Menu

EAGAINST.com

Η τυραννία της οικονομίας

bear-raid-global-economy_1312

«Αυτός είναι ο τρόπος που ο κόσμος τελειώνει,
Όχι μ ’ένα πάταγο αλλά μ’ ένα λυγμό»
T.S.Eliot

Όχι πια άλλα κροκοδείλια δάκρυα για την πτώση στην πρόσφατη θεομηνία του ιστορικού μονότοξου και απαράμιλλης ομορφιάς γεφυριού της Πλάκας στην Ήπειρο. Τα μανιασμένα νερά από τα αγέρωχα βουνά μ’ ένα παρατεταμένο βουητό (λυγμό) εκδικήθηκαν τον υβριστή άνθρωπο, εν ονόματι της φύσης, για τα φαραωνικά έργα του (φράγματα της ΔΕΗ στον Αώο ποταμό στα Γιάννενα και στον Άραχθο στην Άρτα). Ο λυγμός των νερών δεν λογάριασε την μαστορική τέχνη των κτιστάδων και ο απαιτούμενος φόρος τιμής στους μαστόρους της πέτρας δεν είναι απλώς το ξαναχτίσιμο του γεφυριού, αλλά η αλλαγή προτύπου ζωής, η αρμονική συμφιλίωση με τη φύση. Γιατί έπεσε το γεφύρι; Επειδή δεν εκπονήθηκαν μελέτες; Δεν έγιναν οι απαραίτητες ενέργειες για τη συντήρησή του; Σπαταλήθηκαν τα χρήματα σε έργα βιτρίνας ή μούχλιασαν στα συρτάρια της γραφειοκρατίας ή γιατί έβρεξε πολύ ο θεός; Συνέβαλλαν σίγουρα και τα παραπάνω. Αν μείνουμε όμως μόνο σ’ αυτές τις διαπιστώσεις ρίχνουμε νερό στο μύλο της απενοχοποίησης του ανθρώπου-υπερόπτη που θεωρεί ότι ξέκοψε από τη φύση, τη ζωώδη προϊστορία του και ως ανώτερος από τα άλλα είδη είναι ηθικά νομιμοποιημένος να κατακτήσει τη φύση. Η βία του προμηθεϊκού ανθρώπου είναι ενάρετη γιατί αντικειμενικά οδηγεί στην πρόοδο. Τι είναι όμως πρόοδος για το δυτικό πολιτισμό; Η αέναη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων με σκοπό την παραγωγή αγαθών. Τι απαιτείται γι’ αυτή την ανάπτυξη; Ενέργεια, υδροηλεκτρικά εργοστάσια, εξηλεκτρισμός. Κι όταν τα συσσωρευμένα νερά υπερβαίνουν ένα όριο τι κάνουμε; Διοχετεύουμε τα πλεονάζοντα νερά του υδροηλεκτρικού φράγματος του Αώου στον Άραχθο ποταμό και το πολύ-πολύ να ρίξουμε ένα γεφύρι ή να πνιγούνε οι παρακάτω, οι Αρτινοί, για να μην πνιγούμε εμείς οι Γιαννιώτες. Παράπλευρες απώλειες του πολέμου ανθρώπου-φύσης. Ανάπτυξη ή θάνατος.

Γιατί λοιπόν έπεσε το γεφύρι; Γιατί το υποκείμενο έχει εκπέσει, έχει μετατραπεί σε μονοδιάστατο άνθρωπο, ένα ανθρωπολογικό τέρας, σε οικονομικό άνθρωπο (homo economicus) και σε ορθολογικό ατομιστή. Αυτός ο ανθρωπολογικός τύπος ενδιαφέρεται μόνο για το ιδιοτελές του όφελος, μπαζώνει τα ρέματα, καταπατά τις παρόχθιες εκτάσεις, μολύνει τα νερά και τον αέρα, ρίχνει τα γεφύρια. Γιατί όμως πορεύεται μ’ αυτό τον τρόπο; Γιατί το μοναδικό κίνητρο αυτού του τέρατος είναι η μεγιστοποίηση των απολαύσεων που προκύπτουν από τις απεριόριστες επιθυμίες του, τη διαρκή δηλαδή κατανάλωση εμπορευμάτων. Η δίκαιη κοινωνία για το homo economicus είναι η καταναλωτική κοινωνία, αυτή που προσφέρει ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο, που παράγει εμπορεύματα για να καλύψει τις απεριόριστες επιθυμίες. Αυτή δεν είναι άλλωστε η πεμπτουσία του ωφελιμισμού; Ο καταναλωτικός όμως ηδονισμός χρειάζεται ένα ενεργοβόρο παραγωγικό μοντέλο, για να είναι ικανό να παράγει διαρκώς νέα προϊόντα. Χρειάζεται δηλαδή τα γιγάντια και περιβαλλοντικά καταστροφικά υδροηλεκτρικά έργα της ΔΕΗ, την χρήση λιθάνθρακα και αύριο των υδρογονανθράκων και της πυρηνικής ενέργειας. Καταναλώνω άρα υπάρχω είναι το νόημα της ζωής του δυτικού ανθρώπου και για να γίνει πράξη αυτή η εκπτώχευση της ύπαρξης χρειάζεται η παραπάνω ενεργοβόρος παραγωγική μηχανή. Μίλησε κανείς για ήπιες μορφές ενέργειας ή για μικρές υδροηλεκτρικές μονάδες για τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών; Αυτή η εκπτώχευση έχει ρίζες και στην αριστερά. Στο ερώτημα τι είναι σοσιαλισμός ο Λένιν έδωσε μια βαθυστόχαστη(!!) απάντηση: εξηλεκτρισμός και σοβιέτ. Γι’ αυτή λοιπόν την πτώση του υποκειμένου σε ιδιοτελή καταναλωτικό ατομιστή πρέπει να κλαίμε. Για να μην τελειώσει ο κόσμος μ’ ένα λυγμό, γεγονός αδιάφορο για τη φύση και το σύμπαν, είναι καιρός να αλλάξουμε πορεία.

Όχι πια άλλα δάκρυα, συσκέψεις και ανακοινώσεις, για την καταστροφή από τα πλημμυρικά φαινόμενα του κάμπου της Άρτας. Λίγο γιατί ο θεός έβρεξε πολύ, λίγο γιατί οι από πάνω, οι Γιαννιώτες, έσπρωξαν τα νερά παρακάτω, αυτά περπάτησαν μέχρι την Άρτα. Αιώνες κάνουν αυτή τη διαδρομή και στο τέλος απλώνονται για να ξαποστάσουν μετά το κοπιαστικό τους ταξίδι. Πριν ξαποστάσουν όμως τα συλλαμβάνουν στο φράγμα του Πουρναρίου της Άρτας για να παράγει ρεύμα η ΔΕΗ, όχι για τις ανάγκες των κατοίκων αλλά για να το πουλάει στη βόρεια Ελλάδα και στα Βαλκάνια. Τα νερά έγιναν πολλά, στο όνομα όμως της εθνικής οικονομίας, της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας, έπρεπε να παραμένουν φυλακισμένα για να δουλεύει στο maximum το εργοστάσιο της ΔΕΗ και να παράγει ρεύμα και κέρδος. Ψιθύρισε κανείς ότι οι άνθρωποι είναι πάνω από τα κέρδη; \

