Menu

EAGAINST.com

Zygmunt Bauman: Η επίθεση στο Charlie Hebdo και αυτό που αποκαλύπτει για την κοινωνία

bauman

Πηγή: Social Europe, μέσω After History.
Μετάφραση: Θώμη Γάκη

Ήσασταν μάρτυρας σε πολλές τραγωδίες του 20ου αιώνα- δυο πολέμους, το Ολοκαύτωμα και τον Σταλινισμό. Κατά τη γνώμη σας, ποια είναι η ιδιαιτερότητα της ισλαμικής εξτρεμιστικής απειλής με την οποία σήμερα είμαστε αντιμέτωποι;

Η πράξη της πολιτικής δολοφονίας είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η ανθρωπότητα και οι πιθανότητες να εξαλειφτεί αυτή η πράξη πριν από την ανθρωπότητα είναι ελάχιστες. Η βία είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι των διανθρώπινων ανταγωνισμών και συγκρούσεων οι οποίοι με τη σειρά τους είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης κατάστασης. Σε διάφορες όμως χρονικές περιόδους, οι πολιτικές δολοφονίες είχαν ως στόχους διαφορετικά είδη θυμάτων.

Έναν αιώνα πριν βασικός στόχος ήταν κυρίως οι πολιτικοί – προσωπικότητες όπως ο Ζαν Ζωρές, ο Αριστίντ Μπριάν, ο Αβραάμ Λίνκολν, ο αρχιδούκας Φερδινάνδος και πολλοί άλλοι. Άνθρωποι με διαφορετικές ιδεολογίες και σε διαφορετικά σημεία του πολιτικού φάσματος που όμως όλοι τους κατείχαν ή προοριζόντουσαν για να κατέχουν πολιτική εξουσία. Εκείνη την εποχή ήταν ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι με τον θάνατό αυτών των προσώπων ο κόσμος (ή η χώρα) θα γλίτωνε από την πηγή των προβλημάτων του και θα στρεφόταν σε κάτι καλύτερο – μια πιο φιλική και άνετη κατάσταση.

Το Σεπτέμβρη του 2001 οι πολιτικές δολοφονίες που διαπράχτηκαν είχαν ως στόχους όχι συγκεκριμένες, αναγνωρίσιμες και διάσημες πολιτικές προσωπικότητες που βρίσκονταν στο προσκήνιο, αλλά ούτε και ανθρώπους που θεωρούνταν υπεύθυνοι για τα αδικήματα για τα οποία υποτίθεται ότι οι δολοφόνοι τους τιμωρούσαν. Στρεφόντουσαν αντίθετα εναντίον οικονομικών (η περίπτωση του Κέντρου Παγκόσμιου Εμπορίου) και στρατιωτικών (η περίπτωση του Πενταγώνου) δυνάμεων. Όπως ήταν φυσικό αυτό που έλειπε από την συνδυασμένη πολιτική δράση ήταν ένα κέντρο πνευματικής εξουσίας.

Όσον αφορά τις δολοφονίες στο Charlie Hebdo υπάρχουν δυο θέματα που την διαφοροποιούν από τις δυο προηγούμενες υποθέσεις (του Κέντρου Παγκόσμιου Εμπορίου και του Πενταγώνου):
Πρώτον: στις 7 Ιανουαρίου του 2015 οι πολιτικοί δολοφόνοι καθιέρωσαν ένα ιδιαίτερα προβεβλημένο είδος μέσων μαζικής ενημέρωσης. Είτε γνωρίζοντάς το είτε όχι, είτε βάση σχεδίου είτε ερήμην, οι δολοφόνοι υποστήριξαν – είτε ρητά είτε πλαγίως – την ευρέως διαδεδομένη δημόσια αίσθηση ότι η πραγματική εξουσία δεν βρίσκεται πλέον στα χέρια των κυβερνόντων αλλά στα κέντρα που θεωρούνται υπεύθυνα για τον καθορισμό του δημόσιου ενδιαφέροντος και της κοινής γνώμης. Και ο στόχος της επίθεσης ήταν να υποδείξει ως ένοχους τους ανθρώπους που ασχολούνται με τέτοιου είδους δραστηριότητες και οι οποίοι έπρεπε να τιμωρηθούν επειδή προκάλεσαν την πικρία, την μνησικακία και την επιθυμία για εκδίκηση των δολοφόνων.
Δεύτερον: παράλληλα με την στοχοποίηση μιας άλλης θεσμικής σφαίρας, αυτής της κοινής γνώμης, η ένοπλη επίθεση εναντίον του Charlie Hebdo ήταν επίσης μια πράξη προσωπικής βεντέτας (η οποία έχει τις ρίζες της στο πρότυπο που είχε θέσει ο Αγιατολαχ Χομεϊνί όταν με απόφασή του (Fatva) το 1989 καταδίκασε σε θάνατο τον Σαλμάν Ρούστνι(Salman Rushdie). Εάν η φρικαλεότητα της 11ης Σεπτεμβρίου συμφωνούσε με την τάση της «αποπροσωποποίησης» της πολιτικής βίας που επικρατούσε την περίοδο εκείνη (ακολουθώντας τον κατά μια έννοια «εκδημοκρατισμό» της βίας που προωθούσαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία αφιέρωναν την προσοχή τους σε ένα θέμα ανάλογα με την ποσότητα των θυμάτων, τα οποία ήταν κυρίως άγνωστος και τυχαίος κόσμος, και τον όγκο του αίματος που χυνόταν), η βαρβαρότητα της 7ης Ιανουαρίου αποτελεί το επιστέγασμα της μακράς διαδικασίας της αποσταθεροποίησης- στην πραγματικότητα της «αποασυλοποίησης», εξατομίκευσης και ιδιωτικοποίησης της ανθρώπινης κατάστασης, καθώς και της αντίληψης ότι οι δημόσιες υποθέσεις απομακρύνονται από την διαχείριση παγιωμένων συγκεντρωτικών οργάνων και εισέρχονται στη σφαίρα της ατομικής «πολιτικής ζωής» και μετατοπίζονται από την κοινωνική στην ατομική ευθύνη.

Στη σημερινή κοινωνία των πληροφοριών όπου κυρίαρχο ρόλο παίζουν τα ΜΜΕ, οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην κατασκευή και διανομή των πληροφοριών μετακινούνται ή έχουν ήδη μετακινηθεί στο κέντρο της σκηνής όπου το δράμα της ανθρώπινης συνύπαρξης σκηνοθετείται και εκτυλίσσεται.

Πολλά έχουν ειπωθεί σχετικά με αυτή την επίθεση: μια δίωξη των ιερών πολέμων μεταξύ των χριστιανών και των μουσουλμάνων, μια επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης, μια συμβολική πρόκληση προς το Παρίσι, το λίκνο των δυτικών αξιών. Εσείς τι πιστεύετε;

Κάθε ένας από τους λόγους που αναφέρθηκαν ως αιτίες για την ανάφλεξη του ανταγωνισμού μεταξύ των χριστιανών και των μουσουλμάνων περιέχει μια δόση αλήθειας αλλά κανένας δεν προσφέρει όλη την αλήθεια. Πολλοί είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτό το ιδιαίτερα σύνθετο φαινόμενο. Ένας από αυτούς, ίσως ο πιο σημαντικός είναι αυτός της διασποράς του κόσμου, που έχει ως αποτέλεσμα ο μακρινός ξένος, ο ξένος που έρχεται για μια σύντομη επίσκεψη ή ο ξένος που είναι περαστικός να μετατρέπεται σε γείτονα της διπλανής πόρτας – με τον οποίο μοιραζόμαστε τον δρόμο, τις δημόσιες εγκαταστάσεις, τον εργασιακό χώρο και το σχολείο. Η εγγύτητα ενός ξένου τείνει πάντα να είναι λίγο τρομακτική. Κανείς δεν ξέρει τι να περιμένει από έναν ξένο, ποιες είναι οι προθέσεις του, πως αυτός ο ξένος θα αντιδρούσε σε μια προσέγγιση. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι κάποιος δεν μπορεί – σε αντίθεση με το όταν κινείται μόνο στο πλαίσιο του ασφαλούς «διαδικτυακού» κόσμου – να παραβλέψει τις πολύ πραγματικές διαφορές, τις συχνά ενοχλητικές και απωθητικές, οι οποίες εκδηλώνουν από κοντά την ασυμβατότητά τους με τον συνήθη, και άρα ζεστό, οικείο και ασφαλή, τρόπο ζωής στον οποίο έχουμε συνηθίσει να ζούμε.

Πως αντιδρούμε σε μια τέτοια κατάσταση; Το πρόβλημα είναι ότι, μέχρι στιγμής έχουμε αποτύχει στο να αναπτύξουμε, πόσο μάλλον να εδραιώσουμε μια ικανοποιητική απάντηση. Μια στρατηγική που θεωρείται αρκετά προοδευτική είναι αυτή της «πολυπολιτισμικότητας». Ο Stanley Fish στο βιβλίο του «Trouble with Principle (Harvard University Press 1999) διαχώρισε δυο κατηγορίες αυτής της στρατηγικής: μια επιφανειακή πολυπολιτισμικότητα – boutique multiculturalism – και μια ισχυρή πολυπολιτισμικότητα- strong multiculturalism. Η επιφανειακή πολυπολιτισμικότητα, όπως την ορίζει ο Fish, είναι ένας επιφανειακός ενθουσιασμός για τον Άλλο: εθνική κουζίνα, διήμερα φεστιβάλ και φλερτ υψηλού προφίλ με τον Άλλο. Η επιφανειακή πολυπολιτισμικότητα είναι όλες αυτές οι ανοησίες του παγκόσμιου καταναλωτισμού που υποδηλώνει το status μας στο Facebook. Οι οπαδοί αυτού του επιφανειακού είδους πολυπολιτισμικότητας εκτιμούν, απολαμβάνουν, κατανοούν και «αναγνωρίζουν την νομιμότητα» πολιτισμών διαφορετικών από τους δικούς τους αλλά πάντα σταματούν λίγο πριν την ριζοσπαστική τους έγκριση. Ο Fish υποστηρίζει ότι «Ένας επιφανειακός υποστηρικτής της πολυπολιτισμικότητας δεν παίρνει και δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά τις θεμελιώδεις αξίες του πολιτισμού που ανέχεται.» Θα έλεγα ότι, στα πλαίσια της ίδιας λογικής, η κατάσταση επιδεινώνεται με μια ταπείνωση στο ήδη υπάρχον πρόβλημα, την προσβολή ή την κατηγορηματική απόρριψη αυτού που ο «ξένος» της διπλανής πόρτας θεωρεί ιερό, τον εξευτελισμό μιας πρόσχαρης και καλοπροαίρετης απόρριψης του τύπου «δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά, δεν μπορεί να το εννοείς». Ο Fish έγραψε:

