Menu

EAGAINST.com

Ποιοι και γιατί εχθρεύονται την αυτοδιαχείριση;

3463463

του Κώστα Χαριτάκη (δημοσιεύεται στο 17ο τεύχος του περιοδικού ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ που κυκλοφορεί)

Το εγχείρημα της αυτοδιαχειριζόμενης ΒΙΟΜΕ έχει βρεθεί αντιμέτωπο όχι μόνο με τους “φύσει” και “θέσει” εχθρούς της αυτοδιαχείρισης, τα αφεντικά και το κράτος, αλλά και με δυνάμεις της αριστεράς, κομμουνιστικές και αντικαπιταλιστικές, ακόμη και του αναρχικού κινήματος. Παρά τις διαφορές τους, οι δυνάμεις αυτές φαίνεται να συμφωνούν ως προς το ότι εντός του καπιταλισμού η αυτοδιαχείριση δεν μπορεί παρά να είναι ένα είδος “αυτοεκμετάλλευσης” των εργαζομένων, μια μορφή “συλλογικού κεφαλαιοκράτη”. Και επομένως, όχι μόνο δεν έχει να προσφέρει τίποτα στην υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης, αλλά, ακόμη χειρότερα, “απαλλάσσει” τον καπιταλισμό από την …υποχρέωσή του να βρίσκει δουλειά και να τρέφει όλους τους εργαζόμενους. Κατά μία άλλη παραλλαγή αυτών των απόψεων, αν και αναγνωρίζονται οι “καλές προθέσεις” τέτοιων εγχειρημάτων, είναι ωστόσο καταδικασμένα απλώς να διαχειρίζονται τη μιζέρια και να αναπαράγουν εντέλει τον καπιταλισμό όσο δε συμβαίνει μια “κεντρική” αλλαγή μέσω της κατάκτησης της κρατικής εξουσίας.

Στη συζήτηση αυτή, που πολλές φορές έχει πάρει διαστάσεις ανοιχτής πολεμικής και εχθρότητας απέναντι σε κάθε αυτοδιαχειριστική προσπάθεια, έχουν επιστρατευτεί τα βαρύτιμα θεωρητικά τσιτάτα από τις σκονισμένες βιβλιοθήκες, συνήθως, του μαρξισμού-λενινισμού, τα οποία αποδεικνύουν, “επιστημονικά” πάντα, τη μη επαναστατικότητα ή/και την ανοιχτή αντεπαναστατικότητα αυτών των προσπαθειών. Δύο είναι τα κύρια σημεία αυτής της επίθεσης: α) η αυτοδιαχείριση εκτρέπει τους εργαζόμενους από το κύριο έργο που θα πρέπει να έχει το “οργανωμένο εργατικό κίνημα” που είναι η διεκδίκηση αιτημάτων από το κράτος και τις κυβερνήσεις, και β) αρνείται, ή έστω υπονομεύει, την αναγκαιότητα του ρόλου του “κόμματος της εργατικής τάξης” που αυτό και μόνο, με τον αγώνα του για την οργάνωση της τάξης και την κατάκτηση της εξουσίας, μπορεί να “απελευθερώσει” την κοινωνία.

Είναι φανερό, και μόνο από αυτή τη συνοπτική περιγραφή, ότι δεν πρόκειται απλά για κάποιες πολιτικο-θεωρητικές διαφορές αλλά για ένα ολόκληρο πολιτισμικό και κοσμοθεωρητικό ρήγμα που χωρίζει αυτές τις απόψεις από την πνοή και το πνεύμα των αυτοδιαχειριστικών εγχειρημάτων. Στην πραγματικότητα, και γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον, αυτή η αντιπαράθεση συμπυκνώνει με εξαιρετικά διαυγή τρόπο τη διαφορά ανάμεσα στον ηττημένο και ασθμαίνοντα μπροστά στις νέες πραγματικότητες κόσμο της ιδεολογίας και των κάθε είδους “-ισμών” (κλειστών αυτοαναφορικών συστημάτων), από τη μια, και του ζωντανού και ανοιχτού κόσμου της πράξης που παλεύει εδώ και τώρα για απεξάρτηση από τις κυρίαρχες σχέσεις και αυτοκαθορισμό, από την άλλη. Με άλλα λόγια, ανάμεσα σε μια εκ των άνωθεν παλιού τύπου κομματοκεντρική και κρατικά εστιασμένη πολιτική, και σε μια νέου τύπου πολιτική που αναδύεται από τα κάτω, από αγωνίες, διεργασίες και μάχες που αφορούν το “πώς να ζήσουμε” και όχι απλώς το “υπό ποιους θα ζήσουμε”.

Φυσικά, η θεωρητική συζήτηση έχει την ιστορία της και η εξέτασή της έχει τη σημασία της, όμως σήμερα τα παλιά ερωτήματα τίθενται με νέους όρους και οι παλιές απαντήσεις, ανεπαρκείς όπως αποδείχθηκε και στον καιρό τους, δεν μπορούν να διεκδικούν την επάρκεια σήμερα… Είτε από τη σκοπιά των λεγόμενων “αντικειμενικών συνθηκών”, είτε από τη σκοπιά των λεγόμενων “υποκειμενικών συνθηκών” (διαχωρισμός που, στο όνομα μάλιστα του υλισμού, έχει καταντήσει μεταφυσικός), όλες οι έννοιες των παραδοσιακών ιδεολογιών έχουν ρευστοποιηθεί, προσβεβλημένες από τη διπλή απώλεια και του “υποκειμένου” (εργατική τάξη, όπως την ξέραμε) και του “αντικειμένου” (καπιταλισμός, όπως τον ξέραμε). Βεβαίως και τα δύο εξακολουθούν να υπάρχουν, μόνο που δεν αντιστοιχούν πλέον ακριβώς οι λέξεις με τα πράγματα. Και δεν είναι μόνο οι κυρίαρχοι που ξανασχεδιάζουν το χάρτη των εννοιών και των συμβολισμών της δικής τους κυριαρχίας, αλλά και το ανταγωνιστικό αντικαπιταλιστικό κίνημα επαναπροσδιορίζει τις έννοιες και τα μέσα της χειραφέτησης με τη δική του πολύπλευρη πρακτική.

Η αυτοδιαχείριση, λοιπόν, ως ζωντανή τάση του σημερινού (“κάτω”) κόσμου, δεν έχει ανάγκη να αντλήσει τα επαναστατικά διαπιστευτήριά της από τις ματαιωμένες σελίδες των απάντων οποιουδήποτε μεγάλου διδασκάλου, ούτε από την ηρωικότητα των ανεκπλήρωτων προσπαθειών του παρελθόντος. Της αρκεί, θα έπρεπε να της αρκεί, το ότι καταφέρνει να εμπλέκει σήμερα, εδώ και τώρα, ένα πλήθος υποκειμένων σε ένα εν δυνάμει σχέδιο αναδιοργάνωσης της ζωής με όρους αυτονομίας, ισότητας και ελευθερίας. Ποια σελίδα τίνος στοχαστή, ποια αφήγηση ποιας εποχής, μπορεί να διεκδικεί ανώτερη ισχύ από την παλλόμενη συγχρονική πράξη της προσπάθειας για απαγκίστρωση από τον ετεροκαθορισμό και την ετερονομία, την κυριαρχία, την ανισότητα και την εκμετάλλευση, αυτών που υποτίθεται ότι αποτελούν για όλους τους επαναστάτες τον “περιούσιο λαό” της κοινωνικής απελευθέρωσης; Η “πράξις” αυτή δεν είναι αστόχαστη, εμπεριέχει και θεωρητικές καταβολές και ιστορικές εμπειρίες, αλλά δε δημιουργεί κάποιου είδους “ιδεολογική ταυτότητα”. Κι ίσως αυτό είναι που ξενίζει περισσότερο τους θεωρητικούς “καθοδηγητές”, μαθημένοι καθώς είναι σε μια σκέψη πρωτίστως “ταυτοτική” που δομείται γύρω από το ερώτημα “πού κατατάσσεσαι” και όχι γύρω από το “τι είναι αυτό που κάνεις”.