Αλήθεια τι θέση πήραν όλες οι πολιτικές δυνάμεις όταν αποφασίστηκε στη μπούκα της πόλης της Άρτας , γεγονός που δεν έχει γίνει σε κανένα μέρος του κόσμου, να κτιστεί ένα φράγμα; Ξέχασα. Η τεχνολογία είναι ανίκητη. Άκουσε κανείς τίποτα για το Τσερνομπίλ ή τη Φουκοσίμα; Οι φιλελεύθεροι θεωρούσαν πρόοδο ότι θα γίνει μια μεγάλη επένδυση και οι πάσης φύσεως αριστεροί νίκη ότι η διαχείριση του φράγματος και του υδροηλεκτρικού εργοστασίου θα ανήκει στο δημόσιο και όχι στους ιδιώτες. Αλήθεια από πότε είναι αριστερή αντίληψη ότι η μορφή της ιδιοκτησίας (ιδιωτικό ή δημόσιο) καθορίζει το περιεχόμενο; Τι σημασία έχει η μορφή της ιδιοκτησίας αν τα κέρδη, η τυραννία της οικονομίας, η λατρεία της αποδοτικότητας, της ανταγωνιστικότητας είναι πάνω από τους ανθρώπους; Η δημόσια ΔΕΗ και τα έργα της δεν έπνιξε τώρα την πόλη;

Κι όταν λοιπόν τα φυλακισμένα νερά πολλαπλασιάστηκαν οι δήμαρχοι των παρόχθιων περιοχών αρνούνταν να συναινέσουν σε μια προληπτική εκτόνωση των νερών στο φράγμα για να μην πλημμυρίσουν οι καταπατητές ψηφοφόροι τους. Κι όταν έγιναν πάρα πολλοί οι φυλακισμένοι τους απελευθέρωσαν για να μην καταρρεύσει η φυλακή ( φράγμα) από την απειλούμενη εξέγερση. Το αποτέλεσμα ήταν να κατακλύσουν τον κάμπο και να τον λεηλατήσουν. Το ποτάμι απλώθηκε στα όριά του μόνο που αυτά ήταν καταπατημένα από φιλελεύθερους, αριστερούς, κομμουνιστές, την εκκλησία, επιχειρηματίες και δημοτικούς άρχοντες. Είχαν γίνει σπίτια, καλλιεργούμενες εκτάσεις, δρόμοι, εργοστάσια. Διαμαρτυρήθηκε κανένας πολιτικός φορέας ή κίνηση πολιτών για την καταπάτηση των κοινών, των δημοσίων αγαθών, της κοίτης του ποταμού; Ορισμένοι μάλιστα από την αριστερά για να δικαιολογήσουν την ένοχη συνείδησή τους έχουν έτοιμη την απάντηση. Φτωχοί άνθρωποι είναι οι καταπατητές των κοινών αγαθών, θεωρώντας έτσι ότι η απληστία και η ιδιοτέλεια είναι καλή γιατί παράγει αγαθά για να καλυφθούν οι ανθρώπινες ανάγκες. Αν το κακό όμως είναι κοινότυπο, όπως είπε η Χάνα Άρεντ, τότε και η ιδιοτέλεια είναι κοινότυπη ανεξάρτητα από την ιδεολογική θέση του καθενός. Υπάρχει όμως φως στο τούνελ ή το υποκείμενο έχει αμετάκλητα αλλοτριωθεί;

Σήμερα χρειαζόμαστε ένα κίνημα για έναν οικονομικό αθεϊσμό, που θα έχει ως στόχο την ελάττωση της οικονομικής δραστηριότητας, την απεξάρτηση του ατόμου από την τυραννία της οικονομίας, την παράλογη ιδέα ότι κάθε ανθρώπινη επιλογή οδηγείται από την οικονομική λογική και το κέρδος και την ταύτιση της ευτυχίας με την απεριόριστη κατοχή πραγμάτων.

Χάρης Ναξάκης (μέσω Art Version)
Καθηγητής Οικονομικών στο ΤΕΙ Ηπείρου, συγγραφέας

Ο λιτός βίος του Βαρουφάκη, ή 5 βήματα για την απο-ανάπτυξη

quinoterapia_43

Μέσω του Χωροχρόνου

Το πρόταγμα της αποανάπτυξης βασίζεται στην εξής απλή ιδέα: είναι αδύνατο να απομυζούμε απεριόριστα έναν πλανήτη με περιορισμένους πόρους. Για το λόγο αυτό είναι αναγκαίο να αλλάξουμε συνολικά την κοινωνία που ζούμε. Αυτό σημαίνει πως είμαστε υποχρεωμένοι να περιορίσουμε τους ρυθμούς με τους οποίους παράγουμε και καταναλώνουμε.

Η προσπάθεια αυτή περιέχει δύο αλληλοεπηρεαζόμενες όψεις. Η πρώτη σχετίζεται με ένα πιο μακροπρόθεσμο σχέδιο ριζικού και συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας: η κοινωνία μας πρέπει να αλλάξει συνολικά προσανατολισμό, να αλλάξουν οι οικονομικό-κοινωνικές σχέσεις, να εξαλειφθεί η εκμετάλλευση και η οικονομική ανισότητα, να δοθεί η δυνατότητα στους πολίτες να αποφασίζουν οι ίδιοι για τις ζωές τους, να σταματήσουν να αποτιμώνται τα πάντα με γνώμονα την οικονομική αποδοτικότητα, να μπουν όρια στη βιομηχανική παραγωγή και στην καταστροφή που αυτή προκαλεί στο περιβάλλον κ.λπ.

Επιθυμούμε, δηλαδή την ανατροπή του καπιταλισμού και μια προσπάθεια για τη δημιουργία μίας αυτόνομης και δημοκρατικής κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα οφείλουμε να εγκαταλείψουμε την καταστροφική ιδέα που συνδέει την ευημερία της κοινωνίας με την ανάπτυξη, τη διαρκή αύξηση του Ακαθόριστου Εγχώριου Προϊόντος (δηλαδή την αδιάκοπη παραγωγή ολοένα και περισσότερων αγαθών).

Ο εκμηδενισμός των ρυθμών ανάπτυξης καθώς και η συνολική απεμπλοκή μας από την ιδεολογία της ανάπτυξης που σηματοδοτεί ο όρος «απο-ανάπτυξη», αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έξοδο από την οικολογική κρίση. Οι πολυδιαφημιζόμενες έννοιες της «πράσινης», της «βιώσιμης» κ.λπ. ανάπτυξης αδυνατούν να αντικρίσουν το οικολογικό πρόβλημα στο βάθος του, αφού αποφεύγουν να αναμετρηθούν με τις ρίζες του στην κυρίαρχη καπιταλιστική λογική. Το μόνο που μπορούν να καταφέρουν είναι η επιβράδυνση του οικολογικού κραχ. Αντιθέτως, το πρόταγμα της αποανάπτυξης αμφισβητεί τον ίδιο τον πυρήνα της καπιταλιστικής ιδεολογίας, τη σημασία της ίδιας της οικονομίας και της οικονομικής μεγέθυνσης για τη ζωή των ανθρώπων.

Η δεύτερη όψη της απο-ανάπτυξης αφορά τις αλλαγές που μπορεί να ξεκινήσει να κάνει –στο μέτρο του δυνατού- ο καθένας μας από σήμερα. Σε αυτό το πλαίσιο συγγραφείς όπως ο Σερζ Λατούς (στο βιβλίο του Το στοίχημα της απο-ανάπτυξης) προτείνουν 5 απλά βήματα:

1) Μείωση: οφείλουμε να περιορίσουμε τις καταναλωτικές μας ανάγκες υιοθετώντας ένα μοντέλο «εθελούσιας ολιγάρκειας». Να καταναλώνουμε λιγότερο, αλλά να ζούμε καλύτερα. Να ανακαλύψουμε δηλαδή ξανά την ποιότητα και την αξία χρήσης των προϊόντων. Να περιορίσουμε τις ανάγκες μας σε ενέργεια δηλαδή να κρίνουμε κάθε φορά αν η ενεργοβόρα δραστηριότητά μας είναι απαραίτητη. Μπορούμε για παράδειγμα να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε το ασανσέρ, να χρησιμοποιούμε το ποδήλατο ως μέσο μεταφοράς, να περιορίσουμε τη χρήση του αεροπλάνου και του αυτοκινήτου για μικρές αποστάσεις, τις άσκοπες μετακινήσεις ή τις ενεργοβόρες μεταφορές καταναλωτικών αγαθών από την άλλη άκρη του πλανήτη κ.ά.

