Menu

EAGAINST.com

Ο Lewis Mumford για τον μύθο του homo faber

Στο παρακάτω κείμενο αντιγράφουμε την παράγραφο 3. Πέτρες, κόκαλα και εγκέφαλοι από το δεύτερο κεφάλαιο Τεχνική και ανάπτυξη του ανθρώπου του Lewis Mumford, 1967 το οποίο κυκλοφορεί στο opus magnum του συγγραφέα Ο μύθος της μηχανής (στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Νησίδες, τ. 1).

Με την αναδημοσίευση αυτή θέλουμε να υπογραμμίσουμε τη θέση του Μάμφορντ πως «ο νεοτερικός άνθρωπος σχημάτισε μια παράξενη διαστρεβλωμένη εικόνα του εαυτού του, ερμηνεύοντας την πρώιμη ιστορία του με όρους των σημερινών ενδιαφερόντων του να κατασκευάζει μηχανές και να κατακτά την φύση». Αυτό που διακρίνει την ανθρωπινότητα στον άνθρωπο, η νοητική ικανότητα του «να κάνει προτάσεις και σχέδια άλλα από εκείνα που ήταν προγραμματισμένα στα γονίδια του είδους του», να παράγει λόγο, νου και πολιτισμό, εν κατακλείδι αυτό που τον ανεβάζει από το ζωικό στο ανθρώπινο επίπεδο, διαμορφώθηκε επάνω σε πιο δαιδαλώδεις και ενδότερες διεργασίες που είχαν να κάνουν περισσότερο με την ανακάλυψη/κατασκευή της συνείδησης παρά με την γενικότερη θεώρηση των κυρίαρχων υλιστικών αφηγήσεων εξαιτίας της «εγγενούς φύσης» του να κατασκευάζει εργαλεία και να παράγει τεχνολογία και στις οποίες «έχει βασιστεί η προσκόλληση μας στις παρούσες μορφές τεχνικής και επιστημονικής προόδου, η οποία θεωρείται αυτοσκοπός».

Καθώς ο πρώιμος άνθρωπος είχε την ίδια εγκεφαλική δυνατότητα με τον σημερινό, η στοχαστική και φαντασιοδημιουργός του δραστηριότητα εγκλωβισμένη από την απουσία λόγου με την αστείρευτη ενέργεια της να αναλύει, να διαλύει και να συνθέτει εικόνες, νοήματα, αισθήσεις και σημασίες και σε σημείο να μην μπορεί να διακρίνει ακόμα όρια του φανταστικού από το αληθινό, του ονείρου από το πραγματικό, αποτέλεσε την γενεσιουργό δύναμη που τον ώθησε ίσως και πριν από εκατό χιλιάδες χρόνια, μέσα από χιλιάδες αποτυχίες ή μικρές επιτυχημένες στιγμές από τις πρώτες ζωώδεις κραυγές σε πιο σημαίνουσες αρθρώσεις φωνηέντων, και διαμέσου της επανάληψης, της τελετουργίας, του ερωτικού παιχνιδιού, της μητρικής φροντίδας και της κυνηγετικής συνεργασίας σε όλο και περισσότερο οργανωμένες φωνές που ταυτοποιούσαν εικόνες και σημασίες σε ένα ενιαίο λεκτικό σύνολο. Αυτή η βασανιστική ανακάλυψη της γλώσσας είναι για τον Μάμφορντ το υψηλότερο και το πιο περίτεχνο επίτευγμα της ανθρωπότητας μεγαλύτερο σε σπουδαιότητα και από τον οποιοδήποτε πυρηνικό αντιδραστήρα ή την ανακάλυψη των νόμων που διέπουν την βαρύτητα στο πιο απομακρυσμένο αστέρι του γαλαξία μας. Ο άνθρωπος πολύ πριν δημιουργήσει οτιδήποτε είδος στοιχειώδους τεχνολογίας έπρεπε πρώτα να δημιουργήσει τον εαυτό του. Χωρίς την ανακάλυψη της γλώσσας το σύμπαν, όπως το ερμηνεύουμε και το ανακαλύπτουμε εμείς σήμερα, δεν θα είχε καμία σημασία καθώς από μόνο του κανένα αστρικό σώμα δεν παράγει νόημα παρά μόνο αυτό που του δίνουμε εμείς. Είναι καιρός να δοθεί μια απάντηση στις αποκαρδιωτικές επιστημονικές αφηγήσεις που τάχα επανατοποθετούνε τον άνθρωπο από το ανθρωποκεντρικό συμπαντικό σύστημα στο επίπεδο της αστερόσκονης που να ταιριάζει πιο κοντά στην πραγματικότητα. Όσο μικρός και ταπεινός και αν στέκεται μπροστά στην αιωνιότητα και την απεραντοσύνη του σύμπαντος ο άνθρωπος είναι αυτός που δίνει κίνηση στον χρόνο και τον ταξινομεί σε δευτερόλεπτα και σε δισεκατομμύρια έτη, και το ερώτημα αν το σύμπαν έχει κάποιο νόημα θα ήταν αδιάφορο, πόσο περισσότερο αδύνατο καν να τεθεί, χωρίς την ύπαρξη του ανθρώπου.

Ήταν η υπαρξιακή έκρηξη της γλώσσας όπως υποστηρίζει ο Μαμφορντ που αποτέλεσε το καθοριστικό εκείνο σημείο που διέκρινε τους προγόνους μας από τα ζώα, καθώς με την ενασχόληση του ο πρώιμος άνθρωπος να εξωτερικεύει τον ονειρικό του κόσμο στον περιβάλλοντα και ταυτόχρονα να εσωτερικεύει τις αισθήσεις του εξώτερου κόσμου άρχισε να συνθέτει τις εικόνες με λέξεις και να συμβολίζει με λόγια τα αισθήματα του. Ο άνθρωπος πολύ πριν οικειοποιηθεί οποιοδήποτε ζώο ή φυτό χρειάστηκε να εξημερώσει πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό. Στο Μύθο της μηχανής ο Μάμφορντ έρχεται σε ρήξη με την μαρξιστική και επιστημονική άποψη που φυσικοποιεί τον σημερινό μας τεχνολογικό πολιτισμό, σαν να είναι τάχα στο DNA του ανθρώπου να αναπτύσσει διαρκώς τον τεχνολογικό του ορίζοντα ή σαν η ανθρωπινή του διάσταση να εξαρτάται από το βαθμό της τεχνολογικής του εξέλιξης. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που αναλύει, συνθέτει και μεταφέρει με τη γλώσσα του σκέψεις και ιδέες πολύ περισσότερο από όσο είναι απλά ένα «ζώο που κατασκευάζει εργαλεία».

Αν και είναι πολύ κρίμα που το πιο σημαντικό βιβλίο του Η πόλη στην Ιστορία εξακολουθεί και παραμένει αμετάφραστο και απρόσιτο στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό παρόλα αυτά στο Μύθο της μηχανής ( που κατά την προσωπική μου γνώμη πιάνει το νήμα της γραφής από το σημείο που το αφήνει ο Rousseau στη διατριβή του για την καταγωγή της ανισότητας ) έχουμε την ευκαιρία να αναγνωρίσουμε στον Lewis Mumford έναν από τους πιο σημαντικούς οικουμενικούς στοχαστές του 20ου αιώνα που η εξαιρετική του σκέψη και ανεπιτήδευτη προσιτή γραφή, σε σημείο να εκμυστηρεύεται προσωπικές στιγμές σαν να έχει απέναντι του ένα φίλο, όσο βαθυστόχαστη και με επιστημονική εγκυρότητα, δεν μπορεί να καταχωρηθεί (ευτυχώς) ανάμεσα στις συνήθεις κατηγοριοποιήσεις των «προοδευτικών» ή των «συντηρητικών» διανοούμενων.

Το Ελληνικό Κράτος και η αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας

laxeio

Ένα από τα στοιχεία που χωρίς αμφιβολία χαρακτηρίζουν και διακρίνουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο το Ελληνικό Κράτος, είναι η σχέση του με την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Στο διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας (που διαφαίνεται πως δειλά ανοίγει η νέα κυβέρνηση), άμεση είναι η εμφάνιση αντιδράσεων, οι οποίες αντιτάσσονται έντονα στο ενδεχόμενο (απευθυνόμενες συχνά στα βαθύτερα θρησκευτικά ένστικτα του λαού). Η μετάβαση της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας από το καθεστώς Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) σε καθεστώς Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) είναι ένα από τα ζητήματα που, κατά πάσα πιθανότητα, θα απασχολήσουν ξανά την ελληνική κοινωνία. Πολλές από αυτές τις αντιδράσεις φαίνεται ότι προσπαθούν να εντάξουν την – περί διαχωρισμού – συζήτηση στα πλαίσια της γενικευμένης επέλασης του δυτικοευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού.

Το εάν ο νεοφιλελευθερισμός επιβληθεί και στα άδυτα των οικονομικών της Εκκλησίας – πράγμα που ακόμη δεν έχει συμβεί παρόλη την αδυσώπητη επιβολή του στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας – μένει να το δούμε. Ωστόσο έχει ιστορική αξία μια σύντομη αναδρομή σε μια ακόμη διαχρονική «ελληνική ιδιαιτερότητα» που αφορά στην αντιπαραβολή της Ανατολής με τη Δύση. Ιδιαιτερότητα που εμπλέκει άμεσα και κατά κύριο λόγο την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Η αντιπαραβολή του δυτικού ευρωπαϊσμού με την – ανατολικής φύσης μετά-βυζαντινή και μετά-οθωμανική- ορθόδοξη θεοσέβεια έχει ξεκινήσει από τα τέλη του 18ου αιώνα [1]. Κατά την περίοδο διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας μεταξύ του 1830 και του 1880, καταγράφηκε μια αρχική στροφή στη Δύση. Στροφή που όμως σταδιακά μετατράπηκε σε «αντιδυτικισμό» και ενισχύθηκε από ιστορικά γεγονότα που ενοχλούσαν τους Έλληνες και τους έκαναν να αισθανθούν την απόσταση που τους χώριζε από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, ακόμα κι απ’ τις λεγόμενες «προστάτιδες» δυνάμεις και να επιθυμούν να «απογαλακτισθούν» από τη μητέρα Ευρώπη. Η σύνδεση με την Αρχαία Ελλάδα που έγινε σημαντικός σκοπός των Ελλήνων, συνεπαγόταν έτσι κι αλλιώς και σύνδεση με τη Δύση, η οποία είχε υιοθετήσει την ελληνική κλασική αρχαιότητα. Σε αυτή τη «διαλεκτική» η στάση της Εκκλησίας υπήρξε πάντα καταλυτική. Έτσι η Εκκλησία με την «αποκατάσταση» του Βυζαντίου ήρθε να καλύψει ένα μεγάλο κενό στο «εθνικό» ιδεολογικό οικοδόμημα της εποχής και να εξασφαλίσει την «ελληνική ενότητα» στο χώρο και το χρόνο. Στο Βυζάντιο λοιπόν παρήχθη «υψηλός πολιτισμός», ενώ τότε άνθισαν και τα εθνικά ιδανικά.

