Menu

EAGAINST.com

Ραούλ Βανεγκέμ: Η Βίβλος των Ηδονών

Ο Ραούλ Βανεγκέμ (4 Σεπτεμβρίου 1934) είναι Βέλγος συγγραφέας και φιλόσοφος. Σπούδασε λατινική φιλολογία στις Βρυξέλλες, δίδαξε στο πανεπιστήμιο και συμμετείχε στην Καταστασιακή Διεθνή από το ’61 ως το ’70. Μέχρι σήμερα έχει γράψει περισσότερα από 30 βιβλία, ανάμεσά τους τα: Βασικές κοινοτοπίες, Η βίβλος των Ηδονών, Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπινου όντος, Η επανάσταση της καθημερινής ζωής. Ο Βανεγκέμ στα έργα του απορρίπτει την ηθική της εργασίας και ασκεί έντονη κριτική στον καπιταλισμό και τον σύγχρονο κόσμο, θεωρώντας ότι οι αυταπάτες εμποδίζουν τη δημιουργία και καλεί σε μια αλλαγή προοπτικής. Ο Βανεγκέμ συνεχίζει να γράφει βιβλία, προωθώντας την ιδέα μιας ελεύθερης και αυτοδιαχειριζόμενης κοινωνίας.

Μέσω: Ισότητα

165422-tristan-jeanne-vales-2009-605x330

Ο έρωτας αγνοεί την ανταλλακτική σχέση. Αρκείται στον εαυτό του.

Άν ο έρωτας είναι τυφλός, ο λόγος είναι ότι δεν βλέπει τίποτα με τα μάτια της εξουσίας. Μην ελπίζετε να κρίνει και να κυβερνήσει, γιατί αγνοεί την ανταλλακτική σχέση. Αρκείται στον εαυτό του. Όντας το κέρας της Αμάλθειας της σεξουαλικότητας, εκφράζει καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο του ευνουχισμού τη θέληση για ζωή και την υπέροχη αγριάδα της.

Αν πάντως, οι εραστές που χτες λατρευόταν, χωρίζουν ξαφνικά μέσα στο μίσος και στην περιφρόνηση, η αιτία δεν βρίσκεται σε κάποιον αναλλοίωτο νόμο της παρακμής, σε κάποια αδυσώπητη μοίρα της κούρασης. Προέρχεται από τη μέγγενη των ανταλλαγών, που μαραίνει τα πάθη, σβήνει τις φλόγες της καρδιάς, πνίγει τις παρορμήσεις.

Αντί να μείνουν άπληστοι για τα πάντα μέχρι την εσχατιά του κορεσμού, να που οι εραστές επικαλούνται το καθήκον, απαιτούν αποδείξεις, αναζητούν μια παραγωγικότητα της στοργής. Επιβάλλονται νόρμες συνοδευόμενες από την απαίτηση της αυστηρής τήρησής τους, δεν γίνεται πια ανεκτή η απερίσκεπτη λήθη, η αδεξιότητα, το ανάρμοστο, η φαντασιοκοπία, τα πάντα αποτελούν αφορμή επιπλήξεων και κυρώσεων. Επειδή τους λείπει η θέληση να δημιουργήσουν την αλλαγή όπου θα ξαναβρεθούν, δανείζονται τα δεκανίκια της κοινωνίας που τους ακρωτηριάζει από τη γενναιοδωρία τους.

Η ψυχρή λογική αποδιώχνει την τρέλα της αφθονίας και έρχεται να κάνει απολογισμό των πραγμάτων. Έφτασαν οι ύπουλοι καιροί του να ζητάς και να δίνεις λογαριασμό, των υποχρεώσεων που πληρώνουν εντόκως τα αναγνωριζόμενα δικαιώματα, των φιλιών έναντι φιλιών που προαναγγέλλουν το »μία σου και μία μου» του απελπισμένου γοήτρου.

Με το να ιδιοποιούνται ο ένας τον άλλο, με το να μετράνε την αμοιβαία στοργή, ο καθένας καταλήγει να πειστεί ότι τα προτερήματα του αλλού ήταν προϊόν της φαντασίας, ότι η γενναιοδωρία δεν ανταμείβεται όπως πρέπει κι ότι η έλξη δεν ήταν καθόλου δικαιολογημένη.

Ο έρωτας διαμαρτύρεται ότι εκχωρήθηκε σε αφερέγγυο οφειλέτη, οι απογοητεύσεις συντάσσουν ένα πιστοποιητικό χρεωκοπίας, το πάθος καταλήγει στη μικροπρέπεια, η στοργή στο παζάρεμα, η φιλία στη συκοφάντηση…

Πως να ζήσουμε σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα πληρώνονται; Τις λίγες απολαύσεις που σας απέμειναν να προσφέρετε στους άλλους και στον εαυτό σας, έχετε βαλθεί να τις ανταλλάξετε, να τις λογαριάσετε, να τις ζυγίσετε, να ορίσετε ισοτιμίες.

Το να πίνουμε με ακόρεστη δίψα από το ποτήρι της ζωής είναι η καλύτερη εγγύηση ότι δεν θα στερέψει ποτέ. Αυτό το ξέρουν τα παιδιά, που παίρνουν τα πάντα για να τα προσφέρουν στην τύχη. Η αισθησιακή αφθονία ζωογονεί τις τοπιογραφίες τους πριν η οικονομική επιταγή αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση του βιώματος. Πριν μάθουν την ανταποδοτικότητα, πριν μυηθούν στο να αξίζουν ένα δώρο, να απαιτούν τα οφειλόμενα, να ανταμείβουν για ένα κέρδος, να τιμωρούν για μια υποτίμηση, να ευχαριστούν εκείνους που τους αφαιρούν ένα προς ένα τα θέλγητρα μιας ύπαρξης δίχως αντάλλαγμα.

Το ίδιο ισχύει και για τους παθιασμένους, αυτά τα παιδιά που ξανα-ανακαλύφθηκαν μέσα στον εαυτό τους. Οι εραστές δίνουν τα πάντα και παίρνουν τα πάντα ανεπιφύλακτα. Σαν να συναγωνίζονται ποιος θα προσφέρει τα περισσότερα, δίχως να ζητά τίποτα σε ανταπόδοση. Κι αυτό δεν παύει να δίνει περισσότερη δύναμη στον έρωτα, που αντλεί νέες απολαύσεις ακόμα κι από τις ατονίες του και τις εξαντλήσεις του.

Αν η συγκυρία των συναντήσεων μου προσφέρει τον έρωτά σου και σου προσφέρει τον δικό μου, μην υποβιβάζεις την αρμονία των επιθυμιών μας σε ανταλλαγή… [Πρέπει να ζητώ ανταπόδοση] για να αγαπήσω; Τόσο λίγο αγαπώ τον εαυτό μου; Όποιος δεν είναι γεμάτος από τις δικές του επιθυμίες δεν μπορεί να δώσει τίποτα. Όποιος βαδίζει στον δρόμο του δούναι και λαβείν, προχωρά σιγά σιγά προς την ανία, την κούραση και τον θάνατο…

Όποιος ξέρει να αφουγκράζεται προσεκτικά την απόλαυση, αγνοεί πατρίδες και σύνορα, αφέντες και δούλους, κέρδος και ζημία. Η σεξουαλική πληθώρα είναι αυτάρκης, έχει στον χώρο της και στον χρόνο της αρκετή τόλμη για να συντρίψει ό,τι την εμποδίζει».

The Resistance to Christianity – Raoul Vaneigem

Translator’s Introduction

It’s unfortunate that the author of this remarkable book, Raoul Vaneigem, did not take the time to write a concise and easily understandable “Foreword.” Instead, as the reader will see, he dashed off something that only a few people – those who had already had the good fortune to read The Movement of the Free Spirit (first published in French in 1986) – would be able to fully understand. Furthermore, his “Foreword” to Resistance to Christianity discusses the events and possibilities of the Twentieth and Twenty-First Centuries, while the book itself covers a period that, with the exception of the last section of the last chapter, ends with the Eighteenth Century (1793, to be exact). As a result, it is possible that some readers would not move beyond this “Foreword” and try to read the many chapters that follow it. And, of course, that would be a great shame.