Αλλά αυτό που κάνουμε είναι “περισσότερο ένα μοντέλο μετάβασης, παρά ένα μοντέλο κοινωνίας, όπου χτίζουμε προοδευτικά τις πρακτικές και παίρνουμε αποφάσεις που μας απομακρύνουν από το σημείο εκκίνησής μας εντός του συστήματος, προς τον κόσμο στον οποίο θέλουμε να ζήσουμε” (Ενρίκ Ντουράν – συνέντευξη για τη συνεταιριστική πρωτοβουλία CIC της Καταλονίας, διαθέσιμη στο www.x-pressed.org). Οι παραδοσιακές ιδεολογίες εστίαζαν κυρίως στην περιγραφή των αρχών και των δομών της νέας κοινωνίας (εν είδει άρθρων πίστης στην ιδανική κοινωνία που κάποτε θα φτάσουμε), η μετάβαση ήταν αφημένη στον “αυτόματο πιλότο” μιας κρατικά ελεγχόμενης και καθοδηγούμενης επαναστατικής διαδικασίας. Ο “νέος άνθρωπος” (η καθαρίστρια του “Κράτος και Επανάσταση” του Λένιν, που θα μπορούσε να αναλάβει τη διακυβέρνηση) θα προέβαλε μετά από δοκιμασίες και πολύχρονη κοπιαστική εκπαίδευση από το κόμμα και το κράτος. Μέχρι τότε, ολόκληρη η ιεραρχία του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας και της διεύθυνσης θα ήταν αναγκαία και αδιαμφισβήτητη. Τα εργοστασιακά συμβούλια και η αυτοδιαχείριση ήταν “αποδιοργάνωση”, ο κρατικός σχεδιασμός και η μονοπρόσωπη διεύθυνση ήταν “οργάνωση”. Ε, λοιπόν, αυτός ο “νέος άνθρωπος” δεν προέβαλε ποτέ τελικά, όπως όλοι ξέρουμε πια σήμερα, γιατί ακριβώς ενώ προσπάθησε να πάρει τα εργοστάσια και τη ζωή στα χέρια του, τελικά υπέκυψε στη διαπαιδαγωγητική λειτουργία του κόμματος και του κράτους.

Όπως φαίνεται από αυτή τη δραματική ιστορική εμπειρία, αλλά κυρίως από τη σύγχρονη ολοκληρωτική καπιταλιστική συνθήκη, το ερώτημα που έχουν να αντιμετωπίσουν θεωρητικά και πρακτικά, ή με μια θεωρητική πρακτική, τα κοινωνικά χειραφετικά κινήματα είναι “πώς μπορεί κανείς να καθιερώσει, στα διαλείμματα της υποτέλειας, τη νέα εποχή της ελευθερίας: όχι την εξέγερση των σκλάβων, αλλά την έλευση μίας νέας κοινωνικότητας μεταξύ ατόμων που ήδη έχουν, ο καθένας από μόνος του, αποτινάξει τα δουλοπρεπή πάθη που αναπαράγονται επ’ αόριστον από τον ρυθμό των ωρών εργασίας;” (Ζακ Ρανσιέρ – “The nights of labour: The workers’ dream in nineteenth century”, παρατίθεται στο “Ο Σίσυφος και η Εργασία της Φαντασίας”, Stevphen Shukaitis, http://www.rebelnet.gr). Κάτι τέτοιο απαιτεί τη δημιουργία “υλικών βάσεων” για την απεξάρτηση της ζωής μας από το κεφάλαιο και το κράτος. Αν θέλουμε να κινηθούμε από το επίπεδο της προπαγάνδας και των ακαδημαϊκών-πολιτικών μαθημάτων στο επίπεδο της ζωής, πρέπει να βρούμε ή να δημιουργήσουμε εδάφη όπου μπορούμε να ριζώσουμε και να αναπτυχθούμε με τα δικά μας ανεξάρτητα μέσα. Πρέπει να μπορούμε να δημιουργούμε λύσεις από εμάς και για εμάς, και όχι απλά να ζητάμε λύσεις από το κεφάλαιο και το κράτος διαιωνίζοντας την εξάρτησή μας από τις αλυσίδες της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας. Η αυτοδιαχείριση μπορεί να μας παρέχει τα μέσα για την επιβίωσή μας με αξιοπρέπεια και ελευθερία, δημιουργώντας ταυτόχρονα εκείνα τα δίκτυα αλληλεγγύης και οριζόντιας αμεσοδημοκρατικής διασύνδεσης που θα αποτελέσουν το πραγματικό έδαφος κοινωνικής χειραφετικής κίνησης και δημιουργίας των δικών μας κοινών.

Όπως το θέτει και πάλι ο Ρανσιέρ, “η απουσία του αφεντικού από την ώρα και το χώρο της παραγωγικής εργασίας μετατρέπει αυτή την εκμεταλλευόμενη εργασία σε κάτι περισσότερο: όχι απλώς μια συμφωνία που υπόσχεται στο αφεντικό μία καλύτερη απόδοση σε αντάλλαγμα της ελευθερίας της κίνησης των εργατών αλλά τη διαμόρφωση ενός τύπου κίνησης των εργατών που ανήκει σε διαφορετική ιστορία από αυτή των αφεντικών”. Ακριβώς αυτό: η δημιουργία της δικής μας ιστορίας. Ή με άλλα λόγια, η δική μας αυτοεκπαίδευση …στο να μην είμαστε εργάτες. Να μην είμαστε απλώς ο άλλος πόλος του κεφαλαίου, έτοιμοι να πεθάνουμε από ασφυξία μόλις κοπεί ο δεσμός μας (ή μάλλον τα δεσμά) μαζί του. Στην παραδοσιακή ιδεολογία και εργατική πολιτική υπάρχουν μόνο αφεντικά και εργάτες. Γι’ αυτό και τους εργάτες που επιλέγουν την αυτοδιαχείριση δεν μπορούν να τους κατατάξουν παρά μόνο ως καινούργια αφεντικά. Δεν υπάρχει χώρος για να κινηθούν οι εργάτες πέρα από αυτή τη σχέση, καταργώντας έτσι και τον εαυτό τους ως επιβεβαίωση του κεφαλαίου. Αυτόν το δρόμο πασχίζει να διασχίσει, με τεράστιες δυσκολίες και πλήθος αντιφάσεων, η αυτοδιαχείριση. Και αυτό είναι που πάνω απ’ όλα δε συγχωρούν οι εχθροί της…

«Για να τελειώνουμε με τους τρελούς καιρούς»

SANYO DIGITAL CAMERA

Σημειώσεις για τον κοινωνικό αναρχισμό και το ελευθεριακό κίνημα

Του Νίκου Νικολαΐδη μέσω: Άνθος του Κακού

Στις μέρες μας εμφανίζεται μια αντιπαράθεση μεταξύ του λεγόμενου κοινωνικού αναρχισμού και του λεγόμενου ατομικιστικού ή μηδενιστικού αναρχισμού. Αυτό το κείμενο δεν θα ασχοληθεί με τη δεύτερη τάση, ούτε θα αναφερθεί στον κοινωνικό αναρχισμό ως τάση που αντιπαρατίθεται στον ατομικιστικό και το μηδενιστικό αναρχισμό, όπως συχνά συνηθίζεται. Σκοπός αυτού του κειμένου είναι να συμβάλει στη συζήτηση για το ελευθεριακό κίνημα, όρος που ίσως εκφράζει πιο ξεκάθαρα αυτό που πολλοί περιγράφουν ως «κοινωνικό αναρχισμό». Και να υπενθυμίσει ότι ο αναρχισμός είναι εξ ορισμού κοινωνικός και οικουμενικός.

Εδώ και τρεις δεκαετίες στην Ελλάδα διαμορφώνεται ένα διάχυτο αντιεξουσιαστικό ρεύμα που σε πολλές περιπτώσεις έχει παίξει αποφασιστικό ρόλο, τόσο σε αργές κοινωνικές διεργασίες, όσο και σε γεγονότα της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Στην προηγούμενη φάση της παγκοσμιοποίησης και μετά την κατάρρευση των κατ’ όνομα κομμουνιστικών καθεστώτων, η «αναρχία με μικρό α» είχε καθοριστική επίδραση στα νέα κινήματα, ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς ένιωσε την υποχρέωση να αυτοκαθοριστεί ως αντιεξουσιαστική, ενώ η αυτοοργάνωση αποτέλεσε απαραίτητο επιθετικό προσδιορισμό όλων σχεδόν των προσπαθειών.

Σήμερα η ελληνική κοινωνία μεταβαίνει από την ενσωμάτωση και την εσωτερίκευση της καπιταλιστικής λογικής και ηθικής στον βίαιο αποκλεισμό. Ο φασισμός υποδεικνύεται ως θεραπεία για τα προδομένα όνειρα και τις απατηλές υποσχέσεις του καπιταλιστικού παραδείσου. Η αυτοσυνείδηση του διάχυτου αντιεξουσιαστικού ρεύματος είναι πλέον επιτακτική.