Ήδη από τη δεκαετία του 1850. Η «Μεγάλη Ιδέα» της Ελλάδας «των τριών ηπείρων και των πέντε θαλασσών», ήθελε τη χώρα ως την μοναδική που θα μπορούσε να συνδυάσει στοιχεία Ανατολικής ορθοδοξίας και Δύσης. [2][3]

Το 1913, ο καθηγητής θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Αμίλκας Αλιβιζάτος, προειδοποιούσε[4]: «Ο νέος πολιτισμός, ο Ευρωπαϊκός, τον οποίον συνειδητώς ή ασυνειδήτως απεδέχθημεν ήδη (…) φέρει μεθ’ εαυτού ιδέες, όχι μόνον αντιθρησκευτικάς αλλά και αντεθνικάς και γενικώς αναρχικάς».

Έχει αξία να θυμηθεί κανείς τις προειδοποιήσεις του φιλοσόφου Χρήστου Γιανναρά [5], ο οποίος απευθυνόμενος στους Δυτικοευρωπαίους τους συμβουλεύει να μην αποστραφούν τον ελληνικό πολιτισμό (χωρίς ποτέ να καθορίσει με σαφήνεια σε ποιόν πολιτισμό αναφέρεται) και να διδαχθούν από την ορθοδοξία, η οποία εν τέλει θα είναι αυτή που θα τους προφυλάξει από τον ρασιοναλισμό και τον υλισμό.

Αντίστοιχα σκόπιμο είναι να θυμηθεί κανείς ένα από τα «περίφημα» άρθρα [6] του Γ. Μπαμπινιώτη. “Η Ορθοδοξία είναι στοιχείο αχώριστο, συνυφασμένο με τη συνείδησή μου ως Έλληνα… Όποιος μιλάει για Ορθοδοξία ερήμην του Ελληνισμού, νομίζω ότι ματαιοπονεί• όποιος όμως μιλάει για Ελληνισμό ερήμην της Ορθοδοξίας κάνει κάτι χειρότερο, ασχημονεί

Η οθωμανική αυτοκρατορία, που κυριάρχησε στη βαλκανική χερσόνησο επί πέντε περίπου αιώνες, ήταν κράτος της προεθνικιστικής περιόδου, κατά την οποία η μοντέρνα έννοια του «έθνους» ήταν άγνωστη. Όλη η οργάνωση της κοινωνίας βασιζόταν, όπως άλλωστε και στη βυζαντινή προκάτοχό της, στη θρησκεία. Κυβερνούσε τους υπηκόους της με το σύστημα των «μιλλετιών», δηλαδή των “θρησκευτικών εθνών”. Τα τέσσερα μιλλέτια, το ελληνικό, το αρμενικό, το εβραϊκό και το “τουρκικό” μιλλέτι αποτελούσαν το Οθωμανικό Κράτος [7]. Το ελληνικό μιλλέτι ελεγχόταν από τον ελληνορθόδοξο κλήρο, ο οποίος είχε σημαντική θρησκευτική, εκπαιδευτική, διοικητική και δικαστική εξουσία επί όλων των ορθοδόξων χριστιανών υπηκόων της αυτοκρατορίας, Ελλήνων και Σλάβων. Έλληνες κατείχαν σημαντικές διοικητικές θέσεις στην Υψηλή Πύλη, καθώς ήταν οι επίσημοι διερμηνείς (δραγουμάνοι) και κατά συνέπεια διαπραγματευτές για λογαριασμό του Σουλτάνου στις σχέσεις του με την Ευρώπη. Επίσης κυριαρχούσαν στο εμπόριο της Βαλκανικής, καθώς οι Τούρκοι δεν είχαν δικαίωμα από το Κοράνι να συναλλάσσονται με «απίστους».

Σήμερα η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία δεν έχει καταστεί δυνατή η θεσμική ολοκλήρωση του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους. Οι αιτίες, όπως συνοπτικά αναφέρθηκε παραπάνω, αν και δεν είναι ευρέως γνωστές, έχουν καθαρή ιστορική συνέχεια και εδράζονται σε ένα σπηλαιώδες, οικονομικής και πολιτικής φύσης, υπόβαθρο.

Αντίθετα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ο διαχωρισμός Εκκλησίας – Κράτους είναι σχετικά σαφής. Αυτός που, ανάλογα με τη χώρα, παραμένει ασαφής είναι ο διαχωρισμός της θρησκείας από την πολιτική. Σε γενικές γραμμές στην Ευρώπη η επίσημη θέση της Εκκλησίας είναι ότι η θρησκεία, και ιδιαιτέρως η Εκκλησία, έχει ιδιαίτερο ρόλο στην καθοδήγηση των συνειδήσεων, δρώντας έτσι ως ελεγκτικός και εξισορροπητικός παράγοντας ως προς την κρατική ισχύ. Στη σημερινή συγκυρία της οικονομικής κρίσης, η επαναφορά του ζητήματος διαχωρισμού Κράτους – Εκκλησίας στοιχειοθετεί μια απολύτως θετική προοπτική, άσχετα από το εάν η κυβέρνηση προχωρήσει (εάν φυσικά προχωρήσει) σε έναν φιλικό ή εχθρικό διαχωρισμό. Αν και πιθανότερη θα ήταν μια παραλλαγή του φιλικού διαχωρισμού με «καθαρή διάκριση και έμπρακτη συνεργασία» (κάτι ανάμεσα στο μοντέλο των ΗΠΑ και της Γαλλίας) όπως την περιέγραψε ο Jacques Maritain και o Alexis de Tocqueville [8][9].

Οποιαδήποτε προσπάθεια ουσιαστικής πολιτικής μεταρρύθμισης δεν μπορεί παρά να ανοίξει και αυτό το σημαντικό ζήτημα. Μια κοινωνία στα όρια της εξαθλίωσης όπως η ελληνική, πρέπει να λάβει υπόψη της σοβαρά τα παρακάτω:

  • Την επιβάρυνση των προϋπολογισμών με τη μισθοδοσία των ιερέων και με τον εκκλησιαστικό στόλο αυτοκινήτων. Έξοδα που κάλλιστα θα μπορούσε να αναλάβει η Εκκλησία (τόσο με την συνδρομή των μεγάλων και μικρών ευεργετών της, όσο και με την αξιοποίηση του πλούτου της).
  • Το άκρως ευνοϊκό καθεστώς φορολόγησης της τεράστιας ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας σε σχέση με του υπόλοιπους πολίτες. Εδώ αξίζει να θυμηθούμε πως στο Εθνικό Κτηματολόγιο δεν προσήλθαν ώστε να εγγραφούν η Εκκλησία, οι μονές και τα σχετικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.
  • Τις χρεώσεις, συχνά υπό μορφή εξαναγκαστικής δωρεάς, για την τέλεση όλων των εκκλησιαστικών μυστηρίων (γάμων, βαπτίσεων κ.λπ.).
  • Τα φαινόμενα των εικονικών δωρεών που κάθε άλλο παρά μεμονωμένα είναι.
  • Την ασυλία που παρέχεται στην Εκκλησία ως προϊόν αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην δαιδαλώδη κρατική γραφειοκρατία και το εξίσου πολυδαίδαλο Εκκλησιαστικό Δίκαιο.
  • Την εμπλοκή της Εκκλησίας σε ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας του Κράτους (ταυτότητες, γάμοι κ.λπ.) και την παρέμβασή της (άμεση ή/και έμμεση) στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.
  • Γενικότερα τη λειτουργία της Εκκλησίας (η οποία εκτός των άλλων διαθέτει και ομόλογα) ως αναπόσπαστο μέρος του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο ενώ δημόσια το καταγγέλλει, στην πραγματικότητα έχει υιοθετήσει πλήρως, και ασφαλώς όχι ως ιδιώτης σε καθεστώς ελεύθερων αγορών αλλά ως προστατευμένος επενδυτής με μορφή ΝΠΔΔ.

Σήμερα ελάχιστα ενδιαφέρει τον μέσο Έλληνα πολίτη και ειδικά τις νεότερες γενιές (που αδίκως θα επωμιστούν τα οικονομικά βάρη του χρέους στο μέλλον) εάν αφαιρεθεί το άρθρο 3 από το Σύνταγμα, εάν «κατέβουν» οι εικόνες (που ασφαλώς αποτελούν ιδιαίτερη, από εικαστική άποψη, κληρονομιά) από τους δημόσιους χώρους, ή εάν καταργηθούν οι θρησκευτικοί όρκοι. Η πίστη (καθώς και η επίκληση στην «Θεία Πρόνοια») αποτελεί ατομικό δικαίωμα και ασφαλώς είναι ένα άκρως προσωπικό θέμα. Ο σεβασμός στη όποια θρησκευτική πίστη και η επίγνωση της ελληνικής ιστορίας και παράδοσης είναι απολύτως άσχετα με την ουσία του ζητήματος. Εξάλλου και μετά τον διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας, η δεύτερη θα συνεχίσει να ασκεί τον ανθρωπιστικό και τον κοινωνικά-εθνικά ρυθμιστικό και συνεκτικό της ρόλο. Η τακτοποίηση των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, ουδεμία σχέση έχει με «συνωμοσίες» περί αποχριστιανισμού και εθνοκτονίας, αλλά αντιθέτως σχετίζεται με την εξοικονόμηση πολλών δεκάδων εκατομμύριων ευρώ προς όφελος των πολιτών.