Indeed, the “Foreword” to this book is so inadequate to the task at hand that we considered either supplementing it or replacing it entirely with the two short texts that introduce the English translation of The Movement of the Free Spirit (New York: Zone Books, 1994). But we decided against such interventions: Vaneigem certainly had his reasons for writing such a text. As he explains in the first chapter of The Movement of the Free Spirit,

“As he analyzed the reproduction and self-destruction of commodities Marx never asked himself how far his personal behavior obeyed economic reflexes. His critique is the product of an intellectualism that reproduces the power of the mind over the body; it is the work of a lasting influence of God on the material world.”

Vaneigem also detects “intellectualism” – that is, a lack of traces of his own “personal behavior” and the “lasting influence of God” – in his own work. He writes in the “Introduction” to The Movement of the Free Spirit that

“This stubborn determination not to let anything take precedence over the will to live, to reject at whatever cost even the most imperative calls of survival, first took shape in my books The Revolution of Everyday Life and The Book of Pleasures. The latter was needed to clarify and correct the former, to remove the intellectual cast that won it high esteem from people incapable of putting its lessons into practice but who, instead, used them as a consoling alibi for their own premature aging.”

And so, to counter the “intellectualist” cast and reception of The Movement of the Free Spirit, Vaneigem saddled Resistance to Christianity with a “Foreword” that would discourage certain (many?) readers from misusing it or even reading it in the first place. This certainly explains the curious last sentence in his “Foreword”: “If it is, finally, necessary to furnish an excuse for a style of writing in which one hardly finds the care that I try to give to the books that are not too far removed from my way of my life, I would like simply to say that each matter has been given the treatment that it suggests.”

Fortunately for us, this is as far as the parallelism between the two sets of books goes. While The Revolution of Everyday Life (written between 1963 and 1965, and published in 1967) is an excellent book, The Book of Pleasures (1979) is a piece of crap; but both The Movement of the Free Spirit and Resistance to Christianity are superb, indeed, much better than The Revolution of Everyday Life.

Let there be no mistake: Resistance to Christianity is a scholarly work, even more so than The Movement of the Free Spirit. In his “defense” of “the cursory character” of The Movement of the Free Spirit, Vaneigem refers to “the sheer number of texts that had to be uncovered and translated.” But if its predecessor was “cursory” or incomplete (it is in fact neither), then Resistance to Christianity is exhaustive, even definitive: a veritable encyclopedia. Not only does it incorporate the ground covered by its predecessor – that is, the resistance to Christianity (the “heresies”) of the Middle Ages and the Renaissance – but it also extends this ground in both directions: forward into the Seventeenth and Eighteenth Centuries, and all the way back to the Tenth Century B.C.E. Like its successor, Resistance to Christianity demonstrates an astonishing erudition: trained in Latin as a student, its author also calls upon works written in Greek, English, Italian, Dutch, German and, of course, French.

Vaneigem’s motivations for reiterating the (best parts of the) material contained in The Movement of the Free Spirit were two-fold: he couldn’t very well get to the Enlightenment without going through the Renaissance; and he couldn’t simply refer his readers to The Movement of the Free Spirit, because – at least in its French version – the book wasn’t reprinted by its original publisher after the first edition, which was hardcover only and appears to have been quite limited. Indeed, French-language readers had to wait until 2005 for the book to be reprinted. (Thanks to a 1998 paperback reprint, the English translation has never gone out of print.)

Born on 21 March 1934 in Lessines, Belgium, Raoul Vaneigem is best known for being a member of the Situationist International (the “SI”), which he joined in 1961. An unusual grouping of European radical artists, filmmakers and writers, the SI was founded in 1957 and dissolved in 1972. Between those years, the group reinvented the theory of proletarian revolution and propagated it through a journal called Internationale Situationniste, several books and a great many scandalous provocations. The SI was deeply involved in the protests, riots and occupations that nearly toppled the French government in May-June 1968.

Given this pedigree, one might be surprised that Vaneigem has been so interested in Judeo-Christianity, even if his interest is focused upon the beliefs and practices that have been categorized, denounced and forbidden as “heretical.” Is not heresy simply the “negative” twin of orthodoxy? Were not the situationists dedicated to the abolition of religion as well as the abolition of capitalism and the State? The answer to both questions is “Yes.” But in much the same way that his fellow situationist, Guy Debord (author of the anti-spectacular book The Society of the Spectacle), has made several films, Raoul Vaneigem has written several books on the subject of heresy. Unfortunately, with the exception of the present volume, none of them have been translated into English.

For Vaneigem, religious values and behaviors – guilt, self-hatred, fear of pleasure, the hope for a future heaven on earth and, above all, the contempt for the body and for the earth – persist (even) among those who consider themselves to be atheists and anarchists. They persist, not only in their political ideologies (which are often informed by the notions and practices of hard work, self-sacrifice and intellectual and moral superiority), but also in their psychological states (often imbued with weariness, resignation, self-contempt and a sense of impotence). Just like “the others” – the capitalists, the bureaucrats employed by the State and the “religious nuts” – atheists and anarchists all-too-often neglect or abuse their personal health, their capacities for (sexual) pleasure and the roles that women play in their organizations and actions. And yet Resistance to Christianity is not a pep talk or a self-help manual. It is a very serious historical (albeit subjective) investigation into the rise and fall of Judeo-Christianity. In his “Introduction” to The Movement of the Free Spirit, Vaneigem says,

“I want to challenge those who dehumanize history, seeing it as fated and fatal: hence my wish to pay homage to those who refused to give in to the idea that history moves toward some inevitable outcome. I want also to seek out signs of life, behind the edifices of religious and ideological obscurantism, and in so doing I hope to dispense once and for all with the cherished but no less dubious notion of a Christian Middle Ages.”

Substitute “Western civilization” for “Middle Ages” and you will have an idea of what Vaneigem is up to in Resistance to Christianity.

In this incredibly ambitious project, Vaneigem both relies heavily upon and disagrees with a number of “traditional” historians, but especially Norman Cohn, the author of The Pursuit of the Millennium: Revolutionary Messianism in Medieval and Reformation Europe and its Bearing on Modern Totalitarian Movements. Originally published in 1957, and revised and reprinted in 1961, this pioneering and exceptionally influential work claims that,

“Although it would be a gross over-simplification to identify the [Medieval] world of chiliastic exaltation with the world of social unrest, there were many times when needy and discontented masses were captured by some millennial prophet. And when that happened movements were apt to arise which, though relatively small and short-lived, can be seen in retrospect to bear a startling resemblance to the great totalitarian movements of our own day […] The time seems ripe for an examination of those remote foreshadowings of present conditions. If such an enquiry can throw no appreciable light on the workings of established totalitarian states, it might, and I think it does, throw considerable light on the sociology and psychology of totalitarian movements in their revolutionary heyday.”

As Greil Marcus has noted in Lipstick Traces: A Secret History of the 20th Century, the situationists “would carefully plunder” Cohn’s book, which was published in France in 1962 under the title Fanatiques de l’Apocalypse. But the situationists saw the validity of Cohn’s hypothesis only when it was inverted. In The Society of the Spectacle, Guy Debord points out that,

“The great European peasant revolts were attempts to respond to the history that had violently torn them from the patriarchal slumber that feudal tutelage had guaranteed. This was the millenarian utopia of the terrestrial realization of paradise, which brought back to the forefront what had been at the origin of semi-historical religion, when the Christian communities, like the Judaic Messianism from which they sprang, responding to the troubles and misfortunes of their time, expected the imminent realization of God’s Kingdom and added elements of disquiet and subversion to ancient society […] So, contrary to what Norman Cohn believes he has demonstrated in The Pursuit of the Millennium, modern revolutionary hopes are not irrational sequels to the religious passions of millenarianism. Quite the contrary: millenarianism, which is revolutionary class struggle speaking the language of religion for the last time, was already a modern revolutionary tendency, which still lacks the consciousness of only being historical. The millenarians had to lose because they could not recognize revolution as their proper project. The fact that they waited to act until there was an external sign of God’s decision was a translation onto the level of thought of a practice in which insurgent peasants followed leaders from outside their ranks.”

