Menu

EAGAINST.com

Zygmunt Bauman: Η επίθεση στο Charlie Hebdo και αυτό που αποκαλύπτει για την κοινωνία

bauman

Πηγή: Social Europe, μέσω After History.
Μετάφραση: Θώμη Γάκη

Ήσασταν μάρτυρας σε πολλές τραγωδίες του 20ου αιώνα- δυο πολέμους, το Ολοκαύτωμα και τον Σταλινισμό. Κατά τη γνώμη σας, ποια είναι η ιδιαιτερότητα της ισλαμικής εξτρεμιστικής απειλής με την οποία σήμερα είμαστε αντιμέτωποι;

Η πράξη της πολιτικής δολοφονίας είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η ανθρωπότητα και οι πιθανότητες να εξαλειφτεί αυτή η πράξη πριν από την ανθρωπότητα είναι ελάχιστες. Η βία είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι των διανθρώπινων ανταγωνισμών και συγκρούσεων οι οποίοι με τη σειρά τους είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης κατάστασης. Σε διάφορες όμως χρονικές περιόδους, οι πολιτικές δολοφονίες είχαν ως στόχους διαφορετικά είδη θυμάτων.

Έναν αιώνα πριν βασικός στόχος ήταν κυρίως οι πολιτικοί – προσωπικότητες όπως ο Ζαν Ζωρές, ο Αριστίντ Μπριάν, ο Αβραάμ Λίνκολν, ο αρχιδούκας Φερδινάνδος και πολλοί άλλοι. Άνθρωποι με διαφορετικές ιδεολογίες και σε διαφορετικά σημεία του πολιτικού φάσματος που όμως όλοι τους κατείχαν ή προοριζόντουσαν για να κατέχουν πολιτική εξουσία. Εκείνη την εποχή ήταν ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι με τον θάνατό αυτών των προσώπων ο κόσμος (ή η χώρα) θα γλίτωνε από την πηγή των προβλημάτων του και θα στρεφόταν σε κάτι καλύτερο – μια πιο φιλική και άνετη κατάσταση.

Το Σεπτέμβρη του 2001 οι πολιτικές δολοφονίες που διαπράχτηκαν είχαν ως στόχους όχι συγκεκριμένες, αναγνωρίσιμες και διάσημες πολιτικές προσωπικότητες που βρίσκονταν στο προσκήνιο, αλλά ούτε και ανθρώπους που θεωρούνταν υπεύθυνοι για τα αδικήματα για τα οποία υποτίθεται ότι οι δολοφόνοι τους τιμωρούσαν. Στρεφόντουσαν αντίθετα εναντίον οικονομικών (η περίπτωση του Κέντρου Παγκόσμιου Εμπορίου) και στρατιωτικών (η περίπτωση του Πενταγώνου) δυνάμεων. Όπως ήταν φυσικό αυτό που έλειπε από την συνδυασμένη πολιτική δράση ήταν ένα κέντρο πνευματικής εξουσίας.

Όσον αφορά τις δολοφονίες στο Charlie Hebdo υπάρχουν δυο θέματα που την διαφοροποιούν από τις δυο προηγούμενες υποθέσεις (του Κέντρου Παγκόσμιου Εμπορίου και του Πενταγώνου):
Πρώτον: στις 7 Ιανουαρίου του 2015 οι πολιτικοί δολοφόνοι καθιέρωσαν ένα ιδιαίτερα προβεβλημένο είδος μέσων μαζικής ενημέρωσης. Είτε γνωρίζοντάς το είτε όχι, είτε βάση σχεδίου είτε ερήμην, οι δολοφόνοι υποστήριξαν – είτε ρητά είτε πλαγίως – την ευρέως διαδεδομένη δημόσια αίσθηση ότι η πραγματική εξουσία δεν βρίσκεται πλέον στα χέρια των κυβερνόντων αλλά στα κέντρα που θεωρούνται υπεύθυνα για τον καθορισμό του δημόσιου ενδιαφέροντος και της κοινής γνώμης. Και ο στόχος της επίθεσης ήταν να υποδείξει ως ένοχους τους ανθρώπους που ασχολούνται με τέτοιου είδους δραστηριότητες και οι οποίοι έπρεπε να τιμωρηθούν επειδή προκάλεσαν την πικρία, την μνησικακία και την επιθυμία για εκδίκηση των δολοφόνων.
Δεύτερον: παράλληλα με την στοχοποίηση μιας άλλης θεσμικής σφαίρας, αυτής της κοινής γνώμης, η ένοπλη επίθεση εναντίον του Charlie Hebdo ήταν επίσης μια πράξη προσωπικής βεντέτας (η οποία έχει τις ρίζες της στο πρότυπο που είχε θέσει ο Αγιατολαχ Χομεϊνί όταν με απόφασή του (Fatva) το 1989 καταδίκασε σε θάνατο τον Σαλμάν Ρούστνι(Salman Rushdie). Εάν η φρικαλεότητα της 11ης Σεπτεμβρίου συμφωνούσε με την τάση της «αποπροσωποποίησης» της πολιτικής βίας που επικρατούσε την περίοδο εκείνη (ακολουθώντας τον κατά μια έννοια «εκδημοκρατισμό» της βίας που προωθούσαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία αφιέρωναν την προσοχή τους σε ένα θέμα ανάλογα με την ποσότητα των θυμάτων, τα οποία ήταν κυρίως άγνωστος και τυχαίος κόσμος, και τον όγκο του αίματος που χυνόταν), η βαρβαρότητα της 7ης Ιανουαρίου αποτελεί το επιστέγασμα της μακράς διαδικασίας της αποσταθεροποίησης- στην πραγματικότητα της «αποασυλοποίησης», εξατομίκευσης και ιδιωτικοποίησης της ανθρώπινης κατάστασης, καθώς και της αντίληψης ότι οι δημόσιες υποθέσεις απομακρύνονται από την διαχείριση παγιωμένων συγκεντρωτικών οργάνων και εισέρχονται στη σφαίρα της ατομικής «πολιτικής ζωής» και μετατοπίζονται από την κοινωνική στην ατομική ευθύνη.

Στη σημερινή κοινωνία των πληροφοριών όπου κυρίαρχο ρόλο παίζουν τα ΜΜΕ, οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην κατασκευή και διανομή των πληροφοριών μετακινούνται ή έχουν ήδη μετακινηθεί στο κέντρο της σκηνής όπου το δράμα της ανθρώπινης συνύπαρξης σκηνοθετείται και εκτυλίσσεται.

Πολλά έχουν ειπωθεί σχετικά με αυτή την επίθεση: μια δίωξη των ιερών πολέμων μεταξύ των χριστιανών και των μουσουλμάνων, μια επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης, μια συμβολική πρόκληση προς το Παρίσι, το λίκνο των δυτικών αξιών. Εσείς τι πιστεύετε;

Κάθε ένας από τους λόγους που αναφέρθηκαν ως αιτίες για την ανάφλεξη του ανταγωνισμού μεταξύ των χριστιανών και των μουσουλμάνων περιέχει μια δόση αλήθειας αλλά κανένας δεν προσφέρει όλη την αλήθεια. Πολλοί είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτό το ιδιαίτερα σύνθετο φαινόμενο. Ένας από αυτούς, ίσως ο πιο σημαντικός είναι αυτός της διασποράς του κόσμου, που έχει ως αποτέλεσμα ο μακρινός ξένος, ο ξένος που έρχεται για μια σύντομη επίσκεψη ή ο ξένος που είναι περαστικός να μετατρέπεται σε γείτονα της διπλανής πόρτας – με τον οποίο μοιραζόμαστε τον δρόμο, τις δημόσιες εγκαταστάσεις, τον εργασιακό χώρο και το σχολείο. Η εγγύτητα ενός ξένου τείνει πάντα να είναι λίγο τρομακτική. Κανείς δεν ξέρει τι να περιμένει από έναν ξένο, ποιες είναι οι προθέσεις του, πως αυτός ο ξένος θα αντιδρούσε σε μια προσέγγιση. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι κάποιος δεν μπορεί – σε αντίθεση με το όταν κινείται μόνο στο πλαίσιο του ασφαλούς «διαδικτυακού» κόσμου – να παραβλέψει τις πολύ πραγματικές διαφορές, τις συχνά ενοχλητικές και απωθητικές, οι οποίες εκδηλώνουν από κοντά την ασυμβατότητά τους με τον συνήθη, και άρα ζεστό, οικείο και ασφαλή, τρόπο ζωής στον οποίο έχουμε συνηθίσει να ζούμε.

Πως αντιδρούμε σε μια τέτοια κατάσταση; Το πρόβλημα είναι ότι, μέχρι στιγμής έχουμε αποτύχει στο να αναπτύξουμε, πόσο μάλλον να εδραιώσουμε μια ικανοποιητική απάντηση. Μια στρατηγική που θεωρείται αρκετά προοδευτική είναι αυτή της «πολυπολιτισμικότητας». Ο Stanley Fish στο βιβλίο του «Trouble with Principle (Harvard University Press 1999) διαχώρισε δυο κατηγορίες αυτής της στρατηγικής: μια επιφανειακή πολυπολιτισμικότητα – boutique multiculturalism – και μια ισχυρή πολυπολιτισμικότητα- strong multiculturalism. Η επιφανειακή πολυπολιτισμικότητα, όπως την ορίζει ο Fish, είναι ένας επιφανειακός ενθουσιασμός για τον Άλλο: εθνική κουζίνα, διήμερα φεστιβάλ και φλερτ υψηλού προφίλ με τον Άλλο. Η επιφανειακή πολυπολιτισμικότητα είναι όλες αυτές οι ανοησίες του παγκόσμιου καταναλωτισμού που υποδηλώνει το status μας στο Facebook. Οι οπαδοί αυτού του επιφανειακού είδους πολυπολιτισμικότητας εκτιμούν, απολαμβάνουν, κατανοούν και «αναγνωρίζουν την νομιμότητα» πολιτισμών διαφορετικών από τους δικούς τους αλλά πάντα σταματούν λίγο πριν την ριζοσπαστική τους έγκριση. Ο Fish υποστηρίζει ότι «Ένας επιφανειακός υποστηρικτής της πολυπολιτισμικότητας δεν παίρνει και δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά τις θεμελιώδεις αξίες του πολιτισμού που ανέχεται.» Θα έλεγα ότι, στα πλαίσια της ίδιας λογικής, η κατάσταση επιδεινώνεται με μια ταπείνωση στο ήδη υπάρχον πρόβλημα, την προσβολή ή την κατηγορηματική απόρριψη αυτού που ο «ξένος» της διπλανής πόρτας θεωρεί ιερό, τον εξευτελισμό μιας πρόσχαρης και καλοπροαίρετης απόρριψης του τύπου «δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά, δεν μπορεί να το εννοείς». Ο Fish έγραψε:

Το πρόβλημα με το να ορίζει κάποιος την ανεκτικότητα ως βασική του αρχή(…) είναι ότι δεν μπορεί να παραμείνει πιστός σε αυτήν γιατί αργά ή γρήγορα ο πολιτισμός του οποίου τις βασικές αρχές υπερασπίζεται θα αποδειχθεί μισαλλόδοξος στον πυρήνα του. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τον ορίζουν ως μοναδικό και τον προσδιορίζουν θα αντισταθούν στην γοητεία της αλλαγής ή της ενσωμάτωσης σε μεγαλύτερο βαθμό. Όταν έρθει αντιμέτωπος με το δίλημμα του να παραδώσει τις απόψεις του ή να τις διευρύνει προκειμένου να συμπεριλάβει τις πρακτικές των φυσικών του εχθρών- άλλες θρησκείες, άλλες φυλές, άλλα φύλα, άλλες κοινωνικές τάξεις- ένας πολιορκούμενος πολιτισμός θα αντισταθεί με ότι μέσα διαθέτει από την εφαρμογή νομοθεσίας που εισάγει διακρίσεις μέχρι και τη χρήση βίας.