Αυτό που ενδιαφέρει άμεσα όλους τους πολίτες, εκτός από την πολυπόθητη ισοκατανομή των οικονομικών βαρών, είναι η ισονομία και η δικαιοσύνη, που τόσο έχουν δεινοπαθήσει κατά τη λειτουργία του Ελληνικού Κράτους. Η συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας είναι εξέχουσας σημασίας και αυτή δεν δύναται να περιλαμβάνει ευνοϊκές ή μη εξαιρέσεις.

Οι αντιδράσεις από πλευράς Εκκλησίας και συνδαιτυμόνων αυτής, θα είναι πολλές και έντονες. Αυτές όμως δεν πρέπει να κάμψουν την βούληση της κυβέρνησης, οδηγώντας σε μια ακόμη μετάθεση του ζητήματος σε κάποιο άγνωστο μέλλον. Η μετάβαση σε καθεστώς ΝΠΙΔ όλων των Εκκλησιών και Αναγνωρισμένων Θρησκειών είναι καθοριστικής σημασίας. Μπορεί ο συσχετισμός πολιτικών δυνάμεων να φαίνεται αρνητικός, ωστόσο η προτεραιότητα και η συγκυρία είναι ευνοϊκές και καθοριστικές. Άλλωστε το ζήτημα της αποκρατικοποίησης της Εκκλησίας δεν περιλαμβάνεται (ούτε πρόκειται να περιληφθεί) στις όποιες μνημονιακές και μεταμνημονιακές δεσμεύσεις του Κράτους. Η κοινωνία δεν διαθέτει πλέον την πολυτέλεια χρόνου που, σε συνδυασμό με το έλλειμα πολιτικής βούλησης, της επέβαλε διαχρονικά αδιέξοδα όπως αυτό.

Οψόμεθα καθώς φαίνεται πως στο χάσμα ανάμεσα στο «Είμεθα πρώτα Χριστιανοί και μετά Έλληνες» και στο «Ανήκομεν εις την δύσιν», κάπου έχει χαθεί η Πολιτεία.

_____________________________________________________________________________

[1] Μαρία Κ. Καραγεώργου: Ελληνική Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός «Η Ιστορική συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας του νεοέλληνα και ο ρόλος της Ευρώπης»
[2] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης: Για τη «Μεγάλη Ιδέα» και τον εθνικισμό, “On the intellectual Content of Greek nationalism Paparrigopoulos, Byzantium and the Great Idea”.
[3] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες» και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια», στο Θάνος Βερέμης (επιμ.) Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1999, σελ. 111.
[4] Αμίλκας Αλιβιζάτος: Η οικονομία κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας (1949)
[5] Χρήστος Γιανναράς: Ορθοδοξία και Δύση – Η Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα (1972) & Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα (2005)
[6] Γεώργιος Μπαμπινιώτης: Οι άρρηκτοι δεσμοί Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-04-1998, Κωδικός άρθρου: B12477B051.
[7] Δημήτρης Κιτσίκης: “Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924”, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1988.
[8] Carson, D. A: Christ And Culture Revisited, σελ. 189, Wm. B. Eerdmans Publishing, 2008
[9] Alexis de Tocqueville: Democracy in America, σε επιμέλεια και μετάφραση Harvey Mansfield και Delba Winthrop, Σικάγο: University of Chicago Press, 2000.

Προοπτικές ανανέωσης και διεύρυνσης του Δημοκρατικού Εγχειρήματος

121226777]

Toυ Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Το παρόν κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια* προσέγγισης των προοπτικών για ανανέωση και διεύρυνση του αιτήματος των πολιτών για άμεση συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, τη θέσπιση και την εφαρμογή των νόμων. Η εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος – όπως αυτή διαμορφώθηκε και μέσα από της πλατείες των αγανακτισμένων του 2011 – είναι πολύτιμη και μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο σύμβουλο για την αποφυγή ατομικών/συλλογικών σφαλμάτων και παραλείψεων.

Πολλοί υπήρξαν οι παράγοντες που καθόρισαν την μετέπειτα πορεία του αιτήματος για άμεση Δημοκρατία, οι οποίοι και απέτρεψαν τη δημιουργία ενός ισχυρού και αυτόνομου Πολιτικού Σώματος…

Αρχικά οι κομματικές και οι συνδικαλιστικές αναμείξεις που είχαν σαν στόχο την οικειοποίηση ορισμένων δράσεων, συνέβαλαν καθοριστικά στον αποπροσανατολισμό και στην αποδυνάμωση του αιτήματος. Η θωράκιση ενός ανανεωμένου εγχειρήματος από κάθε είδους προσπάθεια κομματικής οικειοποίησης και εκμετάλλευσης μπορεί να το προστατέψει από τη φαγοκυττάρωσή του[1] από το αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα και κατ’ επέκταση από τη σταδιακή αποκινητοποίηση και εξαφάνισή του.

Παράλληλα η κατασταλτική κρατική βία σε συνδυασμό με τις αυτόκλητες δράσεις (υπερασπιστικού και/ή επιθετικού χαρακτήρα), οδήγησαν σε απονομιμοποίηση και αποδυνάμωση της μαζικότητας του κινήματος. Με τη σημερινή κυβέρνηση μπορεί να υπάρξει η προοπτική και το ενδεχόμενο, τουλάχιστον παροδικά, να αμβλυνθεί ο κατασταλτικός χαρακτήρας του κράτους που παραδοσιακά επέδειξαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Αν και θα ήταν υπερβολικό να μιλήσει κανείς για σιδηρά απολυταρχική στάση, αρκετές φορές, στο πρόσφατο παρελθόν, ξεπεράστηκε το σημείο ισορροπίας που διατηρεί ως κοινωνικά αποδεκτή την χρήση της νόμιμης κρατικής βίας. Είναι πιθανό η τρέχουσα κυβέρνηση να απαιτήσει λιγότερη εκχώρηση δικαιωμάτων από τον πολίτη προς όφελος της ευταξίας και της ασφάλειας [4]. Μία από τις κύριες μέριμνες επομένως θα πρέπει να είναι, η ειρηνική μαζικοποίηση ενός κινήματος το οποίο θα αυτό-προστατεύεται και δεν θα προσφέρει αφορμές για άσκηση κατασταλτικής βίας.

Τα κυρίαρχα ΜΜΕ έδρασαν κυρίως ανασταλτικά και αποπροσανατολιστικά παρά υποστηρικτικά. Ο επικοινωνιακός χάρτης σε ό,τι αφορά στην ελευθερία και την αμεροληψία των ΜΜΕ θα μπορούσε στο επόμενο διάστημα να αλλάξει προς το καλύτερο. Η συμβολή τους (αν και είναι πιθανό να παραμείνουν ή να μεταλλαχθούν σε φιλοκυβερνητικά) θα μπορούσε να αποδειχτεί θετική και ουσιαστική.

Ποικίλες ιδεολογικές μονολιθικότητες (ελευθεριακές, κομμουνιστικές, εθνικιστικές κλπ.) οδήγησαν σε κατακερματισμό, αναχωρητισμό και τελικά απομόνωση από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Η αναγέννηση αυτού του πολιτικού αιτήματος προϋποθέτει την Ένωση Πολιτών όπου κοινός στόχος θα είναι το Δημοκρατικό Εγχείρημα (ως θεσμική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος) και όχι η επικράτηση κάποιων ηγετικών φυσιογνωμιών και ιδεολογημάτων. Επομένως το ζητούμενο είναι ο κοινός στόχος και οι κοινός παρονομαστής και όχι οι διχαστικές διαφοροποιήσεις. Οι πιθανότητες επιτυχίας εξαρτώνται από την αναζήτηση της έλλογης σύνθεσης και της συλλογικής φαντασίας και όχι από την προσκόλληση σε ιδεολογικής φύσης εμμονές και δογματικούς ανταγωνισμούς.

Η πλήρης από-ιδεολογικοποίηση δεν είναι ούτε εφικτή ούτε κατ’ ανάγκη ωφέλιμη, η υπέρβαση όμως των ιδεολογικών κολλημάτων (σε ότι αφορά στη Δημοκρατία) είναι απαραίτητη.

Κοινός παρονομαστής σε αυτό το πολιτικό σώμα δεν μπορεί παρά να είναι το πολιτικό πάθος για ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη και έλεγχο της εξουσίας [2] [3]. Ένα πάθος το οποίο θα πηγάζει από τη βαθιά συνείδηση και πίστη στις τρείς αυτές θεμελιώδεις έννοιες καθώς και στην αναγκαιότητα για διαρκή έλεγχο της εξουσίας η οποία έχει μια έμφυτη ροπή στη διαφθορά. Το πάθος αυτό μπορεί να μετασχηματίσει ασύνδετες μάζες ανθρώπων που υποκινούνται κυρίως από ένστικτα σε πολίτες που θα ενεργούν βασιζόμενοι στη λογική.

Χωρίς αυτό το πάθος, η επικυριαρχία του πόθου για ατομική ευημερία (όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τον καθένα) θα συνεχίσει να οδηγεί σε αντιφατικές στάσεις ζωής. Σε ανθρώπους δηλαδή που ενώ αναζητούν την ευημερία, πραγματώνουν την αδιαφορία και την ιδιώτευση παραδίδοντας το μέλλον τους σε αντιπροσώπους. Είναι ουσιώδης η αναγνώριση του ότι η ατομική ευημερία δεν μπορεί παρά να συμπορεύεται εξισωτικά με την συλλογική, καθώς και ότι δεν είναι συνώνυμο της επανάκτησης/αύξησης του επιπέδου κατανάλωσης, ούτε φυσικά μπορεί να επιτευχθεί με κάποιο μαγικό τρόπο, δεν γίνεται να προσφερθεί χωρίς προσωπική συμμετοχή και συλλογικότητα. Η συνεχής διεύρυνση της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας αποτελεί τραγικό και λυπηρό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Ο κίνδυνος κοινωνιών όπου ένα ελαχιστότατο ποσοστό πλουσίων και προνομιούχων θα ανησυχεί για την ασφάλειά του και ένα συντριπτικό ποσοστό ανθρώπων θα ανησυχεί τόσο για την ασφάλειά του όσο και για την επιβίωσή του, είναι ήδη ορατός.