Το πρόβλημα με το να ορίζει κάποιος την ανεκτικότητα ως βασική του αρχή(…) είναι ότι δεν μπορεί να παραμείνει πιστός σε αυτήν γιατί αργά ή γρήγορα ο πολιτισμός του οποίου τις βασικές αρχές υπερασπίζεται θα αποδειχθεί μισαλλόδοξος στον πυρήνα του. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τον ορίζουν ως μοναδικό και τον προσδιορίζουν θα αντισταθούν στην γοητεία της αλλαγής ή της ενσωμάτωσης σε μεγαλύτερο βαθμό. Όταν έρθει αντιμέτωπος με το δίλημμα του να παραδώσει τις απόψεις του ή να τις διευρύνει προκειμένου να συμπεριλάβει τις πρακτικές των φυσικών του εχθρών- άλλες θρησκείες, άλλες φυλές, άλλα φύλα, άλλες κοινωνικές τάξεις- ένας πολιορκούμενος πολιτισμός θα αντισταθεί με ότι μέσα διαθέτει από την εφαρμογή νομοθεσίας που εισάγει διακρίσεις μέχρι και τη χρήση βίας.

Είναι στη φύση της προσβολής και του εξευτελισμού να αναζητούν μια διέξοδο, μέσω της οποίας μπορούν να αποφορτιστούν, αλλά και ένα στόχο. Και όταν συμβαίνει αυτό, όπως ήδη συμβαίνει όλο και περισσότερο στην Ευρώπη της διασποράς, όπου τα όρια ανάμεσα σε αυτούς που εξευτελίζουν και αυτούς που εξευτελίζονται αλληλεπικαλύπτονται με τα όρια ανάμεσα στους κοινωνικά προνομιούχους και τους κοινωνικά αποκομμένους, θα ήταν αφελές να μην περιμένουμε, τόσο οι διέξοδοι όσο και οι στόχοι, να αναζητούνται διακαώς και να επισημαίνονται έντονα. Σήμερα ζούμε σε ένα ναρκοπέδιο το οποίο γνωρίζουμε( ή τουλάχιστον θα έπρεπε) ότι είναι σπαρμένο με εκρηκτικά. Οι εκρήξεις συμβαίνουν αλλά δεν υπάρχει τρόπος να ξέρουμε που και πότε.

Ριζοσπαστική ισλαμική ιδεολογία ή οικονομικές «διαρθρωτικές» ανισότητες: ποιο συστατικό παίζει τον ποιο σημαντικό ρόλο στον καθορισμό αυτού του φαινομένου της ριζοσπαστικοποίησης και της τρομοκρατίας στην Ευρώπη και τον κόσμο;

Γιατί μειώνεται το ζήτημα της «ριζοσπαστικοποίησης και της τρομοκρατίας στην Ευρώπη» στο φαινόμενο της «ριζοσπαστικής ισλαμικής ιδεολογίας»; Ο Michel Houllebecq στο βιβλίο του Soumission, την δεύτερη μεγάλη δυστοπία του, σκιαγραφεί ένα εναλλακτικό (για τον θρίαμβο του μεμονωμένου καταναλωτή) μονοπάτι προς την καταστροφή όπου στις γαλλικές εκλογές το 2022 νικητής είναι ο Mohammed Ben Abbes μετά από έναν αγώνα σώμα με σώμα με την Marine Le Pen. Το συγκεκριμένο δίδυμο μόνο τυχαίο δεν είναι. Προφητικό ίσως; Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση που δεν θα είμαστε ικανοί ή πρόθυμοι να αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων.

Οι ελπίδες για ελευθερία της αυτοεπιβεβαίωσης και ανακοπή της ανόδου των κοινωνικών ανισοτήτων, που επενδύθηκαν στην δημοκρατία, απέτυχαν κατάφορα να πραγματοποιηθούν. Οι δημοκρατικές πολιτικές, και ακόμη περισσότερο η εμπιστοσύνη στην δημοκρατία ως ο καλύτερος δρόμος για την επίλυση των πιο σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων, είναι σε κρίση. Όπως υποστηρίζει και ο Pierre Rosanvallon, αυτοί που έχουν στα χέρια τους την εξουσία δεν απολαμβάνουν πλέον την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων, δρέπουν απλώς τα πλεονεκτήματα της δυσπιστίας απέναντι στους αντιπάλους και τους προκατόχους τους.

Σε όλη την Ευρώπη βλέπουμε να υψώνεται μια παλίρροια αντιδημοκρατικών συναισθημάτων και μια μαζική «απόσχιση των πληβείων» (στην τωρινή τους μετενσάρκωση ως πρεκαριάτο) προς τα στρατόπεδα που είναι τοποθετημένα στα αντίθετα άκρα του πολιτικού φάσματος, τα οποία όμως υπόσχονται την από κοινού αντικατάσταση της απαξιωμένης υψηλοφροσύνης με την αυθαιρεσία της απολυταρχίας, η οποία βέβαια δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί. Θεαματικές πράξεις βίας μπορεί να θεωρηθούν ως αναγνώριση της στροφής προς αυτή την κατάσταση. Ο λόγος του Προφήτη, του εκπρόσωπου του Αλλάχ επί της γης, είναι μόνο ένα από τα λάβαρα που χρησιμοποιούνται για να συσπειρώσουν τους εξευτελισμένους, τους στερημένους, τους εγκαταλελειμμένους, τους πεταγμένους και αποκλεισμένους, τους τρομαγμένους και τους αγανακτισμένους που ζητούν εκδίκηση.

Υποστηρίξατε ότι η ηθική πάντα χρειάζεται το «Εγώ» και όχι το «Εμείς». Αυτό είναι το αντίθετο του φονταμενταλισμού. Είναι το «Εγώ», η επιβεβαίωση της ατομικότητας, ο τρόπος για να νικήσει η ηθική τον φονταμενταλισμό;

Στην πρώτη του Αποστολική Προτροπή – Esortazione Apostolica, ο πάπας Φραγκίσκος αποκατέστησε την χαμένη ηθική διάσταση της παράδοσης μας – soumission – στον έκφυλο και αχαλίνωτο καπιταλισμό, τον τυφλωμένο από την λαγνεία του για κέρδη και τυφλό απέναντι στην ανθρώπινη δυστυχία. Δεν θα βρείτε πιο βαθιά και περιεκτική απάντηση στην ερώτησή σας:

Στις μέρες μας η ανθρωπότητα βιώνει μια σημαντική στροφή στην ιστορία της, όπως διαπιστώνουμε και από τα επιτεύγματα που επιτυγχάνονται σε τόσους πολλούς τομείς. Μόνο να εξυμνήσουμε μπορούμε τα βήματα που γίνονται για να βελτιώσουν την ευημερία των ανθρώπων σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία και οι επικοινωνίες. Παράλληλα πρέπει να θυμόμαστε ότι πάρα πολλοί από τους συνανθρώπους μας μόλις και μετά βίας καταφέρνουν να επιβιώσουν μέρα με τη μέρα, και αυτό έχει πολύ βαριές συνέπειες, αρρώστιες εξαπλώνονται και οι καρδιές των ανθρώπων κατακλύζονται από φόβο και απόγνωση ακόμη και στις πλούσιες χώρες. Συχνά χάνεται η χαρά της ζωής, αυξάνεται η έλλειψη σεβασμού και η βία προς τους άλλους ενώ η ανισότητα είναι όλο και πιο εμφανής. Πρόκειται για έναν αγώνα επιβίωσης και συχνά με την ελάχιστη δυνατή αξιοπρέπεια.(…)

Ακριβώς όπως και η εντολή «ου φονεύσεις» θέτει ένα ξεκάθαρο όριο προκειμένου να διαφυλάξει την αξία της ανθρώπινης ζωής, πρέπει αντίστοιχα σήμερα να θέσουμε ένα όριο σε μια οικονομία του αποκλεισμού και της ανισότητας. Μια τέτοια οικονομία σκοτώνει. Πως είναι δυνατόν να μην αποτελεί είδηση όταν κάποιος ηλικιωμένος άστεγος πεθαίνει εξαιτίας της έκθεσης του στο κρύο αλλά αντίθετα αποτελεί είδηση όταν το χρηματιστήριο χάνει δυο μονάδες; Αυτή είναι μια περίπτωση αποκλεισμού. Μπορούμε να συνεχίσουμε να είμαστε θεατές όταν υπάρχει φαγητό που πετιέται ενώ την ίδια στιγμή άνθρωποι λιμοκτονούν; Αυτή είναι μια περίπτωση ανισότητας. Σήμερα όλα υπάγονται στους νόμους της ανταγωνιστικότητας και την επιβίωση του δυνατότερου, όπου οι ισχυροί τρέφονται από τους ανίσχυρους. Κατά συνέπεια πολλοί είναι αυτοί που βλέπουν τους εαυτούς τους αποκλεισμένους και περιθωριοποιημένους: χωρίς δουλειά, χωρίς δυνατότητες, χωρίς καθόλου μέσα διαφυγής (…).