Though he generally accredits this analysis, Vaneigem’s position in Resistance to Christianity is somewhat more nuanced. As he states in Chapter 33, “The great revolutionary movements gave to millenarianism a more ideological than religious form – nevertheless, it would be a mistake to underestimate the role of irrational and Joachimite faith in Nazi millenarianism, that is to say, in the antithesis of the projects for a classless society or an ecological paradise, both brought to consciousness by the successive waves of the economy.” On the other hand – unlike Cohn and Debord – Vaneigem does not see a general consistency or uniformity in millenarianism. In his “Introduction” to The Movement of the Spirit, he says, “The partisans of the Free Spirit were divided on one fundamental issue.”

“Driven by their will to follow nature, some identified with God and the ordinariness of his tyranny, using force, violence, constraint and seduction to secure the right to gratify their whims and passions. Others refused to countenance such a union between a despotic God and a denatured nature, a union whose exploitation found perfect expression in the myth of a divinity at once pitiful and pitiless. Instead they saw the refinement of their desires and the quest for a ubiquitous and sovereign amorous pleasure as a way of replacing the spiritualized animal and its labor of adaptation with an authentic human species capable of creating the conditions favorable to its own harmonious development.”

All through Resistance to Christianity, Vaneigem will highlight this division or disagreement among the so-called heretics. It is in fact the central theme of the book: “Yes” to Simon of Samaria and Marguerite Porete; “no” to the Cathars and Thomas Münzter. He writes in The Movement of the Free Spirit,

“Once this division has been drawn, and its significance has been recognized, the reader might fully understand the peculiar character of ‘modern life.’ Over the course of human history, have we not overcome all of the obstacles to freedom and happiness on earth that have been erected by the economy? Have we not ceased to be ruled and made miserable by the gods, God, the Church, kings and princes, dictators and political ideologies of all stripes? Yes, indeed – but we remain constrained by the economy itself, that is to say, by work and the commodity, by the production and consumption of pollution.”

It is significant that Vaneigem doesn’t remind his readers of the phrase NEVER WORK, which Guy Debord scratched into a wall on the Rue de Seine in Paris in 1953 and which, a decade later, was cited by the Situationist International as the “preliminary program for the [entire] situationist movement.” Instead Vaneigem offers (in The Movement of the Free Spirit) the following “good watchword”: “The minimum of survival in the service of a maximum of life.” The latter appears to be much less radical and memorable than the former, and perhaps this will comfort those who believe that Debord was right when he said that, after his departure from the SI in 1970, Vaneigem demonstrated the “impossibility of keeping quiet,” a quality that “strictly co-exists with a total impossibility of speaking” (letter to Gianfranco Sanguinetti dated 13 August 1973). Though we do not wish to choose sides, it is also quite clear that Vaneigem had Debord, among others, in mind when he stated (once again in The Movement of the Free Spirit):

“What started as a revolution against misery turned into a miserably failed revolution, all because of a reluctance to be anything for oneself; and this failure still condemns even the most vociferous seekers of emancipation and happiness to the gall of impotence in which they acquiesce. Anyone who has the intelligence to comprehend the world but not enough to learn how to live, or who takes his self-hatred out on others, blaming and judging so as not to be blamed and judged himself, is, deep inside, no different from the priest.”

In this context, it is interesting to note that, unlike Vaneigem’s “watchword,” Debord’s slogan is phrased as a command, if not a “commandment” along the lines of “Thou shalt not work.” This command-like aspect certainly would not have reduced if Debord had written NEVER WORK, AND LIVE ACCORDING TO YOUR TRUE DESIRES. The Marx-like “intellectualism,” the “lasting influence of God,” would still remain.

To conclude, a few technical notes are necessary. The French text includes both footnotes and endnotes: the former, which are generally reserved for commentary (there are a few exceptions), are marked by asterisks; the latter, which are always reserved for the attribution of source materials and quotations, are marked by Arabic numerals. In our translation, the footnotes have been incorporated into the main body of the text within parentheses (thus) and, to indicate their previous status as footnotes, they have been introduced with the phrase “Note that.”

As the reader will see, we have taken the liberty of offering our own endnotes. We have done so to translate phrases or words that were not in French in the original text; to elucidate references that might be obscure to his readers in the English-speaking world; and to draw the reader’s attention to connections that she might find interesting.

When necessary, we have supplied within brackets [thus] words that the author failed to include. If we relished a certain play on words or did not choose a literal rendering of a word or phrase, we supplied the original French in italics and within brackets [ainsi]. When the author’s sentences have contained a great many sub-clauses, we have used parentheses (like this) for the sake of clarity and to avoid confusion. But when parentheses appear in quotations taken from the works of other writers, they have always been supplied by Vaneigem himself, and not by us.

Raoul Vaneigem – Γράμμα στα παιδιά μου και στα παιδιά του κόσμου που έρχεται

Αισθάνθηκα αυτή τη νέα πνοή που διεγείρει -όχι μόνο στα παιδιά και τα εγγόνια μου, αλλά και σε ολοένα και περισσότερους νέους ανθρώπους- τη θέληση να θέσουν τις βάσεις για πραγματικές ανθρώπινες αξίες (την αλληλεγγύη, τη δημιουργικότητα, τη γενναιοδωρία, τη γνώση, την επανεφεύρεση του έρωτα, τη συμμαχία με τη φύση, τη γιορτινή γοητεία της ζωής), σε ρήξη με τις πατριαρχικές αξίες (την ηγεμονία, τη θυσία, την εργασία, την ενοχή, τη δουλεία, την πελατειακή σχέση, τη συγκράτηση και απώθηση των συναισθημάτων), οι οποίες ουσιαστικά βασίζονται στην αρπακτικότητα, το χρήμα, την εξουσία και αυτόν τον διαχωρισμό από το είναι, απ όπου πηγάζουν ο φόβος, το μίσος και η περιφρόνηση του άλλου.

Στη σκιά των μέσων ενημέρωσης που την αγνοούν κατ επάγγελμα, μια ζωντανή κοινωνία οικοδομείται παράνομα κάτω από τη βαρβαρότητα και τα ερείπια του παλαιού κόσμου. Δεν είναι ανώφελο να δείξουμε με ποιο τρόπο εκδηλώνεται και πώς θα προχωρήσει.

Παρατηρήσεις στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο – Raoul Vaneigem

0db1135bbb20c6d9971e0e18176d0c7b

1

Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο αποτελεί ένα διδακτικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένα σχέδιο ανθρώπινης πραγμάτωσης γεννά ένα ακόμη πιο απάνθρωπο σύστημα από αυτό που ισχυρίζεται ότι θέλει να καταστρέψει και επιδιώκει ν’ αντικαταστήσει.

2

Aυτό που διαχωρίζει το κάθε άτομο μέσω της αποξένωσης από την ίδια του την ύπαρξη, λειτουργεί καταπιεστικά για το ίδιο αργά ή γρήγορα. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο περιείχε σε εμβρυακή μορφή την αυτοκρατορία των απίστευτων ψεμμάτων και την κομμουνιστική ιδεoλογία που αποτέλεσε την κρατική αλήθεια, επειδή το πνεύμα της χειραφέτησης που την ενέπνευσε λειτούργησε σαν μία ξεχωριστή μορφή από τη θέληση για ζωή, η οποία παράλληλα επιβεβαιώνεται και ακυρώνεται την ίδια στιγμή καθημερινά.

3

Η ιστορία όλων των κοινωνιών που υπήρξαν μέχρι σήμερα είναι μόνο η ιστορία ενός οικονομικού και κοινωνικού συστήματος, όπου ο άνθρωπος αρνείται την έμφυτη ανθρωπιά του με το να μετατρέπεται σε προϊόν του εμπορεύματος που ο ίδιος παράγει. Σε αντίθεση με μια ενιαία ελευθερία που πιστοποιεί την εκλεπτυσμένη πραγματοποίηση των επιθυμιών, οι αφηρημένες ελευθερίες πάντοτε υπήρξαν το αποτέλεσμα μιας επέκτασης του εμπορεύματος, καθορισμένη από την ανάγκη για κέρδος.