Όταν μια κοινωνία πολιτών λειτουργήσει αυτόνομα σε μια δημόσια σφαίρα έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τους θεσμούς και τις δομές που την διέπουν, έτσι ώστε να αποφασίσει τι θα μεταβάλει, τι θα καταργήσει και τι θα αποδεχθεί[3]. Η πολιτική εξουσία όπως εκφράζεται μέσω της αντιπροσώπευσης εκμεταλλεύεται διαχρονικά το μονοπώλιο του ορισμού των εννοιών περί νομιμότητας, κοινού συμφέροντος επηρεάζοντας καταλυτικά το Λόγο του πολίτη έτσι ώστε αυτός να έρθει σε θέση ταυτόσημη με τη δική της [3][4]. Με αυτό τον τρόπο ο Συλλογικός Λόγος [3][4] παρουσιάζεται εσφαλμένα ως μια γνήσια σύνθεση του Ατομικού, ενώ στην πραγματικότητα διαμορφώνεται και κατευθύνεται από την ίδια την πολιτική εξουσία.

Άλλωστε οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις μεταθέτουν συνεχώς στο μέλλον (ενταφιάζοντας έννοιες όπως η κλήρωση και η ανακλητότητα) την ουσιαστική αναθεώρηση του Συντάγματος, τόσο σε ότι αφορά στις ασυλίες, την ατιμωρησία και τα προνόμια του πολιτικού προσωπικού όσο και σε ότι αφορά στην υιοθέτηση – έστω και αδύναμων – αμεσοδημοκρατικών εργαλείων. Ενδεικτική είναι η αναθεώρηση του 1986 κατά την οποία ο θεσμός του δημοψηφίσματος κατ’ ουσία απενεργοποιήθηκε καθώς πέρασε από τις προεδρικές εξουσίες στην κυβέρνηση. Το εγχείρημα επομένως, θα πρέπει να έχει ως βασικό του στόχο την μετουσίωση του παρόντος πολιτικού συστήματος. Οι πολιτειακές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και οι θεσμικές αλλαγές [2] μπορούν να επιτευχθούν μόνον εάν αποφασιστούν συλλογικά και αυτόνομα. Ώστε από αυτή την προσπάθεια να προκύψει ένα γνήσιο έργο σύνθεσης, ένα διηνεκές εγχείρημα για τη υπέρβαση και/ή συνάρθρωση των όποιων αντιφάσεων. Ο δρόμος προς τη Δημοκρατία για να μην αναιρεί την ίδια της τη φύση οφείλει να συνθέτει συλλογικά και να εξελίσσεται δυναμικά.

Η αντίληψη και η αποδοχή του γεγονότος ότι τα οικονομικής φύσης στοιχεία της σύγχρονης κρίσης είναι μόνο μερικά από τα συμπτώματα μιας χρόνιας, βαθύτερης και σύνθετης ασθένειας στενά συνδεδεμένης με την αντιπροσώπευση, χαράσσει το αρχικό και αναγκαίο τμήμα μιας διαδρομής που θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν πολιτικό τρόπο προσέγγισης με σκοπό την ίαση από την ασθένεια και όχι απλά την πρόσκαιρη ή ευκαιριακή αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της.

Εφόσον έχει εκχωρηθεί στην πολιτική εξουσία το δικαίωμα να δημιουργεί και να διαπραγματεύεται αξίες, θεσμούς, χρέη, δανεισμούς κ.λπ., ο πολίτης έχει κάθε δικαίωμα να επαναδιαπραγματευθεί το – εμφανώς πλέον – δυσλειτουργικό και μη συλλογικά ωφέλιμο κοινωνικό συμβόλαιο που έχει συνάψει μαζί της.

* Ο συντάκτης δεν φιλοδοξεί να υποδυθεί τον Κύριο των εννοιών ούτε ασφαλώς τον ειδικό. Το κείμενο αυτό αποτελεί μια προσπάθεια αναζήτησης, μελέτης, κατανόησης, σύνθεσης και προσέγγισης της Δημοκρατίας.

[1] Ο όρος φαγοκυττάρωση χρησιμοποιείται εδώ μεταφορικά. Ορίζεται ως εγκόλπωση οργανικών ή ανόργανων σωματιδίων από τα φαγοκύτταρα και προϋποθέτει καταρχήν, την αναγνώριση αυτών των σωματιδίων ως ξένων.

[2] Γιώργου Ν. Οικονόμου. «Άμεση Δημοκρατία, αρχές επιχειρήματα, δυνατότητες» Εκδόσεις Αθήνα 2014, Εκδόσεις Παπαζήση.

[3] Κορνήλιου Καστοριάδη, «Η Ορθολογικότητα του Καπιταλισμού», Αθήνα 1998 εκδ. Έψιλον και «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας», Αθήνα, 1985 (1978)

[4] Γιώργου Ν. Πολίτη «Το δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής – Η νόμιμη άμυνα στην αυθαίρετη εξουσία», Αθήνα 2012, Εκδόσεις Ψυχογιός.

Οι εκλογές σε συνθήκες μετακοινοβουλευτισμού

C1C6BAEF-C82A-4735-B3CC-4D2DF88B3DA8

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 20 Ιανουαρίου 2015]

Του Γιώργου Ν. Οικονόμου

Ακόμη μία φορά η κοινωνία σέρνεται σε εκλογές, χωρίς ουσιαστική ενημέρωση, πληροφόρηση και συμμετοχή σε αυτά που συμβαίνουν. Άλλη μία φορά καλείται να επικυρώσει το ολιγαρχικό κομματοκρατικό σύστημα που οδήγησε στην χρεοκοπία και είναι ανίκανο να σταματήσει την ολέθρια πορεία. Πάλι η κοινωνία είναι έτοιμη να αναθέσει τις τύχες και το μέλλον της σε αμφιλεγόμενους πολιτικούς, προβληματικά κόμματα, σε γραφειοκρατικές διακυβερνήσεις και θνησιγενή προγράμματα.

Πράγματι, η κομματική αντιπαράθεση εδώ και πέντε έτη εγκλώβισε τη συζήτηση στο δίπολο «μνημόνιο – αντιμνημόνιο», «τρόικα – αντιτρόικα». Οι μεν ισχυρίζονται ότι θα σώσουν τη χώρα με το μνημόνιο και το ευρώ, ενώ οι δε ότι θα σώσουν την κοινωνία από το μνημόνιο και από το ευρώ. Αυτό όμως που κατάφεραν και οι δύο πλευρές ήταν να σώσουν το αποτυχημένο και παραπέον σύστημα, βοηθώντας το να διατηρηθεί άθικτο χωρίς αναδόμηση, αναδιάρθρωση και ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές. Αυτά τα αντιθετικά δίπολα-διλήμματα, συγκαλύπτουν το ουσιαστικό και θεμελιώδες πρόβλημα της χώρας, που είναι η ανάγκη για βαθειές πολιτειακές και θεσμικές αλλαγές, οι οποίες λείπουν εκκωφαντικά από τις διαθέσεις και τα προγράμματα όλων των κομμάτων.

Ταυτοχρόνως λείπουν από την κοινωνία το όραμα, η επιθυμία και η βούληση για ριζικές αλλαγές, οι οποίες θα αφαιρέσουν εξουσία, προνόμια και πλούτο από τους παραδοσιακούς κατόχους και θα επιτρέψουν τη συμμετοχή των ατόμων στη λήψη των αποφάσεων και στη θέσπιση των νόμων. Χωρίς αυτή τη συμμετοχή δεν είναι δυνατόν να βρεθεί διέξοδος στην καταστροφική πορεία, διότι ένας από τους λόγους για την πορεία αυτή ήταν η πολιτική απουσία της κοινωνίας. Επίσης, οι δήθεν ειδικοί αποδείχθηκαν ανίκανοι, διαπλεκόμενοι και διεφθαρμένοι, ενώ η εκλογική νίκη δεν προσπορίζει την ουσιαστική εξουσία, η οποία στην πραγματικότητα ασκείται από την ολιγαρχία των τραπεζών, των επιχειρήσεων, των ΜΜΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αλήθεια αυτή επιβεβαιώνεται και από την σημερινή εικόνα των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων, τα οποία, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, έχουν μεταλλαχθεί σε μετα-αντιπροσωπευτικά, μετα-κοινοβουλευτικά πολιτεύματα. Ενώ δηλαδή διατηρούν ακόμη το κοινοβούλιο και τις εκλογές εν τούτοις αυτά δεν παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, διότι οι τελευταίες λαμβάνονται από τις αγορές, από κέντρα που δεν έχουν εκλεγεί από τις κοινωνίες. Σε αυτό συνετέλεσε η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και χρηματιστικοποίησης εκ μέρους των μεγάλων επιχειρήσεων, των τραπεζών και χρηματιστηρίων με τη βοήθεια των κοινοβουλίων όλων των δυτικών χωρών. Έτσι οι αποφάσεις λαμβάνονται όχι μόνο ερήμην της κοινωνίας αλλά και ερήμην του κοινοβουλίου. Αυτό σημαίνει απουσία τόσο δημοκρατίας όσο και αντιπροσώπευσης. Η κατάσταση αυτή έχει λάβει ακραία μορφή στην περίπτωση της Ελλάδας, στην οποία είναι έκδηλη η ανάθεση των αποφάσεων σε κέντρα εκτός της κοινωνίας και του κοινοβουλίου, στην εξωθεσμική τρόικα. Στο πλαίσιο αυτό οι εκλογές δεν συνιστούν ουσιαστικό όργανο πολιτικής και αντιπροσώπευσης. Δεν λύνουν τα θεμελιώδη προβλήματα. το κύριο που καταφέρνουν είναι να τα συγκαλύπτουν, να τα οξύνουν ή να τα μεταθέτουν. Το μόνο που επιτρέπουν οι εκλογές είναι η διαχείριση της εξουσίας προς όφελος των κομμάτων, των ισχυρών και της ολιγαρχικής ελίτ. Επί πλέον η άποψη πως τα κόμματα μπορούν να επαναφέρουν το κοινοβούλιο στην προτέρα κατάστασή του για να αποφασίζει κυριαρχικώς είναι φαύλος κύκλος, αφού από την προτέρα κατάσταση μεταλλάχθηκε σε μετακοινοβουλευτισμό εν πλήρει γνώσει και συνειδήσει.