Είναι στη φύση της προσβολής και του εξευτελισμού να αναζητούν μια διέξοδο, μέσω της οποίας μπορούν να αποφορτιστούν, αλλά και ένα στόχο. Και όταν συμβαίνει αυτό, όπως ήδη συμβαίνει όλο και περισσότερο στην Ευρώπη της διασποράς, όπου τα όρια ανάμεσα σε αυτούς που εξευτελίζουν και αυτούς που εξευτελίζονται αλληλεπικαλύπτονται με τα όρια ανάμεσα στους κοινωνικά προνομιούχους και τους κοινωνικά αποκομμένους, θα ήταν αφελές να μην περιμένουμε, τόσο οι διέξοδοι όσο και οι στόχοι, να αναζητούνται διακαώς και να επισημαίνονται έντονα. Σήμερα ζούμε σε ένα ναρκοπέδιο το οποίο γνωρίζουμε( ή τουλάχιστον θα έπρεπε) ότι είναι σπαρμένο με εκρηκτικά. Οι εκρήξεις συμβαίνουν αλλά δεν υπάρχει τρόπος να ξέρουμε που και πότε.

Ριζοσπαστική ισλαμική ιδεολογία ή οικονομικές «διαρθρωτικές» ανισότητες: ποιο συστατικό παίζει τον ποιο σημαντικό ρόλο στον καθορισμό αυτού του φαινομένου της ριζοσπαστικοποίησης και της τρομοκρατίας στην Ευρώπη και τον κόσμο;

Γιατί μειώνεται το ζήτημα της «ριζοσπαστικοποίησης και της τρομοκρατίας στην Ευρώπη» στο φαινόμενο της «ριζοσπαστικής ισλαμικής ιδεολογίας»; Ο Michel Houllebecq στο βιβλίο του Soumission, την δεύτερη μεγάλη δυστοπία του, σκιαγραφεί ένα εναλλακτικό (για τον θρίαμβο του μεμονωμένου καταναλωτή) μονοπάτι προς την καταστροφή όπου στις γαλλικές εκλογές το 2022 νικητής είναι ο Mohammed Ben Abbes μετά από έναν αγώνα σώμα με σώμα με την Marine Le Pen. Το συγκεκριμένο δίδυμο μόνο τυχαίο δεν είναι. Προφητικό ίσως; Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση που δεν θα είμαστε ικανοί ή πρόθυμοι να αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων.

Οι ελπίδες για ελευθερία της αυτοεπιβεβαίωσης και ανακοπή της ανόδου των κοινωνικών ανισοτήτων, που επενδύθηκαν στην δημοκρατία, απέτυχαν κατάφορα να πραγματοποιηθούν. Οι δημοκρατικές πολιτικές, και ακόμη περισσότερο η εμπιστοσύνη στην δημοκρατία ως ο καλύτερος δρόμος για την επίλυση των πιο σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων, είναι σε κρίση. Όπως υποστηρίζει και ο Pierre Rosanvallon, αυτοί που έχουν στα χέρια τους την εξουσία δεν απολαμβάνουν πλέον την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων, δρέπουν απλώς τα πλεονεκτήματα της δυσπιστίας απέναντι στους αντιπάλους και τους προκατόχους τους.

Σε όλη την Ευρώπη βλέπουμε να υψώνεται μια παλίρροια αντιδημοκρατικών συναισθημάτων και μια μαζική «απόσχιση των πληβείων» (στην τωρινή τους μετενσάρκωση ως πρεκαριάτο) προς τα στρατόπεδα που είναι τοποθετημένα στα αντίθετα άκρα του πολιτικού φάσματος, τα οποία όμως υπόσχονται την από κοινού αντικατάσταση της απαξιωμένης υψηλοφροσύνης με την αυθαιρεσία της απολυταρχίας, η οποία βέβαια δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί. Θεαματικές πράξεις βίας μπορεί να θεωρηθούν ως αναγνώριση της στροφής προς αυτή την κατάσταση. Ο λόγος του Προφήτη, του εκπρόσωπου του Αλλάχ επί της γης, είναι μόνο ένα από τα λάβαρα που χρησιμοποιούνται για να συσπειρώσουν τους εξευτελισμένους, τους στερημένους, τους εγκαταλελειμμένους, τους πεταγμένους και αποκλεισμένους, τους τρομαγμένους και τους αγανακτισμένους που ζητούν εκδίκηση.

Υποστηρίξατε ότι η ηθική πάντα χρειάζεται το «Εγώ» και όχι το «Εμείς». Αυτό είναι το αντίθετο του φονταμενταλισμού. Είναι το «Εγώ», η επιβεβαίωση της ατομικότητας, ο τρόπος για να νικήσει η ηθική τον φονταμενταλισμό;

Στην πρώτη του Αποστολική Προτροπή – Esortazione Apostolica, ο πάπας Φραγκίσκος αποκατέστησε την χαμένη ηθική διάσταση της παράδοσης μας – soumission – στον έκφυλο και αχαλίνωτο καπιταλισμό, τον τυφλωμένο από την λαγνεία του για κέρδη και τυφλό απέναντι στην ανθρώπινη δυστυχία. Δεν θα βρείτε πιο βαθιά και περιεκτική απάντηση στην ερώτησή σας:

Στις μέρες μας η ανθρωπότητα βιώνει μια σημαντική στροφή στην ιστορία της, όπως διαπιστώνουμε και από τα επιτεύγματα που επιτυγχάνονται σε τόσους πολλούς τομείς. Μόνο να εξυμνήσουμε μπορούμε τα βήματα που γίνονται για να βελτιώσουν την ευημερία των ανθρώπων σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία και οι επικοινωνίες. Παράλληλα πρέπει να θυμόμαστε ότι πάρα πολλοί από τους συνανθρώπους μας μόλις και μετά βίας καταφέρνουν να επιβιώσουν μέρα με τη μέρα, και αυτό έχει πολύ βαριές συνέπειες, αρρώστιες εξαπλώνονται και οι καρδιές των ανθρώπων κατακλύζονται από φόβο και απόγνωση ακόμη και στις πλούσιες χώρες. Συχνά χάνεται η χαρά της ζωής, αυξάνεται η έλλειψη σεβασμού και η βία προς τους άλλους ενώ η ανισότητα είναι όλο και πιο εμφανής. Πρόκειται για έναν αγώνα επιβίωσης και συχνά με την ελάχιστη δυνατή αξιοπρέπεια.(…)

Ακριβώς όπως και η εντολή «ου φονεύσεις» θέτει ένα ξεκάθαρο όριο προκειμένου να διαφυλάξει την αξία της ανθρώπινης ζωής, πρέπει αντίστοιχα σήμερα να θέσουμε ένα όριο σε μια οικονομία του αποκλεισμού και της ανισότητας. Μια τέτοια οικονομία σκοτώνει. Πως είναι δυνατόν να μην αποτελεί είδηση όταν κάποιος ηλικιωμένος άστεγος πεθαίνει εξαιτίας της έκθεσης του στο κρύο αλλά αντίθετα αποτελεί είδηση όταν το χρηματιστήριο χάνει δυο μονάδες; Αυτή είναι μια περίπτωση αποκλεισμού. Μπορούμε να συνεχίσουμε να είμαστε θεατές όταν υπάρχει φαγητό που πετιέται ενώ την ίδια στιγμή άνθρωποι λιμοκτονούν; Αυτή είναι μια περίπτωση ανισότητας. Σήμερα όλα υπάγονται στους νόμους της ανταγωνιστικότητας και την επιβίωση του δυνατότερου, όπου οι ισχυροί τρέφονται από τους ανίσχυρους. Κατά συνέπεια πολλοί είναι αυτοί που βλέπουν τους εαυτούς τους αποκλεισμένους και περιθωριοποιημένους: χωρίς δουλειά, χωρίς δυνατότητες, χωρίς καθόλου μέσα διαφυγής (…).

Οι άνθρωποι θεωρούνται καταναλωτικά αγαθά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και μετά να πεταχτούν. Έχουμε δημιουργήσει μια κουλτούρα «του πετάγματος» η οποία εξαπλώνεται και που πλέον δεν αφορά μόνο την εκμετάλλευση και την καταπίεση αλλά και κάτι καινούργιο. Ο αποκλεισμός σε τελική ανάλυση αφορά το τι σημαίνει το να είναι κάποιος κομμάτι της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Οι αποκλεισμένοι δεν αποτελούν πλέον την αρνητική πλευρά, τις παρυφές της κοινωνίας ή αυτούς που στερούνται των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Για την ακρίβεια δεν αποτελούν καν κομμάτι αυτής της κοινωνίας. Οι αποκλεισμένοι δεν είναι αυτοί που τους έχουν εκμεταλλευτεί αλλά οι απόκληροι, τα «αποφάγια».

Δεν έχω τίποτα άλλο να προσθέσω και τίποτα να αφαιρέσω.

Δυο λόγοι γιατί το #Grexit θα πρέπει να πάψει να τρομάζει

Grexit

Η πιθανότητα εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ ή και την Ευρωπαϊκή Ένωση (γνωστή και ως Grexit) επιστρέφει στο «δημόσιο» διάλογο συνοδευόμενη από απειλές και κινδυνολογίες περί Αρμαγεδδώνα (όπως διατείνεται ο χώρος του «αντιλαϊκισμού» της κεντροδεξιάς αλλά και της «φιλοευρωπαϊκής» κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ), ενώ πολλές φορές – κυρίως από κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, μαζί και του ΚΚΕ – υιοθετείται ως βάσιμη αντιπρόταση στην καταστρεπτική ευρωλιτότητα. Στο άρθρο αυτό θα συζητηθούν μερικοί λόγοι για τους οποίους η χρήση της παραγράφου 1 του άρθρου 50 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση – «κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να αποχωρήσει από την Ένωση, σύμφωνα με τους εσωτερικούς συνταγματικούς του κανόνες» – δε θα πρέπει να αποτελεί ταμπού για την Ελληνική κοινωνία. Τη στιγμή που, όπως όλα δείχνουν, η νέα κυβέρνηση οδηγείται σε ρήξη με τις Ευρωπαϊκές ηγεσίες, λόγω ακριβώς της έλλειψης υποστήριξης και κατανόησης, η επόμενη μέρα που θα σημάνει το τέλος της «ευρωπαϊκής» Ελλάδας θα πρέπει ήδη να έχει αρχίσει να συζητιέται. Τη στιγμή που η γενικευμένη σήψη ταλανίζει την ευρωπαϊκή ήπειρο, όπου κάθε έννοια και αξία δημοκρατίας σβήνει σιγά σιγά από τη συλλογική μνήμη, φτάνοντας στο σημείο να καταλήξει μια άγνωστη λέξη σε εγκυκλοπαίδειες για τις επόμενες γενιές, για χάρη μιας τοξικής τεχνοκρατικής αριστοκρατίας, το τέλος αυτής της ευρωπαϊκής «προοπτικής» δε θα πρέπει να τρομάζει. Αν και οι βασικότεροι λόγοι που οδηγούν σε σκεπτικισμό αναφορικά με το Grexit είναι κατά βάση οικονομικοί (δάνεια, καταθέσεις, εισαγωγές κτλ) στο άρθρο αυτό θα συζητηθούν άλλες βασικές αιτίες που οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας, δεδομένου ότι έχουν κατά καιρούς υπάρξει διάφορες οικονομικές αναλύσεις (βλ Paul Krugman ή Κώστας Λαπαβίτσας) που αναιρούν την κυρίαρχη άποψη περί αναγκαιότητας του ευρώ.

