Menu

EAGAINST.com

Η Αριστερά, το κίνημα και το ζήτημα της εξουσίας: για έναν απολογισμό της προεκλογικής περιόδου 2012 – 2015*

CMYK básico

Toυ Νικόλα Γκίμπη

Ήταν Ιούνης του 2011 όταν στις εσωτερικές διεργασίες της λαϊκής συνέλευσης της Πλατείας Συντάγματος, που ήταν η οργανωτική δομή των «Αγανακτισμένων» στην Αθήνα, διαμορφώθηκαν δύο ανταγωνιστικές προτάσεις. Η μια εξ αυτών, με σαφή δημοκρατικό προσανατολισμό αν και μειοψηφική στις τάξεις του «κινήματος των πλατειών» αφορούσε τη δημιουργία Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης με πολιτειακό μετασχηματισμό προς την άμεση δημοκρατία, ενώ η άλλη, προερχόμενη από μια λαϊκίστικων καταβολών ανίερη συμμαχία Αριστεράς και λαϊκής Δεξιάς, επιζητούσε απλώς «να φύγουν αυτοί». Η επικράτηση της δεύτερης τάσης, σε συνδυασμό με τις τακτικές που ακολουθήθηκαν για να την νομιμοποιήσουν (αποκλεισμός της Βουλής, μπαράζ αντιμνημονιακών συλλαλητηρίων, αταβιστική συνθηματολογία), θα μπορούσαμε να πούμε πως κατά κάποιο τρόπο έθεσε τα θεμέλια για τα διλήμματα που ακολούθησαν στο δημόσιο διάλογο που ταλανίζουν τον πολιτικό ανταγωνισμό μέχρι σήμερα: «μνημόνιο – αντιμνημόνιο», «επαναδιαπραγμάτευση του χρέους», «λιτότητα – ανάπτυξη». Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά απ’ αυτούς τους κλυδωνισμούς στη φαντασιακή συγκρότηση του πολιτικού, οι οποίοι διαμηνύουν το εδώ και χρόνια εξαγγελθέν «τέλος της Μεταπολίτευσης», θα μπορούσε κάποιος εύκολα να διαβεβαιώσει πως η λαϊκίστικη τάση της Πλατείας Συντάγματος φτάνει στην επιδιωκόμενη γι’ αυτήν κορύφωσή της: την κυβερνητική συνεργασία Συ.Ριζ.Α. και Ανεξάρτητων Ελλήνων.

Παραπάνω από ένας μήνας έχει περάσει και η νέα κυβέρνηση ήδη, όπως ήταν αναμενόμενο, δείχνει ανίκανη στη χαλιναγώγηση της άγριας επίθεσης του κεφαλαίου και των ωμών εκβιασμών της πολιτικής ολιγαρχίας που, για λόγους ευγενείας, τους ονομάζουμε «διαπραγμάτευση». Οπότε μπορούμε να φανταστούμε τι θα επακολουθήσει κατά τον Ιούνη, όταν το μεγάλο διαπραγματευτικό χαρτί, η νωπή λαϊκή εντολή θ’ αρχίσει να μπαγιατεύει. Σίγουρα στο ενδιάμεσο να δοθούν ορισμένα ψίχουλα εν είδει κρατικής φιλανθρωπίας προκειμένου οι ριζοσπάστες να βαυκαλίζονται για το τέλος της λιτότητας ή την αντεπίθεση στον νεοφιλελευθερισμό. Βέβαια αυτή η δονκιχωτική μάχη έχει και θα έχει σύμμαχο την ευρύτερη κοινωνική λιποταξία απ’ το πολιτικό ζήτημα. Επομένως, ακόμη και για τη χειρότερη των εξελίξεων πιθανότατα ένα αποφασιστικό κομμάτι της κοινωνίας δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα και να ανησυχεί, καθότι δεν τρέφει και τρομερές αυταπάτες ότι υπό αυτές τις συνθήκες θα μπορούσαν να γίνουν «θαύματα»· η σχιζοφρένεια και η απόγνωση που έφερε ο νεοφιλελευθερισμός αρχίζουν να εμπεδώνονται, να κανονικοποιούνται· there is no alternative.

Άλλωστε, κύριο μέλημα ενός πλειοψηφικού ρεύματος της κοινωνίας ήταν και είναι, όπως ήδη ειπώθηκε, «να φύγουν αυτοί» ή, έστω, «να δούμε και κάτι καινούριο». Από τη στιγμή που το εκλογικό σώμα ταυτίζει την πολιτική στάση με την καταναλωτική συμπεριφορά, τότε εύλογο είναι πως υπό το άγχος μην αφήσουμε κάποια ευκαιρία να μας προσπεράσει και κάποια ηδονή να μείνει ανεκμετάλλευτη, θα πρέπει «να τους δοκιμάσουμε κι αυτούς»: η πολιτική αυτομάτως υποβιβάζεται σε κάτι μεταξύ τηλεοπτικού show και ζητήματος καλαισθητικής κρίσης, γευσιγνωσίας. Αυτό όμως που μένει επιτέλους να διατυπωθεί από όσους ενδιαφέρονται για την πολιτική ζωή αυτού του τόπου είναι πού οδήγησε τελικά η «ψήφος ανοχής» που δόθηκε στον Συ.Ριζ.Α. απ’ τα κοινωνικά κινήματα εδώ και κοντά τρία χρόνια, και τη στιγμή που οι σύντροφοι της Κουμουνδούρου πανηγυρίζουν μεθυσμένοι για την «κυβέρνηση της Αριστεράς» -με μια χείρα βοηθείας απ’ την αντιμνημονιακή Δεξιά– να γίνει και μια εκλογοαπολογιστική συνέλευση και στους κόλπους των κινημάτων.

Το κίνημα και η γραφειοκρατικοποίησή του

Είναι κοινός τόπος πλέον στις αναλύσεις που γίνονται απ’ την πλευρά των «από τα κάτω», ότι υπάρχει ένα γενικευμένο λίμνασμα της αδιαμεσολάβητης πολιτικής δράσης και των κινηματικών διαδικασιών εν γένει την τελευταία τριετία – μετά τον Φλεβάρη του 2012 και κυρίως από το καλοκαίρι του 2012 κι έπειτα που για πρώτη φορά είχαμε την εκτόξευση των ποσοστών του Συ.Ριζ.Α. Από κει και πέρα, όποιες προσπάθειες κι αν έγιναν γρήγορα καταδικάστηκαν στην αφάνεια ενώ τις περισσότερες φορές η ανοργανωσιά δεν έφερε καν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα παρά τη μαζικότητα: από τις απεργιακές κινητοποιήσεις που δεν απέτρεψαν κανένα νομοσχέδιο απ’ το να μην ψηφιστεί, το αντιφασιστικό κίνημα που δεν έριξε τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής, τα διάφορα SOS-κινήματα, τις προοδευτικές συμμαχίες των «ΟΧΙ-το-ένα», «ΟΧΙ-το-άλλο» και την αλληλεγγύη προς πάσα κατεύθυνση η κατάσταση μπορούμε να πούμε χειροτέρευσε ραγδαία. Σ’ αυτά κάλλιστα θα μπορούσε να προστεθεί ο εσωτερικός αλληλοσπαραγμός και ο ναρκισσισμός του «ποιος είναι ικανός να παίξει τον ρόλο της αξιόπιστης πρωτοπορίας» αντί να συγκροτηθούν δημοκρατικές συντονιστικές επιτροπές μεταξύ ίσων προκειμένου να υπάρξει μια οργάνωση και μια πολιτική δέσμευση της κάθε ομάδας, κοινωνικής συσσωμάτωσης, πολιτικής οργάνωσης, του κάθε σωματείου, συνδικάτου, καταναλωτικού συνεταιρισμού εντός ενός συγκεκριμένου καταστατικού πλαισίου αρχών και ενός συντακτικού σχεδίου για τις δυνατότητες μιας άλλης κοινωνίας. Όχι τυχαία, αυτή την παρακμή και εξουθένωση εκμεταλλεύτηκε ο Συ.Ριζ.Α. και αυτήν την παρακμή επιθυμούσε ανέκαθεν η ηγεσία του να διαχειριστεί. Ενώ τα κινήματα παίξανε όλα τα δοκιμασμένα σενάρια διαμαρτυρίας αδυνατώντας να κατανοήσουν ότι το «κοινωνικό συμβόλαιο» έσπασε απ’ την πλευρά των εγχώριων και ευρωπαϊκών ολιγαρχικών δυνάμεων τότε, λόγω έλλειψης σθένους, οράματος και απουσίας μιας έστω και υποτυπώδους οργάνωσης και θετικής πρότασης για το παρόν και το μέλλον, στράφηκαν μαζικά και άνευ απαιτήσεων προς τον Συ.Ριζ.Α. παραδίδοντάς του τα κλειδιά της αντίστασης και αναθέτοντάς του να λύσει όλα τα προβλήματα.

Αυτή η στάση δείχνει καθαρά την αδυναμία των κοινωνικών κινημάτων που αναδύθηκαν τα τελευταία χρόνια να συγκροτηθούν σε πολιτικό υποκείμενο όπου το καθένα θα υπερβεί τη λογική της ικανοποίησης των συντεχνιακών του αιτημάτων και θα προσανατολίσει τις δραστηριότητές του προς τον συλλογικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αν θα μπορούσαμε να διδαχτούμε κάτι από αυτή την εξέλιξη είναι δύο πράγματα: α) καταρχήν ότι από το μερικό, όπως είναι ο αντιφασισμός, οι οικονομικές διεκδικήσεις, οι περιβαλλοντολογικές ευαισθησίες, η αλληλεγγύη προς ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, ο ακτιβισμός εν γένει κ.α., δεν υπάρχει δίοδος μετάβασης προς το καθολικό, δηλαδή στους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να αλλάξει η πολιτική οργάνωση της κοινωνίας ως σύνολο β) η κλασική, χριστιανικών καταβολών και ντετερμινιστική αντίληψη ότι οι καταπιεσμένοι επαναστατούν όταν υποτιμάται το βιοτικό τους επίπεδο· η επαναστατική προοπτική μάλλον καθορίζεται από άλλους παράγοντες και όχι από την οικονομική αδικία, οπότε όσοι ευαγγελίζονται την ταυτότητα του επαναστάτη για τον εαυτό τους μάλλον θα έπρεπε να αναπροσδιορίσουν το περιεχόμενο του πολιτικού τους προβληματισμού.

Βέβαια όλη αυτή η διαδικασία δεν συνέβη στο κενό· σίγουρα η στρατηγική του σοκ και η βαθιά αναδιάρθρωση του συλλογικού βίου σε κάθε επίπεδο τα τελευταία χρόνια που σημαδεύτηκαν απ’ το πραξικόπημα της αριστοκρατίας του χρήματος και της πολιτικής ολιγαρχίας συνέβαλλε τα μέγιστα σ’ αυτήν την υποχώρηση της πολιτικής και την παράλληλη κατάσταση ενδοσκόπησης και ενασχόλησης του κάθε ατόμου ή ομάδας με «τα του οίκου». Κάπως έτσι φτάσαμε σ’ αυτόν τον ολοκληρωτικό κατακερματισμό και στη μετάβαση απ’ το «δημόσιο αγαθό» στα «ατομικά συμφέροντα». Η τακτική της Αριστεράς εδώ ήταν υποδειγματική: καταρχήν διαμέσου της ουδετεροποίησης του λαϊκισμού εκ μέρους των οργανικών της διανοουμένων ως ριζοσπαστική και προοδευτική απάντηση στον τεχνοκρατισμό και κατ’ επέκταση διαμέσου του περάσματος από τη θεωρία του λαϊκισμού στην πράξη, δηλαδή στην εξίσωση του γενικού συμφέροντος με το άθροισμα των ατομικών συμφερόντων· μ’ αυτόν τον τρόπο, οι διάφορες ομάδες πίεσης που διεκδικούν ή απαιτούν από μια κυβέρνηση αποκλειστικά την ικανοποίηση των αιτημάτων τους δίχως να προτάσσουν μια ευρύτερη εικόνα για την κοινωνία ή για κάποιο συγκεκριμένο συλλογικό υποκείμενο βαφτίζονται με την αφηρημένη έννοια του «λαού» το οποίο τις περισσότερες φορές σημαίνει τα πάντα και τίποτα. Στον βαθμό όμως που τα ατομικά συμφέροντα τυγχάνουν αυτής της μεταμφίεσης, και στον βαθμό που κάθε ομάδα επιθυμεί με οποιοδήποτε τρόπο την ικανοποίηση απλώς των συμφερόντων της τότε η πολιτική δράση απογυμνώνεται από κάθε νόημα και, επομένως, η ανάθεση έρχεται να ενδύσει αυτή τη γύμνια.

Η κατάσταση που έχει μέχρι στιγμής διαμορφωθεί τόσο στους κόλπους των βουλιαγμένων κοινωνικών κινημάτων όσο και στους κόλπους της κοινωνίας έχει περίπου ως εξής: οι άνεργοι ευελπιστούν ότι θα ανοίξουν νέες θέσεις εργασίας, οι εργαζόμενοι ευελπιστούν ότι θα πάει ο κατώτατος στα 751 και ότι θα επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις, οι συνταξιούχοι ευελπιστούν ότι θα γίνει κάτι με τα όρια ηλικίας και τα επίπεδα των συντάξεων, οι μικροεπιχειρηματίες και οι ιδιοκτήτες ακινήτων ευελπιστούν ότι θα πάρουν μια κάποια φορολογική ανάσα, οι εξαθλιωμένοι ευελπιστούν για λίγα παραπάνω συσσίτια, οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ, οι καθαρίστριες, οι σχολικοί φύλακες και όσοι τέθηκαν σε διαθεσιμότητα ευελπιστούν στην επαναπρόσληψή τους, οι αναρχικοί ευελπιστούν να μετριαστεί η καταστολή, οι δανειστές και οι ολιγάρχες ευελπιστούν ότι δεν θα υπάρξει καμιά σύγκρουση αναφορικά με τις δεσμεύσεις του ελληνικού Κράτους, τη δανειακή σύμβαση του χρέους και το Ευρώ. Μέσα σ’ αυτά να προσθέσουμε την αδιαφορία της μιας κοινωνικής κατηγορίας για την άλλη και την αδιαφορία όλων προς τις δυνατότητες νέων τρόπων διακυβέρνησης που τόσο θα διασφαλίζουν μέσω του απαραίτητου θεσμικού υπόβαθρου πως τα συλλογικά προβλήματα θα λύνονται με δίκαιο για όλους τρόπο όσο και θα προσφέρουν γόνιμο έδαφος για την ανάδυση μιας νέας πολιτικής αρετής ελεύθερων ανθρώπων ικανών να επωμιστούν τις ευθύνες για τις πράξεις τους δίχως την ανάγκη ύπαρξης κάποιας διαχωρισμένης πολιτικής οντότητας.

Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, ο προβληματισμός εδώ δεν υπονοεί ότι κακώς υπάρχουν αυτά τα αιτήματα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι περισσότεροι έχουμε συντριβεί και εξαντληθεί οικονομικά τα τελευταία χρόνια. Ο προβληματισμός μάλλον προσπαθεί αφενός να διερωτηθεί «τι είναι αυτό που οδήγησε σ’ αυτόν τον συμβιβασμό των πολιτικών και κινηματικών δυνάμεων με την επιλογή τους να στηρίξουν έμμεσα ή άμεσα τον Συ.Ριζ.Α.» και αφετέρου να διαβεβαιώσει πως η διορθωτική δικαιοσύνη που επαγγέλλεται η νέα «κυβέρνηση όλων των Ελλήνων», όσο καλοδεχούμενη κι αν είναι, δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική χειραφέτηση του ανθρώπου. Άλλο διόρθωση και υπεράσπιση των οικονομικών κεκτημένων και άλλο αλλαγή των πολιτικών δομών και νέες μορφές διακυβέρνησης των ανθρώπων. Και δυστυχώς αυτή η συνταύτιση είναι που θολώνει το τοπίο του πολιτικού ζητήματος και διαστρεβλώνει τις προϋποθέσεις να ενεργήσουμε ως πολιτικά όντα. Γι’ αυτό και ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων έχει φθαρεί, επειδή απλώς έχουν καταντήσει να συνιστούν μια μικρογραφία της κοινωνικής πραγματικότητας δίχως πρόταγμα και θεσμισμένες ηθικο-πολιτικές πρακτικές, επιδιώκοντας τελικά απλώς την ικανοποίηση των αναγκών τους. Η εμφάνιση του Συ.Ριζ.Α. στο πολιτικό προσκήνιο είναι γεγονός επειδή έρχεται ακριβώς να πατήσει σ’ αυτόν τον ιστορικό συμβιβασμό και να τον επικυρώσει, προσπαθώντας παράλληλα να διαγράψει κατά το δυνατόν απ’ τη συλλογική μνήμη το πολιτικό ζήτημα που διατυπώθηκε, έστω και εν σπέρματι, ρητά στο «κίνημα των πλατειών» όπως αναφέρθηκε και στην αρχή αυτού του κειμένου – βέβαια, όχι χωρίς την απαραίτητη συναίνεση των ίδιων των «από τα κάτω» και των «αμεσοδημοκρατών».