Από την άλλη, η εκλογική διαδικασία δεν δανείσθηκε τυχαίως όρους από την στρατιωτική και πολεμική ορολογία. Πρόκειται ακριβώς περί εκστρατείας, με όλη τη σημασία της λέξεως, που έχει σκοπό να αλώσει τη συνείδηση και να κάμψει τη θέληση των ανθρώπων, έτσι ώστε αυτοί, βομβαρδισμένοι με προεκλογικές υποσχέσεις, βαρύγδουπα συνθήματα, λεηλατημένοι από την πλύση εγκεφάλου, τους εκβιαστικούς μονόδρομους και τα εκφοβιστικά διλήμματα, να συρθούν εξουθενωμένοι και καθημαγμένοι στις κάλπες, να παραδοθούν και να παραδώσουν την εξουσία στα κόμματα, στους ολίγους. Ο αντίπαλος, δηλαδή, στην προεκλογική εκστρατεία, δεν είναι ο άλλος υποψήφιος ή το άλλο κόμμα – αυτοί, λίγο ή πολύ, είναι οι κερδισμένοι και οι νικητές, επειδή ούτως ή άλλως συμμετέχουν στη διανομή της εξουσίας και επωφελούνται από αυτήν. Ο ουσιαστικός αντίπαλος είναι οι πολλοί, οι οποίοι πρέπει να καμφθούν και να αλλοτριωθούν πολιτικώς, να καταντήσουν ψηφοφόροι, να παραδώσουν τα ψήγματα ελεύθερης σκέψης και πολιτικής δύναμης που κατέχουν στους ολίγους κομματικούς. Έτσι όμως χάνεται τόσο η διέξοδος από τη χρεοκοπία και την παρακμή όσο και το όραμα της δημοκρατίας. Οι μεγάλοι ηττημένοι των εκλογών είναι η κοινωνία και η δημοκρατία.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων τι μπορεί να κάνει η χειμαζόμενη κοινωνία; Η μόνη δύναμη που έχει η κοινωνία είναι η εφεδρεία της επανάστασης, λέει η Χάννα Άρεντ και συμφωνεί ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Επανάσταση δεν σημαίνει όπλα, φόνοι, εμφύλιοι και κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων, με τη μαρξιστική και λενινιστική έννοια, αλλά μία κινητοποίηση του κοινωνικού πλήθους για ριζοσπαστικές αλλαγές, για θεσμική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος. Προαπαιτούμενο είναι η κοινωνία να συμπεριφερθεί όχι ως εκλογικό παθητικό ενεργούμενο, αλλά ως ενεργητικό πολιτικό υποκείμενο, ως αυτόνομη συλλογικότητα με βούληση και όραμα για μία δημοκρατική κοινωνία.

Λαϊκισμός, δημοκρατία και γιατί πρέπει να κερδίσουν οι λαϊκιστές

5u94C

Καθώς η ημέρα των εκλογών πλησιάζει, οι πολιτικές συζητήσεις σημαδεύονται με όλο και εμφατικότερο τρόπο από σχόλια για τον λαϊκισμό. Οι εξαγγελίες των πολιτικών δυνάμεων του λεγόμενου «κέντρου» μιλούν συνεχώς για ανάγκη συσπείρωσης όλων των «σοβαρών» μπλοκ απέναντι στην άνοδο των λαϊκιστικών σχημάτων (όπως για παράδειγμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α) που δήθεν απειλούν τη χώρα και το έθνος με πραγματική κατάρρευση. Με βάση το δικό τους σκεπτικό, οι πολιτικές επιλογές του λαϊκισμού αποτελούν βασική αιτία κάθε καταστροφής, καθώς επενδύουν στο δημαγωγικό λόγο, στο συλλογικό συναίσθημα οργής και αγανάκτησης, παρά στη λογική και τον κοινό νου, ή στο «ρεαλισμό» και την «υπευθυνότητα» αναφορικά με την κρίση χρέους και τα οικονομικά αδιέξοδα, (για τα οποία υποτίθεται μοναδική ευθύνη φέρουν κάποιες – εξίσου – δημαγωγικές πολιτικές στις οποίες μερικές δεκαετίες πριν επένδυσε ο εγχώριος «πολιτικός» κόσμος). Έτσι, όπως λέει και ο Σεβαστάκης[1], ο λαϊκισμός έφτασε πλέον να λογαριάζεται ως δημιουργός «αν όχι όλων, τουλάχιστον των περισσότερων δεινών τα οποία αντιμετωπίζει η χώρα», με άλλα λόγια, ως η βασική αιτία διαιώνισης των πολιτικών της διαπλοκής, ως ο κατεξοχήν γεννήτορας μιας κουλτούρας ελευθεριότητας και ακατάσχετης μεμψιμοιρίας, η οποία – όντας δήθεν αναπόσπαστο κομμάτι της μεταπολιτευτικής αριστερόστροφης πορείας που ακολούθησε η χώρα από το 1980 και έπειτα (όπως λέει στο η ομάδα του περιοδικού Πρόταγμα[2] στο 6ο τεύχος) – θέτει θανάσιμα εμπόδια στην ανάκαμψη της Ελληνικής οικονομίας, ενώ την ίδια στιγμή λειτουργεί ως τροχοπέδη για τον ευρωπαϊκό εξορθολογισμό και τον εκδυτικισμό της. Ο λαϊκισμός έτσι εξισώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αποσκοπεί στην αποσταθεροποίηση της κοινωνίας μέσω της επικράτησης μιας κουλτούρας ανομίας και παραλογισμού, που (με βάση τουλάχιστον την αντι-λαϊκιστική ρητορική) σταδιακά και νομοτελειακά οδηγεί στη διάβρωση των θεσμών που εγγυώνται ομαλότητα και σταθερότητα. Κι ενώ αυτός ο ορισμός αποτελεί κατεξοχήν βασική αφήγηση των πολιτικών φορέων της «σοβαρότητας» και της «υπευθυνότητας», μια δεύτερη προσέγγιση αρκεί για να μας οδηγήσει σε διαφορετικά συμπεράσματα.

Αρκετοί θεωρητικοί (όπως ο Ernesto Laclau, η Chantal Mouffe, ο Γιάννης Σταυρακάκης και σχεδόν όλη η σχολή του Essex) έχουν κατά καιρούς συγκρουστεί με την κυρίαρχη θεώρηση του λαϊκισμού ως μια παρεκτροπή της δημοκρατίας προς τη μανία του όχλου, ως τη βασική ουσία του ολοκληρωτισμού και του φασισμού[3]. Για τον Laclau[4] μάλιστα, ένα κίνημα λαϊκιστικό μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στη διεύρυνση της δημοκρατίας, καθώς ασκεί εξισωτικές έλξεις προς αιτήματα κοινωνικών ομάδων που μένουν στο περιθώριο, λόγω ακριβώς της αντιπροσωπευτικής κρίσης που χαρακτηρίζει τα σύγχρονα τεχνοκρατικά καθεστώτα. Για τον ίδιο, κάθε κίνημα που χαρακτηρίζεται ευρέως ως λαϊκιστικό (ποπουλίστικο) ποντάρει πάνω σε μια συγκεκριμένη και ομογενοποιημένη ταυτοτική ιδιότητα που αποδίδεται στο γενικό σύνολο – τον λαό εν γένει – η οποία λειτουργεί ως φορέας κοινωνικής κινητοποίησης. Αυτή η ταυτότητα φυσικά θα μπορούσε να νοηματοδοτηθεί ποικιλοτρόπως: μπορεί ο λαός ως κενό (και κατ’ επέκταση, ρευστό) σημαίνον να ταυτιστεί αποκλειστικά και μόνο την κοινή καταγωγή, τη φυλή και κάποιες άκαμπτες παραδόσεις, μπορεί όμως να υιοθετήσει και χαρακτήρα αμιγώς δημοκρατικό, θέτοντας αιτήματα που αφορούν τη συμμετοχή, τη διεύρυνση της δημοκρατίας και των πολιτικών δικαιωμάτων, ή ακόμα και την ανατροπή ενός απολυταρχικού καθεστώτος που αφαιρεί βασικές ελευθερίες. Ως εκ τούτου, ο λαϊκισμός είναι πάντοτε ανταγωνιστικός: θέτει σαφή διαχωριστικά όρια μεταξύ δύο στρατοπέδων, μεταξύ των λίγων που ελέγχουν τις αποφάσεις (δηλαδή της ολιγαρχίας) και αυτών που μένουν εκτός, δηλαδή της σιωπηλής πλειοψηφίας, το ανομοιογενές πλήθος που για να αποκτήσει πολιτική και συγκρουσιακή υπόσταση θα πρέπει να συσπειρωθεί και να συνενωθεί κάτω από μια κοινή ομπρέλα – μια εξισωτική αλυσίδα – παραμερίζοντας τις ενδογενείς του αντιθέσεις, και, ως εκ τούτου, συνδιαμορφώνοντας μια κοινή ταυτότητα (για να έρθω και πάλι στα λόγια του Laclau).