Οι άνθρωποι θεωρούνται καταναλωτικά αγαθά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και μετά να πεταχτούν. Έχουμε δημιουργήσει μια κουλτούρα «του πετάγματος» η οποία εξαπλώνεται και που πλέον δεν αφορά μόνο την εκμετάλλευση και την καταπίεση αλλά και κάτι καινούργιο. Ο αποκλεισμός σε τελική ανάλυση αφορά το τι σημαίνει το να είναι κάποιος κομμάτι της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Οι αποκλεισμένοι δεν αποτελούν πλέον την αρνητική πλευρά, τις παρυφές της κοινωνίας ή αυτούς που στερούνται των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Για την ακρίβεια δεν αποτελούν καν κομμάτι αυτής της κοινωνίας. Οι αποκλεισμένοι δεν είναι αυτοί που τους έχουν εκμεταλλευτεί αλλά οι απόκληροι, τα «αποφάγια».

Δεν έχω τίποτα άλλο να προσθέσω και τίποτα να αφαιρέσω.

Το Ελληνικό Κράτος και η αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας

laxeio

Ένα από τα στοιχεία που χωρίς αμφιβολία χαρακτηρίζουν και διακρίνουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο το Ελληνικό Κράτος, είναι η σχέση του με την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Στο διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας (που διαφαίνεται πως δειλά ανοίγει η νέα κυβέρνηση), άμεση είναι η εμφάνιση αντιδράσεων, οι οποίες αντιτάσσονται έντονα στο ενδεχόμενο (απευθυνόμενες συχνά στα βαθύτερα θρησκευτικά ένστικτα του λαού). Η μετάβαση της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας από το καθεστώς Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) σε καθεστώς Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) είναι ένα από τα ζητήματα που, κατά πάσα πιθανότητα, θα απασχολήσουν ξανά την ελληνική κοινωνία. Πολλές από αυτές τις αντιδράσεις φαίνεται ότι προσπαθούν να εντάξουν την – περί διαχωρισμού – συζήτηση στα πλαίσια της γενικευμένης επέλασης του δυτικοευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού.

Το εάν ο νεοφιλελευθερισμός επιβληθεί και στα άδυτα των οικονομικών της Εκκλησίας – πράγμα που ακόμη δεν έχει συμβεί παρόλη την αδυσώπητη επιβολή του στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας – μένει να το δούμε. Ωστόσο έχει ιστορική αξία μια σύντομη αναδρομή σε μια ακόμη διαχρονική «ελληνική ιδιαιτερότητα» που αφορά στην αντιπαραβολή της Ανατολής με τη Δύση. Ιδιαιτερότητα που εμπλέκει άμεσα και κατά κύριο λόγο την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Η αντιπαραβολή του δυτικού ευρωπαϊσμού με την – ανατολικής φύσης μετά-βυζαντινή και μετά-οθωμανική- ορθόδοξη θεοσέβεια έχει ξεκινήσει από τα τέλη του 18ου αιώνα [1]. Κατά την περίοδο διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας μεταξύ του 1830 και του 1880, καταγράφηκε μια αρχική στροφή στη Δύση. Στροφή που όμως σταδιακά μετατράπηκε σε «αντιδυτικισμό» και ενισχύθηκε από ιστορικά γεγονότα που ενοχλούσαν τους Έλληνες και τους έκαναν να αισθανθούν την απόσταση που τους χώριζε από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, ακόμα κι απ’ τις λεγόμενες «προστάτιδες» δυνάμεις και να επιθυμούν να «απογαλακτισθούν» από τη μητέρα Ευρώπη. Η σύνδεση με την Αρχαία Ελλάδα που έγινε σημαντικός σκοπός των Ελλήνων, συνεπαγόταν έτσι κι αλλιώς και σύνδεση με τη Δύση, η οποία είχε υιοθετήσει την ελληνική κλασική αρχαιότητα. Σε αυτή τη «διαλεκτική» η στάση της Εκκλησίας υπήρξε πάντα καταλυτική. Έτσι η Εκκλησία με την «αποκατάσταση» του Βυζαντίου ήρθε να καλύψει ένα μεγάλο κενό στο «εθνικό» ιδεολογικό οικοδόμημα της εποχής και να εξασφαλίσει την «ελληνική ενότητα» στο χώρο και το χρόνο. Στο Βυζάντιο λοιπόν παρήχθη «υψηλός πολιτισμός», ενώ τότε άνθισαν και τα εθνικά ιδανικά.

Ήδη από τη δεκαετία του 1850. Η «Μεγάλη Ιδέα» της Ελλάδας «των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών», ήθελε τη χώρα ως την μοναδική που θα μπορούσε να συνδυάσει στοιχεία Ανατολικής ορθοδοξίας και Δύσης. [2][3]

Το 1913, ο καθηγητής θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Αμίλκας Αλιβιζάτος, προειδοποιούσε[4]: «Ο νέος πολιτισμός, ο Ευρωπαϊκός, τον οποίον συνειδητώς ή ασυνειδήτως απεδέχθημεν ήδη (…) φέρει μεθ’ εαυτού ιδέες, όχι μόνον αντιθρησκευτικάς αλλά και αντεθνικάς και γενικώς αναρχικάς».

Έχει αξία να θυμηθεί κανείς τις προειδοποιήσεις του φιλοσόφου Χρήστου Γιανναρά [5], ο οποίος απευθυνόμενος στους Δυτικοευρωπαίους τους συμβουλεύει να μην αποστραφούν τον ελληνικό πολιτισμό (χωρίς ποτέ να καθορίσει με σαφήνεια σε ποιόν πολιτισμό αναφέρεται) και να διδαχθούν από την ορθοδοξία, η οποία εν τέλει θα είναι αυτή που θα τους προφυλάξει από τον ρασιοναλισμό και τον υλισμό.

Αντίστοιχα σκόπιμο είναι να θυμηθεί κανείς ένα από τα «περίφημα» άρθρα [6] του Γ. Μπαμπινιώτη. “Η Ορθοδοξία είναι στοιχείο αχώριστο, συνυφασμένο με τη συνείδησή μου ως Έλληνα… Όποιος μιλάει για Ορθοδοξία ερήμην του Ελληνισμού, νομίζω ότι ματαιοπονεί• όποιος όμως μιλάει για Ελληνισμό ερήμην της Ορθοδοξίας κάνει κάτι χειρότερο, ασχημονεί

Η οθωμανική αυτοκρατορία, που κυριάρχησε στη βαλκανική χερσόνησο επί πέντε περίπου αιώνες, ήταν κράτος της προεθνικιστικής περιόδου, κατά την οποία η μοντέρνα έννοια του «έθνους» ήταν άγνωστη. Όλη η οργάνωση της κοινωνίας βασιζόταν, όπως άλλωστε και στη βυζαντινή προκάτοχό της, στη θρησκεία. Κυβερνούσε τους υπηκόους της με το σύστημα των «μιλλετιών», δηλαδή των “θρησκευτικών εθνών”. Τα τέσσερα μιλλέτια, το ελληνικό, το αρμενικό, το εβραϊκό και το “τουρκικό” μιλλέτι αποτελούσαν το Οθωμανικό Κράτος [7]. Το ελληνικό μιλλέτι ελεγχόταν από τον ελληνορθόδοξο κλήρο, ο οποίος είχε σημαντική θρησκευτική, εκπαιδευτική, διοικητική και δικαστική εξουσία επί όλων των ορθοδόξων χριστιανών υπηκόων της αυτοκρατορίας, Ελλήνων και Σλάβων. Έλληνες κατείχαν σημαντικές διοικητικές θέσεις στην Υψηλή Πύλη, καθώς ήταν οι επίσημοι διερμηνείς (δραγουμάνοι) και κατά συνέπεια διαπραγματευτές για λογαριασμό του Σουλτάνου στις σχέσεις του με την Ευρώπη. Επίσης κυριαρχούσαν στο εμπόριο της Βαλκανικής, καθώς οι Τούρκοι δεν είχαν δικαίωμα από το Κοράνι να συναλλάσσονται με «απίστους».

Σήμερα η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία δεν έχει καταστεί δυνατή η θεσμική ολοκλήρωση του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους. Οι αιτίες, όπως συνοπτικά αναφέρθηκε παραπάνω, αν και δεν είναι ευρέως γνωστές, έχουν καθαρή ιστορική συνέχεια και εδράζονται σε ένα σπηλαιώδες, οικονομικής και πολιτικής φύσης, υπόβαθρο.

Αντίθετα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ο διαχωρισμός Εκκλησίας – Κράτους είναι σχετικά σαφής. Αυτός που, ανάλογα με τη χώρα, παραμένει ασαφής είναι ο διαχωρισμός της θρησκείας από την πολιτική. Σε γενικές γραμμές στην Ευρώπη η επίσημη θέση της Εκκλησίας είναι ότι η θρησκεία, και ιδιαιτέρως η Εκκλησία, έχει ιδιαίτερο ρόλο στην καθοδήγηση των συνειδήσεων, δρώντας έτσι ως ελεγκτικός και εξισορροπητικός παράγοντας ως προς την κρατική ισχύ. Στη σημερινή συγκυρία της οικονομικής κρίσης, η επαναφορά του ζητήματος διαχωρισμού Κράτους – Εκκλησίας στοιχειοθετεί μια απολύτως θετική προοπτική, άσχετα από το εάν η κυβέρνηση προχωρήσει (εάν φυσικά προχωρήσει) σε έναν φιλικό ή εχθρικό διαχωρισμό. Αν και πιθανότερη θα ήταν μια παραλλαγή του φιλικού διαχωρισμού με «καθαρή διάκριση και έμπρακτη συνεργασία» (κάτι ανάμεσα στο μοντέλο των ΗΠΑ και της Γαλλίας) όπως την περιέγραψε ο Jacques Maritain και o Alexis de Tocqueville [8][9].

