Menu

EAGAINST.com

Με αφορμή το βιβλίο του Γ. Χαμηλάκη «Το έθνος και τα ερείπιά του»

Απόσπασμα από τη βιβλιοκριτική του Α. Φασούλα που περιλαμβάνεται στο τρέχον, 7ο τεύχος του περιοδικού Πρόταγμα

Αρχαίος και Νέος Παρθενώνας: η τυραννία του παρελθόντος

«Μας πήρανε τα μάρμαρα! Ποιος θα ζητήσει τώρα τα οστά των προγόνων μας»; (Μ. Μερκούρη)

Τον Αύγουστο του 2013 ξέσπασε μια μηντιακή καταιγίδα σχετικά με την δήθεν ανακάλυψη του τάφου του Μεγαλέξανδρου στην Αμφίπολη. Το σύντομο αυτό επεισόδιο, ένα ακόμη στην μακρόχρονη σαπουνόπερα του κυνηγιού του χαμένου τάφου-θησαυρού, ξεφούσκωσε λίγες μέρες μετά, αφού προκάλεσε, βέβαια, σωρεία άρθρων. Η συζήτηση για τον «Μέγα Στρατηλάτη», την ελληνικότητα της Μακεδονίας και το ιστορικό συνεχές του ελληνικού έθνους, είχαν γι’ άλλη μια φορά την τιμητική τους κι όλο το ενδιαφέρον για την αρχαιολογική ανασκαφή ενός μνημειώδους τύμβου, έμελλε να ξοδευτεί, σαν ένα ακόμη κούτσουρο, στην φωτιά της εθνικής μας υπερηφάνειας.

Η είδηση για τον τάφο της Αμφίπολης, που επανήλθε και αυτόν τον Αύγουστο αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον, αποτελεί μια θαμπή αντανάκλαση ενός πολύ παλιότερου εγχειρήματος, της σχεδόν εμμονικής προσπάθειας του εθνικού μας αρχαιολόγου Μ. Ανδρόνικου ν’ αποκαλύψει το «μυστικό της Μεγάλης Τούμπας» στη Βεργίνα, ενός εγχειρήματος που κατέληξε το 1977 στην αποκάλυψη δύο τάφων, ένας εκ των οποίων ταυτοποιήθηκε από τον ίδιο τον ανασκαφέα ως ο τάφος του πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Φίλιππου Β΄ της Μακεδονίας. Το «σύνδρομο της Βεργίνας» όπως αποκάλεσε τις «θησαυροθηρικές εξάρσεις» της ελληνικής αρχαιολογικής έρευνας ο αρχαιολόγος Αντώνης Ζώης, φαίνεται να συνδέεται ουσιωδώς με τις εθνικιστικές μας αγωνίες. Το κυνήγι τάφων των Μακεδόνων βασιλέων αποτελεί, στην πραγματικότητα, κυνήγι της ταυτότητας του γένους.

κυνηγός νεκρών

Τα οστά του Φιλίππου βγήκαν από τη μακεδονική γη για να την θωρακίσουν «κατά των πολεμίων της» (ΕκΕ, σ. 153), δένοντας έτσι την μακεδονική αρχαιότητα με τον κλασικό ελληνικό πολιτισμό και το εθνικό συνεχές γενικότερα. Το ελληνικό πνεύμα, η προγονική αυτή ουσία που διαποτίζει την ιστορία του έθνους από την προϊστορία ως σήμερα, αποκτά υλική υφή, γίνεται απτό κι ορατό· και μέσω της αρχαιολογικής σκαπάνης, γεωγραφικές περιοχές ενώνονται φαντασιακά στο μεγάλο σώμα του έθνους. Παρελθόν, παρόν και μέλλον, οι χρόνοι αποκαθαίρονται και απορροφούνται από τον εθνικό μύθο. Ο Ανδρόνικος, όπως σημειώνει ο Χαμηλάκης, είχε απόλυτη συνείδηση του ρόλου του. Το έργο του εντάσσεται στην μεγάλη προσπάθεια του έθνους να ολοκληρωθεί. «Γι’ αυτόν, ο ελληνισμός, σύγχρονος και παρελθών, προϊστορικός, κλασικός και βυζαντινός, τα δημοτικά τραγούδια και τα αρχαία τέχνεργα, η ηπειρωτική Ελλάδα, η ελληνική Ανατολία και η Κύπρος ήταν ένα. Η συνέχεια του ελληνικού πνεύματος ήταν αδιαμφισβήτητη» (ΕκΕ, σ. 162- 163). Ο ελληνισμός του Ανδρόνικου μοιάζει, λοιπόν, με κολλάζ του Ελύτη, όπου κλασικά αγάλματα και ορθόδοξα χερουβείμ παντρεύονται με νησιώτικα ξωκλήσια και θαλάσσια όστρακα[1].

Όσο κι αν φανεί περίεργο, η εικόνα αυτή θυμίζει τρομαχτικά την μεταξική ρητορεία περί του παρελθόντος του τόπου. Ο Σπυρίδων Μαρινάτος, ο κατεξοχήν τεταρταυγουστιανός αρχαιολόγος και υποστηριχτής της μεταξικής δικτατορίας, σε λόγο του το 1939, προσπαθεί να δείξει «πόσο αδιάσπαστος είναι η συνέχεια των γεγονότων, όσα εξειλίχθησαν από της απωτάτης εποχής επί του πατρίου ελληνικού εδάφους. Ηθέλησα να δείξω, ότι η προϊστορία και η ιστορία του εδάφους της πατρίδος μας αποτελούν μιαν συνεχή άλυσιν γεγονότων. [..] Διότι είναι πράγματι αφάνταστος η συνοχή και η συντηρητικότης της φυλής, της ψυχής και της γλώσσης, ήτις ανεπτύχθη επί του εδάφους τούτου επί του οποίου ζώμεν» (ΕκΕ, σ. 225).