Η κυβέρνηση της Αριστεράς

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα σιωπηρής συναίνεσης που χαρακτηρίζει τους φορείς της πολιτικής δράσης, και πέρα από κάποιες υποχρεωτικές και άνευ νοήματος τελετουργίες που έρχονται να ξορκίσουν το «Κακό» (συγκέντρωση του Κ.Κ.Ε. στο Σύνταγμα, διαμαρτυρίες έξω απ’ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, αντικρατική πορεία των αναρχικών κ.ο.κ.), έρχεται η πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς. Έχοντας μια κοινωνία ποδοπατημένη που το μόνο που δείχνει να ζητάει είναι την ησυχία της, το έργο αυτής της κυβέρνησης δεν θα ‘ναι ιδιαίτερα δύσκολο ως προς τις τακτικές εφησυχασμού της κοινής γνώμης και πιθανότατα θα χωριστεί σε δυο βασικούς πυλώνες: τον επικοινωνιακό και τον διαχειριστικό.

Προς τέρψιν των αριστερών και των επαναστατημένων τηλεθεατών θα υπάρξει αναμφισβήτητα μια αριστερή επικοινωνιακή πολιτική που θα επεκτείνεται από τους «όρκους του Βουνού» όπως έκανε η Ρένα Δούρου κατά την ορκωμοσία της ως Περιφερειάρχης Αττικής, με τους πανηγυρισμούς υπό τον ύμνο της ΕΛΑΣ όπως έκανε ο βουλευτής Κώστας Λαπαβίτσας, τους φόρους τιμής προς τους πεσόντες της Καισαριανής, τις σφιχτές γροθιές στον αέρα να υπενθυμίζουν τον Λένιν και τον Τρότσκι, τα σφυροδρέπανα και τις bandiere rosse στις φιλοκυβερνητικές συγκεντρώσεις, τη νεκρανάσταση της κάθε ξεχασμένης απ’ την Ιστορία αριστερίστικης γκρούπας στην Ευρώπη που βαυκαλίζεται ότι στην Ελλάδα πραγματοποιείται καμιά επανάσταση, τους βαρουφάκειους τσαμπουκάδες στους νεοφιλελεύθερους λύκους, μέχρι το κόκκινο φόντο στις αίθουσες τύπου, τις υπογραφές κειμένων εκ μέρους των προοδευτικών διανοουμένων παγκοσμίως και τις προσκλήσεις του Σλάβοϊ Ζίζεκ, του Νόαμ Τσόμσκι και της Τζούντιθ Μπάτλερ σε εκδηλώσεις και συνέδρια για μια άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα. Πρόκειται για την κατασκευή μιας βιομηχανίας πολιτισμικής ανακύκλωσης όπου η αυτοκρατορία της πολιτικής ανάθεσης θα λειτουργεί σαν μοντέλο προσομοίωσης του επαναστατικού πράττειν.

Κι όσο οι ριζοσπάστες θα τρέφουν την ανεπάρκειά τους με ιδεολογία, ο Συ.Ριζ.Α. θα πρέπει να διαχειριστεί τον κρατικό μηχανισμό και να επανεκκινήσει με κάποιον τρόπο την καπιταλιστική οικονομία. Έτσι, είτε το θέλει είτε όχι θα χτίζει το προφίλ της υπεύθυνης Αριστεράς που είναι πρόθυμη να χρηματοδοτήσει Μελισσανίδη και λοιπούς να κάνουν «business as usual», θα φέρει την «ανάπτυξη» στο λιμάνι του Πειραιά, θα καθησυχάζει τους δημοσιογράφους, θα συνασπιστεί με την Εκκλησία, θα διαβεβαιώνει στους ανθρώπους των Αγορών πως τίποτα δεν θα πάει στραβά (άλλωστε δεν ήρθε δα και κανένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που θ’ ανατρέψει τον καπιταλισμό!), και το ευρώ, πάνω απ’ όλα το ευρώ δεν κινδυνεύει από τις στοιχειώδεις πρώτες βοήθειες στα καθημαγμένα πρώην μικρομεσαία στρώματα. Λέγεται διαρκώς τον τελευταίο καιρό πως ζούμε μια ιστορική στιγμή. Όντως. Πρόκειται για τη στιγμή της αριστερής διακυβέρνησης του καπιταλισμού. Μόνο που δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σύμφωνα με τα λόγια του γερο-Μαρξ, ακριβώς επειδή αυτή η ιστορική στιγμή έχει επαναληφθεί 2 με 3 φορές ακόμα στην Ιστορία του 19ου και 20ου αιώνα, πλέον δεν πρόκειται περί αυθεντικής ανάδυσης ενός γεγονότος άνευ προηγουμένου αλλά περί φάρσας. Διότι η «παραγωγική ανασυγκρότηση» ως επιστροφή στην προ κρίσης εποχή θα αναχαιτιστεί τόσο από τους μηχανισμούς εξουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από τους βαρόνους του τραπεζικού συστήματος, τους κεφαλαιοκατόχους και τους υποψήφιους επενδυτές. Και οι διοικητικού τύπου μεταρρυθμίσεις κοινωνικού και πολιτισμικού φιλελευθερισμού που προτείνει ο Συ.Ριζ.Α. ως προϋποθέσεις για τον εξορθολογισμό και την τακτοποίηση του Κράτους πιθανότατα δεν θα κατευνάσουν τους ανοιχτούς εκβιασμούς του κεφαλαίου αν δεν καταστούν αυτομάτως αποδοτικές οικονομικά, αν δεν καταφέρουν με άλλα λόγια να εντείνουν τον εσωτερικό ανταγωνισμό των «από τα κάτω» αποσυμπιέζοντας ακόμη περισσότερο την αυτοϋποτίμησή τους έστω και με πλάγιους τρόπους.

Μέχρι στιγμής, το κυβερνητικό apparatus του Τσίπρα δείχνει να τα πηγαίνει καλά τόσο στο επικοινωνιακό όσο και στο διαχειριστικό κομμάτι, αν είναι να κρίνουμε τις καταστάσεις μέσα απ’ το κλίμα αυτής της άνευ όρων υπομονής στις τάξεις των ψηφοφόρων αλλά και της σχετικής επιδοκιμασίας στα δελτία των 8, όπου ο Πρωτοσάλτε, ο Παπαδημητρίου και ο Πρετεντέρης, παρά τις όποιες κριτικές στις λεπτομέρειες, δείχνουν να πιστεύουν στη νέα κυβέρνηση και στη στροφή στον ρεαλισμό. Έτσι έχουμε αφενός επικοινωνιακά το cool, ανέμελο και νεανικό προφίλ της κυβέρνησης που δείχνει να είναι ελκυστικό στους μεταμοντέρνους, κοσμοπολίτες μικροαστούς ή τον αναίμακτο και δίχως πολιτικές επιπτώσεις επαναστατισμό του Μηλιού, του Γλέζου και του Λαπαβίτσα για να ικανοποιηθούν οι απαιτητικοί αριστεροί και αφετέρου έχουμε την υλική κατοχύρωση και τη συμβολική επισφράγιση, στο πολιτικό επίπεδο, της νέας πραγματικότητας στη χώρα: το χρέος της χώρας τελικά αναγνωρίζεται ως βιώσιμο – τουλάχιστον μέχρι ν’ ανέβουν οι PODEMOS στην εξουσία–, οι ρυθμίσεις στα χρέη και η αναγκαιότητα για την αποπληρωμή τους από την πλευρά των υποτελών («πατριωτικό καθήκον» ο ΕΝΦΙΑ!) σημαίνει πως όλη αυτή η υπερχρέωση των «από τα κάτω» τα τελευταία πέντε χρόνια εξαιτίας της υπερφορολόγησης των πολιτών από τα μνημονιακά μέτρα αναγνωρίζεται από την κυβέρνηση της Αριστεράς ως ηθική και νόμιμη με την υποσημείωση μιας κάποιας διευκόλυνσης, η διαγραφή όλων των άγριων νεοφιλελεύθερων μέτρων με ένα μόνο νόμο έχει ξεχαστεί, ο ευρωμονόδρομος είναι γεγονός, η Βουλή θα συνεχίσει να παρακάμπτεται με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, ενώ ο περίφημος 4ος Πυλώνας του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης περί «εκδημοκρατισμού του Κράτους», «αποκέντρωσης της εξουσίας» και δυνατότητας για «λαϊκές πρωτοβουλίες για διεξαγωγή δημοψηφισμάτων» δεν συζητιέται καν ίσως και γιατί δεν αφορά μάλλον κανέναν.

Η δημοκρατία και το ζήτημα της εξουσίας

Ο παραγκωνισμός οποιουδήποτε διαλόγου γύρω απ’ το ζήτημα της εξουσίας δείχνει πραγματικά την υποχώρηση του πολιτικού ή μάλλον, από τη στιγμή που διαφαίνεται αυτός ο λανθάνων ιστορικός συμβιβασμός μεταξύ κοινωνίας, κοινωνικών κινημάτων και Αριστεράς, της διαβεβαίωσης ότι η πολιτική λύση είναι ο Συ.Ριζ.Α. Επομένως, με το πολιτικό ζήτημα διευθετημένο, το μόνο που απομένει είναι να εγγυηθεί εκ νέου το κομματικό μοντέλο διακυβέρνησης μέσω του κοινοβουλευτισμού την έξοδο από το οικονομικό αδιέξοδο. Με τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού ότι το κόμμα του και η κοινοβουλευτική του ομάδα θα υπερασπιστούν «κάθε λέξη του Συντάγματος» μπορούμε να πούμε ότι μπαίνει, έστω και προσωρινά, ένα τέλος στην «κρίση της αντιπροσώπευσης και του κοινοβουλευτισμού». Η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης μόλις τελείωσε· πλέον, τα κεφάλια μέσα, ξαναμπαίνουμε σιγά σιγά σε τροχιά πολιτικού αυτοματισμού με το κοινοβούλιο και το κυβερνητικό σχήμα να έχουν όλη την εξουσία και τους πολίτες να υποβιβάζονται εκ νέου σε καταναλωτές, ψηφοφόροι και φορολογούμενοι.

Αν υπάρχει μια ιστορική ιδιαιτερότητα σ’ αυτή τη νέα συνθήκη, της οποίας τις ρίζες μπορούμε να βρούμε στην άνοδο της μετανεωτερικότητας και στο «τέλος των μεγάλων αφηγήσεων» και του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, είναι πως για πρώτη φορά τόσο η Αριστερά όσο και τα κινήματα (με ελάχιστες εξαιρέσεις) δεν έχουν ένα πρόγραμμα εξουσίας, που να τους διακρίνει ριζικά απ’ τους πολιτικούς αντιπάλους της φιλελεύθερης Δεξιάς, ένα πρόγραμμα με άλλα λόγια μεταβατικής εξόδου απ’ τον καπιταλισμό που να σκοπεύει στην χειραφέτηση και την αυτεξουσιότητα των ανθρώπων. Ακόμα και οι λενινιστικές υπόνοιες περί εργαλειακής κατάληψης της κρατικής εξουσίας από τον Συ.Ριζ.Α. προκειμένου να ξεκινήσει η νέα χρυσή εποχή της ελευθερίας και του δημοκρατικού σοσιαλισμού δεν έχουν καμιά πραγματική βάση. Η Αριστερά σήμερα, τόσο στην Ελλάδα όσο και σχεδόν παντού στον κόσμο, το μόνο που επιδιώκει είναι να διαχειριστεί με λίγο πιο ανθρώπινο τρόπο την ακραία εξαθλίωση και τη φτωχοποίηση, σίγουρα όχι να διαπαιδαγωγήσει ελεύθερους πολίτες, δημόσια ηθικά πρόσωπα. Από τη «διακυβέρνηση των ανθρώπων» περνάμε στη «διαχείριση των πραγμάτων».

Ίσως μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες, οι λόγοι που θα έκαναν κάποιον να ψηφίσει Αριστερά να στηριζόταν στην πολιτική του στράτευση γύρω απ’ τον μετασχηματισμό της εξουσίας, για τη δημιουργία ενός καθεστώτος με περισσότερες ελευθερίες, ανεκτικότητα και δικαιότερη νομή της εξουσίας στο σώμα των πολιτών. Δεν βρισκόμαστε πλέον εκεί. Και αυτό φαίνεται με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο στην εθελούσια απαλλοτρίωση της όποιας αντι-εξουσίας μπορεί να είχαν τα κοινωνικά κινήματα στην προ-Συ.Ριζ.Α. εποχή και εν μια νυκτί να μετατρέπονται από κοινότητες αντίστασης και αυτοθέσμισης σε πρώην αντιπολιτευτικές και νυν φιλοκυβερνητικές δυνάμεις. Και αυτή η αποκάλυψη δείχνει την παντελή απουσία μιας πολιτικής αυτοσυνειδησίας και εικόνας των περισσότερων κοινωνικών κινημάτων που αναδύθηκαν στην Ελλάδα της κρίσης που θα έδινε το έναυσμα ώστε να παίξουν τον ρόλο όχι απλώς του τελετουργικού αριστερισμού της καταγγελίας αλλά να δημιουργήσουν μια κοινωνία μέσα στην κοινωνία, να κυοφορήσουν το νέο μέσα στο παλιό και να αρχίσουν να θέτουν ερωτήματα ουσίας για τον τρόπο που θα μπορούσε αυτή η νέα φαντασιακή θέσμιση να διαδεχτεί τη σημερινή παρακμή: «ποιος αποφασίζει;», «τι αποφασίζει;», «με ποιους τρόπους αποφασίζει;».

Αυτή η αδυναμία των κοινωνικών κινημάτων, του αντιεξουσιαστικού χώρου και όλων των πρωτοβουλιών για την άμεση δημοκρατία και την αυτοδιεύθυνση να μετατραπούν από μεταεφηβικές αφορμαλιστικές αδελφότητες σε πολιτικό υποκείμενο έχει οδηγήσει στη σημερινή αναδίπλωση, υποχώρηση και παραίτηση. Με την ιδεολογική και εργαλειακή χρήση της (άμεσης) δημοκρατίας εδώ και αρκετά χρόνια το στοίχημα τελικά ήταν η αποθέωση της διαδικασίας και η χαρά της συμμετοχής και όχι η απάντηση των υπαρκτών και συγκεκριμένων προβλημάτων των συμμετεχόντων και της υπόλοιπης κοινωνίας. Οπότε, όταν προέκυπτε κάποιο πραγματικό δίλημμα ή μια εσωτερική αντίφαση στο δημοκρατικό κίνημα, αυτό συνήθιζε να αναθέτει τη λύση της στο Κράτος. Έτσι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε με την πλήρη ανικανότητα του υπό διάλυση δημοκρατικού κινήματος να απαντήσει στα ζωτικής σημασίας διλήμματα που καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει απ’ τα ιδανικά του, να διατηρεί τη δημοκρατία υπόθεση «ομοϊδεατών» (ακάθαρτων αμεσοδημοκρατών, αριστερών και αντιεξουσιαστών) για άνευ σημασίας ζητήματα και να περιοριστεί σε μια αριστερή αντιπολίτευση – όπως κάνει μέχρι και σήμερα.

Αυτή η περιθωριοποίηση της δημοκρατίας έπληξε ανεπανάληπτα τον πολιτικό λόγο και το ίδιο το περιεχόμενο της δράσης των κινημάτων. Και αν υπάρχει κάποια τύχη να ξαναγεννηθεί ένα κίνημα το οποίο θα βρει το θάρρος και το σθένος να θέσει το επαναστατικό ζήτημα, το ζήτημα με άλλα λόγια της τροπικότητας της εξουσίας αυτό θα γίνει μόνο εφόσον αυτό το κίνημα αποκτήσει πολιτικά και πολιτειακά χαρακτηριστικά και ξαναθέσει τη δημοκρατία ως πρόταγμα συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας στο πολιτικό, οικονομικό, ηθικό, ψυχολογικό επίπεδο· εκεί, με άλλα λόγια, όπου το άτομο απελευθερώνει τις δυνάμεις του μέσα στον κοινό χώρο της πράξης και της ομιλίας. Όσο όμως τα κινήματα δεν οικοδομούν από τώρα την αναπαράσταση μιας δημοκρατικής κοινωνίας, όσο δεν προτάσσουν αυτή την εικόνα στην εσωτερική τους οργάνωση και την ομοσπονδιακή συνεργασία τους και όσο δεν προωθούν πολιτειακές αλλαγές εκδημοκρατισμού, τότε τα πράγματα θα παραμείνουν ως έχουν, να περιοριζόμαστε δηλαδή να καταγγέλλουμε την κυβέρνηση που δεν εφαρμόζει τις προγραμματικές τις θέσεις ή που δεν είναι τόσο φιλελεύθερη και ανοιχτόμυαλη όσο θα θέλαμε.