2) Επαναχρησιμοποίηση: οφείλουμε να περιορίσουμε τη χρήση υλικών μιας χρήσης. Τα υλικά συσκευασίας αποτελούν μια τεράστια πηγή παραγωγής σκουπιδιών και μια τεράστια πηγή σπατάλης. Μπορούμε να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε πλαστικά ποτήρια ή μπουκάλια μιας χρήσης, σακουλάκια και σακούλες μιας χρήσης, ξυραφάκια μιας χρήσης κ.λπ. Είναι επίσης αναγκαίο να εξαντλούμε τη διάρκεια ζωής των προϊόντων και να αποφεύγουμε να αγοράζουμε κάτι καινούργιο ενώ μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το παλιό.

3) Επισκευή: χάλασε το κινητό, ο υπολογιστής, το αμάξι; Πάρε άλλο· που θα πει δημιούργησε νέα απορρίμματα (λες και δεν έχουμε ήδη αρκετά), των οποίων η διαχείριση είναι πολύ δύσκολη και η αποσύνθεση προκαλεί μεγάλη μόλυνση στο περιβάλλον. Αλλά επίσης η αγορά καινούργιων προϊόντων αντί της επισκευής των παλιών σημαίνει κατασπατάληση υλικών, ενέργειας και εργασίας. Οπότε, μην πάρεις καινούργιο, απλά επισκεύασε το παλιό. Βέβαια, υπάρχει εδώ ένα πρόβλημα: ολόκληρη η σημερινή οικονομία, η οικονομία της καταστροφής και της σπατάλης, είναι προσανατολισμένη προς άλλη κατεύθυνση. Η επισκευή είναι ακριβότερη και δυσκολότερη από την αγορά νέου προϊόντος. Έτσι λειτουργεί η καταναλωτική κοινωνία και γι’ αυτό χρειάζεται να επεκταθεί κάθε προσπάθεια αληθινής αυτό-παραγωγής, δηλαδή κάθε προσπάθεια εξοικείωσης των καταναλωτών με την παραγωγή των προϊόντων ούτως ώστε να μπορούν οι ίδιοι, με ένα είδος αλληλοβοήθειας να επισκευάζουν ό,τι χρειάζεται να επισκευαστεί.

4) Ανακύκλωση: τα οφέλη της ανακύκλωσης είναι γνωστά. Παρ’ όλα αυτά σε πολλές περιοχές δεν υπάρχει δίκτυο ανακύκλωσης, συνεπώς η πίεση προς του δήμους να υιοθετήσουν τέτοια προγράμματα όπως επίσης και η προτίμηση ανακυκλώσιμων προϊόντων είναι απαραίτητη. Επιπλέον, η ανακύκλωση όλων των υλικών που μπορούν να ανακυκλωθούν (όχι δηλαδή μόνο του χαρτιού και του αλουμινίου) θα έδινε μια λύση και στο πρόβλημα της διαχείρισης των σκουπιδιών.

5) Επιβράδυνση: το ζήτημα της επιβράδυνσης έχει να κάνει με την υιοθέτηση ενός εντελώς διαφορετικού τρόπου ζωής. Οι ρυθμοί ζωής, υπεύθυνοι για το άγχος και το στρες που κάνουν τη ζωή στις μεγαλουπόλεις αφόρητη, οφείλουν να χαλαρώσουν. Και μπορούν να χαλαρώσουν στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου δε θα μετρώνται τα πάντα με τους όρους του χρήματος και της οικονομικής αποδοτικότητας, αλλά κεντρική θέση θα διατηρεί το πρότυπο μιας ισορροπημένης ζωής με τον ελεύθερο χρόνο βασικό συστατικό της. Η ίδια η σημασία της εργασίας σε μια τέτοια κοινωνία θα μεταστρέφονταν και θα τοποθετούνταν στην πραγματική της θέση. Η μείωση των ωρών εργασίας είναι ένα απαραίτητο βήμα για τη μετάβαση από την κοινωνία της εργασίας, όπου ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ένα ρομπότ που εργάζεται και καταναλώνει, στην κοινωνία του ελεύθερου χρόνου, όπου ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει ολόπλευρα την προσωπικότητά του.

(απόσπασμα από προκήρυξη, που μοιράστηκε κατά την ανοιχτή  εκδήλωση της πολιτικής ομάδας Αυτονομία ή βαρβαρότητα στο Παιδαγωγικό, στις 12 Ιουνίου 2009)

1. Για την προκήρυξη με τίτλο «Οικολογία και Αυτονομία» βλ. Σύνδεσμος: Αυτονομία ή Βαρβαρότητα.
Η εισήγηση της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα για την τότε εκδήλωση για την αποανάπτυξη βρίσκεται εδώ.
Η ομάδα εξέδιδε το περιοδικό Μάγμα (στην παραπομπή όλα τα τεύχη σε ψηφιακή μορφή) και διαλύθηκε στα τέλη του 2010.
Το καλοκαίρι του 2011 πρώην μέλη της ομάδας και συντάκτες του περιοδικού πρωτοστάτησαν στο κίνημα των πλατειών της άμεσης δημοκρατίας και στη συγκρότηση του Occupy Wall Street και ένα χρόνο αργότερα σε αυτή του Occupy Athens.

Πελατειακό κράτος και κυβέρνηση – διάλογος και προοπτικές

34-35a-thumb-large

Του Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Έχει ειπωθεί κατά καιρούς από εκπροσώπους όλων των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης πως είναι τεχνικά δύσκολο ή και αδύνατο να εντοπιστεί, να ελεγχθεί για παραβάσεις και να φορολογηθεί η – αριθμητικά ελαχιστότατη – ελληνική οικονομική ολιγαρχία. Η οικονομική ελίτ δηλαδή που σε στενή συνεργασία με την πολιτική εξουσία εδραίωσε το «στενό» πελατειακό κράτος. Ακούγεται μάλιστα πως αφού δεκαετίες τώρα δεν έγινε κάτι ουσιαστικό επ’αυτού, σήμερα είναι ακόμη πιο δύσκολο να γίνει σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον ανεξέλεγκτων χρηματοροών. Πλέον ο στενός πυρήνας των διαχρονικών (αριστοκρατικής καταβολής) εθνικών προμηθευτών και απομυζητών του δημόσιου χρήματος έχει διευρυνθεί και ισχυροποιηθεί, εμποτίζοντας όλες τις πτυχές της εγχώριας και εξωχώριας οικονομικής δραστηριότητας.

Την εν λόγω ελίτ έχουν πιάσει λίγο πολύ στο στόμα τους σχεδόν όλοι οι πολιτικοί ηγέτες, χρησιμοποιώντας μάλιστα – και κατά τους μεταπολιτευτικούς καιρούς – σκληρές εκφράσεις εναντίωσης. Ασφαλώς τόσο οι πολιτικοί όσο και οι δημοσιολόγοι έχουν καταπιαστεί (πολύ συχνότερα μάλιστα) και με το φαινόμενο μιας διευρυμένης μικρής και μικρομεσαίας πελατείας, αυτής που συνθέτει ένα «ευρύ» αυτή τη φορά πελατειακό κράτος. Στην δεύτερη περίπτωση μάλιστα ακούγονται πολύ συχνά επιχειρήματα ευτελούς λογικής που ενώ αγνοούν επιδεικτικά τον παράγοντα «ποσόστωση» (δηλαδή τα ποσοστά των χρηματικών ποσών που στερούν από το κράτος οι λίγοι ολιγάρχες σε σχέση με αυτά που του στερούν οι πολλοί και μικροί), ταυτοχρόνως υπερπροβάλλουν το φαινόμενο τονίζοντας την ευρύτητά του.