Μύθος 1: Η έξοδος από το ευρώ και την Ε.Ε. θα μας οδηγήσει σε πρωτοφανή απομόνωση, και η Ελλάδα θα καταντήσει μια φτωχή και εγκαταλελειμμένη επαρχία.

Αυτή είναι η κυρίαρχη άποψη που με πάθος συμμερίζεται το «αντιλαϊκιστικό» μπλοκ της «υπευθυνότητας», βάση της οποίας ο μέσος Έλληνας πολίτης θα πρέπει να κάνει τα πάντα ώστε να παράσχει γη και ύδωρ στις αποφάσεις της Κομισιόν και της Γερμανίας, όντας οι μόνοι που γνωρίζουν το «δικό μας καλό», πάντα στα πλαίσια της ιδεολογίας του ΤΙΝΑ (There is No Alternative [to Neoliberalism]). Συχνά μάλιστα αυτοί οι χώροι, επενδύοντας στην ακατάσχετη κινδυνολογία, προεικονίζουν και ταυτίζουν την εκτός-Ε.Ε. Ελλάδα με τη Βενεζουέλα, την Κούβα, ή και τη Βόρεια Κορέα, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι στην Ελλάδα ο ευρωσκεπτικισμός εκφράζεται μέσα από κομμουνιστικές τάσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς, με την οποία εξισώνεται και η μετριοπαθής νέα αριστερόστροφη κυβέρνηση. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι μια πιθανή ρήξη της Ελλάδας με την Ε.Ε. θα οδηγούσε ντετερμινιστικά και νομοτελειακά σε μια τέτοια κατάσταση; Τούτος ο ισχυρισμός, στην πραγματικότητα, ενισχύει την ιδιαίτερα αμφισβητούμενη άποψη, ότι η Ένωση των λαών της Ευρώπης κάτω από την τεχνοκρατία των Βρυξελλών αποτελεί μονόδρομο σταθερότητας και εγγυητή ευημερίας. Είναι όμως αυτή η τοποθέτηση βάσιμη; Το παράδειγμα της Ελβετίας μας οδηγεί σε άλλου τύπου συμπεράσματα που αποδομούν, και στην τελική αναιρούν, τις παραπάνω ορθοδοξίες.

Η Ελβετία λοιπόν απέρριψε τη συμμετοχή της στην Ενωμένη Ευρώπη με δημοψήφισμα το 1992 – όπως και το 1920 απέρριψε με τον ίδιο τρόπο τη συμμετοχή της στην Κοινωνία των Εθνών (Huber 1968, σ.6) – και όντας μια χώρα αυτόνομη και ελάχιστα εξαρτημένη από τον εξωτερικό παράγοντα, απολαμβάνει σημαντικά δημοκρατικά προνόμια, σε αντίθεση με τα περισσότερα κράτη μέλη της Ε.Ε. Πάνω από 30 δημοψηφίσματα διεξάγονται κάθε χρόνο, έπειτα από συλλογή υπογραφών, περιορίζοντας έτσι την ισχύ του κοινοβουλίου και των κομμάτων, ενώ οι κυβερνήσεις έχουν πολλές φορές υπαναχωρήσει στη λαϊκή ψήφο, αποσύροντας νομοσχέδια που δεν επείγουν, είτε έχουν τη δυνατότητα να αναθεωρούν το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα της χώρας (Kriesi & Trechsel 2008, σ.34 / Huber 1968, σ.24-25). Οι λαϊκές πρωτοβουλίες δίνουν πάντα τον τελευταίο λόγο στην ομοσπονδιακή χάραξη πολιτικής, ενώ μπορούν ανά πάσα στιγμή να αποτρέψουν την ψήφιση νόμων ασκώντας veto (Kriesi & Trechsel 2008, σ.56 / Huber 1968, σ.26). Τα Καντόνια, και κυρίως οι δήμοι και οι κοινότητες, διατηρούν μια δική τους αυτονομία – εγγυημένη από το άρθρο 47 του Ομοσπονδιακού Συντάγματος – σε ότι αφορά τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για θέματα σχετικά με την τοπική άσκηση πολιτικής, παρά τις μακροοικονομικές προσπάθειες που ενδυνάμωσαν τον κεντρικό σχεδιασμό και τον συγκεντρωτισμό (Kriesi & Trechsel 2008, σ.35, σ.36, σ.55).

Αυτό που κατάφεραν οι Ελβετοί να αποφύγουν το 1992 είναι η αναδόμηση και εκ νέου διαστασιολόγηση του Ομοσπονδιακού συστήματος (βασική προϋπόθεση για την ένταξη της χώρας στην Ε.Ε.) πράγμα που ερχόταν σε αντίθεση με τη βούληση του εκλογικού σώματος (Aubert 1983, σ.211 / Kriesi & Trechsel 2008, σ.43), καθώς θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να θέσει σε κίνδυνο την αυτονομία των Καντονιών – τα οποία φυσικά μπορούν να χαράζουν τη δική τους δημοσιονομική πολιτική, καθώς και να ελέγχουν τον τοπικό τους προϋπολογισμό, ανεξάρτητα από το εθνικό σύστημα οικονομικής κατεύθυνσης (Kriesi & Trechsel 2008, σ.35) – περιορίζοντας έτσι σημαντικά δημοκρατικά δικαιώματα. Ας κάνουμε στο σημείο αυτό μια σύγκριση μεταξύ της «απομονωμένης» Ελβετίας και της δικτυωμένης Ιρλανδίας, μια χώρα που πληροί όλες τις διαδικασίες ένταξης στην Ε.Ε. Το Άρθρο 27 του Ιρλανδικού Συντάγματος προβλέπει αντίστοιχα δημοψηφίσματα για θέματα που κρίνονται εξέχουσας σημασίας (όπως οικονομική πολιτική, μεταναστευτικό, υπηκοότητα, διοίκηση, επικύρωση διεθνών συμφωνιών). Παρόλα αυτά η απόφαση του Ιρλανδικού λαού να απορρίψει διεθνείς και Ευρωπαϊκές συμφωνίες ουδέποτε κατέστη σεβαστή: η συνθήκη της Νίκαιας το 2001 απορρίφθηκε μαζικά από το εκλογικό σώμα. Επειδή όμως το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στρέφονταν ενάντια στο project της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, ο Ιρλανδικός λαός υποχρεώθηκε σε δεύτερο δημοψήφισμα που διεξήχθη ένα χρόνο αργότερα, όπου και έπειτα από κινδυνολογίες και απειλές, επικράτησε το ΝΑΙ. Παρομοίως και το 2007 με τη συνθήκη της Λισαβόνας, οι Ιρλανδοί αναγκάστηκαν να εισέλθουν στις κάλπες δύο φορές, πράγμα που δείχνει ξεκάθαρα ότι η δημοκρατία και η σταθερότητα που επικαλείται η Ε.Ε. δεν είναι απλά και μόνο a la carte, αλλά επί της ουσίας πρόκειται για μια οργανωμένη και νομιμοποιημένη μορφή τεχνοαυταρχικής αριστοκρατίας, η οποία τούτη τη στιγμή που διεξάγονται οι σημαντικές αυτές διαπραγματεύσεις αναφορικά με την Ελληνική κρίση χρέους δείχνει το πραγματικό της προσωπείο.

Οι επικριτές του Ελβετικού πολιτεύματος φυσικά λένε τα εξής: η Ελβετία στηρίζει τη δημοκρατία της σε μια οικονομική ευημερία (πράγμα που δεν υφίσταται – ούτε κατά διάνοια – στην Ελλάδα), στο διεθνές ξέπλυμα χρήματος και τον μη έλεγχο των τραπεζών. Σε ότι αφορά τα δύο τελευταία, είναι πράγματι αλήθεια ότι οι Ελβετικοί νόμοι συγκαλύπτουν σκάνδαλα τραπεζικά καθώς και φοροδιαφυγή, λειτουργούν ως πλυντήρια για απάτες ενώ την ίδια στιγμή παρέχουν και οικονομικό άσυλο σε διεθνείς εγκληματικές προσωπικότητες, πράγμα που αντιβαίνει μια από τις πιο βασικές προϋποθέσεις για δημοκρατία, την κοινωνική και πολιτική διαφάνεια. Ωστόσο, το γεγονός ότι το Ελβετικό πολίτευμα είναι σαφέστατα πιο δημοκρατικό από τα υπόλοιπα – και κυρίως από αυτά των χωρών μελών της Ε.Ε. – δε συνεπάγεται ταυτοχρόνως ότι η Ελβετία ζει σε κάποιο δημοκρατικό παράδεισο (για περισσότερα, άρθρο του Γιώργου Οικονόμου, «Το Ελβετικό πολίτευμα»). Σε ότι αφορά το πρώτο, την οικονομική ευημερία, με βάση τις στατιστικές τόσο του IMF, της CIA World Factbook, των Ηνωμένων Εθνών και της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι πλουσιότερες χώρες αυτή τη στιγμή είναι οι ΗΠΑ, και ακολουθεί η Κίνα, η Ιαπωνία και η Γερμανία, ενώ για το Global Finance (2009-2013) πρωτιά καταγράφει το Κατάρ, και ακολουθούν το Λουξεμβούργο και η Σιγκαπούρη. Αν η ευημερία αποτελεί βασική συνθήκη για την επέκταση της δημοκρατίας, τότε θα έπρεπε αντιστοίχως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και το Κατάρ να είχαν πολιτεύματα δημοκρατικότερα από αυτά που ήδη έχουν, πράγμα που φυσικά δεν ισχύει, πόσο μάλλον στην Κίνα και το Κατάρ. Ως εκ τούτου, η δημοκρατία (μέ ή χωρίς εισαγωγικά) στην Ελβετία δεν είναι αποτέλεσμα οικονομικών συνθηκών αλλά συγκεκριμένης πολιτικής κουλτούρας, χρόνια διαμορφωμένης, κάτι που σημαίνει ότι το σπάσιμο των εμποδίων που οδηγεί στην εδραίωση του πολιτεύματος αυτού θα πρέπει να συνοδεύεται και από κάποιο πρόταγμα για περαιτέρω κοινωνικές ελευθερίες και δημοκρατικές διεκδικήσεις.

Μύθος 2: Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί σανίδα σωτηρίας ενάντια στον καταστροφικό εθνικισμό, καθώς γεφυρώνει εσωτερικές συγκρούσεις μέσω της συνεργασίας των λαών, των ανοιχτών συνόρων και της διαπολιτισμικής επικοινωνίας. 

