφέτησης). Η ὕβρις αναφέρεται στην λυσσαλέα επιθυμία της παράβασης (Καστοριάδης 2006, σ.177) αλλά πάνω απ’ όλα στην υπερβολή του δήμου και την παραφροσύνη (Καστοριάδης 2008, σ.111), στην παραβίαση των ορίων (Καστοριάδης 2008, σ.210) και στην αδυναμία του να αυτοπεριορίζεται, βασική προϋπόθεση για να επιτευχθεί η δημοκρατία, ως πολίτευμα και καθεστώς αυτονομίας. Συνεπώς, για τον Καστοριάδη (2008, σ.193) η δημοκρατία είναι συνεχώς εκτεθειμένη σε θεωρητικούς κινδύνους, ένα καθεστώς που μπορεί να οδηγήσει σε θανάσιμα λάθη. Η πτώση της Αθήνας είναι ταυτόχρονα το αποτέλεσμα και η αιτία της ύβρεως που κυρίευσε τον δῇμον – λόγω της αδυναμίας του αθηναϊκού λαού να αυτοπεριοριστεί – οδηγώντας την δημοκρατία στην καταστροφή της. Ο ίδιος (1999, σ.22-23) γράφει χαρακτηριστικά: «το χάος το έχουμε και μέσα μας με τη μορφή της ύβρεως, δηλαδή της άγνοιας ή της αδυναμίας αναγνωρίσεως των ορίων των πράξεων μας. Διότι αν τα όρια ήταν σαφή και αναγνωρίσιμα εκ των προτέρων, δεν θα υπήρχε ύβρις, θα υπήρχε απλώς παράβαση ή αμάρτημα, έννοιες χωρίς κανένα βάθος».

Η ὕβρις δεν είναι η παράβαση ενός νόμου, αλλά ούτε συνιστά κάποιου είδους αμαρτία (Καστοριάδης 2006, σ.433). Στις θρησκείες για παράδειγμα, η παραβίαση των ηθικών κανόνων συνιστά παραβίαση του Θεϊκού δικαίου και επομένως ο πιστός διαπράττει αμάρτημα που θα επιφέρει την ανάλογη τιμωρία, συνήθως ηθικής τάξεως, σε κάποιον μεταφυσικό κόσμο. Τα όρια εδώ είναι καθορισμένα. Αντίθετα η αρχαιοελληνική ὕβρις συνίσταται ακριβώς στην απουσία του πολιτικού αυτοπεριορισμό (όπως είπαμε και παραπάνω), μια έννοια που έχει βαθειά φιλοσοφική βάση γιατί συνδέεται απευθείας με την ευθύνη, η βαρύτητα της οποίας μέσα στα πλαίσια της πόλεως πέφτει στις πλάτες του κάθε πολίτη ξεχωριστά που καλείται μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες (στις δημόσιες συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου) να αποφασίσει για τον μέλλον της κοινωνίας που ζει. Οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν σχεδόν τα πάντα, από την διεξαγωγή πολέμου μέχρι τα έσχατα φιλοσοφικά ερωτήματα για το τί είναι δίκαιο και τί νόμιμο. Με βάση ποιά κριτήρια όμως καθορίζεται το όριο; Σε ότι αφορά το πολιτικό και κοινωνικό πεδίο μόνο η ίδια η παράβαση θα καταστήσει εφικτό τον προσδιορισμό του μέτρου. Έτσι «ο Ευριπίδης στις Τρωάδες δείχνει την ὕβριν των  Ελλήνων, οι οποίοι μετά τη πτώση της Τροίας επιδίδονται σε ένα όργιο ωμότητας και κτηνωδίας, σκοτώνοντας, βιάζοντας πάνω στους βωμούς των θεών, κατακρημνίζοντας τα παιδιά από τα τείχη. Λέει στους Έλληνες και ιδιαίτερα στους Αθηναίους: «ιδού τα τέρατα που είστε, που είμαστε» (Καστοριάδης 2008, σ.211). Όπως καταλαβαίνουμε λοιπόν, ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία βρίθει από περιστατικά ύβρεως, δεδομένου ότι πάμπολλες φορές τα ανθρώπινα όντα είτε παρασυρόμενα από διάφορους δημαγωγούς και λαοπλάνους οδηγήθηκαν σε όργια μακαβριότητας, σαν αυτά του Άουσβιτς, των γκούλαγκ, των φασιστικών καθεστώτων του Φράνκο, του Βιντέλα ή των Ερυθρών Χμερ. Τόσο μεγάλη σπουδαιότητα είχε λοιπόν στην διαμόρφωση του δημοκρατικού πολίτη ο θεσμός της Τραγωδίας και της κεντρικής φαντασιακής σημασίας της, της ύβρεως.