* Το παρόν κείμενο γράφτηκε λίγες μέρες μετά τις εκλογές της 25ης Γενάρη 2015. Η ευφορία εκείνων των ημερών ότι η Ελλάδα και η Ευρώπη αλλάζουν, η κρυφή γοητεία των νέων κυβερνώντων και οι φιλοκυβερνητικές ανάσες αξιοπρέπειας οδήγησαν το κείμενο στο συρτάρι. Πλέον που η σκόνη έχει καθίσει και αρχίζουμε σιγά σιγά να συνερχόμαστε απ’ το εκλογικό hangover, ίσως να βρεθούν και ευήκοα ώτα που να συμμερίζονται τους προβληματισμούς του κειμένου χωρίς να προβούν στις απαραίτητες τελετουργίες κατηγοριοποίησης των απόψεων που εκφράζονται ως «φασιστικές», «σαμαρικές» και «ελιτίστικες». Έγιναν γι’ αυτόν τον λόγο κάποιες επικαιροποιήσεις που φέρνουν το κείμενο λίγο πιο κοντά στα νέα δεδομένα, ενώ κατά τ’ άλλα ο κορμός του προβληματισμού έμεινε άθικτος.

Η Ευρώπη του νέου εθνικισμού και η σημασία της αναδυόμενης αριστεράς

SANYO DIGITAL CAMERA

Του Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, μετά την πτώση του τείχους στο Βερολίνο το 1989, προκύπτουν νέα γεωπολιτικά σενάρια. Σενάρια που προηγουμένως ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς. Από τη στιγμή εκείνη, σταδιακά αναδύεται ένα νέο είδος τοπικισμού στην Ευρώπη. Σύντομα πραγματοποιείται μια ρήξη ανάμεσα στη ιδέα της ενωμένης Ευρώπης των εθνών κρατών (η οποία αναπτύχθηκε κατά τις δεκαετίες του ΄70 και ’80) και σε αυτή της νέας ιδέας που αναπτύσσεται κατά την δεκαετία του ΄90.  Η αρχική θεώρηση, (η οποία είχε ως προϋπόθεση την προστασία και ανάδειξη των επιμέρους παραδόσεων, και των τοπικών ταυτοτήτων), έρχεται σταδιακά σε αντιπαράθεση με μια ενοποιητική διαδικασία με τάσεις ομογενοποίησης, εξομάλυνσης και ισοπέδωσης. Η αρχική θεώρηση στηρίχτηκε στην ανάδειξη της ποικιλομορφίας, των πολυπολιτισμικών κοινωνιών, του σεβασμού των επιμέρους ιδιαιτεροτήτων και ταυτοτήτων. Υπό αυτή την αρχική άποψη, η συνύπαρξη και συμβίωση, διαφορετικών μεταξύ τους στοιχείων, νοείται ως θετική και όχι ως αρνητική αξία.

Πρωταγωνιστές αυτής της ευρωπαϊκής οπτικής υπήρξαν κυρίως τα αριστερά κινήματα στη Γαλλία και Γερμανία, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (Sdp) καθώς και οι Πράσινοι. Στη συνέχεια η πορεία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, περνά στα χέρια της δεξιάς. Η νέα ιδέα που προκύπτει είναι βασισμένη στην αντίθεση ανάμεσα στα εθνικά κράτη και τα περιφερειακά κράτη, έχοντας ως στόχο την δημιουργία όχι πλέον μια Ευρώπης εθνών κρατών, αλλά μιας ομοσπονδιακής ένωσης περιφερειακών κρατών. Κριτήριο συνένωσης των Ευρωπαϊκών περιφερειών γίνεται πλέον η εθνική ομογενοποίηση, η οποία χρησιμεύει και στοχεύει στην χάραξη νέων πολιτικών συνόρων στην Ευρώπη. Το αφήγημα αρχίζει να αλλάζει, καθώς από τις πολυπολιτισμικές κοινωνίες, την αποδοχή και τον σεβασμό της διαφορετικότητας, περνάμε τώρα στον εθνοπλουραλισμό.

Ο εθνοπλουραλισμός βασίζεται στην ιδέα ότι είναι απαραίτητη η αξιοποίηση των μεμονωμένων ταυτοτήτων, σε αντιπαράθεση με την ενοποιητική διαδικασία, που, για να διατηρηθεί η καθαρότητα του κάθε λαού, θεμελιώδης αρχή είναι αυτός ο λαός να είναι ομοιογενής στο εσωτερικό του. Μόνο ο διάλογος και η αντιπαράθεση μεταξύ ομοιογενών λαών  – ως περιφερειακά κράτη αυτή τη φορά –  μπορεί να περισώσει την ταυτότητά τους και επομένως να αποτρέψει αυτό που η νέα δεξιά ονομάζει εθνοκτονία. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά: σύμφωνα με την ιδέα της νέας δεξιάς, η Ευρώπη των περιφερειών τείνει να αποκλείσει, να διαχωρίσει, ενώ η αρχική ιδέα είχε ως βασική της οπτική, την συγκατοίκηση πολλαπλών εθνικών ταυτοτήτων, πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων και συστατικών στοιχείων.

Η θεωρητική βάση της νέας αυτής ιδέας βρίσκεται στον εθνικό φεντεραλισμό. Ήδη από το 1968 ο θεωρητικός Guy Héraud στο βιβλίο του «Les principes du federalisme et la Federation europeenne» μιλούσε για την γέννηση μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας Ομοιογενών Περιφερειακών Κρατών. Η ιδέα επομένως ξεκινάει αδύναμα από τη Γαλλία, μεταφέρεται στη συνέχεια και ενισχύεται από τη Γερμανία και την Αυστρία, όπου και αρχίζει η συζήτηση περί της Ευρώπης των περιφερειών και η δημιουργία μιας σαφούς πολιτικής θεωρίας. Το 1977 η Βαυαρία χρηματοδοτεί τη γέννηση ενός σχεδίου που αργότερα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το θεωρητικό κέντρο της Ευρωπαϊκής ομοσπονδιοποίησης, το οποίο βασίζεται στον εθνικό φεντεραλισμό. Αυτό δεν είναι άλλο από το Διεθνές Ινστιτούτο Interreg. Η Βαυαρία μέσω της εξωτερικής της πολιτικής, αποκτά έτσι σημαντικότατο και κεντρικό ρόλο στη προώθηση αυτού του είδους Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (των εθνικών περιφερειών) και στην μετάγγισή του στα ανώτατα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα (Ευρωπαϊκό συμβούλιο και Ευρωκοινοβούλιο). Η Βαυαρία έχει κάθε λόγο να προωθήσει την Ευρώπη των περιφερειών, άλλωστε δεν θα την ωφελούσε μια πολιτική ένωση της Ευρώπης, καθώς έτσι ο πολιτικός της ρόλος σταδιακά θα υποβαθμιζόταν. Η Βαυαρία θέλει να μετράει η γνώμη της και σε πολυάριθμες περιπτώσεις θα αντιταχθεί έντονα σε όποιες θεωρήσεις είναι αντίθετες με τις δικές της.

Οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεξιάς εκφράζονται πλέον ανοιχτά, για τους έθνο-φεντεραλιστές όλες οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες δημιουργούν συγκρουσιακούς μηχανισμούς, επομένως αυτές οι κοινωνίες δεν μπορούν να κυβερνηθούν αποτελεσματικά και να ελεγχθούν πολιτικά. Έτσι οι ευρωπαϊκές περιφέρειες γίνονται φορείς προώθησης της ιδέας ενός μοντέρνου τρόπου αυτοκαθορισμού. Σταδιακά η ένταξη μια ευρωπεριφέρειας παύει να έχει ως μοχλό την εθνική της υπόσταση, αλλά πολύ περισσότερο το ενδιαφέρον της για το οικονομικό της μέλλον. Εδώ ο ρόλος των πολυεθνικών και του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι τεράστιας σημασίας. Ένα από τα δημόσια γεγονότα όπου φαίνεται πως η Ευρώπη των περιφερειών γίνεται κτήμα της νέας δεξιάς (συμπεριλαμβανομένης της ρεβανσιστικής δεξιάς) είναι η διαδήλωση του 1991 στο Brennero της Ιταλίας, όπου και εκφράζεται η ιδέα της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας του Τυρόλο, ως μέσο αυτοκαθορισμού και επομένως ως μοχλός άσκησης πίεσης για την προσάρτηση και επιστροφή της Άνω Αδίγης (Alto Adige) στην Αυστρία.

Το ισχυρό στοιχείο για την αποκατάσταση της ιδέας του λαού, που δεν νοείται πλέον ως μια κοινότητα που βασίζεται σε αυτόνομες-αυτόβουλες δράσεις και επιθυμίες (ιδέα που έρχεται από τη Γαλλική Επανάσταση), είναι η θεώρηση μιας κοινότητας με κοινή ιστορία, γλώσσα, παράδοση, και κοινό αίμα. Αυτή η ιδέα στηρίζεται στην εκμετάλλευση και τον αποπροσανατολισμό ο οποίος σχετίζεται άμεσα με την – απολύτως δικαιολογημένη – δυσφορία που υπάρχει σε σχέση με την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Έτσι η πορεία αυτή οδηγεί στη γέννηση ενός νέου «από τα κάτω» εθνικισμού, που αφελώς κάποιοι πιστεύουν ότι στον 21ο είναι και ο μόνος υπερασπιστής της «εθνικής ταυτότητας», ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Έτσι προκύπτουν παραπλανητικές εκφράσεις του τύπου: «Είμαστε η απάντηση στην ομογενοποίηση της οικουμένης σε άμορφο χωνευτήρι των λαών μέσω της μετανάστευσης και του καταναλωτισμού». Πλέον, για τον νέο αυτό εθνικισμό, η  μόνη δυνατή συνύπαρξη είναι μεταξύ όμοιων και μέσα σε μια δεδομένη γεωγραφική περιοχή. Αυτό ισχύει και με όρους οικονομίας, όπου ο μόνος τρόπος είναι «ο καθένας στα του οίκου του και όπως θέλει» αρκεί να μην συγκρούεται, τουλάχιστον ανοιχτά, με την γενική εθνοπλουραλιστική ιδέα.

Πρόκειται για μια νέα μορφή εθνικού ρατσισμού από μια νέα δεξιά. O Γάλλος πολιτικός επιστήμονας Pierre-André Taguieff τον ορίζει ως “Differentialist Racism”. Η νέα αυτή δεξιά εκφράζεται με ρητορικές και συνθήματα που βασίζονται στη συγκάλυψη, και συχνά είναι πολύ δύσκολο να δούμε ότι προέρχονται όντως από τα δεξιά. Η μεγάλη ικανότητα και οι ενισχυμένες δυνατότητες διείσδυσης στους πληθυσμούς έγκειται στο γεγονός ότι τα συνθήματα και οι ρητορικές αυτές είναι εντέχνως διφορούμενες. Βασικά, η νέα δεξιά είναι μεταμφιεσμένη, με όρους τοπικισμού, και καταφέρνει να έχει μια ισχυρή δυνατότητα διείσδυσης, σαφώς μεγαλύτερη από εκείνη της παραδοσιακής δεξιάς της εθνικιστικής, κρατικιστικής, συγκεντρωτικής. Δημιουργείται έτσι μια καταλυτική ικανότητα δημιουργίας συναινέσεων που ή παραδοσιακή δεξιά δεν μπορούσε να δημιουργήσει. Η πολιτική και πολιτιστική μάχη κατευθύνεται τώρα προς την αντιμετώπιση της «εθνικής μόλυνσης» από ξένα μη αφομοιώσιμα σώματα που ενώ έχουν κάθε δικαίωμα να υπάρχουν πρέπει ωστόσο να μην βρίσκονται αναμεσά μας. Ενώ ο παραδοσιακός ρατσισμός έτεινε να καταρτίσει μια ιεραρχία των φυλών, αυτός ο νέος ρατσισμός υπερτονίζει και αξιοποιεί τις διαφορές τους: είναι λοιπόν – για τη νέα αυτή δεξιά – σωστό και δίκαιο να υφίσταται αυτή η πολυπολιτισμικότητα των λαών, αρκεί αυτοί να παραμένουν φυσικά διαχωρισμένοι. Οποιαδήποτε διαδικασία εξασφάλισης πολιτικών δικαιωμάτων, για παράδειγμα στους Τούρκους της Γερμανίας, θεωρείται αρνητική, επειδή η ενσωμάτωση αυτή οδηγεί στην αποσταθεροποίηση της πολιτισμικής ταυτότητας του αρχικού και γνήσιου λαού, επομένως καθιστά δύσκολο και τον πολιτικό έλεγχό του. Σύμφωνα με αυτή την οπτική πρέπει από τη μια να διασφαλιστεί η πολυπολιτισμικότητα, αλλά μέσω ενός μηχανισμού εδαφικού αποκλεισμού, δηλαδή σε ένα δεδομένο χώρο (όποιος κι αν είναι αυτός, ελεύθερο κράτος της Βαυαρίας, ευρωπεριφέρεια στο Τυρόλο κ.λπ). Στην εθνοπλουραλιστική θεωρία της νέας δεξιάς, η φυλετικά βασισμένη σκέψη, που θεωρείται ξεπερασμένη, αντικαθίσταται από την έννοια της εθνικής κουλτούρας.

Από τους πρώτους, (ασφαλώς όχι ο μόνος) που κατανόησαν τους κινδύνους αυτής της νέας δεξιάς οπτικής είναι ο Ralf Dahrendorf, ο οποίος τόνισε την τάση για πολλαπλασιασμό των περιφερειών και τον κίνδυνο να βρεθούμε κάποια στιγμή «χωρίς Ευρώπη». Ο Dahrendorf υποστηρίξε πως το μόνο θεσμικό μοντέλο που εγγυάται εξίσου τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα είναι το ετερογενές εθνικό κράτος (όσες κι αν είναι οι εσωτερικές δυσκολίες που προκύπτουν από αυτό).  Όπως ιστορικά έχει επιβεβαιωθεί, παρατηρείται ότι η άνοδος του εθνικισμού στον Ευρωπαϊκό χώρο σημειώνεται σε περιόδους κρίσεως, πολιτικής, οικονομικής ή και κοινωνικής φύσης, αρκετά ιστορικά γεγονότα δείχνουν την ύπαρξη του φαινομένου αυτού, όπως η άνοδος της Ναζιστικής Γερμανίας, ή η άνοδος του Ιταλικού φασισμού. Άλλος ένας σημαντικός παράγοντας για την άνοδο των κεντροδεξιών, εθνικιστικών και  φασιστικών κινημάτων ήταν η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929. Στην σημερινή Ευρώπη της κρίσης αναδύονται νέες πολιτικές δυνάμεις με περισσότερα ή λιγότερα εθνικιστικά στοιχεία. Από τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή και τα διάφορα εθνικά μέτωπα στην Ελλάδα και το εξωτερικό (όπως το κόμμα της Λεπέν στην Γαλλία), το Κόμμα Ανεξαρτησίας Ηνωμένου Βασιλείου του Φάρατζ στην Αγγλία, το λαϊκίστικό κίνημα των πέντε αστέρων του Γκρίλο και η Λέγκα του Βορρά στην Ιταλία, τη φασιστική κυβέρνηση στην Ουκρανία στα ποικίλα άλλα εθνικιστικά, νεοναζιστικά και φασιστικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη. Με τις όποιες μεταξύ τους διαφοροποιήσεις (αν και σημαντικές) αυτά τα κόμματα και κινήματα δείχνουν (τουλάχιστον με τη ρητορική τους) να έχουν ως κοινό τους τόπο την ιδέα του εθνοπλουραλισμού. Από την Ευρώπη της νέας αυτής δεξιάς, δείχνει όλα να έχουν αφεθεί στον αυτοματισμό. Η μετατροπή της μεσογείου σε θαλάσσιο τάφο μεταναστών και η απουσία ενός σαφούς ευρωπαϊκού σχεδίου επίλυσης του μεταναστευτικού, είναι ενδεικτική της αδιαφορίας, τόσο των κεντροδεξιών όσο και των εθνικιστικών κομμάτων.

Αναμφίβολα ο δρόμος που δείχνει να έχει πάρει η Ευρώπη υπό την καθοδήγηση αυτής της νέας δεξιάς και υπό τις πιέσεις την νέας εθνικιστικής ακροδεξιάς, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Οι εντάσεις που δημιουργούνται από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, και ο τρόπος με τον οποίο τα εθνικιστικά κόμματα συνεχίζουν να αντιδρούν σε αυτές τις εντάσεις, η ανασφάλεια, η φτωχοποίηση, η αγανάκτηση του λαού από το υπάρχον σύστημα, η δίψα για απόδοση δικαιοσύνης σε όλα τα τραγικά λάθη των προγενέστερων κυβερνήσεων, αλλά και η διαφθορά στο κοινοβουλευτικό πολιτικό σύστημα και στην δικαιοσύνη, ενισχύουν ακόμα περισσότερο τέτοιες ιδεολογίες.