Όπως είχα γράψει και παλιότερα, βασική ιδρυτική αρχή της Ε.Ε. ήταν η αποφυγή μιας γενικευμένης σύγκρουσης μεταξύ των Ευρωπαίων λαών, στον απόηχο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου που – με βάση την κυρίαρχη λογική – τροφοδοτήθηκε από εθνικιστικά κινήματα και προστατευτικές πολιτικές οι οποίες οδήγησαν στην άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού, πράγμα που ευνόησε σταδιακά την ιδεολογική ηγεμονία του φιλελευθερισμού ως τη μόνη λογική απάντηση σε όλα τα προβλήματα (Levy 2002, σ.3), και κατ’ επέκταση την επιβολή του δόγματος ΤΙΝΑ, πάνω στο οποίο βασίστηκε ολόκληρο το Ευρωπαϊκό, τεχνοκρατικό οικοδόμημα. Η ιδέα όμως αυτή, της αποδόμησης του έθνους κράτους, της σταδιακής του εξασθένισης για χάρη μιας κεντρικής ηγεσίας με έδρα τις Βρυξέλλες όχι μόνο καταστρατήγησε βασικές πολιτικές ελευθερίες καθώς και θεμελιώδη κεκτημένα (όπως το παράδειγμα της Ιρλανδίας μας δίνει να καταλάβουμε, και αντιστοίχως οι ωμές παρεμβάσεις στις Κάνες το 2011) αλλά απεναντίας εξέθρεψε αντιδραστικές και ρατσίζουσες εθνικιστικές παρορμήσεις (για των οποίων την άνοδο θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε την οικονομική κρίση ως μοναδική αιτία). Οι λόγοι φυσικά ποικίλουν:
– Ο Eric Hobsbawm (1991) βασίζει τη γέννεση του πολιτικού εθνικισμού (civic nationalism) στη νεωτερικότητα, στη Γαλλική Επανάσταση συγκεκριμένα, όπου το Γαλλικό κράτος προσπάθησε να διαδώσει τη Γαλλική γλώσσα σε όλους τους κατοίκους της Γαλλικής επικράτειας (εθνο-γλωσσικός εθνικισμός), καλλιεργώντας μια ταυτότητα η οποία βασίστηκε στο αποικιακό πνεύμα και βοήθησε απλούς χωρικούς να μετατραπούν σε Γάλλοι πολίτες. Όπως ακριβώς η εθνική ταυτότητα καλλιεργήθηκε από τα πάνω, έτσι ακριβώς και η Ευρωπαϊκή ταυτότητα (στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής επέκτασης και ολοκλήρωσης) υπήρξε και αυτή με τη σειρά της δημιούργημα κάποιας πολιτικής ιντελιγκέντσιας, η οποία στόχευε ακριβώς στην εκμηδένιση της πρωταρχικής ταύτισης του ανθρώπου με το έθνος-κράτος, προς όφελος της «ευρωπαϊκής» ταυτότητας. Βέβαια, η καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης συνέβη σε κάποια χρονικά πλαίσια όπου οι Ευρωπαϊκοί πληθυσμοί δεν είχαν υιοθετήσει κάποια σταθερή και συμπαγή κοινή ταυτότητα ως σημαίνον, όπως αυτή του στο έθνους-κράτους που σταδιακά υποχωρεί για χάρη μιας νέας φαντασιακής σημασίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την έξαρση των ταυτιστικών κρίσεων, λόγω της εξασθένισης του αισθήματος του ανήκειν, και ως εκ τούτου, οι Ευρωπαϊκοί πληθυσμοί δίχως άλλοθι αναδιπλώνονται στον εαυτό τους (με μόνο τους οδηγό το φόβο). Αυτή η ταυτιστική κρίση δεν εκφράζεται μόνο μέσα από κάποια κοινωνική εσωστρέφεια, αλλά κυρίως ενισχύει τη διάλυση του κοινού κόσμου – που συνενώνει τους ανθρώπους στο δημόσιο πεδίο, τη σφαίρα της συνδιαμόρφωσης, αναπαράγοντας τον ιδιωτικό κανιβαλισμό των τελευταίων ετών.
– Όπως αναφέρει η Arendt (1976, σ.267-304) η εξασθένιση του έθνους-κράτους κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, είχε ως αποτέλεσμα την υποχώρηση και του πολιτικού εθνικισμού πράγμα που απέβη τραγικό για τους Εβραϊκούς πληθυσμούς, οι οποίοι στα πλαίσια του έθνους κράτους απολάμβαναν προστασία από πογκρόμ και διώξεις σε μια Ευρώπη που έβραζε από αντισημιτισμό. Οι νέοι εθνικισμοί (ως υποκατάστατα) που αναδείχθηκαν κατά τη διάρκεια αυτή, ήταν κατά βάση υπερ-εθνικοί, δαρβινοφυλετικοί (tribal nationalism) και βαθύτατα αντιεβραϊκοί, οδηγώντας στην αναρρίχηση ολοκληρωτικών καθεστώτων στην εξουσία, και στο ξέσπασμα του ΒΠΠ. Όπως τότε, έτσι και σήμερα, κάτω από την αιγίδα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στα πλαίσια του «ευρωκράτους» διαλύεται κάθε δεσμός του πολίτη με τους θεσμούς που – έστω και κατ’ επίφαση – εξασφαλίζουν βασικά δικαιώματα. Μπορεί σήμερα η εξασθένιση του έθνους-κράτους να μην περιορίζονται τα δικαιώματα των μειονοτήτων (καθώς οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί προβλέπουν γι’ αυτά), ωστόσο βασικά κεκτημένα που ήταν συνδεδεμένα με τημ κεϋνσιανική του δομή (όπως βασικές κοινωνικές παροχές) χάνονται, αφήνοντας έτσι πληθυσμούς ευάλωτους στην αυθαιρεσία των αγορών, τη στιγμή που το Κοινωνικό Συμβόλαιο διαλύεται στα πλαίσια του ΤΙΝΑ (πάνω στο οποίο δομείται η σύγχρονη Ευρώπη υπερκράτος»).
– Η προσπάθεια ανάμειξης 27 διαφορετικών χωρών με διαφορετική ιστορία, ήθη, έθιμα κάτω από μια κοινή οικονομία, καθιστά τη διαπολιτισμική επικοινωνία αδύνατη. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθούμε στις αξίες κάτω από τις οποίες η πολυπολιτισμική Ευρώπη λειτουργεί, αξίες οικονομικές, ανταγωνιστικές, που προάγουν το κέρδος και τον ανταγωνισμό ως μοναδικά κριτήρια. Αυτός ο ανταγωνισμός, όμως, την ίδια στιγμή εκφράζεται και με χαρακτηριστικά έθνους ή φυλής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο οικονομικός ανταγωνισμός οδηγεί στην δαιμονοποίηση του λιγότερου ισχυρού: οι αδύναμες χώρες (όπως η Ελλάδα) θα βρεθούν ακριβώς κάτω από αυτό το στίγμα της δαιμονοποίησης, ενώ οι «οικονομικά ισχυρές» αποτιμώνται ως παραδείγματα προς μίμηση, στα πλαίσια του δαρβινιστικού νεωτερικού φαντασιακού που συνοδεύει την κυρίαρχη οικονομικοκεντρική ιδεολογική ηγεμονία, μια ηγεμονία που ταυτόχρονα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι και του Γερμανικού προτεσταντικού φαντασιακού όπως πολύ χαρακτηριστικά τονίζει ο Max Weber (1998), ενισχύοντας έτσι με αυτόν τον τρόπο τις πολιτισμικές διαφορές μεταξύ χωρών.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, ειρηνική διαβίωση δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί. Διότι η κοινωνική ειρήνη είναι απόλυτα συνυφασμένη με τη δικαιοσύνη, απαραίτητο συστατικό της οποίας είναι η (πολιτική, και κατ’ επέκταση οικονομική) ισότητα: διότι μεταξύ άνισων δεν υπάρχει δικαιοσύνη αλλά ισχύς όπως έλεγε και ο Θουκυδίδης. Ισότητα δεν μπορεί να υπάρξει πέρα από το πολιτικό πεδίο, όπου η βία αντικαθίσταται από το λόγο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ως εκ τούτου, καμία χώρα και κανένας λαός δεν έχει να κερδίσει τίποτα, πέρα από μια συνεχιζόμενη διαιώνιση της κοινωνικής μιζέριας, η οποία κανείς δεν ξέρει ποιά θα είναι η κατάληξή της, τη στιγμή που η Ευρώπη ως soft power μετατρέπεται σε ένα νέο Σοβιετικού τύπου καθεστώς.

Εν κατακλείδι

Συνεπώς, το Grexit, ή μια αναπόφευκτη διάλυση της Ε.Ε. (αναπόφευκτη όχι βάση ενός πιθανού Grexit, αλλά κυρίως λόγω της επικράτησης κομμάτων που επιδιώκουν μονομερή έξοδο από την Ευρωπαϊκή «οικογένεια» στις επόμενες εκλογές της Αυστρίας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας) δε θα πρέπει να μας τρομάζει και τόσο, όσο η συνέχεια της τοξικής αυτής ευρωιδεοληψίας που βυθίζει κοινωνίες στη δύνη της απελπισίας. Η περίφημη Ευρώπη των λαών που ονειρεύονται ορισμένοι δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η Ευρώπη του απο-συγκεντρωτισμού, δίχως αυτό φυσικά να σημαίνει ότι η επιστροφή στο έθνος κράτος αποτελεί εξιδανίκευση, όσο και αν – για την ώρα τουλάχιστον – πρόκειται για ένα πιο ουσιαστικής σημασίας βήμα. Για την ώρα, γνωρίζουμε ότι δεν είναι εφικτό να μεταρρυθμιστεί αυτός ο γραφειοκρατικός μηχανισμός προς κάτι καλύτερο, καθώς οι δομές του είναι τόσο συγκεντρωτικές και τεχνοελιτίστικες που αδυνατούν να εσωτερικεύσουν και να προβάλουν τη γενική λαϊκή βούληση. Συνεπώς, η Ε.Ε. δεν έχει άλλο παρά να (αυτο)διαλυθεί, αλλά η «επόμενη μέρα» θα πρέπει να συνοδεύεται ρητά από κάποιο πρόταγμα που θα θέτει ως στόχο του τη δημοκρατία, τη δημιουργία ανοικτών δικτύων αλληλεγγύης και πολιτισμικής επαφής των λαών που, ταυτόχρονα, θα ασκεί έλεγχο με στόχο καμία τοπική απόφαση να μην μπορεί να παραβιαστεί από κεντρικούς μηχανισμούς και για κανέναν λόγο. Για να  φτάσουμε, όμως, στο  σημείο αυτό θα πρέπει αρχικά να έρθουμε σε ρήξη με κάθε είδους ιδεολογικό μας αποκούμπι, και κυρίως τον φιλο-ευρωπαϊκό φετιχισμό που αναμασούν αριστεροί και δεξιοί δονκιχωτιστές.

Αναφορές
Arendt, H., 1976. ​The Origins of Totalitarianism. ​6th ed. USA: A Harvest Book.
Aubert, J.F., 1983. Expos ́e des institutions politiques de la Suissea partir de quelques affaires controverses, 2nd edition. Lausanne: Payot.
Hobsbawm, E. J. 1., 1991. Nations and nationalism since 1780: Programme, myth, reality. Canto ed. Cambridge: Cambridge University Press.
Huber, H., 1968. How Switzertland is Governed. Switzerland: Schiweizer Spiegel Vergal.
Kriesi, H., & Trechsel, Α., 2008. The Politics of Switzerland. Cambridge: Cambridge University Press.
Levy, C., & Roseman, M…. 2002. ​Three Postwar Eras in Comparison. ​London: Palgrave.
Weber, M., 1998. The Protestant ethic and the spirit of capitalism. 2nd Roxbury ed. Los Angeles: Roxbury Pub.

Η Ευρώπη του νέου εθνικισμού και η σημασία της αναδυόμενης αριστεράς

SANYO DIGITAL CAMERA

Του Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, μετά την πτώση του τείχους στο Βερολίνο το 1989, προκύπτουν νέα γεωπολιτικά σενάρια. Σενάρια που προηγουμένως ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς. Από τη στιγμή εκείνη, σταδιακά αναδύεται ένα νέο είδος τοπικισμού στην Ευρώπη. Σύντομα πραγματοποιείται μια ρήξη ανάμεσα στη ιδέα της ενωμένης Ευρώπης των εθνών κρατών (η οποία αναπτύχθηκε κατά τις δεκαετίες του ΄70 και ’80) και σε αυτή της νέας ιδέας που αναπτύσσεται κατά την δεκαετία του ΄90.  Η αρχική θεώρηση, (η οποία είχε ως προϋπόθεση την προστασία και ανάδειξη των επιμέρους παραδόσεων, και των τοπικών ταυτοτήτων), έρχεται σταδιακά σε αντιπαράθεση με μια ενοποιητική διαδικασία με τάσεις ομογενοποίησης, εξομάλυνσης και ισοπέδωσης. Η αρχική θεώρηση στηρίχτηκε στην ανάδειξη της ποικιλομορφίας, των πολυπολιτισμικών κοινωνιών, του σεβασμού των επιμέρους ιδιαιτεροτήτων και ταυτοτήτων. Υπό αυτή την αρχική άποψη, η συνύπαρξη και συμβίωση, διαφορετικών μεταξύ τους στοιχείων, νοείται ως θετική και όχι ως αρνητική αξία.