Οποιαδήποτε προσπάθεια ουσιαστικής πολιτικής μεταρρύθμισης δεν μπορεί παρά να ανοίξει και αυτό το σημαντικό ζήτημα. Μια κοινωνία στα όρια της εξαθλίωσης όπως η ελληνική, πρέπει να λάβει υπόψη της σοβαρά τα παρακάτω:

  • Την επιβάρυνση των προϋπολογισμών με τη μισθοδοσία των ιερέων και με τον εκκλησιαστικό στόλο αυτοκινήτων. Έξοδα που κάλλιστα θα μπορούσε να αναλάβει η Εκκλησία (τόσο με την συνδρομή των μεγάλων και μικρών ευεργετών της, όσο και με την αξιοποίηση του πλούτου της).
  • Το άκρως ευνοϊκό καθεστώς φορολόγησης της τεράστιας ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας σε σχέση με του υπόλοιπους πολίτες. Εδώ αξίζει να θυμηθούμε πως στο Εθνικό Κτηματολόγιο δεν προσήλθαν ώστε να εγγραφούν η Εκκλησία, οι μονές και τα σχετικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.
  • Τις χρεώσεις, συχνά υπό μορφή εξαναγκαστικής δωρεάς, για την τέλεση όλων των εκκλησιαστικών μυστηρίων (γάμων, βαπτίσεων κ.λπ.).
  • Τα φαινόμενα των εικονικών δωρεών που κάθε άλλο παρά μεμονωμένα είναι.
  • Την ασυλία που παρέχεται στην Εκκλησία ως προϊόν αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην δαιδαλώδη κρατική γραφειοκρατία και το εξίσου πολυδαίδαλο Εκκλησιαστικό Δίκαιο.
  • Την εμπλοκή της Εκκλησίας σε ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας του Κράτους (ταυτότητες, γάμοι κ.λπ.) και την παρέμβασή της (άμεση ή/και έμμεση) στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.
  • Γενικότερα τη λειτουργία της Εκκλησίας (η οποία εκτός των άλλων διαθέτει και ομόλογα) ως αναπόσπαστο μέρος του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο ενώ δημόσια το καταγγέλλει, στην πραγματικότητα έχει υιοθετήσει πλήρως, και ασφαλώς όχι ως ιδιώτης σε καθεστώς ελεύθερων αγορών αλλά ως προστατευμένος επενδυτής με μορφή ΝΠΔΔ.

Σήμερα ελάχιστα ενδιαφέρει τον μέσο Έλληνα πολίτη και ειδικά τις νεότερες γενιές (που αδίκως θα επωμιστούν τα οικονομικά βάρη του χρέους στο μέλλον) εάν αφαιρεθεί το άρθρο 3 από το Σύνταγμα, εάν «κατέβουν» οι εικόνες (που ασφαλώς αποτελούν ιδιαίτερη, από εικαστική άποψη, κληρονομιά) από τους δημόσιους χώρους, ή εάν καταργηθούν οι θρησκευτικοί όρκοι. Η πίστη (καθώς και η επίκληση στην «Θεία Πρόνοια») αποτελεί ατομικό δικαίωμα και ασφαλώς είναι ένα άκρως προσωπικό θέμα. Ο σεβασμός στη όποια θρησκευτική πίστη και η επίγνωση της ελληνικής ιστορίας και παράδοσης είναι απολύτως άσχετα με την ουσία του ζητήματος. Εξάλλου και μετά τον διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας, η δεύτερη θα συνεχίσει να ασκεί τον ανθρωπιστικό και τον κοινωνικά-εθνικά ρυθμιστικό και συνεκτικό της ρόλο. Η τακτοποίηση των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, ουδεμία σχέση έχει με «συνωμοσίες» περί αποχριστιανισμού και εθνοκτονίας, αλλά αντιθέτως σχετίζεται με την εξοικονόμηση πολλών δεκάδων εκατομμύριων ευρώ προς όφελος των πολιτών.

Αυτό που ενδιαφέρει άμεσα όλους τους πολίτες, εκτός από την πολυπόθητη ισοκατανομή των οικονομικών βαρών, είναι η ισονομία και η δικαιοσύνη, που τόσο έχουν δεινοπαθήσει κατά τη λειτουργία του Ελληνικού Κράτους. Η συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας είναι εξέχουσας σημασίας και αυτή δεν δύναται να περιλαμβάνει ευνοϊκές ή μη εξαιρέσεις.

Οι αντιδράσεις από πλευράς Εκκλησίας και συνδαιτυμόνων αυτής, θα είναι πολλές και έντονες. Αυτές όμως δεν πρέπει να κάμψουν την βούληση της κυβέρνησης, οδηγώντας σε μια ακόμη μετάθεση του ζητήματος σε κάποιο άγνωστο μέλλον. Η μετάβαση σε καθεστώς ΝΠΙΔ όλων των Εκκλησιών και Αναγνωρισμένων Θρησκειών είναι καθοριστικής σημασίας. Μπορεί ο συσχετισμός πολιτικών δυνάμεων να φαίνεται αρνητικός, ωστόσο η προτεραιότητα και η συγκυρία είναι ευνοϊκές και καθοριστικές. Άλλωστε το ζήτημα της αποκρατικοποίησης της Εκκλησίας δεν περιλαμβάνεται (ούτε πρόκειται να περιληφθεί) στις όποιες μνημονιακές και μεταμνημονιακές δεσμεύσεις του Κράτους. Η κοινωνία δεν διαθέτει πλέον την πολυτέλεια χρόνου που, σε συνδυασμό με το έλλειμα πολιτικής βούλησης, της επέβαλε διαχρονικά αδιέξοδα όπως αυτό.

Οψόμεθα καθώς φαίνεται πως στο χάσμα ανάμεσα στο «Είμεθα πρώτα Χριστιανοί και μετά Έλληνες» και στο «Ανήκομεν εις την δύσιν», κάπου έχει χαθεί η Πολιτεία.

_____________________________________________________________________________

[1] Μαρία Κ. Καραγεώργου: Ελληνική Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός «Η Ιστορική συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας του νεοέλληνα και ο ρόλος της Ευρώπης»
[2] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης: Για τη «Μεγάλη Ιδέα» και τον εθνικισμό, “On the intellectual Content of Greek nationalism Paparrigopoulos, Byzantium and the Great Idea”.
[3] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες» και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια», στο Θάνος Βερέμης (επιμ.) Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1999, σελ. 111.
[4] Αμίλκας Αλιβιζάτος: Η οικονομία κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας (1949)
[5] Χρήστος Γιανναράς: Ορθοδοξία και Δύση – Η Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα (1972) & Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα (2005)
[6] Γεώργιος Μπαμπινιώτης: Οι άρρηκτοι δεσμοί Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-04-1998, Κωδικός άρθρου: B12477B051.
[7] Δημήτρης Κιτσίκης: “Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924”, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1988.
[8] Carson, D. A: Christ And Culture Revisited, σελ. 189, Wm. B. Eerdmans Publishing, 2008
[9] Alexis de Tocqueville: Democracy in America, σε επιμέλεια και μετάφραση Harvey Mansfield και Delba Winthrop, Σικάγο: University of Chicago Press, 2000.

Ένα μικρό (προς το παρόν) σχόλιο περί Charlie Hebdo και σάτιρας

Οι ισλαμιστές θέλουν να περιορίσουν την ελευθερία της έκφρασης. -Σταματά εδώ!

Η υπόθεση Σαρλί Εμπντό φαίνεται να απασχόλησε -αλλά και ν’ απασχολεί ακόμη- ιδιαίτερα την ελληνική Αριστερά και τον αναρχικό χώρο. Εκτός από το γεγονός ότι πρόκειται από μόνο του για θέμα εξόχως σημαντικό, αυτό συμβαίνει λόγω ορισμένων ζητημάτων με τα οποία συνδέεται (όπως η σχέση του Ισλάμ με τη Δύση). Αυτό που εντυπωσιάζει, πάντως, είναι η πολύ χαμηλή ποιότητα της επιχειρηματολογίας η οποία χαρακτηρίζει τα περισσότερα κείμενα που γράφτηκαν σχετικά. Μέσα σε όλα αυτά διαβάσαμε και αρκετές κριτικές στην αρχή της ελευθερίας της έκφρασης και της σάτιρας. Παύουν, διαβάσαμε, να είναι υπερασπίσιμες αυτές οι δύο αρχές, όταν στρέφονται κατά των «αδυνάτων». Επειδή για εμάς το θέμα αυτό είναι καίριας σημασίας, ετοιμάζουμε μια μπροσούρα -η πρώτη της ομάδας μας- όπου προσπαθούμε να εκθέσουμε λεπτομερώς τις απόψεις μας. Μέχρι την κυκλοφορία της, δημοσιεύουμε εδώ ένα μικρό αρθράκι από το τρέχον φύλλο της γαλλικής (αριστερής) σατιρικής εφημερίδας Le Canard Enchaîné (4/2/2015), με σκοπό να δώσουμε και την άλλη όψη του νομίσματος σχετικά με το ποιος είναι «καταπιεζόμενος», «μειονότητα» κ.λπ., που πάγια αγνοείται και συσκοτίζεται από την αριστερή και αναρχική φιλολογία επί του θέματος.

Ένα δίλημμα

Την επομένη του μακελειού στο Σαρλί Εμπντό, στην τελευταία σελίδα της γαλλόφωνης αλγερινής εφημερίδας Ελευθερία, ο σκιτσογράφος Ali Dilem σχεδίαζε έναν άντρα πεσμένο στη γη ο οποίος έγραφε σ’ έναν τοίχο με το αίμα του «Οι μαλάκες με σκότωσαν».

Επί μια εικοσαετία ο Ντιλέμ ζει υπό τις απειλές των ισλαμιστών εξτρεμιστών κι εύχεται σήμερα «καλή δύναμη στη Γαλλία». Αν και δε δημοσίευσε ποτέ κάποια γελοιογραφία με τον Προφήτη, έχει ωστόσο τολμήσει να σχεδιάσει ένα χέρι που βγαίνει από ένα σύννεφο. Εξαιτίας, λοιπόν, αυτού του χαριτωμένου σκαριφήματος, που θεωρήθηκε βλάσφημο, όπως επίσης βέβαια κι όλων αυτών των τζιχαντιστών με τη γενειάδα, τη μεγάλη μύτη και το ηλίθιο βλέμμα που σχεδιάζει καθημερινά, ο αλγερινός καλλιτέχνης ζει σ’ ένα καθεστώς οιονεί παρανομίας. Ωστόσο δεν παραπονιέται. Ειδικά μάλιστα αν σκεφτεί κανείς πως επιτίθεται με την ίδια όρεξη στον Πρόεδρο της αλγερινής Δημοκρατίας, σχεδιάζοντας πάντοτε τους στρατηγούς (που κάνουν κουμάντο στη χώρα) με την κοιλιά να χύνεται έξω απ’ τη στολή, τα σάλια να τρέχουν απ’ τα χείλη τους, παρασημοφορημένους με μια νεκροκεφαλή, περιτριγυρισμένους απ’ τους καλύτερούς τους φίλους –τις μύγες.