Η σύνδεση των ιστορικών χρόνων συνοδεύεται από την επιθυμία σύνδεσης των γεωγραφικών τόπων, των μνημών και των υλικών καταλοίπων. Το εθνικό σώμα πρέπει να είναι ολόκληρο! Και είναι αυτή ακριβώς η «νοσταλγία για το όλον», κατά την έκφραση του Χαμηλάκη, που προστάζει και την επιστροφή των ελληνικών (κατά κανόνα κλασικών) αρχαιοτήτων από τα μουσεία όλου του κόσμου, πίσω, «στη χώρα που τα γέννησε». Το εθνικό φαντασιακό βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση ολοκλήρωσης. Η «Μητέρα-Πατρίδα» αποζητά τα τέκνα της: έλληνες ξενιτεμένους, αγάλματα και μάρμαρα, αλύτρωτες πατρίδες οφείλουν να επιστρέψουν στην θαλπωρή του κόρφου[2].

«Ο Τόμας Μπρους, κόμης του Έλγιν, αφαίρεσε περισσότερα από το ήμισυ των γλυπτών. Μερικά από αυτά τα πήρε από το έδαφος. Μερικά τα γκρέμισε από τον ίδιο το ναό! Από τότε, το πιο εμβληματικό μνημείο κλασικού πολιτισμού στον κόσμο παραμένει ακρωτηριασμένο. Από τότε, τα μάρμαρα της Ακρόπολης ζητούν την επιστροφή των μαρμάρων που λείπουν! Από τότε η χώρα μου προσπαθεί να επιτύχει την επανένωση του Παρθενώνα. Λίγα χρόνια μετά τη λεηλασία του Έλγιν, οι Έλληνες επαναστάτησαν εναντίον της Οθωμανικής κυριαρχίας και κέρδισαν την ανεξαρτησία τους. Αλλά τα κλεμμένα μάρμαρα εξακολουθούν να λείπουν από τον τόπο τους και από τις καρδιές μας». Με αυτά τα λόγια ο Α. Σαμαράς, απευθυνόμενος στου ευρωπαίους υπουργούς οικονομικών στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης, υπενθύμισε γι’ άλλη μια φορά την εθνική αξίωση της επιστροφής των τμημάτων του Παρθενώνα από το Βρετανικό μουσείο. Η αλυτρωτική αυτή υπενθύμιση, όμως, αποκαλύπτει και μιαν άλλη πλευρά της εθνικιστικής ρητορείας που, όπως υπογραμμίστηκε και σε προηγούμενα τεύχη μας[3], θέλει τον αγώνα του Γένους, έναν μεγαλειώδη αγώνα επιβίωσης κόντρα στην σκληρή κι αγνώμονα Δύση απ’ την μια πλευρά και στους «εξ ανατολάς εχθρούς» από την άλλη. Στριμωγμένο ανάμεσα σ’ αυτές τις συμπληγάδες, το «ανάδελφον έθνος» επιμένει να υπάρχει και να μεγαλουργεί!

Η Μ. Μερκούρη, πρωτεργάτρια της επιστροφής των γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα, έλεγε πως αυτά τα μάρμαρα είναι «η ουσία της ελληνικότητάς μας»[4]. Υπό μία έννοια η Μερκούρη είχε δίκιο. Το αίτημα της επιστροφής των μαρμάρων φαίνεται πράγματι να ενσαρκώνει απόλυτα όλα τα χαρακτηριστικά της «ελληνικότητας»: θυματικό εθνικισμό, αντιδυτικισμό και νοσταλγία για το όλον. Η μη επιστροφή των εξόριστων αδερφών μας στην πάτρια γη γίνεται σύμβολο των αδικιών που αυτός ο δύσμοιρος λαός, από την αρχή της ιστορίας του φαίνεται να υφίσταται, σύμβολο του ατελείωτου «ρωμαίικου καημού».

Αυτή η ουσιοκρατική αντίληψη περί ελληνικότητας, με τα παραπάνω πάντα χαρακτηριστικά, και η συνεπακόλουθη ένταξη των αρχαίων καταλοίπων σ’ αυτό το σχήμα, διατρέχει την ελληνική κοινωνία οριζόντια και κάθετα. Ο Χαμηλάκης, προσεγγίζοντας την λειτουργία του παρελθόντος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μακρονήσου, αναδεικνύει τις βαθιές ρίζες του εθνικιστικού φαντασιακού, καθώς ο πυρήνας του εντοπίζεται ακόμη και στην σκέψη των εξορίστων. Ο συγγραφέας επαναφέρει έτσι με θάρρος το ζήτημα του αριστερού εθνικισμού, σκαλίζοντας με προσοχή τις μνήμες των κολασμένων του «Νέου Παρθενώνα».

Με αυτόν τον τίτλο μοστράριζε το επίσημο κράτος εν μέσω Εμφυλίου, τον τόπο που είχε επιλεχθεί για την «αναμόρφωση» και την «εθνική επανένταξη» των κομμουνιστών κι άλλων αριστερών ή γενικώς «αντιφρονούντων» πολιτών. Η υποδήλωση του κλασικού παρελθόντος είναι πασιφανής. Οι εξόριστοι κατασκευάζοντας μικρογραφίες αρχαίων μνημείων και ανεβάζοντας αρχαίες τραγωδίες, έπρεπε να εξαγνιστούν, «ν’ ανανήψουν», να αποτινάξουν το «βαρβαρικό» -ουδόλως ελληνικό, αλλά ξενόφερτο- αριστερό τους παρελθόν και ν’ επιστρέψουν και πάλι στην αγκάλη του Έθνους. Το παρελθόν είναι πανταχού παρόν στη Μακρόνησο.