Η ὕβρις όμως αναπαράγεται εντός κοινωνιών που απουσιάζει κάθε μέτρο, και συνεπώς κάθε αυτοπεριορισμός, κάτι που δεν αφορά μόνο τα ολοκληρωτικά καθεστώτα: οι δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες θέτουν ως βασικό τους στόχο την αλόγιστη συσσώρευση ανανεώσιμου πλούτου και την αέναη εξάπλωση των παραγωγικών δυνατοτήτων μέσα από ορθολογικές κινήσεις (Finley 1973; Weber 1992, σ.17). Συνεπώς απουσιάζει από αυτές η έννοια του αυτο-περιορισμού και η ύπαρξη εσωτερικών ορίων, εφόσον η παραγωγική διαδικασία και η οικονομική ανάπτυξη όχι μόνο δεν γνωρίζουν σταθερές, αλλά απεναντίας κάθε ενέργεια που παρακωλύει τις διαδικασίες αυτές εκλαμβάνεται ως παρασιτισμός. Τόσο στην περίπτωση των ολοκληρωτικών καθεστώτων/κινημάτων όσο και στις καπιταλιστικές κοινωνίες έρχεται κανείς άμεσα σ’ επαφή με την ετερονομία που διέπει τις Δυτικές παραδόσεις, μια κατάσταση που ενδυναμώνεται καθώς εξαφανίζονται και υποχωρούν τα σπέρματα αυτονομίας. Στην δεύτερη περίπτωση ειδικά, η αλόγιστη συσσώρευση κεφαλαίου στα χέρια μιας ολιγαρχίας οδηγεί στην φτώχεια και την εξαθλίωση, η οποία με τη σειρά της καλλιεργεί την εσωστρέφεια, διαλύοντας κάθε είδος κοινωνικής συνοχής, κάθε δεσμό φιλίας και αλληλεγγύης. Έτσι, ο εθνικισμός, η υπερβολική προσκόλληση στις παραδόσεις και τα έθιμα για τα οποία δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση, ενισχύεται ακριβώς όταν η κοινωνική απελπισία αναζητά μια αιτιολόγηση και οι πολίτες μια ταχεία διέξοδο. Στο σημείο αυτό ο ρόλος των δημαγωγών είναι καταλυτικός: οι ίδιοι (που άλλοτε χρησιμοποιώντας σοσιαλιστικές ρητορείες και άλλοτε εθνικιστικές) λειτουργούν ως «διαμορφωτές συνειδήσεων» μέσω του τον αόριστου, τρομολαγνικού και διφορούμενου λόγου τους, εκστομίζοντας ατεκμηρίωτες ασυναρτησίες, με στόχο είτε να κατευθύνουν τις μάζες προς τα δικά τους ιδιωτικά συμφέροντα παρουσιάζοντάς τα ως κοινωφελή όπως λέει ο Finley (1985, σ.41) παίρνοντας ως παράδειγμα την παρακμή της Αθηναϊκής δημοκρατίας και την παράδοσή της στα χέρια διαφόρων λαοπλάνων, είτε καθοδηγούμενοι από μια ιδεολογική φαντασίωση που ταιριάζει σε έναν ιδεατό κόσμο (όπως το φυλετικό κράτος στην περίπτωση του Χίτλερ ή της ελληνικής καθαρότητας που επικαλούνται οι δολοφόνοι της Χρυσής Αυγής) παρουσιάζοντάς την ως τη μοναδική απάντηση στα αδιέξοδα του φιλελευθερισμού. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, εξηγεί και την ραγδαία άνοδο της Χρυσής Αυγής καθώς και των διαφόρων ακροδεξιών ή λαϊκιστικών μορφωμάτων σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, όπως για παράδειγμα του United Kingdom Independence στη Βρετανία, των Σουηδών Δημοκρατών ή του Γιόμπικ στην Ουγγαρία, ενώ σε άλλες κοινωνίες (είτε σε άλλες εποχές) παρόμοιου τύπου δημαγωγοί εγκαθίδρυσαν τυραννικά πολιτεύματα (όπως αυτό του Άσσαντ ή του Χίτλερ και του Στάλιν κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου). Έτσι γράφονται οι μαύρες σελίδες στην ιστορία της ανθρωπότητας, όπου η σύνεση και η διαλεκτική αποσύρονται, με την ύβρη να αποτελεί τον μοναδικό νόμο.