Το 2001 -τι φόρος τιμής, ε;- ο αλγερινός Ποινικός Κώδικας εμπλουτίστηκε με μια νομοθετική ρύθμιση που έγινε γνωστή ως «τροπολογία Ντιλέμ» και προβλέπει φυλάκιση μέχρι κι ενός έτους για κάθε «προσβολή» του Προέδρου και των εκπροσώπων του. Εντούτοις, παρά τις δεκάδες δίκες, ο Ντιλέμ συνεχίζει να σαρκάζει. Την ίδια στιγμή, σκιτσογράφοι σαν τον Saad Bekhelif (της εφημερίδας El Watan) ή τον Ghilas Aïnouche (της γαλλόφωνης ιστοσελίδας Tout sur lAlgérie) απαντούν στο μακελειό της 8ης Ιανουαρίου ανεβάζοντας φωτογραφίες τους με τον Charb (ηγετική μορφή του Charlie Hebdo που σκοτώθηκε από τους τρομοκράτες) στα προφίλ τους στο Facebook. Γνωρίζουν όλοι τον κίνδυνο που συνεπάγεται κάτι τέτοιο.

Όπως μας υπενθυμίζει η Humanité, από το 1993 μέχρι το 1997, 123 αλγερινοί δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι, γενικότερα, στον Τύπο, αποκεφαλίστηκαν ή εκτελέστηκαν με περίστροφο ακόμα και μέσα στα γραφεία τους. «Οι δημοσιογράφοι που πολεμούν το Ισλάμ με την πένα, θα πεθάνουν με τη λεπίδα» είχε τότε διακηρύξει ένας εμίρης της Ένοπλης Ισλαμικής Ομάδας (al-Jama’ah al-Islamiyah al-Musallaha ή GIA, εκ του γαλλικού Groupe Islamique Armé –αλγερινή τζιχαντιστική ομάδα που πολεμά το αλγερινό κράτος και μάχεται για τη δημιουργία ισλαμικού κράτους στη χώρα).

Οι ονομασίες και τ’ ακρωνύμια μπορεί ν’ αλλάζουν, όχι όμως και τα σκοτεινά σχέδια των φορέων τους…

Προοπτικές ανανέωσης και διεύρυνσης του Δημοκρατικού Εγχειρήματος

121226777]

Toυ Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Το παρόν κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια* προσέγγισης των προοπτικών για ανανέωση και διεύρυνση του αιτήματος των πολιτών για άμεση συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, τη θέσπιση και την εφαρμογή των νόμων. Η εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος – όπως αυτή διαμορφώθηκε και μέσα από της πλατείες των αγανακτισμένων του 2011 – είναι πολύτιμη και μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο σύμβουλο για την αποφυγή ατομικών/συλλογικών σφαλμάτων και παραλείψεων.

Πολλοί υπήρξαν οι παράγοντες που καθόρισαν την μετέπειτα πορεία του αιτήματος για άμεση Δημοκρατία, οι οποίοι και απέτρεψαν τη δημιουργία ενός ισχυρού και αυτόνομου Πολιτικού Σώματος…

Αρχικά οι κομματικές και οι συνδικαλιστικές αναμείξεις που είχαν σαν στόχο την οικειοποίηση ορισμένων δράσεων, συνέβαλαν καθοριστικά στον αποπροσανατολισμό και στην αποδυνάμωση του αιτήματος. Η θωράκιση ενός ανανεωμένου εγχειρήματος από κάθε είδους προσπάθεια κομματικής οικειοποίησης και εκμετάλλευσης μπορεί να το προστατέψει από τη φαγοκυττάρωσή του[1] από το αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα και κατ’ επέκταση από τη σταδιακή αποκινητοποίηση και εξαφάνισή του.

Παράλληλα η κατασταλτική κρατική βία σε συνδυασμό με τις αυτόκλητες δράσεις (υπερασπιστικού και/ή επιθετικού χαρακτήρα), οδήγησαν σε απονομιμοποίηση και αποδυνάμωση της μαζικότητας του κινήματος. Με τη σημερινή κυβέρνηση μπορεί να υπάρξει η προοπτική και το ενδεχόμενο, τουλάχιστον παροδικά, να αμβλυνθεί ο κατασταλτικός χαρακτήρας του κράτους που παραδοσιακά επέδειξαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Αν και θα ήταν υπερβολικό να μιλήσει κανείς για σιδηρά απολυταρχική στάση, αρκετές φορές, στο πρόσφατο παρελθόν, ξεπεράστηκε το σημείο ισορροπίας που διατηρεί ως κοινωνικά αποδεκτή την χρήση της νόμιμης κρατικής βίας. Είναι πιθανό η τρέχουσα κυβέρνηση να απαιτήσει λιγότερη εκχώρηση δικαιωμάτων από τον πολίτη προς όφελος της ευταξίας και της ασφάλειας [4]. Μία από τις κύριες μέριμνες επομένως θα πρέπει να είναι, η ειρηνική μαζικοποίηση ενός κινήματος το οποίο θα αυτό-προστατεύεται και δεν θα προσφέρει αφορμές για άσκηση κατασταλτικής βίας.

Τα κυρίαρχα ΜΜΕ έδρασαν κυρίως ανασταλτικά και αποπροσανατολιστικά παρά υποστηρικτικά. Ο επικοινωνιακός χάρτης σε ό,τι αφορά στην ελευθερία και την αμεροληψία των ΜΜΕ θα μπορούσε στο επόμενο διάστημα να αλλάξει προς το καλύτερο. Η συμβολή τους (αν και είναι πιθανό να παραμείνουν ή να μεταλλαχθούν σε φιλοκυβερνητικά) θα μπορούσε να αποδειχτεί θετική και ουσιαστική.

Ποικίλες ιδεολογικές μονολιθικότητες (ελευθεριακές, κομμουνιστικές, εθνικιστικές κλπ.) οδήγησαν σε κατακερματισμό, αναχωρητισμό και τελικά απομόνωση από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Η αναγέννηση αυτού του πολιτικού αιτήματος προϋποθέτει την Ένωση Πολιτών όπου κοινός στόχος θα είναι το Δημοκρατικό Εγχείρημα (ως θεσμική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος) και όχι η επικράτηση κάποιων ηγετικών φυσιογνωμιών και ιδεολογημάτων. Επομένως το ζητούμενο είναι ο κοινός στόχος και οι κοινός παρονομαστής και όχι οι διχαστικές διαφοροποιήσεις. Οι πιθανότητες επιτυχίας εξαρτώνται από την αναζήτηση της έλλογης σύνθεσης και της συλλογικής φαντασίας και όχι από την προσκόλληση σε ιδεολογικής φύσης εμμονές και δογματικούς ανταγωνισμούς.

Η πλήρης από-ιδεολογικοποίηση δεν είναι ούτε εφικτή ούτε κατ’ ανάγκη ωφέλιμη, η υπέρβαση όμως των ιδεολογικών κολλημάτων (σε ότι αφορά στη Δημοκρατία) είναι απαραίτητη.

Κοινός παρονομαστής σε αυτό το πολιτικό σώμα δεν μπορεί παρά να είναι το πολιτικό πάθος για ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη και έλεγχο της εξουσίας [2] [3]. Ένα πάθος το οποίο θα πηγάζει από τη βαθιά συνείδηση και πίστη στις τρείς αυτές θεμελιώδεις έννοιες καθώς και στην αναγκαιότητα για διαρκή έλεγχο της εξουσίας η οποία έχει μια έμφυτη ροπή στη διαφθορά. Το πάθος αυτό μπορεί να μετασχηματίσει ασύνδετες μάζες ανθρώπων που υποκινούνται κυρίως από ένστικτα σε πολίτες που θα ενεργούν βασιζόμενοι στη λογική.

Χωρίς αυτό το πάθος, η επικυριαρχία του πόθου για ατομική ευημερία (όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον καθένα) θα συνεχίσει να οδηγεί σε αντιφατικές στάσεις ζωής. Σε ανθρώπους δηλαδή που ενώ αναζητούν την ευημερία, πραγματώνουν την αδιαφορία και την ιδιώτευση παραδίδοντας το μέλλον τους σε αντιπροσώπους. Είναι ουσιώδης η αναγνώριση του ότι η ατομική ευημερία δεν μπορεί παρά να συμπορεύεται εξισωτικά με την συλλογική, καθώς και ότι δεν είναι συνώνυμο της επανάκτησης/αύξησης του επιπέδου κατανάλωσης, ούτε φυσικά μπορεί να επιτευχθεί με κάποιο μαγικό τρόπο, δεν γίνεται να προσφερθεί χωρίς προσωπική συμμετοχή και συλλογικότητα. Η συνεχής διεύρυνση της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας αποτελεί τραγικό και λυπηρό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Ο κίνδυνος κοινωνιών όπου ένα ελαχιστότατο ποσοστό πλουσίων και προνομιούχων θα ανησυχεί για την ασφάλειά του και ένα συντριπτικό ποσοστό ανθρώπων θα ανησυχεί τόσο για την ασφάλειά του όσο και για την επιβίωσή του, είναι ήδη ορατός.

Όταν μια κοινωνία πολιτών λειτουργήσει αυτόνομα σε μια δημόσια σφαίρα έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τους θεσμούς και τις δομές που την διέπουν, έτσι ώστε να αποφασίσει τι θα μεταβάλει, τι θα καταργήσει και τι θα αποδεχθεί[3]. Η πολιτική εξουσία όπως εκφράζεται μέσω της αντιπροσώπευσης εκμεταλλεύεται διαχρονικά το μονοπώλιο του ορισμού των εννοιών περί νομιμότητας, κοινού συμφέροντος επηρεάζοντας καταλυτικά το Λόγο του πολίτη έτσι ώστε αυτός να έρθει σε θέση ταυτόσημη με τη δική της [3][4]. Με αυτό τον τρόπο ο Συλλογικός Λόγος [3][4] παρουσιάζεται εσφαλμένα ως μια γνήσια σύνθεση του Ατομικού, ενώ στην πραγματικότητα διαμορφώνεται και κατευθύνεται από την ίδια την πολιτική εξουσία.

