Menu

EAGAINST.com

Ποιοι και γιατί εχθρεύονται την αυτοδιαχείριση;

3463463

του Κώστα Χαριτάκη (δημοσιεύεται στο 17ο τεύχος του περιοδικού ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ που κυκλοφορεί)

Το εγχείρημα της αυτοδιαχειριζόμενης ΒΙΟΜΕ έχει βρεθεί αντιμέτωπο όχι μόνο με τους “φύσει” και “θέσει” εχθρούς της αυτοδιαχείρισης, τα αφεντικά και το κράτος, αλλά και με δυνάμεις της αριστεράς, κομμουνιστικές και αντικαπιταλιστικές, ακόμη και του αναρχικού κινήματος. Παρά τις διαφορές τους, οι δυνάμεις αυτές φαίνεται να συμφωνούν ως προς το ότι εντός του καπιταλισμού η αυτοδιαχείριση δεν μπορεί παρά να είναι ένα είδος “αυτοεκμετάλλευσης” των εργαζομένων, μια μορφή “συλλογικού κεφαλαιοκράτη”. Και επομένως, όχι μόνο δεν έχει να προσφέρει τίποτα στην υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης, αλλά, ακόμη χειρότερα, “απαλλάσσει” τον καπιταλισμό από την …υποχρέωσή του να βρίσκει δουλειά και να τρέφει όλους τους εργαζόμενους. Κατά μία άλλη παραλλαγή αυτών των απόψεων, αν και αναγνωρίζονται οι “καλές προθέσεις” τέτοιων εγχειρημάτων, είναι ωστόσο καταδικασμένα απλώς να διαχειρίζονται τη μιζέρια και να αναπαράγουν εντέλει τον καπιταλισμό όσο δε συμβαίνει μια “κεντρική” αλλαγή μέσω της κατάκτησης της κρατικής εξουσίας.

Στη συζήτηση αυτή, που πολλές φορές έχει πάρει διαστάσεις ανοιχτής πολεμικής και εχθρότητας απέναντι σε κάθε αυτοδιαχειριστική προσπάθεια, έχουν επιστρατευτεί τα βαρύτιμα θεωρητικά τσιτάτα από τις σκονισμένες βιβλιοθήκες, συνήθως, του μαρξισμού-λενινισμού, τα οποία αποδεικνύουν, “επιστημονικά” πάντα, τη μη επαναστατικότητα ή/και την ανοιχτή αντεπαναστατικότητα αυτών των προσπαθειών. Δύο είναι τα κύρια σημεία αυτής της επίθεσης: α) η αυτοδιαχείριση εκτρέπει τους εργαζόμενους από το κύριο έργο που θα πρέπει να έχει το “οργανωμένο εργατικό κίνημα” που είναι η διεκδίκηση αιτημάτων από το κράτος και τις κυβερνήσεις, και β) αρνείται, ή έστω υπονομεύει, την αναγκαιότητα του ρόλου του “κόμματος της εργατικής τάξης” που αυτό και μόνο, με τον αγώνα του για την οργάνωση της τάξης και την κατάκτηση της εξουσίας, μπορεί να “απελευθερώσει” την κοινωνία.

Είναι φανερό, και μόνο από αυτή τη συνοπτική περιγραφή, ότι δεν πρόκειται απλά για κάποιες πολιτικο-θεωρητικές διαφορές αλλά για ένα ολόκληρο πολιτισμικό και κοσμοθεωρητικό ρήγμα που χωρίζει αυτές τις απόψεις από την πνοή και το πνεύμα των αυτοδιαχειριστικών εγχειρημάτων. Στην πραγματικότητα, και γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον, αυτή η αντιπαράθεση συμπυκνώνει με εξαιρετικά διαυγή τρόπο τη διαφορά ανάμεσα στον ηττημένο και ασθμαίνοντα μπροστά στις νέες πραγματικότητες κόσμο της ιδεολογίας και των κάθε είδους “-ισμών” (κλειστών αυτοαναφορικών συστημάτων), από τη μια, και του ζωντανού και ανοιχτού κόσμου της πράξης που παλεύει εδώ και τώρα για απεξάρτηση από τις κυρίαρχες σχέσεις και αυτοκαθορισμό, από την άλλη. Με άλλα λόγια, ανάμεσα σε μια εκ των άνωθεν παλιού τύπου κομματοκεντρική και κρατικά εστιασμένη πολιτική, και σε μια νέου τύπου πολιτική που αναδύεται από τα κάτω, από αγωνίες, διεργασίες και μάχες που αφορούν το “πώς να ζήσουμε” και όχι απλώς το “υπό ποιους θα ζήσουμε”.

Φυσικά, η θεωρητική συζήτηση έχει την ιστορία της και η εξέτασή της έχει τη σημασία της, όμως σήμερα τα παλιά ερωτήματα τίθενται με νέους όρους και οι παλιές απαντήσεις, ανεπαρκείς όπως αποδείχθηκε και στον καιρό τους, δεν μπορούν να διεκδικούν την επάρκεια σήμερα… Είτε από τη σκοπιά των λεγόμενων “αντικειμενικών συνθηκών”, είτε από τη σκοπιά των λεγόμενων “υποκειμενικών συνθηκών” (διαχωρισμός που, στο όνομα μάλιστα του υλισμού, έχει καταντήσει μεταφυσικός), όλες οι έννοιες των παραδοσιακών ιδεολογιών έχουν ρευστοποιηθεί, προσβεβλημένες από τη διπλή απώλεια και του “υποκειμένου” (εργατική τάξη, όπως την ξέραμε) και του “αντικειμένου” (καπιταλισμός, όπως τον ξέραμε). Βεβαίως και τα δύο εξακολουθούν να υπάρχουν, μόνο που δεν αντιστοιχούν πλέον ακριβώς οι λέξεις με τα πράγματα. Και δεν είναι μόνο οι κυρίαρχοι που ξανασχεδιάζουν το χάρτη των εννοιών και των συμβολισμών της δικής τους κυριαρχίας, αλλά και το ανταγωνιστικό αντικαπιταλιστικό κίνημα επαναπροσδιορίζει τις έννοιες και τα μέσα της χειραφέτησης με τη δική του πολύπλευρη πρακτική.

Η αυτοδιαχείριση, λοιπόν, ως ζωντανή τάση του σημερινού (“κάτω”) κόσμου, δεν έχει ανάγκη να αντλήσει τα επαναστατικά διαπιστευτήριά της από τις ματαιωμένες σελίδες των απάντων οποιουδήποτε μεγάλου διδασκάλου, ούτε από την ηρωικότητα των ανεκπλήρωτων προσπαθειών του παρελθόντος. Της αρκεί, θα έπρεπε να της αρκεί, το ότι καταφέρνει να εμπλέκει σήμερα, εδώ και τώρα, ένα πλήθος υποκειμένων σε ένα εν δυνάμει σχέδιο αναδιοργάνωσης της ζωής με όρους αυτονομίας, ισότητας και ελευθερίας. Ποια σελίδα τίνος στοχαστή, ποια αφήγηση ποιας εποχής, μπορεί να διεκδικεί ανώτερη ισχύ από την παλλόμενη συγχρονική πράξη της προσπάθειας για απαγκίστρωση από τον ετεροκαθορισμό και την ετερονομία, την κυριαρχία, την ανισότητα και την εκμετάλλευση, αυτών που υποτίθεται ότι αποτελούν για όλους τους επαναστάτες τον “περιούσιο λαό” της κοινωνικής απελευθέρωσης; Η “πράξις” αυτή δεν είναι αστόχαστη, εμπεριέχει και θεωρητικές καταβολές και ιστορικές εμπειρίες, αλλά δε δημιουργεί κάποιου είδους “ιδεολογική ταυτότητα”. Κι ίσως αυτό είναι που ξενίζει περισσότερο τους θεωρητικούς “καθοδηγητές”, μαθημένοι καθώς είναι σε μια σκέψη πρωτίστως “ταυτοτική” που δομείται γύρω από το ερώτημα “πού κατατάσσεσαι” και όχι γύρω από το “τι είναι αυτό που κάνεις”.

Αλλά αυτό που κάνουμε είναι “περισσότερο ένα μοντέλο μετάβασης, παρά ένα μοντέλο κοινωνίας, όπου χτίζουμε προοδευτικά τις πρακτικές και παίρνουμε αποφάσεις που μας απομακρύνουν από το σημείο εκκίνησής μας εντός του συστήματος, προς τον κόσμο στον οποίο θέλουμε να ζήσουμε” (Ενρίκ Ντουράν – συνέντευξη για τη συνεταιριστική πρωτοβουλία CIC της Καταλονίας, διαθέσιμη στο www.x-pressed.org). Οι παραδοσιακές ιδεολογίες εστίαζαν κυρίως στην περιγραφή των αρχών και των δομών της νέας κοινωνίας (εν είδει άρθρων πίστης στην ιδανική κοινωνία που κάποτε θα φτάσουμε), η μετάβαση ήταν αφημένη στον “αυτόματο πιλότο” μιας κρατικά ελεγχόμενης και καθοδηγούμενης επαναστατικής διαδικασίας. Ο “νέος άνθρωπος” (η καθαρίστρια του “Κράτος και Επανάσταση” του Λένιν, που θα μπορούσε να αναλάβει τη διακυβέρνηση) θα προέβαλε μετά από δοκιμασίες και πολύχρονη κοπιαστική εκπαίδευση από το κόμμα και το κράτος. Μέχρι τότε, ολόκληρη η ιεραρχία του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας και της διεύθυνσης θα ήταν αναγκαία και αδιαμφισβήτητη. Τα εργοστασιακά συμβούλια και η αυτοδιαχείριση ήταν “αποδιοργάνωση”, ο κρατικός σχεδιασμός και η μονοπρόσωπη διεύθυνση ήταν “οργάνωση”. Ε, λοιπόν, αυτός ο “νέος άνθρωπος” δεν προέβαλε ποτέ τελικά, όπως όλοι ξέρουμε πια σήμερα, γιατί ακριβώς ενώ προσπάθησε να πάρει τα εργοστάσια και τη ζωή στα χέρια του, τελικά υπέκυψε στη διαπαιδαγωγητική λειτουργία του κόμματος και του κράτους.