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι πολλά από αυτά τα νέα εθνικιστικά κόμματα της Ευρώπης, καταγγέλλουν γενικά και αόριστα τον κοινοβουλευτισμό και μιλούν για την ανάγκη αυτοκαθορισμού και υιοθέτησης αμεσοδημοκρατικών εργαλείων, όπως τα δημοψηφίσματα. Από την προσεκτική ανάγνωση του αφηγήματός τους προκύπτει ένας απροκάλυπτος δόλος και ένας επικίνδυνος καιροσκοπισμός. Ο υποτιθέμενος αυτοκαθορισμός παρουσιάζεται παραπλανητικά, ως κάποια μετεξέλιξη της ιδέας περί αυτονομίας. Από την άλλη η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί – πόσο μάλλον να εφαρμοσθεί – «αλά καρτ». Καθεμιά από τις θεμελιώδεις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της και ασφαλώς καμία από αυτές δεν μπορεί να αποκλειστεί κατά το δοκούν (δηλαδή όπως βολεύει κάθε φορά το όποιο κόμμα ή κίνημα). Ο κίνδυνος του πολιτικού «προσηλυτισμού» και του αποπροσανατολισμού (ανθρώπων που διαθέτουν επιφανειακή σχέση με την άμεση δημοκρατία) με επιχείρημα μια ακρωτηριασμένη και παραποιημένη «άμεση» δημοκρατία, είναι υπαρκτός και ιδιαίτερης σημασίας.

Δεδομένων των παραπάνω, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ανερχόμενο ισπανικό Podemos καθώς και άλλες νέες ευρωπαϊκές κινήσεις αριστερής χροιάς, (αν και εγκλωβισμένες στις κομματικές τους αγκυλώσεις και στον κοινοβουλευτισμό, όπως θα έλεγε και ο Ρομπέρτ Μισέλ) αντιπροσωπεύουν ένα νέο πολιτικό γεγονός στην Ευρώπη, που εκτός από το αίτημα για παύση της λιτότητας, θα μπορούσε να ανοίξει το διάλογο για την επαναφορά της αρχικής ιδέας περί Ευρωπαϊκής ενοποίησης, με αρχές τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, την πολυπολιτισμικότητα, την ισότητα, την ισονομία και τη δικαιοσύνη, σε αντιπαράθεση με τη σημερινή ιδέα που – σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση – οδηγεί μαθηματικά σε έναν νέο, γενικευμένο και επικίνδυνο ακροδεξιό εθνικισμό. Ενοποιητικό στοιχείο θα μπορούσε να αποτελέσει η εμπέδωση και προώθηση της υπόστασης του ανθρώπου ως πολίτη, ανεξάρτητα από τις πολιτισμικές και λοιπές του ιδιαιτερότητες. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ποια θα είναι η έκβαση αυτής της ανανεωμένης ευρωπαϊκής περιπέτειας, ούτε φυσικά ποια θα είναι η αντίδραση υπό την ηγεσία της νέας δεξιάς.

Το ζήτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν και είναι ιδιαιτέρως σύνθετο και προβληματικό ενώ «οι καιροί βαίνουν όλο και πιο πονηροί». Η προάσπιση ωστόσο των δικαιωμάτων της όποιας ευρωπαϊκής περιφέρειας, δεν μπορεί να γίνεται σε βάρος περιθωριοποιημένων μειονοτήτων ή και μεμονωμένων ατόμων, τα οποία – με την «λογική» της νέας δεξιάς και της ακροδεξιάς – πρέπει να αποκλείονται εξαναγκαστικά, στο όνομα μιας ομοιογένειας η οποία εξυπηρετεί – άκρως υβριστικά και απάνθρωπα – τον στενό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό έλεγχο των λαών από τους παλαιούς ή τους νέους «απελευθερωτικά πεφωτισμένους» ολιγάρχες.

Podemos: Ανάμεσα στην «αριστερή ηγεμονία» και την «έφοδο» των κοινωνικών κινημάτων στους θεσμούς

1413755798826podemosc4

Του Θοδωρή Καρυώτη

«Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 17 του πολιτικού περιοδικού Βαβυλωνία, Ιανουάριος 2015»

Από τις αρχές του 2014, το Podemos εμφανίστηκε στην Ισπανία ως μια νέα πολιτική δύναμη που απειλεί να αποσταθεροποιήσει το μεταπολιτευτικό σύστημα δικομματικής εναλλαγής στην εξουσία. Με την ευρεία στήριξη των νέων, των λαϊκών στρωμάτων και των κοινωνικών κινημάτων και με επίκεντρο την χαρισματική ηγεσία του νεαρού καθηγητή πολιτικών επιστημών Pablo Iglesias, το νέο κόμμα έχει βλέψεις στην εξουσία και ευαγγελίζεται την ανατροπή της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης των τελευταίων δεκαετιών. Όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, το Podemos επιδιώκει να καταλάβει το κενό που δημιουργεί η εξάντληση της σοσιαλδημοκρατίας, προωθώντας την αναδιανομή του πλούτου υπέρ των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων, βάζοντας φρένο στην διάλυση του κράτους πρόνοιας και προωθώντας την επανεκκίνηση της εθνικής οικονομίας απέναντι στην επίθεση του διεθνούς κεφαλαίου.

Ας προσπεράσουμε την εύκολη a priori κριτική που λέει «είναι αυτονόητο λοιπόν ότι το Podemos (ή ο ΣΥΡΙΖΑ ή προσθέστε εδώ το κόμμα της [δυσ]αρεσκείας σας) δεν αποτελεί σχέδιο χειραφέτησης των από τα κάτω με όρους κοινωνικής αυτοδιάθεσης, αλλά απόπειρα ανασυγκρότησης της κυριαρχίας»· ας εξετάσουμε αντίθετα αυτό το κόμμα ως προϊόν των πολιτικών εξελίξεων και ιδιαίτερα των κοινωνικών κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων στην Ισπανία.

Η κινηματική έκρηξη του 2011

Το κίνημα των «indignados», με αφετηρία τις πλατείες τον Μάιο του 2011, αποτέλεσε για την ισπανική κοινωνία το «ξύπνημα» από δεκαετίες αποπολιτικοποίησης, με μια ευρύτερη αριστερά απομονωμένη και αδύναμη μετά από 40 χρόνια δικτατορίας και 33 χρόνια ηγεμονίας του μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Οι πρωταγωνιστές του κινήματος των πλατειών ήταν κυρίως νέοι καταδικασμένοι στην ανεργία και την επισφάλεια, οι οποίοι συσπειρώθηκαν γύρω από την απόρριψη του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος και την απαίτηση για πραγματική δημοκρατία. Ωστόσο, όπως σε κάθε μαζικό λαϊκό κίνημα, πίσω από τα κεντρικά συνθήματα των indignados κρυβόταν ένα εύρος από προσεγγίσεις και αιτήματα: Από την απόρριψη του κράτους ως ρυθμιστή και διαμεσολαβητή της κοινωνικής ζωής έως την υπεράσπιση του κράτους ως μηχανισμό αναδιανομής του πλούτου και ως ανάχωμα στην καπιταλιστική ανομία· από το φαντασιακό της αποανάπτυξης, της αυτοδιαχείρισης και της οικοδόμησης των κοινών μέχρι το αίτημα για επανεκκίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας με σκοπό την απορρόφηση των εκατομμυρίων ανέργων. Το βασικό αίτημα και συνεκτικό στοιχείο του κινήματος (στο οποίο ταυτίζονται με το παγκόσμιο κύμα κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων) ήταν η πολιτική ισότητα, η κατάργηση του χάσματος ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους. Η έλλειψη ιδεολογικών «αποσκευών» και η απουσία οργανωμένων πολιτικών ομάδων στο εσωτερικό τους, επέτρεψε στους indignados να συνεχίσουν να υπάρχουν ως συμπαγές κίνημα χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να λύσουν τις εσωτερικές τους αντιφάσεις ή να πάρουν ξεκάθαρες ιδεολογικές θέσεις. Κατάφεραν έτσι να αλλάξουν ριζοσπαστικά το πολιτικό σκηνικό αλλά και το περιεχόμενο του δημοσίου διαλόγου στην Ισπανία.

Παρά τη μαζική κινητοποίηση, που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις έφτασε να έχει τη στήριξη του 80% των Ισπανών πολιτών, οι επόμενοι μήνες έφεραν αφενός την επιδείνωση της πολιτικής και οικονομικής κατάστασης αφετέρου μια αυτοδύναμη κυβέρνηση του Partido Popular, του κόμματος της μετά-φρανκιστικής δεξιάς, με το 44% της ψήφου. Ακολούθησε μια σκοτεινή εποχή, με εντατικοποίηση της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης και ακραία καταστολή, με αποκορύφωμα το «Νόμο Φίμωτρο» («Ley Mordaza»), ένα πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά δεδομένα κατασταλτικό νομοσχέδιο, το οποίο ποινικοποιεί τις μορφές διαμαρτυρίας που ανέπτυξαν αυτά τα νέα κινήματα και στοχοποιεί συγκεκριμένες οργανώσεις, όπως η PAH (Πλατφόρμα Ζημιωμένων από τα Στεγαστικά Δάνεια) που έχοντας μαζική λαϊκή στήριξη έχει οργανώσει δυναμικές παρεμβάσεις τα τελευταία χρόνια (σταμάτημα εξώσεων, καταλήψεις στέγης, μποϋκοτάζ τραπεζών, διαμαρτυρίες μπροστά σε σπίτια πολιτικών κτλ).

Η εμφάνιση του Podemos και η «έφοδος στους θεσμούς»

Οι συζητήσεις για την συμμετοχή των indignados και του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος στις εκλογές –αυτό που αργότερα θα ονόμαζαν «έφοδο στους θεσμούς» («asalto a las instituciones»)– προϋπάρχουν της εμφάνισης του Podemos. Το βασικό κίνητρο για την επιλογή της εκλογικής οδού είναι ότι πρόκειται για ένα κίνημα που αισθάνεται ότι αντικατοπτρίζει την κοινωνική πλειοψηφία, αλλά δέχεται αλλεπάλληλες ήττες επειδή σε επίπεδο πολιτικής αντιπροσώπευσης βρίσκεται στη μειοψηφία. Η επιθυμία για θεσμοποίηση του αγώνα καταδεικνύει φυσικά την αδυναμία των κινημάτων να συγκροτηθούν ως πολιτικό υποκείμενο έξω από το στενό πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας· από την άλλη, είναι ενδεικτική επίσης της απόρριψής του περιθωριακού ρόλου που επιφυλάσσει το πολιτικό σύστημα στα κινήματα βάσης, και της αισιοδοξίας ότι η κεντρική πολιτική σκηνή μπορεί να «αποικιστεί» με τις αξίες και τις μεθόδους των τελευταίων. Ταυτόχρονα, οι indignados απορρίπτουν την παραδοσιακή αριστερά, το λεξιλόγιο, της συνταγές και την οργάνωσή της (στο πρόσωπο της Ενωμένης Αριστεράς [Izquierda Unida], της συμμαχίας που μεταπολιτευτικά συγκεντρώνει τις δυνάμεις της κοινοβουλευτικής αριστεράς), και επιδιώκουν την δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα. H πρώτη απόπειρα να δημιουργηθεί ένα κόμμα που να μεταφέρει την ατμόσφαιρα και τις οργανωτικές μεθόδους των πλατειών στην κεντρική πολιτική σκηνή και να απομακρύνεται από τις παθογένειες των παραδοσιακών κομμάτων γίνεται με το Partido X (Κόμμα Χ). Δεν καταφέρνει όμως να εγείρει την φαντασία ευρύτερων κοινωνικών ομάδων και η επιρροή του ποτέ δεν επεκτείνεται πέρα από το στενό κύκλο των ακτιβιστών.

Το Podemos αναπτύχθηκε σε ένα κλίμα όπου το πολιτικό σύστημα και οι δορυφόροι του –κόμματα, συνδικάτα, μέσα ενημέρωσης– ήταν πλήρως απαξιωμένα και νέοι τρόποι οργάνωσης και πάλης έρχονταν στο προσκήνιο. Ξεχωριστό παράδειγμα αποτελούν οι «παλίρροιες» («mareas»), οριζόντιες κλαδικές ή θεματικές συνομαδώσεις που, οργανωμένες συνελευσιακά και παρακάμπτοντας τα γραφειοκρατικά συνδικάτα, εξαπέλυσαν σημαντικές και νικηφόρες μάχες ενάντια στην νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση: η «λευκή παλίρροια» και η «πράσινη παλίρροια» ενάντια στην διάλυση τη δημόσιας υγείας και παιδείας αντίστοιχα, η «γαλάζια παλίρροια» ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών ύδρευσης, η «πορτοκαλί παλίρροια» ενάντια στις περικοπές στα προγράμματα πρόνοιας, κ.ο.κ.

Ανάμεσα σε μια αμείλικτη δεξιά και μια σαστισμένη αριστερά, το Podemos υπήρξε το μόνο κόμμα που κατάφερε να μιλήσει τη γλώσσα αυτών των νέων μορφών οργάνωσης και να παρουσιαστεί σαν σύνθεση και πολιτική έκφραση των αγώνων ενάντια στην εξαφάνιση των λαϊκών κεκτημένων. Αποτέλεσε αρχικά δημιούργημα μιας παρέας νέων αλλά έμπειρων ακαδημαϊκών του πανεπιστημίου Complutense της Μαδρίτης –οι οποίοι είχαν ήδη αποκτήσει κάποια δημοσιότητα μέσω της εβδομαδιαίας τηλεοπτικής εκπομπής που παρουσιάζουν, της «La Tuerka»– με την Αντικαπιταλιστική Αριστερά (Izquierda Anticapitalista), ένα δραστήριο διεθνιστικό κόμμα που ήδη από το 2012 αναζητούσε συνεργασίες για να δημιουργήσει τον «Ισπανικό ΣΥΡΙΖΑ», δηλαδή μια συμμαχία της ριζοσπαστικής αριστεράς με βλέψεις εξουσίας. Μετά το θρίαμβο του Podemos στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2014, ο ριζοσπαστικός λόγος του και η επιμονή του στην «ήπια» αντιπροσώπευση (συμμετοχικές διαδικασίες, κυκλικότητα, ανακλητότητα, κτλ) συναρμόζουν με τις ανησυχίες της νέας γενιάς αγωνιστών· έτσι ένα μεγάλο κομμάτι των indignados πείθεται ότι αυτό είναι το κόμμα με το οποίο θα κάνουν «έφοδο στους θεσμούς»· σε τέτοιο βαθμό που οι «κύκλοι» του Podemos, οι τοπικές ανοιχτές συνελεύσεις που αποτελούν τη «βάση» του κόμματος, αντικαθιστούν τις εναπομένουσες συνελεύσεις των indignados σε πολλές ισπανικές πόλεις. Υπάρχουν βεβαίως και φωνές που κριτικάρουν τη διάχυση του κινήματος μέσα στο νέο πολιτικό φορέα, αλλά ο γενικευμένος ενθουσιασμός τις αφήνει στο περιθώριο.

Στη βάση του ανερχόμενου νέου κόμματος, λοιπόν, συναντούμε μια συμμαχία ανάμεσα στα νέα κινήματα των κοινών, της συμμετοχής και της αυτοδιαχείρισης, με τα κινήματα που υπερασπίζονται τα δημόσια αγαθά και το κράτος πρόνοιας. Δεν υπάρχει καμία αντίφαση στη συμμαχία αυτή: όσο κι αν είναι σημαντικό να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα σε κοινό και δημόσιο, άλλο τόσο σημαντικό είναι να δούμε τα δημόσια αγαθά ως κοινά του παρελθόντος, προϊόντα κοινωνικών αγώνων που βρίσκονται υπό κρατική «επιτήρηση», τα οποία οφείλουμε να προστατεύσουμε από το αδηφάγο ιδιωτικό κεφάλαιο.