Άλλωστε οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις μεταθέτουν συνεχώς στο μέλλον (ενταφιάζοντας έννοιες όπως η κλήρωση και η ανακλητότητα) την ουσιαστική αναθεώρηση του Συντάγματος, τόσο σε ότι αφορά στις ασυλίες, την ατιμωρησία και τα προνόμια του πολιτικού προσωπικού όσο και σε ότι αφορά στην υιοθέτηση – έστω και αδύναμων – αμεσοδημοκρατικών εργαλείων. Ενδεικτική είναι η αναθεώρηση του 1986 κατά την οποία ο θεσμός του δημοψηφίσματος κατ’ ουσία απενεργοποιήθηκε καθώς πέρασε από τις προεδρικές εξουσίες στην κυβέρνηση. Το εγχείρημα επομένως, θα πρέπει να έχει ως βασικό του στόχο την μετουσίωση του παρόντος πολιτικού συστήματος. Οι πολιτειακές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και οι θεσμικές αλλαγές [2] μπορούν να επιτευχθούν μόνον εάν αποφασιστούν συλλογικά και αυτόνομα. Ώστε από αυτή την προσπάθεια να προκύψει ένα γνήσιο έργο σύνθεσης, ένα διηνεκές εγχείρημα για τη υπέρβαση και/ή συνάρθρωση των όποιων αντιφάσεων. Ο δρόμος προς τη Δημοκρατία για να μην αναιρεί την ίδια της τη φύση οφείλει να συνθέτει συλλογικά και να εξελίσσεται δυναμικά.

Η αντίληψη και η αποδοχή του γεγονότος ότι τα οικονομικής φύσης στοιχεία της σύγχρονης κρίσης είναι μόνο μερικά από τα συμπτώματα μιας χρόνιας, βαθύτερης και σύνθετης ασθένειας στενά συνδεδεμένης με την αντιπροσώπευση, χαράσσει το αρχικό και αναγκαίο τμήμα μιας διαδρομής που θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν πολιτικό τρόπο προσέγγισης με σκοπό την ίαση από την ασθένεια και όχι απλά την πρόσκαιρη ή ευκαιριακή αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της.

Εφόσον έχει εκχωρηθεί στην πολιτική εξουσία το δικαίωμα να δημιουργεί και να διαπραγματεύεται αξίες, θεσμούς, χρέη, δανεισμούς κ.λπ., ο πολίτης έχει κάθε δικαίωμα να επαναδιαπραγματευθεί το – εμφανώς πλέον – δυσλειτουργικό και μη συλλογικά ωφέλιμο κοινωνικό συμβόλαιο που έχει συνάψει μαζί της.

* Ο συντάκτης δεν φιλοδοξεί να υποδυθεί τον Κύριο των εννοιών ούτε ασφαλώς τον ειδικό. Το κείμενο αυτό αποτελεί μια προσπάθεια αναζήτησης, μελέτης, κατανόησης, σύνθεσης και προσέγγισης της Δημοκρατίας.

[1] Ο όρος φαγοκυττάρωση χρησιμοποιείται εδώ μεταφορικά. Ορίζεται ως εγκόλπωση οργανικών ή ανόργανων σωματιδίων από τα φαγοκύτταρα και προϋποθέτει καταρχήν, την αναγνώριση αυτών των σωματιδίων ως ξένων.

[2] Γιώργου Ν. Οικονόμου. «Άμεση Δημοκρατία, αρχές επιχειρήματα, δυνατότητες» Εκδόσεις Αθήνα 2014, Εκδόσεις Παπαζήση.

[3] Κορνήλιου Καστοριάδη, «Η Ορθολογικότητα του Καπιταλισμού», Αθήνα 1998 εκδ. Έψιλον και «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας», Αθήνα, 1985 (1978)

[4] Γιώργου Ν. Πολίτη «Το δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής – Η νόμιμη άμυνα στην αυθαίρετη εξουσία», Αθήνα 2012, Εκδόσεις Ψυχογιός.

Επίθεση κατά του Charlie Hebdo: Το δημοκρατικό γεγονός θα είναι μετά ή δεν θα είναι

Του Νίκου Ηλιόπουλου

Τι είναι ένα γεγονός

Γεγονός είναι το απροσδόκητο, το απρόβλεπτο, ό,τι δεν μπορεί να εξηγηθεί πλήρως. Μπορούμε τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να το καταλάβουμε, όπως έλεγε η Χάννα Άρεντ, ή να το διαυγάσουμε (αποσαφηνίσουμε), όπως θα έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Γεγονός είναι κατά κύριο λόγο αυτό που δημιουργεί μια νέα κατάσταση.

Η επίθεση κατά του Charlie Hebdo, όσο σοβαρή και αποκρουστική κι αν είναι, δεν αποτελεί από μόνη της ένα γεγονός. Με την ακριβή και συγκεκριμένη μορφή που πήρε, ήταν σίγουρα απρόσμενη, ή και ανυποψίαστη, αδιανόητη πριν, αλλά ως φονική πράξη βίας, ήταν αναμενόμενη και είχε προβλεφθεί. Θυμίζω ότι το λεγόμενο σχέδιο Vigipirate είναι από καιρό σε ισχύ στη Γαλλία· και ως πραγματικό, απτό, συμβάν, θυμίζω ότι τις τελευταίες ημέρες και εβδομάδες, η κυκλοφορία διακόπηκε πολλές φορές στο μετρό του Παρισιού «λόγω ενός ύποπτου δέματος». Για να είμαι ειλικρινής, φοβόμουνα την τοποθέτηση βόμβας σε ένα βαγόνι του μετρό, επίθεση αδιακρίτως εναντίον δικαίων και αδίκων, ενάντια σε όλους μας[1].

Αλλά το γεγονός έχει ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό. Είναι απρόβλεπτο όσον αφορά τις συνέπειες που έχει άμεσα και θα έχει στο μέλλον. Από αυτή την άποψη, η επίθεση εναντίον του Charlie Hebdo, και η φρικτή σφαγή που ακολούθησε, έδωσε αμέσως τα σημάδια ενός γεγονότος. Αυτά τα σημάδια είναι κυρίως η μεγάλη συγκίνηση που προκάλεσε, η έκταση της καταδίκης αυτής της πράξης, η αλληλεγγύη που πήρε το όνομα: Είμαι Charlie, και κυρίως οι μεγάλες συλλογικές κινητοποιήσεις υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης. Η άμεση συνέπεια της επίθεσης εναντίον του Charlie Hebdo είναι ότι αυτή ερμηνεύτηκε ως μια επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης – και πολύ σωστά.

Ωστόσο, μόνο ένα μακροπρόθεσμο μέλλον θα δείξει τις συνέπειες αυτού του γεγονότος, και είναι πρόωρο να πούμε σήμερα ότι θα υπάρχει ένα πριν και ένα μετά την 7η Ιανουαρίου του 2015, ως προς τις μεγάλες γραμμές της σημερινής γαλλικής κοινωνίας[2].

Η κατάσταση της γαλλικής κοινωνίας

Είναι, επομένως, αδύνατο να κάνουμε μια ανάλυση του γεγονότος χωρίς να λάβουμε υπόψιν τη σημερινή κατάσταση της γαλλικής κοινωνίας. Βρισκόμαστε σε μια κοινωνία όπου το τέλος των τεσσάρων θεμελιωδών αξιών, που φτιάχνουν αλυσίδα : θρησκεία-οικογένεια-εκπαίδευση-εργασία, έχει σημάνει. Είναι μια διαπίστωση που έχω κάνει εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα. Αυτό το τέλος σημαίνει γενικά έλλειψη νοήματος ζωής σε αυτήν την κοινωνία. Μακριά από το είναι μόνο κάτι αρνητικό, αυτό το τέλος ανοίγει ταυτόχρονα το δρόμο για την επινόηση νέων τρόπων ζωής για τον καθένα και για όλους.

Η έλλειψη νοήματος ζωής, νοήματος που εξασφάλιζε για μεγάλο χρονικό διάστημα η θρησκεία, δημιουργεί στην κοινωνία πολλά ρεύματα τελείως αντιφατικά : υπάρχουν αυτοί που αναζητούν αλλού, έξω από τις θεμελιώδεις αξίες, το νόημα της ζωής τους, υπάρχουν όμως και αυτοί που βρίσκουν καταφύγιο στη θρησκεία με τρόπο απόλυτο, ολοκληρωτικό, και φανατικά. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η καθυστέρηση της καθαυτής πολιτικής σκέψης και πράξης να ανοίξουν τουλάχιστον μια συζήτηση σχετικά με τη θρησκεία είναι σημαντική, αν όχι αβυσσαλέα. Σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων, θεωρώ ότι εγγράφεται η σημαντική συμβολή του Charlie Hebdo για να ανοίξει αυτή η συζήτηση, με βάση την ιδέα ότι τα πάντα πρέπει να συζητούνται στη σημερινή κοινωνία, τα πάντα μπορούν να κριτικαριστούν και να είναι αντικείμενο κριτικής, τα πάντα μπορούν να διακωμωδηθούν και να είναι αντικείμενο διακωμώδησης. Μέσα σε αυτή την καθυστέρηση, εισέρχεται ταυρόχρονα οποιαδήποτε ενέργεια που θέλει να σταματήσει κάθε εξέλιξη των πραγμάτων προς τη χειραφέτηση ως προς τη θρησκεία και τις θρησκείες. Με άλλα λόγια, η ιδέα της εγκοσμιότητας (laïcité) στη γαλλική κοινωνία είναι σήμερα περισσότερο από ξεπερασμένη. Ως ιδέα και θεσμική πραγματικότητα, η εγκοσμιότητα αντιστοιχεί σε μια άλλη εποχή. Μια άλλη σχέση πρέπει να θεσμιστεί ανάμεσα στη θρησκεία και την κοινωνία.