Οι πρώτες ενότητες αυτού του κειμένου θα αναφερθούν στην προέλευση του όρου «κοινωνικός αναρχισμός» και θα προσπαθήσουν να περιγράψουν συνοπτικά τον κλασικό αναρχισμό και την ευρύτερη έννοια του ελευθεριακού κινήματος. Στη συνέχεια θα αναφερθούν συμπεριφορές και αντιλήψεις που κρίνονται ως εμπόδια στην ανάπτυξη του κινήματος για την κοινωνική απελευθέρωση. Τέλος, θα καταγραφούν ορισμένα σημεία με την ελπίδα να φανούν χρήσιμα στη συζήτηση για την εξέλιξη του διάχυτου αντιεξουσιαστικού ρεύματος στον ζωντανό εκείνο ιστό που όχι μόνο θα σταθεί εμπόδιο στη βαρβαρότητα, αλλά και θα επαναφέρει την ουτοπία.

Ο «κοινωνικός αναρχισμός»

To 1995 o Μάρραιη Μπούκτσιν, στο βιβλίο του «Κοινωνικός ή lifestyle αναρχισμός» (στα ελληνικά εκδ. Ισνάφι, 2005), επιχείρησε μια εναντίωση σε αυτό που αποκαλούσε lifestyle αναρχισμό, κατηγορώντας τον ως ατομικιστικό, αντιοργανωτικό, μισάνθρωπο και μεταφυσικό. Σε αντιπαράθεση σε αυτόν, πρότεινε τον κοινωνικό αναρχισμό, προσδίδοντάς του τέσσερα γνωρίσματα κατάλληλα (σύμφωνα με τον Μπούκτσιν) για τη σύγχρονη εποχή: την ανυποχώρητη αντίθεση στον κρατισμό, την πίστη στην άμεση δημοκρατία, τη δράση για δημιουργία συνομοσπονδίας αποκεντρωμένων δήμων και ένα όραμα για μια ελευθεριακή κομμουνιστική κοινωνία. Αποκαλούσε κοινωνικό αναρχισμό την εξέλιξη του κλασικού αναρχοκομμουνισμού και του ιστορικού αναρχοσυνδικαλισμού, επιχειρώντας μια επικαιροποιημένη κοινωνική μορφή και περιεχόμενο των δύο αυτών ρευμάτων του αναρχισμού, μπολιασμένων επιπλέον με την οικολογική σκέψη, στην κατεύθυνση πάντα της δημιουργίας ενός οργανωμένου λαϊκού κινήματος. Παράλληλα με αυτόν τον προσδιορισμό του κοινωνικού αναρχισμού αναπτύχθηκαν τα ρεύματα της συμμετοχικής δημοκρατίας, του ελευθεριακού κοινοτισμού, της κοινωνικής οικολογίας και του Κομμουναλισμού. Στην Ελλάδα, σήμερα, ως κοινωνικός αναρχισμός γενικά εννοείται η τάση εκείνη που αντιτίθεται στον ατομικιστικό και μηδενιστικό αναρχισμό, χωρίς απαραίτητα να συμφωνεί με τον ορισμό του κοινωνικού αναρχισμού από τον Μπούκτσιν.

Το ελευθεριακό κίνημα

Ο αναρχισμός υπήρξε γέννημα της δυτικής κοινωνίας, συγκεκριμένα του διαφωτισμού και του εργατικού κινήματος, ενσωματώνοντας συγχρόνως προκαπιταλιστικές κοινωνικές δομές και παραδόσεις, όπως οι αγροτικές κοινότητες και ο κολεκτιβισμός. Η γέννησή του συμπίπτει με την εγκαθίδρυση της βιομηχανικής κοινωνίας, υπήρξε προϊόν της αναγκαιότητας οργάνωσης των αντιστάσεων σε αυτήν και διαφοροποιήθηκε από το υπόλοιπο σοσιαλιστικό κι εργατικό κίνημα της εποχής στο βαθμό που έθεσε ως απαραίτητο συστατικό του αγώνα για κατάργηση της οικονομικής εκμετάλλευσης την αντίθεση σε κάθε μορφή εξουσίας, κυρίως υπό την επιροή της σκέψης του Μ. Μπακούνιν. Ο Π. Κροπότκιν συνεισέφερε την ανάδειξη ως κεντρικών των αξιών της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας, με στόχο την ανυποχώρητη εναντίωση στην αυξανόμενη επιρροή του Κοινωνικού Δαρβινισμού, δηλαδή της κυριαρχίας του πνεύματος του ανταγωνισμού και της φυσικής επιλογής μέσω της επικράτησης του ισχυροτέρου, που οι καπιταλιστές υποδείκνυαν ως κύρια χαρακτηριστικά της φύσης και της ανθρωπότητας.

Ο αναρχισμός επιπλέον συμπεριέλαβε στοιχεία προσωπικής και συλλογικής ηθικής και ανέπτυξε ελευθεριακές εκδοχές της παιδείας και του πολιτισμού. Στα τέλη του 19ου αιώνα μέσα στο αναρχικό κίνημα αναπτύχθηκαν παράλληλα οι τάσεις του ατομικιστικού αναρχισμού (που σε κάποιες εκδοχές του συνδέθηκαν με τον ιλλεγκαλισμό και το νετσαγιεφισμό), του αναρχοκομμουνισμου και του αναρχοσυνδικαλισμού. Στις χώρες εκείνες όπου κυρίως ο αναρχοσυνδικαλισμός (Ισπανία) αλλά και ο αναρχοκομμουνισμός (Ουκρανία) έλαβαν τη μορφή οργανωμένου λαϊκού κινήματος, οι τάσεις του ατομικισμού και του ιλλεγκαλισμού έπαιξαν ελάχιστο ρόλο και πρακτικά εξαφανίστηκαν, ενώ ο νετσαγιεφισμός κατατάχτηκε στην εξουσιαστική πτέρυγα του επαναστατικού κινήματος και όχι στον αναρχισμό.

Το να αντιλαμβανόμαστε όμως τον αναρχισμό απλά ως μια έκφραση του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, τον περιορίζει σε κάτι που έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του ρόλο. Διάφοροι μεταμοντέρνοι αναρχικοί, αντί να διαβάσουν καλύτερα την Ιστορία, αποφάσισαν να την διαγράψουν μια και καλή, προσθέτοντας στο «τέλος της ιστορίας» του Φουκουγιάμα και το «τέλος των πολιτικών οραμάτων».

O ισπανικός αναρχοσυνδικαλισμός ήταν αναμφισβήτητα η υψηλότερη έκφραση του κλασικού αναρχισμού. Τι κρατάμε όμως από αυτόν; Τις φωτογραφίες από τα τεθωρακισμένα της CNT και τις διαμάχες για τη συμμετοχή των αναρχικών στην κυβέρνηση; Είναι δυνατόν η προσέγγισή μας να εξαντλείται στην ύπαρξη ή όχι συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και στο αν στις κολεκτίβες υπήρχε υπερβολική πειθαρχία ή αν τα μέλη τους αισθάνονταν ανία και άγχος; Ποιο τελικά είναι το νήμα εκείνο που συνδέει το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας με την επανάσταση του Αριστόνικου, το κίνημα του Μπεντρεντίν, τους Ταμπορίτες, τις εξεγέρσεις των σκλάβων στις αποικίες της Καραϊβικής, τη μακραίωνη ινδιάνικη αντίσταση;

Αποφεύγοντας τη γραμμική δυτικοκεντρική ανάγνωση της ιστορίας, ας αναρωτηθούμε: ποιες εκφράσεις του αναρχισμού ήταν προϊόν δεδομένων ιστορικών συνθηκών και ποια είναι τα διαχρονικά εκείνα χαρακτηριστικά που οδηγούν στην αέναη επανεμφάνιση σε όλη την πορεία της ανθρώπινης Ιστορίας του αιτήματος για πανανθρώπινη ελευθερία και πολιτική και οικονομική ισότητα; Ποια η δομή, οι μηχανισμοί, οι αρχές, οι αξίες, τα νοήματα, οι σχέσεις που επιτρέπουν στο αίτημα για πανανθρώπινη ελευθερία και πολιτική και οικονομική ισότητα να μεταμορφώνεται σε ένα οργανωμένο κίνημα, στο ελευθεριακό κίνημα;