Όπως φαίνεται από αυτή τη δραματική ιστορική εμπειρία, αλλά κυρίως από τη σύγχρονη ολοκληρωτική καπιταλιστική συνθήκη, το ερώτημα που έχουν να αντιμετωπίσουν θεωρητικά και πρακτικά, ή με μια θεωρητική πρακτική, τα κοινωνικά χειραφετικά κινήματα είναι “πώς μπορεί κανείς να καθιερώσει, στα διαλείμματα της υποτέλειας, τη νέα εποχή της ελευθερίας: όχι την εξέγερση των σκλάβων, αλλά την έλευση μίας νέας κοινωνικότητας μεταξύ ατόμων που ήδη έχουν, ο καθένας από μόνος του, αποτινάξει τα δουλοπρεπή πάθη που αναπαράγονται επ’ αόριστον από τον ρυθμό των ωρών εργασίας;” (Ζακ Ρανσιέρ – “The nights of labour: The workers’ dream in nineteenth century”, παρατίθεται στο “Ο Σίσυφος και η Εργασία της Φαντασίας”, Stevphen Shukaitis, http://www.rebelnet.gr). Κάτι τέτοιο απαιτεί τη δημιουργία “υλικών βάσεων” για την απεξάρτηση της ζωής μας από το κεφάλαιο και το κράτος. Αν θέλουμε να κινηθούμε από το επίπεδο της προπαγάνδας και των ακαδημαϊκών-πολιτικών μαθημάτων στο επίπεδο της ζωής, πρέπει να βρούμε ή να δημιουργήσουμε εδάφη όπου μπορούμε να ριζώσουμε και να αναπτυχθούμε με τα δικά μας ανεξάρτητα μέσα. Πρέπει να μπορούμε να δημιουργούμε λύσεις από εμάς και για εμάς, και όχι απλά να ζητάμε λύσεις από το κεφάλαιο και το κράτος διαιωνίζοντας την εξάρτησή μας από τις αλυσίδες της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας. Η αυτοδιαχείριση μπορεί να μας παρέχει τα μέσα για την επιβίωσή μας με αξιοπρέπεια και ελευθερία, δημιουργώντας ταυτόχρονα εκείνα τα δίκτυα αλληλεγγύης και οριζόντιας αμεσοδημοκρατικής διασύνδεσης που θα αποτελέσουν το πραγματικό έδαφος κοινωνικής χειραφετικής κίνησης και δημιουργίας των δικών μας κοινών.

Όπως το θέτει και πάλι ο Ρανσιέρ, “η απουσία του αφεντικού από την ώρα και το χώρο της παραγωγικής εργασίας μετατρέπει αυτή την εκμεταλλευόμενη εργασία σε κάτι περισσότερο: όχι απλώς μια συμφωνία που υπόσχεται στο αφεντικό μία καλύτερη απόδοση σε αντάλλαγμα της ελευθερίας της κίνησης των εργατών αλλά τη διαμόρφωση ενός τύπου κίνησης των εργατών που ανήκει σε διαφορετική ιστορία από αυτή των αφεντικών”. Ακριβώς αυτό: η δημιουργία της δικής μας ιστορίας. Ή με άλλα λόγια, η δική μας αυτοεκπαίδευση …στο να μην είμαστε εργάτες. Να μην είμαστε απλώς ο άλλος πόλος του κεφαλαίου, έτοιμοι να πεθάνουμε από ασφυξία μόλις κοπεί ο δεσμός μας (ή μάλλον τα δεσμά) μαζί του. Στην παραδοσιακή ιδεολογία και εργατική πολιτική υπάρχουν μόνο αφεντικά και εργάτες. Γι’ αυτό και τους εργάτες που επιλέγουν την αυτοδιαχείριση δεν μπορούν να τους κατατάξουν παρά μόνο ως καινούργια αφεντικά. Δεν υπάρχει χώρος για να κινηθούν οι εργάτες πέρα από αυτή τη σχέση, καταργώντας έτσι και τον εαυτό τους ως επιβεβαίωση του κεφαλαίου. Αυτόν το δρόμο πασχίζει να διασχίσει, με τεράστιες δυσκολίες και πλήθος αντιφάσεων, η αυτοδιαχείριση. Και αυτό είναι που πάνω απ’ όλα δε συγχωρούν οι εχθροί της…

Μια σύντοµη κριτική της αυτοοργάνωσης στην Ελλάδα – από Blaumachen #6

Καθώς σήµερα στην Ελλάδα το κράτος αποσύρεται  από την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναµης µε τη µορφή της πρόνοιας, αντικαθιστώντας την µε τα «προγράµµατα απασχόλησης»  και την καταστολή, ενώ το κεφάλαιο,  µεγάλο και µικρό, αναγκάζεται να αποσυρθεί από επενδύσεις και την παραγωγή, πετώντας όλο και µεγαλύτερο κοµµάτι του πληθυσµού εκτός της επίσηµης αγοράς εργασίας και προς την «µαύρη»/επισφαλή εργασία και την ανεργία, έχουν εµφανιστεί πολλές αυτοοργανωµένες δραστηριότητες, καθώς και ένα αυξηµένο ενδιαφέρον για αυτές, ακόµα και από το κράτος. Αυτές οι δραστηριότητες συχνά αποτελούν άµεση απάντηση στη συµπίεση προηγούµενων πηγών αναπαραγωγής (µισθοί, συντάξεις, πρόνοια), και εµφανίζονται ως αναγκαίες. Ωστόσο, όχι µόνο είναι συµπτωµατικές της κρίσης, αλλά και αυτές οι ίδιες διαπερνώνται από την κρίση. Ο σκοπός αυτού του κειµένου είναι να αναπτυχθούν κάποιες σκέψεις σχετικά µε αυτές τις δραστηριότητες, όχι από τη σκοπιά τού αν είναι σωστές ή λάθος ή αν οι άνθρωποι θα έπρεπε να κάνουν κάτι άλλο, αλλά από τη σκοπιά των ορίων ή αντιφάσεων που αντιµετωπίζουν. Οι έννοιες του χρήµατος, της εµπορευµατικής ανταλλαγής, της αξίας και της αφηρηµένης  εργασίας σχετίζονται άµεσα µε αυτή τη συζήτηση.

Η εµπορευµατική ανταλλαγή είναι αυτό ακριβώς που συνέχει τα εγχειρήµατα εναλλακτικής  οικονοµίας που δηµιουργούν δίκτυα εναλλακτικών νοµισµάτων ή τράπεζες χρόνου. Ο στόχος αυτών των εγχειρηµάτων είναι, από τη µία, να δηµιουργήσουν οικονοµική δραστηριότητα εκεί που δεν υπάρχει, και, από την άλλη, να δηµιουργήσουν σχέσεις κοινότητας και αλληλεγγύης ανάµεσα στους κατοίκους µιας περιοχής. Ένα τοπικό νόµισµα, είτε βασίζεται στον χρόνο είτε όχι, περιορίζει το πεδίο των ανταλλακτικών δραστηριοτήτων και προστατεύει τα µέλη του δικτύου από τον εξωτερικό ανταγωνισµό. Θα µπορούσαµε να πούµε ότι πρόκειται για ένα είδος µικροπροστατευτισµού. Επιπλέον, προσπαθεί να χτίσει δεσµούς κοινότητας ανάµεσα στα µέλη. Αυτές οι δύο πλευρές των εγχειρηµάτων αυτών συνδέονται στενά η µία µε την άλλη και οι αντιφάσεις τους προεικονίζουν µελλοντικές εντάσεις εντός αυτής της αλληλεξάρτησης.

Η ύπαρξη σχέσεων απλής ανταλλαγής ανάµεσα στα µέλη σηµαίνει ότι µιλάµε για οικιακή παραγωγή που είναι εξαρτηµένη από την ευρύτερη οικονοµία στο εξωτερικό της κοινότητας. Η ανταλλακτική κοινότητα δεν είναι λοιπόν εντελώς αυτόνοµη αλλά διαπερνάται από την εξελισσόµενη κρίση. Είναι δύσκολο να παραµείνει ανεπηρέαστη από την απαξίωση της εργασιακής δύναµης. Από την άλλη πλευρά, ακόµα και αν επιτύχει έναν βαθµό αυτονοµίας, µια κοινότητα που βασίζεται στην απλή ανταλλαγή δηµιουργεί αναγκαστικά δεσµούς αλληλεξάρτησης βασισµένους στην τοπική ιδιοκτησία, δεν αποτελείται από άτοµα που ελεύθερα επιλέγουν τις µεταξύ τους σχέσεις. Αυτό έχει ως συνέπεια την πιθα- νότητα οι κοινότητες αγώνα που µπορεί να αναδυθούν από τις ανταλλακτικές κοινότητες να βρεθούν αγκιστρωµένες σε ζητήµατα τοπικής ταυτότητας και τοπικής ιδιοκτησίας και να έρθουν σε σύγκρουση µε τους «εκτός» υπερασπιζόµενες αυτή την τοπικότητα, αντί να κινηθούν προς την κατάργηση των σχέσεων ιδιοκτησίας.