Έχει ενδιαφέρον ν’ αντιπαραβάλουμε την ανάλυση του Χαμηλάκη με αυτήν που επιχειρεί ο Άκης Γαβριηλίδης στο βιβλίο του Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού[5]. Ο Γαβριηλίδης περιγράφει καταρχάς με εξαιρετικό τρόπο τις διάφορες όψεις του αριστερού εθνικισμού. Προχωρώντας όμως στην ερμηνεία του φαινόμενου, υποστηρίζει πως πρόκειται για μια ψυχολογική προσπάθεια απ’ την πλευρά των αριστερών να επιβιώσουν υπό την ασφυκτική πίεση του κράτους της Δεξιάς, για μια στρατηγική επιλογή συνειδητή ή ασυνείδητη[6]. Εν πάση περιπτώσει, ο εθνικισμός παρουσιάζεται ως ένα χαρακτηριστικό εξωτερικό της αρχικής, αυθεντικής αριστερής σκέψης.

Ο Χαμηλάκης επιχειρώντας με τη σειρά του να ερμηνεύσει το φαινόμενο, φαίνεται να επιλέγει μια πιο σωστή, κατά τη γνώμη μας, ανάγνωση. Χρησιμοποιώντας την έννοια των «υποκρυπτόμενων κειμένων» του Τζαίημς Σκοτ, εξηγεί καταρχήν την υιοθέτηση του εθνικιστικού λόγου ως «στρατηγική συγκεκαλυμμένης αντίστασης». Η εξήγηση αυτή λίγο διαφέρει απ’ την «στρατηγική στροφή» του Γαβριηλίδη. Όμως, ο Χαμηλάκης προχωρά επισημαίνοντας πως «πολλές φορές στον δημόσιο λόγο που παρήγαγαν τα θύματα και οι πολέμιοι της Μακρονήσου, η ουσιοκρατική αντίληψη περί ελληνισμού και ελληνικότητας (που συνεπάγεται την άρρηκτη εθνική συνέχεια και την πολιτισμική ανωτερότητα), αν δεν αναπαραγόταν, τότε τουλάχιστον γινόταν σιωπηρά ή ρητά αποδεκτή. Η ηθική αυθεντία της κλασικής αρχαιότητας δεν αμφισβητούνταν»[7].

Η μεταξική δικτατορία, η Δεξιά, η Χούντα αργότερα, κατηγορήθηκαν συχνά από την Αριστερά για ανθελληνισμό, για προδοσία του αυθεντικού ελληνικού πνεύματος και για προσβολή της μνήμης των προγόνων. Για ό,τι ακριβώς και η Δεξιά κατηγορούσε πάντα την Αριστερά. Η Αριστερά, απ’ την πλευρά της, προέβαλλε ανέκαθεν τον εαυτό της ως την πραγματική πατριωτική δύναμη, πιστή στο αληθινό πνεύμα του ελληνικού λαού που παλεύει αιώνια για την ελευθερία του ενάντια σ’ Ανατολή και Δύση. Λίγο παρεκκλίνουμε από την κυρίαρχη εθνική αφήγηση: «οι Έλληνες ξέρουν να πεθαίνουν για την λευτεριά, που δεν τους την εχάρισε κανένας ποτέ, παρά πάντα, από τον καιρό του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας ως το 21 και ως σήμερα, την καταχτήσανε με το αίμα τους και με τον ηρωισμό τους»[8].

[ … ]

[1] Ο κόσμος που παρουσιάζεται στα κολλάζ του ποιητή αντιστοιχεί βεβαίως στην ευρύτερη αντίληψή του για την ελληνικότητα η οποία διαπνέει όλη του τη δημιουργία, με το Άξιον Εστί, φυσικά, σε εξέχουσα θέση. Ο ελληνισμός κι εδώ αρθρώνεται ως ένα σύμπλεγμα στοιχείων διαφορετικών ιστορικών περιόδων του ίδιου αιώνιου Έθνους.

Σε αντίστοιχο εγχείρημα φαίνεται να επιδόθηκε πολύ πρόσφατα ο Τζιμ Φρέκλινγκτον, ο οποίος κατασκεύασε μια πραγματική άμαξα-κολλάζ για την βασίλισσα Ελισάβετ του Ηνωμένου Βασιλείου. Στην άμαξα αυτή συγκολλήθηκαν υλικά θραύσματα της βρετανικής ιστορίας, όπως κομμάτι του πλοίου που κυβερνούσε ο ναύαρχος Νέλσων το 1805 κατά τη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, μια παλιά πόρτα της πρωθυπουργικής κατοικίας στον αριθμό 10 της Ντάουνινγκ Στριτ, μια σφαίρα μουσκέτου που χρονολογείται από τη μάχη του Βατερλώ ή ακόμη κομμάτια προερχόμενα από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου, τον Πύργο του Λονδίνου, τα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ. Ο κατασκευαστής της άμαξας δήλωσε: «Ήθελα να δημιουργήσω κάτι αληθινά ιδιαίτερο για να σηματοδοτήσω τη βασιλεία της βασίλισσας».

[2] Ένα ακόμα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίληψης των αρχαίων μνημείων με όρους συγγένειας, είναι το πολύ πρόσφατο χάπενινγκ της σοπράνο Σόνιας Θεοδωρίδου, που με μια δραματοποιημένη εκδήλωση διαμαρτυρίας, ζήτησε «να επιστρέψουν την Καρυάτιδα στην γη που την γέννησε». Συγκεκριμένα, όπως έγραφαν οι διαδικτυακές σελίδες αναπαράγοντας με θαυμασμό την είδηση: «η διεθνούς φήμης σοπράνο, Σόνια Θεοδωρίδου, συνοδευόμενη από έξι πανέμορφες Ελληνίδες ντυμένες στα λευκά, ως άλλες Καρυάτιδες, μπήκαν στο Βρετανικό μουσείο αναζητώντας την χαμένη «αδερφή τους».

[3] Βλ. το κείμενο της ομάδας μας Η άνοδος της φασιστικής ακρο­δεξιάς και ο δημοκρατικός αντιφασισμός, Πρόταγμα τ.5, Δεκέμβριος 2012 και την βιβλικριτική του Ν.Ν. Μάλλιαρη, για τον Α. Γαβριηλίδη , Πρόταγμα τ.6, Δεκέμβριος 2013.

[4] Λόγος που εκφώνησε η τότε υπουργός εξωτερικών στο Oxford Union, στις 12 Ιουνίου 1985.