Όμως, η έλλειψη νοήματος ζωής και η διατάραξη της διαδρομής που χάραζαν για την ανθρώπινη ζωή οι τέσσερεις θεμελιώδεις αξίες που εκπνέουν, δεν οφείλονται μόνο στην παρακμή της θρησκείας. Υπάρχει η «αποσύνθεση» της οικογένειας, η «ανασύνθεση» της οποίας δεν λύνει το πρόβλημα παρά μόνο εν μέρει, υπάρχει η α-νοησία (μη νόημα) της εκπαίδευσης, υπάρχει η έλλειψη νοήματος της εργασίας περισσότερο από την έλλειψη εργασίας, υπάρχουν οι τεράστιες δυσκολίες στις ανθρώπινες σχέσεις όλων των ειδών. Τρομερή έλλειψη έμφανίζεται πάλι εδώ μιας ανοικτής και ρητής δημοκρατικής συζήτησης για το τι μπορεί να γίνει μπροστά σε αυτή την ιστορικά πρωτότυπη κατάσταση.

Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού επιτυγχάνουν, ωστόσο, να δώσουν νόημα στη ζωή τους επινοώντας άλλους τρόπους κοινής ζωής. Άλλα μεγάλα τμήματα του ίδιου πληθυσμού δεν το καταφέρνουν ή δεν θέλουν. Τι να κάνουμε σε μια κοινωνία που θέλει να είναι δημοκρατική ; Δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος παρά ο διάλογος. Σκέψη και πολιτική πράξη λείπουν επειδή τα πάντα είναι αποκλεισμένα από την καθεστηκυία (καθιερωμένη) πολιτική. Στο σημερινό αντιπροσωπευτικό πολιτικό καθεστώς, η καθεστηκυία πολιτική, όπως έχει οργανωθεί από τα πολιτικά κόμματα για την κατάκτηση της κυβερνητικής (κρατικής) εξουσίας, σημαίνει ότι για τους γενικούς προσανατολισμούς της κοινωνίας δεν αποφασίζουν οι πολίτες αλλά οι επαγγελματίες πολιτικοί. Οι ψηφοφόροι παρέχουν στους επαγγελματίες πολιτικούς μια ευκαιριακή νομιμότητα στο βωμό των εκλογών.

Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο βρίσκεται η σημερινή γαλλική κοινωνία, και σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αναλύσουμε τα συμβάντα που σχετίζονται με την επίθεση κατά του Charlie Hebdo, καθώς και αυτά που ακολούθησαν, όπως η ομηρία στο παντοπωλείο cacher[3]. Ο διεθνής παράγοντας υπεισέρχεται ασφαλώς στο πλαίσιο αυτό, αλλά σε ίσο βαθμό με αυτόν της κοινωνικής κατάστασης στη Γαλλία. Πρέπει να τονιστεί κυρίως το συνολικό κοινωνικό υπόβαθρο αυτών των συμβάντων, και όχι μόνο οι εθνοτικές, θρησκευτικές και άλλες πλευρές.

Οι συμβατικές αναλύσεις των συμβάντων και η γνώμη μου

Δεν είναι αλήθεια ότι η Γαλλία είναι σήμερα ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, συν ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους (laïcité). Και από αυτή την άποψη, δεν είναι επίσης αλήθεια ότι «η Γαλλία χτυπήθηκε στην καρδιά»4. Δεν είναι αλήθεια, όχι μόνο και κυρίως επειδή αυτά τα ιδανικά-αξίες δεν ανταποκρίνονται, και κατάφωρα μάλιστα, στην πραγματικότητα της σημερινής γαλλικής κοινωνίας, αλλά κυρίως επειδή η ελευθερία, η ισότητα, η αδελφοσύνη και η εγκοσμιότητα (laïcité) πρέπει να εφευρεθούν εκ νέου και να επαναπροσδιοριστούν ριζικά, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις κοινωνικές πραγματικότητες του παρόντος.

Πραγματικότητες που έχουν αλλάξει και αλλάζουν με εκπληκτική ταχύτητα.

Για παράδειγμα, δεν λέει τίποτα, πραγματικά, η εγκοσμιότητα, ως διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, ή ως διαχωρισμός θρησκείας και πολιτικής, όταν εκατομμύρια άνθρωποι διεκδικούν σήμερα τον αθεϊσμό τους, και άλλα εκατομμύρια άνθρωποι διεκδικούν τελετουργίες και τρόπους ζωής που ανήκουν ούτως ή άλλως στην πιο καθημερινή ζωή. Όταν εκατομμύρια γυναίκες διεκδικούν την ισότητα και την ελευθερία, και άλλα εκατομμύρια ανδρών και γυναικών εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι γυναίκες δεν είναι ίσες με τους άνδρες και πρέπει να υποτάσσονται σε αυτούς.

Όλα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με οποιοδήποτε αμάλγαμα και με οποιαδήποτε -φοβια, εκτός και αν ονομάζουμε αμάλγαμα και φοβία τη διαυγή ματιά στην κοινωνίας όπως είναι σήμερα. Από τη σκοπιά της ετερονομίας, και ειδικότερα αυτής που είναι η βαρύτερη ιστορικά και πραγματικά, της θρησκευτικής ετερονομίας, το ερώτημα τίθεται αναπόφευκτα : ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στις τρεις θρησκείες τις λεγόμενες του Βιβλίου, ιουδαϊσμός, χριστιανισμός και ισλάμ ;

Είμαι Charlie, απαντά σωστά και δίκαια, ωστόσο, σε αυτές τις αντιφάσεις που θα μπορούσαν να είναι και να γίνουν υπερβάσιμες5. Είμαι Charlie, σημαίνει ότι έχω το δικαίωμα να εκφράζομαι και να ζω ελεύθερα. Έχω αυτό το δικαίωμα, χωρίς να προσπαθεί κανείς με την ισχύ και τη βία να με κάνει να δρω και να ζω διαφορετικά. Έχω το δικαίωμα να πείθω με την έρευνα, τη μιλιά και την κριτική, και καταδικάζω σθεναρά, κατηγορηματικά, κάθε προσπάθεια για τη βίαιη φυσική εξάλειψη του άλλου.

Ωστόσο, έχω το δικαίωμα σημαίνει ότι είμαι μέλος μιας πολιτικής κοινωνίας που θα οικοδομηθεί στα υφιστάμενα δημοκρατικά θεμέλια αφού ταυτόχρονα τα αναθεωρήσει ριζικά. Η δημοκρατία, ως πολιτικό καθεστώς και ως μορφή κοινωνίας, πρέπει να γίνει το κύριο πρόταγμα-έργο της στιγμής. «Μία λέξη προσανατολίζει το στοχασμό μας όταν σκεφτόμαστε τη δημοκρατία, η λέξη απόφαση. Απόφαση από τους πολίτες.», έγραφα άλλοτε. Η λέξη της δημοκρατίας είναι επίσης η πειθώ, θα προσθέσω τώρα.

Ορισμένα πολιτικά ζητήματα

Τα πρώτα καθαυτά πολιτικά ερωτήματα που έθεσα στον εαυτό μου όταν έμαθα την επίθεση κατά του Charlie Hebdo ήταν: Γιατί τώρα; Γιατί αυτός ο στόχος; Γιατί αυτή η «αποτελεσματικότητα»; Ποιοι είναι οι στόχοι της επίθεσης; Και, κυρίως, ποιες θα είναι οι συνέπειες; Θέτοντας τα ορθά, κατά τη γνώμη μου φυσικά, ερωτήματα, κάνουμε ήδη ένα πρώτο βήμα για την κατανόηση αυτού του γεγονότος.

Δεν έχω μια ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα: Γιατί τώρα; Τα γεγονότα έδειξαν πάντως ότι οι δύο φανατικοί ισλαμιστές, παρόλο που είχαν ετοιμάσει την επίθεσή τους, δεν είχαν σχεδόν κανένα σχέδιο οπισθοχώρησης, με αποτέλεσμα να κάνουν ασυνάρτητα πράγματα. Θα ήθελα να κάνω εδώ μια παρατήρηση που θεωρώ σημαντική, από την άποψη της δημοσιογραφικής (και όχι μόνο) περιγραφής των πραγματικών περιστατικών. Πολλά ειπώθηκαν για τη ψυχραιμία και τον επαγγελματισμό των δολοφόνων. Περίεργη, πράγματι, αντίληψη για τον επαγγελματισμό. Ο χρόνος και ο χώρος δεν επιτρέπουν μια μακριά ανάλυση. Αλλά για κάποιον που έχει εργαστεί σε πολλούς τομείς, είναι ανατριχιαστικό να ακούει την έννοια του επαγγελματισμού στη δολοφονία, του επαγγελματισμού ο οποίος τουλάχιστον στο μυαλό των διευθυντών στην εργασία σημαίνει τα πάντα και τίποτα, και είναι καλός επαγγελματίας αυτός που υποτάσσεται στις πιο παράλογες εντολές.

Σχετικά με την επιλογή του στόχου, η γνώμη μου είναι ότι τα δύο άτομα που έκαναν την επίθεση δεν θα μπορούσαν επιλέξουν στόχο που θα τους απομόνωνε περισσότερο από την κοινή γνώμη, και από τους μουσουλμάνους ακόμη. Εκτέλεσαν εν ψυχρώ πολύ συμπαθητικούς ανθρώπους, για ένα συμβάν που φαίνεται μακρινό, τη δημοσίευση των γελοιογραφιών του Προφήτη, ένα θέμα επιπλέον που, κατά τη γνώμη μου, δεν θίγει ιδιαίτερα την ευαισθησία των πιστών, τουλάχιστον στη Γαλλία. Θα πρέπει να προϋποθέσουμε ακόμα ότι οι πιστοί ήξεραν αυτή τη δημοσίευση και επίσης την εφημερίδα Charlie Hebdo. Η διατύπωση του Edgar Morin είναι ορθή : «η έλλειψη σεβασμού από την εφημερίδα Charlie Hebdo τοποθετείται στο επίπεδο του γέλιου και του χιούμορ, πράγμα που δίνει έναν τερατωδώς ηλίθιο χαρακτήρα στην επίθεση» (Άρθρο που αναφέρεται παραπάνω).

