Menu

EAGAINST.com

Η βούληση για ισχύ και κυριαρχία: η περίπτωση Γιακουμάκη

Hoody_D7B3P3_3038373b

τoυ Χάρη Ναξάκη

Στις 20 Δεκεμβρίου του 1988 ο Δ. Παπαδόσηφος σκότωσε κατά τη διάρκεια δίκης τον φονιά του γιού του στο εφετείο του Πειραιά αναφωνώντας: «ξαλάφρωσα, αγαλλίασε η ψυχή μου, λευτερώθηκα. Δικάστε με εις θάνατο να τελειώνω.» Ο γιος του είχε σκοτωθεί, λέγεται με αιτία μια γυναίκα, από τον Γ. Βενιεράκη σε μια καφετέρια του Ρεθύμνου. Για το όπλο που χρησιμοποιήθηκε, ένα λούγκερ που το είχε πάρει από τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της μάχης της Κρήτης, ο θρύλος λέει ότι το είχε κρύψει στην τεράστια γενειάδα του. Δεν ανασύρω από τη μνήμη μου την παλιά αυτή ιστορία ως μια προτροπή, μια ωδή για τη βεντέτα, για να την εξυμνήσω ως τρόπο απόδοσης δικαιοσύνης ή για να προβλέψω μια παρόμοια εξέλιξη για τους δολοφόνους του Γιακουμάκη, γιατί για δολοφόνους πρόκειται. Σε μια άδικη ή σε μια αξιοβίωτη κοινωνία η βεντέτα δεν είναι τρόπος απονομής του δικαίου. Η βεντέτα είναι όμως ένας τρόπος αντιμετώπισης του τέρατος που φέρουμε μέσα μας. Σκοτώστε ή τουλάχιστον χαλιναγωγήστε την ύβρη που φέρουμε μέσα μας, την τεράστια αφθονία κακοβουλίας, μοχθηρίας, ιδιοτέλειας, βούλησης για κυριαρχία, που είναι έμφυτα και επίκτητα. Μπορούμε όμως να ανοίξουμε μια βεντέτα με τον εαυτό μας, να δολοφονήσουμε μόνοι μας το κακό που φέρουμε μέσα μας;

Κατ ’αρχάς πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτό είναι στοιχείο της ανθρώπινης κατάστασης και όχι μόνο των ταξικών κοινωνιών, παρότι βέβαια ενισχύεται και μεγεθύνεται απ’ αυτές, μέσω του άκρατου ανταγωνισμού, του καταναλωτισμού, της επιβίωσης του ισχυρότερου και της θεοποίησης του χρήματος. Μια ζωή ήμουν με τους «από κάτω», τους εξουσιαζόμενους, στον ύπνο και τον ξύπνιο μου, μεγάλωσα πλέον και δεν σκοπεύω να αλλάξω στρατόπεδο. Και να ήθελα είναι αργά. Στα φοιτητικά μου χρόνια πίστεψα, ευτυχώς για λίγο, λόγω των αιρετικών φωνών της Άρεντ, του Καμύ, του Λας, του Παπαϊωάννου, του Καστοριάδη, του Κονδύλη κλπ, τις χιλιαστικές διαφωτιστικές προσδοκίες ( αριστερές και φιλελεύθερες) για την επίτευξη ενός επίγειου παράδεισου, που θα νοηματοδοτούσε τη ζωή μας. Κάθε όμως επίγειος παράδεισος προϋποθέτει και ένα υποκείμενο που θα μας οδηγήσει σε αυτόν. Το υποκείμενο δε αυτό πρέπει να είναι άσπιλο και αμόλυντο στο βάθος της ψυχής του, αγγελικό, για να μας οδηγήσει ως αναμάρτητο που είναι στον παράδεισο. Το υποκείμενο αυτό ονομάστηκε λαός, προλετάριοι, εξουσιαζόμενοι, πλήθος, κλπ. Αν όμως το υποκείμενο, οι καταπιεσμένοι, είναι ορισμένες ή πολλές φορές κακόβουλοι, ιδιοτελείς, εγωιστές και δολοφόνοι δεν πρέπει να ανησυχούμε διότι αυτό είναι μια προσωρινή κατάσταση του Είναι τους, γιατί έχουν ξεγελαστεί, αλλοτριωθεί, από τις ελίτ των κυρίαρχων και τον πολιτισμό τους.

Η διαφωτιστική αυτή αντίληψη είναι στην ουσία της Ρουσσωική, «ο άνθρωπος γίνεται ελεύθερος κι όμως παντού είναι αλυσοδεμένος», θεωρεί δηλαδή ότι η κτητική μας συμπεριφορά, η βούληση για ισχύ και για κυριαρχία είναι αποκλειστικό δημιούργημα των κοινωνικών δομών, ένα επίκτητο χαρακτηριστικό. Έτσι, σύμφωνα με την Ρουσσωική-Μαρξική αντίληψη η ανθρώπινη υπόσταση είναι μια άγραφη πλάκα άρα μπορούμε να γράψουμε πάνω της μόνο ισότητα, ελευθερία και καλοσύνη ή είναι «φύση καλή» και άρα θα την καθαρίσουμε από τα επίκτητα μιάσματα του κυρίαρχου πολιτισμού. Γιατί βέβαια αν οι άνθρωποι είναι έμφυτα μόνο καλοί ή μια άγραφη πλάκα, τότε οι αρνητικότητες (εγωισμός, βία, κλπ) είναι εξωτερικά γνωρίσματα της ανθρώπινης φύσης και άρα θα αρθούν σε μια άλλη κοινωνία. Το ερμηνευτικό αυτό σχήμα έχει βέβαια έτοιμη τη λύση της κάθαρσης. Οι διανοούμενοι, η πρωτοπορία των καταπιεσμένων, οι πεφωτισμένοι, κατέχουν το άγιο δισκοπότηρο της αυθεντικής γνώσης, είναι κτήτορες μιας αμόλυντης συνείδησης, κατέχουν το «αγαθό» του Πλάτωνα και θα το μεταβιβάσουν στους αμαρτωλούς των κατώτερων παραπλανημένων τάξεων. Αυτό είναι το σχέδιο του διαφωτισμού, του πολιτισμού των φώτων.

Τι είναι λοιπόν το bullying που σκότωσε τον Γιακουμάκη; Λεκτική και σωματική βία που βασίζεται στη διαφορά φύλου, εθνικότητας, ομορφιάς, χρώματος, κλπ; Είναι και αυτό, αλλά αν ήταν μόνο αυτό τότε ίσως να αρκούσαν λίγα σεμινάρια, διαλέξεις και συνέδρια για να μειωθεί ή να εξαλειφθεί. Θα αρκούσε δηλαδή μια εκπαιδευτική και διαπαιδαγωγική στρατηγική με ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς στα σχολεία. Αλήθεια ποιοι θα ήταν οι καταναλωτές των μορφωτικών αυτών σεμιναρίων; Οι περήφανοι γονείς που στέλνουν τα παιδιά τους στα πρωινάδικα για πασαρέλα και στα talent show για τραγούδι ή οι προοδευτικοί καθηγητές που στο όνομα σύγχρονων παιδαγωγικών μεθόδων προτιμούν να σιωπούν διότι τα όρια, οι απαγορεύσεις και οι ποινές θα καταστρέψουν τον ψυχισμό του παιδιού; Οι φορείς του bullying είναι οι κυρίαρχες ελίτ και οι μηχανισμοί τους; Και οι αποκάτω; Είναι τα θύματα ή είναι κι αυτοί θύτες; Και πως γίνεται οι αποκάτω, οι καταπιεσμένοι, να είναι φορείς δύναμης και επιβολής ισχύος; Είναι οι φορείς του bullying διαστροφικά άτομα όπως αφελώς υποστηρίζουν οι ψυχολόγοι, άτομα που δεν έχουν αιτία ή δικαιολογία για αυτά που πράττουν;

Να το θέσω καθαρά. Το bullying δεν είναι εκτροπή από το νεωτερικό δυτικό πολιτισμό αλλά σάρκα από τη σάρκα του, όσο κι αν δεν αρέσει αυτό στους κάθε λογής διαφωτιστές αγραφοπλακίτες. Ο Γιακουμάκης δεν είναι νεκρός επειδή ήταν διαφορετικός. Ο δολοφόνος του είναι η έμφυτη και επίκτητη βούληση για δύναμη, επιθυμία ισχύος και κυριαρχίας. Ποιες είναι όμως οι ρίζες της επιθυμίας ισχύος;

Η βούληση για ισχύ (δύναμη, εξουσία, βία) είναι ένας μηχανισμός κυριαρχίας που είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης κατάστασης, του ότι δηλαδή το υποκείμενο είναι εγωκεντρικό, η συνείδηση είναι ατομική. Το άτομο πάντα βιώνει τον εαυτό του ως πρώτο πρόσωπο, ως υποκείμενο. Ταυτόχρονα όμως ο άλλος κατοικεί μέσα στο εγώ γιατί ανήκουμε σ’ ένα εμείς (κοινότητα, οικογένεια, φίλοι). Η ανάγκη του άλλου είναι ιδρυτικό στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας, όπως και το εγώ (πρώτο πρόσωπο). Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει ένα βιολογικό υπόστρωμα, που διαμορφώθηκε κατά την εξελικτική πορεία του είδους και αποτυπώνεται στη νευρωνική λειτουργία συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου (μεταιχμιακό σύστημα, ιππόκαμπος, προμετωπιαίος φλοιός), το οποίο σχετίζεται με την επιθετική και την αλτρουιστική συμπεριφορά. Η ύπαρξη του βιολογικού (φυσικού) αυτού υποστρώματος δείχνει ότι η συμπεριφορά μας δεν εξαρτάται μόνο από περιβαλλοντικούς, μαθησιακούς, κοινωνικούς παράγοντες, αλλά και από εγγενείς βιολογικές δομές που διαμορφώθηκαν κατά την εξελικτική μας ιστορία για λόγους επιβίωσης. Ο εγωκεντρισμός λοιπόν, η εξατομικευμένη μας συνείδηση, μπορεί να οδηγηθεί στον εγωισμό και την επιθυμία ισχύος όταν κυριαρχεί το εγώ, αλλά και στον αλτρουισμό εφόσον είμαστε ικανοί να αφιερώσουμε το πρώτο πρόσωπό μας σε ένα εμείς και σε ένα εσύ. Όταν όμως το κοινωνικό περιβάλλον, όπως πράττει σήμερα ο δυτικός νεωτερικός πολιτισμός, της απεριόριστης εμπορευματοποίησης και της καταναλωτικής φρενίτιδας, καταστρέφει τον άλλο, το εμείς που έχουμε μέσα μας, τότε το άτομο δεν είναι άτομο αλλά μετατρέπεται σε ιδιοτελές υποκείμενο, σε δολοφόνο του άλλου. Γι’ αυτό ο σημερινός πολιτισμός δεν μπορεί να περιορίσει την επιθυμία ισχύος, γιατί ο κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος είναι το αυτοαναφορικό άτομο που θεωρεί ιερό δικαίωμά του να απελευθερώνει τις επιθυμίες του και να τις ικανοποιεί με εμπορεύματα. Ο ανελέητος ανταγωνισμός, ο θάνατος του άλλου, είναι το ισοδύναμο του απόλυτου εγωισμού.

Αν λοιπόν η κόλαση είναι οι άλλοι, όπως αφελώς(;) έλεγε ο Σαρτρ, άρα ο θάνατος του άλλου θα ανυψώσει την ατομικότητά μου, τότε αυτό το υποκείμενο φέρει μέσα του ως ιδρυτική πράξη της ταυτότητάς του την επιθυμία ισχύος πάνω στους άλλους, την εγωιστική περιχαράκωση. Γι’ αυτό είναι αυταπάτη η κυρίαρχη πρόταση για περιορισμό της ισχύος μέσω του ορθού λόγου, της μάθησης, της παιδείας. Γιατί είναι ορθολογικό να είμαι ισχυρός, δηλαδή να επιλέξω τα πιο κατάλληλα μέσα για να επιδιώξω καλύτερα τον σκοπό, που δεν είναι άλλος από την με καλύτερους όρους δικιά μου επιβίωση. Αφού λοιπόν αναγνωρίσουμε την τραγική υπόσταση του υποκειμένου, απορρίπτοντας την μυθολογική Ρουσωική-Μαρξική κατασκευή του έκπτωτου αγγέλου, κατανοήσουμε δηλαδή ότι στον άνθρωπο υπάρχει απίστευτη αφθονία κακοβουλίας και ιδιοτέλειας, αλλά και αλληλεγγύης και ανιδιοτέλειας, τότε θα είμαστε σε θέση να εφεύρουμε τρόπους και θεσμούς που θα επιτηρούν την ιδιοτέλεια και θα ενθαρρύνουν την ανιδιοτέλεια. Αν όμως, όπως είναι το πιθανότερο, η επιθυμία ισχύος και η ιδιοτέλεια ως χαρακτηριστικά του homo sapiens εμφανίστηκαν πρώτα στην εξελικτική του διαδρομή και είναι και αρκετά ισχυρά, τότε το εγχείρημα της ενίσχυσης της άλλης αλλά λειψά αναπτυγμένης πλευράς της ανθρώπινης κατάστασης, του αλτρουισμού και της διυποκειμενικότητας, είναι ένα κολοσσιαίο εγχείρημα κοινωνικού και ανθρωπολογικού μετασχηματισμού.