Αν ορίσουμε (λίγο σχηματικά) το ελευθεριακό κίνημα ως την κίνηση ενός σημαντικού τμήματος της κοινωνίας προς τη συνολική απελευθέρωση με μέσο την ελευθερία, δηλαδή προς την ελευθερία μέσω της ελευθερίας, μπορούμε επίσης να συμπεράνουμε ότι το ελευθεριακό ρεύμα συγκροτείται ως κίνημα όταν φτάνουν σε κρίσιμο επίπεδο ανάπτυξης και αλληλεπίδρασης οι ελευθεριακές ιδέες, οι πρακτικές, οι δομές και οι καθημερινές σχέσεις. Ποια είναι τα εμπόδια στην ανάπτυξη αυτού του κινήματος, ενός κινήματος που (μην το ξεχνάμε) είναι γέννημα της κοινωνίας στην οποία ζούμε και άρα κουβαλά εντός του, ως προπατορικό αμάρτημα, όλα τα προβλήματα που αυτή δημιουργεί; Ένα κίνημα-γέννημα της δυτικής κοινωνίας: πολέμιος και συγχρόνως φορέας των προβλημάτων της:

1. συνομωτικό ύφος – «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»

Η αστική τάξη στη μακρόχρονη πορεία της για κατάληψη της εξουσίας γέννησε και κληροδότησε την παράδοση των μυστικών εταιρειών και το συνωμοτικό στυλ. Η γένεση της φιγούρας του συνωμότη δεν αποτελεί πρόβλημα για μια τάξη που στοχεύει στην κατάληψη της εξουσίας και τον έλεγχο της κοινωνίας, βρίσκεται όμως σε αντιπαράθεση προς την κοινωνική απελευθέρωση.

Ο Βίκτωρ Σερζ, στο βιβλίο του Τι πρέπει να ξέρει κάθε επαναστάτης (Παρίσι 1926, στα ελληνικά εκδ. Θεωρία, 1982) εξετάζει τη δράση της τσαρικής μυστικής αστυνομίας Οχράνα, έχοντας πρόσβαση στα αρχεία της που ήρθαν στα χέρια των σοβιέτ μετά την επανάσταση του 1917. Συμπεραίνει ότι καμία αστυνομία δεν μπορεί να ανακόψει το οργανωμένο επαναστατικό κίνημα, επισημαίνοντας ότι πολύ μεγαλύτερο εμπόδιο για το επαναστατικό κίνημα είναι η εσωτερίκευση, από τα μέλη του κινήματος, μιας αστυνομικής αντίληψης της ιστορίας. Η επαναστατική πόζα, η γοητεία της συνωμοσίας, το φλερτάρισμα με την παραβατικότητα σταδιακά αντικαθιστούν την αγάπη για την ελευθερία και το όραμα για μια απελευθερωμένη κοινωνία με την σαγήνη της παρανομίας και της ριψοκίνδυνης ζωής. Ο επαναστάτης που δεν μάχεται πια για μια απελευθερωμένη κοινωνία παύει να αισθάνεται τον εαυτό του ως τμήμα ενός άλλου κόσμου που γεννιέται. Μετατρέπεται τελικά σε ένα υποκείμενο που βιώνει το νιτσεϊκό «ζειν επικινδύνως», το ίδιο σύνθημα (vivere pericolosamente) που προέτασσαν οι Ιταλοί φασίστες.

2. ιεραρχική οργάνωση – το κόμμα-στρατώνας/εργοστάσιο

Η συγκροτημένη και μεθοδική ιεραρχική οργάνωση της αστικής κοινωνίας άφησε το αποτύπωμά της στο επαναστατικό κίνημα. Ο Λένιν αποτιμούσε θετικά το γεγονός ότι το οργανωτικό μοντέλο των εργοστασίων προσέφερε το οργανωτικό μοντέλο του «αποτελεσματικού», ιεραρχικά δομημένου, πειθαρχημένου κόμματος της εργατικής τάξης. Η υπακοή, η πειθαρχία, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, η δικτατορία του προλεταριάτου μετατράπηκαν σε αξίες. Αυτό δεν ήταν βέβαια κατάκτηση του επαναστατικού κινήματος αλλά αντανάκλαση της βιομηχανικής ζωής.

Τελικά η ενσωμάτωση σε έναν «αποτελεσματικό» μηχανισμό συνετέλεσε στη δημιουργία του σταλινικού ολοκληρωτισμού, ενώ η ουτοπία της ισπανικής επανάστασης του 1936 ήταν προϊόν της οργάνωσης της αντιπειθαρχίας, του ζωογόνου πνεύματος της ελευθερίας, της απελευθέρωσης των δημιουργικών δυνατοτήτων των ανθρώπων στο πλαίσιο του ελευθεριακού κινήματος που «κουβαλούσε έναν καινούργιο κόσμο στην καρδιά του».

3. μονοδιάστατη σκέψη-επιστημονισμός

Ο αστικός κόσμος αντικατέστησε την πίστη στους παπάδες με την πίστη στην επιστήμη. Πολύ νωρίς ο Μπακούνιν προειδοποιούσε για τη διανοητική χειραγώγηση που ασκούσε ο Μαρξ μέσω αυτού που κατόπιν ονομάστηκε «επιστημονικός σοσιαλισμός». Οι ειδικοί της επανάστασης, που κατείχαν τη συνείδηση της επαναστατικής νομοτέλειας και τους μηχανισμούς της, δεν διέφεραν από τους ειδικούς της αστικής κοινωνίας που κατείχαν, με εξίσου αναμφισβήτητο, επιστημονικό τρόπο, όλους τους νόμους της βιολογικής ζωής και τους κανόνες για τη βελτίωση της ανθρωπότητας.

Η κάστα των ειδικών της επανάστασης βρισκόταν στη θέση του θεού, πάνω από τη ζωή – και ό,τι έχει αποσυνδεθεί από τη ζωή, σύντομα στρέφεται ενάντια στη ζωή. Η ηθική χαρακτηρίστηκε «μικροαστικό κατάλοιπο», το πάθος για ζωή και για ελευθερία δυσφημίστηκαν ως «ουτοπικός σοσιαλισμός».

Πέραν της οικοδόμησης μιας κολοσσιαίας άτυπης ιεραρχίας, τα θέσφατα του «επιστημονικού σοσιαλισμού» είχαν και μια περαιτέρω καταστροφική λειτουργία: δημιουργώντας ένα κλειστό σύστημα το οποίο αποδείκνυε την ακλόνητη αλήθεια των ισχυρισμών του αναφερόμενο απλά στον εαυτό του, προσέφεραν μασημένη πνευματική τροφή στους εκμεταλλευόμενους. Η τροφή αυτή ωστόσο ήταν τοξική. Δεν υπήρχε πλέον ανάγκη για σκέψη: οι ειδικοί είχαν αποδείξει τη νομοτέλεια, κατείχαν τους μηχανισμούς της, είχαν κατονομάσει τους εχθρούς. Αλλά βέβαια:

«το να καταδικάσεις απαιτεί λιγότερη διανοητική προσπάθεια από το να σκεφτείς» (Έμμα Γκόλντμαν).

4. οικονομισμός

Η βαριά σκιά της αστικής κοινωνίας στο επαναστατικό κίνημα φαίνεται πολύ περισσότερο στη θεώρηση της οικονομίας, όχι απλά ως κεντρικής παραμέτρου της κυριαρχίας, αλλά ως του αποκλειστικού εργαλείου ερμηνείας της κοινωνίας. Με τον ίδιο αυθαίρετο και αφηρημένο τρόπο που η αστική κοινωνία αντικατέστησε τη θρησκεία με την οικονομία, οι οικονομιστές της «ταξικής ανάλυσης» ερμηνεύουν το σύνολο των εκμεταλλευτικών σχέσεων και της εξουσιαστικής καταπίεσης καταφεύγοντας στον «καθορισμό των τάξεων στη βάση της σχέσης τους με τα μέσα παραγωγής και την κατοχή κεφαλαίου». Σε αυτό το πλαίσιο, καθήκον του προλεταριάτου είναι «να κατακτήσει την ταξική συνείδηση συνυφασμένη με τον διαρκή αγώνα για κατανόηση της ολότητας του ιστορικού προτσές», σε αντίθεση με «την ψευδή συνείδηση της αστικής τάξης».