Πρωταγωνιστές αυτής της ευρωπαϊκής οπτικής υπήρξαν κυρίως τα αριστερά κινήματα στη Γαλλία και Γερμανία, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (Sdp) καθώς και οι Πράσινοι. Στη συνέχεια η πορεία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, περνά στα χέρια της δεξιάς. Η νέα ιδέα που προκύπτει είναι βασισμένη στην αντίθεση ανάμεσα στα εθνικά κράτη και τα περιφερειακά κράτη, έχοντας ως στόχο την δημιουργία όχι πλέον μια Ευρώπης εθνών κρατών, αλλά μιας ομοσπονδιακής ένωσης περιφερειακών κρατών. Κριτήριο συνένωσης των Ευρωπαϊκών περιφερειών γίνεται πλέον η εθνική ομογενοποίηση, η οποία χρησιμεύει και στοχεύει στην χάραξη νέων πολιτικών συνόρων στην Ευρώπη. Το αφήγημα αρχίζει να αλλάζει, καθώς από τις πολυπολιτισμικές κοινωνίες, την αποδοχή και τον σεβασμό της διαφορετικότητας, περνάμε τώρα στον εθνοπλουραλισμό.

Ο εθνοπλουραλισμός βασίζεται στην ιδέα ότι είναι απαραίτητη η αξιοποίηση των μεμονωμένων ταυτοτήτων, σε αντιπαράθεση με την ενοποιητική διαδικασία, που, για να διατηρηθεί η καθαρότητα του κάθε λαού, θεμελιώδης αρχή είναι αυτός ο λαός να είναι ομοιογενής στο εσωτερικό του. Μόνο ο διάλογος και η αντιπαράθεση μεταξύ ομοιογενών λαών  – ως περιφερειακά κράτη αυτή τη φορά –  μπορεί να περισώσει την ταυτότητά τους και επομένως να αποτρέψει αυτό που η νέα δεξιά ονομάζει εθνοκτονία. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά: σύμφωνα με την ιδέα της νέας δεξιάς, η Ευρώπη των περιφερειών τείνει να αποκλείσει, να διαχωρίσει, ενώ η αρχική ιδέα είχε ως βασική της οπτική, την συγκατοίκηση πολλαπλών εθνικών ταυτοτήτων, πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων και συστατικών στοιχείων.

Η θεωρητική βάση της νέας αυτής ιδέας βρίσκεται στον εθνικό φεντεραλισμό. Ήδη από το 1968 ο θεωρητικός Guy Héraud στο βιβλίο του «Les principes du federalisme et la Federation europeenne» μιλούσε για την γέννηση μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας Ομοιογενών Περιφερειακών Κρατών. Η ιδέα επομένως ξεκινάει αδύναμα από τη Γαλλία, μεταφέρεται στη συνέχεια και ενισχύεται από τη Γερμανία και την Αυστρία, όπου και αρχίζει η συζήτηση περί της Ευρώπης των περιφερειών και η δημιουργία μιας σαφούς πολιτικής θεωρίας. Το 1977 η Βαυαρία χρηματοδοτεί τη γέννηση ενός σχεδίου που αργότερα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το θεωρητικό κέντρο της Ευρωπαϊκής ομοσπονδιοποίησης, το οποίο βασίζεται στον εθνικό φεντεραλισμό. Αυτό δεν είναι άλλο από το Διεθνές Ινστιτούτο Interreg. Η Βαυαρία μέσω της εξωτερικής της πολιτικής, αποκτά έτσι σημαντικότατο και κεντρικό ρόλο στη προώθηση αυτού του είδους Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (των εθνικών περιφερειών) και στην μετάγγισή του στα ανώτατα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα (Ευρωπαϊκό συμβούλιο και Ευρωκοινοβούλιο). Η Βαυαρία έχει κάθε λόγο να προωθήσει την Ευρώπη των περιφερειών, άλλωστε δεν θα την ωφελούσε μια πολιτική ένωση της Ευρώπης, καθώς έτσι ο πολιτικός της ρόλος σταδιακά θα υποβαθμιζόταν. Η Βαυαρία θέλει να μετράει η γνώμη της και σε πολυάριθμες περιπτώσεις θα αντιταχθεί έντονα σε όποιες θεωρήσεις είναι αντίθετες με τις δικές της.

Οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεξιάς εκφράζονται πλέον ανοιχτά, για τους έθνο-φεντεραλιστές όλες οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες δημιουργούν συγκρουσιακούς μηχανισμούς, επομένως αυτές οι κοινωνίες δεν μπορούν να κυβερνηθούν αποτελεσματικά και να ελεγχθούν πολιτικά. Έτσι οι ευρωπαϊκές περιφέρειες γίνονται φορείς προώθησης της ιδέας ενός μοντέρνου τρόπου αυτοκαθορισμού. Σταδιακά η ένταξη μια ευρωπεριφέρειας παύει να έχει ως μοχλό την εθνική της υπόσταση, αλλά πολύ περισσότερο το ενδιαφέρον της για το οικονομικό της μέλλον. Εδώ ο ρόλος των πολυεθνικών και του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι τεράστιας σημασίας. Ένα από τα δημόσια γεγονότα όπου φαίνεται πως η Ευρώπη των περιφερειών γίνεται κτήμα της νέας δεξιάς (συμπεριλαμβανομένης της ρεβανσιστικής δεξιάς) είναι η διαδήλωση του 1991 στο Brennero της Ιταλίας, όπου και εκφράζεται η ιδέα της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας του Τυρόλο, ως μέσο αυτοκαθορισμού και επομένως ως μοχλός άσκησης πίεσης για την προσάρτηση και επιστροφή της Άνω Αδίγης (Alto Adige) στην Αυστρία.

Το ισχυρό στοιχείο για την αποκατάσταση της ιδέας του λαού, που δεν νοείται πλέον ως μια κοινότητα που βασίζεται σε αυτόνομες-αυτόβουλες δράσεις και επιθυμίες (ιδέα που έρχεται από τη Γαλλική Επανάσταση), είναι η θεώρηση μιας κοινότητας με κοινή ιστορία, γλώσσα, παράδοση, και κοινό αίμα. Αυτή η ιδέα στηρίζεται στην εκμετάλλευση και τον αποπροσανατολισμό ο οποίος σχετίζεται άμεσα με την – απολύτως δικαιολογημένη – δυσφορία που υπάρχει σε σχέση με την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Έτσι η πορεία αυτή οδηγεί στη γέννηση ενός νέου «από τα κάτω» εθνικισμού, που αφελώς κάποιοι πιστεύουν ότι στον 21ο είναι και ο μόνος υπερασπιστής της «εθνικής ταυτότητας», ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Έτσι προκύπτουν παραπλανητικές εκφράσεις του τύπου: «Είμαστε η απάντηση στην ομογενοποίηση της οικουμένης σε άμορφο χωνευτήρι των λαών μέσω της μετανάστευσης και του καταναλωτισμού». Πλέον, για τον νέο αυτό εθνικισμό, η  μόνη δυνατή συνύπαρξη είναι μεταξύ όμοιων και μέσα σε μια δεδομένη γεωγραφική περιοχή. Αυτό ισχύει και με όρους οικονομίας, όπου ο μόνος τρόπος είναι «ο καθένας στα του οίκου του και όπως θέλει» αρκεί να μην συγκρούεται, τουλάχιστον ανοιχτά, με την γενική εθνοπλουραλιστική ιδέα.

Πρόκειται για μια νέα μορφή εθνικού ρατσισμού από μια νέα δεξιά. O Γάλλος πολιτικός επιστήμονας Pierre-André Taguieff τον ορίζει ως “Differentialist Racism”. Η νέα αυτή δεξιά εκφράζεται με ρητορικές και συνθήματα που βασίζονται στη συγκάλυψη, και συχνά είναι πολύ δύσκολο να δούμε ότι προέρχονται όντως από τα δεξιά. Η μεγάλη ικανότητα και οι ενισχυμένες δυνατότητες διείσδυσης στους πληθυσμούς έγκειται στο γεγονός ότι τα συνθήματα και οι ρητορικές αυτές είναι εντέχνως διφορούμενες. Βασικά, η νέα δεξιά είναι μεταμφιεσμένη, με όρους τοπικισμού, και καταφέρνει να έχει μια ισχυρή δυνατότητα διείσδυσης, σαφώς μεγαλύτερη από εκείνη της παραδοσιακής δεξιάς της εθνικιστικής, κρατικιστικής, συγκεντρωτικής. Δημιουργείται έτσι μια καταλυτική ικανότητα δημιουργίας συναινέσεων που ή παραδοσιακή δεξιά δεν μπορούσε να δημιουργήσει. Η πολιτική και πολιτιστική μάχη κατευθύνεται τώρα προς την αντιμετώπιση της «εθνικής μόλυνσης» από ξένα μη αφομοιώσιμα σώματα που ενώ έχουν κάθε δικαίωμα να υπάρχουν πρέπει ωστόσο να μην βρίσκονται αναμεσά μας. Ενώ ο παραδοσιακός ρατσισμός έτεινε να καταρτίσει μια ιεραρχία των φυλών, αυτός ο νέος ρατσισμός υπερτονίζει και αξιοποιεί τις διαφορές τους: είναι λοιπόν – για τη νέα αυτή δεξιά – σωστό και δίκαιο να υφίσταται αυτή η πολυπολιτισμικότητα των λαών, αρκεί αυτοί να παραμένουν φυσικά διαχωρισμένοι. Οποιαδήποτε διαδικασία εξασφάλισης πολιτικών δικαιωμάτων, για παράδειγμα στους Τούρκους της Γερμανίας, θεωρείται αρνητική, επειδή η ενσωμάτωση αυτή οδηγεί στην αποσταθεροποίηση της πολιτισμικής ταυτότητας του αρχικού και γνήσιου λαού, επομένως καθιστά δύσκολο και τον πολιτικό έλεγχό του. Σύμφωνα με αυτή την οπτική πρέπει από τη μια να διασφαλιστεί η πολυπολιτισμικότητα, αλλά μέσω ενός μηχανισμού εδαφικού αποκλεισμού, δηλαδή σε ένα δεδομένο χώρο (όποιος κι αν είναι αυτός, ελεύθερο κράτος της Βαυαρίας, ευρωπεριφέρεια στο Τυρόλο κ.λπ). Στην εθνοπλουραλιστική θεωρία της νέας δεξιάς, η φυλετικά βασισμένη σκέψη, που θεωρείται ξεπερασμένη, αντικαθίσταται από την έννοια της εθνικής κουλτούρας.