Ας δώσουμε όμως ένα παράδειγμα, από τα εκατοντάδες που έχουν καταγράψει οι ανθρωπολογικές έρευνες, για το πώς οι προμοντέρνοι λαοί, οι πρωτόγονες τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες, αυτούς που ο σημερινός παρακμιακός δυτικός πολιτισμός χαρακτηρίζει άγριους, αντιμετώπιζε τους εγωιστές αποστάτες, την βούληση για ισχύ. Οι άντρες κυνηγοί μιας φυλής πυγμαίων στο Κονγκό, στα πλαίσια του συλλογικού κυνηγιού σχημάτιζαν ένα νοητό κύκλο από ατομικά δίχτυα με καθορισμένες θέσεις για τον καθένα για να πιάνουν τα θηράματα. Ένας όμως κυνηγός, ο Κεφού, αποστάτησε, απομακρύνθηκε από την καθορισμένη θέση του και έπιασε πρώτος το θήραμα. Σύμφωνα με τα έθιμα της φυλής θα έπαιρνε μεγαλύτερη μερίδα και θα εξασφάλιζε κοινωνική αίγλη. Η φυλή όμως είχε μηχανισμούς για την τιμωρία της ιδιοτελούς αποστασίας, γιατί πάντα βέβαια υπάρχουν αποστάτες. Για μια εβδομάδα κανείς δεν του μιλούσε, τα παιδιά και οι γυναίκες τον περιγελούσαν, οι άντρες τον αγνοούσαν, του αρνήθηκαν το κάθισμα που δικαιούνταν μόνο οι μεγάλοι κυνηγοί. Να λοιπόν ένας αποτελεσματικός μηχανισμός απομόνωσης των αποστατών χωρίς αστυνομία, δικαστήρια, νόμο και κράτος. Η ιδιοτέλεια και η βούληση για δύναμη είναι ευκολότερο να ελεγχθεί στα πλαίσια της κοινότητας, της γειτονιάς, στις μικρές πόλεις και αυτό είναι ένα μάθημα των προμοντέρνων κοινωνιών στις σημερινές. Χωρίς την διάλυση της μεγαμηχανής του κράτους και το πέρασμα σε μικρότερα κοινωνικά και παραγωγικά μεγέθη κανένα αμεσοδημοκρατικό εγχείρημα δεν είναι εφικτό, κανένας έλεγχος του ατομοκενρικού φαντασιακού της απόλαυσης χωρίς όρια, της εγωιστικής καταστροφής του άλλου, δεν θα είναι εφικτός. Η φιλελεύθερη ουτοπία του αχαλίνωτου καπιταλισμού θα έχει καταστρέψει το υποκείμενο.

Δεν υπάρχει λοιπόν αθωότητα στα οράματα των καταπιεσμένων διότι οι σημερινοί κυριαρχούμενοι μπορεί να είναι αυριανοί κυρίαρχοι αν οι ίδιοι δεν δημιουργήσουν θεσμούς που να περιορίζουν στην πράξη την ύβρη της βούλησης για ισχύ. Η επίγνωσή της γεννάει την ελπίδα για ένα καλύτερο κόσμο και όχι η αποσιώπησή της.

Όψεις’ του Δεκέμβρη του 2008.

05

Το κείμενο αφιερώνεται στη μνήμη του Αλέξη Γρηγορόπουλου.

«Άνοιξη μόνον κυλούν οι παιώνιες.
Στις πλαγιές ανθισμένα ξεσπώντας μαργαρίτες, μελανούρια ανεμώνες παντού.
Ποδηλασίες ορμούν και γαβγίζουν.
Έτσι Τ’ απόγευμα εκείνο συνελήφθην υπό κοπαδιού σκύλων, μένοντας αγάλματα Αρχαία πύλη.
Ουρώντας ποδήλατα οι σκύλοι.
Αγριοτριφυλλιασμένοι Μπουμπουκιασμένες παιώνιες!
Πολλά κοράκια πέρασαν.
Πέρασε λες αιώνας.
Μέσα στους ήλιους αράξαμε.
Δε γίναμε φίλοι των σκύλων, ήμασταν Μοιράστηκε το δίκιο».
(Ηλίας Τσέχος, ‘Συνελήφθην υπό σκύλων’, 2011).

Πριν από λίγες ημέρες συμπληρώθηκαν 6 χρόνια από την δολοφονία του νεαρού Αλέξη Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό της ελληνικής αστυνομίας, Επαμεινώνδα Κορκονέα. Έξι χρόνια μετά, (2008-2014) πραγματοποιήθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις σε διάφορες πόλεις της χώρας, στη μνήμη του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Όμως, τι ήταν ο Δεκέμβρης του 2008; Ποίο ήταν το προσίδιο νόημα του; Το εξεγερσιακό «κύμα» του Δεκέμβρη ανασημασιοδότησε το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Οι μεγάλες διαδηλώσεις εκείνων των ημερών υπερέβησαν τις κομματικές και συνδικαλιστικές μορφές εκπροσώπησης. Η «χρονική» και «χωρική» υπέρβαση των μορφών εκπροσώπησης (πολιτικά κόμματα-εργατικά συνδικάτα), απετέλεσε το προοίμιο της δομικής κρίσης εκπροσώπησης που αποκρυσταλλώθηκε κύρια την περίοδο της βαθιάς και οξυμένης οικονομικής κρίσης. Η εξέγερση εκείνων των ημερών προσέδωσε «υλικότητα» στους εξεγερμένους, ήτοι σε εκείνα τα υποκείμενα που είχαν τεθεί σε ένα «αόρατο» σύμπαν.

Η τότε γενική γραμματέας του ΚΚΕ, Αλέκα Παπαρήγα, είχε δηλώσει τότε ότι κατά την διάρκεια της λαϊκής εξέγερσης, δεν θα σπάσει ούτε ένα τζάμι, ωσάν η ίδια η εξέγερση και οι εκφάνσεις της να «παράγονται» σε ένα «αποστειρωμένο» από μία συγκεκριμένη ταξική «υλικότητα» ευθύγραμμο περιβάλλον, πέρα και πάνω από το άμεσο, το αυθόρμητο και το απρόβλεπτο εξεγερσιακό επίδικο.

Η εξεγερσιακή αντίληψη που διακρίνει το ΚΚΕ παραβλέπει το εύρος της κοινωνικής-ταξικής κίνησης, τις εγκάρσιες τομές που συντελούνται, εστιάζοντας σε μία «ιεραρχικοποιημένη» εξεγερσιακή διαδικασία που όχι μόνο δεν αναδεικνύει την «πολλαπλή κατεύθυνση» της, αλλά προτάσσει και την εγγραφή της στο πεδίο του κοινωνικού ως «στοίχιση» και ιεράρχηση.

Σε ένα ιδιαίτερα βεβαρημένο και φορτισμένο πλαίσιο, λόγω της δολοφονίας του νεαρού Αλέξη Γρηγορόπουλου, η κινηματική συνάρθρωση προσέλαβε τα χαρακτηριστικά μίας «πολλαπλής κατεύθυνσης», μίας «πολλαπλής κατεύθυνσης» εν πολλοίς ασταθούς και ακαθόριστης που όμως υπερέβαινε τις μορφές της κλασικής διεκδίκησης και εναντίωσης. Έτσι, τις ημέρες του «φορτισμένου Δεκέμβρη», εκτός από τις μεγάλες διαδηλώσεις, πραγματοποιήθηκαν επιθέσεις σε υποκαταστήματα τραπεζών, σε μεγάλα πολυκαταστήματα, καθώς και σε διάφορα αστυνομικά τμήματα.

Το κύριο «ενοποιητικό» χαρακτηριστικό αυτής της δραστηριοποίησης ήταν η προσίδια αμφισβήτηση ενός εκ «των άνω» καθορισμού της καθημερινής «κίνησης» των λαϊκών μαζών. Η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου στα Εξάρχεια, απετέλεσε την θρυαλλίδα που οδήγησε ένα ποιοτικά «έντονο» εξεγερσιακό «κύμα». Η «πολλαπλή κατεύθυνση» του Δεκέμβρη καθόρισε και «επικαθόρισε» το εύρος της βαθιάς εναντίωσης σε ότι έτεινε να ορίζει το πεδίο της «κανονικότητας» των πραγμάτων και των αξιών.

Οι αυθόρμητες και ανοργάνωτες επιθέσεις σε διάφορα αστυνομικά τμήματα, εκτός από την αντίδραση για τον φόνο του νεαρού μαθητή, ενέγραψαν τα χαρακτηριστικά της αμφισβήτησης του ρόλου και της βίαιης πρακτικής των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους. Με αυτόν τον τρόπο, παρήγαν τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση ενός αυθόρμητου και άμεσου πλαισίου «αντιβίας», το οποίο και «εγχάραξε» τα όρια της αντίστιξης στο πλαίσιο της κρατικής-κατασταλτικής βίας. Ο στόχος των εξεγερμένων ήταν σαφής: επεδίωξαν να καταδείξουν τα «γυμνά» όρια της κρατικής-κατασταλτικής βίας, η οποία, ως «όλον» και σημαίνον, νοηματοδοτεί το πεδίο του κοινωνικού.

Το πλαίσιο κίνησης των εξεγερμένων είχε ως στόχο αφενός μεν την «αποκάλυψη» των ορίων της κατασταλτικής βίας, αφετέρου δε επεδίωξε την ανάδυση της «αντιβίας» όχι μόνο ως απλού πλαισίου εκτόνωσης της οργής και κατά μέτωπον αντιπαράθεσης με τα σώματα ασφαλείας, αλλά και ως πλαίσιο μίας ποιοτικής αναδιαμόρφωσης των όρων κίνησης των κοινωνικών τάξεων και των διάφορων συλλογικών υποκειμένων. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πως οι επιθέσεις σε διάφορα αστυνομικά τμήματα «γέννησαν» το μείζον ερώτημα: με πόση εκ «των άνω» νομιμοποίηση «περιβάλλεται» η δολοφονία ενός 15χρόνου μαθητή;

Οι επιθέσεις σε τραπεζικά καταστήματα και σε μεγάλα πολυκαταστήματα στο κέντρο της Αθήνας προσέλαβαν τα χαρακτηριστικά μίας ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής κατεύθυνσης και χροιάς. Η συγκεκριμένη κινηματική-αντικαπιταλιστική κατεύθυνση όμως δεν επεδίωξε να «υπερβεί» ποιοτικά τον ίδιο τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, αλλά κύρια απέκτησε ένα συμβολικό περιεχόμενο «θρυμματισμού» της καπιταλιστικής «πρόσοψης». Οι ρήξεις και οι εγκάρσιες τομές εγκιβωτίστηκαν στο πεδίο του κοινωνικού.

Οι επιθέσεις σε καταστήματα μεγάλων τραπεζών «εγχάραξαν», (στην πρόσοψη των τραπεζών αλλά και στο κοινωνικό «όλον»), την μορφή της θεμελιώδους εναντίωσης στην χρηματική «ροή» που κατευθυνόταν προς τις τράπεζες. Το σύνθημα που ακουγόταν εκείνες τις ημέρες σκιαγραφεί με ενάργεια το ευρύτερο «αντιτραπεζιτικό» πλαίσιο που έλαβε η εξέγερση του Δεκέμβρη: «στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες».

Από την άλλη πλευρά, οι επιθέσεις σε μεγάλα υποκαταστήματα έθεσαν προσκόμματα στην «ομαλή» εμπορική «ροή» και διαδικασία της πόλης. Κι αυτό το σημείο είναι κρίσιμο, εάν θέλουμε να κατανοήσουμε τι συνέβη εκείνες τις ημέρες. Η επιδίωξη «μπλοκαρίσματος» της Χριστουγεννιάτικης εμπορικής δραστηριότητας της Αθήνας παρήγε τις προϋποθέσεις για την διαμόρφωση μίας «υλικής» κινηματικής άρθρωσης που κατευθύνθηκε ενάντια σε μία συγκεκριμένη εμπορική «υλικότητα». Ουσιαστικά, επρόκειτο για την αποκρυστάλλωση μίας «υλικότητας της πράξης» που στην προμετωπίδα της έθεσε την κινηματική-εναντιωτική κίνηση.

Εκείνες τις ημέρες του Δεκέμβρη του 2008, κινητοποιήθηκαν τα πιο επισφαλή «κομμάτια» των λαϊκών τάξεων. Η δραστηριοποίηση των μεταναστών, η δραστηριοποίηση των εργαζομένων μερικής και προσωρινής απασχόλησης ανέδειξαν το «εύρος» του παλίμψηστου της εργατικής τάξης. Κι ακριβώς αυτές οι κατηγορίες εργαζομένων ενεπλάκησαν στην εξέγερση του Δεκέμβρη έχοντας απολέσει κάθε έννοια «σίγουρης» θέσης και κοινωνικής βεβαιότητας, κάτι που θα γίνει «υλικά» έντονο την περίοδο της βαθιάς και πολυεπίπεδης οικονομικής κρίσης. (Βλ. Μνημονιακή διαχείριση).

Εκείνη την χρονική περίοδο, οι μεγάλες διαδηλώσεις τέμνουν και ανατέμνουν το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Τα λαϊκά στρώματα βγαίνουν στο κοινωνικό και πολιτικό προσκήνιο. Το εξεγερσιακό μπλοκ του Δεκέμβρη του 2008 ήρε τις βεβαιότητες, τις πολιτικές εγκλήσεις και ιεραρχήσεις. Νοηματοδότησε εκ νέου το αστικό-κοινωνικό «όλον», «ανατρέποντας» τις σημασιοδοτήσεις της κυρίαρχης κρατικής αφήγησης. Το στιγμιαίο του εύρος, η στιγμιαία χρονική του διάρκεια δεν αναίρεσαν την εδραίωση και παγίωση ενός εξεγερσιακού «αποτυπώματος» το οποίο διήρκεσε και την πρώιμη περίοδο της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης.

Ο Δεκέμβρης ήταν το τέλος της «εποχής των βέβαιων ιεραρχήσεων», που μας εισήγαγε άμεσα στο ευρύτερο κρίσιμο και «κρισιακό» περιβάλλον. Ο Δεκέμβρης ως πρόταγμα και εξεγερσιακό επίδικο ενέγραψε στα χαρακτηριστικά του τα συμφραζόμενα της κίνησης ενός σημαντικού τμήματος του μπλοκ των λαϊκών τάξεων, που εκείνη την «χρονική» και «χωρική» στιγμή εισήλθε ορμητικά στο κοινωνικό και πολιτικό παίγνιο. Οι διάφορες μορφές πάλης συμφύθηκαν οργανικά με ένα πολλαπλό εξεγερσιακό «ρεπερτόριο», το οποίο μετέβαινε από την διάρκεια και την ένταση, στην «κορύφωση». Η εξέγερση του 2008 ήταν η πάντα «κρίσιμη» στιγμή της αμφισβήτησης θεσμών και παγιωμένων νοοτροπιών. Με τα λόγια του Αλέξανδρου Κιουπκιολή:

«η δραστηριοποίηση του Δεκεμβρίου αντιπάλεψε ευθέως την κυρίαρχη συναίνεση, βάλλοντας όχι μόνο κατά των κρατικών μηχανισμών, αλλά και των θεσμών της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του βιωματικού σύμπαντος του εμπορευματικού ηδονισμού. Έφερε στο προσκήνιο αποκλεισμένους, περιθωριοποιημένους και αποδυναμωμένους ως αυτόβουλους δρώντες. Κατέγραψε αιτήματα «αδύνατα» για το σημερινό καθεστώς. Και, από αυτή την άποψη, άνοιξε μοναδικούς δρόμους[1]».