Άλλωστε ο εθνικισμός από μόνος του αποτελεί μια από τις πιο έντονες μορφές ύβρεως καθώς με τον τρόπο που επιβάλλεται στα κοινωνικά άτομα ευνουχίζει κάθε τάση αυτο-περιορισμού: η φυλετική ή εθνική υπερηφάνεια (που λόγω της έντασής της εκλαμβάνεται ως ανωτερότητα) ενός ανθρώπου υιοθετείται ως ύψιστο ιδανικό προσδιορίζοντας κύρος και αναγνωρισιμότητα στο ίδιο το άτομο την ίδια στιγμή που ο κόσμος γύρω του καταρρέει και οι παλιές αξίες, που για χρόνια εξαγόραζαν την θνητότητά του προτάσσοντας κατανάλωση και καριερισμό σβήνουν ολοσχερώς, αναπληρώνουν έτσι το κενό. Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε εργαλείο ικανό να να σκοτώσει και να σκοτωθεί για ένα καλύτερο χθες, όπως λέει και ο Δεσποινιάδης (2008). Πρόκειται για έναν ταυτιστικό παραλογισμό που απαντά σε υπαρξιακής μορφής ερωτήματα: αν αμφισβητηθεί το έθνος και η φυλή ως έννοιες και αξίες κοινωνικές, τότε το ίδιο το άτομο νοιώθει ότι αμφισβητείται και η ύπαρξή του αλλά και οι ικανότητές τους. Κάτι τέτοιο δεν φανερώνει μονάχα κλειστότητα του εθνικιστικού φαντασιακού η οποία λειτουργεί ως κινητοποιός δύναμη κατά τη συνάντηση της κοινωνίας αυτής με άλλες, οδηγώντας στο εξής συμπέρασμα: οι θεσμοί [της άλλης] είναι υποδεέστεροι και όχι ίσοι. Ιδιαίτερα όταν όλες οι ανθρώπινες σχέσεις διέπονται από ανταγωνισμό (οικονομικό και κατ’ επέκταση γεωπολιτικό), ο εθνικισμός και η δημαγωγία παίζουν καταλυτικό ρόλο στον όχλο που έχει χάσει την πολιτική του σύσταση, παρασύρεται από τη μονομέρεια της ιδεολογικής τύφλωσης σε μια κατάσταση γενικευμένου μίσους και τέλος στην ύβρη. Οι αναφορές του Ευριπίδη στις φρικαλεότητες του Τρωικού πολέμου τονίζουν υπόρρητα την ετερονομία αυτής της ταυτιστικής λογικής και την προτροπή στην αυθάδεια η οποία προβάλλεται ως υπερηφάνεια, υποδεικνύοντας τις καταστροφικές συνέπειες της αδυναμίας των ανθρώπων να θέτουν εσωτερικά όρια. Με άλλα λόγια, η μη κατανόηση του διαφορετικού ως ίσο (ή έστω ως εν δυνάμει ίσο) αποτελεί ύψιστο δείγμα έκφρασης της αυθάδειας που γεννά η κλειστότητα του εθνικισμού η οποία ωθεί κάθε κοινωνία να παραγνωρίσει τον εαυτό της, έχοντας αποτύχει να αυτοπεριοριστεί αλλά και να οικουμενικοποιηθεί, πράγμα που ούτε λίγο ούτε πολύ συναντά κανείς στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες οι οποίες έχοντας παραλύσει πολιτικά αδυνατούν να εκφράσουν κάποιο νέο πρόταγμα ως απάντηση στην φιλελεύθερη πολυπολιτισμικότητα, και όντας ανίκανες να αυτοπεριοριστούν αγκαλιάζουν τον κοινωνικό συντηρητισμό και σταδιακά οδηγούνται στο ρατσισμό. Αυτού του είδους την ετερονομία προσέγγιζαν οι τραγωδίες, υπενθυμίζοντας τον δήμο κάθε λεπτό για τις συνέπειες της ύβρεως, όπως και στην περίπτωση του Ευριπίδη ο οποίος χρησιμοποιεί την περίπτωση του Τρωικού πολέμου για να υπενθυμίσει στους Αθηναίους πολίτες την περίπτωση της σφαγής των Μιλησίων (Καστοριάδης 2008, σ.197)[1]