[5] Στο 6ο τεύχος του Προτάγματος δημοσιεύεται το πρώτο μέρος λεπτομερούς παρουσίασης και κριτικής στο συγκεκριμένο βιβλίο από τον Ν. Μάλλιαρη, ενώ σε αυτό το τεύχος δημοσιεύεται το δεύτερο μέρος.

[6] Βλ. τη παραπάνω βιβλιοπαρουσίαση, Πρόταγμα 6, σ. 239- 240

[7] Χαμηλάκης, ό.π, σ. 258

[8] Δημήτρης Γληνός, Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ, στο Εκλεκτές σελίδες, τομ. 1, Αθήνα, εκδ. Στοχαστής, 1975 [1942], σ. 142. Παρατίθεται στο Χαμηλάκης, ό.π., σ. 259. Αξίζει να σημειωθεί πως το έργο αναδιανεμήθηκε πέρσι, δωρεάν από την Αυγή, ενώ στον Ριζοσπάστη συχνά εμφανίζονται αποσπάσματά του, χαρακτηριζόμενα ως «Ευαγγέλια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα».

Ηλίας Πετρόπουλος – Η ονοματοθεσία οδών και πόλεων

«Στις δημοτικές εκλογές του 1957 (επί δικτατορίας Καραμανλή) η ΕΔΑ κατάφερε να αποσπάσει την Θεσσαλονίκη, παίρνοντας είκοσι-εφτά έδρες στο δημοτικό συμβούλιο και αφήνοντας στην Δεξιά μόνον τέσσερις έδρες. Παρακολούθησα, ενεργώς, την ευέλικτη τακτική των τοπικών αριστερών, που, επί δημαρχίας των, κατόρθωσαν να κερδίσουν αρκετά πράματα, γιατί η μάχη (παρά την συντριπτική πλειοψηφία της ΕΔΑ) δεν ήταν διόλου εύκολη, αφού η Νομαρχία Θεσσαλονίκης και το φασιστικό Κράτος αντιδρούσαν συνεχώς – π.χ. ο εκεί νομάρχης, ο πεισματάρης στρατηγός Καραμπότσος, απαιτούσε πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων ακόμη και για τους οδοκαθαριστές που προσλάμβανε ο Δήμος και που, εννοείται, ήσανε αριστεροί.

Τότε ανέκυψε και το σκάνδαλο της μετονομασίας της Πλατείας Ιωάννου Μεταξά (πρόκειται για το γνωστό Βαρδάρι), που, παλιότερα, έφερε το επίσημο όνομα Πύλη Αξιού. Το δημοτικό συμβούλιο, με μια μετριοπαθή απόφαση, βάφτισε το κακόφημο Βαρδάρι, Πλατεία Αλεξάνδρου Σβώλου. Η Δεξιά φρύαξε. Επακολούθησαν άγριοι καβγάδες. Στο τέλος, εδόθη, σαν συμβιβαστική λύση, η φόρμουλα Πλατεία Ομονοίας. Είναι η εποχή που, για πρώτη φορά, συνειδητοποίησα την τεράστια σημασία που είχε το θέμα της ονοματοθεσίας των οδών και πλατειών.

Φυσικά, οι μετονομασίες των οδών και πλατειών ανάγονται στο γενικότερο θέμα των μετονομασιών των τοπονυμίων, που μέσα σε λίγες δεκαετίες άλλαξαν ριζικά (και επί το εθνικώτερον) το πρόσωπο της χώρας μας. Οι σχετικές επιτροπές, με καθοδηγητή τον αρχιπατριώτη Νικόλαο Πολίτη, εξαφάνισαν δια παντός τα σλαβικά και τούρκικα και αρβανίτικα ονόματα των χωριών και των πόλεων και των βουνών και των ποταμών της Ελλάδας, σκορπίζοντας εδώ-εκεί νέα ονόματα τελείως αρχαιοπρεπή και ηλίθια. Έτσι, η Βοστίτζα έγινε Αίγιον, το Γιδά βαφτίστηκε Αλεξάνδρεια και τα ποτάμια Βαρδάρης και Μαρίτζα απόχτησαν αντιστοίχως τα ονόματα Αξιός και Έβρος. Η προγονοπληξία ήταν (και είναι) τόσο μεγάλη, που ακόμη και η Καλαμάτα έλαβε το αρχαίο όνομα Καλάμαι. Όταν αποκαλύφθηκε ότι αι αρχαίαι Καλάμαι δεν είχαν καμιά τοπογραφική σχέση με την Καλαμάτα, το Κράτος μας ξαναγύρισε στα κλασμένα μαρούλια – δηλαδή, στο δοκιμασμένο λαϊκό όνομα Καλαμάτα. Οι επιτροπές μετονομασίας των τοπονυμίων εξακολουθούν να υφίστανται. Μάλιστα, επί Χούντας, ανέπτυξαν ιδιαίτερη δραστηριότητα. […]

Στο πρώτο κεφάλαιο αυτής της μελέτης θα εξετάσω την ονοματοθεσία των οδών και πλατειών της Μείζονος Αθήνας, ενώ το αντικείμενο του δευτέρου κεφαλαίου είναι η Μείζων Θεσσαλονίκη.[…]»

Δημοκρατία και απομεγέθυνση

real_democracy1

Του Γιώργου Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας

Ακόμη ένας όρος έχει μεταφρασθεί ατυχώς στα ελληνικά, ό όρος décroissance (degrowth) ως «αποανάπτυξη», ενώ το σωστό θα ήταν απομεγέθυνση. Ο όρος «ανάπτυξη» αποδίδει συνήθως τον όρο développement (development). Όμως η μεγάλη σύγχυση δεν είναι τόσο στον όρο όσο στη χρήση του περιεχομένου του και στη σχετική συζήτηση για το πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να υπάρξει η οικονομική απομεγέθυνση. Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, στηριζόμενοι στις θέσεις ενός θεωρητικού της απομεγέθυνσης, του Serge Latouche.