Στην αναρχική παράδοση αναγνωρίζεται φυσικά η ταξική εκμετάλλευση, αλλά ως ένα μόνον τμήμα του συμπλέγματος των εξουσιαστικών σχέσεων. Γι’ αυτό άλλωστε το ελευθεριακό κίνημα, αντί της πολιτικής επανάστασης (που θα επιτελούσε το πρωτοπόρο κόμμα-εκφραστής της ταξικής συνείδησης) προέτασσε την κοινωνική επανάσταση, την επανάσταση σε όλες τις σφαίρες της ζωής, σε μία διαρκή διαδικασία δημιουργίας και απελευθέρωσης, έτοιμης ανά πάσα στιγμή να υπερασπιστεί αποφασιστικά τις κατακτήσεις της (που δεν πρέπει να συγχέεται με την «κοινωνική επανάσταση» για την οποία μιλούσαν οι τροτσκιστές, θεωρώντας την μια διαδικασία που θα ακολουθούσε την πολιτική επανάσταση).

Απέναντι στη σύνθετη κοινωνική ολότητα, η παραδοσιακή ταξική ανάλυση είναι προφανώς ένα πολύ στενό ερμηνευτικό σχήμα. Όταν πάλι η ταξική ανάλυση επιχειρεί να διευρύνει το αντικείμενό της τόσο ώστε να περιλάβει εννοιολογικά τις δεκάδες άλλες παραμέτρους της καταπίεσης που έχουν έρθει στο προσκήνιο των αγώνων τις τελευταίες δεκαετίες, τότε ξεχειλώνει τόσο ώστε να καθίσταται άχρηστη.

Μπρος σε αυτήν την αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, η ταξική ανάλυση, προκειμένου να επιβιώσει, μετατρέπεται σε ιδεολογία, δηλαδή σε ψευδή συνείδηση (Γιόζεφ Γκάμπελ). Και λαμβάνει όλα τα συνακόλουθα χαρακτηριστικά της ιδεολογίας: γίνεται χειραγώγηση, κατασκευή οπαδών, φανατισμός, τύφλωση.

Μοιάζει με χοντροκομμένο αστείο αλλά δυστυχώς είναι γεγονός: σήμερα, αντί να αξιοποιήσουμε τα θετικά στοιχεία της σκέψης του Μαρξ (το έργο του για την αλλοτρίωση, την αφηρημένη εργασία και τον φετιχισμό του εμπορεύματος) επιστρέφουμε σε έναν οικονομισμό του χειρίστου είδους. Στις πορείες μας ακούμε ιαχές που καλούν σε «ταξικό μίσος»… Πόσο άραγε παραγωγικό κι απελευθερωτικό συναίσθημα είναι το μίσος; Αντί απάντησης, ας αρκεστούμε στη διατύπωση του Ζαν-Πιερ Βουαγιέ: «Η οικονομία δεν υπάρχει!».

5. υιοθέτηση της αστικής αντίληψης για την πρόοδο

Η συνείδηση είναι συνάρτηση του τρόπου ζωής μας. Δεν είναι λοπόν περίεργο το ότι άνθρωποι που γεννήθηκαν στη βιομηχανική κοινωνία, όχι απλά πίστευαν ότι η αστική επανάσταση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την προλεταριακή επανάσταση, αλλά επιπλέον υιοθετούσαν όλη την αστική αντίληψη για την πρόοδο. Η ιστορία της ανθρωπότητας προέκυπτε από μιαν αντεστραμμένη γραμμική ανάγνωση της ιστορίας, ολοφάνερα ευρωκεντρική, που θεωρούσε πρωτόγονες και καθυστερημένες όλες τις προηγούμενες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Η «πρόοδος» ήταν μια αξία αδιαμφισβήτητη, μπρος στην οποία οι αξίες άλλων μορφών κοινωνικής οργάνωσης ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, ασήμαντες λεπτομέρειες, αφού στερούνταν του μεγαλείου της επαναστατικής νομοτέλειας ή του δυναμικού κινητήρα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού.

Ο ύμνος των ισπανών αναρχικών, γραμμένος σε μια εποχή όπου στη χώρα επιβίωναν ακόμα προκαπιταλιστικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, εξέφραζε μια πολύ βαθύτερη αντίληψη της πραγματικότητας από αυτήν της τυφλής πίστης στην ανάπτυξη:

Οι αστοί, οι πωρωμένοι εγωιστές
που υποτιμούν την ανθρωπότητα
θα σαρωθούν από τους αναρχικούς
με τη δυνατή κραυγή της ελευθερίας
(…)
Οι προλετάριοι απέναντι στη μπουρζουαζία
πρέπει να φέρονται αγέρωχα
και να πολεμούν χωρίς συμβιβασμό
την καταραμένη της ηλιθιότητα

Δυστυχώς όμως η «καταραμένη ηλιθιότητα» είχε μολύνει και τα μυαλά των Ευρωπαίων επαναστατών. Ο δυναμικός κινητήρας του καπιταλισμού δεν τέθηκε σε κίνηση απλά από τις περιφράξεις και την πρωταρχική συσσώρευση ή την κατακράτηση της υπεραξίας. Την κύρια ώθηση έδωσε η κατάκτηση του «νέου κόσμου», η εξολόθρευση των ινδιάνων, η βίαιη μεταφορά ως σκλάβων εκατομμυρίων Αφρικανών, η αποικιοκρατία. Η πολιτισμένη Ευρώπη του διαφωτισμού δημιουργήθηκε χάρις στην «πρόοδο» μιας αμέτρητης σειράς λεηλασιών και σφαγών. Αλλά όσοι θεωρούσαν την ευρώπη κορωνίδα των ανθρώπινων πολιτισμών, δυσκολεύονταν προφανώς να κατανοήσουν το «ιστορικό παράδοξο» μιας αναρχοκομμουνιστικής επανάστασης που δεν ήταν προϊόν των ευρωπαϊκών διεργασιών. Μέσα στο «νέο κόσμο» των αποικιοκρατών υπήρχε ένας αόρατος παλιός κόσμος που αντιστεκόταν για αιώνες, στο Μεξικό, στις Άνδεις και στη Βόρεια Αμερική – και μάλιστα ενώ οι ινδιάνικες αυτοκρατορίες (Ίνκας και Αζτέκοι) είχαν υποταχθεί πολύ εύκολα στους κονκισταδόρες.
Οι «ασήμαντες λεπτομέρειες» των ινδιάνικων κοινοτήτων που έκαναν εφικτή τη μακραίωνη αντίσταση ήταν η κυκλική εναλλαγή των καθηκόντων και η απουσία μόνιμης εξουσίας, η λήψη αποφάσεων σε συνελεύσεις, η κοινοκτημοσύνη και ο συνειδητός αγώνας για την υπεράσπισή της.

Ξεχωριστό παράδειγμα αυτής της ανυποχώρητης και ολικής αντίστασης αποτέλεσε η φυλή των Γιάκις στο Μεξικό. Αφού επί αιώνες κατέφευγαν στα δάση και τα βουνά υπερασπιζόμενοι την κοινοκτημοσύνη και την αυτονομία, στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα οι Γιάκις βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα πόλεμο μέχρις εξόντωσης, καθώς ούτε μια στιγμή δεν δέχτηκαν να απαρνηθούν τις παραδόσεις τους στο όνομα του εκσυγχρονισμού της χώρας και ξεκίνησαν έναν ανταρτοπόλεμο δεκαετιών. Υπέστησαν εκτοπίσεις, σφαγές, φυλακίσεις κι εκτελέσεις κι έπαψαν να αντιστέκονται μόνον όταν, τη δεκαετία του 1930, η νέα πολεμική τεχνολογία έδωσε τη δυνατότητα στην «επαναστατική κυβέρνηση» του Μεξικού να τους εξολοθρεύσει βομβαρδίζοντας με πολεμικά αεροπλάνα τις κοινότητές τους.

Την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, οι Γιάκις συναντιούνται συνειδητά με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγκόν και τους αναρχικούς του PLM: Με το χέρι στην καρδιά σάς προσκαλούμε να επισκεφθείτε το στρατόπεδό μας, όπου τα αδέρφια σας στην εξαθλίωση θα σας υποδεχτούν με ανοιχτές αγκαλιές. Δεν έχουμε λόγια για να εκφράσουμε την αναγνώρισή μας των θυσιών σας για εμάς κι ελπίζουμε να είσαστε πάντα διατεθειμένοι να σας σφίξουμε το χέρι, μέχρις ότου ο καπιταλισμός εξαφανιστεί από αυτή τη γη των Γιάκις και η κόκκινη σημαία της Γης κι Ελευθερίας δεν θα έχει πια άλλους εχθρούς να πολεμήσει. Δεχθείτε τους χαιρετισμούς όλης της φυλής των Γιάκις και μια αδερφική αγκαλιά των συντρόφων σας στον αγώνα για Γη κι Ελευθερία… (Juan Carlos Beas και Manuel Ballesteros, Magonismo y Movimiento Indígena en México, εκδ. Antorcha, Πόλη του Μεξικού, 1986, εμπλουτισμένη επανέκδοση Σεπτέμβρης 1997).