Και επειδή σήμερα τραγωδίες πλέον δεν παίζονται στα θέατρα ως μέσον διαπαιδαγώγησης των πολιτών, αλλά στα αθηναϊκά πεζοδρόμια από ανεγκέφαλους και αποκτηνωμένους σαλτιμπάγκους’, που ως άβουλες μαριονέτες και χωρίς να έχουν καν το δικαίωμα να επικαλεστούν το «εν βρασμώ ψυχής» χύνουν με μια απλή κίνηση του στιλέτου, το αίμα κάθε καλλιτέχνη που ανοιχτά τολμά και καταδικάζει την αισχρότητα και την χυδαιότητα του λουμπενισμού τους, εμφανίζονται οι λεγόμενες δυνάμεις του «συνταγματικού τόξου», που με αφορμή τον θάνατο του Παύλου Φύσσα επικαλούνται τις αρχές της «νομιμότητας» και της «αποφυγής των άκρων» κάνοντας ακριβώς την ίδια δουλειά με τους δημαγωγούς και τους λαϊκιστές. Αντί να χαϊδεύουν τα αυτιά του δήμου, αντί να εκφράζονται με βάση που αυτά ο ίδιος θέλει ν’ ακούσει λένε δήθεν ότι επικαλούνται αυτό που πρέπει να ακουστεί, ακόμη και αν δεν αρέσει σε πολλούς. Όπως οι εμφανείς λαϊκιστές δημαγωγοί έτσι και οι εκπρόσωποι της «υπευθυνότητας» παίζουν ποντάροντας πάνω στον ίδιο παράγοντα, τα συναισθήματα, τον φόβο, την ελπίδα για ταχεία διέξοδο (από την ολική ταπείνωση και εξαθλίωση), την βαθύτερη ουσία της ανθρώπινης υπόστασης, αυτό που ο Freud ονόμαζε ψυχή (μια ψυχή που όντας εκ φύσεως βάρβαρη ποτέ κανείς δεν σκέφτηκε να την εκπολιτίσει), πράγμα που τους κατατάσσει στην ίδια κατηγορία με τους πρώτους.

Οι δημαγωγοί προβάλλοντας αληθοφανείς και μονομερείς διατυπώσεις και αναζητώντας αποδιοπομπαίους τράγους που συνήθως είναι οι μετανάστες, που με βάση τη δική τους λογική συμπιέζουν τις θέσεις εργασίας αφήνοντας απ’ έξω τους Έλληνες να πεινάνε, είτε οι Εβραίοι και οι μασόνοι που βάλλονται κατά του έθνους, ή στη λιγότερο ακραία εκδοχή, οι Γερμανοί που επειδή μισούν τους Έλληνες τιμωρούν έναν ολόκληρο λαό. Οι λαϊκιστές με προσωπείο υπευθυνότητας επικαλούμενοι τη γνώση και την αυθεντία επιβάλλονται μέσω του φόβου: αν δεν μας ψηφίσετε πείνα, κατάρες και καταστροφές θα σας βρουν, είτε, εσείς δεν ξέρετε τι θα πει διαχείριση της εξουσίας και γι’ αυτό ψηφίστε εμάς τους γνώστες και άριστους στην τέχνη της πολιτικής να ρυθμίσουν την κατάσταση με όποιο κόστος. Και ποιά είναι η απάντησή τους στη ρατσιστική βία; Οι ίδιοι μας λένε ότι για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο Χρυσή Αυγή, θα πρέπει να τεθεί το μόρφωμα αυτό εκτός νόμου. Ξεχνάνε όμως ότι η ὕβρις του φόνου, που υπήρξε απλά η κορυφή του παγόβουνου ενός γενικευμένου κυνισμού που καλλιεργούνταν τόσα χρόνια, δεν αντιμετωπίζεται με διατάγματα και νομοθετικές ρυθμίσεις. Ξεχνάνε επίσης ότι το ίδιο το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης που ακόμα υπηρετούν, εκπαίδευε στους κόλπους του τον μανιχαϊσμό, τον διαχωρισμό των ανθρώπων σε ‘άριους’ κι υπανάπτυκτους, σε ιδιωτικούς και δημόσιους, σε trendy και ‘κλασσικούς’. Και όλα αυτά με την παράλληλη απουσία κάθε δημοκρατικής παιδείας, καθώς αντί για τα διδάγματα του αρχαίου θεάτρου, οι σύγχρονοι αστοί δημοκράτες προσέφεραν την «παιδεία» της ευτυχίας, της επιτυχίας, των χόμπυς, την ολοκλήρωση μέσο του άκρατου καταναλωτισμού, την ‘αλήθεια’ μέσο της παθητικής και άκριτης ενημέρωσης από τα ΜΜΕ, την επαγγελματική αποκατάσταση μέσο του προσανατολισμού της παιδείας σε ‘πρακτικού’ τύπου γνώσεις με αποτέλεσμα να αποδυναμώνονται τα κοινωνικά και πολιτικά αντανακλαστικά των ψηφοφόρων. Ξεχνάνε ότι ο σπόρος της ολοκληρωτικής απανθρωπιάς έχει ήδη ριζώσει στην Ελληνική κοινωνία και αυτό δεν μπορεί να λυθεί μέσα από γραφειοκρατικές διαδικασίες. Κάτι τέτοιο επιβεβαιώνεται άλλωστε και ιστορικά: πού ήταν η «νομιμότητα» να σταματήσει την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία την περίοδο του μεσοπολέμου; Ποιοί νόμοι ήταν ικανοί να σταματήσουν την γενοκτονία των Εβραίων και συνάμα την εξόντωση άλλων 50 εκατομμυρίων ανθρώπων; Αν πραγματικά η ανθρωπότητα θελήσει να αυτοκτονήσει τότε κανείς δεν θα μπορέσει να την σταματήσει, παρά μόνο η ίδια και αυτό μπορεί να το πετύχει μονάχα μέσω της δημοκρατίας[2], την μόνη απάντηση στην ύβρη (Καστοριάδης 2006, σ.457)