Γιατί αυτή η «αποτελεσματικότητα»;

Διότι, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, υπήρξε μια χαλάρωση της προστασίας των προσώπων που αποτελούσαν στόχο. Τα ανθρώπινα πράγματα, έλεγε ο Πλάτων, εξαρτώνται από τη φύση, από την πολιτική τέχνη και την τύχη. Δέκα λεπτά αργότερα, η συνεδρίαση της συντακτικής ομάδας της εβδομαδιαίας εφημερίδας θα είχε τελειώσει και τα μέλη της θα ήταν διασκορπισμένα στο κτήριο.

Ποιοι είναι οι στόχοι της επίθεσης; Και εδώ επίσης υπάρχουν σοβαρά ερωτηματικά σχετικά με την ικανότητα των φονταμενταλιστών ισλαμιστών που διέπραξαν την επίθεση να σκέφτονται πολιτικά. Ποτέ δεν ξέρουμε εκ των προτέρων τις συνέπειες των πράξεών μας, είναι αλήθεια. Αναλύσεις που είδαν αμέσως το φως της δημοσιότητας, όπως αυτή του Robert Badinter, μιλάνε για μια πολιτική παγίδα που στήθηκε από τους φανατικούς ισλαμιστές: «Τέλος, ας σκεφτούμε αυτή την ώρα της δοκιμασίας την πολιτική παγίδα που μας έστησαν οι τρομοκράτες. Αυτοί που κραυγάζουν “allahou akbar” κατά τη στιγμή της δολοφονίας ανθρώπων, προδίδουν οι ίδιοι από φανατισμό το θρησκευτικό ιδεώδες το οποίο επικαλούνται. Ελπίζουν επίσης ότι η οργή και η αγανάκτηση που κατακλύζουν το Έθνος θα βρουν σε ορισμένους την έκφρασή τους στην απόρριψη όλων των μουσουλμάνων της Γαλλίας και στην εχθρότητα εναντίον τους. Έτσι, θα μπορούσε να ανοίξει το χάσμα που ονειρεύονται ανάμεσα στους μουσουλμάνους και τους άλλους πολίτες. Να ανάψει το μίσος μεταξύ Γάλλων, να προκληθεί με το έγκλημα η δια-κοινοτική βία, να το σχέδιό τους, πέρα από την ενόρμηση του θανάτου, το οποίο κάνει αυτούς τους φανατισμένους να σκοτώνουν με την επίκληση του Θεού. Ας αρνηθούμε αυτό που θα αποτελούσε τη νίκη τους. Και ας προφυλαχτούμε από τα άστοχα αμαλγάματα και τα αδελφοκτόνα πάθη»[6]

Ποιες θα είναι οι συνέπειες της επίθεσης κατά του Charlie Hebdo;

Πρώτον, για την ώρα, και παρά κάποιες μεμονωμένες αλλά υπαρκτές πράξεις, βλέπουμε να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που οι φονταμενταλιστικές ισλαμιστές φέρεται να επεδίωκαν. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, όπως πολύ συνοπτικά προσπάθησα να πω σε αυτό το κείμενο, η πράξη της 7ης Ιανουαρίου 2015 δεν έγινε μέσα στο κενό. Αν υπάρχει ένα κενό, αυτό είναι το κενό νοήματος της σημερινής γαλλικής κοινωνίας. Μπορώ να το πω από τώρα : τα γεγονότα δείχνουν ότι αυτό το κενό σε μεγάλο βαθμό κατοικείται από μια σταθερή προσήλωση στη δημοκρατία και την ελευθερία της έκφρασης. Όπως ήδη έχω επισημάνει, πριν μερικά χρόνια, το κενό αυτό δεν είναι τόσο κενό όσο φαίνεται. Νέοι τρόποι ζωής, νέα νοήματα ζωής, έχουν ήδη δημιουργηθεί. Και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θέλει απολύτως και αδιαπραγμάτευτα να το καλύψει μέσα σε συνθήκες δημοκρατίας, ελευθερίας και αυτονομίας. Η επίθεση κατά του Charlie Hebdo, που έχει ήδη γίνει ένα γεγονός με την ορμητική ανάδυση της επιθυμίας για την ελευθερία της έκφρασης, θα είναι ένα γεγονός προς τη δημοκρατία αν οι συλλογικές κινητοποιήσεις αυτών των ημερών ανοίξουν το δρόμο της συζήτησης και της πράξης για τα πραγματικά προβλήματα της κοινής ζωής. Για να βρει η θρησκεία τη θέση της αυστηρά στην ιδιωτική σφαίρα, για να δώσει η οικογένεια τη θέση της σε άλλες μορφές κοινής ζωής, για να ξαναβρεί ένα νόημα η εκπαίδευση, για να πάψει η εργασία να είναι η υπέρτατη αξία της κοινωνίας. Για ένα πολιτικό καθεστώς άμεσης δημοκρατίας, για μια πλήρως αυτόνομη κοινωνία μέσα στην οποία η φιλία και ο έρωτας-σεξουαλικότητα, καθώς και το χιούμορ, θα θριαμβεύουν.

Παρίσι, 10-11 Ιανουαρίου 2015

[1] Η εμπειρία του Ιουλίου 1995 στο Παρίσι, που έζησα από κοντά, μπορεί να συνέβαλε στο γεγονός ότι σκέφτηκα αυτή την πιθανότητα. Υπενθυμίζω επίσης ότι για τις βομβιστικές επιθέσεις του Ιουλίου 1995, χρειάστηκε πολύ χρόνος για να επισημανθεί η ιδεολογική προέλευση των αιτίων, ενώ γνωρίζαμε εκ των προτέρων την προέλευση μιας πιθανής επίθεσης τώρα.

[2] Υπήρξε υπερβολή στα λόγια αυτές τις μέρες της συγκίνησης. Σημειώνω ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρώτη σελίδα της εφημερίδας Le Monde, 9 Ιανουαρίου 2015, «Η γαλλική 11η Σεπτεμβρίου». Συμφωνώ, λοιπόν, με την επιτυχημένη φράση του Edgar Morin : « Η συγκίνησή μας δεν πρέπει να παραλύσει τη σκέψη μας, όπως και η σκέψη μας δεν πρέπει να μειώσει τη συγκίνησή μας.» Edgar Morin, «Η Γαλλία χτυπήθηκε στην καρδιά του κοσμικού της χαρακτήρα και της ελευθερίας της», στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας, σ. 14.

[3] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, μεταξύ των δύο πράξεων βίας, υπάρχει μια διαφορά στόχων που οφείλεται ίσως στη διαφορετική οργανωτική ένταξη των πρωταγωνιστών· η επίθεση κατά του Charlie Hebdo είχε στόχο δημοσιογράφους που βλασφήμισαν τον Προφήτη, η κράτηση ως ομήρων είναι «μια τρομακτική αντισημιτική πράξη», πριν να είναι μια πράξη αντισπερισπασμού σε σχέση με την πολιορκία των δύο φυγάδων από την αστυνομία.

[4] Φράση του Φρανσουά Ολλάντ που ανάκτησε και συμπλήρωσε ο Edgar Morin, στο προαναφερθέν άρθρο.

[5] Αναφέρομαι πάλι στο άρθρο του Edgar Morin, ο οποίος γράφει : «Υπήρξε πρόβλημα κατά τη στιγμή της δημοσίευσης των γελοιογραφιών. Πρέπει άραγε να επιτρέψουμε στην ελευθερία να προσβάλλει την πίστη των πιστών του Iσλάμ, υποβαθμίζοντας την εικόνα του Προφήτη της, ή μήπως η ελευθερία της έκφρασης υπερισχύει κάθε άλλης θεώρησης ; Εκδήλωσα τότε την αίσθηση μιας ανυπέρβλητης αντίφασης, καθώς κατά μείζονα λόγο είμαι μεταξύ αυτών που αντιτίθενται στη βεβήλωση των ιερών χώρων και αντικειμένων.» Λίγο παραπάνω γράφει ότι η εφημερίδα Charlie Hebdo είναι «τυπικό δείγμα ασέβειας, και χλευασμού που αγγίζει το ιερό σε όλες τις μορφές του, κυρίως τις θρησκευτικές.» Από την πλευρά μου, καταρχάς, δεν ξέρω άλλες μορφές του ιερού από τις θρησκευτικές· κατόπιν, γιατί οφείλουμε να ξεχωρίζουμε την πίστη των πιστών του Ισλάμ από αυτή των πιστών στον χριστιανισμό, που έχει χλευαστεί εδώ και πάρα πολύ καιρό ; Συμφωνώ σε αυτό το θέμα με τον Bernard-Henri Lévy, ο οποίος στο άρθρο του « Le moment churchillien de la Ve République », που δημοσιεύθηκε στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας Le Monde, ίδια σελίδα, γράφει ότι οφείλουμε «να θεωρήσουμε επιτέλους ότι η λατρεία του ιερού αποτελεί, στη δημοκρατία, προσβολή στην ελευθερία της σκέψης, ότι οι θρησκείες είναι στη δημοκρατία, σύμφωνα με το νόμο, συστήματα πεποιθήσεων εξίσου σεβαστά με τις κοσμικές ιδεολογίες, και το δικαίωμα να γελάμε με αυτά και να τα συζητάμε είναι ένα δικαίωμα όλων των ανθρώπων.» Είναι μια ιδέα που έχω διατυπώσει εδώ και πολύ καιρό, αλλά στην προοπτική μιας κοινωνίας όπου η δημοκρατία δεν είναι μια λέξη τυπωμένη στο χαρτί.

[6] Κείμενο που βρήκα στην ιστοσελίδα της εφημερίδας Libération, 8 Ιανουαρίου 2015, με τίτλο : Robert Badinter : «Οι τρομοκράτες μας στήνουν μια πολιτική παγίδα».