Δεν ήταν όμως μόνο η ινδιάνικη κοινοτιστική παράδοση με τις «ασήμαντες λεπτομέρειες» που γεννούσε εξεγέρσεις στο νέο κόσμο:
«Η φυλή είναι σαν μια συστάδα δέντρων που όταν είσαι μακρυά μοιάζουν μπλεγμένα μεταξύ τους αλλά όταν τα βλέπεις από κοντά το κάθε δέντρο μοιάζει να στέκεται μόνο του» (παροιμία των λαών της δυτικής Αφρικής).

«Ubuntu»: η απελευθερωτική ουσία του δεν οφείλεται στο ότι πρόκειται για μια ελεύθερη διανομή του Linux, όπως φαντασιώνονται οι μεταμοντέρνοι θιασώτες του ελεύθερου λογισμικού. Ubuntu είναι η σύνοψη της παραδοσιακής κοσμοθεωρίας των λαών της νότιας Αφρικής. Περιφραστικά ubuntu σημαίνει «είμαι αυτό που είμαι εξαιτίας αυτού που είμαστε όλοι» και «υπάρχω επειδή υπάρχεις». Ασήμαντες λεπτομέρειες…

Η επιβίωση των κοινοτιστικών παραδόσεων στους αφρικανικούς σκλάβους που μεταφέρθηκαν στο νέο κόσμο αποτέλεσε τη βάση για το ξέσπασμα δεκάδων εξεγέρσεων που κλόνισαν συθέμελα τις ευρωπαϊκές αποικίες τον 18ο αιώνα. Οι μεγαλύτερες εξεγέρσεις των Αφρικανών σκλάβων συνέβησαν στην Αϊτή. Η πρώτη ξέσπασε 40 χρόνια πριν τη γαλλική επανάσταση, (όμως πάντα μιλάμε για τη γαλλική επανάσταση ως τη μητέρα των επαναστάσεων και όχι για την εξέγερση των σκλάβων…). Η εξέγερση συνετρίβη. Ως αρχηγός της υποδείχτηκε από τους Γάλλους αποικιοκράτες ο François Mackandal, ο οποίος θεωρήθηκε μάγος βουντού επειδή καλούσε σε επιστροφή στις αφρικανικές παραδόσεις. Κάηκε πολιτισμένα και παραδειγματικά στην πυρά το 1758. Οι εξεγέρσεις όμως συνεχίστηκαν για άλλες 4 δεκαετίες και 400.000 Αφρικανοί σκλάβοι έχασαν τη ζωή τους σε αυτές, μέχρι την παραχώρηση της ανεξαρτησίας στην Αϊτή, το 1804.

Σήμερα η μορφή του Mackandal βρίσκεται σε ένα νόμισμα της Αϊτής, της φτωχότερης οικονομίας του κόσμου, όπου τα παιδιά τρέφονται με μπισκότα φτιαγμένα από ψημένο χώμα. Η Αϊτή, ως αποικία, ήταν το πλουσιότερο νησί της Καραϊβικής, καθώς από εκεί προερχόταν το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής ζάχαρης και καφέ. Ως προϋπόθεση όμως για την παραχώρηση της ανεξαρτησίας τέθηκε η σύναψη δανείων με τις γαλλικές τράπεζες για την αποπληρωμή των εξόδων του γαλλικού στρατού και την αποζημίωση των γαλλικών εταιρειών. Η υποδούλωση μέσω του χρέους δεν είναι και τόσο καινούργια ιδέα, δεν θα έπρεπε να χρειάζονται ούτε αριστεροί οικονομολόγοι, ούτε επιτροπές λογιστικού ελέγχου για να εξηγηθεί…

6. ενσωμάτωση στην αυτοσυνείδηση της κυριαρχίας

Οι αστικές κοινωνίες κομπάζουν ότι είναι προοδευμένες λόγω της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων στο εσωτερικό τους, αδιαφορώντας για το ότι η κατοχύρωση αυτή των δικαιωμάτων επιτεύχθηκε παράλληλα με τη συγκρότηση της μέγιστης πλανητικής διαίρεσης. Τα όποια δικαιώματα/προνόμια παραχωρούνταν πάντοτε κατόπιν αγώνων ή για να αποτραπούν οι αγώνες των πολιτών των δυτικών κοινωνιών και προέρχονταν από τη λεηλασία του υπόλοιπου πλανήτη, που ήταν «καθυστερημένος και πρωτόγονος» σύμφωνα με τη δυτικοκεντρική οπτική.

Τη δεκαετία του ’50 υπαρξιστές και λεττριστές μπορούσαν να αμφισβητούν την ευτυχία της εμπορευματικής κοινωνίας στα παριζιάνικα καφέ, ενώ η γαλλική αποικιοκρατία ξεκινούσε τον πόλεμο στην Ινδοκίνα και οι Γάλλοι αλεξιπτωτιστές στην Αλγερία πραγματοποιούσαν οργανωμένα μαζικά βασανιστήρια και σφαγές. Όλοι μιλάμε για τον παρισινό Μάη του ’68, τον θεωρούμε άμεσο πρόγονο του σύγχρονου ριζοσπαστικού κινήματος. Οι αφίσες και τα συνθήματα του Μάη κατακλύζουν ακόμη την εικονογραφία μας. Και όμως, λίγα χρόνια πριν, στις 17 Οκτώβρη 1961, στο Παρίσι και πάλι, συνέβη κάτι για το οποίο δεν μιλά κανείς. Η γαλλική αστυνομία κατέστειλε βάναυσα τη συγκέντρωση 5.000 αλγερινών, οι οποίοι επιχείρησαν να διαδηλώσουν ενάντια στην απαγόρευση κυκλοφορίας των Αράβων που είχε επιβάλει η γαλλική κυβέρνηση λόγω της όξυνσης του πολέμου της Αλγερίας. Οι μπάτσοι επιτέθηκαν χτυπώντας και πυροβολώντας. Εγκλώβισαν ένα μεγάλο μέρος της διαδήλωσης σε μια παρισινή γέφυρα και άρχισαν να πετούν στον Σηκουάνα τους δολοφονημένους, τους τραυματίες, αλλά και όποιον έπεφτε στα χέρια τους! Σύμφωνα με μεταγενέστερες κυβερνητικές έρευνες, τη μέρα εκείνη δολοφονήθηκαν 70 διαδηλωτές. Ανεξάρτητες έρευνες ανεβάζουν τον αριθμό των νεκρών στους 200. Προσφάτως, ο σοσιαλιστής και φίλος της Ελλάδας πρόεδρος Ολάντ, αναγνώρισε τη σφαγή και την υπαιτιότητα της γαλλικής αστυνομίας – και λίγο μετά διέταξε τους βομβαρδισμούς της γαλλικής αεροπορίας στο Μάλι! Δεν μας κάνει εντύπωση. Στην Ελλάδα το 2009, το κίνημα μεθούσε ακόμα με την εξέγερση του Δεκέμβρη, αδυνατώντας να δει ότι είχε ήδη ξεκινήσει η αντιεξέγερση με την επίθεση ενάντια στους μετανάστες. Και δεν θα μπορούσε να είχε γίνει και αλλιώς. Την περίοδο της ευμάρειας, η ελληνική κοινωνία συνολικά σχεδόν αντιμετώπισε τους μετανάστες όχι ως ανθρώπους αλλά ως εργαλεία. Τα μεγάλα και μικρά αφεντικά τους αντιμετώπισαν ως φτηνό εργατικό δυναμικό και ως μέσο υπονόμευσης των δικαιωμάτων των ντόπιων, οι ευϋπόληπτοι πολίτες ως πεδίο άσκησης μικροσαδισμού. Συγχρόνως, στις γυναίκες μετανάστριες ανέθεσαν είτε τη φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων είτε το ξεχαρμάνιασμα και την επιβεβαίωση της αρρενωπότητας του εθνικού κορμού. Τέλος, για κάποιους “επαναστάτες”, οι μετανάστες αντιπροσώπευαν την ευκαιρία δημιουργίας ενός νέου επαναστατικού υποκειμένου, δυστυχώς όμως γι’ αυτούς, αντί να είναι έτοιμοι να «πυκνώσουν τις γραμμές του ταξικού αγώνα», οι περισσότεροι μετανάστες ονειρεύονταν μια ζωή που να θυμίζει, έστω και στις επιφανειακές της λεπτομέρειες, τη δική μας ζωή…