4

Κατά τη διάρκεια της εξέλιξής της, κάθε φορά που η οικονομία βρισκόνταν περιορισμένη σε αρχαϊκές μορφές, τις κατέστρεψε στο όνομα του ελεύθερου εμπορίου, μόνο για να εφαρμοστούν αμέσως νέες τυραννίες, θεσπισμένες απ’ το νόμο του κέρδους. Ό,τι κι αν επενδύει η οικονομία σε κοινωνικές παροχές, το παίρνει πίσω στην τιμή του διπλού εγκλήματος απέναντι στην ανθρωπότητα: καταπιέζει στο όνομα της ελευθερίας του έθνους, του λαού και του ατόμου, και μετατρέπει σε θανατηφόρα ορμή την παθιασμένη παρόρμηση υπέρ της ζωής, που είχε αναζωπυρώσει η διάλυση των προηγούμενων τυραννιών.

5

Είναι η δημιουργία, όχι η εργασία, που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα όντα. Ο μετασχηματισμός της δύναμης για ζωή σε εργασιακή δύναμη καταστέλλει και αντιστρέφει την επιθυμία για αυτο-απόλαυση που απαιτεί το συνδυασμό δημιουργίας της κοσμικής και ατομικής τύχης. Ένα σύμπαν μεταμορφωμένο από την εργασία επιτυγχάνει μόνο τη νεωτερικότητα της θεμελιώδους απανθρωπιάς του, διότι υπονοεί την μετατροπή του ανθρώπου σε εργάτη, την αναίρεσή του ως όντος που ζει και επιθυμεί. Βασίζοντας τη χειραφέτηση στη συλλογική διαχείριση των μέσων παραγωγής, ο Μαρξ και ο Ένγκελς μετέτρεψαν την ελευθερία σε σημαία της παγκόσμιας καταπίεσης.

6

Η αντίθεση μεταξύ της αστικής τάξης και του προλεταριάτου επισκίασε το διαχωρισμό που εισήγαγε η εργασία στο ατομικό σώμα: το κεφάλι, που αποτελεί το κέντρο της συνείδησης των επιθυμιών, ανεγείρεται ως το επίκεντρο ενός Νου που έχει παραδωθεί στην καταστολή της λιμπιντικής ουσίας και της επίπονης εκμετάλλευσής της.

7

Η ιδέα ότι ένα κόμμα θα μπορούσε ν’ αποτελέσει την «αιχμή του δόρατος του προλεταριάτου» αναπαρήγαγε στο προλεταριάτο την ιεραρχία που οι αφύσικες λειτουργίες της εργασίας καθιέρωσαν στον σκεπτόμενο εγκέφαλο – το «αφεντικό»- και στο υπόλοιπο σώμα. Τελικά ενίσχυσε μια θέληση για εξουσία ήδη ευνοούμενη από τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της οικονομίας η οποία, όχι μόνο δεν ξεπέρασε τον προσαρμοστικό και επιθετικό χαρακτήρα του ζωϊκού βασιλείου, αλλά το κοινωνικοποίησε, παρεμποδίζοντας έτσι την ανθρώπινη εξέλιξη και καταστέλλοντας τη δημιουργία στα σύνορα της αυτοκρατορίας της, στο περιθώριο της τέχνης και του ονείρου.

8

Η οικονομική, πολιτική και κοινωνική ιστορία έχει αποδείξει πως η μαρξιστική θεωρία είχε δίκιο σε δύο βασικά σημεία: στο μαρασμό του κράτους και στην τάση του ποσοστού κέρδους να μειώνεται.

α) Έχοντας το κράτος καταπιεί ιδιωτικό Κεφάλαιο τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, επανήλθε σε χειρότερη κατάσταση, εντός της οποίας δεν μπορεί πλέον να βρει μια λύση.

β) Η εκμετάλλευση της ανθρώπινης φύσης και του περιβάλλοντος εξαπλώθηκαν σε σημείο που η εξάντληση των πόρων της Γης έχει εξαντλήσει και την κερδοφορία της. Η τάση του ποσοστού κέρδους να πέφτει, οδηγεί τελικά σήμερα σ’ ένα κλειστό κύκλωμα χρηματοπιστωτικής κερδοσκοπίας. Το τελευταίο, επενδυόμενο όλο και λιγότερο στην παραγωγή, εμμένει στην υπολειμματική κερδοφορία του τριτογενούς τομέα – ο οποίος κυριαρχείται από μια αδίστακτη γραφειοκρατία που καθοδηγείται από το κέρδος – εις βάρος του πρωτογενούς τομέα (γεωργία, εκπαίδευση, κλωστοϋφαντουργία, μεταλλουργία, κλπ), η καταστροφή του οποίου απαιτεί την παρέμβαση ενός οικολογικού νεο-καπιταλισμού.

9

Kατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων, η Ιστορία επιταχύνεται διαρκώς. Το 1789 σηματοδότησε το τέλος της κυριαρχίας της γεωργικής οικονομίας. Η καθιέρωση του ελεύθερου εμπορίου προπαγάνδισε το δημοκρατικό πνεύμα, ενώ η άνοδος της βιομηχανίας ενδυνάμωσε το αυταρχικό πνεύμα, φυσικό χαρακτηριστικό της οργάνωσης της παραγωγής, που θα κορυφωνόταν από τον κρατικό συγκεντρωτισμό, φασιστικής και μπολσεβίκικης μορφής.

Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, η σημασία του παραγωγικού τομέα μειώθηκε για χάρη του καταναλωτικού τομέα, ο οποίος προσέφερε την καλύτερη εγγύηση κερδοφορίας. Η απο-αποικιοποίηση εισέρχεται πολύ ευκολότερα στη διαδικασία του οικονομικού μετασχηματισμού απ’ τη στιγμή που η νέα επιταγή «δεν έχει σημασία τί αγοράζεις, απλά αγόραζε!» επιβλέπει μια νέα μορφή αποικιοποίησης των μαζών στις βιομηχανοποιημένες χώρες.

Ο ποσοτικός πληθωρισμός των προϊόντων προς κατανάλωση οδηγεί σε πτώση την ποιότητα των αγαθών, σε υποβάθμιση της αξίας χρήσης, σταδιακή εγκατάλειψη του πρωτογενούς τομέα για χάρη του τριτογενούς, ο οποίος κυριαρχείται από μια παρασιτική και αδίστακτα καθοδηγούμενη από το κέρδος γραφειοκρατία. Πάνω απ’ όλα, ο δεσποτισμός του κέρδους με κάθε κόστος σημαίνει ότι η απειλή μιας παγκόσμιας καταστροφής βαραίνει τον άνθρωπο και τη φύση.

Στο βαθμό που υπάκουσε, όπως οι προκάτοχοί της, σε έναν οικονομικό ντετερμινισμό, η επανάσταση του Μάη του ’68 αναδεικνύει την ανάγκη για μετασχηματισμό του εμπορευματικού συστήματος που, στην κρίση του, ανακάλυψε μια νέα πηγή κερδοφορίας στην ανασυγκρότηση του φυσικού περιβάλλοντος που κατέστρεψε ο, από τότε, αρχαϊκός καπιταλισμός, ο τόσο κυρίαρχος που εξακολουθεί να βρίσκεται μαζί μας. Σηματοδότησε τη σταδιακή εξαφάνιση των πολιτικών ιδεολογιών και την ανάδυση άλλων που ήταν περισσότερο άμεσα επικεντρωμένες στην καθημερινή ζωή: τον ηδονισμό, την ηθική κατανάλωση, τον ανθρωπισμό και τον περιβαλλοντισμό.

10

Από την άλλη, η επανάσταση του 1968 έχει ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό: ήταν η πρώτη που είχε συνείδηση ​​του γεγονότος ότι, περιορίζοντας τον εαυτό τους στην εργασία για νέες μορφές της οικονομίας, οι επαναστάτες ενεργούν σε αντίθεση με τις ανθρώπινες στοχεύσεις, που είναι το να ζήσουν καλύτερα και όχι να θάψουν τους εαυτούς τους πιο βαθιά μέσα στο σύστημα της επιβίωσης, που μετατρέπει τις επιθυμίες σε εμπορικές αξίες. Αν ο κόσμος έχει αλλάξει περισσότερο μέσα σε λίγα χρόνια από ότι σε πολλές χιλιετίες, είναι γιατί το 1968 άρχισε ν’ αλλάζει τα θεμέλιά του.