O Δεκέμβρης ήταν η ένταση του αυθόρμητου που οριοθέτησε εκ νέου τον αστικό «χώρο» και «δικτυώθηκε» σε όλη την «κοινωνική επικράτεια». Νοήματα, αξίες, ιδεολογίες και προτάγματα επαναδιατυπώθηκαν ξανά, σε τέτοιο βαθμό που οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους δεν δύνανται να «φιλτράρουν». Ο Δεκέμβρης ήταν το τέλος και η αρχή, το σημείο-μηδέν του δυνητικού εξεγερσιακού παρόντος και του καλύτερου μέλλοντος. Οι μεγάλες διαδηλώσεις εκείνων των ημερών «απέρριψαν» το παρόν, επιθυμώντας την δόμηση ενός καλύτερου μέλλοντος. Με τα λόγια του Θεοδοσιάδη:

«η εξέγερση του Δεκέμβρη συμβολίζει την πραγματική αναβίωση της πραγματικής συγκρουσιακής σκέψης στην καθημερινότητα, η οποία δεν επιθυμεί να δώσει έμφαση στη βία απαραίτητα, αλλά αγγίζει την ουσία της πραγματικής πολιτικής δράσης και της αναζήτησης νέων προταγμάτων, ξεπερνώντας χρεοκοπημένες κοσμοθεωρίες και διαφόρων ειδών σχηματοποιημένα ιδεολογικά κλισέ»[2]

[1] Αναφέρεται στο, Λάσκος Χρήστος, ‘Ο Δεκέμβρης του 2008 και η Ριζοσπαστική Αριστερά’, 09/12/2014.
[2] Βλ.σχετικά, Theodosiadis Michael, ‘O Δεκέμβρης του 2008 και η σημασία του για εμάς σήμερα’, 04/12/2014.

Ο Δεκέμβρης του 2008 και η σημασία του για εμάς σήμερα #6DGR

Το παρακάτω κείμενο είναι μετάφραση του πρωτότυπου Αγγλικού (με ορισμένες παραλλαγές που αποσκοπούν στην προσαρμογή του στο ελληνικό κοινό) που θα δημοσιευτεί εντός των επόμενων ημερών και αποτελεί). Διαβάστε την Αγγλική έκδοση περιληπτικά εδώ

Μεθαύριο συμπληρώνονται έξι χρόνια από την επέτειο της τραγικής δολοφονίας του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου που οδήγησε σε μια πανελλαδικής εμβέλειας εξέγερση, με χιλιάδες διαδηλωτών να εκφράζουν δημόσια την αγανάκτησή τους ενάντια στην αστυνομική ατιμωρησία και τη γενικευμένη ανέχεια. Δίχως ενδοιασμό θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εξέγερση αυτή αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς σταθμούς στη σύγχρονη ιστορία των χειραφετησιακών κοινωνικών κινημάτων. Για να συλλάβουμε, όμως, το πραγματικό (και αμιγώς πολιτικό) της νόημα θα πρέπει σε πρώτη φάση να απορρίψουμε τις γνωστές επιφανειακές προσεγγίσεις της νεοδεξιάς που ταυτίζει το Δεκέμβρη συλλήβδην με τη βία, το χάος, και την ανομία, υιοθετώντας μια πιο σφαιρική ερμηνεία στο εν γένει κοινωνικό πράττειν. Μια τέτοια ερμηνεία απαιτεί βαθιά πολιτική και κοινωνική διαύγαση πάνω στην πραγματική σημασία του γεγονότος αυτού ως κατεξοχήν επαναστατικό σημαίνον, το οποίο οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις (εγχώριες και ξένες) εδώ και έξι χρόνια συστηματικά επιδιώκουν να επισκιάσουν, ενώ την ίδια στιγμή και με συνοπτικές διαδικασίες προωθούν τη συνολική διαγραφή του εξεγερσιακού του χαρακτήρα από τη συλλογική μνήμη, καταφεύγοντας και πάλι στις γνωστές κατηγορίες περί διολίσθησης της ελληνικής κοινωνίας στο μπαμπούλα του λαϊκισμού και στη νοοτροπίας της ανομίας, αποτέλεσμα της οποίας (δήθεν) ήταν ο Δεκέμβρης. Όπως ο συγγραφέας Στάθης Καλύβας (2008)[1] τόνισε, οι ταραχές του Δεκεμβρίου είχαν πολύ λίγο να κάνουν με την αγανάκτηση και την αντίθεση στην ατιμωρησία, τη διαφθορά, τις πελατειακές σχέσεις και την έλλειψη οικονομικής ασφάλειας που ταλανίζουν το ελληνικό δημόσιο και ιδιωτικό βίο. Για τον ίδιο, η εξέγερση αυτή ήταν το φυσικό αποτέλεσμα της σταδιακής καλλιέργειας μιας υποκουλτούρας ανομίας που κατέστη ανεκτή από την ελληνική πολιτεία για πολλά χρόνια. Από την άλλη πλευρά, βλέπουμε πολλούς αναρχικούς να ρομαντικοποιούν τις μέρες του Δεκέμβρη, αγγίζοντας πολλές φορές τα όρια ενός θεαματικού «επαναστατικού» φετιχισμού. Αλλά ποιό είναι το πραγματικό μήνυμα της εξέγερσης αυτής για εμάς σήμερα; Αυτό το ερώτημα θα απαντηθεί εδώ, με στόχο όχι μόνο να αμφισβητηθεί αρχικά ο ισχυρισμός ότι ο Δεκέμβρης δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια σειρά βανδαλισμών, αλλά και επιπλέον να δοθεί έμφαση στο ζήτημα της αυτο-οργάνωσης που προέκυψε κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών, το αυθεντικό και το βαθύτερο μήνυμα αυτής της ιστορικής στιγμής.

Συνδέσεις με το παρελθόν

Η κοινωνικο-πολιτική σημασία της εξέγερσης δεν μπορεί να κατανοηθεί δίχως να γίνει έστω και μια επιγραμματική αναφορά σε τρία βασικά χρονικά σημεία της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας που διαμόρφωσαν και εξακολουθούν να καθορίζουν τον πολιτικό προσανατολισμό της ελληνικής κοινωνίας: α) στους εργατικούς αγώνες της δεκαετίας του 1920-39, όπου για πρώτη φορά βλέπουμε ομάδες ανθρώπων να προσπαθούν, μέσα σε συνθήκες εξαθλίωσης και κοινωνικού αναβρασμού, να αυτο-οργανωθούν στήνοντας αμεσοδημοκρατικά εργατικά συμβούλια (ακολουθώντας πιστά τη συμβουλιακή παράδοση των μεγάλων κινητοποιήσεων του εργατικού κινήματος σε όλη την Ευρώπη και τον Δυτικό κόσμο)[2], β) στο τέλος της εμφύλιας σύγκρουσης μεταξύ Σταλινικών και αστικών δυνάμεων (υποστηριζόμενες από ακροδεξιά στοιχεία) που είχε ως αποτέλεσμα την εδραίωση του μετεμφυλιακού κράτους εξαίρεσης της δεξιάς, του οποίου η ισχύς βασίστηκε στην κρατική τρομοκρατία μέχρι και τα πρώτα χρόνια της κατάρρευσης της στρατιωτικής δικτατορίας. Πρόκειται για μια περίοδο συνεχόμενων διώξεων εναντίον της ηττημένης αριστεράς (και, φυσικά, εναντίον κάθε δημοκρατικού εγχειρήματος που αμφισβητούσε τον κυρίαρχο αυταρχισμό) με τις γνωστές μεθόδους: εκκαθαρίσεις κομμουνιστών και φυλακίσεις αντιφρονούντων (όχι κατ’ ανάγκη Σταλινικών αλλά – απλά και μόνο – ύποπτων για «κομμουνιστική» δράση), και γ) η εξέγερση του Πολυτεχνείου που ακολουθείται από την εποχή της μεταπολίτευσης – ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ιστορική περίοδο της νεότερης ελληνικής ιστορίας που ακολουθεί το τέλος της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1974) – μια εποχή που βλέπει πέντε χρονολογικά σημεία-κλειδιά πολιτικού ακτιβισμού: 1970-1980, 1987-88, 1990-1991 (κινητοποιήσεις μαθητών ενάντια στις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις), 1998,99 (εκατοντάδες σχολεία κατελήφθησαν από τους μαθητές σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την γραφειοκρατικοποίηση των εισαγωγικών εξετάσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση), 2006-07 (εν όψη των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που πρότεινε η συντηρητική κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, πάνω από 300 πανεπιστημιακές σχολές σε όλη τη χώρα τελούν υπό κατάληψη, ενώ οι περισσότερες από τις διαμαρτυρίες κατά των μέτρων αυτών συνάντησαν την κρατική καταστολή). Επιπλέον, δύο σημαντικές περιόδους αναταραχών μπορεί κανείς να δει κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου: το 1985 η δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά οδηγεί σε εκτεταμένες συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και ΜΑΤ, ενώ το 1991, μετά τη δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα από ακροδεξιούς, μπαράζ συγκρούσεων μεταξύ φοιτητών και δυνάμεων καταστολής στην Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις λαμβάνουν χώρα για πάνω από τρεις μέρες[3]. Το βασικό διακύβευμα ωστόσο των γεγονότων αυτών ωστόσο δεν είναι τα στείρα συνθήματα των μικρών αριστερών οργανώσεων και οι προσπάθειές τους να κατευθύνουν το ανώνυμο πλήθος σα να πρόκειται για «πεφωτισμένες πρωτοπορίες», ούτε ο φετιχισμός με τη βία καθ’ αυτή μήτε η θεαματική αναπαραγωγή της, αλλά η δράση των απλών πολιτών (εργαζόμενων, φοιτητών και μαθητών) που δειλά δειλά έθεσαν ορισμένα τα πρώτα σημαντικά ερωτήματα από τη μια α) στις πολιτικές που ευνοούν συνθήκες όξυνσης κοινωνικού ανταγωνισμού (και κανιβαλισμού) και από την άλλη β) στο (εισαγόμενο) φαντασιακό του καταναλωτικού πολιτισμού, πράγμα που εκφράστηκε πολύ πιο έντονα κατά τη διάρκεια του Δεκέμβρη που (όπως έγραψε ο Ακης Γαβριηλίδης) ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής νεολαίας εξέφρασε την αγωνία της όχι για την πιθανότητα να στερηθεί τα αγαθά του καταναλωτικού τρόπου ζωής, αλλά, αντίθετα, πάνω στο ενδεχόμενο να γίνει τυφλός οπαδός του, υποστηρίζοντας ότι αυτή η συγκεκριμένη μορφή ζωής θα πρέπει να πάψει να αναγνωρίζεται ως σημαντική και άξια για να θυσιάσει κανείς/μια τη ζωτική του/της ενέργεια.

Τούτη η τάση ανυπακοής και αμφισβήτησης των κυρίαρχων κανόνων, νορμών και αξιών, επί τω πλείστο, αποτελεί κληροδότημα του πνεύματος της κοινωνικής αντίστασης που σε μεγάλο βαθμό εκφράστηκε πρώτα απ’ όλα κατά τη διάρκεια των εργατικών αγώνων (οι οποίοι όχι μόνο έθεσαν πρώτοι απ’ όλους τα πρώτα βασικά ερωτήματα στο ζήτημα της ανισότητας και της αντιπροσώπευσης ταυτόχρονα, αλλά πάνω απ’ όλα δίδαξαν σχεδόν παντού το πόσο ζωτικής σημασίας είναι να αμφισβητεί κανείς τις δοσμένες κοινωνικές αναπαραστάσεις, παλεύοντας και διεκδικώντας) και κατ’ επέκταση στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, της οποίας το περιεχόμενο συνδέεται ενδόμυχα με τους τις κινητοποιήσεις των εργατών του μεσοπολέμου (και των προηγούμενων αιώνων φυσικά), το αποκορύφωμα του αντιδικτατορικού αγώνα σύμφωνα με τον Γιώργο Οικονόμου[4], μια αυθόρμητης ρήξη με το στρατιωτικό καθεστώς των συνταγματαρχών και τις αξίες που πρέσβευε αυτό. Όπως τονίζει Οικονόμου, το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό των ημερών της εξέγερσης του Πολυτεχνείου είναι η άμεση συμμετοχή των ανθρώπων στην διεκδίκηση της ελευθερίας. Η κατάληψη του Πολυτεχνείου δεν καθοδηγείται από καμία κομματική οργάνωση, δεν χειραγωγείται από κανέναν «ηγέτη» λέει ο ίδιος συγγραφέας, αν και θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η δράση αναρχικών και ελευθεριακών ομάδων στην κινητοποίηση του πλήθους υπήρξε καθοριστική, πράγμα που φυσικά εξηγεί και τον αυτο-οργανωτικό της χαρακτήρα: «ουδεμία έξωθεν εξουσία κινεί τα νήματα. Η άμεση δημοκρατία στην πράξη, η αυτονομία»[5]. Με άλλα λόγια, το διακύβευμα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου δεν είναι απλά η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» έναντι της στρατιωτικής δικτατορίας, αλλά η άμεση δημοκρατία καθ’ αυτή. Ομοίως η εξέγερση του Δεκέμβρη κινείται στα ίδια νήματα, και όχι μόνο δεν υποκινείται από κάποια πολιτική οργάνωση ή από μια ενιαία ιδεολογία[6], αλλά καταφέρνοντας να συμπυκνώσει εντός της διάφορες τάσεις (αναρχικές, ελευθεριακές, αριστερές, ρεφορμιστικές και φυσικά μή συγκεκριμενοποιημένες) καθώς και ποικίλα αιτήματα που ως κενά σημαίνοντα εξισώνονται μεταξύ τους αυτούσια, δημιουργώντας μέσω της συνδιαμόρφωτικής διαδικασίας μια ενιαία ανταγωνιστική (και συμβολική επίσης) ταυτότητα. Αυτή η ταυτότητα θα λειτουργήσει ως γονιμοποιός ουσία για την ανάδυση του πολιτικού πεδίου (σε πολύ πρωταρχικά στάδια φυσικά) όπου η φιλία – βλ. Αριστοτέλης, Πολιτικά (1992. Τομ. 2. Αθήνα: Κάκτος) “η γαρ τοΰ συζην προαίρεσις φιλία” – η αλληλεγγύη και ο λόγος συνθέτουν την πραγματική εικόνα του ανθρώπου ως ον πολιτικό, που απορρίπτει την ιεραρχία και από μόνο του προσπαθεί να αυτοκυβερνηθεί, όπως ακριβώς βλέπουμε και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου εντός της οποίας εκδηλώνονται και αξιοποιούνται η αλληλεγγύη, η φιλία, η ανιδιοτελή προσφορά, η φαντασία, ο έρωτας και η δημιουργία. Την ίδια στιγμή, «η δυναμική και η λειτουργία της κατάληψης στηρίζεται στην αυτοοργάνωση και αυτοδιεύθυνση» και «διαρκείς συνελεύσεις των σχολών, εκλογή επιτροπών και Συντονιστικής Επιτροπής με εικοσιτετράωρη θητεία»[7].