Η πρόταση της απομεγέθυνσης, κατά τον Λατούς, σημαίνει, κατ’ αρχάς ρήξη με τις βασικές αρχές του καπιταλισμού, ρήξη με τη διαρκή οικονομική μεγέθυνση, με τη συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας και με τον καταναλωτισμό. Σημαίνει επίσης την ταυτόχρονη αναδιοργάνωση της ζωής σε εντελώς καινούργιες «αξίες», όπως η ολιγάρκεια, η αλληλεγγύη, το μέτρο, ο αυτοπεριορισμός, το μοίρασμα. Τα δύο αυτά στοιχεία, η ρήξη και η αναδιοργάνωση, είναι ο μόνος τρόπος για να αποτραπεί η επαπειλούμενη οικολογική και ανθρωπιστική καταστροφή. Κατά τον Λατούς η κοινωνία της απομεγέθυνσης δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την έξοδο από τον καπιταλισμό. Την έξοδο αυτή δεν την εννοεί στο παραδοσιακό πλαίσιο των κομμουνιστικών, σοσιαλιστικών και μαρξιστικών κομμάτων, αλλά ταυτίζει την πρόταση της απομεγέθυνσης με μία πολιτική πρόταση, που συνίσταται στη δημιουργία συμβιωτικών, αυτόνομων και οικονόμων κοινωνιών και ως τέτοια εντάσσεται στην προσπάθεια «εκδημοκρατισμού» και «οικολογικής δημοκρατίας».

Το ζήτημα που ανακύπτει είναι τι εννοεί ο Latouche με τους όρους «εκδημοκρατισμό» και «οικολογική δημοκρατία». Όπως φαίνεται δεν εννοεί ένα καθεστώς άμεσης δημοκρατίας ούτε την απόρριψη του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος, το οποίο θεωρεί ότι είναι «αντιπροσωπευτική δημοκρατία», αν και μία φορά λέει πως «μάλλον θα έπρεπε να το αποκαλούμε ολιγαρχία». Εννοεί ορισμένες «διευθετήσεις της αντιπροσώπευσης», όπως το δικαίωμα ανάκλησης των εκλεγμένων, η οργάνωση γενικών συνελεύσεων, το δημοψήφισμα από λαϊκή πρωτοβουλία, η προσφυγή στην άμεση συμμετοχή σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως οι συμμετοχικοί προϋπολογισμοί του Πόρτο Αλέγκρε). Όμως αυτά αποτελούν στοιχεία της άμεσης δημοκρατίας χωρίς να την εξαντλούν. Επί πλέον, ο Λατούς, αν και επικαλείται διαρκώς τον Κορνήλιο Καστοριάδη για να στηρίξει τις απόψεις του, ασκεί μία βιαστική και επιπόλαιη κριτική στην αντίληψη του Καστοριάδη για την άμεση δημοκρατία καθώς και στην αθηναϊκή δημοκρατία.

Γράφει λ.χ. πως στην αρχαία Αθήνα στις αποφάσεις συμμετείχαν λιγώτερα από 400 άτομα, πράγμα που είναι ανακριβές. Λανθασμένη είναι επίσης η άποψή του πως ο αθηναϊκός δήμος «παρατούσε τεμπέλικα ή απερίσκεπτα τις υποθέσεις σε διασημότητες και δημαγωγούς». Τάσσεται επίσης υπέρ του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος με το ασθενές επιχείρημα «επειδή αυτό αποτελεί πλέον τμήμα της παράδοσής μας»! Όμως και άλλα στοιχεία αποτελούν μέρος της παράδοσής μας (αποικιοκρατία, καπιταλισμός, μεγέθυνση, ανισότητες, αυταρχισμοί) αλλά προσπαθούμε να τα αλλάξουμε.

Τα βασικά ερωτήματα που εγείρονται εν προκειμένω είναι ποιος θα αποφασίσει για την κοινωνία της απομεγέθυνσης και πώς αυτή θα πραγματοποιηθεί; Μπορούν οι ανακλητοί αντιπρόσωποι να αποφασίζουν γι’ αυτήν; Και ποιος θα θεσπίσει τους ανακλητούς αντιπροσώπους, τις γενικές συνελεύσεις και τις άλλες «διευθετήσειςτης αντιπροσώπευσης»; Δεν προϋποτίθενται η θέληση και ο αγώνας των ανθρώπων; Δεν έχει, δηλαδή, προτεραιότητα ο πολιτικός αγώνας και η πολιτική συνείδηση της κοινωνίας ως συνόλου; Δηλαδή μία ενημερωμένη και διαβουλευόμενη κοινωνία, μία δημοκρατική κοινωνία; Αυτό είναι εμφανές στο κεντρικό ζήτημα, το οποίο έθεσε ο Καστοριάδης, και το επαναλαμβάνει ο Λατούς: πού θα κατευθύνεται το κοινωνικό ή εθνικό προϊόν; Πόσο μέρος στην κατανάλωση, στην παιδεία, πόσο στις επενδύσεις; Αυτό, όπως και το γενικώτερο ζήτημα της απομεγέθυνσης, δεν μπορούν να το απαντήσουν οι «διευθετήσεις της αντιπροσώπευσης», απαιτεί μία γενική απόφαση από την κοινωνία.