Το life-style είναι death-style

Ας μιλήσουμε λοιπόν για τη ζωή μας… Σήμερα, στην Eλλάδα, η συγκαλυμμένη εκμετάλλευση και η ενσωμάτωση ολοκληρώνουν έναν κύκλο. Κυρίαρχη σε κάθε όψη της ζωής είναι πλέον η ωμή βαρβαρότητα. Όταν όμως σήμερα στην Eλλάδα εντοπίζεται ως κοινωνικό ζήτημα μόνο το γεγονός ότι υποβιβαζόμαστε στην πλανητική κλίμακα εκμετάλλευσης και όχι το ότι μέχρι τώρα αποδεχόμασταν την ύπαρξή της (έχοντας και το δικαίωμα να εξεγειρόμαστε ενάντια στην κενότητα και την πλήξη), δεν είναι περίεργο που ο φασισμός πλασάρεται επιτυχώς ως λαϊκό κίνημα. Εδώ και χρόνια, ο θάνατος γεμίζει το ιλιγγιώδες κενό της ύπαρξης: με τις ταινίες του Ταραντίνο, τα πρωινάδικα, τα παρατράγουδα, τον καθημερινό μοριακό φασισμό, την εξαχρείωση, τον εξευτελισμό, την απανθρωπιά, τη μιζέρια που γεννούν την ανάγκη για ήρωες. Η αποδοχή της απόγνωσης, της μισανθρωπίας, του ατομισμού οδηγούν στην αποδοχή της κουλτούρας του μίσους.

Λέγεται συχνά πως κύριο γνώρισμα της σύγχρονης κοινωνίας είναι η αυξημένη συνθετότητα, ότι καλές είναι οι ρομαντικές ουτοπικές ιδέες, αλλά είναι ανεφάρμοστες σε μια κοινωνία τόσο αυξημένης συνθετότητας. Κι όμως. Η σημερινή κοινωνία είναι η πιο μονοδιάστατη και απλοϊκή κοινωνία που έχει υπάρξει. «Τίποτα έξω από την οικονομία, τίποτα πάνω από την οικονομία, τίποτα ενάντια στην οικονομία», αυτός είναι ο απαράβατος νόμος της. Σύνθετες σε αυτήν την κοινωνία είναι μόνον οι νευρώσεις που γεννά η απόλυτη υποταγή στις νόρμες της οικονομίας. Ο κυνισμός, οι ατομικές λύσεις, ο ανταγωνισμός, το ανικανοποίητο, φαινομενικά δημιουργούν ένα κουβάρι αξεδιάλυτο. Αν όμως πιάσεις το νήμα του από την αρχή, διαπιστώνεις ότι η κυριαρχία αναπαράγεται με το χειρισμό και την καλλιέργεια των πιο απλών και βάρβαρων ενστίκτων. Κι αυτά τα απλά και βάρβαρα ένστικτα του φοβισμένου ατομικισμού εδώ και χρόνια καλλιεργούνται μεθοδικά στον καθένα…

Γι’ αυτό και δεν υπάρχει ο αθώος λαός που θα αγκαλιάσει αίφνης την άμεση δημοκρατία ή θα αφυπνισθεί από την εξεγερτική πρακτική. Η σημερινή κοινωνία είναι ένα συνονθύλευμα από μοναχικές υπάρξεις, ακρωτηριασμένες ψυχικά και πνευματικά την περίοδο της καταναλωτικής ευμάρειας. Όσοι έχασαν την ικανότητα να φαντάζονται τη ζωή τους έξω από το κάτεργο της αλλοτριωμένης ζωής, τώρα αμφιταλαντεύονται μεταξύ του να εύχονται την επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση και του να περιμένουν τη σωτηρία από τον κάθε κουραδοχίτωνα.

Όμως σε ένα μέρος της κοινωνίας έχουν αρχίσει να επανεμφανίζονται αξίες όπως η αλληλεγγύη και ο αλληλοσεβασμός. Και καθώς καταρρέει η πίστη στις απατηλές υποσχέσεις τόσο της νεοφιλελεύθερης ευτυχίας όσο και της αριστεράς του κοινωνικού συμβολαίου, εκεί δημιουργείται το πιο πρόσφορο έδαφος για το ελευθεριακό κίνημα. Το κίνημα αυτό πρέπει να είναι θεραπευτικό, να επανεφεύρει την κοινωνία, την κοινότητα, τις αξίες, την ανθρωπιά, την ευαισθησία. Να διατρανώνει συνεχώς ότι απεχθανόμαστε αυτήν την κοινωνία ακριβώς επειδή αγαπάμε την κοινωνία.

Ας μην υποτιμούμε τις δυνατότητές μας. Ο αντίπαλος ξέρει καλύτερα. Και φοβάται. Παρά τους ψυχικούς και πνευματικούς ακρωτηριασμούς που επέφεραν δεκαετίες εμπορευματικής κυριαρχίας, η βλάβη δεν είναι ανεπίστρεπτη. Η ελευθερία βγάζει στους ώμους μας φτερά. Παρά την κρατική κατασκευή του φασιστικού ξόανου, το διάχυτο αντιεξουσιαστικό ρεύμα δεν υποχωρεί. Ο λόγος είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του διάχυτου αυτού ρεύματος έχει ήδη αρχίσει να συγκροτείται σε ελευθεριακό κίνημα.
Ένας κύκλος που το κέντρο του είναι παντού και η περιφέρειά του πουθενά

«Τι θα απομείνει μετά τον πόλεμο, τις σφαίρες που ρίχνουμε; To έργο που έχετε ξεκινήσει στα χωριά σας είναι πιο σημαντικό απ’ το να σκοτώνεις φασίστες, γιατί αυτό που σκοτώνετε με το έργο σας είναι το αστικό σύστημα. Με αυτή την έννοια, είναι το μόνο που θα καταγράψει η Ιστορία». (Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι)

«Το αίτημα για ίσα δικαιώματα σε κάθε έκφραση της ζωής είναι φυσικά δίκαιο, αλλά τελικά το πιο ζωτικό δικαίωμα είναι το δικαίωμα να αγαπάς και να σε αγαπάν». (Έμμα Γκόλντμαν)

Στις 18 Ιούλη του 1936 ο στρατηγός Φράνκο κήρυξε το στρατιωτικό πραξικόπημα, γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος να αντιμετωπιστεί ο ζωντανός ιστός τον οποίο επί δεκαετίες ύφαινε στην Ισπανία το ελευθεριακό κίνημα. Αυτός ο ζωντανός ιστός θυμίζει στα εξωτερικά του χαρακτηριστικά αυτό που είχε προτείνει ως «ηγεμονία» ο Γκράμσι. Η διαφορά είναι ότι για το ελευθεριακό κίνημα ο γαλαξίας των απελευθερωτικών πρακτικών δεν ήταν μια τεχνική πολιτικής επικυριαρχίας, αλλά η βάση για την οικοδόμηση της μελλοντικής κοινωνίας. Έτσι, μπορεί εξωτερικά να θυμίζει τις πρακτικές που σήμερα εφαρμόζουν η Χαμάς και η Χεσμπολάχ, αλλά δεν έχει καμία σχέση με αυτές, όπως δεν έχει καμία σχέση με όσους σήμερα σχεδιάζουν «δίκτυα αλληλεγγύης» ως μέσο για την αύξηση της πολιτικής τους επιρροής.

Ο ζωντανός ιστός που το ελευθεριακό κίνημα δημιουργεί μέσα στην κοινωνία της αλλοτρίωσης δεν εξαντλείται σε κάποιο πρόγραμμα, μεθοδολογία, πολιτική οργάνωση, ατομικό ή συλλογικό βολονταρισμό, παρ’ όλο που τα έχει ανάγκη όλ’ αυτά – και πολλά περισσότερα ακόμη. Το ελεύθερο πνεύμα, η αγάπη για τον άνθρωπο, η αντιεξουσιαστική ηθική, η ικανότητα για προσωπική δέσμευση, καθώς και η αποφασιστικότητα και η τόλμη που γεννιούνται από το δίκιο και τη συλλογική δύναμη είναι που δίνουν περιεχόμενο στις πράξεις.