Μέσα σε αυτές τις µικροαγορές ήδη βλέπουµε ένα γενικό ισοδύναµο που αποτελεί µέτρο της ανταλλακτικής αξίας, είτε αυτό είναι εναλλακτικό χρήµα είτε πίστωση χρόνου, καθώς και παραγωγή για την αγορά, πράγµα το οποίο σηµαίνει ότι η εργασία ως εργασία που παράγει εµπορεύµατα ήδη εξισώνεται µέσω της ανταλλαγής, και εποµένως υπάρχει ως αφηρηµένη απέναντι στις συγκεκριµένες ιδιότητές της. Ωστόσο, οι τράπεζες χρόνου, κινητοποιηµένες από την ιδέα της ισότητας, χρησιµοποιούν  τον χρόνο συγκεκριµένης εργασίας ως µέτρο του πλούτου, αγνοώντας τις όποιες διαφοροποιήσεις στην παραγωγικότητα, την εντατικότητα και τη συνθετότητα της εργασίας. Ωστόσο, η συνύπαρξη αυτών των διαφοροποιήσεων απαιτεί µια διαρκή διαπραγµάτευση γύρω από την αξία της κάθε ώρας διαφορετικών συγκεκριµένων εργασιών ώστε να συνεχίζει να ισχύει αυτή η αρχή της ισότητας. Η εξίσωση των διαφορετικών εργασιών στην αγορά απαιτεί την επαρκή µορφή της. Αυτή η διαπραγµάτευση µπορεί είτε να οδηγήσει στο να µετατραπούν οι πιστώσεις χρόνου σε πραγµατικό χρήµα, δηλαδή να πάψουν να µετρούνται στη βάση του χρόνου συγκεκριµένης  εργασίας, είτε στην αναγκαιότητα να υπάρχουν αυστηροί και συνεχείς έλεγχοι στις ιδιότητες και τις µορφές της εργασίας που ανταλλάσσεται, κάτι που θα εµποδίζει την επέκταση αυτής της µικροαγοράς. Η τράπεζα χρόνου, συνεπώς, δεν µπορεί να εξαπλωθεί χωρίς να εισάγει τη µορφή-χρήµα, και δεν µπορεί να αποφύγει την εισαγωγή του χρήµατος χωρίς να συρρικνωθεί. Στον βαθµό που εξαπλώνεται, η διαφοροποίησή της από την κυρίαρχη οικονοµία θα τείνει να εξαφανιστεί.

Η άποψη που θεωρεί τις εναλλακτικές οικονοµίες ως κάτι περισσότερο από προσπάθειες επιβίωσης µέσα στην κρίση και αναζητά έναν επαναστατικό ορίζοντα σε αυτό που είναι και όχι στη ρήξη µε το περιεχόµενό  τους, βλέπει το χρήµα ως απλή κυριαρχία ή ως απλό σύµβολο,[1] αντί για αυτό που είναι: ένα αφηρηµένο ισοδύναµο, µια λειτουργία, το πιο επαρκές µέσο της ανταλλαγής. Η εµπορευµατική ανταλλαγή καθιστά αναγκαίο το χρήµα, δεν «κυριαρχείται» από αυτό. Η ανταλλαγή, η αφηρηµένη εργασία, ο καταµερισµός της εργασίας, είναι προϋποθέσεις της παραγωγής αξίας, µε άλλα λόγια του καπιταλισµού. Δεν είναι «αυθεντικές» σχέσεις τις οποίες ο καπιταλισµός εκ των υστέρων ιδιοποιείται. Οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις δεν γίνονται λιγότερο καπιταλιστικές αντικαθιστώντας το χρήµα µε κάτι άλλο, που ούτως ή άλλως καταλήγει αναγκαστικά και πάλι να είναι χρήµα.[2] Η κατάργηση του χρήµατος ως διαµεσολάβησης των σχέσεων παραγωγής δεν µπορεί να συµβεί χωρίς την κατάργηση όλων των άλλων διαµεσολαβήσεων που συντηρούν και συντηρούνται από το χρήµα, παντού σε όλη την κοινωνία και όχι µόνο τοπικά.

Τα κοινωνικά εγχειρήµατα που προτάσσουν τη χαριστικότητα επίσης αντιµετωπίζουν όρια που τίθενται από την ίδια τη φύση της δραστηριότητάς τους, στην προσπάθειά τους να παρέχουν κοινωνικές υπηρεσίες από τις οποίες το κράτος έχει αποσυρθεί. Τα εγχειρήµατα αυτά είναι ταυτόχρονα συµπτωµατικά της κρίσης και απαραίτητα για την επιβίωση εντός της. Περιλαµβάνουν  από κουζίνες που προσφέρουν δωρεάν φαγητό σε άστεγους,  ανταλλακτικά παζάρια ρούχων και «κοινωνικά παντοπωλεία», µέχρι νηπιαγωγεία και δωρεάν µαθήµατα για παιδιά. Τα παραπάνω οργανώνονται τόσο από πολιτικές οµάδες όσο και αυθόρµητα.Το ζήτηµα της περίθαλψης  είναι ενδιαφέρουσα περίπτωση, καθώς υπάρχουν αυτο-οργανωµένα ιατρεία σε αρκετές πόλεις. Τα ιατρεία αυτά τα λειτουργούν εργαζόµενοι στον τοµέα της υγείας που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους δωρεάν, και όλοι οι χώροι, ο εξοπλισµός και τα φάρµακα προέρχονται  από δωρεές αλληλέγγυων.[3] Αποτελούν κοµµάτι των αγώνων των εργαζοµένων στον χώρο της υγείας και του αγώνα για καθολική δωρεάν περίθαλψη, και επιχειρούν την αποεµπορευµατοποίησή  της στην πράξη. Ωστόσο, η αντίφαση που αντιµετωπίζουν αυτά τα εγχειρήµατα γίνεται τόσο περισσότερο εµφανής όσο η αρχή της αυτονοµίας (από το κράτος, τις ΜΚΟ, την εκκλησία ή ιδιωτικές εταιρίες) αναδύεται πιο δυναµικά εντός τους, έχοντας το πρόταγµα της αυτοδιαχείρισης  ως ορίζοντα. Τα κοινωνικά ιατρεία αλληλεγγύης εµπλέκονται σε µια δραστηριότητα  το ίδιο το περιεχόµενο της οποίας καθορίζεται από την ταξική σχέση: µια αναπαραγωγική λειτουργία που µέχρι πρόσφατα επιτελούσε το κράτος για τη συντήρηση της εργασιακής δύναµης, λειτουργία που πλέον δεν είναι διατεθειµένο να αναλάβει. Οι πρακτικές τους αντικειµενικά δεν µπορούν να αποφύγουν το ζήτηµα του τι είναι η ίδια η ιατρική γνώση, που σε τελική ανάλυση ορίζεται από την ύπαρξή της ως αναπόσπαστο κοµµάτι της αναπαραγωγής  της εργατικής δύναµης ως εργατικής δύναµης (καταλληλότητα για εργασία), και της παραγωγής των ιατρικών τεχνολογιών διαµέσου υπολογισµών κόστους και απόδοσης των επενδύσεων για τις βιοµηχανίες φαρµάκων και ιατρικού εξοπλισµού. H «υγεία», λοιπόν, ακόµα και στο στοιχειώδες επίπεδο στο οποίο περιορίζονται  τα κοινωνικά ιατρεία, δεν µπορεί, εξ ορισµού, να είναι «δωρεάν» και κάποια στιγµή θα έρθει ο καιρός που η οικονοµική ενίσχυση από τους συντρόφους δεν θα είναι αρκετή. Τότε, το πρόβληµα του να διατηρηθεί η αυτονοµία χάριν του αγώνα για την αυτοδιαχείριση εµφανίζεται διπλό: από τη µια πλευρά, η µη αποδοχή χορηγιών από εταιρίες, ΜΚΟ ή το κράτος, θα σηµαίνει ότι είναι αδύνατον να συνεχιστεί το εγχείρηµα,  κάτι που θα άφηνε χωρίς περίθαλψη αυτούς που δεν έχουν πρόσβαση στο σύστηµα υγείας. Από την άλλη, υπάρχει το ερώτηµα του αν η ίδια η προϋπόθεση των υπηρεσιών «υγείας» – η εργασία, ο καταµερισµός της και η αναπαραγωγή της, µε άλλα λόγια, η διαχείριση της ζωής µε σκοπό την παραγωγή – µπορεί πραγµατικά να αµφισβητηθεί µέσω του πολυπόθητου σχεδίου της αυτοδιαχείρισης.