Από τους πρώτους, (ασφαλώς όχι ο μόνος) που κατανόησαν τους κινδύνους αυτής της νέας δεξιάς οπτικής είναι ο Ralf Dahrendorf, ο οποίος τόνισε την τάση για πολλαπλασιασμό των περιφερειών και τον κίνδυνο να βρεθούμε κάποια στιγμή «χωρίς Ευρώπη». Ο Dahrendorf υποστηρίξε πως το μόνο θεσμικό μοντέλο που εγγυάται εξίσου τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα είναι το ετερογενές εθνικό κράτος (όσες κι αν είναι οι εσωτερικές δυσκολίες που προκύπτουν από αυτό).  Όπως ιστορικά έχει επιβεβαιωθεί, παρατηρείται ότι η άνοδος του εθνικισμού στον Ευρωπαϊκό χώρο σημειώνεται σε περιόδους κρίσεως, πολιτικής, οικονομικής ή και κοινωνικής φύσης, αρκετά ιστορικά γεγονότα δείχνουν την ύπαρξη του φαινομένου αυτού, όπως η άνοδος της Ναζιστικής Γερμανίας, ή η άνοδος του Ιταλικού φασισμού. Άλλος ένας σημαντικός παράγοντας για την άνοδο των κεντροδεξιών, εθνικιστικών και  φασιστικών κινημάτων ήταν η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929. Στην σημερινή Ευρώπη της κρίσης αναδύονται νέες πολιτικές δυνάμεις με περισσότερα ή λιγότερα εθνικιστικά στοιχεία. Από τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή και τα διάφορα εθνικά μέτωπα στην Ελλάδα και το εξωτερικό (όπως το κόμμα της Λεπέν στην Γαλλία), το Κόμμα Ανεξαρτησίας Ηνωμένου Βασιλείου του Φάρατζ στην Αγγλία, το λαϊκίστικό κίνημα των πέντε αστέρων του Γκρίλο και η Λέγκα του Βορρά στην Ιταλία, τη φασιστική κυβέρνηση στην Ουκρανία στα ποικίλα άλλα εθνικιστικά, νεοναζιστικά και φασιστικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη. Με τις όποιες μεταξύ τους διαφοροποιήσεις (αν και σημαντικές) αυτά τα κόμματα και κινήματα δείχνουν (τουλάχιστον με τη ρητορική τους) να έχουν ως κοινό τους τόπο την ιδέα του εθνοπλουραλισμού. Από την Ευρώπη της νέας αυτής δεξιάς, δείχνει όλα να έχουν αφεθεί στον αυτοματισμό. Η μετατροπή της μεσογείου σε θαλάσσιο τάφο μεταναστών και η απουσία ενός σαφούς ευρωπαϊκού σχεδίου επίλυσης του μεταναστευτικού, είναι ενδεικτική της αδιαφορίας, τόσο των κεντροδεξιών όσο και των εθνικιστικών κομμάτων.

Αναμφίβολα ο δρόμος που δείχνει να έχει πάρει η Ευρώπη υπό την καθοδήγηση αυτής της νέας δεξιάς και υπό τις πιέσεις την νέας εθνικιστικής ακροδεξιάς, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Οι εντάσεις που δημιουργούνται από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, και ο τρόπος με τον οποίο τα εθνικιστικά κόμματα συνεχίζουν να αντιδρούν σε αυτές τις εντάσεις, η ανασφάλεια, η φτωχοποίηση, η αγανάκτηση του λαού από το υπάρχον σύστημα, η δίψα για απόδοση δικαιοσύνης σε όλα τα τραγικά λάθη των προγενέστερων κυβερνήσεων, αλλά και η διαφθορά στο κοινοβουλευτικό πολιτικό σύστημα και στην δικαιοσύνη, ενισχύουν ακόμα περισσότερο τέτοιες ιδεολογίες.

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι πολλά από αυτά τα νέα εθνικιστικά κόμματα της Ευρώπης, καταγγέλλουν γενικά και αόριστα τον κοινοβουλευτισμό και μιλούν για την ανάγκη αυτοκαθορισμού και υιοθέτησης αμεσοδημοκρατικών εργαλείων, όπως τα δημοψηφίσματα. Από την προσεκτική ανάγνωση του αφηγήματός τους προκύπτει ένας απροκάλυπτος δόλος και ένας επικίνδυνος καιροσκοπισμός. Ο υποτιθέμενος αυτοκαθορισμός παρουσιάζεται παραπλανητικά, ως κάποια μετεξέλιξη της ιδέας περί αυτονομίας. Από την άλλη η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί – πόσο μάλλον να εφαρμοσθεί – «αλά καρτ». Καθεμιά από τις θεμελιώδεις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της και ασφαλώς καμία από αυτές δεν μπορεί να αποκλειστεί κατά το δοκούν (δηλαδή όπως βολεύει κάθε φορά το όποιο κόμμα ή κίνημα). Ο κίνδυνος του πολιτικού «προσηλυτισμού» και του αποπροσανατολισμού (ανθρώπων που διαθέτουν επιφανειακή σχέση με την άμεση δημοκρατία) με επιχείρημα μια ακρωτηριασμένη και παραποιημένη «άμεση» δημοκρατία, είναι υπαρκτός και ιδιαίτερης σημασίας.

Δεδομένων των παραπάνω, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ανερχόμενο ισπανικό Podemos καθώς και άλλες νέες ευρωπαϊκές κινήσεις αριστερής χροιάς, (αν και εγκλωβισμένες στις κομματικές τους αγκυλώσεις και στον κοινοβουλευτισμό, όπως θα έλεγε και ο Ρομπέρτ Μισέλ) αντιπροσωπεύουν ένα νέο πολιτικό γεγονός στην Ευρώπη, που εκτός από το αίτημα για παύση της λιτότητας, θα μπορούσε να ανοίξει το διάλογο για την επαναφορά της αρχικής ιδέας περί Ευρωπαϊκής ενοποίησης, με αρχές τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, την πολυπολιτισμικότητα, την ισότητα, την ισονομία και τη δικαιοσύνη, σε αντιπαράθεση με τη σημερινή ιδέα που – σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση – οδηγεί μαθηματικά σε έναν νέο, γενικευμένο και επικίνδυνο ακροδεξιό εθνικισμό. Ενοποιητικό στοιχείο θα μπορούσε να αποτελέσει η εμπέδωση και προώθηση της υπόστασης του ανθρώπου ως πολίτη, ανεξάρτητα από τις πολιτισμικές και λοιπές του ιδιαιτερότητες. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ποια θα είναι η έκβαση αυτής της ανανεωμένης ευρωπαϊκής περιπέτειας, ούτε φυσικά ποια θα είναι η αντίδραση υπό την ηγεσία της νέας δεξιάς.

Το ζήτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν και είναι ιδιαιτέρως σύνθετο και προβληματικό ενώ «οι καιροί βαίνουν όλο και πιο πονηροί». Η προάσπιση ωστόσο των δικαιωμάτων της όποιας ευρωπαϊκής περιφέρειας, δεν μπορεί να γίνεται σε βάρος περιθωριοποιημένων μειονοτήτων ή και μεμονωμένων ατόμων, τα οποία – με την «λογική» της νέας δεξιάς και της ακροδεξιάς – πρέπει να αποκλείονται εξαναγκαστικά, στο όνομα μιας ομοιογένειας η οποία εξυπηρετεί – άκρως υβριστικά και απάνθρωπα – τον στενό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό έλεγχο των λαών από τους παλαιούς ή τους νέους «απελευθερωτικά πεφωτισμένους» ολιγάρχες.

Προοπτικές ανανέωσης και διεύρυνσης του Δημοκρατικού Εγχειρήματος

121226777]

Toυ Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Το παρόν κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια* προσέγγισης των προοπτικών για ανανέωση και διεύρυνση του αιτήματος των πολιτών για άμεση συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, τη θέσπιση και την εφαρμογή των νόμων. Η εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος – όπως αυτή διαμορφώθηκε και μέσα από της πλατείες των αγανακτισμένων του 2011 – είναι πολύτιμη και μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο σύμβουλο για την αποφυγή ατομικών/συλλογικών σφαλμάτων και παραλείψεων.

Πολλοί υπήρξαν οι παράγοντες που καθόρισαν την μετέπειτα πορεία του αιτήματος για άμεση Δημοκρατία, οι οποίοι και απέτρεψαν τη δημιουργία ενός ισχυρού και αυτόνομου Πολιτικού Σώματος…

Αρχικά οι κομματικές και οι συνδικαλιστικές αναμείξεις που είχαν σαν στόχο την οικειοποίηση ορισμένων δράσεων, συνέβαλαν καθοριστικά στον αποπροσανατολισμό και στην αποδυνάμωση του αιτήματος. Η θωράκιση ενός ανανεωμένου εγχειρήματος από κάθε είδους προσπάθεια κομματικής οικειοποίησης και εκμετάλλευσης μπορεί να το προστατέψει από τη φαγοκυττάρωσή του[1] από το αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα και κατ’ επέκταση από τη σταδιακή αποκινητοποίηση και εξαφάνισή του.

Παράλληλα η κατασταλτική κρατική βία σε συνδυασμό με τις αυτόκλητες δράσεις (υπερασπιστικού και/ή επιθετικού χαρακτήρα), οδήγησαν σε απονομιμοποίηση και αποδυνάμωση της μαζικότητας του κινήματος. Με τη σημερινή κυβέρνηση μπορεί να υπάρξει η προοπτική και το ενδεχόμενο, τουλάχιστον παροδικά, να αμβλυνθεί ο κατασταλτικός χαρακτήρας του κράτους που παραδοσιακά επέδειξαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Αν και θα ήταν υπερβολικό να μιλήσει κανείς για σιδηρά απολυταρχική στάση, αρκετές φορές, στο πρόσφατο παρελθόν, ξεπεράστηκε το σημείο ισορροπίας που διατηρεί ως κοινωνικά αποδεκτή την χρήση της νόμιμης κρατικής βίας. Είναι πιθανό η τρέχουσα κυβέρνηση να απαιτήσει λιγότερη εκχώρηση δικαιωμάτων από τον πολίτη προς όφελος της ευταξίας και της ασφάλειας [4]. Μία από τις κύριες μέριμνες επομένως θα πρέπει να είναι, η ειρηνική μαζικοποίηση ενός κινήματος το οποίο θα αυτό-προστατεύεται και δεν θα προσφέρει αφορμές για άσκηση κατασταλτικής βίας.

Τα κυρίαρχα ΜΜΕ έδρασαν κυρίως ανασταλτικά και αποπροσανατολιστικά παρά υποστηρικτικά. Ο επικοινωνιακός χάρτης σε ό,τι αφορά στην ελευθερία και την αμεροληψία των ΜΜΕ θα μπορούσε στο επόμενο διάστημα να αλλάξει προς το καλύτερο. Η συμβολή τους (αν και είναι πιθανό να παραμείνουν ή να μεταλλαχθούν σε φιλοκυβερνητικά) θα μπορούσε να αποδειχτεί θετική και ουσιαστική.

Ποικίλες ιδεολογικές μονολιθικότητες (ελευθεριακές, κομμουνιστικές, εθνικιστικές κλπ.) οδήγησαν σε κατακερματισμό, αναχωρητισμό και τελικά απομόνωση από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Η αναγέννηση αυτού του πολιτικού αιτήματος προϋποθέτει την Ένωση Πολιτών όπου κοινός στόχος θα είναι το Δημοκρατικό Εγχείρημα (ως θεσμική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος) και όχι η επικράτηση κάποιων ηγετικών φυσιογνωμιών και ιδεολογημάτων. Επομένως το ζητούμενο είναι ο κοινός στόχος και οι κοινός παρονομαστής και όχι οι διχαστικές διαφοροποιήσεις. Οι πιθανότητες επιτυχίας εξαρτώνται από την αναζήτηση της έλλογης σύνθεσης και της συλλογικής φαντασίας και όχι από την προσκόλληση σε ιδεολογικής φύσης εμμονές και δογματικούς ανταγωνισμούς.

Η πλήρης από-ιδεολογικοποίηση δεν είναι ούτε εφικτή ούτε κατ’ ανάγκη ωφέλιμη, η υπέρβαση όμως των ιδεολογικών κολλημάτων (σε ότι αφορά στη Δημοκρατία) είναι απαραίτητη.

Κοινός παρονομαστής σε αυτό το πολιτικό σώμα δεν μπορεί παρά να είναι το πολιτικό πάθος για ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη και έλεγχο της εξουσίας [2] [3]. Ένα πάθος το οποίο θα πηγάζει από τη βαθιά συνείδηση και πίστη στις τρείς αυτές θεμελιώδεις έννοιες καθώς και στην αναγκαιότητα για διαρκή έλεγχο της εξουσίας η οποία έχει μια έμφυτη ροπή στη διαφθορά. Το πάθος αυτό μπορεί να μετασχηματίσει ασύνδετες μάζες ανθρώπων που υποκινούνται κυρίως από ένστικτα σε πολίτες που θα ενεργούν βασιζόμενοι στη λογική.