Ως εκ τούτου, ο λαϊκισμός θα μπορούσε να αφορά οτιδήποτε: από το κόμμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, το Sinn Fein, τους Podemos, το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν, τους Ανεξάρτητους Έλληνες, τους συνωμοσιολόγους εθνικιστές, τις αναρχικές πρωτοβουλίες στην Ευρώπη και την Αμερική, τους Τσαβίστας στη Βενεζουέλα και τους Περονιστές στην Αργεντινή, κινήματα αμεσοδημοκρατικά όπως το Occupy Wall Street, οι Αγανακτισμένοι και οι Πλατείες ή ακόμα και ο Μάης του 68 όλα αυτά θεωρούνται ως επί τω πλείστον κινήματα ποπουλίστικα, εφόσον θέτουν ως βασική τους γραμμή το ανταγωνιστικό δίπολο ο «λαός» ενάντια στις «ελίτ». Δημοκρατικά κινήματα ή αυταρχικά/αντιδραστικά (όπως το Tea Party Movement στις ΗΠΑ και το κίνημα Forconi στην Ιταλία) μπορούμε εξίσου να τα χαρακτηρίσουμε λαϊκιστικά, εφόσον σε κάθε περίπτωση η έννοια «λαός», ως το σύνολο που διέπεται από κοινά συμφέροντα και στερείται βασικών του διεκδικήσεων, αποτελεί το κύριο πολιτικό υποκείμενο που «χρωματίζεται» ανάλογα με την περίσταση και τον προσανατολισμό του κινήματος. Έτσι, για έναν δεξιό εθνικιστή, για παράδειγμα, ο λαός είναι το θύμα μιας συνωμοτικής ελίτ η οποία επιθυμεί να αλλοιώσει την εθνική του υπόσταση μέσω της μαζικής μετανάστευσης, αποδυναμώνοντάς τον εκ των έσω ή, με βάση τουλάχιστον την Αμερικανική εκδοχή του δεξιού λαϊκισμού, ο σκληρά εργαζόμενος μέσος άνθρωπος στερείται τους καρπούς του καθημερινού του κόπου του λόγω της υψηλής φορολογίας που επιβάλουν οι πολιτικές ελίτ με στόχο να συντηρήσουν το υπερδιογκωμένο κράτος πρόνοιας για δικό τους όφελος. Για έναν αριστερό λαϊκιστή, ο λαός αποκτά συχνά «προοδευτική» χροιά, καθώς επιχειρείται – είτε μέσω αγκιτατόρικης απεύθυνσης, είτε με διαγγέλματα, υπογραφές και ψηφίσματα – η συνένωση ακόμα και μειονοτικών αλλογενών κοινοτήτων με το σύνολο, ενάντια σε μια κοινή καταπιεστική εξουσία (πχ Τρόικα, Βερολίνο, Βρυξέλλες) που επιβουλεύεται τον απλό καθημερινό άνθρωπο και δρα εις βάρος του, αφαιρώντας θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα και κεκτημένα δεκαετιών. Συνεπώς, κοινό στοιχείο πολλών εν γένει λαϊκιστικών κινημάτων είναι η σύγκρουση με τη λογική του τεχνοκρατικού σχεδιασμού, ενώ στο λαϊκιστικό φαντασιακό τις περισσότερες φορές απορρίπτεται συλλήβδην οποιαδήποτε καθοδήγηση από κάποια Χ πεφωτισμένη αριστοκρατία.

Με λίγα λόγια, ένα κίνημα ποπουλίστικο ενδέχεται να εμπεριέχει μερικά από τα πιο βασικά στοιχεία της αυθεντικής δημοκρατίας, όπως η εναντίωση στον Πλατωνικό ελιτισμό, βάση του οποίου η πολιτική είναι αναντίρρητο καθήκον μιας κλίκας «ειδικών» – ένας ελιτισμός που επί της ουσίας χαρακτηρίζει τη σύγχρονη λογική της αντιπροσώπευσης των φιλελεύθερων καθεστώτων -, δίνοντας έμφαση στη δόξα (γνώμη). Μπορεί, ωστόσο, να συσπειρώνεται και κάτω από το πρόσωπο μιας χαρισματικής προσωπικότητας η οποία όμως στοχεύει αποκλειστικά και μόνο στην ανάληψη της εξουσίας, ή αντιστοίχως να στηρίζει ολιγαρχικές, ελιτίστικες και εξίσου αντιλαϊκές αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης (όπως για παράδειγμα, ο λαϊκισμός υπέρ του νόμου και της τάξης στις ΗΠΑ που στήριξε την κυβέρνηση του Reegan και του Nixon αντίστοιχα). Αυτό φυσικά δε συνεπάγεται ότι κάθε μορφή λαϊκισμού είναι από μόνη της εξισωτική με τη δημαγωγία, τον οπορτουνισμό ή τις αντιδραστικές και αυταρχικές ρητορικές. Η εμπειρική μελέτη, εξάλλου, μας δείχνει ξεκάθαρα πως «είναι δύσκολο να μιλήσουμε για δημοκρατική πολιτική δίχως λαϊκισμό»[5], δεδομένου ότι ποπουλίστικα κινήματα στο παρελθόν αποτέλεσαν τους πρώτους σπόρους κοινωνικών κινητοποιήσεων που συνέβαλαν είτε σε μια δικαιότερη κατανομή του πλούτου (όπως οι εργατικοί αγώνες του προηγούμενου αιώνα, καθώς και κινήματα αγροτών στις ΗΠΑ και την Ευρώπη) είτε στον περιορισμό των φυλετικών διακρίσεων (βλ Civil Rights Movement στις ΗΠΑ). Συνεπώς, όπως λέει και ο Panizza[6], ο ίδιος ο λαϊκισμός μπορεί να αποτελεί αναπόσπαστο καθρέφτη της δημοκρατίας – η πιο αυθεντική της φωνή (με βάση τον Lasch[7]) – καθώς και πεμπτουσία της πιο ριζοσπαστικής της εκδοχής[8]. Η δημοκρατία, όμως, δεν είναι πολίτευμα προστατευμένο από την ίδια την ύβρι (γι’ αυτόν άλλωστε τον λόγο ο Καστοριάδης το ονόμαζε πολίτευμα τραγικό) και, ως εκ τούτου, μια δημοκρατική (λαϊκιστική) διαδικασία μπορεί ανά πάσα στιγμή να παρεκτραπεί, οδηγώντας σε αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που αρχικά επιδίωκε, οδηγώντας σε περαιτέρω γενίκευση συγκρούσεων, βίας και τέλος στην ανάδυση απολυταρχικών καθεστώτων, δίχως ωστόσο κάτι τέτοιο να αποτελεί νομοτέλεια. Αυτό θα το καταλάβουμε καλύτερα αν έρθουμε σε μια σύντομη επαφή με τη σύγχρονη ιστορία.

Μπορεί τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του προηγούμενου αιώνα (όπως ο φασισμός, ο ναζισμός και ο μπολσεβικισμός) να βασίστηκαν σε μια πλατιά πλειοψηφία προκειμένου να κρατηθούν στην εξουσία, ωστόσο αυτό δεν επιβεβαιώνει την ουσιοκρατική Χομπσιανή φιλελεύθερη αφήγηση του ανθρώπου ως homo homini lupus, ότι δηλαδή εκ φύσεως ο άνθρωπος διέπεται από μια ακατάσχετη μανία για εξουσία και κυριαρχία, και ως εκ τούτου αν αφεθεί ελεύθερος, δίχως την καθοδήγηση κάποιου ισχυρού, ντετερμινιστικά θα οδηγηθεί σε μια κατάσταση γενικευμένου χάους, όπου και θα επικρατήσει ο πολέμος όλων εναντίον όλων (bellum omnium contra omnes). Ξεκαθαρίζοντας: το καθεστώς του Χίτλερ, του Φράνκο, του Μουσσολίνι, του Στάλιν ή του Πολ Ποτ δε βάσισαν την ισχύ τους στην ανοιχτή συμμετοχή των μαζών στις αποφάσεις, σε δημοψηφίσματα ή σε κάποια αφήγηση που ήθελε το λαό κυρίαρχο στα πράγματα, μήτε προεικόνιζαν κάποια προλεταριακή διακυβέρνηση δίχως τη σιδηρά πειθαρχία της κεντρικής ηγεσίας. Ως εκ τούτου δεν μπορούμε να μιλήσουμε αμιγώς για λαϊκισμό όταν αναφερόμαστε στα καθεστώτα αυτά, μιας και η φρίκη που έσπειραν στην ανθρωπότητα δεν είναι το αποτέλεσμα κάποιων διαδικασιών λαϊκής κινητοποίησης (με τρόπο συμμετοχικό σε ότι αφορά τη λήψη των αποφάσεων), διαδικασίες που – με βάση τις φιλελεύθερες αφηγήσεις – οδηγούν ντετερμινιστικά στην επικράτηση μιας γενικευμένης ανομίας την οποία επωφελούνται διάφορες ομάδες οπορτουνιστών εξουσιομανών δημαγωγών. Μήτε μπορούμε Τοκβιλικά να επικαλεστούμε τη δικτατορία της πλειοψηφίας ενάντια στην καταπιεσμένη μειοψηφία, δεδομένου ότι δεν υφίσταται καμία λαϊκή βούληση πέρα από αυστηρή κομματική καθοδήγηση, η οποία με τη σειρά της εφάρμοζε το φυλετικό ή μαρξιστικό δόγμα, όπως ακριβώς όριζε η επιστημονική θεωρία είτε του εθνικοσοσιαλισμού είτε του μπολσεβικισμού (οι ιστορικοί νόμοι), μια θεωρία που βασικός της κορμός είναι ο κεντρικός σχεδιασμός και η σιδηρά πειθαρχία στις αποφάσεις της (τεχνοκρατικής κατά κάποιον τρόπο) ηγεσίας. Συνεπώς, αυτό που απουσιάζει πλήρως από τα καθεστώτα αυτά είναι ακριβώς το στοιχείο του αυθορμητισμού που συναντάμε διάχυτο στα λαϊκιστικά κινήματα, ενώ την ίδια στιγμή, αυτό που επιβεβαιώνεται στην περίπτωση του ολοκληρωτισμού είναι η ίδια η νεωτερικότητα: το ρασιοναλιστικό παράδειγμα και το έθνος κράτος (το κατεξοχήν δημιούργημα του αστικού φιλελεύθερου κόσμου) στα Χομπσιανά/Βεμπεριανά πρότυπα – αστυνομία, μυστικές υπηρεσίες, στρατός, κατασταλτικοί μηχανισμοί (όπως φυλακές, ψυχιατρεία, χώροι εγκλεισμού, στρατόπεδα συγκέντρωσης) – και φυσικά ο δαρβινισμός (κοινή θεωρία τόσο του οικονομικού/κοινωνικού φιλελευθερισμού όσο και του μπολσεβικισμού/φασισμού).