Ενώ το πρώτο πρόβληµα συχνά αναγνωρίζεται ξεκάθαρα από όσους συµµετέχουν στα εγχειρήµατα αυτά, αυτό που θεωρούν ως την πιο ελπιδοφόρα πλευρά της δράσης τους είναι η δηµιουργία «αλληλέγγυων υποκειµένων» τα οποία συνδέουν άµεσα µε την εργατική αυτοδιαχείριση. Το όριο που πρέπει να ξεπεραστεί, εδώ, όµως, δεν βρίσκεται στο επίπεδο του υποκειµένου αλλά στις δυνατότητες των συγκεκριµένων πρακτικών. Η δωρεάν προσφορά υπηρεσιών υγείας µπορεί να είναι απαραίτητη υπό τις σηµερινές συνθήκες για την επιβίωση πολλών προλετάριων, αλλά δεν µπορεί να βάλει τέλος στη συστηµατική διαµεσολάβηση της «υγείας» από το χρήµα. Ακόµα και στο ιδανικό πλαίσιο µιας «αυτοδιαχειριζόµενης κοινωνίας», η «υγεία» δεν θα έπαυε να είναι εµπόρευµα, ακριβώς επειδή η ίδια η εµπορευµατική µορφή, η εργασία, ο καταµερισµός της και η µέτρηση της παραγωγικότητάς  της, δεν θα αµφισβητούνταν. Η «υγεία» λοιπόν θα συνέχιζε να βασίζεται στη συντήρηση της εργασιακής δύναµης µε τον πιο οικονοµικό τρόπο. Ίσως, αντίθετα, σε µια γενικευµένη  κατάσταση ρήξης, που θα ενέπλεκε ολόκληρη την κοινωνία, σε µια ολική σύγκρουση ενάντια στην τάξη του κεφαλαίου και το κράτος, όπου θα αµφισβητούνταν οι διαµεσολαβήσεις του χρήµατος και της ανταλλαγής, θα βλέπαµε µαζί και την αµφισβήτηση της ίδιας της «υγείας». Τότε, η αυτοοργάνωση των υπηρεσιών «υγείας» θα αναγκαζόταν να αντιµετωπίσει θέµατα όπως αυτά του καταµερισµού της εργασίας και των σχέσεων εξουσίας ανάµεσα σε γιατρούς και ασθενείς, τα οποία προϋποθέτουν καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Η γενίκευση και σύγκλιση τέτοιων ρήξεων, όµως, δεν είναι το ίδιο µε την εξάπλωση των αυτόνοµων χώρων, ή µε τον πολλαπλασιασµό και τη µεγέθυνση αυτών που συχνά αποκαλούνται «κοινά».[4] Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι η µορφή της αυτόνοµης οργάνωσης  είναι πάντα µια κοινότητα τα µέλη της οποίας έχουν κοινά συµφέροντα και κοινή ιδιοκτησία. Η ιδιοκτησία δεν καταργείται, αλλά απλώς ανήκει στην κοινότητα.  Αυτό που βρίσκεται εντός της πάντα ορίζεται από ό,τι βρίσκεται εκτός της και από τα όρια που τη χωρίζουν από αυτό. Από τη µια πλευρά, µια αυτόνοµη κοινότητα αντιµετωπίζει όλους τους κινδύνους του τοπικισµού, ακόµα και του εθνικισµού, ενώ από την άλλη, τα όρια που τη χωρίζουν από τον «καπιταλισµό» δεν είναι καθόλου στεγανά. Ο καπιταλισµός όχι µόνο δεν απειλείται ή διαρρηγνύεται από κοινότητες που βασίζονται στη χαριστικότητα, αλλά είναι προϋπόθεση για την ύπαρξη τέτοιων κοινοτήτων, οι οποίες αναπόφευκτα εξαρτώνται από την εµπορευµατική παραγωγή και την ανταλλαγή για την επιβίωσή τους (εκτός αν πρόκειται για πρωτογονιστικές κοµµούνες). Η ίδια η πρακτική της χαριστικότητας δεν έχει κάποιο ουσιαστικό νόηµα ανεξάρτητα από το τι είναι αυτό που µοιράζεται κανείς και υπόποιες συνθήκες. Σε ατοµικό επίπεδο, η πρακτική αυτή θα µπορούσε ίσως να παρακάµψει το χρήµα, αλλά δεν το αποκλείει εξ ορισµού – η χαριστικότητα µπορεί κάλλιστα να είναι χαρακτηριστικό φιλικών σχέσεων αλλά και συστατικό στοιχείο της καπιταλιστικής παραγωγής.

Αυτές οι αντιφάσεις της κοινότητας και της ιδιοκτησίας είναι πλέον εµφανείς σε εγχειρήµατα που στοχεύουν στην «απελευθέρωση» δηµοσίων χώρων, ιδιαίτερα στην Αθήνα. Αν ένα κατειληµµένο πάρκο, που έχει φυτευτεί µε µεράκι µε την ελπίδα να γίνει καταφύγιο αλληλέγγυας δραστηριότητας µέσα στη ζούγκλα της πόλης είναι ταυτόχρονα και δηµόσιος χώρος όσο και κάθε άλλος µέσα στην πόλη, αναπόφευκτα θα είναι και τόπος των ίδιων κοινωνικών αντιφάσεων. Έτσι, λίγες επιλογές αποµένουν για να διατηρηθεί ακέραιος αυτός που οι οργανωτές του θεωρούν ότι θα έπρεπε να είναι ο χαρακτήρας του, πέρα από την αστυνόµευση τελικά του χώρου. Όντως, αρκετοί από αυτούς που επιθυµούν την υπεράσπιση αυτών των χώρων τους αστυνοµεύουν από ναρκοµανείς και βαποράκια –που τυγχάνει να είναι συνήθως µετανάστες– και οι συγκρούσεις µεταξύ τους στο δρόµο δεν είναι σπάνιες.

Ο λόγος περί αυτοοργάνωσης ή/και  αυτονοµίας που συνοδεύει πολλά από αυτά τα εγχειρήµατα έχει ως όραµά του την αυτοδιαχείριση της παραγωγής. Τα εγχειρήµατα αυτοδιαχείρισης µπορεί να µην είναι πάρα πολλά σήµερα, όµως αυξάνονται, και είναι σηµαντικό ότι η αύξησή τους αυτή είναι συνέπεια της κρίσης µέσα στην προσπάθεια των ανθρώπων να αποφύγουν την ανεργία.[5] Και πάλι, η τύχη των εγχειρηµάτων αυτών εξαρτάται πιο πολύ από τις διακυµάνσεις της αγοράς παρά από τις αποφάσεις των µελών τους. Για να συνεχίσουν να είναι ανταγωνιστικά, οι εργαζόµενοι σε αυτά πολύ συχνά δουλεύουν όλο και πιο σκληρά, για περισσότερες ώρες, ακόµα και απλήρωτοι, θεωρώντας τους εαυτούς τους συγχρόνως ως εργαζόµενους και αφεντικά. Όταν πάλι υπάρχει πλεόνασµα, αυτό επανεπενδύεται σε νέες αυτοδιαχειριζόµενες επιχειρήσεις. Η σχέση ανάµεσα στην εργασία και το κεφάλαιο συνεχίζει να υπάρχει, αν και αυτή τη φορά δεν προσωποποιείται στον καπιταλιστή και τον εργαζόµενο, αλλά ενσαρκώνεταισε ένα και το αυτό υποκείµενο. Έτσι, το ζήτηµα δεν είναι εάν αυτές οι επιχειρήσεις ωθούνται από το κίνητρο της συσσώρευσης υποκειµενικά: αυτό είναι το de facto κίνητρό τους από τη στιγµή που επιχειρούν να επιβιώσουν στην αγορά ως επιχειρήσεις. Αναπόφευκτα εξαναγκάζονται, λοιπόν, να αντιµετωπίσουν το ζήτηµα της αυτοεκµετάλλευσης.

Η οπτική αυτής της πρακτικής, ο λόγος που οι συµµετέχοντες σε αυτή τη θεωρούν πολιτική πρόταση, ενώ ταυτόχρονα είναι προσεκτικοί ώστε να αναγνωρίζουν τις σηµερινές «αδυναµίες» της, είναι το ότι οραµατίζεται µια κοινωνία αυτόνοµων, αυτοοργανωµένων παραγωγών-εργαζοµένων, όπου τα εµπορεύµατα και τα πλεονάσµατα θα διανέµονται ισότιµα και ο συλλογικός σχεδιασµός θα αντικαθιστά τον καπιταλιστικό ανταγωνισµό. Η οπτική αυτή, το όραµα της αυτονοµίας-αυτοδιαχείρισης, παραβλέπει ότι η εργατική τάξη ορίζεται µόνο σε σχέση µε το κεφάλαιο, και θεωρεί ότι η κοινωνία των εργατών µπορεί να υπάρξει χωρίς να αναπαράγει καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, ή ακόµα ότι η διατήρηση της παραγωγής προς ανταλλαγή, του λογιστικού υπολογισµού, της επιβολής µιας αφηρηµένης ποσοτικής εξίσωσης των δραστηριοτήτων, δεν έχει καµία σχέση µε τον καπιταλισµό. Ουσιαστικά παίρνει αυτό που είµαστε στη σηµερινή κοινωνία ως βάση για µια νέα κοινωνία, την οποία θέλει να δοµήσει ως την απελευθέρωση αυτού που είµαστε – την απελευθέρωση του εργάτη ως εργάτη.