Με άλλα λόγια: αυτά τα στοιχεία (φιλία, αυτοδιάθεση, αυτο-οργάνωση και συμμετοχή) είχαν εσωτερικευτεί σε μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης – μια εποχή που σηματοδοτεί τη σταδιακή υποχώρηση της δεξιάς τρομοκρατίας (που σήμερα επανεμφανίζεται κάτω από την αιγίδα της Χρυσής Αυγής, του ΛΑΟΣ και της νεοδεξιάς στροφής της πρώην φιλελεύθερης Νέας Δημοκρατίας) μέσω της κατάργησης των πιστοποιητικών φρονημάτων, φυλακίσεις και βασανισμούς για αριστερούς και αντιφρονούντες, του τερματισμού θεσμικών διακρίσεων των πολιτών βάσει των πολιτικών τους πεποιθήσεων και τον περιορισμό της ηγεμονίας της ελληνορθοδοξίας (βλ επίσης Περιοδικό Πρόταγμα, τεύχος 6, σ.47-49) – και επανεμφανίζονται (σε πολύ μικρότερο φυσικά βαθμό), κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων μεταξύ 1980 και 1990, και πολύ περισσότερο στις ημέρες του Δεκέμβρη. Αυτή είναι η ιδιαίτερη σημασία της εξέγερσης, η οποία αγνοήθηκε εξ ολοκλήρου από τα μεγάλα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης των οποίων η απάντηση ήταν μια στείρα καταδίκη της βίας, μια περιγραφή των γεγονότων σαν να πρόκειται για το ξέσπασμα μιας νεανικής παραβατικότητας που χαρακτηρίζει την κακομαθημένη ελληνική νεολαία ή, κατά κανόνα, η επικράτηση της λογικής του όχλου ενάντια στον κοινό νου (το ζήτημα αυτό θα συζητηθεί εκτενέστερα σε μια από τις επόμενες ενότητες). Εν κατακλείδι: όπως και κατά τις στιγμές των εργατικών αγώνων αμφισβητήθηκε μέσα από οριζόντιες διαδικασίες τμήμα φαντασιακών αναπαραστάσεων του τότε κόσμου, ή όπως στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, η αυτο-οργάνωση η συντροφικότητα και η φιλία αντικατέστησαν τον τρόμο και την κρατική προπαγάνδα, ομοίως κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη θα μπορούσαμε να δούμε συνελεύσεις γειτονιών, μαζί με τις καταλήψεις σχολείων, πανεπιστημίων, δημοτικών γραφείων και θεάτρων να λαμβάνουν χώρα[8], και μια γενικευμένη απόρριψη της απάθειας, του κυνισμού, της τυραννίας της οικονομικής αβεβαιότητας. Αυτού του είδους οι ανοικτές συνελεύσεις πολιτών καθώς και τα πολιτικά σώματα που λειτουργούν οριζόντια και επιτρέπουν σημαντικές αποφάσεις να ληφθούν με διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας, αυθόρμητα εμφανίζονται «σε κάθε πραγματική επανάσταση καθ’ όλη του δέκατου ένατου και του εικοστού αιώνα» [9], από την Παρισινή Κομμούνα μέχρι και την ουγγρική Επανάσταση του 1956 όπου τα συμβούλια των μαθητών, των συγγραφέων, των εργαζομένων και των καλλιτεχνών, τα συμβούλια των στρατιωτικών ή μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων εμφανίστηκαν σε κάθε συνοικία της Βουδαπέστης» [10].

Σκάβοντας βαθύτερα…

Μπορούμε να πούμε ότι η εξέγερση του Δεκέμβρη ήταν ένα κίνημα; Σύμφωνα με τους Della Porta και Diani[11] ο όρος κίνημα αφορά τη σύγκρουση – ή τις σχέσεις ανταγωνισμού (για να έρθω στα λόγια του Laclau) – μεταξύ μιας ομάδας ανθρώπων που κατέχουν την εξουσία και ενός αντίπαλου στρατοπέδου, με στόχο πάντα τη ρήξη με τις θεσμισμένες κοινωνικές αναπαραστάσεις (δηλαδή τους κανόνες, τους σκοπούς και τα δεδομένα σημαίνοντα), και επιπροσθέτως, η πρόταση μιας αναδόμησης και αναθέσμισης της κοινωνίας πάνω σε νέες αξίες. Φυσικά, σε μια αυτόνομη κοινότητα η αυτο-θέσμισης είναι ρητή, στο μέτρο που ο καθένας μπορεί να καταλάβει ότι οι νόμοι δημιουργούνται από εκείνους που είναι, ταυτόχρονα, υπεύθυνοι για την εφαρμογή τους, και ανά πάσα στιγμή μπορεί να αναρωτηθούν «γιατί αυτός ο νόμος και όχι κάποιος άλλος;»[12] Μόνο κάτω από αυτή τη σκοπιά μπορούμε να προσδιορίσουμε την έννοια δημοκρατική σύγκρουση, πάντα στα πλαίσια της δημοκρατίας με την πραγματική της έννοια (άμεση δημοκρατία), το πολίτευμα εντός του οποίου καμία a-priori δικαιολόγηση του κόσμου δεν υιοθετείται από το σύνολο των συμμετεχόντων στο πολιτικό σώμα, μια έννοια ταυτόσημη με αυτήν της αυτονομίας, σε αντίθεση με τη λογική της ετερονομίας όπου και τα κοινωνικά πρότυπα, οι αξίες και οι αρχές λειτουργίας μιας κοινωνίας προσδιορίζονται από άκαμπτα αξιακά συστήματα, συχνά εγγυημένα από κάποια εξωκοινωνική πηγή (νόμοι των προγόνων, νόμοι της ιστορίας, νόμοι της αγοράς, φύση του ανθρώπου, λόγος του θεού ή κάποια υπερφυσικής οντότητας κτλ)[13]. Αυτού του είδους η σύγκρουση λοιπόν δεν αφορά στην φυσική επίθεση αλλά στη συνολική απόρριψη της θεσμισμένης τάξης πραγμάτων και ταυτόχρονα βαθιά ρήξη με τις δοσμένες νόρμες και αξίες. Πρόκειται για μια σχέση ανταγωνιστική μεταξύ αυτών που επιθυμούν να διατηρήσουν την ετερόνομη κυριαρχία με κάθε μέσο και της αντίπαλης πλευράς που αντιπροτείνει την εδραίωση νέων θεσμών (αξιών και κανόνων) οι οποίοι φυσικά δεν θα βασίζουν την ύπαρξή τους σε κάποια υπερβατική δύναμη.

Η εξέγερση του Δεκέμβρη, λοιπόν, απέχει από το να χαρακτηριστεί ως κοινωνικό κίνημα, διότι στην πραγματικότητα, «τα κοινωνικά κινήματα δεν είναι απλώς το άθροισμα κάποιων εκδηλώσεων διαμαρτυρίας ή ειδικών ενημερωτικών εκστρατειών σε ορισμένα ζητήματα. Αντίθετα, ένα κοινωνικό κίνημα είναι μια διαδικασία που προωθεί την ανάπτυξη συλλογικών ταυτοτήτων, οι οποίες υπερβαίνουν συγκεκριμένα γεγονότα και πρωτοβουλίες»[14], παρά τις πρωτοβουλίες για αυτοοργάνωση τις καταλήψεις των πανεπιστημίων, δημαρχείων, των γραφεία της ΓΣΕΕ, τις άμεσες δράσεις στους δρόμους και τις αγορές, τους σταθμούς, τα θέατρα και τα μέσα ενημέρωσης που αποτελούν μορφές οργανωμένου αγώνα[15]. Κατάφερε ωστόσο να διαμορφώσει την αρχή μιας νέας εποχής κοινωνικής και πολιτικής αμφισβήτησης μέσα στην ελληνική κοινωνία: εκ πρώτης όψεως συγκρούστηκε με το φανταστικό του καριερισμού, με τον πολιτισμό του απομονωτισμού, του καταναλωτισμού και του ατομικισμού[16] – του λεγόμενου κοινωνικού πολέμου[17], ανοίγοντας τον δρόμο για περαιτέρω κινητοποιήσεις. Αντίθετα από τις προηγούμενες διαδηλώσεις, η εξέγερση του Δεκέμβρη δεν είχε κάποια ειδική απαίτηση (όπως αυξήσεις στις αποδοχές, βελτίωση των συνθηκών, μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης…). Αντί να θέτει ως κεντρικό του διακύβευμα διεκδικητικά αιτήματα, κατάφερε να διαρρήξει μέρος των αξιών ολόκληρου του θεσμισμένου φαντασιακού (όπως ακριβώς και η εξέγερση του ’73), και πιο έντονα την ιδιωτικοποίηση της ανθρώπινης ζωής μέσα στο κυνήγι της ιδιωτικής «ευτυχίας».

Η εξέγερση «δεν ήταν η απάντηση, αλλά η ερώτηση» (όπως το περιβόητο σύνθημα λέει), μια ερώτηση πάνω στα πουριτανική ήθη, όπως στην εργασία ως αυτοσκοπό (προτάσσοντας παράλληλα την επανανοηματοδότισή της) στην υπακοή προς κάθε ιεραρχία, στον εθνικιστικό ναρκισσισμό[18], ενώ ταυτόχρονα λειτούργησε ως μοχλός αφύπνισης της αλληλεγγύης μέσα από μεγάλες διαδηλώσεις που καταλήγουν σε χορό ή σε θεατρικές παραστάσεις, μουσικές συναυλίες ή προβολές ταινιών και ντοκιμαντέρ σε δρόμους και πλατείες. Ήταν παράλληλα και μια μορφή της αυτο-ερώτησης για το ίδιο το ανταγωνιστικό κίνημα: η εξέγερση κατάφερε μερικώς να αμφισβητήσει όλες τις προηγούμενες μορφές διαμαρτυρίας που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών [19], δίνοντας έμφαση στη δημόσια σφαίρα – δηλαδή το αυτοδιοικούμενο σώμα των συνελεύσεων μέσα στα κατειλημμένα πανεπιστήμια, στις πλατείες και τα μικρά χωριά[20], πολιτικά σώματα που επιτρέπουν στους πολίτες μέσα από ανοιχτές συζητήσεις να αναλάβουν οι ίδιοι τη λειτουργία των κοινοτήτων τους -, ενός κοινού κόσμου που ενσωματώνει την πλήρη ανθρώπινη κατάσταση της πολιτικής διαβούλευσης και επικοινωνίας, που τον ο λόγος και η ετερότητα[21]. Αυτή είναι η πραγματική πολιτική ουσία του Δεκέμβρη (ως συνέχεια της επαναστατικής και χειραφετησιακής παράδοσης) που πολλοί εξωτερικοί παρατηρητές, όντας επικεντρωμένοι αποκλειστικά και μόνο στις τις φωτιές και τις καταστροφές δεν κατάφεραν να συλλάβουν. Αυτή η ριζική σύγκρουση με το μικροαστικό εγωκεντρισμό και πολύ περισσότερο με την δήθεν αναγκαιότητα της πολιτικής εκπροσώπησης συνεχίζει την πορεία της μέσα στο χρόνο και εμφανίζεται ξανά κατά τις πρώτες ημέρες του Κινήματος των Πλατειών[22] (όταν δηλαδή οι πολίτες οι ίδιοι αποφασίζουν ρητά να αυτο-οργανωθούν) πριν ο επίσημος αριστερός αντιμνημονιακός λόγος παρεισφρήσει και κυριαρχήσει εξ’ ολοκλήρου στις συνελεύσεις. Είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε το Κίνημα των Πλατειών να επιβιώσει μην έχοντας ενσαρκώσει τον πραγματικό πνεύμα της φιλίας και της ανιδιοτέλειας στις δημόσιες συγκεντρώσεις και συνελεύσεις.

Συνεπώς, βλέπουμε ότι το πραγματικό διακύβευμα του Δεκέμβρη είναι η πολιτική μη-βία (και σε πολλές περιπτώσεις – αναπόφευκτα – η αντι-βία) και όχι τυφλή επιθετικότητα, δεδομένου ότι στο δημόσιο πεδίο ως βασική αρχή εξεύρεσης κοινού τόπου καθίσταται ο λόγος, βάση της αντίληψης του ανθρώπου ως ον πολιτικό «προικισμένο με τη δύναμη του λόγου»[23], σε αντίθεση με την ωμή βία που από τη φύση της είναι σιωπηρή[24][25]. Με βάση το αξίωμα αυτό, μόνο ο λόγος, η ομιλία (τουτέστιν, η ριζοσπαστική φαντασία) γεννούν βιώσιμα πολιτικά (αντι)προτάγματα. Η επιθετικότητα, από την άλλη πλευρά, και οι βίαιες εκρήξεις μπορεί μεν να αφήνουν ανεξίτηλα ίχνη σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, αλλά επί της ουσίας στερούν κάθε δυνατότητα για περαιτέρω ουσιαστική πολιτική εξέλιξη, καθώς η σιωπή της βίας αντικαθιστά τη διαβούλευση, την γλωσσική επικοινωνία και, συνεπώς, τη σύνθεση ιδεών (τα μόνα στοιχεία που εξασφαλίζουν την ορθή λειτουργία ενός πραγματικά πολιτικού σώματος, ικανό να τροφοδοτεί χειραφετησιακές μορφές σύγκρουσης) ευνουχίζοντας έτσι κάθε κινηματική δυναμική. Κι εδώ μπορούμε να καταλάβουμε γιατί τα Δεκεμβριανά (όπως και η εξέγερση του Πολυτεχνείου) αφήσαν κληρονομιά για τις μελλοντικές γενιές, σε αντίθεση με τις ταραχές που είδαμε σε άλλα μέρη της Ευρώπης (όπως του Λονδίνου, του Παρισιού και του Malmo) οι οποίες αντί να προσφέρουν κάποια ουσιαστική κινηματική εναλλακτική στα σύγχρονα αδιέξοδα λειτούργησαν ως μεμονωμένες ιστορικές στιγμές όπου η φυλετική ένταση και ο κοινωνικός αποκλεισμός επέφεραν απλώς μια προσωρινή ανάφλεξη.