Αναφορές που, στα πλαίσια ενός εναλλασσόμενου δημοσιολογικού ρεπερτορίου, τη μια αποτελούν δυσφήμιση και ύβρη και την άλλη ευκαιρία για μεταρρυθμίσεις και πάταξη της διαφθοράς. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε μια συνολική εικόνα ενός αέναου φαύλου κύκλου, ενός άλυτου προβλήματος που εμπλέκει ασφαλώς τους λίγους ισχυρούς, αλλά συνάμα και το σύνολο του λαού. Με την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού η ισχυροποίηση των οικονομικών ολιγαρχών επέβαλε σταδιακά και παρασκηνιακά στην πολιτική εξουσία όλο και περισσότερους όρους εκβιασμού και πίεσης. Πιέσεις και εκβιασμοί που στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας, της οικονομικής ασφάλειας και της ησυχίας του λαού υπήρξαν ιδιαίτερα πειστικοί και ωφέλιμοι (τόσο για τους πολιτικούς, όσο και για τους ολιγάρχες).

Πολλές υπήρξαν και οι υποσχέσεις για εκκίνηση κεντρικών δράσεων από την πλευρά του κράτους που θα οδηγούσαν – κάποια αόριστη μελλοντική στιγμή – στην επίλυση αυτού του μεγάλου ζητήματος. Δράσεις που στην πραγματικότητα κανείς δεν γνωρίζει ποιες είναι ακριβώς και ποιους αφορούν (μόνο τους λίγους, μόνο τους πολλούς, και τους δυο, με εξαιρέσεις ή χωρίς), γεγονός στο οποίο συνέβαλε καθοριστικά το φαινόμενο της πολιτικής διαφθοράς σε συνδυασμό με την γιγαντιαία γραφειοκρατία, την επέλαση του τεχνοκρατισμού και τον εκφυλισμό της Δικαστικής εξουσίας.

Όπως και στο παρελθόν έτσι και σήμερα, η τρέχουσα κυβέρνηση έχει υποσχεθεί ότι θα αναλάβει κεντρικές δράσεις και δεδομένου του αφηγήματος του ΣΥΡΙΖΑ που τον φέρνει πιο κοντά στους αδύναμους και απέναντι στους ισχυρούς, είναι λογικό κανείς να αισιοδοξεί. Παρά τους κομματικούς μηχανισμούς που φέρει αξιωματικά στο σώμα της η σημερινή κυβέρνηση έχει ομολογουμένως μια νέα, διαφορετική χροιά. Απόρροια αυτής της χροιάς είναι και η καλή πίστη που της δόθηκε και που αφορά στην προγραμματική της συνέπεια και στις προθέσεις της να εντοπίσει και να υποχρεώσει τους λίγους και ισχυρούς να πληρώσουν τα αναλογούντα, αποτρέποντας την επιβολή νέων μέτρων στους αδύναμους. Η επιτυχία της σε αυτό το εγχείρημα δεν μπορεί παρά να είναι ευχή και προσδοκία της πλειοψηφίας των Ελλήνων.

Εδώ όμως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε εάν αυτές οι κεντρικές δράσεις (εάν όντως γίνουν πράξη κάποια στιγμή) θα αρκούσαν ώστε να βρεθεί ουσιαστική και τελική λύση. Η απάντηση είναι δυστυχώς αρνητική (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην μονιμότητα της λύσης) καθώς – εάν αυτή η λύση αφεθεί στο κεντρικό κράτος με την μορφή που έχει σήμερα- το φαινόμενο αυτό ακόμη και αν αντιμετωπιστεί πρόσκαιρα, σύντομα θα αναγεννηθεί.

Αυτό γιατί το πρόβλημα συνδέεται άμεσα με το ίδιο το πολίτευμα. Είναι ακριβώς η δομή του πολιτεύματος (κοινοβουλευτισμός και αντιπροσώπευση, δηλαδή η πίστη που δίνει ο πολίτης κάθε τέσσερα χρόνια στην κάλπη) και ασφαλώς η μετεξέλιξή του (μετακοινοβουλευτισμός), που επέτρεψε στην πολιτική εξουσία να ασκείται σχεδόν αποκλειστικά με όρους εμπορικούς-ανταλλακτικούς και με γνώμονα το συμφέρον των αγορών, αγνοώντας επιδεικτικά τη λαϊκή βούληση. Το αντάλλαγμα ή ίσως και η προϋπόθεση για την επικυριαρχία και ενίσχυση του «στενού» πελατειακού κράτους ήταν η δημιουργία ενός δεύτερου διευρυμένου πυρήνα πελατών (νεόπλουτοι, μικρό-επαίτες, επίδοξοι ταξικοί αναρριχητές κ.λπ.). Έτσι εξελίχθηκε η εμπορευματοποίηση των σχέσεων κράτους-πολίτη όπου οι όροι της αγοράς τελικά κυριάρχησαν «κατά κράτος». Αυτή η σχέση κράτους-πελάτη αυτοτροφοδοτείται και διαιωνίζεται μέσα από ένα εθνικής εμβέλειας (αλλά ασφαλώς όχι καθολικό) δίκτυο συνενοχής, ομερτάς, ανικανότητας, αφωνίας, κομματικοποίησης, απολιτικοποίησης, ιδιώτευσης και αιχμαλωσίας των συνειδήσεων. Γιατί θα ήταν τουλάχιστον αφελές, όσο και υβριστικό να θεωρήσει κανείς ότι το σύνολο των πολιτών, των πολιτικών και των οικονομικών παραγόντων αυτής της χώρας είναι διαπλεκόμενοι και διεφθαρμένοι. Εξίσου υβριστική και εξοργιστική είναι η θεώρηση που θέλει όλους τους πολίτες δυνάμει διεφθαρμένους, αρκεί να τους δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία και η συγκυρία.

Στους σημερινούς καιρούς βαθιάς οικονομικής κρίσης οι πολίτες, ενώ ενθυμούνται και αναγνωρίζουν το μέγεθος και τη σημασία του προβλήματος ως οικονομικού, αδυνατούν να εντοπίσουν την βαθιά πολιτική και κοινωνική του υπόσταση, έτσι ώστε να φανταστούν και επομένως να συμβάλουν ενεργά στη δημιουργία μιας νέας, διαφορετικής και απελευθερωμένης, από αυτή την χυδαία σχέση, κοινωνίας.

Το φαινόμενο είναι πολύ περισσότερο κοινωνικοπολιτικό και εκφράζεται πολύ εύστοχα από τον Γάλλο κοινωνιολόγο Πιέρ Ροζανβαλόν στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο του «Η κοινωνία των ίσων» (Εκδόσεις Πόλις) όπου και αναδεικνύει το «παράδοξο του Bossuet»… «στις μέρες μας έχουμε μια γενική απόρριψη της σημερινής μορφής της κοινωνίας, η οποία συνυπάρχει με μια μορφή αποδοχής των μηχανισμών που την παράγουν». Οι πολίτες λοιπόν ενώ απορρίπτουν – γενικά και αόριστα – αυτό το αρρωστημένο και χυδαίο σύστημα, ταυτόχρονα αποδέχονται σιωπηρά και φοβικά τους μηχανισμούς που διαιωνίζουν την ύπαρξή του. Η σιωπηρή αυτή αποδοχή και η πρόσδεση σε νοοτροπίες και συμπεριφορές που παραπέμπουν σε παλαιότερα καθεστώτα ιεραρχίας, υποταγής και ετερονομίας είναι και η βάση πάνω στην οποία εδράζεται και αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα το ίδιο το σύστημα.