Τέλος, όπως λέει κι ο χορός των πολιτών στις Ευμενίδες του Αισχύλου: «Των Συμφορών η διχόνοια, εγώ εύχομαι να μην ξεσπάσει στη πόλη. Μήτε εμφύλιο αίμα οργής η γη να πιει, και να ζητά για το χυμένο αίμα άλλο αίμα. Τη χαρά να ανταποδίδουν αδελφωμένοι οι πολίτες και από κοινού να αποφασίζουν. Η συμφωνία σώζει το κακό από τους ανθρώπους» (στ. 1009-1016).

[1] Επίσης με βάση τον V.Naquet (2010), ο Αισχύλος στην τραγωδία του «Πέρσαι», που έγραψε αμέσως μετά την ναυμαχία  της Σαλαμίνας, για να τονίσει την σημασία της ύβρεως έγραψε την τραγωδία από την σκοπιά του ηττημένου, δλδ των Περσών, παρόλο που ο ίδιος είχε  πολεμήσει στην Σαλαμίνα σαν νικητής με το πλευρό των Αθηναίων, που θα είχε κάθε λόγο να πανηγυρίζει, θέλοντας  έτσι να δείξει ότι δεν μετράει η στρατιωτική νίκη των Αθηναίων, ή αντίστοιχα η νίκη ενός έθνους θα λέγαμε σήμερα, αλλά η ύβρις ή αλλιώς εκείνη η παράλογη δύναμη της ψυχής που οδηγεί κάποιον στην καταστροφή, ακόμα και ένα ολόκληρο λαό. Θα μπορούσε  κάλλιστα να γράψει ενα κείμενο που να τονίζει την Νίκη της Πόλης του. Αυτό ήταν το αντι-εθνικιστικό μύνημα του Αισχύλου, όσο και της ετερότητας του Ελληνικού πολιτισμού με βάση τον Γάλλο συγγραφέα.

Επιπλέον, η Hannah Arendt (1998, σ.176) επίσης λέει ότι η Ετερότητα ως αμεροληψία και αποδοχή του άλλου ξεκίνησε στη Αρχαία Ελλάδα. Συνεπώς, όχι μόνο κάθε έννοια εθνικισμού και κλειστότητας κοινωνιών κατά την περίοδο αυτήν ήταν απούσα αλλά, ταυτόχρονα, η χρήση των αρχαίων Ελληνικών κειμένων με σκοπό την ανάδειξη ενός εθνικιστικού φαντασιακού αποτελεί μέγιστη ημιμάθεια και ασέβεια ως προς το πραγματικό αρχαιοελληνικό πνεύμα, την γέννηση της δημοκρατίας, της ισότητας, της ισηγορίας και της ελευθερίας.

[2] Η πραγματική (ή αλλιώς η άμεση) δημοκρατία με τίποτα δεν θα πρέπει να συνδέεται με την νεοτερική έκβαση της φιλελεύθερης ολιγαρχίας/αριστοκρατίας, που θέτει ως βασίζεται πάνω στην αρχή της αντιπροσώπευσης και του κοινοβουλευτικού θεσμού: «Η ιδέα των αντιπροσώπων είναι νεότερη. Προέρχεται από τη φεουδαρχία, το άδικο και παράλογο σύστημα διακυβέρνησης που υποβιβάζει το ανθρώπινο όν και εξευτελίζει το όνομά του. Στις αρχαίες πολιτείες, ακόμα και στις μοναρχίες, ουδέποτε ο λαός είχε αντιπροσώπους. Η λέξη αυτή ήταν άγνωστη» (Rousseau 2003, σ.114)