Δεν µπορούµε όµως να κατανοήσουµε την αυτοδιαχείριση µέσα σε ένα ιστορικό κενό. Σήµερα, η αυτοδιαχείριση δεν είναι ο θρίαµβος των εργατικών αγώνων, αλλά η έσχατη λύση στο πρόβληµα της ανεργίας. Οι σηµερινές οργανώσεις «από τα κάτω», ανεξάρτητα του αν οργανώνονται µε βάση την εργατική ταυτότητα, τα προτάγµατα της δηµοκρατίας και της αυτονοµίας, ή όλα τα παραπάνω, αντιµετωπίζουν το όριο που τίθεται από την σηµερινή κατάσταση της ταξικής σχέσης. Δεν µπορούν να γίνουν µέρος µιας ευρύτερης ταξικής ενότητας, λόγω του κατακερµατισµού της τάξης και της επισφάλειας που έφερε η µετα-Κεϋνσιανή περίοδος της αναδιάρθρωσης (στην Ελλάδα, µετά τη δεκαετία του ’80), ενός κατακερµατισµού που βαθαίνει ακόµα περισσότερο µε τη µαζική ανεργία που παράγει η σηµερινή κρίση, κρίση που συνοδεύεται από µια ακόµα πιο βαθιά και επιταχυνόµενη αναδιάρθρωση. Σε αυτή την περίοδο, βλέπουµε ότι η ίδια η δυνατότητα του προλεταριάτου να βρει στη σχέση του µε το κεφάλαιο τη βάση για τη συγκρότησή του ως αυτόνοµη  τάξη µε ένα ισχυρό εργατικό κίνηµα έχει σχεδόν εντελώς εξαφανιστεί. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που σήµερα η αυτοδιαχείριση είναι έσχατη λύση αντί για επαναστατικό πρόγραµµα. Η αυτονοµία και η αυτοδιαχείριση αντιπροσώπευαν µια ιστορική στιγµή στην ιστορία των ταξικών αγώνων και όχι ένα διαχρονικό πρότυπο δράσης. Η παρακµή τους δεν σηµαίνει το τέλος των ταξικών αγώνων, αλλά την παρακµή µιας ιστορικής µορφής ταξικού αγώνα. Σήµερα, ο αγώνας δεν διεξάγεται στη βάση της ταξικής ενότητας, αλλά αντίθετα, οι συγκρούσεις που εµφανίζονται εντός των κοινωνι- κών αγώνων είναι πια ο τρόπος ύπαρξης της ταξικής αντίφασης.

Ο αγώνας ενάντια στην ίδια την αυτοοργάνωση µπορεί πλέον να εµφανίζεται µέσα σε αγώνες που δίνονται στο όνοµα µιας «καλύτερης», πιο «απελευθερωτικής» αυτοοργάνωσης, και να βρίσκει τα όριά του, βρισκόµενος σε αντίφαση µε τον εαυτό του. Ο αγώνας ενάντια στο κράτος και την αναγωγή των συγκρούσεων σε νοµικά ζητήµατα, ενάντια στην οικειοποίησή κοινωνικών εγχειρηµάτων από επιχειρήσεις ή άλλους χρηµατοδοτικούς οργανισµούς, η υπεράσπιση της ανεξαρτησίας των καταλήψεων ενάντια στη µετατροπή τους σε συνεργατικές επιχειρήσεις ή ενάντια σε άλλες δοµές που διεκδικούν την ιδιοποίηση και τον έλεγχο κατειληµµένων κτηρίων, οι ανταρσίες ενάντια στον διευθυντικό έλεγχο µέσα στις ίδιες τις συνεργατικές, τα αντιφατικά διλήµµατα που θα πρέπει αυτές να αντιµετωπίσουν εάν προσπαθήσουν να αποτελέσουν µια «οικονοµικά βιώσιµη απάντηση» στην κρίση,[6]  όλα αυτά µεταφράζονται στην αντίφαση ανάµεσα, από τη µια πλευρά, στην υποκειµενικότητα και την διατοµικότητα που προτάσσεται ως η πιο «θετική στιγµή» της αυτοοργάνωσης, και, από την άλλη, στην ιδιοκτησία, την ύπαρξη της εργασίας ως διαχωρισµένης δραστηριότητας, την παραγωγή αξίας, τον διαχωρισµό παραγωγής και αναπαραγωγής και την αυτονόµηση των συνθηκών παραγωγής ως οικονοµία. Μέσα σε τέτοιες µάχες, εάν αυτές γενικευτούν, η οπτική της επανάστασης µπορεί να αρχίσει να αποµακρύνεται από την αυτοεπιβεβαίωση της τάξης και να κινείται προς την αυτοαναγνώρισή της ως κατηγορία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτή είναι µια δυναµική ρήξης και όχι συνέχειας και ανάπτυξης των αυτοοργανωµένων χώρων και κοινοτήτων. Προεικονίζει την αυτοαµφισβήτηση του υποκειµένου που προηγουµένως έβρισκε στην κατάστασή του τη δυνατότητα να αυτοοργανωθεί.

Η ρήξη αυτή και η γενίκευσή της δεν συµβαίνει ωστόσο χωρίς οργάνωση, χωρίς µια µετωπική σύγκρουση ενάντια στην καπιταλιστική τάξη και το κράτος σε ευρύτερη κλίµακα. Οι διάφορες δράσεις που αναλαµβάνουν οι προλετάριοι και που είναι απαραίτητες για τη συνέχιση του αγώνα τους απαιτούν οργάνωση: το µπλοκάρισµα δρόµων, η πολιορκία αστυνοµικών  τµηµάτων, η παρεµπόδιση του ανεφοδιασµού στις δυνάµεις καταστολής ή η απαλλοτρίωση χρήσιµων εµπορευµάτων. Το ζήτηµα εδώ δεν είναι η αντίθεση ανάµεσα στον αυθορµητισµό και την οργάνωση, αλλά ανάµεσα στην απαλλοτρίωση και την ιδιοποίηση, δηλαδή τη διαχείριση του υπάρχοντος µε στόχο τη δόµηση µιας νέας οικονοµίας. Η οργάνωση µπορεί να είναι κάτι άλλο αντί για την εγκαθίδρυση ενός προϋπάρχοντος υποκειµένου, αυτού δηλαδή που οι προλετάριοι ήδη είναι στην υπάρχουσα κοινωνία, ως βάση για µια νέα κοινωνία και οικονοµία. Μια τέτοια οργάνωση δεν θα αναδυόταν ως αποτέλεσµα κάποιας πολιτικής στρατηγικής ή προγράµµατος, αλλά µάλλον ενάντιά του, µέσα από τις ανάγκες του αγώνα ενάντια στην αντίπαλη τάξη, δηλαδή, ενάντια στην αναπαραγωγή αυτής της κοινωνίας. Μέσα από έναν τέτοιο αγώνα, η κατάσταση των προλεταρίων θα µπορούσε να µετατραπεί από κάτι που παλεύουν να οργανώσουν, να υπερασπιστούν ή να απελευθερώσουν σε κάτι που θα παλεύουν να καταργήσουν.

Anna O’Lory

* Μια προηγούµενη εκδοχή του κειµένου αυτού παρουσιάστηκε στη συζήτηση µε τίτλο «Το χρήµα σε κατάσταση κρίσης: το παράδειγµα της Ελλάδας», µε αφορµή την προβολή της ταινίας της Anja Kirchner και του David Panos, Ultimate Substance, στο Neue Berliner Kunstverein.

_________________________________

[1] Για τον Μαρξ, «[τ]ο προτσές της ανταλλαγής δεν δίνει στο εµπόρευµα που µετατρέπει σε χρήµα την αξία του αλλά την ειδική µορφή της αξίας του. Η σύγχυση των δύο αυτών πραγµάτων οδήγησε στην πλάνη να θεωρούν φανταστική την αξία του χρυσού και του ασηµιού. Επειδή σε ορισµένες λειτουργίες του το χρήµα µπορεί να αντικατασταθεί µε απλά σύµβολα του εαυτού του, γεννήθηκε η άλλη πλάνη ότι το χρήµα αποτελεί απλό σύµβολο. Ταυτόχρονα στην πλάνη αυτή ενυπήρχε η διαίσθηση ότι η χρηµατική µορφή του πράγµατος είναι κάτι εξωτερικό γι’ αυτό και ότι αποτελεί απλή µορφή εκδήλωσης ανθρώπινων σχέσεων που κρύβονται πίσω της. Με αυτή την έννοια κάθε εµπόρευµα θα ταν ένα σύµβολο, γιατί σαν αξία αποτελεί µόνο ένα εµπράγµατο περίβληµα της ανθρώπινης εργασίας που ξοδεύτηκε γι’ αυτό. Όταν όµως τα κοινωνικά χαρακτηριστικά που αποκτούν τα πράγµατα ή τα εµπράγµατα χαρακτηριστικά που αποκτούν οι κοινωνικοί καθορισµοί της εργασίας πάνω στη βάση ενός καθορισµένου τρόπου παραγωγής τα διακηρύσσει κανείς απλά σύµβολα είναι σαν να τα διακηρύσσει ταυτόχρονα αυθαίρετα προϊόντα της σκέψης των ανθρώπων. Πρόκειται για τον προσφιλή στους διαφωτιστές του 18ου αιώνα τρόπο, που απέβλεπε στο να αποβάλει τουλάχιστον προσωρινά την όψη της ξενότητας από τις αινιγµατικές µορφές των ανθρώπινων σχέσεων, που το προτσές της γέννησής τους δεν µπορούσαν ακόµα να το αποκρυπτογραφήσουν» (Το Κεφάλαιο, 1ος τόµ., σελ. 104-105, έµφαση δική µας).