Η βαρβαρότητα αυτού του συστήματος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο εάν απορρίψουμε τους μηχανισμούς που το αναπαράγουν και το διατηρούν ισχυρό. Όσοι από εμάς οραματίζονται και αγωνιούν για μια διαφορετική κοινωνία πραγματικής ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης αναζητούν και τα μέσα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυτή. Αξιόλογη προσπάθεια και ευκαιρία για διάλογο αποτελεί το φόρουμ – πολιτικό εργαστήρι «ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Προτάσεις για έναν άλλο κόσμο από κοινού» που διοργανώνεται από τις πρωτοβουλίες: Ηλιόσποροι (www.iliosporoi.net) και Reaserch & Degrowth Greece (www.degrowth.org), στις 20-22 Φεβρ. 2015 στο Πολυτεχνείο, Αμφιθέατρο Γκίνη (εδώ το πρόγραμμα του φόρουμ).

Η υπέρβαση του κοινοβουλευτισμού και της αντιπροσώπευσης, ο εμβολιασμός (έστω αρχικά) του πολιτεύματος με αμεσοδημοκρατικά εργαλεία, η πορεία επομένως προς την άμεση Δημοκρατία (όπου η θλιβερή σχέση κράτους-πελάτη θα μπορούσε να εκριζωθεί οριστικά), το πρόταγμα της αυτονομίας, η πολιτική παιδεία, η αυτοοργάνωση, η αποανάπτυξη (απομεγέθυνση) & παραγωγική ανασυγκρότηση, η αλληλέγγυα οικονομία, η αυτάρκεια, και η οικονομική αποκέντρωση είναι ισχυρά και πειστικά μέσα, τα οποία οφείλουμε να αναζητήσουμε, να συζητήσουμε και να διαδώσουμε.

Ο σαφής καθορισμός μιας πορείας πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού, για τον οποίο θα αξίζει να αγωνιστούμε συλλογικά, αποτελεί τόσο επιτακτική ανάγκη όσο και καθήκον.

Τι είναι κοινωνική οικολογία – Murray Bookchin

«Αυτή η εικόνα που μας πολιορκεί από παντού, μιας ανυπότακτης φύσης την οποία πρέπει να τιθασεύει η ορθολογική ανθρωπότητα, μας έχει κληροδοτήσει μια εξουσιαστική μορφή λογικής, επιστήμης και τεχνολογίας, τον κατακερματισμό της ανθρωπότητας σε ιεραρχίες, τάξεις, κρατικούς θεσμούς, γένη και έθνη. Έχει θρέψει τα εθνικιστικά μίση, τα ιμπεριαλιστικά εγχειρήματα και μια παγκόσμια φιλοσοφία διακυβέρνησης η οποία ταυτίζει την τάξη με την κυριαρχία και την υποταγή»

Παράδοση και Πρόοδος: το ζήτημα του ξεπεράσματος των ορίων

Dead-End

Απόσπασμα από το editorial του 7ου τεύχους του περιοδικού που κυκλοφορεί.

[ … ]

Ο κόσμος σήμερα υποφέρει από άχρηστες ελευθερίες. Αυτές οι άχρηστες ελευθερίες είναι χειρότερες από την απαγόρευση και την σκλαβιά. Πρέπει κανείς να βρει νέους τρόπους πειθαρχίας, στα μέτρα μας, στις ανάγκες μας. Εκείνο που ‘ναι γεγονός, είναι ότι αυτή η ελευθερία ερεθίζει, σκοτώνει και δεν οδηγεί πουθενά. «Κάνε ό,τι θέλεις». Τότε θ’ απαντήσει ένας άνθρωπος λογικός: «Θέλω να με βοηθήσετε να μάθω τι θέλω…» (Γ. Τσαρούχης)

Το κύριο πολιτικό διακύβευμα

Ο πλήρης εκτροχιασμός της σύγχρονης οικονομίας, η ανεξέλεγκτη πορεία της τεχνοεπιστήμης, η γενικότερη οικολογική υποβάθμιση του πλανήτη στην οποία οδηγεί όλη αυτή η δυναμική, βαδίζουν χέρι-χέρι με το τσαλαπάτημα των κοινωνικών σχέσεων, ένα πελώριο ψυχικό κενό και την εξάπλωση της μοναξιάς. Μέσω της ολοένα και βαθύτερης εμπέδωσης του μοντέλου της κοινωνίας της κατανάλωσης εντός της Δύσης και της επέκτασής του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, δημιουργείται σταδιακά μια κατάσταση μη ελέγξιμη.

Ο θρυμματισμός του σημερινού ατόμου, η αποσάθρωση των κοινωνιών και το ρήμαγμα της φύσης θα τελειώσουν, αναπόφευκτα, είτε με την εκμηδένισή τους είτε με την επιβολή κάποιου φραγμού. Αργά ή γρήγορα, λοιπόν, θα τεθεί επιτακτικά το ζήτημα των ορίων. Ποιος, όμως, θα επιβάλει τα όρια αυτά; Αυτό, πιστεύουμε, πως θα είναι το βασικό και κύριο πολιτικό ερώτημα στο προσεχές μέλλον. Η πιθανότητα εμφάνισης ενός αυταρχικού ή οικοφασιστικού καθεστώτος που θα επιβάλει όρια στους πολλούς, μόνο και μόνο για να διασώσει τις ανέσεις και την πρόσβαση στους σπανίζοντες φυσικούς πόρους μιας διεφθαρμένης ολιγαρχίας, δεν είναι τόσο μακρινή, όσο ίσως μας φαίνεται. Όπως ακριβώς γίνεται σήμερα με τα «προγράμματα λιτότητας» στο οικονομικό επίπεδο, η επιβολή ορίων θα γίνει με τρόπο άδικο και αυταρχικό. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για φονταμενταλιστικά και νεοθρησκευτικά κινήματα που μπορούν κάλλιστα να αναδυθούν, όπως έχει συμβεί επανειλημμένως στην ιστορία μετά από περιόδους μεγάλης υλικής αφθονίας ή γενικευμένης φθοράς των αξιών και των σημασιών μιας κοινωνίας. Η άνοδος ενός πρωτόγονου και χονδροειδούς ισλαμισμού όπως και η –ευτυχώς περιορισμένη- διάδοση ορισμένων αντιδραστικών οικολογικών ρευμάτων θρησκευτικής υφής είναι δείγματα μιας τέτοιας πιθανής εξέλιξης: μια προσπάθεια των ανθρώπων να βρουν βεβαιότητες μέσα στο γενικευμένο χάος, αλλά και να τιθασεύσουν τις ενοχές που τους γεννά μια ζωή μέσα στη γενικευμένη καταναλωτική ασωτία.

Εν τέλει, όσο οι ίδιες οι κοινωνίες δεν προσπαθούν να αυτοπεριοριστούν, τόσο αυξάνει ο κίνδυνος, μπροστά στο επερχόμενο χάος, τον ρόλο του χωροφύλακα να αναλάβουν αυταρχικοί σχηματισμοί που θα στηρίξουν την εξουσία τους στον γενικευμένο φόβο, τον πανικό και τα ενοχικά σύνδρομα των πληθυσμών. Κι όσο, αντίστοιχα, οι πολιτικοί χώροι και τα κινήματα που επικαλούνται τις αρχές της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης αρνούνται να θέσουν το ζήτημα στους πραγματικούς του όρους, συνεχίζοντας να κολακεύουν τα καταναλωτικά ένστικτα των πληθυσμών στα πλαίσια λαϊκιστικού τύπου κριτικών στις επιβαλλόμενες πολιτικές λιτότητας, μην καταβάλλοντας την παραμικρή προσπάθεια να επεξεργαστούν ιδέες και λύσεις δημοκρατικού τύπου, η Ακροδεξιά, τόσο στην πολιτική όσο και στη θρησκευτική της εκδοχή, θα παρασιτεί επί των κοινωνικών προβλημάτων, αυξάνοντας ολοένα τη δύναμή της.