Στη μνήμη του Παύλου Φύσσα…

Βιβλιογραφία
Αισχύλος, 1992. Ευμενίδες – Ορέστεια. Αθήνα: Εκδόσεις Κάκτος.
Δεσποινιάδης, Κ., 2008. Πόλεμος και Ασφάλεια, Θεσσαλονίκη: Πανόπτικον.
Καστοριάδης, Κ., 1999. Η Αρχαία Ελληνική δημοκρατία και η Σημασία της για μας Σήμερα. Αθήνα: Υψιλον βιβλία.
Καστοριάδης, Κ., 2006. Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα. Αθήνα: Κριτική.
Καστοριάδης, Κ., 2008. Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα. Αθήνα: Κριτική.
Arendt, H., and Canovan, M., 1998. The Human Condition. 2Nd ed. Chicago: The University of Chicago Press.
Naquet, V., 2010. Aeschylean Tragedy. London: Bloomsbury Academic.
Finley, M. I. 1973. The ancient economy. London: Chatto & Windus.
Finley, M. I. 1985. Democracy ancient and modern. 2Nd ed. London: Hogarth.
Rousseau, J., J., and Gourevith, V., 2003. Rousseau: ‘The Social Contract’ and Other Later Political Writings. 2Nd ed. Cambridge: Cambridge University Press.
Weber, M., 1992. The Protestant Ethic and the Spirit of Capitalism. 2Nd ed. London: Routledge.

Συγγραφή: Μιχάλης Θεοδοσιάδης και Μίλτος.

Πού κρυβόταν τόση σκατοψυχιά;

Σκατά και Ζάχαρη

Του Zaphod Γαλαξιάρχη

Ποιος πολιτισμικός και κοινωνικός βόθρος άνοιξε το 2010; Πόσο φαρμάκι έκρυβε μέσα της η ελίτ του ελληνικού πολιτισμού της δεκαετίας του ’90; Πόσες εμμονές και πόση αυταρέσκεια χωρά σε ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων; Πόσο παραγωγικός είναι επιτέλους αυτός ο κοινωνικός δαρβινισμός που έχει επιβληθεί.

Ξεφτίλισαν το συνταξιούχο που αυτοκτόνησε στην πλατεία Συντάγματος. Χλεύασαν τα παιδιά που λιποθύμησαν από κακή διατροφή. Αφόδευσαν σε πιτσιρικάδες που σαπίζουν στα κρατητήρια. Αγνόησαν χιλιάδες ψυχές που στιβάζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Χειροκρότησαν κάθε κυβερνητική απόφαση που έκριναν ότι είναι αρκούντως σκληρή και διαμαρτυρήθηκαν μόνο για τις καθυστερήσεις στην επιβολή της πιο απάνθρωπης πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών. Όχι, δεν είναι ούτε εργοστασιάρχες, ούτε μεγαλοτραπεζίτες, ούτε εθνικοί εργολάβοι, ούτε καναλάρχες. Είναι άνθρωποι του πολιτισμού. Είναι η πεφωτισμένη πρωτοπορία των 90s. Είναι το πνευματικό ισοδύναμο της σκωληκοειδούς απόφυσης του Κλικ.

Αφορμή για τις παρακάτω αράδες, η αυγουστιάτικη επέλαση των ανθρωπόμορφων ανθρωποφάγων στα ιντερνετικά μιντιομάγαζα, με πεντιγκρί «Έλληνα λογοτέχνη». Εκείνου του είδους που άκμασε στη δεκαετία του ’90 γράφοντας αφόρητα αυτοαναφορικές αηδίες, για να τις διαβάζει ο ίδιος και να αυτοθαυμάζεται. Πού πούλησαν δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα σε ανθυποβαλκάνιους που ένιωσαν ότι έγιναν Ευρωπαίοι, γιατί κάτω από το ελενίτ του γκαράζ μπόρεσε επιτέλους να μπει η πολυπόθητη BMW. Δεν έχει κανένα νόημα να αραδιάσω ονόματα. Τα γνωρίζουν όλοι. Είναι συγγραφείς, ποιητές, πανεπιστημιακοί, που αλώνιζαν στους τηλεοπτικούς δέκτες και ενίοτε στα κομματικά επιτελεία. Είναι όλοι εκείνοι, που η Λένα Διβάνη (αυτο)αποκαλεί… μετριοπαθέστατα, «διανόηση».