Σε ότι αφορά τα φασιστικά και ναζιστικά καθεστώτα κυρίως, ήταν το αστικό κράτος που οδήγησε στον αφανισμό 40.000.000 ανθρώπων σε όλη την Ευρώπη, παρά ο αγελαίος όχλος που επιτίθεται σε μετανάστες και Εβραίους. Στα λόγια του Bauman[9], το Ολοκαύτωμα «ήταν ένα παράγωγο του οίκου της νεωτερικότητας», ένα φυσικό αποτέλεσμα όχι μόνο του αιώνιου προ-νεωτερικού αντισημιτισμού, αλλά και της ρασιοναλιστικής κυριαρχίας του αστικού πολιτισμού, κατεξοχήν φορέας της οποίας είναι το κράτος. Εξάλλου ο συνήθης αριθμός των νεκρών ακόμα και έπειτα από συνεχόμενα πογκρόμ συνήθως δεν υπερβαίνει τους εκατό. Αυτό σημαίνει ότι – δίχως την ισχύ του κράτους (δίχως, δηλαδή, τα εξορθολογισμένα μέσα) – θα απαιτούνταν σχεδόν 200 χρόνια καθημερινών διώξεων προκειμένου ο αριθμός των νεκρών να αγγίξει τα οχτώ εκατομμύρια (Εβραίοι, τσιγγάνοι – βλ. Porajmos, ομοφυλόφιλοι) που εξόντωσαν οι ναζί μέσα σε λιγότερο από 4 χρόνια[10]. Επιπλέον, όπως επιβεβαιώνουν οι Agaben και Neocleous[11], το πιο φρικτό καθεστώς εξαίρεσης που διήρκεσε 12 χρόνια (το καθεστώς των ναζί) είχε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του αστικού νεωτερικού πολιτισμού: ο ίδιος ο Χίτλερ εκμεταλλεύτηκε στο απεριόριστο τη δυνατότητα που έδινε το φιλελεύθερο Γερμανικό Σύνταγμα σε μια εκλεγμένη κυβέρνηση να αναστέλλει πολιτικές ελευθερίες σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, παραχωρώντας κάθε αρμοδιότητα στα όργανά της να πράξουν οτιδήποτε αυτά κρίνουν αναγκαίο προκειμένου να αποτραπεί κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να θεωρηθεί δημόσιος κίνδυνος (πράγμα που – φυσικά σε πολύ μικρότερο βαθμό – έπραξε η κυβέρνηση του G.W.Bush στις ΗΠΑ έπειτα από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, που με πρόσχημα την ασφάλεια των πολιτών από την τρομοκρατία, νομοθεσίες που εξασφάλιζαν πολιτικές ελευθερίες ανεστάλησαν, διαδηλώσεις περιορίστηκαν και μετανάστες απήχθησαν από δυνάμεις του FBI). Στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου ο δημόσιος κίνδυνος ήταν κάποιοι «άραβες τρομοκράτες», στην περίπτωση του Χίτλερ «οι Εβραίοι μαζί με τους κομμουνιστές». Καί στις δύο περιπτώσεις, όμως, αυτό που κυριαρχεί είναι η «νομιμότητα» ενάντια στο χάος, με άλλα λόγια, το «συμμάζεμα της ανομίας» μέσω του κρατικού μηχανισμού, εφοδιασμένο με όλα τα απαραίτητα μέσα ώστε να αντιμετωπίσει «τις προκλήσεις του όχλου και την παραβατικότητα». Παρομοίως η δικτατορία των συνταγματαρχών, όπως και αντίστοιχα η δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή και του Βιντέλα στην Αργεντινή – παρά την υποστήριξη που είχαν από ένα κομμάτι του πληθυσμού των χωρών αυτών – δεν επιβλήθηκαν εξαιτίας κάποιας παρεκτροπής του ανώνυμου πλήθους, αλλά απεναντίας με πρόσχημα την προστασία του δημοσίου συμφέροντος από το χάος και την ανομία των Μαρξιστών και των ταραχοποιών.

Όλη αυτή η εμμονή με τη «νομιμότητα», την πολιτική ορθότητα, καθώς και η κινδυνολογία περί «επικράτησης του απαίδευτου όχλου», όπως τεκμηριώνει ο Neocleous[12], αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του φιλοσοφικού ρεύματος του Διαφωτισμού. Παρότι ο Διαφωτισμός αμφισβήτησε την καταπιεστική απολυταρχία της εκκλησίας και των βασιλιάδων, την ίδια στιγμή (όπως χαρακτηριστικά λέει ο Λοκ και ο Μοντεσκιέ) αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αναστολής μέρους των πολιτικών ελευθεριών (που το ίδιο το ρεύμα προτείνει ενάντια στο μοναρχικό δεσποτισμό) σε περίπτωση που το δημόσιο συμφέρον απειλείται. Έτσι, οι εξουσίες που – τυπικά έχουν την έγκριση της πλειοψηφίας – μπορούν ανά πάσα στιγμή να καταφύγουν σε δικτατορικές μεθόδους διακυβέρνησης για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται απαραίτητο (η περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας εμπίπτει ακριβώς πάνω σε αυτό το παράδειγμα). Συνεπώς, οι θεωρίες του Χομπς περί αδυναμίας του ανθρώπου να αυτοκυβερνηθεί – λόγω της εγωιστικής του φύσης – και η αναγκαιότητα ύπαρξης μιας κεντρικής εξουσίας όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν μονομερώς από τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού, αλλά απεναντίας λειτούργησαν ως ένα βαθμό βασικό αφήγημα πάνω στο οποίο βασίστηκε ολόκληρος ο αστικός πολιτισμός, όπως αναφέρει η Hannah Arendt[13]. Ενώ, με άλλα λόγια, οι φιλελεύθεροι φιλόσοφοι (με εξαίρεση τον Ρουσσώ) απέρριψαν τον πλήρη αποκλεισμό των πολιτών από την άσκηση της πολιτικής (που πρότεινε ο Χομπς), την ίδια στιγμή Χομπσιανές και Πλατωνικές συγκλίσεις αποτέλεσαν βασικοί πυλώνες της σκέψης τους: ο λαός έχει το δικαίωμα να επιλέγει μόνο μια φορά στα τέσσερα χρόνια τους «ειδικούς» που θα τον εκπροσωπούν, αυτούς που θα παίρνουν όλες τις αποφάσεις ερήμην του και που θα επιβάλουν κράτος έκτακτης ανάγκης αν χρειαστεί, όχι όμως να συμμετέχει άμεσα στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στη δικαστική εξουσία και να ελέγχει συνεχώς με τρόπο ουσιαστικό και ενδελεχή κάθε δημόσιο φορέα.

Με λίγα λόγια, ο λαός εξακολουθεί, ακόμα και στη φιλοσοφία των φιλελεύθερων, να θεωρείται «ανίκανος» να αναλάβει πολιτικές ευθύνες (μεταβιβάζοντάς τες σε τρίτους), λόγω της έμφυτης αγελαίας τάσης του ανώνυμου πλήθους να οδηγεί την κοινωνία στην απόλυτη καταστροφή. Αυτή η θεώρηση αποτελεί βασικό πυρήνα της σκέψης των αντιλαϊκιστών, και συνάμα αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης Ευρωπαϊκής νεοφιλελεύθερης στροφής. Η γνωστή «θεωρία των άκρων»[14] στοχεύει ακριβώς στην ενίσχυση αυτού του ελιτισμού, καθώς αυτοσκοπός της δεν είναι η ταύτιση του κομμουνισμού με το φασισμό (όπως επίμονα διατείνονται διάφοροι σεχταριστές αριστεροί και αναρχικοί ιδεολόγοι), αλλά η εκβιαστική κινδυνολογία που προωθεί την περαιτέρω περιθωριοποίηση της δημόσιας σφαίρας, πατώντας (επικοινωνιακά) πάνω στο ιστορικό παράδειγμα του ολοκληρωτισμού και παρερμηνεύοντάς το δογματικά (πάντα κάτω από το φιλελεύθερο πρίσμα της έμφυτης ανθρώπινης ιδιοτέλειας που, νομοτελειακά, οδηγεί στην ύβρη). Με βάση λοιπόν τη θεωρία αυτή, οποιοσδήποτε κινητοποίηση αμφισβητεί τα μέτρα λιτότητας, την εξαθλίωση και το μαρασμό παραπέμπει σε κάποιου είδους ιντριγκαδόρικη αγκιτάτσια μερικών γραφικών αιμοβόρων Σταλινικών που στοχεύουν στην κατάληψη της εξουσίας με τη βία (αυτών, δηλαδή, που θα μας καταντήσουν Κούβα). Ταυτοχρόνως, η ροπή μεγάλης μερίδας του πληθυσμού που αμφισβητεί την παγκοσμιοποίηση, την πολιτική ορθότητα και την αθρόα μετανάστευση επιλέγοντας να μένει προσηλωμένη στη γλώσσα και τις παραδόσεις της εκλαμβάνεται από την αριστοκρατία του πνεύματος ως μια επικίνδυνη «τάση εκφασισμού της κοινωνίας» (θεώρηση που βρίσκει σύμφωνους και πολλούς αναρχικούς, οι οποίοι στην εμμονή τους με τον αντιμικροαστισμό και τον προοδευτισμό, ευθυγραμμίζονται πλήρως με τη λαοφοβία των νέων φιλελεύθερων, όπως ακριβώς είχε συμβεί κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων του 2011). Ως εκ τούτου, η αδιαμφισβήτητη απόρριψη του λαϊκισμού – η ταύτισή του δηλαδή με το στοιχειό του ολοκληρωτισμού, του φασισμού και του Σταλινισμού στα πλαίσια της αγιοποίησης του «κέντρου» ενάντια στα «έκνομα άκρα» – όπως ο Laclau τονίζει επίσης[15], οδηγεί στη συνολική απόρριψη της πολιτικής δράσης, ενδυναμώνοντας όλο και περισσότερο την ισχύουσα κοινωνική θέσμιση και την ανάθεση της εξουσίας στις ολιγαρχίες, στην αξίωση του να κυβερνούν οι λίγοι «άριστοι». Φυσικά, δε θα φάνταζε καθόλου υπερβολή αν στο άμεσο μέλλον φτάναμε ακόμα και στο σημείο «οι ίδιες οι εκλογές να θεωρούνται, λίγο πολύ, κερκόπορτα του λαϊκισμού»[16], (δεδομένης της ενίσχυσης λαϊκιστικών κομμάτων στην Ευρώπη).