Ηγεμονία και αριστερή στρατηγική

Η ομάδα ακαδημαϊκών που –άτυπα αρχικά– βρίσκεται στην ηγεσία του Podemos, ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα του Ernesto Laclau και της Chantal Mouffe για έναν «αριστερό λαϊκισμό», έχει αναπτύξει μια αναλυτικότατη επικοινωνιακή στρατηγική. Στα πλαίσια της ανάπτυξης μιας νέο-γκραμσιανής «αριστερής ηγεμονίας», εισάγει στη ρητορική της έννοιες παραδοσιακά συνδεδεμένες με την δεξιά, όπως η «κοινή λογική» ή η «εθνική κυριαρχία», απευθύνεται στο συναίσθημα των ψηφοφόρων με νέα σύμβολα και ιδέες, δηλώνει ότι το κόμμα «δεν ανήκει ούτε στην αριστερά ούτε στη δεξιά» και εγκαταλείπει την μαρξιστική ταξική ανάλυση υπέρ μιας απλούστερης διχοτομίας ανάμεσα στον «λαό» και την «κάστα». Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να απευθυνθεί σε μεγάλα κομμάτια των ψηφοφόρων που μοιράζονται την «αγανάκτηση» με το πολιτικό σύστημα αλλά δεν κινητοποιούνται από την παραδοσιακή αριστερή ρητορική, και έτσι να εδραιώσει τη νέα ηγεμονία που θα φέρει το Podemos στην εξουσία.

Στην καρδία αυτού του πολιτικού εγχειρήματος, λοιπόν, υπάρχει μια ένταση ανάμεσα αφενός στη βάση του κόμματος, ριζωμένη σε συγκεκριμένους και καθημερινούς κοινωνικούς αγώνες, γαλουχημένη στη συμμετοχική λήψη αποφάσεων και στην αυτοοργάνωση, και αφετέρου στην ηγετική ομάδα, η οποία, έχοντας εκπονήσει ένα συγκροτημένο ηγεμονικό σχέδιο, ενδιαφέρεται κυρίως να απευθυνθεί στην κοινωνική πλειοψηφία, συναρθρώνοντας ένα ευρύ φάσμα αγώνων, αιτημάτων και ταυτοτήτων με ορίζοντα την κατάκτηση της εξουσίας. Εντούτοις, το δίλλημα που αντιμετωπίζει το Podemos υποβόσκει στην καθημερινή πράξη οποιουδήποτε πολιτικού εγχειρήματος, κοινοβουλευτικού ή μη: αφενός η ανάγκη διεύρυνσης της κοινωνικής απεύθυνσης και στήριξης, αποβλέποντας στη δημιουργία ενός φορέα με δυνατότητα ουσιαστικής πολιτικής επιρροής, αφετέρου η διατήρηση των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, αξιών, στοχεύσεων και οργανωτικών μορφών που δίνουν στο εγχείρημα τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του.

Για την ηγετική ομάδα του, το Podemos αποτελεί φυσική συνέχεια και ταυτόχρονα «ωρίμανση» του κινήματος των πλατειών. Υπό αυτήν την οπτική, τα κοινωνικά κινήματα, παρόλο που είναι σημαντικά στο βαθμό που δημιουργούν μια νέα συνειδητοποίηση και καταδεικνύουν τη σήψη του υπάρχοντος συστήματος, δεν παύουν να αποτελούν μια μικρή –μολονότι συνειδητοποιημένη και δραστήρια– μειοψηφία της ισπανικής κοινωνίας. Το ζητούμενο, εντούτοις, είναι η σύνδεση με τις ανησυχίες και τις προσδοκίες του «μέσου πολίτη» –της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Είναι προφανές ότι ως εκλογική –και μετέπειτα ως κυβερνητική– στρατηγική, η σύνδεση με την «κοινωνική πλειοψηφία» μπορεί να αποδώσει καρπούς –και πιθανότατα να οδηγήσει στις πρώτες μη νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις της Ευρώπης σε Ελλάδα και Ισπανία. Ωστόσο, τα φαντασιακά νοήματα, οι προσδοκίες, οι αξίες της «κοινωνικής πλειοψηφίας» δεν έχουν ουδέτερο πρόσημο – αντίθετα είναι προϊόντα αιώνων καπιταλιστικής ηγεμονίας. Μια πιθανή απομάκρυνση του Podemos από τη δεξαμενή νέων νοημάτων, αξιών, οργανωτικών μορφών και πολιτικών προταγμάτων που είναι τα αυτόνομα κοινωνικά κινήματα βάσης μπορεί εύκολα να φυλακίσει το νέο κόμμα στον στενό ορίζοντα της «κοινωνικής σωτηρίας» από τη φιλελεύθερη επέλαση –ή σύμφωνα με το λεξιλόγιο του Podemos, τη «διάσωση των πολιτών» («rescate ciudadano»). Κινδυνεύει έτσι η φιλόδοξη νέα αριστερά να περιοριστεί στον άχαρο ρόλο του διαχειριστή ενός βάρβαρου κοινωνικού συστήματος, δέσμια –ε΄κούσια ή ακούσια– των ατομιστικών υλικών προσδοκιών της μεσαίας τάξης, επαναλαμβάνοντας έτσι την άδοξη πορεία της σοσιαλδημοκρατίας.

Η αντίφαση στην καρδιά του εγχειρήματος

Η ένταση ανάμεσα στο λαϊκιστικό ηγεμονικό σχέδιο της ηγεσίας και στην ριζοσπαστική, οριζόντια και συμμετοχική κατεύθυνση της βάσης έγινε εμφανής στο ιδρυτικό συνέδριο του κόμματος, τον Οκτώβριο του 2014, όπου παρουσιάστηκαν οι διαφορετικές οργανωτικές, πολιτικές και δεοντολογικές προτάσεις. Η οργανωτική πρόταση με τίτλο «Sumando Podemos» («Μαζί Μπορούμε») συγκέντρωνε τις αγωνίες της βάσης: Συλλογική ηγεσία, ενισχυμένος ρόλος για τους «κύκλους», τακτικά συνέδρια, διαφάνεια και συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, εναλλαγή και ανακλητότητα στις θέσεις ευθύνης. Ωστόσο, η οργανωτική πρόταση που υπερψηφίστηκε ήταν αυτή που κατέθεσε η ομάδα του Pablo Iglesias, με τίτλο «Claro que Podemos» («Φυσικά Μπορούμε») η οποία θεσπίζει τη θέση του γενικού γραμματέα, ενισχύει την ηγεσία, επιτρέπει στον ηγέτη να επιλέγει αυτούς που τον πλαισιώνουν, υποβιβάζει το ρόλο του συνεδρίου και των «κύκλων» και προκρίνει τις συγκεντρωτικές δομές στο όνομα της «αποτελεσματικότητας». Ταυτόχρονα ο νέος οργανωτικός χάρτης ορίζει ότι όσοι είναι ενεργοί σε άλλες πολιτικές οργανώσεις δεν μπορούν να έχουν αξιώματα μέσα στο νέο κόμμα, μια πρόβλεψη που αποβλέπει στην εσωκομματική περιθωριοποίηση της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Ο Iglesias έφτασε ακόμα να εκβιάσει ότι αν δεν εγκριθεί η πρόταση του θα αποσυρθεί από το κόμμα. Η οργανωτική πρότασή αυτή προκάλεσε μεγάλη αντίδραση ανάμεσα στους περίπου 16.000 παρόντες λόγω των συγκεντρωτικών χαρακτηριστικών της, αλλά εγκρίθηκε με το 80% των ψήφων. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι η ψηφοφορία ήταν ανοιχτή σε οποιονδήποτε είχε πρόσβαση στο διαδίκτυο, με μια απλή ψηφιακή «εγγραφή» στη σελίδα του κόμματος. Ψήφισαν έτσι πάρα πολλά νέα μέλη (περισσότερα από 100.000) τα περισσότερα από τα οποία δεν είχαν σημαντική πολιτική δέσμευση ή δραστηριότητα· αυτό ευνόησε τους τηλεοπτικούς «αστέρες» της «La Tuerka», έναντι αυτών που κατέθεσαν την αντίπαλη πρόταση.

Το σφάλμα του Pablo Iglesias και των στελεχών που τον πλαισιώνουν δεν έγκειται στην εκπόνηση του ηγεμονικού σχεδίου και την υιοθέτηση μιας λαϊκιστικής ρητορικής. Άλλωστε, κάθε πετυχημένο πολιτικό εγχείρημα έχει στο κέντρο του μια διαδικασία «μετάφρασης» των βασικών ιδεών και αξιών του σε όρους που θα επιτρέψουν τη συμμετοχή του στο δημόσιο διάλογο. Ειδάλλως διακυβεύεται η ίδια η δυνατότητα του να επηρεάσει την κοινή γνώμη, και άρα αμφισβητείται ο «πολιτικός» χαρακτήρας του και οδηγείται σε περιθωριοποίηση, μια κατάσταση τόσο συχνή στον αριστερό και τον ελευθεριακό χώρο, που πλέον θεωρείται δεδομένη –ακόμα και επιθυμητή, αφού υπό μια συγκεκριμένη οπτική, η κοινωνική απομόνωση μιας πολιτικής ομάδας αποτελεί απλά «επιβράβευση» της επαναστατικότητάς της.

Αντίθετα, το σφάλμα της ηγετικής ομάδας του Podemos είναι ότι μέσω της επιβολής του δικού της οργανωτικού σχεδίου, απενεργοποιεί αυτήν ακριβώς τη διαλεκτική που ανέδειξε το Podemos ως ελπιδοφόρα πολιτική δύναμη και κλείνει τις διόδους μέσω των οποίων η οργανωμένη κοινωνία μπορεί να επηρεάσει τη μελλοντική εξέλιξη του εγχειρήματος. Θεωρεί την κατάκτηση της κεντρικής εξουσίας ως εκ των ων ουκ άνευ της πολιτικής δραστηριότητας και υπάγει τη δράση των κινημάτων στην εκλογική δυναμική. Ενώ για τους αγωνιστές βάσης που στηρίζουν το Podemos το κόμμα αποτελεί «εργαλείο» του κινήματος και η κατάκτηση της εξουσίας μια «στιγμή» του ευρύτερου αγώνα, μετά το συνέδριο του Οκτώβρη τα κινήματα παραγκωνίστηκαν για χάρη μιας ισχυρής ηγετικής ομάδας η οποία θα μπορέσει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Η αντίφαση αυτή, που βρίσκεται στην καρδιά του Podemos, γίνεται εμφανής στην άβολη σχέση του με ένα άλλο πολιτικό εγχείρημα που ξεπήδησε από τις κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών και από την απόφαση για «έφοδο στους θεσμούς», του Ganemos –ή Guanyem στην Καταλονία. Το Ganemos αποτελεί ενωτική πρωτοβουλία κινηματικού χαρακτήρα που έχει καταφέρει να συνενώσει κινήματα, αριστερά και οικολογία για τη συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές της άνοιξης του 2015. Τοπικές πλατφόρμες έχουν δημιουργηθεί σε δεκάδες πόλεις, ανάμεσα τους στην Βαρκελώνη, όπου η δραστήρια και δυναμική Πλατφόρμα Ζημιωμένων από τα Στεγαστικά Δάνεια (PAH) έχει την πρωτοβουλία, και στη Μαδρίτη, όπου κομμάτια του αυτόνομου κινήματος, ιδιαίτερα γύρω από την ομάδα Observatorio Metropolitano, αποτελούν την κινητήρια δύναμη. Το Podemos εξαρχής χαιρέτισε την εμφάνιση αυτών των δημοτικών κινήσεων, αναγνώρισε τις κοινές πολιτικές τους στοχεύσεις και μεθόδους και δεσμεύτηκε να μην παρουσιάσει ξεχωριστές υποψηφιότητες στις πόλεις όπου συμμετέχει το Ganemos στις δημοτικές εκλογές. Τελευταία όμως το κλίμα έχει αλλάξει: η εμμονή του Ganemos στις «αργές» διαδικασίες βάσης, την εναλλαγή και την ανακλητότητα των υποψηφίων και τις ιδέες εμπνευσμένες από τον ελευθεριακό δημοτισμό έχουν αποξενώσει την ηγεσία του Podemos, η οποία μελετά την δημιουργία ξεχωριστού δημοτικού συνδυασμού στη Μαδρίτη με ηγετικά χαρακτηριστικά γύρω από το «νούμερο δύο» του κόμματος, τον καθηγητή πολιτικών επιστημών Juan Carlos Monedero. Αν τελικά το Podemos παρουσιάσει αυτή την υποψηφιότητα ενάντια στο Ganemos, το διαζύγιο του με τα κοινωνικά κινήματα θα θεωρηθεί τετελεσμένο. Η απόφαση αναμένεται να παρθεί πριν τον Φεβρουάριο του 2015.

Και τώρα, τι;

Πιθανότατα τo Podemos δεν θα είναι το κόμμα-κίνημα που πολλοί περίμεναν στις απαρχές του. Μετά το συνέδριο του Οκτώβρη, και πάντα με την καθοδήγηση της ομάδας της «La Tuerka», το κόμμα έχει συγκροτηθεί ως «εκλογική μηχανή» διαρθρωμένη –με σημαντικές ποιοτικές διαφορές βεβαίως– κατ’ ομοίωση του κρατικού μηχανισμού του οποίου τα ηνία θέλει να αναλάβει. Είναι πιθανό η στρατηγική αυτή να καταφέρει να εκσφενδονίσει το κόμμα στην εξουσία, όπου θα έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει μια σημαντική ρωγμή στην ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και της αντιδραστικής δεξιάς στην Ισπανία και την Ευρώπη. Προς το παρόν όμως, η διαδικασία οικοδόμησης ενός κόμματος αυθεντικής «λαϊκής εξουσίας», στηριγμένου σε διαδικασίες βάσης και στην άμεση δημοκρατία –αν δεχτούμε βεβαίως ότι η άμεση δημοκρατία μπορεί να ευδοκιμήσει στο ασφυκτικά στενό πλαίσιο της κοινοβουλευτικής πολιτικής– ανακόπηκε πρώιμα με το ιδρυτικό συνέδριο.

Είναι σημαντικό τα ισπανικά κοινωνικά κινήματα να διατηρήσουν την αυτονομία τους και να μην διαχυθούν μέσα στο ηγεμονικό σχέδιο του Iglesias. Από μια πιθανή κυβέρνηση του Podemos μπορούν να περιμένουν μια ανατροπή των συσχετισμών δύναμης, που θα τους δώσει μια ανάσα και θα ανακόψει την αμείλικτη καταστολή που δέχονται αυτήν τη στιγμή. Πιθανότατα θα βρουν επίσης ένα αποφασισμένο σύμμαχο τόσο στην οικοδόμηση των κοινών όσο και στην υπεράσπιση του δημοσίου και του κράτους πρόνοιας –αν και είναι εξίσου πιθανό να χρειαστεί να διαδραματίσουν το ρόλο της μόνης ουσιαστικής αντιπολίτευσης, όταν η κυβέρνηση θα αρχίσει τους αναπόφευκτους συμβιβασμούς με την οικονομική εξουσία.

Για το επόμενο διάστημα και μέχρι τις γενικές εκλογές αναμένεται μια μαζική εισροή προς το Podemos μεσαίων και χαμηλόβαθμων στελεχών της Ενωμένης Αριστεράς –η οποία είναι σίγουρο ότι θα καταποντιστεί εκλογικά λόγω της εμφάνισης του νέου κόμματος. Αναμένεται επίσης η έξοδος πολλών αγωνιστών βάσης που έχουν δει το ρόλο τους να υποβαθμίζεται και τις οργανωτικές τους μεθόδους να παραγκωνίζονται μέσα στο νεότευκτο κόμμα. Παρ’ όλες τις ολοένα αυξανόμενες εσωτερικές κριτικές και την αναπόφευκτη «υποχώρηση» σε κάποιες από τις πιο ριζοσπαστικές του θέσεις –για παράδειγμα πλέον δεν μιλάει για λογιστικό έλεγχο αλλά για αναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χρέους– το Podemos έχει καταφέρει να κινητοποιήσει μεγάλα κομμάτια της ισπανικής κοινωνίας που παραδοσιακά απείχαν από τις εκλογές και να τραβήξει προς τα αριστερά ένα μέρος του συντηρητικού εκλογικού σώματος. Μένει να διαπιστώσουμε εάν στον έναν χρόνο που το χωρίζουν από τις γενικές εκλογές θα καταφέρει να δημιουργήσει μια μακρόπνοη εσωτερική δυναμική που να ευνοεί τη δημοκρατία και τη συμμετοχή ή θα θυσιάσει τις αξίες αυτές για χάρη της βραχυπρόθεσμης εκλογικής αποτελεσματικότητας.

Μερικές σκέψεις για την Αριστερά με αφορμή το βιβλίο ‘Οι άλλες ιστορίες’

Zapatistas

Toυ Σίμου Ανδρονίδη

«Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς, πως θα γενούνε τα σκοτάδια λάμψη;» (Ναζίμ Χικμέτ, ‘Όπως ο Κερέμ’).