Όταν δεν υπήρχε συστημικός κίνδυνος οι «διανοητές» μπορούσαν εύκολα να παριστάνουν τους φιλελεύθερους και να ξιφουλκούν εναντίον του συστήματος, αλλά να το εκμεταλλεύονται έμμεσα ή άμεσα για τον βιοπορισμό τους. Τη στιγμή όμως το αυτό το ίδιο σύστημα άρχισε να απειλείται, σχεδόν αυτόματα ή και συντονισμένα, συντάχθηκαν αρχικά με αποφασιστικότητα και τελικά με λύσσα δίπλα του. Με αυτόν τον τρόπο αποκαλύφθηκε ο βαθύτατος συντηρητισμός τους, αυτή η συστημική μούχλα που τους εξασφάλιζε το παντεσπάνι τους. Εκεί ήταν πάντα. Απλά δεν απειλούνταν τόσα χρόνια. Άλλωστε, οι περισσότεροι αξιοποίησαν εξαντλητικά, πολιτικό σύστημα, κόμματα και Κράτος. Είναι κρίμα να γίνουν θύματα των περικοπών του, τώρα που και οι ιδέες και οι πελάτες εξαντλούνται.

Φτάσαμε στο σημείο λοιπόν, οπότε η αμφισβήτηση της εξουσίας να θεωρείται η κριτική στους πολιτικούς γιατί δεν είναι πιο αποφασιστικοί στην επιβολή του κοινωνικού δαρβινισμού και υπολογίζουν το πολιτικό κόστος των πράξεών τους, δηλαδή γιατί υπολογίζουν ακόμη και τις οριακά δημοκρατικές διαδικασίες. Αν αυτό ονομάζεται διανόηση σε συνεχή σύγκρουση με την εξουσία και την πολιτική και πνευματική αρτηριοσκλήρωση, τότε πράγματι ο Χίτλερ ήταν οραματιστής της παγκόσμιας ειρήνης.

Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο σε αυτήν την περίπτωση. Ούτε δα ήταν κάτι κρυφό ή μη αναμενόμενο. Ένας πανεπιστημιακός, διορισμένος σε Δ.Σ. κρατικής επιχείρησης και πέντε-έξι επιτροπές, υπάρχει περίπτωση να δαγκώσει το χέρι που τον ταΐζει; «Μα δεν πληρώνομαι», αντιτάσσουν υποκριτικά. «Το κάνω για το καλό του πολιτισμού, των γραμμάτων, της κοινωνίας, της χώρας, της ανθρωπότητας, του γνωστού και αγνώστου σύμπαντος». Φαίνεται ότι στην προεμφυλιακή Ελλάδα του 21ου αιώνα, ο αλτρουισμός περίσσεψε στη διανόηση. Αυτός θα είναι και ο λόγος που συντηρούν την ανθρωποφαγία με τόσο πάθος.

Η παρεξηγημένη σκατοψυχιά

Είναι δείγμα υγείας, κατά την άποψή μου, το ότι ακόμη και στην τούρλα του Αυγούστου, τέτοια μισαλλόδοξα, υπερσυντηρητικά, ανιστόρητα, και εν τέλει απάνθρωπα κείμενα και δηλώσεις δεν περνούν αναπάντητα. Όχι μόνο αναδεικνύονται (ως απάνθρωπα) αλλά κάποιες φορές αναγκάζουν τον ιδιοκτήτη τους να ερμηνεύσει ή και ανακαλέσει τα λεγόμενά του. Αυτό από την άλλη οδηγεί σε ένα ακόμη τραγελαφικό φαινόμενο. Υποτιθέμενοι τεχνίτες της γλώσσας, λογοτέχνες και καθηγητές Πανεπιστημίου, να προσπαθούν να πείσουν ότι είναι ανίκανοι να βάλουν τη μία λέξη πίσω από την άλλη και να φτιάξουν μία κοινώς κατανοητή πρόταση που να μην επιδέχεται άλλης ερμηνείας. Ποτέ άλλωστε τόσοι γνώστες της γλώσσας δεν αποδείχτηκαν τόσο ανίκανοι να την χρησιμοποιήσουν.

Προφανώς δεν είναι αυτή η αλήθεια. Καμία παρεξήγηση. Καμία παρερμηνεία. Ό,τι γράφουν ή λένε (ή καλύτερα, εκτοξεύουν), το εννοούν. Και εννοούν κάθε λέξη που χρησιμοποιούν. Απλώς τους είναι αδύνατο να παραδεχτούν ότι πιάστηκαν με την καρδάρα στο χέρι. Και αντ’ αυτού προσπαθούν να την περάσουν κάτω από τα μάτια μας, επιμένοντας «δεν βλέπετε καλά». Λένε ότι «όταν ανακαλύφθηκε η συγγνώμη, χάθηκε το φιλότιμο». Σωστό. Το κακό είναι ότι κάποιοι δεν έχουν ανακαλύψει ούτε τη συγγνώμη.