Οι εκδοτικές προσπάθειες, οι απόπειρες πολιτικής συγκρότησης, τα δίκτυα πρακτικής αλληλεγγύης, ο συνδικαλισμός βάσης, οι κουζίνες ανέργων, οι ομάδες συγγένειας, οι ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι, τα ελεύθερα μαθήματα, η αυτοδιαχείριση σε εργασιακούς χώρους, οι συνελεύσεις γειτονιάς, οι ομάδες αυτομόρφωσης, οι συνεργατικές, η παραγωγή αντικουλτούρας, ο μαχητικός αντιφασισμός, η αλληλεγγύη στους μετανάστες, η συμμετοχή στους αγώνες για την υπεράσπιση των κοινών δεν είναι μέσο για την πολιτική επικυριαρχία, είναι η βάση για την κοινωνική απελευθέρωση. Είναι ο ζωντανός ιστός που ξαναγεννά τη ζωή. Καμία εξουσία δεν μπορεί να τον νικήσει.

Γιώργος Οικονόμου – Η πολιτική ως συμμετοχή και η άμεση δημοκρατία

Του Γιώργου Ν. Οικονόμου

Το Πολυτεχνείο 1973 συνιστά πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα πολιτικό γεγονός και ως τέτοιο άφησε σημαντική παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές, όπως φάνηκε από την πολιτική δυναμική και τις εντάσεις που δημιουργούσε επί δεκαετίες κάθε χρόνο στην επέτειο. H κατάληψη-εξέγερση τον Νοέμβριο 1973 έχει τα χαρακτηριστικά ενός αυτόνομου κινήματος, με πολιτικό περιεχόμενο και πολιτικούς στόχους, ανεξάρτητο από κόμματα, ηγέτες, ιδεολογίες και γραφειοκρατίες.

Ένας από τους κύριους στόχους του Πολυτεχνείου 1973 ήταν η Δημοκρατία. Όχι φυσικά κάποια αποκατάσταση του προηγουμένου διεφθαρμένου και αποτυχημένου κοινοβουλευτισμού ή κάποια βελτιωμένη εκδοχή του, αλλά ένα πολίτευμα στο οποίο ο δήμος θα είναι ουσιαστικά κυρίαρχος, θα υπάρχει «λαϊκή κυριαρχία» ή «λαϊκή εξουσία» (χρησιμοποιώ εδώ τους όρους που υπήρχαν στα συνθήματα των εξεγερμένων και στην Ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής). Οι όροι αυτοί δεν είχαν τις σημασίες που έχουν συνήθως στα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα και συντάγματα, και ισοδυναμούν με την απουσία λαϊκής κυριαρχίας – «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και ασκούνται από τους αντιπροσώπους». Υπήρχε σαφής εκφρασμένη απόρριψη του προδικτατορικού καθεστώτος, όχι μόνο της μοναρχίας, αλλά και του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, που είχε καταντήσει έρμαιο των δημαγωγών, του παρακράτους, του Στρατού και των επεμβάσεων των Ηνωμένων Πολιτειών. Το προδικτατορικό καθεστώς για τους συμμετέχοντες σε καμία περίπτωση δεν ήταν δημοκρατικό, εν αντιθέσει με την κυρίαρχη ιδεολογία της Μεταπολίτευσης ότι με το τέλος της δικτατορίας το 1974 «αποκαταστάθηκε η δημοκρατία»!

Μία σαφής ένδειξη για την ιδέα της δημοκρατίας που είχαν κατά νου οι συμμετέχοντες, ή τουλάχιστον η πλειονότητά τους, ήταν η εσωτερική αυτοοργάνωση και ο αυτοκαθορισμός της κατάληψης. Η δυναμική και η λειτουργία της στηριζόταν στην αυτοδιεύθυνση: συγκρότηση επιτροπών για τη σίτιση, την περιφρούρηση, για τις πρώτες βοήθειες και το φαρμακείο, τον έρανο κ.ά. Διαρκείς συνελεύσεις των σχολών, εκλογή ατόμων για τη συγκρότηση Συντονιστικής Επιτροπής με εικοσιτετράωρη θητεία, η οποία εκτελούσε τις αποφάσεις των συνελεύσεων και συντόνιζε τον αγώνα. Το κυρίαρχο όργανο ήταν οι γενικές συνελεύσεις οι οποίες ελάμβαναν όλες τις καθοριστικές αποφάσεις για το πολιτικό περιεχόμενο και την πορεία της κατάληψης. Οι αποφάσεις εκφράζονταν άλλωστε από τα μεγάφωνα, τους πολυγράφους και τον ραδιοφωνικό σταθμό. Έτσι διασφαλιζόταν η διαφάνεια, η πληροφόρηση, η βούληση και η θέληση των συμμετεχόντων. Δεν καθοδηγούσε καμία κομματική οργάνωση, δεν χειραγωγούσε ουδείς «ηγέτης», δεν κινούσε τα νήματα καμία έξωθεν εξουσία. Η άμεση δημοκρατία στην πράξη, η αυτονομία ως έμπρακτη πρόταση.

Η πρόταση αυτή είναι ένα το καινούριο που κομίζει το Πολυτεχνείο στην πολιτική πράξη, συνδεδεμένο με μία άλλη αντίληψη περί πολιτικής, η οποία συγκαλύπτεται σκοπίμως από τις κυρίαρχες δυνάμεις του συστήματος (ιδεολογίες, κόμματα, πολιτικούς, ΜΜΕ). Αυτή η έννοια της πολιτικής στηρίζεται στην ιδέα πως αυτό που δημιουργεί τις ουσιαστικές αλλαγές και τους θεσμούς είναι το ανθρώπινο πράττειν, το σκεπτόμενο πράττειν της ανώνυμης συλλογικότητας, χωρίς προκατασκευσμένες οδηγίες, ιδεολογικά δόγματα και κομματικές συνταγές. Πολιτική δεν είναι η εφαρμογή κάποιας θεωρίας ούτε η χειραγώγηση των ανθρώπων από κάποιους υποτιθέμενους ειδικούς, κομματικούς διανοουμένους, επαγγελματίες πολιτικούς και γραφειοκρατικούς μηχανισμούς. Η πολιτική είναι υπόθεση της κοινωνίας, των δρώντων υποκειμένων που βασίζονται στην αυτοοργάνωση, στην αυτόνομη θέλησή τους και δεν εκποιούν την επιθυμία και τη δύναμη τους στους ολίγους, στα κόμματα, στους «αντιπροσώπους», δηλαδή δεν αλλοτριώνονται πολιτικώς. Η άμεση πολιτική συμμετοχή στις συλλογικές διαβουλεύσεις και αποφάσεις, λειτουργεί και ως σχολείο αυτοσυνείδησης και αυτομόρφωσης των πολλών.

Η πολιτική ανακτά έτσι το γνήσιο νόημά της: την άμεση ενασχόληση με τα κοινά, τη συμμετοχή μαζί με άλλους σε οριζόντια αντιιεραρχική, αντιγραφειοκρατική δράση. την υπέρβαση της παραίτησης, της ιδιώτευσης και της ανάθεσης των κοινών σε αντιπροσώπους. Η δημοκρατική πολιτική συνεπάγεται την άμεση ψυχοσωματική επένδυση στην ενεργό πολιτική δράση. Ενώ το βασικό χαρακτηριστικό των κομμάτων και του κοινοβουλευτισμού είναι η λήψη των αποφάσεων από τις γραφειοκρατικές ηγεσίες «πριν από εμάς για εμάς», η πολιτική που ανέδειξε το Πολυτεχνείο είναι «εμείς οι ίδιοι για εμάς τους ίδιους», άμεσα, χωρίς μεσολαβητές, «ειδικούς» και γραφειοκράτες. Στην αντίληψη αυτή για να υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική θεσμική αλλαγή χρειάζεται κοινωνική συλλογική δράση, ρητή και διαυγής, στη μορφή της και στους στόχους. Χρειάζεται μία πολιτική συλλογικότητα που να αγωνίζεται και να δρα, έξω (και μη εξαρτώμενη) από κόμματα, εκλογές, κοινοβούλια, αντιπροσώπους και κράτος. Οι μεγάλες θεσμικές αλλαγές δεν προήλθαν από αυτούς. Το πεδίο της πολιτικής δεν βρίσκεται εκεί. Βρίσκεται παντού, είναι η ίδια η κοινωνία.