Η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με το μεταναστευτικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του φαινομένου αυτού: όταν η Αριστερά κι οι αναρχικοί -ειδικά οι δεύτεροι- αποκαλούσαν ρατσιστή όποιον τολμούσε να υποστηρίξει πως η αθρόα προσέλευση τόσων πολλών εξαθλιωμένων ανθρώπων σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα -και ειδικά τα τελευταία χρόνια με την κρίση-, συνιστά μείζον κοινωνικό πρόβλημα για το οποίο κάτι πρέπει να πούμε, η Ακροδεξιά είχε όλη την ελευθερία να μονοπωλήσει το ζήτημα, καταφέρνοντας να καταστήσει σχεδόν αυτονόητη τη δική της, αυταρχική και μισαλλόδοξη οπτική. Διότι, φυσικά, όταν, όχι μόνο δεν παίρνεις συγκεκριμένες θέσεις, αλλά αρνείσαι ακόμα και την ίδια την ύπαρξη του προβλήματος, μοιραίο είναι να επιτρέπεις στην Ακροδεξιά να παρουσιάζεται ως η μόνη «υπεύθυνη» δύναμη που δήθεν βλέπει χωρίς παρωπίδες την πραγματικότητα, προσπαθώντας να βρει λύσεις στα προβλήματα του κόσμου, τη στιγμή που οι δημοκρατικοί πολιτικοί χώροι ενδιαφέρονται μόνο για την υπεράσπιση των ιδεολογικών τους σχημάτων.

Δυστυχώς, ελάχιστοι μέσα σε αυτούς τους χώρους έχουν αντιληφθεί τη διαλεκτική διαπλοκή της δικής τους στάσης με την αντίστοιχη των ακροδεξιών: όσο οι πρώτοι αρνούνται την ανάγκη εξεύρεσης και διαμόρφωσης κάποιου είδους ορίων ή ρυθμίσεων, τόσο οι δεύτεροι θα πλειοδοτούν υπέρ της επιβολής φραγμών δρακόντιων και αυταρχικών, δικαιολογώντας τους στα πλαίσια ιδεολογικών σχημάτων αντιδραστικών κι αρχαϊκών. Πρόκειται εδώ για τη σημερινή εκδοχή ενός πολύ παλιότερου φαινομένου, βαθιά ριζωμένου στην ιστορία όχι μόνο της καθεαυτό Δύσης αλλά και των περιφερειακών της ή μη δυτικών χωρών που ήρθαν αντιμέτωπες με την επέκτασή της: όσο η βαθειά ριζωμένη στο δυτικό φαντασιακό εμμονή της επ’ άπειρον επέκτασης και υπέρβασης κάθε ορίου διέλυε τους παραδοσιακούς δεσμούς και «απομάγευε» τον κόσμο (είτε μέσα στην ίδια τη Δύση είτε στις περιοχές του μη δυτικού κόσμου που υπέστησαν τον οικονομικοστρατιωτικό ή πολιτιστικό της ιμπεριαλισμό), τόσο γεννιούνταν αντιδραστικά ή νεοαντιδραστικά κινήματα που ζητούσαν μια επιστροφή στη χαμένη Ολότητα και την διαταραγμένη Αρμονία της χιλιετούς παράδοσης, της μόνης εγγύησης κάθε σοφίας και υγιούς συμπεριφοράς.

Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι η διαρκής αλληλοδιαπλοκή των δύο άκρων: της παραδοσιολαγνείας από την μια πλευρά, που εξαγγέλλει πως «δεν πρέπει να αμφισβητούμε τα κατεστημένα όρια, καθώς αυτό οδηγεί, αν όχι στη βλασφημία, σίγουρα στην έκπτωση, την παρακμή και τον μηδενισμό», και της αναγωγής της υπέρβασης των ορίων σε αυτοσκοπό, από την άλλη. Πρόκειται για τις δύο βασικές όψεις της κυρίαρχης ετερονομίας, που φράσσουν το δρόμο σε κάθε πραγματικά ριζική και διαυγή κριτική των σύγχρονων συνθηκών ζωής: η μεν προτείνοντας μια ουτοπική φυγή προς τα εμπρός, προς τον επερχόμενο επί γης Παράδεισο, η δε μια εξίσου ουτοπική φυγή προς τα πίσω, προς κάποια υποτιθέμενη χαμένη Εδέμ. Αν υποστηρίζουμε το πρόταγμα δημιουργίας μιας κοινωνίας χειραφετημένης και δημοκρατικής, τότε πρέπει να τονίζουμε πάντοτε πως μια αυτόνομη κοινωνία είναι μια κοινωνία που όχι μόνο κατακτά κι εξασκεί η ίδια την ελευθερία της, αλλά και που θεσμίζει η ίδια και τα όρια αυτής της ελευθερίας. Πράγμα που σημαίνει πως πρέπει από θέση αρχής να πολεμάμε κάθε θεωρία που προσπαθεί να απωθήσει αυτήν την ανάγκη αυτοπεριορισμού πίσω από νεφελώδη παραληρήματα περί επερχόμενων ή απερχόμενων μεγαλείων.

Δε νοείται, άλλωστε, κοινωνία που να μη δημιουργεί κάποιο είδος θετικού ορίου: οι ετερόνομες κοινωνίες π.χ. μέσω της θρησκείας (η οποία επιβάλλει απαγορεύσεις, αυστηρούς κώδικες διαβίωσης και συμπεριφοράς, διδάσκει την ταπείνωση και την ευσέβεια απέναντι σε ένα ανώτερο ον κ.λπ.) και οι κοινωνίες διαρρηγμένης ετερονομίας (όπως, για παράδειγμα, η κλασική Αθήνα) μέσω της προσπάθειας να αποδεχτούν τη θνητότητά τους[20]. Η μόνη, κατά τα φαινόμενα, ανθρώπινη κοινωνία που δε διαθέτει καμία τέτοια έννοια θετικών ορίων είναι η Δύση. Ίδιον της Δύσης δεν είναι -όπως λανθασμένα έχει υποστηριχθεί- η δημιουργία ενός γραμμικού χρόνου που σπάει, δήθεν, τον κυκλικό χρόνο και την «αρμονία» της Αρχαιότητας[21]. Αυτή η κρυστάλλινη -υποτίθεται- αρμονία του φαντασιακού της «κοσμικής τάξης» (που επεξεργάστηκαν οι στωικοί φιλόσοφοι, κατά την περίοδο της παρακμής της Αρχαιότητας) ελάχιστη σχέση έχει με το κλασικό αρχαιοελληνικό φαντασιακό και συνιστά απλώς φαντασίωση του δυτικού κλασικισμού, πράγμα που είχε από νωρίς καταδείξει ο Νίτσε (στη Γένεση της τραγωδίας). Ο πολιτισμός που προσπαθεί, αντίθετα, να δημιουργήσει μια κοινωνία απολύτως ορθολογική και διαφανή, σχεδόν κρυστάλλινη στη διαύγεια και τη λειτουργία της είναι η Δύση, με τον ρασιοναλισμό και την εμμονή της για το ξεπέρασμα κάθε είδους ορίου -δηλαδή για την προσπάθεια υπέρβασης της ίδιας της Αναγκαιότητας ως συνόλου περιορισμών που θέτει η πραγματικότητα στο ανθρώπινο υποκείμενο (τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο).