Χωρίς αυτό το πάθος, η επικυριαρχία του πόθου για ατομική ευημερία (όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον καθένα) θα συνεχίσει να οδηγεί σε αντιφατικές στάσεις ζωής. Σε ανθρώπους δηλαδή που ενώ αναζητούν την ευημερία, πραγματώνουν την αδιαφορία και την ιδιώτευση παραδίδοντας το μέλλον τους σε αντιπροσώπους. Είναι ουσιώδης η αναγνώριση του ότι η ατομική ευημερία δεν μπορεί παρά να συμπορεύεται εξισωτικά με την συλλογική, καθώς και ότι δεν είναι συνώνυμο της επανάκτησης/αύξησης του επιπέδου κατανάλωσης, ούτε φυσικά μπορεί να επιτευχθεί με κάποιο μαγικό τρόπο, δεν γίνεται να προσφερθεί χωρίς προσωπική συμμετοχή και συλλογικότητα. Η συνεχής διεύρυνση της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας αποτελεί τραγικό και λυπηρό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Ο κίνδυνος κοινωνιών όπου ένα ελαχιστότατο ποσοστό πλουσίων και προνομιούχων θα ανησυχεί για την ασφάλειά του και ένα συντριπτικό ποσοστό ανθρώπων θα ανησυχεί τόσο για την ασφάλειά του όσο και για την επιβίωσή του, είναι ήδη ορατός.

Όταν μια κοινωνία πολιτών λειτουργήσει αυτόνομα σε μια δημόσια σφαίρα έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τους θεσμούς και τις δομές που την διέπουν, έτσι ώστε να αποφασίσει τι θα μεταβάλει, τι θα καταργήσει και τι θα αποδεχθεί[3]. Η πολιτική εξουσία όπως εκφράζεται μέσω της αντιπροσώπευσης εκμεταλλεύεται διαχρονικά το μονοπώλιο του ορισμού των εννοιών περί νομιμότητας, κοινού συμφέροντος επηρεάζοντας καταλυτικά το Λόγο του πολίτη έτσι ώστε αυτός να έρθει σε θέση ταυτόσημη με τη δική της [3][4]. Με αυτό τον τρόπο ο Συλλογικός Λόγος [3][4] παρουσιάζεται εσφαλμένα ως μια γνήσια σύνθεση του Ατομικού, ενώ στην πραγματικότητα διαμορφώνεται και κατευθύνεται από την ίδια την πολιτική εξουσία.

Άλλωστε οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις μεταθέτουν συνεχώς στο μέλλον (ενταφιάζοντας έννοιες όπως η κλήρωση και η ανακλητότητα) την ουσιαστική αναθεώρηση του Συντάγματος, τόσο σε ότι αφορά στις ασυλίες, την ατιμωρησία και τα προνόμια του πολιτικού προσωπικού όσο και σε ότι αφορά στην υιοθέτηση – έστω και αδύναμων – αμεσοδημοκρατικών εργαλείων. Ενδεικτική είναι η αναθεώρηση του 1986 κατά την οποία ο θεσμός του δημοψηφίσματος κατ’ ουσία απενεργοποιήθηκε καθώς πέρασε από τις προεδρικές εξουσίες στην κυβέρνηση. Το εγχείρημα επομένως, θα πρέπει να έχει ως βασικό του στόχο την μετουσίωση του παρόντος πολιτικού συστήματος. Οι πολιτειακές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και οι θεσμικές αλλαγές [2] μπορούν να επιτευχθούν μόνον εάν αποφασιστούν συλλογικά και αυτόνομα. Ώστε από αυτή την προσπάθεια να προκύψει ένα γνήσιο έργο σύνθεσης, ένα διηνεκές εγχείρημα για τη υπέρβαση και/ή συνάρθρωση των όποιων αντιφάσεων. Ο δρόμος προς τη Δημοκρατία για να μην αναιρεί την ίδια της τη φύση οφείλει να συνθέτει συλλογικά και να εξελίσσεται δυναμικά.

Η αντίληψη και η αποδοχή του γεγονότος ότι τα οικονομικής φύσης στοιχεία της σύγχρονης κρίσης είναι μόνο μερικά από τα συμπτώματα μιας χρόνιας, βαθύτερης και σύνθετης ασθένειας στενά συνδεδεμένης με την αντιπροσώπευση, χαράσσει το αρχικό και αναγκαίο τμήμα μιας διαδρομής που θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν πολιτικό τρόπο προσέγγισης με σκοπό την ίαση από την ασθένεια και όχι απλά την πρόσκαιρη ή ευκαιριακή αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της.

Εφόσον έχει εκχωρηθεί στην πολιτική εξουσία το δικαίωμα να δημιουργεί και να διαπραγματεύεται αξίες, θεσμούς, χρέη, δανεισμούς κ.λπ., ο πολίτης έχει κάθε δικαίωμα να επαναδιαπραγματευθεί το – εμφανώς πλέον – δυσλειτουργικό και μη συλλογικά ωφέλιμο κοινωνικό συμβόλαιο που έχει συνάψει μαζί της.

* Ο συντάκτης δεν φιλοδοξεί να υποδυθεί τον Κύριο των εννοιών ούτε ασφαλώς τον ειδικό. Το κείμενο αυτό αποτελεί μια προσπάθεια αναζήτησης, μελέτης, κατανόησης, σύνθεσης και προσέγγισης της Δημοκρατίας.

[1] Ο όρος φαγοκυττάρωση χρησιμοποιείται εδώ μεταφορικά. Ορίζεται ως εγκόλπωση οργανικών ή ανόργανων σωματιδίων από τα φαγοκύτταρα και προϋποθέτει καταρχήν, την αναγνώριση αυτών των σωματιδίων ως ξένων.

[2] Γιώργου Ν. Οικονόμου. «Άμεση Δημοκρατία, αρχές επιχειρήματα, δυνατότητες» Εκδόσεις Αθήνα 2014, Εκδόσεις Παπαζήση.

[3] Κορνήλιου Καστοριάδη, «Η Ορθολογικότητα του Καπιταλισμού», Αθήνα 1998 εκδ. Έψιλον και «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας», Αθήνα, 1985 (1978)

[4] Γιώργου Ν. Πολίτη «Το δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής – Η νόμιμη άμυνα στην αυθαίρετη εξουσία», Αθήνα 2012, Εκδόσεις Ψυχογιός.

Στείλτε την υπόλοιπη Ακρόπολη στο «Βρετανικό» Μουσείο

greek

Ή αλλιώς για την επανοικειοποίηση του παράλογου…

Τα show με τις γαλανόλευκες και οι σεντονοφορεμένες πομπές μπροστά στα μουσειακά εκθέματα, τα Χελίν (Hellene) που βιντεοσκοπούνται με φόντο την Ακρόπολη, oι προπαγανδιστικές φωτογραφικές δημιουργίες για την επιστροφή της ξενιτεμένης Καρυάτιδας αποδίδουν γλαφυρά (και φαίνεται πως δεν εξαντλούν) τον ζήλο του εθνικιστικού όχλου για εθνική ψυχική ανάταση. Tο επιχείρημα της ιστορικής συνέχειας είναι ατράνταχτο στο μυαλό των υπέρμαχων της απανταχού προγονοπληξίας: τα βιολογικά χαρακτηριστικά των νεοελλήνων είναι ίδια με αυτά ανθρώπων που έζησαν πάνω από 2000 χρόνια πριν (αντίο βιολογία, ιστορία και εθνολογία), τα λαϊκά (χριστιανικά) έθιμα (τα κάλαντα, η βάφτιση, τα αναστενάρια, τα αυγά του Πάσχα κ.α.) αντιστοιχούν ένα προς ένα με αρχαιοελληνικά έθιμα που έφτασαν σε μας σχεδόν άθικτα μέσα από τους αιώνες (αντίο λαογραφική έρευνα). Μήπως και  το ζεϊμπέκικο, ο καρσιλαμάς, το τσάμικο, το τσιφτετέλι είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τις αρχαιοελληνικές μουσικές κλίμακες; Θάνατος και στη μουσικολογία !

Το εθνικιστικό ναρκισσιστικό κιτς φυσικά δεν σταματά εδώ: ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός έχει κληρονομήσει αυτούσια την αρχαιοελληνική παράδοση. Αλλά φυσικά δεν διευκρινίζεται πουθενά μέσα στις εθνικιστικές φανφάρες τί ακριβώς κληρονόμησε από την αρχαία Ελλάδα: την (άμεση) δημοκρατία όπως εκφράστηκε μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες του προηγούμενου αιώνα ή τους δούλους στα νοικοκυριά που κατά βάση αντιπροσωπεύει τις σύγχρονες (και όχι μόνο) σχέσεις μισθωτής σκλαβιάς και την αυστηρή ιεραρχία; Όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα για την ώρα. Διότι, όπως λέει άλλωστε και κάποιος λαϊκός βάρδος: «δώσαμε τα φώτα / η Ελλάς δεν είναι κότα», και ως εκ τούτου όλοι οφείλουν να υποκλίνονται μπροστά σε τούτη την πολιτισμική κληρονομιά που κουβαλάμε στις πλάτες μας, κυρίως αυτοί οι Τούρκοι, οι Αλβανοί, οι Βούλγαροι και οι Μακεδόνες (εμ… καλά οι Σκοπιανοί ήθελα να πω) που μέρα και νύχτα παραμονεύουν να μας κατακτήσουν. Βέβαια, το σύγχρονο ελληνικό κράτος υπήρξε πάντα το θύμα και ποτέ ο θύτης ή συνεργός αποικιοκρατικών και ιμπεριαλιστών πολιτικών (αντίο ξανά ιστοριογραφία).

Για να λέμε όμως τα πράγματα με τ’ όνομά τους, ο Ελληνισμός σήμερα κινδυνεύει άμεσα από αυτήν την παγκόσμια Σιωνιστική συνωμοσία που στόχο έχει να διαλύσει τις εθνικές ταυτότητες και να υποδουλώσει την ανθρωπότητα. Το είπε άλλωστε και ο Κίσιντζερ ότι είμαστε λαός αναρχικός που δεν δαμάζεται εύκολα, άρα η μόνη λύση είναι να εκμηδενιστούν οι εθνικές μας παραδόσεις προκειμένου η Διεθνής Νέα Τάξη Πραγμάτων να πραγματώσει τα σχέδιά της που συνεχώς χαλάμε εμείς όντας ένας λαός περιούσιος! Μάλλον έτσι εξηγείται και η περίπτωση του Παστίτσιου: πρόκειται για ένα ακόμα δημιούργημα αυτής της (εβραιο)σατανικής λυκοσυμμαχίας που έχει οδηγήσει τους νέους μακριά από τον δρόμο του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού (δυο έννοιες καθόλου αντιφατικές όπως είπαμε και πιο πάνω), βεβηλώνοντας τα ιερά και ακούγοντας ξένα τραγούδια (που οι δημιουργοί τους δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, aka Σατανιστές). Και φυσικά, αν πιστεύεις ότι η δήλωση αυτή (του Κίσιντζερ) είναι ψεύτικη τότε σε πληρώνει ο Σόρος και οι εβραιομασώνοι. Διότι ο άνδρας αυτός έχει (κάπου, κάπως) εβραϊκές ρίζες, πράγμα που αποτελεί αυτούσια απόδειξη ενοχής (αντίο λογική, αντίο έννοιες όπως στοιχεία και αποδείξεις για τις οποίες άνθρωποι πέθαναν μέσα σε μπουντρούμια πριν από μερικούς αιώνες). Έχει άραγε η φαιδρότητα τα όριά της (που όταν τα ξεπερνάει καταλήγει στη σχιζοφρένεια) ή πρόκειται για ανεξάντλητη πηγή εφευρετικής ανοησιολογίας που εμπεριέχει πάντα ένα στοιχείο μαύρης κωμωδίας;

Το ζητούμενο φυσικά ποιό είναι; Ότι η εμμονή με την «κλοπή» των μαρμάρων (καθώς και με την άρνηση των Βρετανών πολιτικών να δεχθούν το αίτημα επιστροφής) πηγάζει ακριβώς από αυτόν τον παραλογισμό: «οι ξένοι μας ζηλεύουν και δεν έχουν ιστορία όπως εμείς» (αλλά δυστυχώς μας επιβουλεύονται οι Εβραίοι – όπως επικαλείται και ένας μάγος της σκέψης που διατείνεται ότι ξέρει όλη την αλήθεια για αυτούς τους τρισκατάρατους – κι έτσι δεν μπορούμε με την ιστορία αυτή των τριών χιλιάδων χρόνων να γίνουμε ένα έθνος ισχυρό, όπως τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου). Δεν υποκλίνονται στο μεγαλείο μας! Είναι αχάριστοι! Μας χρωστάνε πολιτισμό και αντί να μας προσκυνούν μας επιβουλεύονται και μας μισούν από φθόνο και φόβο μήπως και βρούμε πάλι τη χαμένη μας δύναμη και κατακτήσουμε τον κόσμο, κάνοντάς τους σκυλιά στα πόδια μας!