[2] «Δεν κάνει το χρήµα σύµµετρα τα εµπορεύµατα. Αντίστροφα. Επειδή όλα τα εµπορεύµατα σαν αξίες είναι αντικειµενοποιηµένη ανθρώπινη εργασία και εποµένως αυτά καθεαυτά είναι σύµµετρα, µπορούν να µετρούν τις αξίες τους από κοινού µε το ίδιο ειδικό εµπό- ρευµα και να µετατρέπουν έτσι αυτό το εµπόρευµα σε κοινό τους µέτρο αξίας ή σε χρήµα. Το χρήµα σαν µέτρο αξίας είναι η αναγκαία µορφή εµφάνισης του µέτρου της αξίας, του χρόνου εργασίας, που ενυπάρχει στα εµπορεύµατα»  (όπ.π., σελ. 107).

[3] Η ανάγκη ύπαρξης αυτών των ιατρείων δεν αµφισβητείται εδώ, τη στιγµή που όλο και περισσότεροι άνθρωποι χάνουν τη δωρεάν πρόσβαση στο σύστηµα υγείας επειδή χάνουν τη δουλειά τους ή επειδή δουλεύουν «µαύρα», και τη στιγµή που οι περισσότεροι µετανάστες δεν είχαν ποτέ πρόσβαση. Η διάλυση του δηµόσιου συστήµατος υγείας µέσα στην κρίση δεν θα µπορούσε να αντιµετωπιστεί µε διαφορετικό τρόπο από τους εργαζόµενους της υγείας, πόσο µάλλον όταν εντάσσεται στα πλαίσια του εργασιακού τους αγώνα, αφού οι ίδιοι υφίστανται περικοπές στους µισθούς τους ή και δουλεύουν απλήρωτοι.

[4] Δες το κείµενο «Περί “κοινών”», σε αυτό το τεύχος του Blaumachen.

[5] Η περίπτωση της Βιο.Με. είναι χαρακτηριστική εδώ, αφού ο στόχος της αυτοδιαχείρισης εµφανίστηκε αφού κήρυξαν πτώχευση οι εργοδότες, αφήνοντας τους εργαζόµενους άνεργους και απλήρωτους. Από την άλλη, είναι ακόµα πιο χαρακτηριστικό το ότι οι πιο επιτυχηµένες συνεργατικές είναι καφενεία και εστιατόρια, δηλαδή επιχειρήσεις έντασης εργασίας.

[6] Δες το κείµενο «Ο χρηµατοπιστωτικός καπιταλισµός και η αυτοδιαχείριση ως ουτοπικός ορίζοντας της δεύτερης φάσης της αναδιάρθρωσης» σε αυτό το τεύχος του περιοδικού Blaumachen.

Aναδημοσίευση από blaumachen

The Anarchist Collectives, Sam Dolgoff

To the heroic workers and peasants of Spain!

To my comrades, the Spanish Anarchists, who perished fighting for freedom!

To the militants who continue the struggle!

The Spanish Social Revolution has been long neglected in English language works. Its importance as a revolutionary event and model, and as a concrete example of workers’ self-management by the people is just not recognized. My purpose in this collection is to provide an introduction to this unique experience. In my first chapter and friend Bookchin’s introductory essay, a general overview and context is presented. Most important, of course, is that this was a real experience for the people who took part. Through their words and deeds and the observations of the authors used in this collection, it is hoped that the reader will gain a meaningful understanding of the aims and organization of the anarchist collectives.

The material has been divided into two main sections. The first provides essential background information: the nature of the Spanish Revolution, the collectivist tradition, the development of the libertarian labor movement in Spain, and the historical events leading up to and then culminating in the destruction of the collectives.

The second, and main, section deals with the actual social revolution–the overall characteristics of agrarian collectivization and industrial socialization. It begins with a discussion about economic coordination, the place and nature of money in the collectives, and includes statistics on the number of collectives. It then deals with actual descriptions of life in the collectives, first under industrial socialization, and then in the rural collectives: how the new institutions were established, how they functioned, how production and distribution were handled; about coordination, exchange, relations between collectives, and between collectivized and non-collectivized areas. The book ends with a short evaluation of the anarchist collectives with some comments on their relevance and lessons.

(from the preface)

Μην πιστεύεις τα δελτία ειδήσεων. Γνώρισε μια κατάληψη από μέσα.

πραποΜΗΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΤΑ ΔΕΛΤΙΑ ΕΙΔΗΣΕΩΝ. ΓΝΩΡΙΣΕ ΜΙΑ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΑΠΟ ΜΕΣΑ
ΔΙΗΜΕΡΟ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ
2 & 3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2013

ΣΑΒΒΑΤΟ:
ΧΑΡΙΣΤΙΚΟ ΠΑΖΑΡΙ
ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ 14:00
ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΧΟΡΟΥ 19:00

ΚΥΡΙΑΚΗ:
ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ 12:00
ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΓΛΕΝΤΙ ΡΕΦΕΝΕ 15:00

ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΚΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΑΠΟΠΟΥΛΟΥ – ΧΑΛΑΝΔΡΙ
Προφήτη Ηλία 49 (απέναντι από την είσοδο του θεάτρου Ρεματιάς)

Λίγα λόγια για την «ΚΑΤΑΛΗΨΗ  ΚΤΗΜΑΤΟΣ ΠΡΑΠΟΠΟΥΛΟΥ»

Από το Δεκέμβρη του 2006 το ήδη εγκαταλελειμμένο για 35 χρόνια οίκημα Πραποπούλου πέρασε στα χέρια -και όχι στην ιδιοκτησία- ατόμων της ευρύτερης περιοχής του Χαλανδρίου που στόχο έχουν να δημιουργήσουν μια εστία συσπείρωσης ανθρώπων που αναγνωρίζουν πως η μοναδική αξιοπρεπής απάντηση στην επίθεση που δεχόμαστε μπορεί να δοθεί μέσα από τη συνάντηση και τη συλλογικοποίηση των αγώνων μας. Ανθρώπων που δεν περιμένουν κανέναν αυτόκλητο σωτήρα και καμιά μεγάλη νύχτα, που αντιλαμβάνονται πως το στοίχημα των καιρών μας παίζεται στο τώρα και παίζεται στους χώρους της καθημερινής εκμετάλλευσης μας αλλά και στους δρόμους, τις πλατείες και τα  κινήματα της πόλης μας. Αντιλαμβανόμαστε πως μέρα με τη μέρα ο φασισμός, ως κρατική στρατηγική, εξαπλώνεται σαν χολέρα παντού, αποτελεί τον κυρίαρχο λόγο στη βουλή και τα ΜΜΕ και σημαδεύει όλους εμάς που περισσεύουμε, που αγωνιζόμαστε.

Μπροστά σε αυτή την επίθεση επιλέγουμε να μην είμαστε ούτε μόνοι ούτε αδύναμοι.

Επιζητούμε  τη σύμπραξη, χτίζοντας δομές αλληλοβοήθειας και έμπρακτης αλληλεγγύης ως ανάχωμα στην υποτίμηση και αποξένωση των ζωών μας. Αμφισβητούμε την κυρίαρχη ατομιστική κουλτούρα που καταδικάζει τους ανθρώπους στη μοναξιά και στο φόβο και εναντιωνόμαστε στην κάθε είδους εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο είτε αυτή αναπαράγεται στην εργασία, είτε στην οικογένεια, είτε σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας μέσα σε αυτό το πολιτικό σύστημα.

Προκρίνουμε ένα χώρο που θα λειτουργεί αντιεμπορευματικά και αντιεραρχικά θα είναι πλήρως αυτόνομος και διαχειριζόμενος από εμάς τους ίδιους χωρίς καμία κομματική ή θεσμική στήριξη.

Η συνέλευση της Τρίτης, που γίνεται στο χώρο της κατάληψης στις 8.30μμ αποτελεί μια προσπάθεια να κατανοήσουμε τη σημερινή κατάσταση και να δράσουμε στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Η θεματολογία περιλαμβάνει πολιτικά – κοινωνικά θέματα και στη συνέλευση αποφασίζεται με ισότιμους όρους η σύνταξη κειμένων, πραγματοποίηση παρεμβάσεων και άλλων δράσεων.

Η διαχείριση του χώρου γίνεται αποκλειστικά από τα μέλη της συνέλευσης τα οποία, επιμερίζονται κάθε Τρίτη τις ευθύνες του χώρου και εισάγουν προτάσεις για εκδηλώσεις που ενισχύουν την τάση για κοινωνική απεύθυνση αλλά και που καλύπτουν τα ενδιαφέροντα και την ανάγκη για απόκτηση γνώσεων, αμφίδρομη ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών, ψυχαγωγία και άλλα.

Σε αυτά τα 6 χρόνια λειτουργίας της η κατάληψη έχει στεγάσει καλλιτεχνικές εκδηλώσεις όπως συναυλίες και παραστάσεις θεάτρου, που κινούνται ενάντια στη λογική του κέρδους και της εμπορευματοποίησης της τέχνης και που καταργούν τους ρόλους του «ειδικού» καλλιτέχνη και του αδρανούς κοινού. Έχει στεγάσει εκδηλώσεις και κύκλους συζητήσεων και δράσεων που αφορούσαν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων όπως ο ρόλος της εκπαίδευσης και το άρθρο 16 του συντάγματος, ο συνδικαλισμός, η καταστολή, η αλληλεγγύη σε διωκόμενους κοινωνικούς αγωνιστές, οι ελεύθερες μετακινήσεις χωρίς εισιτήριο, οι ελεύθεροι δημόσιοι χώροι και επανοικειοποίησή τους.