Το βιβλίο του υποδιοικητή Μάρκος, που φέρει τον εύγλωττο τίτλο ‘Οι άλλες ιστορίες’ μας προσφέρει την δυνατότητα συμβολής στη θεωρητική συζήτηση περί Αριστεράς. Και υπάρχει μία νοητή γραμμή που συνδέει την Αριστερά με το βιβλίο του Μάρκος: αυτή η νοητή γραμμή αφορά την «αναζήτηση» του ανθρώπου, του ανθρώπου που μέσα από ρήξεις και υπερβάσεις δημιουργεί την ιστορία του κοινωνικού όλου. Τι σημαίνει αριστερή πολιτική πράξη σήμερα; Ποια είναι η Αριστερά του 21ου αιώνα; Πως προσδιορίζεται; Οι μικρές και έξοχες ιστορίες του εμβληματικού και ταυτόχρονα «πολλαπλού» ηγέτη των Ζαπατίστας επιδιώκουν να απαντήσουν στα συγκεκριμένα ερωτήματα. Και είναι ακριβώς αυτή η προσπάθεια απάντησης που υπερβαίνει τις θεωρητικές αναζητήσεις των «ταγών» της Αριστεράς.

Στην περίπτωση των Ζαπατίστας, η Αριστερά συγκροτείται και ανασυγκροτείται καθημερινά. Εκκινώντας από την αφετηριακή πράξη της ζωής και της κοινωνίας «οικοδομεί» ένα στέρεο αξιακό υπόβαθρο, στην «κορυφή» του οποίου στέκει ο άνθρωπος-παραγωγός. Και είναι η Αριστερά ως αξιακή και κανονιστική κατεύθυνση που προσδίδει έναν θετικό και ταυτόχρονα «επιθετικό» προσδιορισμό στον άνθρωπο. Έτσι, ο άνθρωπος μετατρέπεται σε άμεσο παραγωγό, σε άμεσο διαμορφωτή κοινωνικής συνείδησης, σε λυδία λίθο της πράξης και της κοινωνικής αλλαγής.

Οι πολλές «ατομικότητες» συγκροτούν την ενιαία συλλογικότητα της πράξης. Αν η Γαλλική Επανάσταση προσδιόρισε τον άνθρωπο ως πολίτη, η πολιτική αριστερά τον προσδιορίζει ως παραγωγό της νέας κοινωνικής συνείδησης. Στο γίγνεσθαι των Ζαπατίστας και των ιθαγενών της Τσιάπας, η Αριστερά συγκροτείται ως καθημερινή πράξη διαμόρφωσης ενός κοινωνικά διαφορετικού κόσμου. Αυτή η αξιακή αριστερά λειτουργεί ανάγοντας την «μοναδικότητα» και την διαφορετικά σε εργαλεία κατανόησης του ανθρώπου και του κόσμου που μας περιβάλλει. Πρωτίστως όμως, εκκινεί από την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Και η ανθρώπινη φύση, σε πείσμα διάφορων απόψεων και αντιλήψεων, περιλαμβάνει την ετερότητα και την διαφορετικότητα. Η Αριστερά των Ζαπατίστας προωθεί την λαϊκή αυτενέργεια και αυτοδιαχείριση.

Ας θυμηθούμε τα λόγια του επίκαιρα λόγια του Τερέντιου: ‘’Άνθρωπος είμαι, και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο’’ (στα Λατινικά: ‘Homo sum: human nil a me alienuum puto’). Αυτή η μικρή φράση του Τερέντιου αποτελεί τον θεμέλιο λίθο συγκρότησης της «άλλης» Αριστεράς των Ζαπατίστας, της Αριστεράς που ενσωματώνει οργανικά τις πολλαπλές πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Στις ‘άλλες ιστορίες’ του υποδιοικητή Μάρκος, οι λέξεις χαράζονται σαν μικρά «κρύσταλλα», που μέσα από την διαφάνεια της επιφάνειας τους διαβλέπεις την ζωή να κυλάει, τον άνθρωπο να δρα και την Αριστερά να ενυπάρχει μέσα σε αυτές τις μικρές και απλές ιστορίες. Και κάποιος καλόπιστος δύναται να αναρωτηθεί: είναι δυνατόν να συγκροτείται η Αριστερά ως όραμα, ως αναγέννηση και ως πράξη σε αυτή την μακρινή γωνιά του κόσμου; Η απάντηση μας είναι καταφατική. Η Aριστερά των ιθαγενών της επαρχίας Τσιάπας του Μεξικού δεν μας δίνει έτοιμες κατευθύνσεις, αντιθέτως, μέσα από το εύρος των ιστοριών του Μάρκος (που μπορεί να είναι ο γερο-Αντόνιο, ή η προβαλλόμενη «ταυτότητα» των ιθαγενών), διακρίνεται η Αριστερά της πολλαπλότητας, η Αριστερά που «αναγεννιέται» σαν το νερό. Τα πάντα από κάπου εκκινούν: στην περίπτωση των Ζαπατίστας εκκινούν από την «ολική» θεώρηση του ανθρώπου που εντάσσεται αρμονικά στο ευρύτερο φυσικό του περιβάλλον.

«Ο Πρώτος Πατέρας των Γκουαρανί αναδύθηκε από τα σκοτάδια, φωτισμένος από τη λάμψη της ίδιας του της καρδιάς. Δημιούργησε τις φλόγες και την ομίχλη. Τον έρωτα, αλλά δεν είχε που να τον δώσει. Τη γλώσσα, αλλά δεν υπήρχε κανείς να την ακούσει. Τότε συμβούλεψε τους θεούς να δημιουργήσουν τον κόσμο, και να φτιάξουν τη φωτιά, την ομίχλη, τη βροχή και τον άνεμο. Τους πρόσφερε τη μουσική και τα λόγια του ιερού ύμνου, ώστε να πάρουν ζωή οι γυναίκες και οι άντρες. Έτσι ο έρωτας έγινε μυστήριο, η γλώσσα ζωντάνεψε και ο Πρώτος Πατέρας απαλλάχτηκε από τη μοναξιά. Τώρα συνοδεύει τους άντρες και τις γυναίκες που περπατούν και τραγουδούν: Τώρα πατάμε στη γη, σε τούτη τη γη που λάμπει»[1].

Στο παραπάνω έξοχο απόσπασμα που παραθέτει ο Ουρουγουανός συγγραφέας Eduardo Galeano, διαφαίνεται η ευρύτερη κοσμοαντίληψη των ιθαγενών. Και δεν μπορούμε να μην εντοπίσουμε τις ομοιότητες με τις ‘άλλες ιστορίες’ του Subcomandante Μάρκος, εκεί όπου η φωτιά, και η ομίχλη, ο άνεμος και το νερό, συντροφεύουν τον άνθρωπο σε κάθε βήμα της δικής του ζωής. Όπως ο Μάρκος, έτσι και ο Eduardo Galeano αντλούν «εικόνες» και λέξεις από την ανεξάντλητη λαϊκή παράδοση αυτών των περιοχών, εκεί όπου οι «πρώτοι» θεοί αποκτούν «ανθρώπινα» χαρακτηριστικά. Και έτσι προχωρά και η Αριστερά μέσα στις ιστορίες του. Προχωρά μέσα από τις εικόνες και τα δέντρα, μέσα από τις λέξεις και τα μεγάλα και άγρια λιοντάρια, μέσα από το φόβο και το νερό για να επιστρέψει στο πρωταρχικό σημείο: στον άνθρωπο ως σημείο κλειδί για την ερμηνεία και την «αναπαραγωγή» του κόσμου, στον άνθρωπο ως παραγωγό του νέου κοινωνικά, κόσμου.

Θα ονομάζαμε αυτή την «ρηξιακή» Αριστερά ως διαρκώς ανανεούμενη, όχι τόσο ως αξιακό υπόβαθρο αλλά κύρια ως νόημα και ως πρωταρχική λέξη του κόσμου. Από πού εκκινεί η Αριστερά αν όχι από τον Άνθρωπο-παραγωγό; Από πού εκκινεί αν όχι από την καθημερινή επιδίωξη σύνδεσης με το μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων; Από πού εκκινεί αν όχι από την θέαση του κόσμου ως μία μεγάλη εικόνα; Από πού εκκινεί αν όχι από την συνύφανση με την πολλαπλότητα και την διαφορετικότητα; Από πού εκκινεί αν όχι από την μεγάλη ιδέα της μεταβολής του κόσμου; Αυτές τις αφετηριακές αρχές της Αριστεράς έρχεται να μας τις υπενθυμίσει το μικρό βιβλίο του υποδιοικητή Μάρκος.

«Όπως το σπαθί του παραμυθιού του γερο-Αντόνιο, η κυβερνητική επίθεση του Φεβρουαρίου εισχώρησε χωρίς καμιά δυσκολία στις περιοχές των Ζαπατίστας. Ισχυρό, εκθαμβωτικό, με όμορφη λαβή, το σπαθί της Εξουσίας χτύπησε τη Ζαπατίστικη Ζώνη. Όπως το σπαθί της ιστορίας του γερο-Αντόνιο, έκανε μεγάλο θόρυβο και φασαρία, όπως αυτό, τρόμαξε μερικά ψάρια. Όπως στο παραμύθι του γερο-Αντόνιο, το χτύπημα του ήταν μεγάλο, δυνατό… και άχρηστο. Όπως το σπαθί της ιστορίας του γερο-Αντόνιο, εξακολουθεί να είναι μέσα στο νερό, να σκουριάζει και να παλιώνει. Το νερό; Συνεχίζει το δρόμο του, τυλίγει το σπαθί και, χωρίς να του δίνει σημασία, φτάνει μέχρι το ποτάμι, που θα πρέπει να το πάει μέχρι το μεγάλο νερό, όπου γιατρεύουν τη δίψα οι πρώτοι θεοί, οι μεγάλοι, αυτοί που γέννησαν τον κόσμο…»[2]

Αυτή είναι η Αριστερά, η δική μας Αριστερά που σαν το «μεγάλο» νερό, παρασέρνει το παλιό για να οικοδομήσει το νέο, «χτυπώντας» ταυτόχρονα το μεγάλο και «όμορφο» σπαθί της εξουσίας. Η Αριστερά που αναλύει επιστημονικά το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Η Αριστερά του όλου που στηρίζεται στη λογοτεχνία και στην ποίηση, στην εικόνα και στις λέξεις. Η «κρισιακή» πολιτική έχει «απολυτοποιήσει» έννοιες και αριθμούς. Η Αριστερά οφείλει να «απολυτοποιήσει» τον άνθρωπο-εργαζόμενο. Οι μοναδικές και πολλαπλές εκφάνσεις του κοινωνικού ενυπάρχουν σε αυτό το μικρό βιβλίο, οι ιστορίες του οποίου, ανασυγκροτούν τον άνθρωπο ως κατεξοχήν πολιτικό «ζώον».

Και η κατηγορική προσταγή της Αριστεράς, της Αριστερής πολιτικής πράξης και των αριστερών πολιτικών κομμάτων οφείλει να είναι η ακόλουθη: «Resist much, obey little», όπως έγραψε ο σπουδαίος Αμερικανός ποιητής Walt Whitman. «Αντισταθείτε πολύ, υπακούστε λίγο». Η πολιτική «επιστήμη» της Αριστεράς είναι διαρκής και στοχαστική, αναδεικνύοντας τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους. Και ένας τέτοιος οργανικός διανοούμενος της Αριστεράς είναι και ο υποδιοικητής Μάρκος. Η αριστερή πολιτική «επιστήμη» παράγει στοχασμό, γνώση και έμπρακτη αμφισβήτηση.

«Για τον Γκράμσι, αντίθετα, ο πραγματικός οργανικός διανοούμενος μιας ανεπτυγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας είναι το πολιτικό στέλεχος, το νέο είδος, ο κοινωνικά και ανθρωπολογικά νέος τύπος ανθρώπου που παρήγαγε το εργατικό κίνημα στην πορεία της συγκρότησης του: μέσα από τα συνδικάτα, τις κοινωνικές οργανώσεις, τις πολιτιστικές ενώσεις, τα πολιτικά κόμματα, με τις εφημερίδες τους και τα οργανωτικά τους μέσα. Αυτοί είναι οι οργανικοί διανοούμενοι του εργατικού κινήματος στην εποχή των μαζών και των κομμάτων τους»[3]

Η Αριστερά ανοίγεται στο όλον, κάθε ώρα και κάθε στιγμή, «παράγοντας» τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους. Και η «ρηξιακή» Αριστερά στοχεύει στον δομικό μετασχηματισμό της κοινωνικής ολότητας. Και χαρακτηριστικό του εύρους της Αριστεράς που μπαίνει στη μάχη, είναι το κάτωθι απόσπασμα από το διήγημα ‘Το ΛΟΤΤΟ’ του Αλέκου Χατζηκώστα: «Δεν βαριέσαι, έτσι και έτσι χαΐρι δεν έχουμε. Τουλάχιστον, ας αλλάξουμε τα γούρια μας και ποιος ξέρει, μπορεί να φτιάξουμε μόνοι μας την τύχη μας. Μετά έκλεισε την πόρτα και ενώθηκε με τους συμφοιτητές του…»[4]. Η Αριστερά είναι η διαρκής ερώτηση, και όχι η απάντηση. Και αυτή η Αριστερά της ερώτησης και όχι της άμεσης κατάφασης οφείλει να μαθαίνει από τα λάθη της.

[1] Βλ. σχετικά, Galeano Eduardo, ‘Μνήμη της φωτιάς. Η Αρχή’, Μετάφραση: Κανσή Ισμήνη, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 2009, 16.

[2] Βλ. σχετικά, Υποδιοικητής Μάρκος, ‘Οι άλλες ιστορίες’, Μετάφραση: Καρατζάς Γιώργος, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα, 2014, σελ. 49.

[3] Βλ. σχετικά, Κουβελάκης Στάθης, ‘Ο Πουλαντζάς ως οργανικός διανοούμενος’, στο, Γολέμης Χάρης & Οικονόμου Ηρακλής, (επιμ.), ‘Ο Πουλαντζάς σήμερα’, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς/Νήσος, Αθήνα, 2012, σελ. 378.

[4] Βλ. σχετικά, Χατζηκώστας, Αλέκος, ‘Το ΛΟΤΤΟ’, Σχεδία Μνήμης, Εκδόσεις Ars Poetica, Βέροια, 2014, σελ. 127. Ο Αλέκος Χατζηκώστας αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αριστερού οργανικού διανοούμενου του λόγου και της πράξης. Μέσα από τα διηγήματα του διαφαίνεται η δική του λαϊκή-πολιτική Αριστερά, μία Αριστερά που αποτελεί ταυτόχρονα δείκτη «ωριμότητας», κάτι που είναι εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για την «ύφανση» της μέσα στο καθημερινό και πολύπλοκο πράττειν.

Λαϊκισμός, δημοκρατία και γιατί πρέπει να κερδίσουν οι λαϊκιστές

5u94C

Καθώς η ημέρα των εκλογών πλησιάζει, οι πολιτικές συζητήσεις σημαδεύονται με όλο και εμφατικότερο τρόπο από σχόλια για τον λαϊκισμό. Οι εξαγγελίες των πολιτικών δυνάμεων του λεγόμενου «κέντρου» μιλούν συνεχώς για ανάγκη συσπείρωσης όλων των «σοβαρών» μπλοκ απέναντι στην άνοδο των λαϊκιστικών σχημάτων (όπως για παράδειγμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α) που δήθεν απειλούν τη χώρα και το έθνος με πραγματική κατάρρευση. Με βάση το δικό τους σκεπτικό, οι πολιτικές επιλογές του λαϊκισμού αποτελούν βασική αιτία κάθε καταστροφής, καθώς επενδύουν στο δημαγωγικό λόγο, στο συλλογικό συναίσθημα οργής και αγανάκτησης, παρά στη λογική και τον κοινό νου, ή στο «ρεαλισμό» και την «υπευθυνότητα» αναφορικά με την κρίση χρέους και τα οικονομικά αδιέξοδα, (για τα οποία υποτίθεται μοναδική ευθύνη φέρουν κάποιες – εξίσου – δημαγωγικές πολιτικές στις οποίες μερικές δεκαετίες πριν επένδυσε ο εγχώριος «πολιτικός» κόσμος). Έτσι, όπως λέει και ο Σεβαστάκης[1], ο λαϊκισμός έφτασε πλέον να λογαριάζεται ως δημιουργός «αν όχι όλων, τουλάχιστον των περισσότερων δεινών τα οποία αντιμετωπίζει η χώρα», με άλλα λόγια, ως η βασική αιτία διαιώνισης των πολιτικών της διαπλοκής, ως ο κατεξοχήν γεννήτορας μιας κουλτούρας ελευθεριότητας και ακατάσχετης μεμψιμοιρίας, η οποία – όντας δήθεν αναπόσπαστο κομμάτι της μεταπολιτευτικής αριστερόστροφης πορείας που ακολούθησε η χώρα από το 1980 και έπειτα (όπως λέει στο η ομάδα του περιοδικού Πρόταγμα[2] στο 6ο τεύχος) – θέτει θανάσιμα εμπόδια στην ανάκαμψη της Ελληνικής οικονομίας, ενώ την ίδια στιγμή λειτουργεί ως τροχοπέδη για τον ευρωπαϊκό εξορθολογισμό και τον εκδυτικισμό της. Ο λαϊκισμός έτσι εξισώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αποσκοπεί στην αποσταθεροποίηση της κοινωνίας μέσω της επικράτησης μιας κουλτούρας ανομίας και παραλογισμού, που (με βάση τουλάχιστον την αντι-λαϊκιστική ρητορική) σταδιακά και νομοτελειακά οδηγεί στη διάβρωση των θεσμών που εγγυώνται ομαλότητα και σταθερότητα. Κι ενώ αυτός ο ορισμός αποτελεί κατεξοχήν βασική αφήγηση των πολιτικών φορέων της «σοβαρότητας» και της «υπευθυνότητας», μια δεύτερη προσέγγιση αρκεί για να μας οδηγήσει σε διαφορετικά συμπεράσματα.