Έτσι λοιπόν, και εφόσον ο εθνικιστικός θίασος αυτής της χώρας (όπως και κάθε χώρας φυσικά) έχει επιλέξει να αγνοήσει τη φιλοσοφία (και φυσικά την αυτοψυχανάλυση) όπως και την τεκμηριωμένη αντίληψη για την εξέλιξη των (καλών) τεχνών, εφόσον το αυτονόητο μπορεί να οριστεί με τα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα της επαναλαμβανόμενης θυμικής αοριστολογίας και της μίζερης μικροαστικής μεμψιμοιρίας, είναι καιρός να αποχαιρετήσει και την γλυπτική, την ιστορία της τέχνης και την αρχαιολογία, στέλνοντας και τα υπόλοιπα κτίρια της Aκρόπολης στο «Βρετανικό» (φυσικά με πολλά εισαγωγικά) μουσείο. Ναι, μόνο τέτοιου είδους απαντήσεις ταιριάζουν σε όλη αυτή την παραληρηματική κίνηση θυματικής απογοήτευσης και ανομολόγητης ταύτισης με την έννοια της εθνικής οικογένειας, η οποία τρέφεται από την αυτολύπηση και την νοσταλγία για μια υποτιθέμενη χαμένη αξιοπρέπεια που υποτιθέμενα εκκολάπτει κάποια ευγενή συλλογικά (ή εθνικά) χαρακτηριστικά.

Η ιστορική ορθότητα δεν μπορεί να είναι προνόμιο κανενός κράτους, καθώς όπως εύστοχα σημειώνει ο Ernest Renan, “μέρος της ύπαρξης ενός έθνους είναι η λάθος αντίληψη για την ιστορία του” [1]. Το ξεπέρασμα της εθνικιστικού ναρκισσιστικού συμπλέγματος που διακατέχει μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και ιδιαίτερα την κρατική της πολιτική (ως συνέπεια) δεν μπορεί παρά να απαιτεί μια γενικότερη ανακατάταξη των θεμελιακών αξιών, συμπεριλαμβανομένης και μιας διαδικασίας αποφετιχοποίησης, αποδέσμευσης από αντικείμενα-ιδέες συμπλεγματικής ταύτισης (πατρίδα, θρησκεία, ιστορική συνέχεια κ.α.). Η πρόταση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια ομαδικής ψυχανάλυσης, όχι υπονοώντας πως ο ελληνικός λαός ως τέτοιος αποτελεί μια οντότητα που τις περισσότερες φορές δρα και σκέφτεται ομαδόν και ομοιόμορφα, αλλά αναγνωρίζοντας πως η χρόνια επίδραση ιδεών μέσα από κρατικούς φορείς ή κοινωνικά μορφώματα (το εκπαιδευτικό σύστημα, τα ΜΜΕ, η οικογένεια, τα πολιτικά κόμματα) έχει διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό τις κοινές συνιστώσες ετερόκλητων κοινωνικών ομάδων (π.χ. σύγκλιση αριστερών και δεξιών εθνικιστικών/αλυτρωτικών ρευμάτων).

Η απάντηση στην αποικιοκρατική λογική του Βρετανικού (ή όποιου) κράτους – που αναμφίβολα μάζεψε ό,τι μπορούσε από όπου πέρασε (και συνεχίζει να προσελκύει ανθρώπινο και υλικό δυναμικό ως απόρροια της εξωτερικής του πολιτικής εδώ και αιώνες) – δεν είναι ο σοβινιστικός παροξυσμός, η εμμονή στην σαθρή ιδέα της ιστορικής συνέχειας και η αναπαραγωγή θυματικών διεκδικήσεων για ζητήματα που η παγκόσμια ιστορική σκηνή έχει διευθετήσει εδώ και δεκαετίες ή αιώνες (λ.χ. το σταθερό μοτίβο διεκδίκησης πολεμικών αποζημιώσεων της Ελλάδας από τη Γερμανία). Η αντιμετώπιση του παγκόσμιου ηγεμονικού ρόλου των ισχυρότερων οικονομικά και γεωπολιτικά χωρών με περισσότερο σοβινισμό, συνωμοσιολογία και γραφικά καμώματα μπορεί μόνο να οδηγήσει σε εκμηδένιση κάθε δυνατότητας αμερόληπτης διαύγασης της πραγματικότητας και να συμπαρασύρει και μέρος της κοινής γνώμης που δεν διατρέχεται απαραίτητα από εθνικιστική υπεροψία αλλά τρέφει συναισθήματα συνάφειας με τον τόπο γέννησης.

Επί της ουσίας: το γεγονός της καταστροφής αρχαίων κτιρίων (από τον οποιοδήποτε ντόπιο ή μη) είναι αντικείμενο ιστορικής, αρχαιολογικής, καλλιτεχνικής (και πάνω απ’ όλα φιλοσοφικής/πολιτικής) μελέτης και δεν μπορεί να υποτάσσεται σε κάποια εθνικιστική μυθοπλασία αυτοθυματοποίησης και εξύψωσης του πεσμένου μας ηθικού. Τα κτίρια της Ακρόπολης καταστράφηκαν ή κινδύνεψαν να καταστραφούν πολλές φορές απ’ όσους πέρασαν από την Αθήνα κατά τα μεσαιωνικά και νεοτερικά χρόνια, μέχρι και τη δεκαετία του 1940. Ίσως η λιγότερο γνωστή περίπτωση είναι η πρόθεση του ΕΑΜ να ανατινάξει με δυναμίτη την Ακρόπολη κατά τα Δεκεμβριανά, με σκοπό να χτυπηθούν οι Βρετανοί στρατιώτες που είχαν στήσει το πυροβολικό τους στο λόφο (από το ντοκιμαντέρ Μηχανή του Χρόνου, Τα Δεκεμβριανά).

Αν το ζητούμενο είναι η γνώση του παρελθόντος μέσω της αρχαιολογικής έρευνας κι όχι η επιβεβαίωση μιας ψευδοακεραιότητας (εθνικής ή πολιτισμικής) ενάντια στην “αλλοδαπή επιβουλή”, η πιο δόκιμη απάντηση στο ζήτημα των γλυπτών του Παρθενώνα – πέρα από το περιπαικτικό και δηκτικό “στείλτε την υπόλοιπη Ακρόπολη στο Βρετανικό μουσείο” – θα πρέπει να εμπεριέχει τον επαναπροσδιορισμό των εννοιών του παράλογου και του λογικού, την κατεύθυνση του συναισθήματος προς την κατάρριψη της εργαλειακής ορθολογικότητας, και της λογικής προς την συγκράτηση της υπετροφίας του συναισθηματικού. Άλλωστε, κανένας δεν κατέχει τα εύσημα της ορθολογικότητας, της επιστημονικής αρτιότητας ή της ψύχραιμης κριτικής ικανότητας (η διττή έννοιας της ορθολογικότητας, όπως διαμορφώθηκε από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, εμπεριέχει και μια παράφρονα, “εργαλειακή ορθολογικότητα” [2] που υποτάσσεται στη λογική της απεριόριστης ανάπτυξης και της απόλυτης κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση, με τις αναμενόμενες θλιβερές συνέπειες), μήτε και το copyright του πολιτισμού!

Υ.Γ. 1
Από τις 94 σωζόμενες πλάκες της ζωφόρου του Παρθενώνα 36 βρίσκονται στην Αθήνα, 56 στο Βρετανικό Μουσείο – το οποίο καλό θα ήταν να μετονομαστεί σε Museum of World Heredity and Glodal Exhibits, δηλαδή Μουσείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς και Εκθεμάτων, αν θέλουν και οι ίδιοι οι Άγγλοι να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους πάνω απ’ όλα (λέμε τώρα) – και μία στο Λούβρο. Από τις 92 μετόπες, 39 βρίσκονται στην Αθήνα και 15 στο Λονδίνο. 17 εναέτια αγάλματα, μία Καρυάτιδα και μία κολόνα από το Ερέχθειο βρίσκονται επίσης στο Βρετανικό Μουσείο. Αρκετά λοιπόν είναι διαθέσιμα προς τέρψη των κατοίκων και των επισκεπτών και των δυο πόλεων. Η μετακίνηση τους θα μπορούσε να δικαιολογηθεί αν συντρέχουν καθαρά ερευνητικοί λόγοι (σίγουρα όχι για να “αστράψουν κάτω από τον υπέροχο Αττικό ουρανό”). Φυσικά, το ζήτημα περί συμπλήρωσης της Ακρόπολης μπορεί να τεθεί προς συζήτηση, δεδομένου ότι δεν διακατέχεται από υστερίες και εικονολατρικού τύπου επικλήσεις προς το παρελθόν (πράγμα που καθιστά κάθε συζήτηση αδύνατη, εφόσον η λογική δίνει τη θέση της στην προγονολατρική παραζάλη).

Υ.Γ. 2
Σύντομες απαντήσεις προς όλους τους διαδικτυακούς θαμώνες των εθνικιστικών ιστολογίων (όλων αυτών δηλαδή που διατείνονται ότι είναι «πατριωτικά» αλλά αυτή η εμφάνισή τους αποτελεί ένα μείγμα μεταμοντέρνου mall και γλοιώδους μικροαστίλας, σαν να έχει φτύσει ο Andy Warhol), και λοιπούς θιγομένους που τους σώθηκαν τα Lexotanil: Το κείμενο θεωρεί δεδομένο ότι α) τα αρχαιοελληνικά γλυπτά, κτίρια και γραπτά μετά από τόσους αιώνες έχουν περάσει πια στο public domain, τουτ’ έστιν ανήκουν σε όλους και όχι μόνο σε όσους έχουν γεννηθεί μεταξύ Κιλκίς και Κρήτης, β) πως ο ισχυρισμός άμεσης συγγένειας αρχαίων και νέων Ελλήνων (όπως και αρχαίων και νέων οποιασδήποτε εθνότητας) είναι άτοπος και επιστημονικά αστήριχτος.

Σημειώσεις
[1] Βλ. Eric J. Hobsbawm – Nations and Nationalism Since 1780
[2] Από το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη, Η Άνοδος της Ασημαντότητας.

Συνδιαμόρφωση: Σοφία Ζακάρη και Άρης Ελευθερούδης