Στην  κατάληψη κτήματος Πραποπούλου πραγματοποιούνται προβολές χωρίς αντίτιμο, λειτουργεί χαριστικό παζάρι και δανειστική βιβλιοθήκη, γίνεται φυσική καλλιέργεια λαχανικών. Είναι λίγα μπροστά σε αυτά που ίσως θα θέλαμε να κάνουμε αλλά είναι αποτέλεσμα συλλογικής και ισότιμης δραστηριοποίησης  των ατόμων που πλαισιώνουν την κατάληψη.

Η κατάληψη Πραποπούλου αποτελεί μια ακόμα ψηφίδα στο μωσαϊκό των καταλήψεων, των συνελεύσεων και όλων των ριζοσπαστικών εγχειρημάτων τα οποία δραστηριοποιούνται στον ελλαδικό χώρο και εντάσσονται στο  ανταγωνιστικό κίνημα. Ως εκ τούτου ο χώρος που στεγάζει τις αντιστάσεις και τις προτάσεις μας, αποτέλεσε στόχο εμπρηστικής επίθεσης από παρακρατικές συμμορίες πριν τέσσερα χρόνια.

Στον αγώνα για την ανοικοδόμησή του δεν ήμασταν μόνοι. Δράσεις αλληλεγγύης, έμψυχης και υλικής βοήθειας ξέσπασαν από την Καβάλα μέχρι την Κρήτη στο εσωτερικό και από την Ισπανία ως την Αγγλία στο εξωτερικό.

Στους καιρούς που ζούμε  θεωρούμε πως η συνάντηση και η συλλογικοποίηση των αγώνων μας τίθενται πλέον ως επιτακτική ανάγκη. Ζητούμενο για μας παραμένει η ανταπόκριση, η δημιουργική συμμετοχή ατόμων από την ευρύτερη περιοχή και η ενίσχυση της πολιτικής και κοινωνικής μας δράσης και του λόγου ενάντια σε όσα μας κλέβουν τη ζωή.

Για επικοινωνία μαζί μας: Email: praposquat@mail.espiv.net /
Web: protovouliaxalandriou.blogspot.com

Στο Κ*ΒΟΞ: Διάλογος με έναν άνεργο

005zto6sa

Aλέξης (άνεργος): Επιτρέψτε μου να παρέμβω στη συζήτηση σας φίλοι μου. Σ’ άκουσα πριν Νίκη να λες πως πρέπει να καταλάβουμε τα μέσα παραγωγής. Δηλαδή εννοείς πως δεν πρέπει να ‘χουμε αφεντικά και ιδιοκτήτες στις επιχειρήσεις;

Νίκη: Nαι, αυτό είπα. Σου άρεσε ποτέ να έχεις κάποιο αφεντικό που σ’ εξετάζει σαν άλογο στα δόντια πριν σε προσλάβει συγκρίνοντας το βιογραφικό σου με άλλα και σ’ εξαναγκάζει να του πεις ψέματα για να σε προσλάβει, πως τάχα σε ενδιαφέρει η κωλοεπιχείρησή του και όχι ότι απλώς προσπαθείς να ζήσεις, που σου βάζει κάμερες πάνω απ’ το γραφείο ώστε να τσεκάρει πόσες σταγόνες ιδρώτα χύνεις στη χαρτούρα και που σ’ απολύει μόλις μειωθούν λιγάκι τα κέρδη του;

Aλέξης: Φυσικά και δεν γούσταρα ποτέ τα αφεντικά. Όμως ούτε τους συνδικαλιστές και τους εργατοπατέρες συμπαθώ, που είναι στην πραγματικότητα ματαιόδοξα αφεντικά με στολή εργάτη – κάτι σαν κρυφοί εχθροί, έτοιμοι να σε ξεπουλήσουν αφού πρώτα σε χαϊδέψουν στ’ αυτιά με τα κούφια, γεμάτα οργή υποτίθεται, λόγια τους.

Νίκη: Και ποιός επιτρέπει σ’ όλους αυτούς τους επαγγελματίες συνδικαλιστές να μας εκπροσωπούν φίλε μου; Εμείς οι ίδιοι, που είτε βουλιάξαμε σαν βολεμένοι στο δημόσιο, πιστεύοντας αυτά που ακούσαμε μεγαλώνοντας, δηλαδή πως «μήνας μπαίνει-μήνας βγαίνει» θα ‘χουμε το μισθό στην τράπεζα• που αισθανθήκαμε από πάνω και ευγνώμονες προς τ’ αφεντικά που μάς έδωσαν μια θέση αναλώσιμου εξαρτήματος στα γρανάζια της μηχανής παραγωγής του κέρδους τους! Γιατί δεν μας πείραξε ποτέ που πληρωνόμασταν ένα μικρό μόνο μέρος αυτού που προσφέραμε με την εργασία μας; γιατί δεν μας πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι είμαστε σκλάβοι και μάλιστα χωρίς καν να το ξέρουμε, όπως σε παλαιότερες εποχές;

Αλέξης: Μα, είναι λογικό ο επιχειρηματίας να κερδίζει περισσότερα απ’ όσα όλοι οι υπάλληλοι του συνολικά. Αφού αυτός βάζει το κεφάλαιο, αυτός έχει και το ρίσκο.

Νίκη: Το κεφάλαιο δεν του ‘ρθε σαν μάννα εξ ουρανού. Είτε το κληρονόμησε, γεγονός που αναπαράγει την ανισότητα, είτε το εξασφάλισε από το Κράτος με κάποιο μηχανισμό που νομοθετήθηκε ακριβώς για να προστατεύσει την ιδιοκτησία «αυτών που έχουν», οπότε το πληρώσαμε όλοι μαζί εμείς, είτε το κέρδισε στο τζόγο και αεριτζίδικα γιατί – και θα συμφωνείς νομίζω – σ’ αυτό τον κόσμο λεφτά έχουν όσοι γεννήθηκαν πλούσιοι, οι απατεώνες, οι αεριτζήδες και οι κάθε είδους αντικοινωνικοί βολεψάκηδες. Εσύ γιατί ποτέ δεν έτυχε να ‘χεις αυτό το κεφάλαιο φίλε μου; Όσο για το ρίσκο, ας ρωτήσουμε τις χήρες των ναυτεργατών, ή των ανθρακωρύχων, ή των οικοδόμων τι πάει να πει ρίσκο. Αυτοί ρισκάρουν λεφτά, που μόλις είπαμε πώς τα βρίσκουν• εσύ είσαι ο μαλάκας που ρισκάρει την ζωή του και την ψυχική του υγεία καθημερινά. Και μάλιστα για ένα κομμάτι βρώμικο ψωμί. Αλλά το χειρότερο είναι ότι μάς έμαθαν να λέμε και ευχαριστώ κάνοντας μια μικρή υπόκλιση στους «ευεργέτες» μας…. Τί ντροπή!

Αλέξης: Ναι ρε Νίκη, δίκιο έχεις, αν και το υπερβολικό σου ύφος με κάνει να αισθάνομαι αμήχανα. Αλλά, όλα αυτά τα έλεγαν και οι κομμουνιστές στη Σοβιετική Ένωση και είδες τι έγινε. Οι γραφειοκράτες του κόμματος έγιναν τελικά οι διευθυντές και το Κράτος το μεγάλο αφεντικό που εκμεταλλευόταν και πάλι τους εργαζόμενους, και μάλιστα πληρώνοντας τόσα ώστε απλώς να επιβιώνουν δύσκολα και υπό καθεστώς πλήρους ανελευθερίας.

Νίκη: Γι΄αυτό κι οι θεσμοί κι η οργάνωση που θέλουμε να εφαρμόσουμε θα πρέπει ν’ αποκλείουν κάθε πιθανότητα συγκέντρωσης εξουσιών. Να φροντίσουμε ώστε την εξουσία να μην έχει ούτε μία μειοψηφία, ούτε όμως η πλειοψηφία, αλλά να επιτυγχάνεται, όσο τουλάχιστον είναι δυνατό, η εναρμόνιση μεταξύ των διαφορετικών κατευθύνσεων. Φυσικά, το να αποδεχόμαστε το Κράτος είτε ως καθοδηγητή, είτε ως διαιτητή, είναι μια συλλογική ομολογία αδυναμίας να αναλάβουμε την ευθύνη των αποφάσεων και πράξεων μας.