Η στάση των ΜΜΕ

Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, η στάση του συντηρητικού τύπου όχι μόνο αγνόησε το πραγματικό διακύβευμα αλλά απεναντίας επέμενε στην πάγια τακτική της ερμηνείας του πανκοινωνικού αυτού ξεσηκωμού σε αναλύσεις κάτω από το πρίσμα του ποινικού καταστολέα, του κράτους που πρέπει να τιμωρεί και να εκδικείται αμείλικτα τον παραβάτη. Έτσι, η πολιτική και κοινωνική διάσταση των πραγμάτων καθώς και οι συνθήκες που πυροδότησαν την εξέγερση αποδόθηκαν σε μια πολιτισμική ανωμαλία που δήθεν έχει βαθιά ριζώσει στην ελληνική κοινωνία, όπως λέει πιο πάνω ο Στάθης Καλύβας παραπάνω ή όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει και άρθρο του Economist (2008): «η ανεπαρκή αστυνόμευση επέτρεψε τους αναρχικούς να ευδοκιμήσουν στα Εξάρχεια, τα οποία έχουν γίνει καταφύγιο για εμπόρους ναρκωτικών και απατεώνες», συνοδευόμενο από απαξιωτικά σχόλια του τύπου «σταματήστε να διαδηλώνετε και πάτε βρείτε μια δουλειά». Αυτά τα δύο στοιχεία: α) ο απλουστευτικός ισχυρισμός, ότι η εξέγερση του Δεκέμβρη δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια σειρά εκτεταμένων βανδαλισμών ενός εξαγριωμένου όχλου, μιας μερίδας «παράσιτων» και περιθωριακών ομάδων και β) ο αγοραίος κομφορμισμός του πεζοδρομίου που αυτόματα κρίνει μια διαμαρτυρία ως αποτέλεσμα έλλειψης εργατικού ήθους, αποτελούν το βασικό «θεωρητικό» οπλοστάσιο του διεθνούς συστημικού τύπου, επισκιάζοντας το γεγονός ότι η πλειοψηφία των διαδηλωτών δεν είχε καμία διάθεση να επενδύσει στη βία χάριν της ίδιας της βίας: ο όχλος «μισεί την κοινωνία από την οποία έχει αποκλειστεί» καταφεύγοντας σε εξωκοινοβουλευτική δράση[26], κατά τη διάρκεια της εξέγερσης η πλειοψηφία των διαδηλωτών που επιτέθηκαν σε κυβερνητικά κτίρια και μεγάλα καταστήματα (πόσο μάλλον η συντριπτική πλειοψηφία που αντί να επιτίθεται σε αστυνομικές κλούβες επέλεξε τη συλλογική πολιτική δράση, όπως τη δημιουργία δημόσιων συνελεύσεων) ήταν απλοί καθημερινοί άνθρωποι, αναπόσπαστα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, στην οποία είχαν εναποθέσει όλες τις προσπάθειές τους, πιστεύοντας ακράδαντα στις υποσχέσεις και τα ιδανικά που η ίδια πρέσβευε (το ατομικό κέρδος και το πρεστίζ) λαμβάνοντας κανένα, ωστόσο, αντάλλαγμα.

Είναι αναμφισβήτητο ότι στα Δεκεμβριανά υπήρξε ένα ποσοστό ντεκλασέδων που επιδόθηκε σε πράξεις λουμπενισμού, οργανώνοντας λεηλασίες και καταστροφές μικρών καταστημάτων. Ωστόσο, αυτό όχι μόνο δεν αναιρεί την γενικευμένη αγανάκτηση ενάντια στα κοινωνικο-οικονομικά αδιέξοδα (μήτε μπορεί να συγκαλύψει την απόρριψη του εγωκεντρισμού και της λογική του κοινωνικού ελέγχου) αλλά ούτε και το γεγονός ότι η οργή των διαδηλωτών δεν στόχευε στην καταστροφή «της μισητής αυτής κοινωνίας» εν γένει (πράγμα που επιθυμεί ο όχλος) αλλά, επί της ουσίας, στράφηκε εναντίον όλων των συμβόλων που με τον τρόπο τους (άμεσα ή έμμεσα) συμβάλλουν στην αποσάθρωση των ανθρωπίνων σχέσεων, μετατρέποντας τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις σε αστικές φυλακές. Κανείς, τέλος, δεν μπορεί να αρνηθεί την αύξηση των δραστηριοτήτων «αντάρτικου πόλης» μετά την Δεκεμβριανά. Για παράδειγμα, η αυτοαποκαλούμενη «αντι-καθεστωτική» ομάδα, Σέχτα Επαναστατών, γρήγορα αφότου οι δρόμοι επέστρεψαν στην «ομαλότητα» επένδυσε σε δολοφονίες και εγχώρια τρομοκρατία (εξετέλεσαν έναν αστυνομικό την άνοιξη του 2009, καθώς και τον ταμπλόιντ δημοσιογράφο Σωκράτη Γκιόλια το καλοκαίρι του 2011). Αυτό αναμφισβήτητα έδωσε άλλοθι σε κάθε συντηρητική ιντελιγκέντσια να συνδέσει την αύξηση των δραστηριοτήτων αυτών με την εξέγερση. Αποτελεί ύβρη ωστόσο να πιστεύουμε ότι αυτές οι αυταρχικές ενέργειες αντανακλούν το αληθινό πρόσωπο του Δεκέμβρη, και ότι αυτό είναι το νόημα της πραγματικής επαναστατικής πολιτικής δράσης. Μια τέτοια διαδικασία προϋποθέτει πάνω απ’ όλα διαφάνεια και ρήξη όχι μόνο με τις θεσμισμένες αξίες αλλά και με κάθε μορφή ταμπού, μυστικοπάθεια και οπαδοποίηση. Και φυσικά, όπως ο ίδιος ο όχλος αποκλείεται από την κοινωνία την οποία θεωρεί θανάσιμο εχθρό του, έτσι και οι ομάδες αυτές συνειδητά αρνούνται να συμμετάσχουν ενεργά στα κινήματα και τις συλλογικές δράσεις και (αυτο)αποκλείονται, με στόχο να επενδύσουν στη λογική της πρωτοπορίας, του αβαγκαρντισμού (ή – και – της ιδεολογικής καθαρότητας, βλ επίσης «Ιδελογικοποίηση και κομφορμισμός, δυο κόσμοι παράλληλοι»), και όχι της ισότητας, βασικό στοιχείο της αυθεντικής πολιτικής δράσης (του πολιτικού πεδίου με άλλα λόγια).

Εν κατακλείδι

Μέχρι στιγμής, δύο είναι τα πιο σημαντικά γεγονότα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ορόσημα στην κινηματική ιστορία της μετά-2000 εποχής στην χώρα: η εξέγερση του Δεκέμβρη και το Κίνημα των Πλατειών, όπου μπορεί κανείς ν’ αντιληφθεί την εκ νέου διόγκωσης της ριζοσπαστικής πολιτικής σκέψης στην καθημερινή ζωή (και φυσικά από την άλλη δεν μπορούμε να αγνοήσουμε εξίσου τη σκλήρυνση της γραμμής των συντηρητικών δυνάμεων, πράγμα που ωστόσο αφορά άλλη συζήτηση). Αλλά θα ήταν σημαντικό λάθος να εκλάβουμε αυτά τα γεγονότα ως μια πιθανή εικόνα από το μέλλον, ως ένα πρότυπο κινηματικής αντιγραφής. Αντ’ αυτού, οι ακτιβιστές, οι πολιτικοί θεωρητικοί και ερευνητές θα ήταν προτιμότερο εμβαθύνουν στο πραγματικό μήνυμα των εξεγέρσεων αυτών, στην αυτο-οργάνωση, την άμεση δημοκρατία, τη δημόσια και πολιτική διαβούλευση που ξεπερνά τις δομές και τον τρόπο λειτουργίας της αστικής «δημοκρατίας» και του κράτους (καθώς και όλα τα θεσμικά όργανα που βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του). Η εξέγερση του Δεκέμβρη συμβολίζει την πραγματική αναβίωση της συγκρουσιακής πολιτικής σκέψης στην καθημερινότητα, η οποία δεν επιθυμεί να δώσει έμφαση στη βία απαραίτητα, αλλά αγγίζει την ουσία της πραγματικής πολιτικής δράσης και την αναζήτηση νέων προταγμάτων, ξεπερνώντας χρεοκοπημένες κοσμοθεωρίες και διαφόρων ειδών σχηματοποιημένα ιδεολογικά κλισέ. Στην εποχή της πολιτικής οπισθοδρόμησης όπου η ασημαντότητα, η απάθεια, η μοναξιά (αλλιώς, καθεστώς σιγής) και ο κυνισμός σαρώνουν τα πάντα, το μήνυμα της εξέγερσης φανερώνει μπροστά μας αυτή την τραγική πραγματικότητα που χαρακτηρίζει το σύνολο του σύγχρονου Δυτικού κόσμου. Γι’ αυτά λοιπόν και δεν θέλουμε να χάσουμε το πραγματικό νόημα του Δεκέμβρη, τότε με τίποτα δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε να καταντήσει εικόνισμα προς λατρεία και στείρα επίκληση. Ο Δεκέμβρης αποτελεί πλέον ένα αναπόσπαστο κομμάτι των επαναστατικών παραδόσεων πάνω στις οποίες αξίζει οφείλουμε να στοχαζόμαστε. Αυτές οι παραδόσεις, ωστόσο, δεν μας ωθούν στο να αμφισβητούμε μονάχα τις κυρίαρχες αξίες αντιπροτείνοντας τη φιλία και τη συμμετοχή αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό ως φορέας πολιτικών ιδεών μέσα στο συνολικό πράττειν.

Σημειώσεις

[1] «Η πολιτική, πολιτιστική και πνευματική ηγεσία της Ελλάδας δεν δείχνει πρόθυμη να λάβει μέτρα κατά αυτής της αναρχικής υποκουλτούρας. Στην πραγματικότητα σε αρκετές περιπτώσεις τη δικαιολογούν, την υποκινούν ή και την επιδοκιμάζουν- κυρίως τα μικρά κόμματα της Αριστεράς, όπως και κεντροαριστερές εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας», λέει ο Στάθης Καλύβας σε άρθρο του στα Νέα Online (2008)

[2] Ο Άγις Στίνας (βλ Αναμνήσεις, 1985 Αθήνα Ύψιλον) που τον καιρό εκείνο βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη, την καρδιά του ελληνικού εργατικού κινήματος (όπως ο ίδιος την αποκαλεί), αναφέρει τις μεθόδους οριζόντιας οργάνωσης και άμεσης συμμετοχής στο Εργατικό Κέντρο της πόλης, πλημμυρισμένο σε καθημερινή βάση από εργαζόμενους διαφόρων πολιτικών πεποιθήσεων (κομμουνιστές, σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες και αναρχικοί) και διαφορετικού πολιτιστικού υπόβαθρου (Χριστιανοί, Εβραίοι και Σλαβομακεδόνες). Εκεί – και στις γειτονιές ταυτόχρονα – ξεκινούσαν συζητήσεις για την πολιτική καθώς διαλέξεις και ανοιχτές συνελεύσεις κάτω από ένα περιβάλλον συντροφικό και διαπολιτισμικό (σ.43-54).

[3] Βλ. Christos Giovanopoulos & Dimitris Dalakoglou, from ruptures to eruption: a genealogy of post-dictatorial revolts in Greece, κεφάλαιο 5 από το βιβλίο Revolt and Crisis in Greece των Antonis Vradis και Dimitris Dalakoglou (2011, AK Press, Edinburgh, σελ, 91-114)

[4] Γιώργος Οικονόμου, Πολυτεχνείο 1973, η απαρχή του αυτόνομου κινήματος, Εκδόσεις: Νησίδες Θεσσαλονίκη

[5] ο.π. σ.30

[6] Βλ. άρθρο του Κώστα Δουζίνα (9 January 2009) στην Guardian: What we can learn from the Greek riots.

[7] Βλ. σημείωση 4, σ. 30-31

[8] Από το βιβλίο Revolt and Crisis in Greece (2011, AK Press) βλ . κεφάλαιο 7, δοκίμιο της συλλογικότητας Metropolitan Sirens: the (revolt) medium is the message: Counter-information and the 2008 revolt, σ.146 «in  parallel with the occupations, an important number of neighborhood assemblies were born. These assemblies, in the spirit of self-organising, dealt with current affairs as well as local matters. From the occupations and local assemblies of the time, some were later transformed into permanent local or labour collectives with a permanent meeting space, and more permanently occupied abandoned buildings. Many of these incentives continue their action today» (τονισμός δικός μου). Επίσης, Ανδρέας Καλύβας (2010), An Anomaly? Some Reflections on the Greek December 2008: «There were daily demonstrations and rallies; barricades and blocked roads; street fighting; bullets flying off from many sides; teargas clouds; schools, universities, municipal offices, and theaters occupied; self-organized public assemblies; and the Christmas tree at Athens’s main Syntagma Square was set aflame,scorched by protesters, and became the symbol of the winter insurrection. And as labor unions called for general strikes, the offices of the country’s main labor union, the General Confederation of Greek Workers, were seized by a group of workers. Even the studios of the public TV broadcaster ERT were temporarily infiltrated by activists who aired a one-minute subversive message calling the audience to join them in the streets, interrupting a live news broadcast featuring the Prime Minister addressing the Greek Parliament during a heated debate with the opposition» (σ.354).

[9] Βλ. Hannah Arendt., 1990. On Revolution. 6Th ed. London: Penguin Books (σ. 249)

[10]  ο.π. (σ.266-267)

[11] Donatella Della Porta & Mario Diani, M., 2006. Social movements: An introduction. 2Nd ed. Oxford: Blackwell.

[12] Βλ., σ.18 από Cornelius Castoriadis., and David Curtis, 1997. World in fragments: Writings on politics, society, psychoanalysis, and the imagination. California: Stanford University Press.

[13] Σε μια αυτόνομη κοινότητα ανθρώπων οι νόμοι, οι νόρμες, τα ήθη και τα έθιμα (και συνεπώς η λειτουργία της) καθορίζονται αποκλειστικά από τα ενεργά μέλη της. Επιπλέον, η αυτόνομη θέσμιση προϋποθέτει ανοικτά πολιτικά σώματα που παρέχουν τη δυνατότητα για όλους να αμφισβητούν τις δεδομένες αξίες, παρέχοντας τη δυνατότητα αντιπροτάσεων. Κατά συνέπεια, δημοκρατική σύγκρουση υπάρχει όταν τα μέλη ενός κινήματος θέτουν ένα βασικό ερώτημα στον εαυτό τους «γιατί θα πρέπει να δεχθούμε αυτή την θεσμισμένη τάξη πραγμάτων;» ενώ την ίδια στιγμή προτείνουν μια άλλη θέσμιση, γνωρίζοντας πάντα ότι καμιά εξωκοινωνική δύναμη δεν μπορεί να τη δικαιολογήσει.