Τη στιγμή λοιπόν που οι παραδοσιακές δυνάμεις του κέντρου όχι μόνο μοιάζουν ανίκανες να ανοίξουν διόδους που θα μεταφέρουν λαϊκά αιτήματα αλλά λειτουργούν ως μέσα καταστολής επενδύοντας στην τρομολαγνία και το φόβο, η ανάπτυξη αντισυστημικών λαϊκιστικών κινημάτων χρίζει επιτακτικής ανάγκης. Ο λαϊκισμός αποτελεί μια από τις βασικότερες οδούς ώστε να οικοδομηθεί το πολιτικό πεδίο καθώς εξυψώνει τους ασθενέστερους (αυτούς που βρίσκονται στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας) θέτοντάς τους πρωταγωνιστές στις πολιτικές και κοινωνικές τριβές, ενάντια στα αδιέξοδα της τεχνοκρατίας. Εξάλλου «οι λαϊκές ταυτότητες εμπεριέχουν περισσότερη κοινή λογική από ότι οι άκαμπτες ιδεολογίες που κυριαρχούν στις δημόσιες συζητήσεις»[17]. Το κατά πόσο, φυσικά, αυτές οι επικλήσεις έχουν θετικά αποτελέσματα, δεν είναι της παρούσης. Παρόλα αυτά, η ίδια η ιστορία μας έχει δείξει ότι από τη μια λαϊκιστικά κινήματα κατάφεραν και ώθησαν αποκλεισμένες ομάδες στο προσκήνιο των γεγονότων, ενώ πολλές φορές τέτοιου είδους κινητοποιήσεις οδήγησαν σε αποκλεισμό άλλων κοινωνικών ομάδων, και αυτό συνίσταται ακριβώς στην τραγικότητα της δημοκρατίας, η οποία δεν μπορεί να προβλεφθεί μήτε μπορεί να αποφευχθεί με κατασταλτικά μέτρα και περιορισμούς. Βέβαια, όπως είχε πει και ο Μακιαβέλλι[18] (επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω ιστορικά παραδείγματα μερικούς αιώνες πριν λάβουν σάρκα και οστά), τα εγκλήματα των βασιλιάδων και των ηγεμόνων είναι πολύ περισσότερα σε σύγκριση με αυτά που διαπράττει ο ίδιος ο λαός. Κι εφόσον λοιπόν ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι απλά μια εικασία, αλλά απεναντίας μια ιστορική αλήθεια, δεν μας μένει παρά να θεωρούμε επιτακτική ανάγκη την ενίσχυση των λαϊκιστικών φωνών όσο το δυνατό περισσότερο γίνεται. Προτού όμως προσφύγουμε σε κάτι τέτοιο, θα πρέπει να εξετάσουμε ένα ακόμα τελευταίο ζήτημα: μπορεί ο λαϊκισμός να αποτελεί δίοδο για τη διεύρυνση του πολιτικού πεδίου, ωστόσο πολλές φορές λαϊκιστικά κινήματα κατέληξαν (παραδόξως) απλά και μόνο στη βελτίωση του κοινοβουλευτισμού εξαντλώντας τα πολιτικά διακυβεύματα σε ζητήματα της κάλπης, όπως (για παράδειγμα) οι πλατείες τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ισπανία που αντί να θέσουν το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας ως αυτοσκοπό μιας πολιτειακής αλλαγής, κατέληξαν να συσπειρωθούν γύρω από την ηγεσία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α και των Podemos αντίστοιχα, ή κινήματα σεξουαλικών μειονοτήτων που υπέστησαν φαγοκυττάρωση από τη μαρκετίστικη φιλελεύθερη ιδεολογία.

Προκειμένου λοιπόν να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, δεν έχουμε παρά να θέσουμε ως συνολική ταυτότητα τις αξίες που πρεσβεύει το πολιτικό ον, ο ανθρωπολογικός τύπος δηλαδή που συνεχώς αμφισβητεί κάθε δοσμένη νόρμα και αξία, που διέπεται από τη λογική της δημόσιας σφαίρας και αντιτίθεται στην ανάθεση της πολιτικής σε αντιπροσώπους. Ως εκ τούτου, δεν έχουμε ανάγκη απλά από μια λαϊκή κινητοποίηση που μέσα σε λίγες εβδομάδες θα ξεφουσκώσει, αλλά από μια συλλογική αναγέννηση η οποία θα σκάψει βαθύτερα στο ζήτημα των δημοκρατικών διεκδικήσεων, από ένα λαϊκισμό δηλαδή που θα ξεπεράσει τον εαυτό του (μετα-λαίκισμός), που θα καταστήσει την άμεση συμμετοχή των ανθρώπων στην άσκηση της εξουσίας ως απόλυτο αυτοσκοπό. Η κατάκτηση της δημοκρατίας δε φαίνεται ότι θα έρθει μέσα από σποραδικές εκδηλώσεις αντίδρασης και αγανάκτησης ούτε από αφορισμούς και προσκολλήσεις σε διαφόρων ειδών θεολογίες του παρελθόντος. Απεναντίας, απαιτούνται συνεχόμενες προσπάθειες κοινωνικών ζυμώσεων, συνδιαμορφώσεων και ανοιχτής επικοινωνίας, μέσα από λαϊκές συνελεύσεις και κοινωνικές δράσεις, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς διαχωρισμούς σε αυτόνομους, αναρχικούς, αριστερούς ή πατριώτες, μαύρους, λευκούς, γηγενής ή μετανάστες, θέτοντας ως σημείο εκκίνησης για την πραγματοποίηση του προτάγματος για ίση συμμετοχή ισότιμων μελών μιας κοινωνίας.

Σημειώσεις:

[1] Βλ. Νικόλας Σεβαστάκης και Γιάννης Σταυρακάκης Λαϊκισμός και Κρίση, (2013 Νεφέλη: Αθήνα). Δοκίμιο του Ν.Σεβαστάκη, σελ.15.

[2] Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία, Πρόταγμα (2013) 6ο τεύχος. Βλ, Το «τέλος της Μεταπολίτευσης;» Μια χαρτογράφηση του πεδίου σύγκλισης μεταξύ ακροδεξιάς και φιλελευθερισμού. σελ.29-92.

[3] Βλ. α) Peter Fritzsche, Rehearsals for fascism: populism and political mobilization in Weimar Germany, 1990, Oxford University Press, και β) Gino Germani, Authoritarianism, Fascism, and National Populism, 1978, Transaction Publishers.

[4] Ernesto Laclau, 2007. On Populist Reason. 2 Nd ed. London: Verso.

[5] Margaret Canovan, «Εμπιστοσύνη στο λαό!: ο λαϊκισμός και οι δύο όψεις της δημοκρατίας», Φάκελος «Λαϊκισμός και Δημοκρατία», Σύγχρονα Θέματα, 2010, σελ. 15-23

[6] Βλ. Francesco Panizza, 2005. Populism and The Mirror of Democracy. New York: Verso Books

[7] Christopher Lasch, 1995. The Revolt of the Elites and the Betrayal of Democracy. US: Norton. Βλ. κεφάλαιο «Communitarianism or Populism» (σελ. 92-115)

[8] Margaret Canovan, 1981. Populism. London: Junction Books.

[9] Zygmunt Bauman, 1989. Modernity and The Holocaust. New York: Cornell University Press Ithaca.

[10] Sapini, P., J., & Silver, M., 1980. Survivors, Victims and Perpetrators: Essays in the Nazi Holocaust. Washintgon: Hemisphere Publishing Corporation

[11] Giorgio Agamben, 2005, State of Exception, The University of Chicago Press, και β) Mark Neocleous, 2010, Security, Liberty and the Myth of Balance: Towards a Critique of Security Politics.

[12] Από: Mark Neocleous, 2010, Security, Liberty and the Myth of Balance: Towards a Critique of Security Politics.

[13] Βλ. Hannah Arendt, 1976, The Origins of Totalitarianism. California: A Harvest Book, σελ, 123-157.

[14] O πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Commission, José Manuel Barroso, σε συνέντευξή του στο περιοδικό Time Online, στην ερώτηση «τί σας ανησυχεί στην Ευρώπη σήμερα;» απαντά: «μάλλον η άνοδος ορισμένων λαϊκιστικών κινημάτων στα άκρα του πολιτικού φάσματος».

[15] Από Ernesto Laclau, 2007 (On Populist Reason. 2 Nd ed. London: Verso), βλ. Εισαγωγικό σημείωμα.

[16] Βλ. Νικόλας Σεβαστάκης και Γιάννης Σταυρακάκης, Λαϊκισμός και Κρίση, σ.69, (2013 Νεφέλη: Αθήνα). Δοκίμιο του Γ.Σταυρακάκης, σ.69

[17] Όπως [7], σελ. 111.

[18] Niccolo Machiavelli, 2003, The Discources, London: Penguin Books