11

Kαθώς ο νεο-καπιταλισμός πρέπει τώρα να επιβάλλει τον εαυτό του απέναντι στη βαρβαρότητα ενός καπιταλισμού, του οποίου η αγωνιώδης κερδοφορία περιλαμβάνει και την αγωνία για την τύχη της Γης, οι συνθήκες ενθαρρύνουν την καθιέρωσή του μέσω μιας ηθικής. Όμως, το ίδιο ισχύει και για την ανθρωπιστική ηθική, όπως για την ελευθερία της σκέψης και της δράσης, τα οποία οι δημοκρατικοί θεσμοί επίσημα εγγυώνται: προσποιείται ότι προστατεύει απέναντι στην προσοδοφόρα απανθρωπιά, τη ρύπανση, τη διαφθορά και την μαφία των επιχειρήσεων, αλλά μειώνει σε ηθελημένη αφαίρεση τη θέληση για ζωή που μόνο η απόλαυση του εαυτού και του κόσμου είναι ικανή να θέσει ως θεμέλιο για τη δημιουργία της ατομικής μοίρας και του περιβάλλοντός της.

12

Αν για να είναι κανείς ριζοσπαστικός, όπως έγραψε ο Μαρξ, θα πρέπει «να κατανοήσει τη ρίζα του προβλήματος. Αλλά, για τον άνθρωπο, η ρίζα είναι ο ίδιος ο άνθρωπος», τότε είναι η ώρα για τον καθένα, να συλλάβει τον εαυτό του ως το κέντρο της μάχης της οποίας το καθημερινό αποτέλεσμα επηρεάζει σημαντικά – προς την κατεύθυνση της ζωής ή της παραιτημένης νοσηρότητας – την έκβαση των γεγονότων παγκοσμίως. Aυτή η σύγκρουση είναι η ρίζα στην οποία πρέπει να αναφέρονται όλα όσα συμβαίνουν στο όνομα της οικονομίας, της κοινωνίας, της ηθικής και της ανθρωπότητας

13

Κάθε αξία χρήσης που δεν είναι μέρος του σχεδίου της απόλαυσης του εαυτού και κόσμου μέσω της δημιουργίας του εαυτού και του κόσμου, συμμετέχει στο αλλοτριωτικό εμπορευματικό σύστημα.

14

Δεν είναι πια αρκετό η διάνοια να βασίζεται σε μια εποχή με στόχο να την αλλάξει. Από τώρα και στο εξής το σώμα πρέπει να αποκτήσει συνείδηση της θέλησής του για ζωή και του περιβάλλοντός του σαν ένα έδαφος που πρέπει να απελευθερωθεί με στόχο να καθιερώσει την κυριαρχία της ζωής.

 

Mετάφαση στα ελληνικά από eagainst.com/μεταφραστική ομάδα

Μετάφραση στα αγγλικά από Alastair Hemmens. Πηγή

[Vaneigem, Raoul. Postface: “Observations sur le Manifeste”. Manifeste du Parti Communiste par Karl Marx et Friedrich Engels. Paris: Mille et une nuits, 1994.]

Στιγμιότυπα Βαρβαρότητας

«Τίποτε δεν είναι ιερό. Καμιά ιδέα, κανένας λόγος, καμιά πίστη δεν πρέπει να μένουν αλώβητες από την κριτική, το χλευασμό, το χιούμορ, την παρωδία. Ό,τι ιεροποιεί σκοτώνει. Το να λες τα πάντα, δε σημαίνει ότι αποδέχεσαι τα πάντα. Η ελεύθερη έκφραση δίνει ζωή στη γλώσσα, σε αντίθεση με την οικονομία που την καθιστά γλώσσα νεκρή, ξερή. Τίποτε δεν είναι ιερό…Όλα μπορούν να λεχθούν». (Ραουλ Βανεγκεμ)

Τι είναι η βαρβαρότητα; Πολύ επιγραμματικά θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε την έννοια της βαρβαρότητας με την παράλυση του αυθορμητισμού της κοινωνίας και της ικανότητάς της να αμφισβητεί τον εαυτό της, αναζητώντας παράλληλα τρόπους που θα την οδηγήσουν στην ελευθερία. Η αδυναμία της αυτοκριτικής οδηγεί στην ιεροσύνη της αυθεντίας, στον (π)ηθικισμό και την υποκρισία. Όμως τίποτα δεν είναι ιερό μας λέει ο Ραουλ Βανεγκεμ. Ας δούμε παρακάτω μερικά στιγμιότυπα βαρβαρότητας στην πράξη…

Ένας μετανάστης (Συντηρητισμός: αντιφάσεις και αυτοαναιρέσεις)

Ζω εδώ πάνω από πέντε χρόνια. Έφυγα και τα άφησα όλα πίσω μου. Αναζήτησα κι εγώ στην Ευρώπη μια καλύτερη τύχη. Μου είπαν ότι εκεί οι άνθρωποι ζούνε καλύτερα. Δεν έχει φτώχεια, δεν έχει καταπίεση… έτσι κι εγώ τα μάζεψα και έφυγα…

Εδώ οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Έχουν λεφτά αλλά τα κρατάνε για τον εαυτό τους. Είμαι ξένος εδώ. Ό,τι και να κάνω δεν μπορεί αυτό ν’ αλλάξει. Το πόσο διαφορετικός είμαι το συναντώ σε κάθε γωνιά, σε κάθε στενό, σε κάθε συζήτηση με κάποιο πρόσωπο. Τους λέω: «γιατί δεν μπορώ να είμαι όπως εσείς;» Μου λένε «δεν κάνεις τίποτα για να ενσωματωθείς με εμάς. Εσείς οι ξένοι θέλετε να δημιουργήσετε τη δική σας κοινωνία μέσα στη δική μας». Ναι, όμως, κάνω τα πάντα για να ενσωματωθώ. Ήρθα εδώ γιατί μου είπαν ότι η χώρα αυτή είναι όμορφη. Μου άρεσε πριν έρθω να μαθαίνω σχετικά με τους εδώ ανθρώπους, την ιστορία τους, τον πολιτισμό τους… ξέρω απ’ έξω και πολλά δικά τους τραγούδια, έχω διαβάσει και πολλά βιβλία από συγγραφείς που γεννήθηκαν και έζησαν εδώ.  Παρ’ όλα αυτά, είμαι και εξακολουθώ να είμαι ο «άλλος»… ό,τι και αν κάνω… ό,τι και αν πω… για πάντα θα είμαι ένας «άλλος»!!!

Μας κλέβετε τις δουλειές, μας λένε… Οι περισσότεροι από εμάς όμως δουλεύουμε για το τίποτα, σε δουλειές που κανείς ντόπιος δεν θα έκανε ποτέ. Ούτε έκλεψα ποτέ μου, αλλά είμαι με εκείνους τους «κλέφτες τους άλλους». Ούτε ενδιαφέρομαι να επιβάλω τα δικά μου ήθη και έθιμα εδώ… «Έξω εσείς οι ξένοι», μας λένε. «Εδώ οι γυναίκες δεν καλύπτουν τα πρόσωπά τους», λένε. «Εδώ ζούμε ελεύθεροι». Αποκαλούν τους εαυτούς τους υπέρμαχους της ελευθερίας… Μονάχα που σε αυτήν την ελευθερία δεν χωράνε όλοι. Αυτή η ελευθερία είναι για λίγους, είναι μια ελευθερία κατ’ επιλογή…

Ένας άστεγος (Ο Νεοφιλελευθερισμός και η ηθική της ενοχής)

Μέχρι την τελευταία στιγμή, μέχρι την τελευταία μέρα πριν βγω στο δρόμο, δεν πίστευα ότι θα μου συμβεί. Καμιά φορά το σκεφτόμουν, όπως σκέφτεται κανείς κάτι φρικαλέο που θα μπορούσε να του τύχει… Κι αμέσως μετά, έλεγα ότι το παράκανα, ότι τα πράγματα δεν θα φτάσουν ως εκεί, πως έχω χάσει ήδη πάρα πολλά αλλά δεν θα τα χάσω και όλα!…

Δεν είχα σκοπό να μην πληρώνω το νοίκι ή το ρεύμα και το νερό. Αλλά μετά από τόσο καιρό χωρίς δουλειά, μου ήταν πραγματικά αδύνατο να τα φέρω βόλτα. Μάλλον, όμως, έφταιγα κι εγώ… Θα μπορούσα να είχα νοικιάσει το υπόγειο που ήταν φτηνότερο ή να προσπαθήσω να έχω καλύτερες σχέσεις με τ’ αφεντικό μου.