[14] Βλ. σημείωση [11], από το ίδιο βιβλίο, σ.21.

[15] Από το βιβλίο Revolt and Crisis in Greece (2011, AK Press) βλ . κεφάλαιο 14 του Yiannis Kaplanis An economy that excludes the many and an »accidental» revolt. σ.223

[16] Όπως έλεγε το γράμμα των φίλων του Γρογορόπουλου: «είμαστε τα παιδιά σας. Αυτοί, οι γνωστοί-άγνωστοι. Κάνουμε όνειρα – μη σκοτώνετε τα όνειρά μας. Έχουμε ορμή – μη σταματάτε την ορμή μας. Θυμηθείτε. Κάποτε ήσασταν νέοι κι εσείς. Τώρα κυνηγάτε το χρήμα, νοιάζεστε μόνο για τη «βιτρίνα», παχύνατε, καραφλιάσατε, Ξεχάσατε. Περιμέναμε να μας υποστηρίξετε, περιμέναμε να ενδιαφερθείτε, να μας κάνετε μια φορά κι εσείς περήφανους. Μάταια. Ζείτε ψεύτικες ζωές, έχετε σκύψει το κεφάλι, έχετε κατεβάσει τα παντελόνια και περιμένετε τη μέρα που θα πεθάνετε. Δε φαντάζεστε, δεν ερωτεύεστε, δεν δημιουργείτε. Μόνο πουλάτε κι αγοράζετε. Ύλη παντού. Αγάπη πουθενά – Αλήθεια πουθενά».

[17] Στο Revolt and Crisis in Greece (2011, AK Press), κεφάλαιο 17 του Christos Boykalas No-one is revolutionary until the revolution! και σ. 307 ορίζεται ως κοινωνικός πόλεμος η διάλυση των κοινωνικών σχέσεων και την παράδοσή τους στην κυριαρχία. Για να το θέσω, όμως, με μεγαλύτερη ακρίβεια, ορίζουμε ως κοινωνικό πόλεμο την προτεραιότητα των σχέσεων που αποσκοπούν στον οικονομισμό, το κέρδος και το θέαμα, με στόχο την εξαφάνιση είδους κάθε πραγματικής δημόσιας (πολιτικής) σφαίρας, ενδυναμώνοντας το ίδιο το καθεστώς σιγής.

[18] Ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της εξέγερσης ήταν η παρουσία των μεταναστών στους δρόμους. «Από τις 273 συλλήψεις οι οποίες καταγράφηκαν από την αρχή του ξεσηκωμού μέχρι τα μέσα του Ιανουαρίου του 2009, σχεδόν οι 130 ήταν μετανάστες, δηλαδή, ξένοι που στερούνται της ελληνικής ιθαγένειας» («οf the 273 arrests recorded from the start of the unrest up to mid-January 2009, approximately 130 were immigrants, that is, foreigners lacking Greek citizenship») (Στο ίδιο άρθρο του Ανδρέα Καλύβα An Anomaly? Some Reflections on the Greek December 2008:, σ. 354).

[19] Και πάλι από Revolt and Crisis in Greece (2011, AK Press), κεφάλαιο 17 (Boykalas) σ.317

[20] ο.π., σ.323.

[21] Βλ. ανάλυση της Hannah Arendt για την αρχαία Ελληνική πόλις (το πολιτικό πεδίο) στο βιβλίο Hannah Arendt, and Margaret Canovan, 1998. The Human Condition. 2 Nded. Chicago: The University of Chicago Press (κυρίως το πρώτο κεφάλαιο).

[22] Η Χριστίνα Τ., μια Ελληνίδα που ζει στη Σεβίλλη μου εξηγεί πώς ακτιβιστές της Πλατφόρμας 15M – Πραγματική Δημοκρατία, έβλεπαν τις διαδηλώσεις στην πλατεία Ταχρίρ και από την άλλη από τις συγκεντρώσεις και τα απεργιακά συλλαλητήρια στην Ελλάδα ως πηγή έμπνευσης για τους ίδιους, καλώντας το κοινό να καταλάβει κεντρικές πλατείες της Ισπανίας, και προτείνοντας λύσεις για τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα της Ευρώπης μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες λαϊκών συνελεύσεων και συναινετικής λήψης αποφάσεων, ακολουθώντας το παράδειγμα των αυτο-οργανωμένων πρωτοβουλιών στην Αθήνα. Ο θαυμασμός και η αποθέωση των Ισπανών ακτιβιστών για την ελληνική νεολαία και κυρίως για τη στάση της το 2008 αντανακλάται στα πολιτικά τους κείμενα, τις ομιλίες και τις ιδιωτικές συζητήσεις, όπως λέει η ίδια. Έτσι, το κίνημα του Συντάγματος στην Ελλάδα (που ακολουθεί μερικές εβδομάδες μετά το ξέσπασμα της 15M στην Ισπανία) – ως αποκορύφωμα των κινητοποιήσεων ενάντια στη λιτότηταήταν πράγματι μια «αντιγραφή» του Ισπανικού παραδείγματος του οποίου τα ίχνη μπορούν να βρεθούν στην εξέγερση του Δεκέμβρη. Συνέντευξη: Χριστίνα, Τ., Ημέρα επικοινωνίας: 1η Μαΐου 2014, προσωπική συνέντευξη μέσω e-mail (Επώνυμο αποκρύβεται κατόπιν απαίτησης της ιδίας, ωστόσο η επικοινωνία με το συγκεκριμένο πρόσωπο μπορεί να πραγματοποιηθεί σε περίπτωση που ζητηθεί). Βλ. επίσης: Greece: The timeline of a revolution, 2008-2012,

[23] Βλ. Hannah Arendt, 1990. On Revolution. 6Th ed. London: Penguin Books (σ.19)

[24] ο.π., (σ.26)

[25] Στην πραγματικότητα οι καταστροφές και οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής έλαβαν χώρα εκτός των πολιτικών σωμάτων. Αυτό πραγματικά διαφοροποιεί το Δεκέμβρη από τις εξεγέρσεις του Λονδίνου (2011) και του Παρισιού (2005) όπου ομάδες νεαρών αντί να θέτουν πολιτικά αιτήματα περιορίστηκαν σε πράξεις λουμπενισμού. Αλλά ακόμη και οι τελευταίες περιπτώσεις θα πρέπει να κατανοηθούν εντός του πλαισίου του κοινωνικού πολέμου. Όταν οι δυνάμεις που καταστρέφουν κάθε δεσμό μεταξύ πολιτών και κάθε είδους συντροφικότητας (δηλαδή, οι δυνάμεις της δομικής βίας) έχουν διαβρώσει όλες τις μορφές του δημόσιου βίου (όπου κάθε αξία αντικαθίστανται από τον εγωκεντρισμό, τα ατομικιστικά ιδεώδη και τον ιδιωτικό καταναλωτισμό) στη συνέχεια ακολουθεί η εκμηδένιση της ανθρώπινης επαφής και επικοινωνίας, όπου η διαβούλευση και ο λόγος (ένα από τα πιο κατεξοχήν πολιτικά στοιχεία της δημόσιας σφαίρας) εκλείπει και αντι αυτού η ωμή βία παραμένει ως η μόνη μέθοδος επίλυσης των διαφορών.

[26] Βλ. Hannah Arendt, 1976. The Origins of Totalitarianism. 6th ed. USA: A Harvest Book. (σ.106 και 108).

 

Αλληλέγγυα οικονομία, δημιουργικές αντιστάσεις, άμεση δημοκρατία – Για μια προεικονιστική realpolitik

tumblr_ndgbzkpGBQ1sqcq8do1_1280

Για μια προεικονιστική realpolitik

Μια συζήτηση μεταξύ Ασύμμετρης Απειλής και του συγγραφέα Ο.Βαρκαρόλη του βιβλίου: Δημιουργικές αντιστάσεις και αντεξουσία

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο #25 της εφημερίδας δρόμου Άπατρις

Α.Α.: Ο όρος Αλληλέγγυα Οικονομία ακούγεται ως σχήμα οξύμωρο και ξενίζει πολλούς από εμάς. Μπορούν οι δομές της αλληλέγγυας οικονομίας να αποτελέσουν το πρόπλασμα για μια αταξική κοινωνία ή μήπως είναι νομοτελειακά καταδικασμένες να αφομοιωθούν και να απολέσουν τα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά τους, μέσα στον ωκεανό της καπιταλιστικής οικονομίας, της λογικής του κέρδους, του ελεύθερου ανταγωνισμού και του (αντι)κοινωνικού δαρβινισμού;

Ο.Β.: Πράγματι, το πεδίο της οικονομίας φάνταζε και ακόμα φαντάζει για τους περισσότερους που συμμετέχουν στο κίνημα ως αποκλειστική περιοχή του εχθρού. Ένα πεδίο στο οποίο όχι μόνο δεν είναι ωφέλιμο να παρέμβουμε (για την αναίρεσή του), αλλά το οποίο πρέπει να ξεπεράσουμε ή να υπερβούμε με βάση, μια μάλλον εξτρεμιστική παρά ριζοσπαστική, κριτική του υπάρχοντος που στην προέκτασή της φτάνει να (ανα)ζητά αφελώς ακόμα και την κατάργηση της κοινωνίας. Λες και το ξεπέρασμα της εμπορευματικής μορφής της πατάτας προϋποθέτει την κατάργηση της πατάτας[1] και η κατάργηση της μισθωτής εργασίας την κατάργηση της εργασίας γενικά[2]!

Για πολύ καιρό κρατήσαμε τα μάτια μας κλειστά μπροστά στις ποικιλόμορφες μη-καπιταλιστικές οικονομικές πραγματικότητες που λειτουργούν εντός του καπιταλισμού και το κάναμε σε τέτοιο βαθμό που ο προταγματικός λόγος μας έμενε σε μια γενικόλογη αοριστολογία. Η αιτία; Είτε γιατί εγκλωβιστήκαμε σε ένα βολονταριστικό άλμα στην απόπειρα για συνολικοποίηση της πρακτικής κριτικής μας, είτε γιατί παγιδευτήκαμε σε μια παγιωμένη/δογματική θέαση της ουτοπίας, που αντί να εμψυχώνει μια δραστηριότητα και να την καθοδηγεί με βάση μια ριζοσπαστική κριτική του παρόντος, μας ακρωτηρίαζε την εκτίμηση απέναντι σε κάθε δράση που δεν μπορούσε να ταυτιστεί με το δέον της.

Ο όρος αλληλέγγυα οικονομία χρησιμοποιήθηκε για να καταδείξει ότι μπορούμε να αναπτύξουμε στο σήμερα «οικονομικά» εγχειρήματα, ανταγωνιστικά στον καπιταλισμό και την αυτονόμηση της οικονομικής ζωής, με ορίζοντα τις αυτόνομες μετακαπιταλιστικές κοινότητες «όπου η οικονομία θα έχει ξαναμπεί στη θέση της, δηλαδή θα έχει γίνει ένα απλό μέσο του ανθρώπινου βίου, και όχι ύστατος σκοπός»[3]. Επίσης, η διαδικασία του πειραματισμού σε μια προεικονιστική realpolitik μας επιτρέπει να αναπτύξουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια το περίγραμμα των θεσμών και της λειτουργίας τους στο πλαίσιο μιας ελευθεριακής κοινωνίας και άρα να διαμορφώσουμε τους όρους για το πέρασμα από την μαχητική αντιπολίτευση στην αμφισβήτηση της ηγεμονίας του κυρίαρχου υποδείγματος.

Ωστόσο, τα εγχειρήματα αλληλέγγυας οικονομίας που επιδιώκουν να πειραματιστούν στη δημιουργία θεσμών μιας πιο επιθυμητής κοινωνίας, το κάνουν μέσα στο κέλυφος της παλιάς και ως εκ τούτου δεν πρόκειται για ειδυλλιακές παραστάσεις της «άλλης»κοινωνίας, αλλά για παραδείγματα αγώνα που θέλουν να συμβάλλουν στην επίτευξή της. Τα όρια και οι αντιφάσεις που συναντούν προϋποθέτουν ριζικές αλλαγές ταυτόχρονα στην πολιτική και στην οικονομική οργάνωση της κοινωνίας. Εγχειρήματα τα οποία οφείλουμε να τα βλέπουμε ως ανοιχτά στοιχήματα –που έχουν αξία από μόνα τους– σε αγώνες που η τελική τους (κοινωνική) κρίση θα γίνει στο μέλλον. Εάν δηλαδή αποτέλεσαν τις πρώτες σταγόνες μιας ελευθεριακής καταιγίδας ή απλές σταγόνες στον ωκεανό της καπιταλιστικής οικονομίας.

Σε κάθε περίπτωση, ο κίνδυνος της απονοηματοδότησης των εγχειρημάτων αλληλέγγυας οικονομίας από το «σύστημα», ειδικά στην παρούσα συγκυρία, δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Και σίγουρα όχι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο η πολιτική συμμετοχή κάποιου στο κίνημα να αποτελεί μέρος μιας lifestyle-υποκουλτούρας. Πιο σημαντικός είναι ο κίνδυνος να βρουν τα όρια τους εξαιτίας λαθών/παραλείψεων/αστοχιών των ίδιων των συμμετεχόντων σε αυτά[4] ή να καταδικαστούν –από την κοινωνική αδράνεια– στο να αποτελέσουν «εξωτικές» εξαιρέσεις παρά να κατασταλούν από τον εχθρό.