Ποιος θα επιβάλλει τα όρια, λοιπόν; Είναι πολύ σημαντικό να θέτουμε αυτό το ερώτημα. Σε τελική ανάλυση, η απάντηση που θα δώσουμε, ανοίγει ταυτοχρόνως έναν συγκεκριμένο πολιτικό ορίζοντα, σκιαγραφώντας τους βασικούς πυλώνες της κοινωνίας που θέλουμε να γεννηθεί απ’ αυτήν την περιδίνηση. Με βάση όσα προείπαμε, πιστεύουμε πως μόνο ένα δημοκρατικό κίνημα που θα είναι ταυτόχρονα και κίνημα ριζοσπαστικής οικολογίας, δηλαδή αποανάπτυξης, θα μπορέσει να θέσει όρια απελευθερωτικά, στα μέτρα μας, όρια ανοιχτά στην αλλαγή και στην επανεξέταση. Ένα κίνημα, με άλλα λόγια, που θα αναγνωρίσει ότι οι αξιώσεις του ανθρώπου απέναντι στη φύση θα πρέπει να περιοριστούν σημαντικά, ότι μια τέτοια εθελούσια πτώση του «επιπέδου ζωής» θα πρέπει να κατανεμηθεί δίκαια κι όχι να επωμισθούν τις συνέπειές του οι πολλοί, προκειμένου να συνεχίσουν κάποιοι λίγοι να ζουν πλουσιοπάροχα. Ένα κίνημα, τέλος, που θα αντιλαμβάνεται το ζήτημα της εξεύρεσης θετικών ορίων ως άρρηκτα δεμένο με το αίτημα της κοινωνικής ισότητας και της διεκδίκησης μιας ζωής με νόημα.

Άνευ ορίων, άνευ όρων;

Χωρίς να πλατειάσουμε, πρέπει να τονίσουμε ότι η εμμονή με το ξεπέρασμα των ορίων υπήρξε, ιστορικά, διφυής. Μπορεί, αφενός, να παρουσιάζεται σήμερα με μια ακραία μορφή, δηλαδή ως μονομανία, που, εφόσον καταστρέφει κάθε είδος κοινωνικής παράστασης, θεσμού και ορίου, τελικά, οδηγεί στον μηδενισμό αφετέρου, όμως, έγινε ιστορικά δυνατή μόνο στα πλαίσια μιας κοινωνίας που έχει κάνει σημαντικά βήματα εξόδου από την ετερονομία της και κατέκτησε την ικανότητα να θέτει τον εαυτό της υπό αμφισβήτηση[22].

Αυτό είναι που συνέβη, ιστορικά, στη Δύση από τον κυρίως Μεσαίωνα και μετά. Ο καπιταλισμός είναι αδιανόητος δίχως την ύπαρξη ενός προτάγματος αυτονομίας, καθώς προϋποθέτει έναν πρωτόγνωρο, ιστορικά, κοινωνικό δυναμισμό, αδιανόητο μέσα σε ετερόνομες κοινωνίες, εντός των οποίων η τήρηση των εθίμων και των παραδόσεων συνιστά τη βασική αρχή λειτουργίας τους. Αντίστοιχα, ο ολοκληρωτισμός, άλλο ένα κατεξοχήν δυτικό δημιούργημα, ως κοινωνικό πρόταγμα πραγμάτωσης του «αδύνατου» (όπως έλεγε η Χάνα Άρεντ) είναι δυνατόν να αναδυθεί μόνο μέσα σε μια κοινωνία που έχει ξεφύγει οριστικά από τη μέγγενη της θρησκείας και δεν έχει πλέον κάποιο όριο να περιορίζει την πράξη και την παράστασή της. Το ίδιο ισχύει για την τεχνολογία, δηλαδή για το τεχνικό σύστημα της Δύσης, που είναι ταυτόχρονα κι ένα είδος εφαρμοσμένης ιδεολογίας: της ιδέας ότι κάθε μορφή παράδοσης και εθίμου θα πρέπει να ανατραπεί και να αναδομηθεί με τρόπο «ορθολογικό» κι «επιστημονικό».

Όπως είναι προφανές, αυτό που θα πρέπει να κρατήσουμε από αυτήν την έννοια του απεριόριστου είναι η θετική του πλευρά: δηλαδή η κατάκτηση, από τις νεότερες κοινωνίες, της ικανότητας να μην έχουν όρια στη σκέψη τους. Το περίφημο «άνευ ορίων, άνευ όρων» του Εμπειρίκου έχει, καταρχάς, νόημα μόνο στο επίπεδο της σκέψης και της αναπαράστασης, οι οποίες θα πρέπει να μένουν ελεύθερες κι αδάμαστες. Το ζήτημα του αυτοπεριορισμού, αντίθετα, τίθεται στο επίπεδο της πράξης: εκεί είναι που πρέπει να ανακτήσουμε την ικανότητα να θέτουμε όρια στον εαυτό μας, όπου πιστεύουμε πως χρειάζεται, δίχως να περιοριζόμαστε από αυτήν την ουσιαστικά παιδική μανία υπέρβασης για την υπέρβαση. Αυτή, πιστεύουμε, θα πρέπει να είναι κι η στάση μας απέναντι στην εκάστοτε παράδοση. Ούτε απόρριψη για την απόρριψη ούτε απλώς τυφλή υποταγή, αλλά λελογισμένη επιλογή του τι κρατάμε και τι απορρίπτουμε.

Η ανάγκη αλλαγής μοντέλου

Ένα σημείο εξαιρετικής σημασίας είναι η διαπίστωση πως οι νεότερες επαναστατικές ιδεολογίες και ειδικότερα αυτές του 19ου και του 20ού αιώνα κινήθηκαν, ως επί το πλείστον, εντός των πλαισίων αυτής της αναγωγής της υπέρβασης των ορίων σε αυτοσκοπό. Αυτό είναι σαφές στις δύο βασικές επαναστατικές θεωρίες αυτής της περιόδου, στον μαρξισμό και τον αναρχισμό. Όντας αμφότεροι τέκνα του νεότερου φιλελευθερισμού, φέρουν βαθιά την κληρονομιά του: μια ουσιώδη οντολογική «αισιοδοξία», μια βαθιά πίστη στην Πρόοδο -η οποία τείνει πάντοτε να ανάγει την ιστορία σε ένα ασταμάτητο «προτσές» προς την ελευθερία και την υλική ευημερία-, όπως και την πίστη στη θεμελιώδη καλοσύνη του ανθρώπου και στον απελευθερωτικό ρόλο της τεχνικής. Ο μαρξισμός έκλινε περισσότερο προς ορισμένα από αυτά τα στοιχεία (όπως, π.χ., ο ιστορικός ντετερμινισμός ή η τεχνοφιλία) ενώ ο αναρχισμός προς ορισμένα άλλα (όπως η πίστη στη θεμελιωδώς αγαθή φύση του ανθρώπου). Σε κάθε περίπτωση, αμφότερες οι ιδεολογίες αυτές βασίζουν –με ορισμένες επιμέρους διαφοροποιήσεις- το πολιτικό τους πρόταγμα σ’ ένα είδος κοινωνικού αυτοματισμού: όταν πλέον καταρρεύσουν οι καταπιεστικές δομές του καπιταλισμού και της πατριαρχίας, θα λάμψει, πλέον, ανεμπόδιστη η βαθύτερη αλήθεια του ανθρώπινου όντος και θα εγκαθιδρυθεί ο επί γης Παράδεισος, στα πλαίσια του οποίου δε θα έχουμε πλέον ανάγκη θεσμών, νόμων και κωδίκων συμπεριφοράς. Δε θα καταργηθεί -ή απονεκρωθεί- μόνο το κράτος, αλλά κάθε μορφή εξουσίας, δηλαδή κάθε μορφή λήψης κι εφαρμογής αποφάσεων με σκοπό τη διαχείριση της κοινωνίας. Όλα θα λειτουργούν πλέον αυτόματα ακολουθώντας την φυσική τους αρμονία, καθώς δε θα υφίστανται πλέον οι παραμορφωτικές συνέπειες των καταπιεστικών κοινωνικών δομών επί της βαθύτερης ουσίας του Ανθρώπου. Πράγμα που συνεπάγεται πως, γι’ αυτήν την αντίληψη, βασικό καθήκον της Επανάστασης δεν είναι η δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, αλλά η καταστροφή της υπάρχουσας. Διότι αν κι εφόσον καταστραφεί η τελευταία, η διάδοχός της θα αναδυθεί σχεδόν αυτόματα, δίχως να υπάρχει πλέον η παραμικρή ανάγκη συνειδητής δράσης. Η πτώση του Παλαιού Κόσμου θα επιτρέψει την άνθηση του Καινούργιου που δεν μπορεί παρά να είναι ο επιθυμητός!