Στην αρχή ντρεπόμουν. Κρυβόμουν, απέφευγα τους γείτονες, μπαινόβγαινα τις πιο μυστήριες ώρες για να μην δω κανέναν · δεν σήκωνα το τηλέφωνο μην με πετύχει ο σπιτονοικοκύρης. Μετά, σταμάτησα να έχω τηλέφωνο και μετά σταμάτησα να βγαίνω από το σπίτι. Απλώς περίμενα να περάσει ο χρόνος μέχρι να γίνει κάτι που θ’ άλλαζε την τύχη μου.

Την μέρα της έξωσης μου είπαν : «Ας έβρισκες μια δουλειά, μια οποιαδήποτε δουλειά. Δεν θα ζήσεις εσύ στην πλάτη μου!». Δεν απάντησα. Τι να έλεγα; ότι στην αρχή δεν έτυχε να βρω καμία, ότι μετά έχασα μερικές επειδή πήγαινα στις συναντήσεις με τριμμένα ρούχα, ή, ίσως επειδή τραύλιζα από το άγχος και άλλες, ίσως επειδή μύριζα γιατί είχα πιει για να μην τραυλίζω.. ; και ότι μετά, δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου να πάω πουθενά; Προσπάθησα όμως. Έτσι νομίζω.

Τώρα που πέρασα στην «άλλη πλευρά», δεν σκέφτομαι, ότι θέλω να κάνω αυτό ή εκείνο ή το άλλο. Να τα καταφέρω να βγω πάλι στην επιφάνεια ή να πεθάνω. Δεν σκέφτομαι τίποτα. Εσύ με ρωτάς για να δεις πώς μπορεί να νιώθει ένας νεο-άστεγος. Και γω σου λέω: τίποτα ιδιαίτερο δεν νιώθει, αλλά αν φτάσεις στο δικό μου σημείο, τότε μόνο θα καταλάβεις ότι αυτό το τίποτα έχει τη δική του, ειδική, μυρωδιά…

Ένας υπάλληλος (Ντετερμινισμός και απάθεια)

Ναι, νοιάζομαι για τους άλλους. Τι εννοείτε «γιατί δεν απεργώ»; Απεργούν οι μισοί και παραπάνω, συνάδελφοί μου. Μα, αν απεργήσω, ίσως χάσω τη δουλειά μου. Τρέχει η δόση για το αυτοκίνητο, τα παιδιά μου πηγαίνουν φροντιστήριο, τι θα έκανα αν ξαφνικά έμενα άνεργη; Εργάζομαι σε μία τράπεζα, είμαι ταμίας. Κατανοώ τον κόσμο που έχει έρθει σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, τι μπορώ όμως να κάνω εγώ; Εγώ κάνω απλά τη δουλειά μου, όπως μου έχουν πει…

Όχι, δεν πιστεύω πως μέσα από τις διαμαρτυρίες στους δρόμους θα υπάρξει κάποια αλλαγή. Ποτέ δεν υπήρξε. Πάντα ο κόσμος σερνόταν σε επαναστάσεις, θύμα διαφόρων που διψούσαν για εξουσία. Και όταν δεν υπήρχαν ηγέτες, είτε οι εξεγέρσεις πνίγονταν στο αίμα, είτε αποκλιμακώνονταν με κάποιες επικοινωνιακές μεταρρυθμισούλες. Δεν βλέπετε τι ακολούθησε την εξέγερση των Αιγυπτίων; Γιατί να πιστέψω πως μπορεί να γίνει κάτι διαφορετικό, αφού ποτέ δεν έγινε;

Φυσικά και σκέφτομαι τους ανέργους. Μήπως όμως εσείς σκεφτήκατε πως οι άνεργοι σήμερα είναι «άνεργοι πολυτελείας»; Τα χωράφια ανά την Ελλάδα μαραζώνουν άσπαρτα. Γιατί οι νέοι δεν ζητούν εργασία σε αυτό τον κλάδο; Διότι έχουν βολευτεί με την ιδέα της ξεκούραστης εργασίας, από ένα γραφείο. Και δεν τους αδικώ, μεγάλωσαν με την εικόνα του υπαλλήλου γραφείου από την τηλεόραση, πιέστηκαν από τους γονείς τους να σπουδάσουν, «να μάθουν γράμματα». Ας ξαναγυρίσουν στα χωράφια λοιπόν.

Τι να κάνουμε, όπως έχει η κατάσταση θα αναγκαστούμε να κάνουμε θυσίες. Εξάλλου, η σημερινή κατάσταση είναι δική μας ευθύνη. Συμμετείχαμε ενεργά σε όλο αυτό το πάρτι δανεισμού και πρέπει όλοι μαζί να συνδράμουμε ώστε να βγούμε απ’ την κρίση. Θα έρθουν δύσκολα χρόνια, αλλά με σκληρή δουλειά και λιτότητα, θα έρθουν καλύτερες μέρες.

Επαγγελματίας Επαναστάτης (Ζωτικά ψεύδη)

Γραμμή από τα κεντρικά του κόμματος. Πορεία στις 8. Το δικό μας μπλοκ θα πρέπει να αποφύγει να συνευρεθεί με τους μικροαστούς απολιτίκ παρευρισκόμενους της πλατείας. Αυτοί είναι ταξικοί εχθροί. Εμείς, όπως λέει και το κόμμα, έχουμε την λύση για όλα τα προβλήματα του τόπου. Συνεπώς δεν θα πρέπει να έχουμε καμία επαφή με ανθρώπους πιόνια του Λευκού Οίκου που προωθούν τα σχέδια της πλουτοκρατίας και μπαίνουν εμπόδιο στην ταξική πάλη. Εμείς και μόνο εμείς είμαστε οι μοναδικοί σωτήρες της εργατικής τάξης.

Πριν έναν μήνα, οι μονάδες καταστολής έριξαν δακρυγόνο τραυματίζοντας έναν διαδηλωτή. Θα πρέπει με κάθε μέσο να καταδικάσουμε την αστυνομική αυθαιρεσία και την περιστολή των δικαιωμάτων του πολίτη. Θα οργανώσουμε πορεία την επόμενη εβδομάδα στην οποία θα μπορεί οποιοσδήποτε να έρθει και να καταδικάσει την εγκληματική ενέργεια της αστυνομίας. Οποιοσδήποτε, αρκεί να συμφωνεί με τις βασικές αρχές του κόμματος. Πρέπει να καθίσω και να ετοιμάσω πανό «κάτω η βία της αστυνομίας, νόμος είναι το δίκιο του εργάτη». Πρέπει να πάψουν οι αστυνομικοί να βιαιοπραγούν ενάντια στον εργαζόμενο λαό. Διαβάζω συνέχεια στα νέα για αστυνομική αυθαιρεσία και εκτελέσεις πολιτικών αντιπάλων από την πλουτοκρατία. Να σε αυτό το άρθρο ας πούμε. Δέκα αντιφρονούντες θα εκτελεστούν… στην Βόρεια Κορέα;;; Όχι δεν μπορεί. Είναι προπαγάνδα των αστών! Εκεί έχει οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός και όλοι ζουν σε μια απέραντη ευτυχία. Τρώνε με χρυσά κουτάλια. Το λέει το κόμμα… ε δεν μπορεί, έτσι θα είναι!!!

Ένας δημοσιογράφος (Έμμεση παθητική καταστολή)

Όχι, δεν είμαι ούτε αλήτης, ούτε ρουφιάνος. Μεταδίδω τις ειδήσεις έτσι όπως πρέπει να μεταδοθούν και σχολιάζω εκφράζοντας πολλές φορές την άποψη του εργοδότη μου. Μήπως ένας εργάτης σε εργοστάσιο, θα φτιάξει το προϊόν όπως το θέλει αυτός; Φυσικά και όχι! Όπως θέλει ο εργοδότης του θα το φτιάξει. Έτσι κι εγώ, παράγω ένα προϊόν, το οποίο σχεδιάζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εργοδότη μου.