Α.Α.: Η λογική των δημιουργικών αντιστάσεων είναι να λειτουργήσουν ως ορμητήρια απελευθέρωσης και όχι ως νησίδες ελευθερίας. Ωστόσο υπάρχει και η ετερογονία σκοπών, η απόσταση ανάμεσα στη θέληση και στο αποτέλεσμα των πράξεών μας. Με τα λόγια του Σαίξπηρ: «η βούληση είναι άπειρη, η εκτέλεσή της όμως υπακούει σε όρια. Η επιθυμία είναι απεριόριστη, η πραγμάτωσή της όμως υπόκειται σε περιορισμούς». Πώς μπορούν οι θεσμοί Αντεξουσίας να αποφύγουν τις σειρήνες του βολέματος σε μια αυτοαναφορική λογική νησίδας ελευθερίας; Έχουν αναπτυχθεί οι δικλίδες ασφαλείας ώστε να αποφευχθεί στην πράξη η ενσωμάτωση της Δημιουργικής Αντίστασης στις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις;

Ο.Β.: Με τον όρο Δημιουργικές Αντιστάσεις δεν αναφερόμαστε γενικώς και αορίστως σε ευφάνταστους τρόπους διαμαρτυρίας ή αποκλειστικά σε εγχειρήματα αλληλέγγυας οικονομίας. Αναφερόμαστε συγκεκριμένα σε έναν ιδιαίτερο τύπο κοινωνικοπολιτικής δράσης που από τη μία ενδιαφέρεται για μιαν ορθή κατανόηση της δομής του υπό εξέταση ζητήματος/προβλήματος και της τρέχουσας συγκυρίας και από την άλλη δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες για τους ανθρώπους ώστε να επιλέξουν μια πιο αυτόνομη ζωή. Είναι τα ενδιάμεσα όχι-αιτήματα/προγράμματα, αλλά έμπρακτα παραδείγματα που προσπαθούν να γεφυρώσουν το χάσμα του καθημερινού αγώνα με τον ελευθεριακό σοσιαλισμό σύμφωνα με το μότο: «Χτίζοντας, θα γκρεμίσουμε».

Δημιουργική αντίσταση μπορεί να είναι τόσο μια κολεκτίβα εργασίας όσο και ένα σωματείο βάσης, αλλά κανείς και τίποτα δεν μπορεί να εγγυηθεί την απρόσκοπτη εποικοδομητική-κινηματικά λειτουργία τους. Εναπόκειται κάθε φορά στα μέλη τους και τον κοινωνικό περίγυρό τους το πόσο ψηλά θα σηκώσουν τον πήχη και θα ξεφύγουν από παράγοντες που μπορούν να περιορίσουν τη μετασχηματιστική δυναμική των εγχειρημάτων, όπως αυτοαναφορικότητα, αριστερισμός, ακτιβισμός, αναχωρητισμός, μαξιμαλισμός, ελιτισμός, μικροαστισμός, εθνικισμός, εργατισμός, δημοκρατισμός, συντεχνιασμός, αποσπασματικότητα, σεχταρισμός και πάει λέγοντας.

Αν η μετασχηματιστική δυναμική χαθεί, τότε πολύ απλά δε μιλάμε για δημιουργική αντίσταση. Υπάρχουν, ωστόσο, μια σειρά από χαρακτηριστικά που μπορούν να λειτουργήσουν ως ανιχνευτές γόνιμης λειτουργίας, όπως: συνάφεια μέσων-σκοπών, ασυμμετρία στην αντιπαράθεση με την καθεστηκυία τάξη, συνεχής επαγρύπνηση, κριτικός αναστοχασμός, προσοχή στις λεπτομέρειες, συνεύρεση και συμπόρευση με αντίστοιχα εγχειρήματα στην προσπάθεια για την αλλαγή παραδείγματος.

Τέλος, δε θα πρέπει να πέφτουμε σε μια μηχανιστική-ντετερμινιστική παγίδα αέναης επανάληψης της ιστορίας του στυλ «Απέτυχε κάτι μια φορά; Θα αποτυγχάνει πάντα» και να μη ξεχνάμε ότι και μέσα από τις αποτυχίες των ποικίλων εγχειρημάτων των αγωνιζομένων ανθρώπων μπορούμε να αντλήσουμε ένα σωρό χρήσιμα συμπεράσματα-στοιχεία για τις επόμενες μας απόπειρες.

Α.Α.: Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένα αυξημένο ενδιαφέρον για το πρόταγμα της Άμεσης Δημοκρατίας. Αρκετές φορές ο εξουσιαστικός «κομμουνισμός» (που επιμένει να προσκυνά το φάντασμα του συγκεντρωτισμού και του κεντρικού σχεδιασμού) απαξιώνει το αμεσοδημοκρατικό πρόταγμα. Κομμάτια, όμως, της συστημικής Αριστεράς, μέχρι και εθνικιστές ακόμα, επικαλούνται με οπορτουνιστικό τρόπο την Άμεση Δημοκρατία. Πώς μπορούμε να εντάξουμε την Άμεση Δημοκρατία στο ελευθεριακό πρόταγμα; Εν τέλει, έχει νόημα η ύπαρξη ενός αμεσοδημοκρατικού πολιτικού εποικοδομήματος εντός μιας εκμεταλλευτικής/ταξικής κοινωνίας (όπως π.χ. στην αρχαία Αθήνα);

Ο.Β.: Το πρόσφατο ενδιαφέρον για την Άμεση Δημοκρατία θα μπορούσαμε να πούμε ότι προέκυψε κυρίως ως μερική κριτική του αυταρχισμού (του κράτους) ή της πάσης φύσεως γραφειοκρατίας (συνδικάτα, κόμματα) που λειτουργεί αποκομμένη από τη βάση και λιγότερο ως ζήτημα αντεξουσίας[5]. Υπό μια τέτοια-μερική οπτική γωνία μη-αντιπροσώπευσης, μπορεί να γίνει κατανοητή και η επίκλησή του από πλευράς αριστεράς για μια κυβέρνηση που ακούει το λαό ή από φασιστικές οργανώσεις που θέλουν να φύγουν οι αλήτες, προδότες, πολιτικοί.

Αν όμως δεν επιθυμούμε να αρκεστούμε σε μια δημοκρατία του κεφαλαίου (που ορθά απαξιώνεται από την κλασσική αριστερά), αλλά προσεγγίζουμε την άμεση δημοκρατία υπό μια ελευθεριακή σκοπιά (δηλαδή μιας σκοπιά που στρέφεται ενάντια τόσο στην κυριαρχία όσο και στην εκμετάλλευση), τότε πρέπει να κάνουμε σαφές ότι μιλάμε για οριζοντιότητα. Οριζοντιότητα τόσο σε πολιτικό (ποιος/πώς αποφασίζει) όσο και λειτουργικό-οικονομικό επίπεδο.

Η άμεση δημοκρατία τότε, ως διακριτή μορφή δημοκρατίας, δεν μπορεί να σταθεί χωρίς αλλαγές στην οικονομική λειτουργία της κοινωνίας, δηλαδή χωρίς να συνοδεύεται από την κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής και την γενικευμένη αυτοδιαχείριση. Δεν περιλαμβάνει απλά και την οικονομική δημοκρατία, αλλά την προϋποθέτει. Δεν πρέπει να επεκταθεί ο δημοκρατικός πολιτικός έλεγχος στην οικονομία, αλλά η δημοκρατία να είναι αδιαχώριστα οικονομική και πολιτική. Δεν πρόκειται για μια στενά πολιτειακή δομή που μένει να εγκαθιδρυθεί, αλλά μια στάση απέναντι στα κοινά και την κοινότητα την οποία μπορούμε να την υιοθετούμε και αξίζει να την προωθούμε στο εδώ και τώρα.

Α.Α.: Συνήθως ο κομμουνισμός ταυτίζεται με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής της υλικής ζωής. Αρκεί όμως αυτό; Για παράδειγμα, η άμεση δημοκρατία μπορεί να θεωρηθεί ως κομμουνισμός στην πηγή λήψης αποφάσεων. Η εξουσία διαλύεται μέσω της εξισωτικής διάχυσής της. Η εξουσία που ανήκει σε όλους, δεν ανήκει σε κανέναν. Αντιστρέφοντας το προηγούμενο ερώτημα: έχει νόημα η ύπαρξη μια κομμουνιστικής παραγωγικής βάσης χωρίς την ύπαρξη ενός αμεσοδημοκρατικού πολιτικού εποικοδομήματος;

Ο.Β.: Αν η δημοκρατία με τάξεις είναι μια σοσιαλιστική φάρσα, έτσι και ο κομμουνισμός χωρίς πολιτική οργάνωση είναι μια φαντασιοπληξία. Με το επίθετο κομμουνιστική δεν περιγράφουμε μια κοινωνία όπου επικρατεί απόλυτη κοινωνική γαλήνη και τα πάντα γίνονται αυθορμήτως αρμονικά, αλλά μιλάμε για μια οργανωμένη κοινωνία με συντεταγμένους τρόπους λειτουργίας που επιδιώκει να καταπολεμά την κυριαρχία σε όλες τις τις εκφάνσεις μέσα από την καλλιέργεια εκείνων των συνθηκών-προϋποθέσεων-θεσμών που υποβοηθούν την ελευθεριακή της λειτουργία. Ή με άλλα λόγια, «η ελευθερία δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν μια απλή απουσία της εξουσίας, αλλά ως μια συγκεκριμένη οργάνωση των σχέσεων εξουσίας, ώστε να επιτευχθούν συγκεκριμένοι σκοποί»[6]. Αναφερόμαστε συνεπώς σε ένα πολύπλοκο έργο με μεγάλη διάρκεια όπου ηκοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η εξισωτική οργάνωση δεν αποτελούν παρά μόνο βασικές του πράξεις.

Α.Α.: Η λεγόμενη στρατηγική της Εξόδου συνήθως αντιμετωπίζει τον κρατικό μηχανισμό ως ένα απλό εμπόδιο που αρκεί να το ξεπεράσουμε μέσα από τη δημιουργία αντιθεσμών για να το καταστήσουμε άχρηστο (λογική που παραδόξως ομοιάζει με τον στιρνερισμό!). Για παράδειγμα, ο Τζέιμς Χέροντ υποστηρίζει πως ο καπιταλισμός μπορεί να καταστραφεί χωρίς μια πολεμική κίνηση, αλλά με το «ξεγύμνωμά του»: «οι καπιταλιστικές δομές […] δεν κατακτώνται· απορρίπτονται». Η λογική αυτή τείνει να αγνοεί την αφομοιωτική ή κατασταλτική δυναμική που αναπτύσσει το κεφάλαιο και το κράτος του. Εν τέλει, μπορεί να κατακτηθεί ο στόχος της αταξικής κοινωνίας δίχως να καταφύγουν οι καταπιεσμένοι στην υλική βία; Μπορεί να αναπτυχθεί μια θεωρία και πρακτική της δημιουργικής αντίστασης, δίχως μια αντίστοιχη ανάπτυξη μιας θεωρίας και πρακτικής της επαναστατικής βίας;

Ο.Β.: Η στρατηγική της εξόδου, της απεμπλοκής από τις σχέσεις κυριαρχίας, βασίζεται στην αναγνώριση ότι όσο ολοκληρωτικό και αν είναι ένα σύστημα ποτέ δεν μπορεί να πετύχει τη φιλοδοξία του –πάντα θα υπάρχουν τρύπες, περιθώρια και ρωγμές ελευθερίας πλάι στην (αναγκαστική ως ένα βαθμό) αναπαραγωγή της καταπίεσης και την εθελοδουλία.

Χωρίς να πέφτει στην παγίδα του στημένου κάδρου της υιοθέτησης ή μη της χρήσης βίας[7], δεν υιοθετεί την απλοϊκή άποψη ότι η κοινωνία είναι εκ φύσεως καλή, αλλά τη διαφθείρει το κράτος και το κεφάλαιο που εφόσον εκδιωχθούν δια της βίας/επανάστασης ο κόσμος θα αυτορρυθμιστεί με γαλήνη, αρμονία και προδέρμ. Δεν ταυτίζει δηλαδή την επανάσταση με την έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα ή μια σειρά μαχών που η νικηφόρα διεξαγωγή τους αρκεί για να εξοβελιστεί οριστικά στο παρελθόν η καταπίεση. Η επανάσταση δεν είναι απλώς/απλός πόλεμος και στον κοινωνικό πόλεμο δεν είναι μόνο τα όπλα που μετράνε. Πρώτα θα πρέπει να καλλιεργηθεί η ταξική συνείδηση, οι μεγάλες «μάζες» να θέλουν μια άλλη κοινωνία και να βλέπουν συγκεκριμένα πράγματα (καταπίεση, εκμετάλλευση, ιδιώτευση) σαν εμπόδια στο να το επιτύχουν. Πρέπει να ξεκινήσουμε πρώτα από τους ανθρώπους σε πρώτο πρόσωπο, τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τις αφηγήσεις τους.

Δεδομένης λοιπόν της παρούσας πολιτικής ηγεμονίας του εχθρού στις μάζες και της υπεροπλίας του στο στρατιωτικό σκέλος, πρέπει να βρούμε τον τρόπο με τον οποίο θα του επιτεθούμε χωρίς να πέσουν πολλές «πιστολιές»[8]. Πρέπει να επιλέξουμε εκείνα τα πεδία αντιπαράθεσης και εκείνα τα σημεία όπου θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου. Και αυτά μπορούν να αναζητηθούν κυρίως στη μεγάλη μας δυνητικά δύναμη να μπορούμε χωρίς το κεφάλαιο, ενώ αυτό δεν μπορεί χωρίς εμάς. Μια τέτοια αναζήτηση, σε καμία περίπτωση δε συνιστά αγνόηση της δύναμης του κυρίαρχου λόγω κοντοφθαλμίας, αλλά τακτική μανούβρα που προκύπτει από την αξιολόγηση των δύο στρατοπέδων και του ευρύτερου περιβάλλοντος.

Μέσω μιας τέτοιας ανάγνωσης για το (δυσχερές) περιβάλλον/συσχετισμό πρέπει να κατανοηθεί η μετατόπιση του πρωταρχικού ενδιαφέροντος από το μάκρο-επίπεδο της Κατάληψης της (Αντι)εξουσίας[9] (το σημαιάκι στο οχυρό του εχθρού) στο έδαφος των εμπειριών της καθημερινής ζωής· τη «μάχη» για το κέρδισμα τηςκαρδιάς και του νου όσων περισσότερων συνειδητών συμπορευτών, την κατάκτηση της ικανότητας να ζούμε χωρίς να δουλεύουμε με όρους μισθωτής εργασίας ή αγοράζοντας προϊόντα που παρήχθησαν με αυτόν τον τρόπο μέσω της συνεργατικής παραγωγής αγαθών. Ωστόσο, με βάση τη ρητή στόχευση σχετικά με το ξεπέρασμα του καπιταλισμού και του κράτους του, η αναγκαιότητα κατάληψης των μέσων παραγωγής και η υπεράσπιση των «απελευθερωμένων χώρων» δεν μπορεί παρά να παραμένει μια βασική  αράμετρος που υπερβαίνει τις παρούσες δυνατότητές του μη-βίαιου, σημειωτικού (ανταρτο)πόλεμου θέσεων[10] και των απέλπιδων τεροριστικών επιθέσεων. Αν επομένως αποπειραθούμε να μιλήσουμε για επαναστατική βία –και όχι ένα θεαματικό υποκατάστατό της–σίγουρα μιλάμε για ενεργή εμπλοκή εκατομμυρίων ανθρώπων στη δράση και την υποστήριξή της. Μιλάμε για μια βία αναρχικής ηθικής α λα Μαλατέστα[11], που ναι μεν εμπεριέχει μια μηδενιστική λύσσα, λειτουργεί όμως εργαλειακά και όχι αυτάρεσκα κατόπιν εύστοχης εκτίμησης της στιγμής α λα Λένιν με μια Τροτσκιστική στρατιωτική μακρο-οπτική[12] με εσωτερικές όμως διαδικασίες τύπου Ταξιαρχίας Ντουρρούτι που οι φορείς της, α λα Ζαπατίστας[13], δεν έχουν λόγο να παρεμβαίνουν ως τέτοιοι στις αυτόνομες πολιτικές δομές των κοινοτήτων αγώνα.