Αρκετοί θεωρητικοί (όπως ο Ernesto Laclau, η Chantal Mouffe, ο Γιάννης Σταυρακάκης και σχεδόν όλη η σχολή του Essex) έχουν κατά καιρούς συγκρουστεί με την κυρίαρχη θεώρηση του λαϊκισμού ως μια παρεκτροπή της δημοκρατίας προς τη μανία του όχλου, ως τη βασική ουσία του ολοκληρωτισμού και του φασισμού[3]. Για τον Laclau[4] μάλιστα, ένα κίνημα λαϊκιστικό μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στη διεύρυνση της δημοκρατίας, καθώς ασκεί εξισωτικές έλξεις προς αιτήματα κοινωνικών ομάδων που μένουν στο περιθώριο, λόγω ακριβώς της αντιπροσωπευτικής κρίσης που χαρακτηρίζει τα σύγχρονα τεχνοκρατικά καθεστώτα. Για τον ίδιο, κάθε κίνημα που χαρακτηρίζεται ευρέως ως λαϊκιστικό (ποπουλίστικο) ποντάρει πάνω σε μια συγκεκριμένη και ομογενοποιημένη ταυτοτική ιδιότητα που αποδίδεται στο γενικό σύνολο – τον λαό εν γένει – η οποία λειτουργεί ως φορέας κοινωνικής κινητοποίησης. Αυτή η ταυτότητα φυσικά θα μπορούσε να νοηματοδοτηθεί ποικιλοτρόπως: μπορεί ο λαός ως κενό (και κατ’ επέκταση, ρευστό) σημαίνον να ταυτιστεί αποκλειστικά και μόνο την κοινή καταγωγή, τη φυλή και κάποιες άκαμπτες παραδόσεις, μπορεί όμως να υιοθετήσει και χαρακτήρα αμιγώς δημοκρατικό, θέτοντας αιτήματα που αφορούν τη συμμετοχή, τη διεύρυνση της δημοκρατίας και των πολιτικών δικαιωμάτων, ή ακόμα και την ανατροπή ενός απολυταρχικού καθεστώτος που αφαιρεί βασικές ελευθερίες. Ως εκ τούτου, ο λαϊκισμός είναι πάντοτε ανταγωνιστικός: θέτει σαφή διαχωριστικά όρια μεταξύ δύο στρατοπέδων, μεταξύ των λίγων που ελέγχουν τις αποφάσεις (δηλαδή της ολιγαρχίας) και αυτών που μένουν εκτός, δηλαδή της σιωπηλής πλειοψηφίας, το ανομοιογενές πλήθος που για να αποκτήσει πολιτική και συγκρουσιακή υπόσταση θα πρέπει να συσπειρωθεί και να συνενωθεί κάτω από μια κοινή ομπρέλα – μια εξισωτική αλυσίδα – παραμερίζοντας τις ενδογενείς του αντιθέσεις, και, ως εκ τούτου, συνδιαμορφώνοντας μια κοινή ταυτότητα (για να έρθω και πάλι στα λόγια του Laclau).

Ως εκ τούτου, ο λαϊκισμός θα μπορούσε να αφορά οτιδήποτε: από το κόμμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, το Sinn Fein, τους Podemos, το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν, τους Ανεξάρτητους Έλληνες, τους συνωμοσιολόγους εθνικιστές, τις αναρχικές πρωτοβουλίες στην Ευρώπη και την Αμερική, τους Τσαβίστας στη Βενεζουέλα και τους Περονιστές στην Αργεντινή, κινήματα αμεσοδημοκρατικά όπως το Occupy Wall Street, οι Αγανακτισμένοι και οι Πλατείες ή ακόμα και ο Μάης του 68 όλα αυτά θεωρούνται ως επί τω πλείστον κινήματα ποπουλίστικα, εφόσον θέτουν ως βασική τους γραμμή το ανταγωνιστικό δίπολο ο «λαός» ενάντια στις «ελίτ». Δημοκρατικά κινήματα ή αυταρχικά/αντιδραστικά (όπως το Tea Party Movement στις ΗΠΑ και το κίνημα Forconi στην Ιταλία) μπορούμε εξίσου να τα χαρακτηρίσουμε λαϊκιστικά, εφόσον σε κάθε περίπτωση η έννοια «λαός», ως το σύνολο που διέπεται από κοινά συμφέροντα και στερείται βασικών του διεκδικήσεων, αποτελεί το κύριο πολιτικό υποκείμενο που «χρωματίζεται» ανάλογα με την περίσταση και τον προσανατολισμό του κινήματος. Έτσι, για έναν δεξιό εθνικιστή, για παράδειγμα, ο λαός είναι το θύμα μιας συνωμοτικής ελίτ η οποία επιθυμεί να αλλοιώσει την εθνική του υπόσταση μέσω της μαζικής μετανάστευσης, αποδυναμώνοντάς τον εκ των έσω ή, με βάση τουλάχιστον την Αμερικανική εκδοχή του δεξιού λαϊκισμού, ο σκληρά εργαζόμενος μέσος άνθρωπος στερείται τους καρπούς του καθημερινού του κόπου του λόγω της υψηλής φορολογίας που επιβάλουν οι πολιτικές ελίτ με στόχο να συντηρήσουν το υπερδιογκωμένο κράτος πρόνοιας για δικό τους όφελος. Για έναν αριστερό λαϊκιστή, ο λαός αποκτά συχνά «προοδευτική» χροιά, καθώς επιχειρείται – είτε μέσω αγκιτατόρικης απεύθυνσης, είτε με διαγγέλματα, υπογραφές και ψηφίσματα – η συνένωση ακόμα και μειονοτικών αλλογενών κοινοτήτων με το σύνολο, ενάντια σε μια κοινή καταπιεστική εξουσία (πχ Τρόικα, Βερολίνο, Βρυξέλλες) που επιβουλεύεται τον απλό καθημερινό άνθρωπο και δρα εις βάρος του, αφαιρώντας θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα και κεκτημένα δεκαετιών. Συνεπώς, κοινό στοιχείο πολλών εν γένει λαϊκιστικών κινημάτων είναι η σύγκρουση με τη λογική του τεχνοκρατικού σχεδιασμού, ενώ στο λαϊκιστικό φαντασιακό τις περισσότερες φορές απορρίπτεται συλλήβδην οποιαδήποτε καθοδήγηση από κάποια Χ πεφωτισμένη αριστοκρατία.

Με λίγα λόγια, ένα κίνημα ποπουλίστικο ενδέχεται να εμπεριέχει μερικά από τα πιο βασικά στοιχεία της αυθεντικής δημοκρατίας, όπως η εναντίωση στον Πλατωνικό ελιτισμό, βάση του οποίου η πολιτική είναι αναντίρρητο καθήκον μιας κλίκας «ειδικών» – ένας ελιτισμός που επί της ουσίας χαρακτηρίζει τη σύγχρονη λογική της αντιπροσώπευσης των φιλελεύθερων καθεστώτων -, δίνοντας έμφαση στη δόξα (γνώμη). Μπορεί, ωστόσο, να συσπειρώνεται και κάτω από το πρόσωπο μιας χαρισματικής προσωπικότητας η οποία όμως στοχεύει αποκλειστικά και μόνο στην ανάληψη της εξουσίας, ή αντιστοίχως να στηρίζει ολιγαρχικές, ελιτίστικες και εξίσου αντιλαϊκές αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης (όπως για παράδειγμα, ο λαϊκισμός υπέρ του νόμου και της τάξης στις ΗΠΑ που στήριξε την κυβέρνηση του Reegan και του Nixon αντίστοιχα). Αυτό φυσικά δε συνεπάγεται ότι κάθε μορφή λαϊκισμού είναι από μόνη της εξισωτική με τη δημαγωγία, τον οπορτουνισμό ή τις αντιδραστικές και αυταρχικές ρητορικές. Η εμπειρική μελέτη, εξάλλου, μας δείχνει ξεκάθαρα πως «είναι δύσκολο να μιλήσουμε για δημοκρατική πολιτική δίχως λαϊκισμό»[5], δεδομένου ότι ποπουλίστικα κινήματα στο παρελθόν αποτέλεσαν τους πρώτους σπόρους κοινωνικών κινητοποιήσεων που συνέβαλαν είτε σε μια δικαιότερη κατανομή του πλούτου (όπως οι εργατικοί αγώνες του προηγούμενου αιώνα, καθώς και κινήματα αγροτών στις ΗΠΑ και την Ευρώπη) είτε στον περιορισμό των φυλετικών διακρίσεων (βλ Civil Rights Movement στις ΗΠΑ). Συνεπώς, όπως λέει και ο Panizza[6], ο ίδιος ο λαϊκισμός μπορεί να αποτελεί αναπόσπαστο καθρέφτη της δημοκρατίας – η πιο αυθεντική της φωνή (με βάση τον Lasch[7]) – καθώς και πεμπτουσία της πιο ριζοσπαστικής της εκδοχής[8]. Η δημοκρατία, όμως, δεν είναι πολίτευμα προστατευμένο από την ίδια την ύβρι (γι’ αυτόν άλλωστε τον λόγο ο Καστοριάδης το ονόμαζε πολίτευμα τραγικό) και, ως εκ τούτου, μια δημοκρατική (λαϊκιστική) διαδικασία μπορεί ανά πάσα στιγμή να παρεκτραπεί, οδηγώντας σε αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που αρχικά επιδίωκε, οδηγώντας σε περαιτέρω γενίκευση συγκρούσεων, βίας και τέλος στην ανάδυση απολυταρχικών καθεστώτων, δίχως ωστόσο κάτι τέτοιο να αποτελεί νομοτέλεια. Αυτό θα το καταλάβουμε καλύτερα αν έρθουμε σε μια σύντομη επαφή με τη σύγχρονη ιστορία.

Μπορεί τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του προηγούμενου αιώνα (όπως ο φασισμός, ο ναζισμός και ο μπολσεβικισμός) να βασίστηκαν σε μια πλατιά πλειοψηφία προκειμένου να κρατηθούν στην εξουσία, ωστόσο αυτό δεν επιβεβαιώνει την ουσιοκρατική Χομπσιανή φιλελεύθερη αφήγηση του ανθρώπου ως homo homini lupus, ότι δηλαδή εκ φύσεως ο άνθρωπος διέπεται από μια ακατάσχετη μανία για εξουσία και κυριαρχία, και ως εκ τούτου αν αφεθεί ελεύθερος, δίχως την καθοδήγηση κάποιου ισχυρού, ντετερμινιστικά θα οδηγηθεί σε μια κατάσταση γενικευμένου χάους, όπου και θα επικρατήσει ο πολέμος όλων εναντίον όλων (bellum omnium contra omnes). Ξεκαθαρίζοντας: το καθεστώς του Χίτλερ, του Φράνκο, του Μουσσολίνι, του Στάλιν ή του Πολ Ποτ δε βάσισαν την ισχύ τους στην ανοιχτή συμμετοχή των μαζών στις αποφάσεις, σε δημοψηφίσματα ή σε κάποια αφήγηση που ήθελε το λαό κυρίαρχο στα πράγματα, μήτε προεικόνιζαν κάποια προλεταριακή διακυβέρνηση δίχως τη σιδηρά πειθαρχία της κεντρικής ηγεσίας. Ως εκ τούτου δεν μπορούμε να μιλήσουμε αμιγώς για λαϊκισμό όταν αναφερόμαστε στα καθεστώτα αυτά, μιας και η φρίκη που έσπειραν στην ανθρωπότητα δεν είναι το αποτέλεσμα κάποιων διαδικασιών λαϊκής κινητοποίησης (με τρόπο συμμετοχικό σε ότι αφορά τη λήψη των αποφάσεων), διαδικασίες που – με βάση τις φιλελεύθερες αφηγήσεις – οδηγούν ντετερμινιστικά στην επικράτηση μιας γενικευμένης ανομίας την οποία επωφελούνται διάφορες ομάδες οπορτουνιστών εξουσιομανών δημαγωγών. Μήτε μπορούμε Τοκβιλικά να επικαλεστούμε τη δικτατορία της πλειοψηφίας ενάντια στην καταπιεσμένη μειοψηφία, δεδομένου ότι δεν υφίσταται καμία λαϊκή βούληση πέρα από αυστηρή κομματική καθοδήγηση, η οποία με τη σειρά της εφάρμοζε το φυλετικό ή μαρξιστικό δόγμα, όπως ακριβώς όριζε η επιστημονική θεωρία είτε του εθνικοσοσιαλισμού είτε του μπολσεβικισμού (οι ιστορικοί νόμοι), μια θεωρία που βασικός της κορμός είναι ο κεντρικός σχεδιασμός και η σιδηρά πειθαρχία στις αποφάσεις της (τεχνοκρατικής κατά κάποιον τρόπο) ηγεσίας. Συνεπώς, αυτό που απουσιάζει πλήρως από τα καθεστώτα αυτά είναι ακριβώς το στοιχείο του αυθορμητισμού που συναντάμε διάχυτο στα λαϊκιστικά κινήματα, ενώ την ίδια στιγμή, αυτό που επιβεβαιώνεται στην περίπτωση του ολοκληρωτισμού είναι η ίδια η νεωτερικότητα: το ρασιοναλιστικό παράδειγμα και το έθνος κράτος (το κατεξοχήν δημιούργημα του αστικού φιλελεύθερου κόσμου) στα Χομπσιανά/Βεμπεριανά πρότυπα – αστυνομία, μυστικές υπηρεσίες, στρατός, κατασταλτικοί μηχανισμοί (όπως φυλακές, ψυχιατρεία, χώροι εγκλεισμού, στρατόπεδα συγκέντρωσης) – και φυσικά ο δαρβινισμός (κοινή θεωρία τόσο του οικονομικού/κοινωνικού φιλελευθερισμού όσο και του μπολσεβικισμού/φασισμού).

Σε ότι αφορά τα φασιστικά και ναζιστικά καθεστώτα κυρίως, ήταν το αστικό κράτος που οδήγησε στον αφανισμό 40.000.000 ανθρώπων σε όλη την Ευρώπη, παρά ο αγελαίος όχλος που επιτίθεται σε μετανάστες και Εβραίους. Στα λόγια του Bauman[9], το Ολοκαύτωμα «ήταν ένα παράγωγο του οίκου της νεωτερικότητας», ένα φυσικό αποτέλεσμα όχι μόνο του αιώνιου προ-νεωτερικού αντισημιτισμού, αλλά και της ρασιοναλιστικής κυριαρχίας του αστικού πολιτισμού, κατεξοχήν φορέας της οποίας είναι το κράτος. Εξάλλου ο συνήθης αριθμός των νεκρών ακόμα και έπειτα από συνεχόμενα πογκρόμ συνήθως δεν υπερβαίνει τους εκατό. Αυτό σημαίνει ότι – δίχως την ισχύ του κράτους (δίχως, δηλαδή, τα εξορθολογισμένα μέσα) – θα απαιτούνταν σχεδόν 200 χρόνια καθημερινών διώξεων προκειμένου ο αριθμός των νεκρών να αγγίξει τα οχτώ εκατομμύρια (Εβραίοι, τσιγγάνοι – βλ. Porajmos, ομοφυλόφιλοι) που εξόντωσαν οι ναζί μέσα σε λιγότερο από 4 χρόνια[10]. Επιπλέον, όπως επιβεβαιώνουν οι Agaben και Neocleous[11], το πιο φρικτό καθεστώς εξαίρεσης που διήρκεσε 12 χρόνια (το καθεστώς των ναζί) είχε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του αστικού νεωτερικού πολιτισμού: ο ίδιος ο Χίτλερ εκμεταλλεύτηκε στο απεριόριστο τη δυνατότητα που έδινε το φιλελεύθερο Γερμανικό Σύνταγμα σε μια εκλεγμένη κυβέρνηση να αναστέλλει πολιτικές ελευθερίες σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, παραχωρώντας κάθε αρμοδιότητα στα όργανά της να πράξουν οτιδήποτε αυτά κρίνουν αναγκαίο προκειμένου να αποτραπεί κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να θεωρηθεί δημόσιος κίνδυνος (πράγμα που – φυσικά σε πολύ μικρότερο βαθμό – έπραξε η κυβέρνηση του G.W.Bush στις ΗΠΑ έπειτα από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, που με πρόσχημα την ασφάλεια των πολιτών από την τρομοκρατία, νομοθεσίες που εξασφάλιζαν πολιτικές ελευθερίες ανεστάλησαν, διαδηλώσεις περιορίστηκαν και μετανάστες απήχθησαν από δυνάμεις του FBI). Στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου ο δημόσιος κίνδυνος ήταν κάποιοι «άραβες τρομοκράτες», στην περίπτωση του Χίτλερ «οι Εβραίοι μαζί με τους κομμουνιστές». Καί στις δύο περιπτώσεις, όμως, αυτό που κυριαρχεί είναι η «νομιμότητα» ενάντια στο χάος, με άλλα λόγια, το «συμμάζεμα της ανομίας» μέσω του κρατικού μηχανισμού, εφοδιασμένο με όλα τα απαραίτητα μέσα ώστε να αντιμετωπίσει «τις προκλήσεις του όχλου και την παραβατικότητα». Παρομοίως η δικτατορία των συνταγματαρχών, όπως και αντίστοιχα η δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή και του Βιντέλα στην Αργεντινή – παρά την υποστήριξη που είχαν από ένα κομμάτι του πληθυσμού των χωρών αυτών – δεν επιβλήθηκαν εξαιτίας κάποιας παρεκτροπής του ανώνυμου πλήθους, αλλά απεναντίας με πρόσχημα την προστασία του δημοσίου συμφέροντος από το χάος και την ανομία των Μαρξιστών και των ταραχοποιών.