Αλέξης: Κάτσε ρε συ, δηλαδή αν αύριο μαζευόμασταν είκοσι άτομα και ανοίγαμε μια μη ιεραρχική, ακριβώς έτσι όπως την περιγράφεις, επιχείρηση, δεν θα πληρώναμε φόρους στο Κράτος; Δεν θα δεχόμασταν κρατικές επιδοτήσεις; Δεν θα λειτουργούσαμε βάσει όλου αυτού του κυκεώνα νόμων και ρυθμίσεων που διέπουν όλη την οικονομική δραστηριότητα;

Νίκη: Ελπίζω να συμφωνούμε, αρχικά, πως δεν εμπιστευόμαστε κανέναν αντιπρόσωπο, εκπρόσωπο ή ειδικό που θα διαχειριστεί τις ζωές μας ή το προϊόν του μόχθου μας. Αποδίδοντας φόρο στο Κράτος τι ακριβώς κάνουμε; Μοιραζόμαστε υποχρεωτικά ένα μέρος των καρπών της εργασίας μας με έναν εξουσιαστικό θεσμό που μπορεί να προμηθεύει με ένα μέρος αυτών σχολεία και νοσοκομεία, χαρίζει όμως το μεγαλύτερο μέρος τους σε τραπεζίτες, βιομηχανίες όπλων, μεγαλοκατασκευαστές και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Πληρώνοντας φόρο στην ουσία αποδέχεσαι πως εμπιστεύεσαι στο Κράτος την διαχείριση των πόρων με την ελπίδα ότι θα διαδραματίσει έναν αναδιανεμητικό ρόλο… έναν ρόλο που στις «καλές του εποχές» τον έπαιζε πολύ τσιγγούνικα και που σήμερα τον έχει απαρνηθεί σχεδόν ολοκληρωτικά. Ε, λοιπόν, δεν εμπιστεύομαι το Κράτος και πιστεύω πως μπορούμε να προσφέρουμε πολύ πιο αποδοτικά στο κοινωνικό σύνολο, δίνοντας του, με διαφανείς τρόπους μάλιστα, λογαριασμό στο πώς ακριβώς ξοδεύουμε όσα δεν μοιράζονται μεταξύ των εργαζομένων και των οικογενειών τους. Να είσαι βέβαιος πως δεν θα σπαταλούσαμε δεκάρα τσακιστή για σφαίρες, δακρυγόνα, ολόχρυσα ράσα, λιμουζίνες και ένα σωρό άλλα εντελώς άχρηστα πράγματα. Αντιθέτως, θα δίναμε όσο γίνεται περισσότερα για σχολεία που καλλιεργούν την κριτική σκέψη και τη δημιουργική φαντασία, για φροντίδα υγείας προς όλους, για πολιτιστικά κέντρα και πάρκα. Όσο για τις κρατικές επιδοτήσεις, εννοείται πως δεν θ’ αποδεχόμασταν καμία βοήθεια απ’ το Κράτος. Κι αυτό όχι επειδή θέλουμε να το καταργήσουμε για χάρη της «ελεύθερης αγοράς», όπως λένε κάτι άσχετοι ή κάποιοι «φιλελεύθεροι», ούτε επειδή η ηθική μας δεν σηκώνει βοήθεια, αλλά ακριβώς γιατί, αν συμμαχήσεις με το Κράτος έχεις απαρνηθεί την ουσία του εγχειρήματος. Πίστεψέ με: αν οι συμπολίτες μας ήθελαν να στηρίξουν με οποιονδήποτε τρόπο το εγχείρημα, θα το έκαναν χωρίς κανένα μεσάζοντα. Αυτό είναι – εντάξει, κάπως απλοϊκά ειπωμένο τώρα – η αυτοδιαχείριση και η αυτοοργάνωση.

Αλέξης: Κι οι μισθοί; Πόσο θα διαφοροποιούνταν παραδείγματος χάριν οι αποδοχές της καθαρίστριας και του χημικού μηχανικού;

Nίκη: Βασική προϋπόθεση για να λειτουργήσει μια αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία, είναι η απόλυτη ισότητα των εισοδημάτων, ώστε σταδιακά η ιδέα «Εγώ κερδίζω περισσότερα από σένα», να φαίνεται τόσο γελοία όσο και η ιδέα: «Εγώ είμαι καλύτερος από σένα γιατί η προγιαγιά μου κοιμήθηκε με το βασιλιά που έκανε τον προπάππου μου βαρώνο». Αυτό το μέτρο δεν θα είναι μακρινό αποτέλεσμα , αλλά αρχικό μέσον για να καταργηθεί, να κοπεί άμεσα η «οικονομική» ή «οικονομίστικη» νοοτροπία, αυτή που μας κάνει να θέλουμε περισσότερα απ’ τους άλλους, ή να θέλουμε να πάρουμε την τάδε θέση για να πάρουμε περισσότερο απ’ τους άλλους. Είναι ανάγκη να καταστρέψουμε το σε πλήρη αποσύνθεση σύστημα «αξιών», σχέσεων και κινήτρων που συνδέονται με το καπιταλιστικό σύστημα και η απόλυτη ισότητα των εισοδημάτων είναι πολύ πιθανό πως θα συνεισφέρει τα μέγιστα σε αυτό.

Aλέξης: Κι αν κάποιος ήταν τεμπέλης, θα συνέχιζε ν’ αμοίβεται χωρίς να προσφέρει;

Nίκη: Η λέξη «τεμπέλης» είναι αρκετά παρεξηγημένη και χρησιμοποιείται κυρίως ώστε να προκαλέσει ενοχές. Σε ένα παιδί που είτε δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του σχολείου, είτε η γνωστική ύλη του σχολείου είναι εκτός των ενδιαφερόντων του και απαντά με αδιαφορία, φορτώνεται αμέσως η ταμπέλα του «τεμπέλη», δίχως να εξεταστούν οι διάφοροι παράγοντες που μπορεί να προκαλούν αυτή τη στάση. Με τον ίδιο τρόπο ο τίτλος του «τεμπέλη» αποδίδεται σε εργαζόμενους που ίσως τυχαίνει να βρίσκουν αδιάφορη και μη δημιουργική την εργασία τους. Λοιπόν, ο εν λόγω «τεμπέλης» μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο δημιουργικός και συνεργάσιμος αν του δοθεί η ευκαιρία να εργαστεί σε άλλο πόστο ή η ευκαιρία να δουλέψει ώστε να προσφέρει και όχι να κερδίσει απλά το μεροκάματο του τρόμου• αν του δοθεί η δυνατότητα να συνδιαμορφώσει το πλάνο εργασίας και όχι να υπακούσει στις άνωθεν αδιαπραγμάτευτες εντολές. Κι αν τυχόν, τελικά, είναι άνθρωπος τέτοιος που απλώς αρέσκεται στο να παρασιτεί, υπάρχουν και τέτοιοι, πολύ απλά δεν θα συνεχίσει να είναι αποδεκτός από την εργατική ένωση στην οποία θα συμμετέχει.

Αλέξης: Οπότε, λοιπόν, αφού προτείνεις μία εντελώς διαφορετική οργάνωση της εργασίας, φαντάζομαι πως θεωρείς όλες τις διεκδικήσεις στα καπιταλιστικά πλαίσια μάταιες;

Νίκη: Όχι μάταιες ακριβώς. Απλώς σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, επουσιώδεις, εκτός κι αν εντάσσονται συνειδητά σε μια προοπτική ολικής καταστροφής του καπιταλιστικού οικονομικού μοντέλου. Ο καπιταλισμός, ή για να στο πω αλλιώς, η βαρβαρότητα, δεν θεραπεύονται. Ή είσαι ή δεν είσαι δούλος. Ή πονάς ή δεν πονάς. Αν ζητούμενό σου είναι απλώς να μην σφαδάζεις, θα ζεις συνέχεια και με τον φόβο του πόνου και, επίσης, θα είσαι με έναν περίεργο τρόπο «έτοιμος» ανά πάσα στιγμή να πονέσεις λίγο περισσότερο – αρκεί να σου δείξουν έλεος στο τέλος. Αυτό δεν είναι ζωή με αξιοπρέπεια όμως. Είναι η απόλυτη κατάντια κι εξευτελισμός. Έτσι δεν είναι;

Αυτό δεν σημαίνει ότι προχωράς στην ζωή με ένα σκεπτικό ότι «αν δεν κάνουμε την επανάσταση αύριο το πρωί στις 9.00 ακριβώς, αποτύχαμε»! Αγωνίζεσαι διαρκώς για πολλές μικρές και μεγαλύτερες νίκες, άλλωστε, η μία φέρνει την επόμενη. Αλλά όλη σου η δράση πρέπει να στοχεύει στην πλήρη κατάργηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της όλης οργάνωσης της ζωής, σε κάθε της έκφανση, γύρω απ’ αυτό. Άρα: διαρκείς, παράλληλες και πολύπλευρες δράσεις αλλά όχι παζάρια. Διαφορετικά το «πώς θα τα καταφέρουμε» θα μετατραπεί σε «αν και πόσα θα γλιτώσουμε» πριν καλά καλά το καταλάβουμε.

Αλέξης: Δεν τα λες άσκημα. Καθόλου. Δεν ξέρω. Η φτώχεια φέρνει φτώχεια. Η μιζέρια φέρνει πνευματική και ηθική καταρράκωση. Πρέπει να σκεφτώ, να οργανώσω τη σκέψη μου. Αυτό που αισθάνομαι τώρα είναι όμως μια θλίψη που δεν έχω δουλειά και μάλιστα όχι για τους αυτονόητους λόγους , αλλά για έναν άλλο: αν είχα αφεντικό, νομίζω πως θα το τάραζα στις σφαλιάρες….

Κάτι σαν σημείωση: Το να συζητά κάποιος/-α με φίλους σε ένα κοινωνικο κέντρο – όαση ελευθερίας, που βρίσκεται στην καρδιά μιας τερατούπολης γεμάτης δυστυχία και όπου η κρατική βία είναι πια καθημερινότητα, αναπόφευκτα θυμίζει τις συζητήσεις του «Στο Καφενείο» του Μαλατέστα. Η φράση ««Εγώ κερδίζω περισσότερα από σένα», να φαίνεται τόσο γελοία όσο και η ιδέα: «Εγώ είμαι καλύτερος από σένα γιατί η προγιαγιά μου κοιμήθηκε με το βασιλιά που έκανε τον προπάππου μου βαρώνο»» ανήκει βέβαια στον Κορνήλιο Καστοριάδη.

Συνδιαμόρφωση από Efor, Ian Delta, Christina


Σύντομο URL: http://eagainst.com/?p=46499