Α.Α.:Ποια είναι η διαλεκτική σχέση που θα μπορούσαν να έχουν οι προεικονιστικές αντιδομές με την αντιβία που ήδη εκφράζεται από τους καταπιεσμένους, με την εντυπωσιακή πύκνωση τα τελευταία χρόνια των αστεακών ή εργατικών ταραχών, των λαϊκών εξεγέρσεων (βλέπε τους τελευταίους μήνες, Τουρκία, Αίγυπτο, Νότια Αφρική, Βραζιλία, Χιλή, Ουκρανία, Σουηδία);

Ο.Β.: Η σχεδόν αντιπολιτική κραυγή που εκφράζεται μέσω των ταραχών των τελευταίων ετών χαρακτηρίζεται από μια (παραλυτική) έλλειψη σε σχέση με το τι θα όφειλε να αντικαταστήσει το σημερινό status quo. Κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί σε δεύτερο χρόνο στην προληπτική-κομφορμιστική καταστολή της αντίστασης και στο γρήγορο ξεθώριασμα της εκ-στατικής εξεγερσιακής εμπειρίας που δεν αφήνει απτά σημάδια βελτίωσης στην καθημερινότητα των ανθρώπων.

Επομένως, προπαρασκευαστικός ρόλος των δημιουργικών αντιστάσεων (όπως και όλων των πολιτικών συλλογικοτήτων) είναι με «δουλειά μυρμηγκιού» να σπάσουν τα τούβλα της πολιτικής σύγχυσης-απογοήτευσης και της απουσίας αντιπροτάσεων γονιμοποιώντας το άγονο περιβάλλον με την προσδοκία της μετάβασης. Μέσω της προωθημένης ανίχνευσης του κόσμου που δεν είναι ακόμη εδώ, να υποβοηθήσουν να αναπτυχθεί κοινωνικά εκείνη η νοοτροπία αγώνα της οποίας οι πιο προωθημένες ενέργειες δεν θα είναι (απλά) οι πυρπολήσεις τραπεζών, αλλά οι καταλήψεις των μέσων παραγωγής και η δημιουργία εργατικών συμβουλίων. Η ουσιαστική και στο έπακρο πραγμάτωση εκείνων των χαρακτηριστικών που συναντάμε στις σημερινές δημιουργικές αντιστάσεις μόνο σε εμβρυακή μορφή.

zapatistas
Α.Α.: Σε λίγους μήνες συμπληρώνονται 20 χρόνια από την εξέγερση των Ζαπατίστας. Διατηρεί η ζαπατιστική εξέγερση την επικαιρότητά της και ποιο είναι το σημερινό της νόημα για εμάς στον δυτικό κόσμο;

Ο.Β.: 20 χρόνια μετά την εξέγερση στο νοτιοανατολικό Μεξικό, οι εξεγερμένες ιθαγενικές κοινότητες των ζαπατίστας έχουν δημιουργήσει έναν χώρο, μια κοινωνία όπου η άμεση δημοκρατία είναι μια πραγματικότητα που παλεύεται και κατακτιέται καθημερινά από χιλιάδες ανθρώπους που χτίζουν την αυτονομία τους απέναντι σε μια εξουσία από την οποία δεν διεκδικούν και δεν δέχονται τίποτα και την οποία δεν αναγνωρίζουν.

«Κανένα μοντέλο δεν προσφέρουμε» λένε οι ζαπατίστας. «Καθένας πρέπει να επινοήσει το δικό του μοντέλο στον τόπο του, στη γειτονιά του, στην πόλη του, στη χώρα του. Και αυτό θα είναι η καλύτερη αλληλεγγύη για μας». Πράγματι, κανένα μοντέλο δεν μεταφέρεται. Όμως η εμπειρία όσων αντιστέκονται συλλογικά, όπως οι ζαπατίστας, είναι γνώση και εμπειρία για όλους μας. Μπορούμε να μαθαίνουμε. Και το πρώτο που έχουμε να μάθουμε είναι ότι «μπορεί να γίνει και αλλιώς».

Ας δούμε, λοιπόν, ορισμένα –χρήσιμα για εμάς– χαρακτηριστικά ενός μεγάλου εγχειρήματος/πειράματος. Ενός αγώνα που:

– χαρακτηρίζεται από την σύμπνοια σκοπού και μέσων
– αναδεικνύει τη δυνατότητα της αυτοδιακυβέρνησης και μάλιστα κάτω από δυσμενής συνθήκες και συνεχείς πιέσεις,
– επιμένει να επινοεί από τα κάτω τους κατάλληλους θεσμούς και πρακτικές με έμφαση στην υλικότητα, στην αλλαγή της καθημερινότητας σε όλες της τις εκφάνσεις (διατροφή, υγεία, εκπαίδευση, διακυβέρνηση κ.λπ,) αντί να μένει σε διακηρύξεις καλών προθέσεων,
– τονίζει τη σημασία της στράτευσης και της οργάνωσης απαλλαγμένης όμως από τη φοβία για τα λάθη ή την αναποτελεσματικότητα, προκειμένου να επιδιωχθεί η μαθητεία όσο το δυνατόν περισσότερων μελών της κοινωνίας στη διαχείριση των συλλογικών υποθέσεων,
– προνοεί για τη δημιουργία κατάλληλων δομών/μηχανισμών που να μην επιτρέπουν την καταστροφική δημιουργία χάσματος μεταξύ βάσης και ηγεσίας,
– ανανεώνει τις διαδικασίες και τις στρατηγικές του με βάση τα μαθήματα του αγώνα,
– αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μέρος ενός ευρύτερου αγώνα που εξελίσσεται σε ολόκληρη την υφήλιο.

Α.Α.: Αναρχία, Κομμουνισμός, Άμεση Δημοκρατία, Ριζοσπαστική Οικολογία, Ατομικισμός (με την έννοια της πλέριας ανάπτυξης της ανθρώπινης προσωπικότητας και όχι με την τρέχουσα έννοια του φιλοτομαρισμού). Οι λέξεις πολλές φορές έχουν χρησιμοποιηθεί με ένα διαζευκτικό ήτα να τις χωρίζει. Μήπως, όμως, ταιριάζει περισσότερο το συμπλεκτικό και; Μήπως είναι διαφορετικές λέξεις για να περιγράψουν το ίδιο πρόταγμα; Μήπως είναι έννοιες αλληλοσυμπληρούμενες και όχι αλληλοαποκλειόμενες;

Ο.Β.: Το σύγχρονο επαναστατικό κίνημα έχει μια πολύ μεγάλη δεξαμενή ιδεών, βιωμάτων από όπου μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμα συμπεράσματα και εργαλεία για τους σημερινούς αγώνες. Χωρίς να έχει νόημα να συνενώσουμε αναδρομικά τις διαφορετικές παραδόσεις που έχουν πολλές φορές αναμετρηθεί μεταξύ τους, υπάρχουν σαφώς μεγάλα περιθώρια, ύστερα από την μελέτη τους εντός του ιστορικού τους πλαισίου και την κριτική κατανόησή τους, για μια πιο γόνιμη σύνθεσή των αλληλοσυμπληρούμενων πτυχών τους. Καθώς βαδίζουμε στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, με τον όρο αναρχία δεν αναφερόμαστε αορίστως σε μια απουσία αρχής, αλλά σε έναν αγώνα των από τα κάτω με στόχο ένα αμεσοδημοκρατικό πολίτευμα που όχι μόνο προνοεί στο μέτρο του εφικτού ώστε να μην καταπιέζονται τα άτομα, αλλά αποπειράται να καλλιεργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την πληρέστερη έκφραση της ατομικότητάς τους και προϋποθέτει την επαναξιολόγηση των αναγκών μας ώστε η –κατά βάση– κομμουνιστική οργάνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης να λαμβάνει χώρα σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον.

Halastor

[1] Δες το Μια κριτική της Κομμουνιστικοποίησης
[2] Δες το Η κριτική του Μαρξ στα σοσιαλιστικά σχήματα εργασιακού χρήματος και ο μύθος του προυντονικού χαρακτήρα του συμβουλιακού κομμουνισμού και το Ανάμεσα στον ελευθεριακό σοσιαλισμό και τον μυθικό κομμουνισμό.
[3] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας.
[4] Δες το Οι σπόροι φύτρωσαν. Κατάθεση εμπειρίας από συμμετοχή σε εγχείρημα αλληλέγγυας οικονομίας, διαθέσιμο.
[5] Η από-τη-βάση-οικειοθελώς-οργανωμένη-θετικά μη αυταρχική και μη καταπιεστική διαχείριση της οικονομίας και της εξουσίας.
[6] Anarchafairy, 2008, Μετα-δομισμός, και η Αναγέννηση ενός Αναρχικού Υποστρώματος.
[7] Η μη βία είναι ένα βασικό ιδεολογικό όπλο μιας πολύ βίαιας κυριαρχίας που το χρησιμοποιεί προκειμένου να μας παθητικοποιήσει. Χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ κηρύττοντας τη μη βία. Είναι ένα αποτελεσματικό όπλο επειδή όλοι θέλουμε (αλλά δεν μας αφήνουν) να ζούμε σε έναν κόσμο ειρηνικό χωρίς βία […] Είμαστε μπλεγμένοι στον κοινωνικό πόλεμο και αυτή η κατάσταση θέτει όρια στο τι μπορούμε να κάνουμε/πετύχουμε. Η ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο μετά την καταστροφή του καπιταλισμού […] Δε θα καταφέρουμε ποτέ να οικοδομήσουμε μια ζωή με ελευθερία χωρίς να αντιμετωπίσουμε τους κυρίαρχους. James Herod, Getting Free. Creating an Association of Democratic Autonomous Neighborhoods, 2007.
[8] Στο σημείο αυτό χρήσιμο είναι να παραδειγματιστούμε από τη σαρωτική “μη-βίαιη” αντεπίθεση του κεφαλαίου (στην απόπειρα απάντησης του εργατικού κινήματος με την μονοπώληση της εργατικής δύναμης στην μονοπώληση των μέσων παραγωγής από το κεφάλαιο) με το σπάσιμο της παραγωγής σε κομμάτια, τη μεταφορά εργοστασίων και κεφαλαίου σε χώρες και περιοχές με ευνοϊκές συνθήκες για το κεφάλαιο κ.ό.κ.
[9] Με τον νεολογισμό αυτό αναφερόμαστε τόσο στην αντίληψη που θέλει το εργατικό κράτος να αποτελεί προνομιακό τόπο για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας όσο και στη σύλληψη της επανάστασης ως κοινωνικού μετασχηματισμού που θα πραγματοποιηθεί με την καταστροφή του κέντρου εξουσίας που εδράζεται στο κράτος και την απελευθέρωση των αυτόνομων τάσεων των ανθρώπων.
[10] Για μια εισαγωγή στον πόλεμο θέσεων του Γκράμσι, δες το Ισχύς και εξουσία. Επανεπινοώντας την επανάσταση, διαθέσιμο στο efimeridadrasi.blogspot.gr.
[11] «Αναρχία σημαίνει μη βία, μη κυριαρχία ανθρώπου σε άνθρωπο, μη επιβολή βιαίως της βούλησης ενός η περισσοτέρων στους υπόλοιπους. Είναι μέσο της εναρμόνισης των συμφερόντων, μέσω της εθελουσίας συνεργασίας, της αγάπης, του σεβασμού, της αμοιβαίας ανοχής, είναι μόνο με την πειθώ, το παράδειγμα, τη μεταδοτικότητα και το αμοιβαίο όφελος από την επιείκεια που μπορεί και πρέπει να θριαμβεύσει η αναρχία, δηλαδή μια κοινωνία αδελφών ελευθέρως αλληλέγγυων, η οποία θα εξασφαλίζει στους πάντες την μέγιστη ελευθερία, τη μέγιστη ανάπτυξη, τη μέγιστη δυνατή ευημερία. {…} Για να ζήσουν δύο εν ειρήνει, πρέπει να το θέλουν αμφότεροι· αν ένας από τους δύο είναι ισχυρογνώμων και θέλει με τη βία να επιβάλλει στον άλλο να δουλεύει για λογαριασμό του και να τον υπηρετεί, αυτός ο άλλος, αν θέλει να διατηρήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του και να μην περιπέσει στην πλέον ταπεινή δουλεία, παρόλη την αγάπη του για την ειρήνη και ομόνοια, είναι υποχρεωμένος να αντισταθεί στη δύναμη με όλα τα πρόσφορα μέσα» Ερρίκο Μαλατέστα, Αναρχία και βία, Pensiero e Volonta, 1924.
[12] Guerrilla-ism and the Regular Army
[13] Συμβούλια Καλής Διακυβέρνησης: η εδραίωση της αυτονομίας

Giorgio Agamben – βία και ελπίδα στο τελευταίο θέαμα

Είναι βέβαιο ότι η κοινωνία που μας έτυχε να ζούμε είναι μια όπου όλες οι κοινωνικές ταυτότητες έχουν διαλυθεί και όπου όλα όσα, ανά τους αιώνες, συνιστούσαν την αλήθεια ή το αντίθετό της, για τις επόμενες γενιές στη γη έχουν χάσει κάθε νόημα. Στην παγκόσμια μικρομπουρζουαζία, στη μορφή της οποίας το θέαμα έχει παρωδιακά εφαρμόσει το μαρξιστικό σχέδιο της αταξικής κοινωνίας, οι διαφορετικές ταυτότητες που έχουν σημαδέψει την ιλαροτραγωδία της παγκόσμιας ιστορίας έχουν εκπέσει και συνυπάρχουν σε μια φαντασμαγορική κενότητα. (. . .)