Για να πληρωθώ, πρέπει το προϊόν που παράγω να πουλάει, ακριβώς όπως και ο κάθε εργαζόμενος. Πώς λοιπόν μου ζητάτε να γράψω και να μιλήσω για κοινωνικά και πραγματικά πολιτικά ζητήματα, όταν αυτό που πουλάει είναι η ίντριγκα, το σκάνδαλο, το σεξ και η βία;

Μας κατηγορούν πως κάνουμε πλύση εγκεφάλου και προπαγάνδα. Εγώ θα έλεγα, πως απλά συνεισφέρουμε στην διατήρηση του μόνου βιώσιμου οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Αν το κριτικάραμε συνεχώς, δεν θα εργαζόμασταν σε ΜΜΕ, αλλά θα γράφαμε αφιλοκερδώς σε καμιά μπροσούρα που μοιράζεται στο δρόμο, ή σε κάποιο μη κερδοσκοπικό ιστολόγιο. Αυτή όμως είναι η δουλειά μας.

Ένας επιχειρηματίας (Η έννοια της ασημαντότητας)

Κοίτα απέναντι αυτοί οι άξεστοι χωριάτες πώς ζούνε! Ξυπνάνε κάθε πρωί και τι κάνουν; Αντί να πάνε να δουλέψουν, οι βρωμοτεμπέληδες, κάθονται και συζητάνε, πίνουν καφέ όλη μέρα, ψαρεύουν, κοιμούνται τα μεσημέρια, μετά το βράδυ κάθονται σαν τους χίπηδες και πίνουν ή κουβεντιάζουν παίζοντας μουσική…

Εγώ, όμως, κάθε πρωί ξυπνάω στις 8 η ώρα. Πάω από τον δικηγόρο μου να τακτοποιήσω κάποιες δουλειές. Μετά συνήθως περνάω και από το λογιστή. Τις συναντήσεις μου τις αφήνω για αργότερα. Βάζω σειρά προτεραιότητας: όποια πρόταση μου ακούγεται και πιο κερδοφόρα. Προχθές γνώρισα κάποιον που μου πρότεινε μια συμφωνία. Τον απέρριψα με την μία. Μου είχαν πει πως θα έπρεπε να τον εμπιστευθώ γιατί επρόκειτο για καλό και έμπιστο άτομο. Και λοιπόν; Τι να την κάνω την καλοσύνη; Εγώ θέλω να κερδίζω χρήματα. Πρέπει να στείλω λεφτά στον γιό μου που σπουδάζει στην Νέα Υόρκη. Θέλει, λέει να αγοράσει καινούρια Mercedes. Κι εγώ χρειάζομαι περισσότερα χρήματα. Πρέπει να επεκτείνω την επιχείρησή μου. Αν τα καταφέρω και ανοίξω ένα ακόμα κατάστημα στα Δυτικά προάστια, θα βγάζω ακόμα περισσότερα λεφτά. Θα μπορώ να αγοράσω εκείνη την BMW που είδα να διαφημίζουν χθες στην τηλεόραση.

Έχουμε οικονομική κρίση όμως… κάτι θα πρέπει να γίνει. Όχι μόνο δεν θα πρέπει να ζημιωθώ, αλλά τίποτα δεν θα μπει εμπόδιο στα σχέδιά μου, το καινούριο κατάστημα θα ανοίξει ό,τι και να γίνει. Θα το κουβεντιάσω το θέμα και με το λογιστή μου, αν και σκέφτομαι ότι θα πρέπει να απολύσω τους μισούς που δουλεύουν στα κεντρικά και να μειώσω τον μισθό από τους υπόλοιπους. Δεν βγαίνω αλλιώς… εξάλλου νέα παιδιά είναι θα δουλέψουν ή θα βρουν αλλού δουλειά. Έχουν χρόνια μπροστά τους… Η δουλειά είναι υπερηφάνεια. Δεν θα πρέπει να έχεις και πολλές απαιτήσεις όταν σου προσφέρουν την ευκαιρία να δουλέψεις. Η δουλειά είναι το παν. Ο άνθρωπος πρέπει να δουλεύει και όχι να ζει όπως οι χίπηδες απέναντι.

Λοιπόν, πίσω στο θέμα μας. Σχέδια για το μέλλον. Απολύσεις, μειώσεις… πρέπει να αποφύγω και την εφορία. Αν βρεθεί εκείνος ο γνωστός μου και μεσολαβήσει, ίσως και να αποφύγω να πληρώσω τα χρέη μου. Και δεν είναι και λίγα. Ίσα ίσα θα μου βγει για να επεκτείνω τις επιχειρήσεις μου και να μπορέσω να επενδύσω για νέα προϊόντα που θα γίνουν ανάρπαστα και θα με βοηθήσουν να βγάλω ακόμα μερικά εκατομμύρια… και τότε θα τους πω αυτούς τους βρωμοχίπηδες απέναντι!

Και όταν με το καλό γεράσω… τότε, (αν μου φτάσουν τα χρόνια φυσικά) ίσως να αγοράσω ένα σπίτι στην εξοχή…. Να κάθομαι να συζητάω με τους φίλους μου, να πίνω καφέ όλη μέρα, να ψαρεύω, να κοιμάμαι τα μεσημέρια και μετά το βραδάκι να κάθομαι και να πίνω ή να κουβεντιάζω παίζοντας μουσική…

Ένας από τα ΜΑΤ (Ενεργητική καταστολή)

Μόλις γύρισα από υπηρεσία στο κέντρο. Μας το έλεγαν πως το Σεπτέμβρη θα αντιμετωπίσουμε δύσκολες καταστάσεις, αλλά το σημερινό δεν το περίμενα. Βλέπω πως και πάλι στο ίντερνετ μας παρουσιάζουν σαν γουρούνια, δολοφόνους, αλλά που να καταλάβουν αυτοί… Αυτοί κάνουν το χόμπι τους, εγώ τη δουλειά μου. Δηλαδή εσύ αν έπαιρνες εντολή να τους τσακίσεις, τι θα έκανες; Θα πετούσες τη στολή και θα γυρνούσες απ’ την άλλη; Αυτή είναι η δουλειά μου και αυτό είναι το έργο της. Και στη Συρία οι αστυνομικοί την δουλειά τους κάνουν. Τι να κάνουν; Να αφήσουν την στολή και να μείνει η πόλη στο έλεος των πολιορκητών;;;

Αν τους αφήσουμε να σπάσουν όλη την πόλη, θα βγουν οι δημοσιογράφοι και θα πουν «ανεπαρκής η αστυνομία», αν εκτελέσουμε το καθήκον μας θα πουν «φονιάδες οι μπάτσοι». Ε ας αποφασίσουν κι αυτοί και οι πολιτικοί τι ακριβώς θέλουνε, ώστε να προσαρμόσουμε κι εμείς τη στάση μας. Όχι πως με χαλάει κιόλας να χτυπάω άπλυτους. Το ζητάει ο οργανισμός τους, πιστέψτε με.

Μπορεί μέσα στην ένταση και την αναμπουμπούλα να ξεφεύγει καμιά φορά η κατάσταση, να πετάω καμιά πέτρα, να τραυματίζω κανέναν άσχετο, να φορτώνω κατηγορίες σε αθώους αλλά όλες οι δουλειές έχουν και τις άσχημες στιγμές τους.

Ένας θρησκόληπτος (Φοβίες, ναρκισισμός και ζωτικά ψεύδη)

Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η μητέρα πατρίδα αποτελεί συνέπεια του λάθους δρόμου που ακολούθησε το ποίμνιο της εκκλησίας. Αντί να μείνουν πιστοί στο ελληνοχριστιανικό ιδεώδες, το οποίο μόνο χαρές και ευτυχία έχει να προσφέρει στο λαό, απομακρύνθηκαν ακολουθώντας τα δαιδαλώδη και επικίνδυνα μονοπάτια που χάραξε ο Σατανάς, ώστε να απομακρύνει το λαό από την Αλήθεια του Θεού.