Όλη αυτή η εμμονή με τη «νομιμότητα», την πολιτική ορθότητα, καθώς και η κινδυνολογία περί «επικράτησης του απαίδευτου όχλου», όπως τεκμηριώνει ο Neocleous[12], αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του φιλοσοφικού ρεύματος του Διαφωτισμού. Παρότι ο Διαφωτισμός αμφισβήτησε την καταπιεστική απολυταρχία της εκκλησίας και των βασιλιάδων, την ίδια στιγμή (όπως χαρακτηριστικά λέει ο Λοκ και ο Μοντεσκιέ) αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αναστολής μέρους των πολιτικών ελευθεριών (που το ίδιο το ρεύμα προτείνει ενάντια στο μοναρχικό δεσποτισμό) σε περίπτωση που το δημόσιο συμφέρον απειλείται. Έτσι, οι εξουσίες που – τυπικά έχουν την έγκριση της πλειοψηφίας – μπορούν ανά πάσα στιγμή να καταφύγουν σε δικτατορικές μεθόδους διακυβέρνησης για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται απαραίτητο (η περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας εμπίπτει ακριβώς πάνω σε αυτό το παράδειγμα). Συνεπώς, οι θεωρίες του Χομπς περί αδυναμίας του ανθρώπου να αυτοκυβερνηθεί – λόγω της εγωιστικής του φύσης – και η αναγκαιότητα ύπαρξης μιας κεντρικής εξουσίας όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν μονομερώς από τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού, αλλά απεναντίας λειτούργησαν ως ένα βαθμό βασικό αφήγημα πάνω στο οποίο βασίστηκε ολόκληρος ο αστικός πολιτισμός, όπως αναφέρει η Hannah Arendt[13]. Ενώ, με άλλα λόγια, οι φιλελεύθεροι φιλόσοφοι (με εξαίρεση τον Ρουσσώ) απέρριψαν τον πλήρη αποκλεισμό των πολιτών από την άσκηση της πολιτικής (που πρότεινε ο Χομπς), την ίδια στιγμή Χομπσιανές και Πλατωνικές συγκλίσεις αποτέλεσαν βασικοί πυλώνες της σκέψης τους: ο λαός έχει το δικαίωμα να επιλέγει μόνο μια φορά στα τέσσερα χρόνια τους «ειδικούς» που θα τον εκπροσωπούν, αυτούς που θα παίρνουν όλες τις αποφάσεις ερήμην του και που θα επιβάλουν κράτος έκτακτης ανάγκης αν χρειαστεί, όχι όμως να συμμετέχει άμεσα στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στη δικαστική εξουσία και να ελέγχει συνεχώς με τρόπο ουσιαστικό και ενδελεχή κάθε δημόσιο φορέα.

Με λίγα λόγια, ο λαός εξακολουθεί, ακόμα και στη φιλοσοφία των φιλελεύθερων, να θεωρείται «ανίκανος» να αναλάβει πολιτικές ευθύνες (μεταβιβάζοντάς τες σε τρίτους), λόγω της έμφυτης αγελαίας τάσης του ανώνυμου πλήθους να οδηγεί την κοινωνία στην απόλυτη καταστροφή. Αυτή η θεώρηση αποτελεί βασικό πυρήνα της σκέψης των αντιλαϊκιστών, και συνάμα αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης Ευρωπαϊκής νεοφιλελεύθερης στροφής. Η γνωστή «θεωρία των άκρων»[14] στοχεύει ακριβώς στην ενίσχυση αυτού του ελιτισμού, καθώς αυτοσκοπός της δεν είναι η ταύτιση του κομμουνισμού με το φασισμό (όπως επίμονα διατείνονται διάφοροι σεχταριστές αριστεροί και αναρχικοί ιδεολόγοι), αλλά η εκβιαστική κινδυνολογία που προωθεί την περαιτέρω περιθωριοποίηση της δημόσιας σφαίρας, πατώντας (επικοινωνιακά) πάνω στο ιστορικό παράδειγμα του ολοκληρωτισμού και παρερμηνεύοντάς το δογματικά (πάντα κάτω από το φιλελεύθερο πρίσμα της έμφυτης ανθρώπινης ιδιοτέλειας που, νομοτελειακά, οδηγεί στην ύβρη). Με βάση λοιπόν τη θεωρία αυτή, οποιοσδήποτε κινητοποίηση αμφισβητεί τα μέτρα λιτότητας, την εξαθλίωση και το μαρασμό παραπέμπει σε κάποιου είδους ιντριγκαδόρικη αγκιτάτσια μερικών γραφικών αιμοβόρων Σταλινικών που στοχεύουν στην κατάληψη της εξουσίας με τη βία (αυτών, δηλαδή, που θα μας καταντήσουν Κούβα). Ταυτοχρόνως, η ροπή μεγάλης μερίδας του πληθυσμού που αμφισβητεί την παγκοσμιοποίηση, την πολιτική ορθότητα και την αθρόα μετανάστευση επιλέγοντας να μένει προσηλωμένη στη γλώσσα και τις παραδόσεις της εκλαμβάνεται από την αριστοκρατία του πνεύματος ως μια επικίνδυνη «τάση εκφασισμού της κοινωνίας» (θεώρηση που βρίσκει σύμφωνους και πολλούς αναρχικούς, οι οποίοι στην εμμονή τους με τον αντιμικροαστισμό και τον προοδευτισμό, ευθυγραμμίζονται πλήρως με τη λαοφοβία των νέων φιλελεύθερων, όπως ακριβώς είχε συμβεί κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων του 2011). Ως εκ τούτου, η αδιαμφισβήτητη απόρριψη του λαϊκισμού – η ταύτισή του δηλαδή με το στοιχειό του ολοκληρωτισμού, του φασισμού και του Σταλινισμού στα πλαίσια της αγιοποίησης του «κέντρου» ενάντια στα «έκνομα άκρα» – όπως ο Laclau τονίζει επίσης[15], οδηγεί στη συνολική απόρριψη της πολιτικής δράσης, ενδυναμώνοντας όλο και περισσότερο την ισχύουσα κοινωνική θέσμιση και την ανάθεση της εξουσίας στις ολιγαρχίες, στην αξίωση του να κυβερνούν οι λίγοι «άριστοι». Φυσικά, δε θα φάνταζε καθόλου υπερβολή αν στο άμεσο μέλλον φτάναμε ακόμα και στο σημείο «οι ίδιες οι εκλογές να θεωρούνται, λίγο πολύ, κερκόπορτα του λαϊκισμού»[16], (δεδομένης της ενίσχυσης λαϊκιστικών κομμάτων στην Ευρώπη).

Τη στιγμή λοιπόν που οι παραδοσιακές δυνάμεις του κέντρου όχι μόνο μοιάζουν ανίκανες να ανοίξουν διόδους που θα μεταφέρουν λαϊκά αιτήματα αλλά λειτουργούν ως μέσα καταστολής επενδύοντας στην τρομολαγνία και το φόβο, η ανάπτυξη αντισυστημικών λαϊκιστικών κινημάτων χρίζει επιτακτικής ανάγκης. Ο λαϊκισμός αποτελεί μια από τις βασικότερες οδούς ώστε να οικοδομηθεί το πολιτικό πεδίο καθώς εξυψώνει τους ασθενέστερους (αυτούς που βρίσκονται στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας) θέτοντάς τους πρωταγωνιστές στις πολιτικές και κοινωνικές τριβές, ενάντια στα αδιέξοδα της τεχνοκρατίας. Εξάλλου «οι λαϊκές ταυτότητες εμπεριέχουν περισσότερη κοινή λογική από ότι οι άκαμπτες ιδεολογίες που κυριαρχούν στις δημόσιες συζητήσεις»[17]. Το κατά πόσο, φυσικά, αυτές οι επικλήσεις έχουν θετικά αποτελέσματα, δεν είναι της παρούσης. Παρόλα αυτά, η ίδια η ιστορία μας έχει δείξει ότι από τη μια λαϊκιστικά κινήματα κατάφεραν και ώθησαν αποκλεισμένες ομάδες στο προσκήνιο των γεγονότων, ενώ πολλές φορές τέτοιου είδους κινητοποιήσεις οδήγησαν σε αποκλεισμό άλλων κοινωνικών ομάδων, και αυτό συνίσταται ακριβώς στην τραγικότητα της δημοκρατίας, η οποία δεν μπορεί να προβλεφθεί μήτε μπορεί να αποφευχθεί με κατασταλτικά μέτρα και περιορισμούς. Βέβαια, όπως είχε πει και ο Μακιαβέλλι[18] (επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω ιστορικά παραδείγματα μερικούς αιώνες πριν λάβουν σάρκα και οστά), τα εγκλήματα των βασιλιάδων και των ηγεμόνων είναι πολύ περισσότερα σε σύγκριση με αυτά που διαπράττει ο ίδιος ο λαός. Κι εφόσον λοιπόν ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι απλά μια εικασία, αλλά απεναντίας μια ιστορική αλήθεια, δεν μας μένει παρά να θεωρούμε επιτακτική ανάγκη την ενίσχυση των λαϊκιστικών φωνών όσο το δυνατό περισσότερο γίνεται. Προτού όμως προσφύγουμε σε κάτι τέτοιο, θα πρέπει να εξετάσουμε ένα ακόμα τελευταίο ζήτημα: μπορεί ο λαϊκισμός να αποτελεί δίοδο για τη διεύρυνση του πολιτικού πεδίου, ωστόσο πολλές φορές λαϊκιστικά κινήματα κατέληξαν (παραδόξως) απλά και μόνο στη βελτίωση του κοινοβουλευτισμού εξαντλώντας τα πολιτικά διακυβεύματα σε ζητήματα της κάλπης, όπως (για παράδειγμα) οι πλατείες τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ισπανία που αντί να θέσουν το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας ως αυτοσκοπό μιας πολιτειακής αλλαγής, κατέληξαν να συσπειρωθούν γύρω από την ηγεσία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α και των Podemos αντίστοιχα, ή κινήματα σεξουαλικών μειονοτήτων που υπέστησαν φαγοκυττάρωση από τη μαρκετίστικη φιλελεύθερη ιδεολογία.

Προκειμένου λοιπόν να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, δεν έχουμε παρά να θέσουμε ως συνολική ταυτότητα τις αξίες που πρεσβεύει το πολιτικό ον, ο ανθρωπολογικός τύπος δηλαδή που συνεχώς αμφισβητεί κάθε δοσμένη νόρμα και αξία, που διέπεται από τη λογική της δημόσιας σφαίρας και αντιτίθεται στην ανάθεση της πολιτικής σε αντιπροσώπους. Ως εκ τούτου, δεν έχουμε ανάγκη απλά από μια λαϊκή κινητοποίηση που μέσα σε λίγες εβδομάδες θα ξεφουσκώσει, αλλά από μια συλλογική αναγέννηση η οποία θα σκάψει βαθύτερα στο ζήτημα των δημοκρατικών διεκδικήσεων, από ένα λαϊκισμό δηλαδή που θα ξεπεράσει τον εαυτό του (μετα-λαίκισμός), που θα καταστήσει την άμεση συμμετοχή των ανθρώπων στην άσκηση της εξουσίας ως απόλυτο αυτοσκοπό. Η κατάκτηση της δημοκρατίας δε φαίνεται ότι θα έρθει μέσα από σποραδικές εκδηλώσεις αντίδρασης και αγανάκτησης ούτε από αφορισμούς και προσκολλήσεις σε διαφόρων ειδών θεολογίες του παρελθόντος. Απεναντίας, απαιτούνται συνεχόμενες προσπάθειες κοινωνικών ζυμώσεων, συνδιαμορφώσεων και ανοιχτής επικοινωνίας, μέσα από λαϊκές συνελεύσεις και κοινωνικές δράσεις, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς διαχωρισμούς σε αυτόνομους, αναρχικούς, αριστερούς ή πατριώτες, μαύρους, λευκούς, γηγενής ή μετανάστες, θέτοντας ως σημείο εκκίνησης για την πραγματοποίηση του προτάγματος για ίση συμμετοχή ισότιμων μελών μιας κοινωνίας.

Σημειώσεις:

[1] Βλ. Νικόλας Σεβαστάκης και Γιάννης Σταυρακάκης Λαϊκισμός και Κρίση, (2013 Νεφέλη: Αθήνα). Δοκίμιο του Ν.Σεβαστάκη, σελ.15.

[2] Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία, Πρόταγμα (2013) 6ο τεύχος. Βλ, Το «τέλος της Μεταπολίτευσης;» Μια χαρτογράφηση του πεδίου σύγκλισης μεταξύ ακροδεξιάς και φιλελευθερισμού. σελ.29-92.

[3] Βλ. α) Peter Fritzsche, Rehearsals for fascism: populism and political mobilization in Weimar Germany, 1990, Oxford University Press, και β) Gino Germani, Authoritarianism, Fascism, and National Populism, 1978, Transaction Publishers.

[4] Ernesto Laclau, 2007. On Populist Reason. 2 Nd ed. London: Verso.

[5] Margaret Canovan, «Εμπιστοσύνη στο λαό!: ο λαϊκισμός και οι δύο όψεις της δημοκρατίας», Φάκελος «Λαϊκισμός και Δημοκρατία», Σύγχρονα Θέματα, 2010, σελ. 15-23

[6] Βλ. Francesco Panizza, 2005. Populism and The Mirror of Democracy. New York: Verso Books

[7] Christopher Lasch, 1995. The Revolt of the Elites and the Betrayal of Democracy. US: Norton. Βλ. κεφάλαιο «Communitarianism or Populism» (σελ. 92-115)

[8] Margaret Canovan, 1981. Populism. London: Junction Books.

[9] Zygmunt Bauman, 1989. Modernity and The Holocaust. New York: Cornell University Press Ithaca.

[10] Sapini, P., J., & Silver, M., 1980. Survivors, Victims and Perpetrators: Essays in the Nazi Holocaust. Washintgon: Hemisphere Publishing Corporation

[11] Giorgio Agamben, 2005, State of Exception, The University of Chicago Press, και β) Mark Neocleous, 2010, Security, Liberty and the Myth of Balance: Towards a Critique of Security Politics.

[12] Από: Mark Neocleous, 2010, Security, Liberty and the Myth of Balance: Towards a Critique of Security Politics.

[13] Βλ. Hannah Arendt, 1976, The Origins of Totalitarianism. California: A Harvest Book, σελ, 123-157.

[14] O πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Commission, José Manuel Barroso, σε συνέντευξή του στο περιοδικό Time Online, στην ερώτηση «τί σας ανησυχεί στην Ευρώπη σήμερα;» απαντά: «μάλλον η άνοδος ορισμένων λαϊκιστικών κινημάτων στα άκρα του πολιτικού φάσματος».

[15] Από Ernesto Laclau, 2007 (On Populist Reason. 2 Nd ed. London: Verso), βλ. Εισαγωγικό σημείωμα.

[16] Βλ. Νικόλας Σεβαστάκης και Γιάννης Σταυρακάκης, Λαϊκισμός και Κρίση, σ.69, (2013 Νεφέλη: Αθήνα). Δοκίμιο του Γ.Σταυρακάκης, σ.69

[17] Όπως [7], σελ. 111.

[18] Niccolo Machiavelli, 2003, The Discources, London: Penguin Books