Οι διευθετήσεις του Latouche, προσεγγίζουν ένα «μεικτό» σύστημα, κάτι σαν το Ελβετικό ή διευρυμένο έστω. Όμως στην Ελβετία ούτε έχουν αποφασίσει για απομεγέθυνση ούτε κάν αυτή υπάρχει ως πρόταγμα. Αυτά όλα σημαίνουν πως οι «διευθετήσεις της αντιπροσώπευσης», καλές κατά τα άλλα και ευκταίες, δεν αρκούν για τον προσανατολισμό προς την απομεγέθυνση. Τα ερωτήματα αυτά και άλλα επίσης, που δημιουργήθηκαν από το πρώτο βιβλίο του, επεχείρησε ο Λατούς να διευκρινίσει σε επόμενο βιβλίο, προσεγγίζοντας τις πολιτικές προτάσεις του στον οικοσοσιαλισμό και εμμέσως σε μία αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία. Όμως και πάλι δεν ξεκαθαρίζει τα ζητήματα του πολιτεύματος και της προτεραιότητας του στόχου. Προέχει δηλαδή το πολιτικό ή το οικονομικό;

Ακόμη και όταν από άλλους αναφέρεται η αντικαπιταλιστική απομεγέθυνση μαζί με την άμεση δημοκρατία, χωρίς να διευκρινίζεται η σχέση τους, δημιουργείται σύγχυση ως προς την προτεραιότητα του στόχου. Η προτεραιότητα της εξόδου από τον καπιταλισμό – προϋπόθεση για την απομεγέθυνση – δημιουργεί τον κίνδυνο του οικονομισμού, στον οποίο εγκλωβίσθηκαν τα σοσιαλιστικά, κομμουνιστικά και μαρξιστικά κόμματα και απέτυχαν. Για το δημοκρατικό πρόταγμα προέχει το πολιτικό ζήτημα και έπονται οι οικονομικές διευθετήσεις Χρειάζεται ριζικός μετασχηματισμός και αλλαγή του αντιπροσωπευτικού συστήματος, η δημιουργία μίας δημοκρατικής κοινωνίας στην οποία οι ενημερωμένοι και ενεργοί πολίτες θα αποφασίσουν για την μετακαπιταλιστική κοινωνία και συνεπώς για την κοινωνία της απομεγέθυνσης και της λιτής αφθονίας.

Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι – του Άκη Γαβριηλίδη

29-iht-edhengart-articleLarge

via: Nomadic University

Τις τελευταίες μέρες, με αφορμή την πολλοστή αναζωπύρωση της σύγκρουσης στην Παλαιστίνη, επίσης για πολλοστή φορά έρχεται στην επιφάνεια, στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, το τρομερά λεπτό και πολύπλοκο ερώτημα πώς μιλάμε γι’ αυτή τη σύγκρουση, πώς οργανώνουμε την πολεμική και τη διαμαρτυρία μας κατά τρόπο ώστε να αποφύγει τις διπλές και τριπλές παγίδες που παραμονεύουν πριν καν αρχίσουμε να μιλάμε. Στο δημόσιο διάλογο, ή στον ημι-δημόσιο που συνιστά ενίοτε το διαδίκτυο, φαίνεται να έχουν ειπωθεί τα πάντα και τα αντίθετά τους, κατά τρόπο που ο λόγος να παραλύει, να μη βρίσκει κάτι να πει που το νόημά του να μην ακούγεται εκ των προτέρων ακυρωμένο και κορεσμένο. Μάλιστα, έχουν ειπωθεί, και λέγονται, όλα τα σωστά και όλα τα λάθος σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, τόσο που να φαίνεται ματαιοπονία ακόμα και το να προσπαθήσεις να ξεχωρίσεις πού αρχίζει το ένα και πού το άλλο.

Κι ωστόσο, κάτι που θα είχε νόημα να δοκιμάσει να διατυπώσει κανείς, είναι μια κουβέντα «δεύτερου βαθμού»: ότι ίσως το Ισραήλ κινητοποιεί τόσο τους λόγους μας, μας προκαλεί τόσο έντονη –και συνήθως αρνητική- φόρτιση, επειδή μας μοιάζει. Με άλλα λόγια, ότι ο αντι-ισραηλισμός (δηλαδή ο αντι-σιωνισμός, που οι υποστηρικτές του μας διαβεβαιώνουν με κάθε ευκαιρία ότι «δεν είναι αντισημιτισμός» –ακριβώς όπως «ο [υγιής] πατριωτισμός δεν είναι εθνικισμός»), που είναι τόσο διάχυτος στην ελληνική κοινωνία, δεν είναι ξενοφοβία αλλά, κατά βάθος, ομοιοφοβία. Ή φθόνος, που είναι περίπου το ίδιο.

Η ίδρυση και η λειτουργία του κράτους το Ισραήλ είναι πολύ παραπλήσια με εκείνη του κράτους της Ελλάδας. Σχεδόν μοιάζει σαν ένα ιστορικό ριπλέι εκατό χρόνια αργότερα:

  • Και τα δύο κράτη δημιουργήθηκαν με κατευθυντήρια ιδέα την εθνική καθαρότητα (αυτό βέβαια είναι ταυτολογία, διότι όλα τα κράτη αυτή την κατευθυντήρια ιδέα έχουν) στο χώρο της πρώην οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου μέχρι τότε δεν υπήρχε όχι καθαρότητα, αλλά ούτε καν η ιδέα του έθνους.
  • Αυτή η εθνική ένταξη παράχθηκε με βάση το υπόστρωμα μιας θρησκευτικής πίστης.
  • Και τα δύο κράτη βασίστηκαν στην εκδίωξη πληθυσμών οι οποίοι έμεναν προηγουμένως στο έδαφός τους και στην εξάλειψη της μνήμης και του πολιτισμού των πληθυσμών αυτών, και σε αντίστοιχες μετακινήσεις προς τα εδάφη αυτά «ομόδοξων» πληθυσμών οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ως έποικοι.
  • Και στις δύο περιπτώσεις κατασκευάστηκε μια (μυθ)ιστορία η οποία εμφανίζει τα κράτη αυτά ως «ριζωμένα» στην αντίστοιχη γεωγραφία επί τρεις χιλιάδες χρόνια. Καθοριστικό ρόλο στην κατασκευή αυτή έπαιξε η αρχαιολογία.