Το χάραγμα του Αντίχριστου, η υποχρεωτική δωρεά οργάνων (μόνο ο Θεός έχει τη χάρη να δωρίζει σώμα και ζωή), η προ ετών κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος από τις ταυτότητες, η συζήτηση για απαξίωση των θρησκευτικών στα σχολεία, δείχνουν ξεκάθαρα την προσπάθεια της λέσχης Μπίλντεμπεργκ να εγκαθιδρύσει τη Νέα Τάξη Πραγμάτων, ξεκινώντας από την υποδούλωση του αρχαιότερου λαού, αυτού των Ελλήνων.

Ως Έλλην χριστιανός, αντιστέκομαι στα κελεύσματα των ημερών, μέσα από το διαδίκτυο, ενημερώνοντας τους χριστιανούς για τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Ο Κίσινγκερ το είπε ξεκάθαρα, αλλά εμείς δεν ακούγαμε. Υπάρχει σχέδιο των Εβραιομασώνων να μας γεμίσουν μετανάστες και να χαθούμε σαν φυλή και σαν έθνος! Ξυπνάτε Έλληνες! Υπάρχει σχέδιο. Μας ψεκάζουν, μας επιβάλουν τους κανόνες της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Ας ξυπνήσουμε Έλληνες. Δεν είμαστε ούτε δεξιοί ούτε αριστεροί. Είμαστε μόνο ακροδεξιοί… εμμ, μόνο Έλληνες ήθελα να πω! Διατηρώ την πίστη μου στο Ευαγγέλιο, κηρύσσω παντού το έργο του Ιησού. Κάτω οι Εβραίοι. Ζήτω η Ελλάδα. Οι ξένοι έξω. Εδώ μόνο Έλληνες…

Ένας μαθητής (Η κατασκευή ενός εργαλείου;)

Το σχολείο είναι σκέτη βαρεμάρα. Δώδεκα χρόνια καθισμένος σ’ ένα θρανίο, αναγκασμένος να ακούω τους μονολόγους των δασκάλων και καθηγητών, υποχρεωμένος ν’ αποστηθίζω ότι αποφάσισαν κάποιοι πως πρέπει να μάθω ώστε να ενταχθώ επιτυχώς στην κοινωνία, να γίνω ένα κοινωνικοποιημένο ον σε μια κοινωνία που καθόλου δε γουστάρω, υποχρεωμένος ν’ αποστηθίζω ώστε να εξετασθώ, να αξιολογηθώ και να επιτύχω σε κάτι το οποίο θα με εντάξει δήθεν στην αγορά εργασίας.

Βαλμένος σαν στρατιωτάκι στη σειρά κάθε πρωί κάνω την προσευχή μου, δυο φορές το χρόνο τιμώ την ιστορία μιας πατρίδας που την έπλασαν έτσι όπως τους βόλευε, ώστε να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση της εθνικής συνοχής. Υποχρεωμένος να συμπεριφέρομαι όπως κάποιοι άλλοι ορίζουν, υπό το φόβο της «μη κοσμίας διαγωγής», βλέπω τον εαυτό μου να προσαρμόζεται σιγά σιγά στο μαντρί της ομογενοποίησης των μαθητών.

Έχω μάθει ν’ ανταγωνίζομαι τον διπλανό μου στο θρανίο και να μην τον αφήνω ν’ αντιγράφει. Έχω μάθει να ξεχωρίζω τον καλό μαθητή, από τον κακό, τον τεμπέλη από τον άξιο, την τιμωρία από την επιβράβευση. Βαρέθηκα όμως. Βαρέθηκα τα κάγκελα που περιστοιχίζουν την σχολική αυλή, σιχάθηκα τον απουσιολόγο, μάλλον λοιπόν είμαι ένας κακός, ανυπάκουος μαθητής. Μάλλον, όμως, δεν είμαι ένας ακόμη πρόωρα γηρασμένος νέος…

Θα πρέπει να διαβάζω όλη μέρα, λένε… Θα έρθουν πανελλήνιες εξετάσεις και θα πρέπει να μπω στο πανεπιστήμιο. Να συνεχίσω κι εκεί να ανταγωνίζομαι τον διπλανό μου, να ξεχωρίζω τον καλό μαθητή από τον κακό, τον τεμπέλη από τον ανάξιο, θα πρέπει να σταματήσω να σκέφτομαι οτιδήποτε άλλο… να μην ερωτεύομαι, να μην ακούω μουσική, να έχω μάτια και αυτιά κλειστά. Να τα ανοίγω μόνο όταν μου λένε για την πατρίδα, την ιστορία μας, μόνο όταν ο καθηγητής αρχίζει τις εξισώσεις, τις φυσικές… πράγματα που δεν ξέρω γιατί τα μαθαίνω… εξισώσεις, μαθηματικά… αν ποτέ μου εξηγούσαν και μου έδιναν να καταλάβω τον λόγο που πρέπει να τα μάθω όλα αυτά, ίσως τότε τα πράγματα να ήταν διαφορετικά… ίσως και να ήθελα να μπω στο πανεπιστήμιο αν ποτέ μου εξηγούσαν γιατί θα πρέπει να ξοδέψω τα καλύτερά μου χρόνια για να καταλήξω στο βούρκο της ασημαντότητας!

Εγώ (ή προσπαθώντας να αλλάξω)


-Μετανάστης υπήρξα και είμαι ακόμα. (Αισθάνομαι πολλές φορές ξένος ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους που διψούν για ομοιογένεια),
-Άνεργος υπήρξα και είμαι ακόμα, (γιατί η εργασία μου δεν σχεδιάστηκε από μένα, εκτελώ καταναγκαστικά έργα ώστε να επιζήσω)
-Μαθητής επίσης (γιατί κάποιες φορές αναπαράγω αυτά που μου πλασάρουν, δίχως να σκεφτώ ή και να κρίνω).
Υπάλληλος... πάλι ναι, και άλλες φορές έκανα απεργία μόνος μου και άλλες όχι γιατί δεν ήθελα να με λένε ανόητο ούτε να τους χαρίζω 1 μεροκάματο κάθε τετράμηνο που κήρυσσαν πανεργατική απεργία..
-Δημοσιογράφος… ίσως και ναι ίσως και όχι. Όπως το πάρει κανείς…, (γιατί κάποιες φορές αναπαράγω αυτά που μου πλασάρουν, δίχως να σκεφτώ ή και να κρίνω)
–Άστεγος όχι, τουλάχιστον ακόμα… προετοιμάζομαι όμως. (Αν και τα ενοίκιά μου πάντα καθυστερημένα τα πλήρωνα…). ή μήπως είμαι (όσο το σπίτι μου δεν είναι ο δημόσιος χώρος, όσο η ιδιοκτησία με περιορίζει σε τέσσερις «δικούς μου» τοίχους;)
-Επιχειρηματίας δεν θα γίνω ποτέ. Διότι για κάποιους είμαι ένας ανάξιος τεμπέλης που αν δούλευε σκληρότερα θα πετύχαινε. Ναι, λοιπόν, είμαι ένας τεμπέλης γιατί η δουλειά δεν είναι δικαίωμα ούτε και υποχρέωση. Για να υπάρξει υποχρέωση πρέπει να υπάρχει και δικαίωμα. Η δουλειά είναι ανάγκη επιβίωσης, δηλαδή ένας καταναγκασμός. Δεν είναι δημιουργία προσωπική, δεν συμβαδίζει με την ανάπτυξη του εαυτού μου. Δεν είμαι επιχειρηματίας λοιπόν και δεν θέλω να γίνω.
-Να γίνω αστυνομικός;;; Όχι ευχαριστώ… η ντροπή δεν είναι δουλειά! (αν και στις προσωπικές μου σχέσεις συχνά ξεχειλίζω από οργή και προσπαθώ να επιβληθώ με κάθε τρόπο).
-Θρησκόληπτος δεν είμαι. Ποτέ δεν υπήρξα. Πιστεύω μόνο στην αμφισβητήσιμη αλήθεια της επανάστασης!

Ίσως τελικά να είμαι όλα τα παραπάνω, προσπαθώντας όλα να τ’ αλλάξω….

«Ό,τι είναι κόντρα στην εκκλησία με γεμίζει χαρά. Ό,τι βλάπτει την Τάξη συντείνει στη γαλήνη μου. Ό,τι αντίκειται στην Ηθική ωφελεί την υγεία μου». (Ηλίας Πετρόπουλος)

Το κείμενο συνδιαμορφώθηκε από Michael Th, Ian Delta, Efor