Πράγμα που μας οδηγεί στα κοινωνικά δίκτυα και το ρόλο τους. Το κλαμπ των διανοητών που αλληλοκαβατζώνονται από κυβερνητική επιτροπή σε κρατικό Δ.Σ., έως και σήμερα παραμένει ερμητικά κλειστό. Δεν αρκείται όμως σε αυτό. Όντας ανέκαθεν κλειστό, αλλά χωρίς τη δυνατότητα ζύμωσης με τον πραγματικό κόσμο, η εντύπωση -σε μεγάλο βαθμό αληθής- ήταν ότι η κοινωνία μπορεί να άγεται εύκολα και εσαεί χωρίς να χρειαστεί να συγχρωτιζόμαστε με αυτήν. Τα κοινωνικά δίκτυα ανέτρεψαν αυτήν την παγιωμένη εντύπωση και -με βίαιο τρόπο- τους αποκαλύπτουν μία άλλη πραγματικότητα. Ότι δεν είναι αυθεντίες. Ότι ο λόγος τους δεν περνάει ως θέσφατο. Ότι εκτοξεύουν συχνά πηχτές ανοησίες που δεν περνούν απαρατήρητες. Για την ώρα συνεχίζουν να ζουν στη γυάλα τους, αλλά πλέον βλέπουν απ’ έξω. Βλέπουν ότι δεν μπορούν να επιβάλουν εύκολα όποια άποψη βγάζουν από την κοιλιά τους ή -ακόμη χειρότερα- τους ορίζεται να επιβάλουν. Αντιμετωπίζουν ανθρώπους που είναι εξυπνότεροι, πιο καλλιεργημένοι πνευματικά, περισσότερο γνώστες, πιο καταρτισμένοι και κυρίως πολύ πιο αξιόλογοι από αυτούς. Εκατοντάδες πολίτες της διπλανής πόρτας, κατά κόρον ψευδώνυμοι (ακριβώς γιατί είναι της «διπλανής πόρτας» και δεν έχουν την ανάγκη να αντλήσουν κύρος από την ονοματάρα τους), που παράγουν ψηφίδες ιδεών πολύ πιο προωθημένων, πολύ πιο άρτια εκπεφρασμένων, πολύ πιο σύγχρονων, και με περισσότερο ενδιαφέρον βρε αδερφέ από την ομοφοβική μπαλαφαρία της κάθε Σώτης στην Άθενς Βόις.

Οπότε χτυπάμε την ανωνυμία. Πού πας χωρίς να σε λένε Χειμωνά ή Τατσόπουλο; Πώς θα σε θυμάται η Ανθρωπότητα αν βγαίνεις με το όνομα «βυζιά μελάτα» ή «μπάμπης6789241»; Ποια κρατική επιτροπή θα σε βραβεύσει; Ποιος υπουργός θα σου σφίξει το χέρι; Ποια Σούλα Καραμπουζούκη, χήρα μεγαλοεργολάβου, θα σε συνοδεύσει σε παρουσίαση πραγματείας για την αφόρητη μυρωδιά της μασχάλης της εργατικής πλέμπας; Ναι υπάρχει και η σαβούρα ανάμεσα στους ψευδώνυμος. Ογκώδης και κραυγαλέα σαβούρα. Πώς θα ήταν δυνατόν να μην υπήρχε; Αλλά καλό θα ήταν να μην διαβάζουμε κουταμάρες περί κανιβαλισμού. Δεν κανιβαλίζεται ο ανθρωποφάγος, αγάπη μου.

Υ.Γ.1 Δεν ισοπεδώνω τους διανοητές ή τους λογοτέχνες. Είναι όμως η πικρή αλήθεια ότι η πλειονότητα των διακεκριμένων Ελλήνων των γραμμάτων και της τέχνης των 90s πρωτοστατεί, συντάσσεται ή σιωπά, σε αυτό το ανθρωποφαγικό μεταμοντέρνο think tank της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας.

Y.Γ.2 Πιο γραφικοί, πιο γελοίοι και τελικά ακόμη πιο σκατόψυχοι, είναι εκείνοι οι δευτεροκλασάτοι σχολιαστές σε ιστοσελίδες και εφημερίδες, που νιώθουν την αδήριτη ανάγκη να δικαιολογήσουν κάθε κρετινισμό των παραπάνω «διανοητών». Πρόκειται για εκείνα τα γελοία ανθρωπάκια που προσπαθούν με κάθε τρόπο να μπουν στα σαλόνια της κυρίας Σούλας Καραμπουζούκη, χήρας μεγαλοεργολάβου, και να τα θαυμάσουν κι αυτά για το αφόρητο τίποτε που πουλάνε.