Πολλοί σήμερα στην Ελλάδα βγαίνουν και διακηρύσσουν ότι οι Παλαιστίνιοι έχουν και αυτοί δικαίωμα να υπάρχουν και να έχουν μια πατρίδα. Ασφαλώς έχουν και ουδείς μπορεί να το αμφισβητήσει αυτό. Όταν όμως ακούω κάποιους από αυτούς να λένε ότι το Ισραήλ εφαρμόζει «καθεστώς απαρτχάιντ» επειδή ιεραρχεί πληθυσμούς σε πρώτης και δεύτερης κατηγορίας και επειδή επιφανείς πολιτικοί ή πνευματικοί του ηγέτες διακηρύσσουν ότι «δεν υπάρχουν Παλαιστίνιοι», μου έρχεται να καγχάσω. Διότι στην Ελλάδα, όλες ανεξαιρέτως οι πολιτικές παρατάξεις, οι δικαστικές αρχές μέχρι το ανώτατο επίπεδο, όπως και ο κλήρος, (κυρίως αυτός), αστυνομεύουν διαρκώς ο ένας τον άλλο, και όλοι μαζί την ελληνική κοινωνία ως σύνολο, μήπως τυχόν ξεφύγει από κανέναν και ξεστομίσει τη φράση-ταμπού ότι στη Θράκη υπάρχουν Τούρκοι. (Στο Ισραήλ, το «δεν υπάρχουν Παλαιστίνιοι» μπορεί να το υποστηρίζουν ακόμα κάποιοι ακραίοι, αλλά οι περισσότεροι έχουν πλέον παραδεχτεί ότι τουλάχιστον υπάρχουν). Όσο για τους Μακεδόνες, αυτοί αυτονόητα επίσης δεν υπάρχουν, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά οπουδήποτε στον κόσμο. Μόλις προ ημερών, ο πρωθυπουργός του ελληνικού κράτους επανέλαβε ακόμα μία φορά –ή μάλλον δύο φορές: αγγλιστί και γαλλιστί- την πάγια θέση ότι «δεν υπάρχουν Μακεδόνες» και ότι «η γλώσσα τους είναι ανύπαρκτη επειδή την επινόησαν οι κομμουνιστές». Κανείς δεν φάνηκε να ενοχλείται από αυτό –αν εξαιρέσουμε κάποια επικριτικά έως ειρωνικά σχόλια στον τύπο, μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού- και πάντως κανείς δεν διανοήθηκε να μιλήσει για το ελληνικό απαρτχάιντ. Ούτε φυσικά χρησιμοποιείται ο όρος αυτός –παρεκτός από ολιγάριθμες αντιρατσιστικές ή/ και ακροαριστερές ομάδες- προκειμένου για την «κάμηλο» των στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών, την οποία οι περισσότεροι καταπίνουμε αμάσητη τη στιγμή που φιλτράρουμε επίμονα ίσως όχι κουνούπια, αλλά έστω μια εξίσου μεγάλη κάμηλο που όμως βρίσκεται αλλού. Στο κάτω κάτω, ο αριθμός των άοπλων «λαθρομεταναστών» που χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή, την αρτιμέλεια, την υγεία ή την ελευθερία τους χάριν της προάσπισης των ελληνικών (=ευρωπαϊκών) συνόρων και της εθνικής καθαρότητας του περιεχομένου τους, είναι μάλλον περισσότεροι από τους αντίστοιχο αριθμό Παλαιστινίων στο Ισραήλ. (Χώρια βέβαια που και εκεί αρχίζουν και χτίζουν σιγά-σιγά τα στρατοπεδάκια τους για να μαντρώσουν τους υποσαχάριους μετανάστες, χωρίς αυτό να καταγγέλλεται από κανέναν ως ένα από τα δεινά τού «σιωνισμού». Μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια).

Κατά τα λοιπά, από κύκλους του αντιισραηλινού ή/ και (μη) αντισιωνιστικού ή/ και (μη) αντισημιτικού κινήματος, διατυπώνεται συχνά το αίτημα «Nα πάψει η Ελλάδα να συνεργάζεται με το Ισραήλ».

Μήπως ήρθε η στιγμή να αναρωτηθούμε αν, με την ίδια λογική, είναι σωστό η Ελλάδα να συνεργάζεται με την Ελλάδα;

Ένα μήνυμα ενότητας και φιλίας: τίποτα δεν μας χωρίζει πια…

Εξάρχεια, Αθήνα: η φωτογραφία του Berkin Elvan στο σημείο όπου ο Αλέξης Γρηγορόπουλος δολοφονήθηκε από αστυνομικά πυρά.

Tο άρθρο στα Αγγλικά (link) ή Τουρκικά (link)

Η είδηση του θανάτου του 15χρονου Berkin Evan μετά από 269 ημέρες σε κόμμα λόγω τραυματισμού στο κεφάλι κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων στην πλατεία Gezi τον περασμένο Ιούνιο στην Κωνσταντινούπολη, δεν μας προκάλεσε έκπληξη. Μας θύμισε δίχως άλλο τον θάνατο του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στην Αθήνα, πέντε χρόνια πριν, ο οποίος οδήγησε στην εξέγερση του Δεκέμβρη. Σήμερα η φωτογραφία του εμφανίζεται σε αφίσες και πλακάτ δίπλα σε αυτή του Berkin.

Όπως ακριβώς η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η υπόλοιπη Ευρώπη, έτσι και η Τουρκία βιώνει με παρόμοιο τρόπο τις συνέπειες της ανεξέλεγκτης κρατικής βίας σε συνδυασμό με μια τεράστια επίθεση στις δημοκρατικές ελευθερίες. Είναι προφανές ότι σε όλον τον κόσμο το κράτος και όλοι οι κατασταλτικοί μηχανισμοί γίνονται ολοένα πιο αυταρχικοί καθώς η πολιτική ισχύς συγκεντρώνεται ολοένα περισσότερο στα χέρια μιας ολιγαρχίας, έχοντας ταυτόχρονα ως αποτέλεσμα τη δραματική διόγκωση της ωμής βίας, του κοινωνικού αποκλεισμού, των ανισοτήτων και της αδικίας. Η αυθαιρεσία των ολιγαρχικών καθεστώτων ενάντια στα θεμελιώδη μας δικαιώματα δεν αποτελεί πλέον ψευδαίσθηση ή αποκύημα της φαντασίας, αλλά μια προφανή πραγματικότητα. Οι ειρηνικές διαδηλώσεις υφίστανται διαρκώς επιθέσεις από βαριά οπλισμένες αστυνομικές δυνάμεις – η Ελλάδα και η Τουρκία αποτελούν μόνο δύο παραδείγματα, καθώς έχουμε δει τη βίαιη καταστολή στην Ισπανία, τη Βρετανία, τη Βραζιλία. Σχεδόν παντού στον κόσμο όπου οι άνθρωποι μάχονται αγωνιζόμενοι να διατηρήσουν τις σκληρά κερδισμένες ελευθερίες τους, οι τρέχοντες θεσμοί που ασκούν αυθαίρετα την εξουσία απαντούν με βία και καταναγκασμό. Την ίδια στιγμή, ο κόσμος των media παραμένει κατά κύριο λόγο απαθής, περιφρονητικός ή μεροληπτικός υπέρ της εξουσίας. Γι’ αυτόν το λόγο:

  • Έχει φτάσει η στιγμή που πρέπει να κατανοήσουμε ότι η κατάσταση βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια μας και ότι θα πρέπει να ενταθούν οι λαϊκοί αγώνες των απλών πολιτών. Πώς, ωστόσο, μπορούμε να συνεχίσουμε να οργανωνόμαστε προς μια ουσιαστική και καίρια πολιτική αλλαγή; Πώς μπορούμε να μετασχηματίσουμε πραγματικά το πολιτικό τοπίο; Κανένας ουσιαστικός μετασχηματισμός δεν μπορεί να προκύψει αν δεν αναγνωρίσουμε τη σημασία της διεθνούς αλληλεγγύης σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, αν δεν ξεπεράσουμε τα εθνικά σύνορα και δεν διαδώσουμε το μήνυμα της φιλίας και της αδελφοσύνης.
  • Σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων, που υφίστανται μια παρόμοια επίθεση νιώθουν επιτακτική την ανάγκη να εκφράσουν την συμπαράστασή τους, απαιτώντας ταυτόχρονα τον άνευ όρων τερματισμό κάθε ιστορικής και πολιτιστικής διαίρεσης. Ενώ τα οδοφράγματα στην πλατεία Ταξίμ στην Κωνσταντινούπολη και τις άλλες μεγάλες πόλεις της Τουρκίας υψώνονται ξανά, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες νέων ανδρών και γυναικών πλημμυρίζουν τους δρόμους εκφράζοντας την αγανάκτησή τους, η πλειονότητα των δημοκρατικών Ελλήνων πολιτών νιώθουν την ηθική υποχρέωση να στείλουν ένα μήνυμα ενότητας. Οι συγκλονιστικές φωτογραφίες του Berkin και του Γρηγορόπουλοου τοποθετημένες η μια δίπλα στην άλλη μας θυμίζουν ότι η καταπίεση και τα βάσανα δεν οφείλονται στις εθνικές διαφορές. Αντιθέτως, προκύπτουν από τις τρέχουσες θεσμοθετημένες σχέσεις εξουσίας, που είναι σχεδιασμένες να διαιωνίζουν τις ανισότητες, τη διαφθορά, τον ελιτισμό και κάθε είδους αδικία, στοιχεία που μπορούμε να καταφέρουμε να εξαλείψουμε μόνο μέσω της ενότητας του αγώνα.

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο υστερικός εθνικιστικός λαϊκισμός και η γεωπολιτική αντιπαλότητα μεταξύ μας έχουν επί αιώνες θρέψει το μίσος και τις εντάσεις. Ξέρουμε ότι οι καιροσκόποι έμποροι όπλων υποκινούμενοι από το προσωπικό τους συμφέρον θα συνεχίσουν να καλλιεργούν και να τρέφουν το μίσος μεταξύ των δύο λαών (Τούρκων και Ελλήνων) που έχουν τόσα πολλά κοινά. Γνωρίζουμε ότι οι δημαγωγοί, οι ιεροκήρυκες του μίσους, οι ιστορικοί της πλάκας και οι προπαγανδιστές προσπαθούν επί χρόνια να μας πείσουν ότι δεν είμαστε τίποτε άλλο από εχθροί, ότι δεν έχουμε τίποτα κοινό εκτός από το ξίφος. Ότι θα πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι να δώσουμε τη ζωή μας στον «επικείμενο πόλεμο ενάντια στους κακούς γείτονές μας» αναζητώντας την αναβίωση ένδοξων παρελθόντων. Η κρίση μας δεν κινείται πλέον από τη φιλικότητα αλλά από την άγνοια. Το μίσος μεταξύ μας έχει καταλάβει τη σκέψη μας. Είναι ώρα, ωστόσο, για όλους τους δημοκρατικούς πολίτες και των δύο χωρών, που απορρίπτουν κάθε είδους υβριστικό, εθνικιστικό ή θρησκευτικό απομονωτισμό να αναμετρηθούν με αυτές τις προκλήσεις. Όλοι εμείς που επιθυμούμε την εξάλειψη της χρήσης δομικής βίας και τη δημιουργία αυτόνομων και δημοκρατικών κοινωνιών, πρέπει να εναντιωθούμε και να αναδείξουμε στην ολότητά της τη χυδαιότητα των εθνικιστικών λαϊκιστικών ιδεολογιών σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή όπου ο απλός πολίτες –είτε Τούρκος, είτε Έλληνες- βιώνει εξίσου τον εκφοβισμό, την φτωχοποίηση και την ταπείνωση.

Προκειμένου να αντιμετωπίσουμε αυτή την αθλιότητα, πρέπει να αναλάβουμε συλλογική δράση, μέσω ενός ενωμένου διεθνούς επαναστατικού δικτύου. Είναι καιρός να προχωρήσουμε σε αποφασιστικές δράσεις, μαζί. Στις πλατείες και τους δρόμους, η πραγματική δημοκρατία, η ανθρώπινη δημιουργία, και η επικοινωνία μπορούν να ξαναγεννηθούν.