Φυσικά, τα πράγματα δεν ήταν ποτέ έτσι, για τον απλούστατο λόγο πως το ανθρώπινο ον δεν είναι το ορθολογικό αυτόματο που υπονοούν ο μαρξισμός κι ο αναρχισμός. Ωστόσο, μέχρι και τη δεκαετία του ’60 -χονδρικά- θα μπορούσαμε να πούμε πως η κοινωνία της κατανάλωσης δεν είχε ακόμα καταφέρει να αλώσει εντελώς ούτε την αστική κουλτούρα ούτε τις επιβιώσεις παραδοσιακότερων, προαστικών ή μη αστικών πολιτιστικών μορφών (αγροτικής, προλεταριακής κ.λπ.), όπως συμβαίνει σήμερα μέσα στη Δύση. Έτσι το άτομο διατηρούσε ακόμα μια σημαντική συνοχή ενώ βασικοί θεσμοί δίχως τους οποίους καμία κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει (όπως κάποιο είδος ανατροφής κι εκπαίδευσης των παιδιών, μια κάποια ρύθμιση των σεξουαλικών σχέσεων κ.λπ.) κατάφερναν ακόμη να λειτουργούν με έναν στοιχειωδώς συνεκτικό τρόπο.

Στα πλαίσια, ωστόσο, της πλήρους κατάρρευσης κάθε μορφής κουλτούρας που συντελείται εντός της κοινωνίας της κατανάλωσης, αποδεικνύεται κραυγαλέα ανεπίκαιρη κι αβάσιμη αυτή η φιλελεύθερης προέλευσης ψευδαίσθηση ότι αρκεί απλώς η ανατροπή των καταπιεστικών και εκμεταλλευτικών δομών προκειμένου να αναδυθεί μια νέα συνεκτική κοινωνία. Σήμερα βλέπουμε πως ακόμα κι οι ίδιοι οι κυρίαρχοι θεσμοί καταρρέουν από μόνοι τους, εξαιτίας αυτής της έλλειψης συνοχής και προσανατολισμού που συνιστά συνέπεια της διάβρωσης κάθε είδους παράδοσης, αξίας, ιδεολογίας και πολιτικού ή πνευματικού προτάγματος. Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση είναι πλέον όχι μόνο ανεπίκαιρο ή γελοίο μα και πολιτικά επικίνδυνο να συνεχίζουμε να αναμασάμε τα «αντι-αυταρχικά» κλισέ που καθιερώθηκαν από τα κινήματα της δεκαετίας του ‘60, στα πλαίσια της εξέγερσής τους ενάντια στην αστική κουλτούρα και ηθική, και συνιστούν την κορύφωση του ρεύματος που περιγράφουμε. Πλέον αυτή η κριτική μόνο κομμάτι ειδικότερο μπορεί να αποτελεί της ευρύτερης και συνολικής μας προσέγγισης, περιορισμένη να αναφέρεται, όλο και περισσότερο, στην εκτός Δύσης κατάσταση[23].

Εν ολίγοις, θα πρέπει κάποια στιγμή να βγούμε από το αντί-αυταρχικό μοντέλο, το οποίο πάντοτε ήταν υπόρρητο στις παλιές επαναστατικές ιδεολογίες και κατέστη πλέον αδιαμφισβήτητα κυρίαρχο την εποχή των κινημάτων του ’60. Η προερχόμενη από αυτό το μοντέλο κριτική επηρέασε βαθειά την κατεστημένη κοινωνία της εποχής, με αποτέλεσμα να ζούμε, τα τελευταία σαράντα χρόνια, μέσα στη Δύση σε κοινωνίες που βρίσκονται υπό την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του πολιτιστικού φιλελευθερισμού: κυρίαρχη νόρμα είναι μια γενικευμένη επιτρεπτικότητα που θεμελιώνεται στην αναγωγή του ατόμου και της ατομικής ελευθερίας σε υπέρτατο γνώμονα[24].

Είδαμε παραπάνω τι σόι αντιδραστικά ανακλαστικά γεννά αυτή η κυρίαρχη τάση σε μια αυξανόμενη μερίδα των πληθυσμών, οι οποίοι βιώνουν στο πετσί τους το κενό και τον κυρίαρχο μηδενισμό. Ψάχνοντας για κάποια απάντηση στα ψυχικά και συναισθηματικά αδιέξοδα που τους κατατρώνε, παραδίδονται με ανακούφιση στην πιο βέβαιη λύση που βρίσκουν μπροστά τους. Κι η λύση αυτή δεν είναι παρά η καταφυγή σε παραδοσιακού τύπου βεβαιότητες και σε πρωτόγονα, αταβιστικά αντανακλαστικά, από τις φασίζουσες ή μη ευρωπαϊκές ακροδεξιές ως τις ακραίες μορφές του νεοσυντηρητικού Ισλάμ στην Ασία και την Αφρική.

Πρέπει να καταλάβουμε πως έχουμε πλέον βγει από το παραδοσιακό πολιτικό «παράδειγμα» της χειραφετητικής πολιτικής. Δεν μπορεί να ισχύει πια το δίλλημα μεταξύ συντήρησης και προόδου. Πώς μπορούμε να συζητάμε σήμερα εάν θ’ άξιζε να συντηρήσουμε το παλιό ή ν’ απελευθερώσουμε το νέο, εφόσον το παλιό διαμελίζεται και το πραγματικά νέο δεν εμφανίζεται πουθενά; Η ανοικοδόμηση της ανθρώπινης κοινωνίας, δηλαδή ένα καθήκον κατεξοχήν «θετικό», πρέπει να είναι το ζητούμενο. Αυτό που χρειάζεται δεν είναι η καταστροφή των θεσμών, οι οποίοι ως δήθεν «μεσολαβήσεις»[25] σακατεύουν τον αυθορμητισμό και τη δημιουργικότητα των μαζών. Αυτό που χρειάζεται είναι η αναδημιουργία θεσμών που θα επιτρέπουν στις κοινωνίες να αρθρώνουν τη δημιουργικότητά τους, φτιάχνοντας μορφές ζωής μεστές νοήματος. Δηλαδή, για να το θέσουμε λιγάκι προκλητικά, αυτό που θέλουμε είναι η δημιουργία νέων «μεσολαβήσεων», δημοκρατικού τύπου, οι οποίες θα διασώζουν την αυτενέργεια των κοινωνιών και τη δημιουργικότητα των ατόμων. Δε γίνεται αλλιώς να εδραιωθεί αυτός ο αναγκαίος επαναπροσδιορισμός των αναγκών και των επιθυμιών μας, αυτή η αλλαγή τρόπου ζωής και μοντέλου κοινωνίας που είναι τόσο απαραίτητη για την υπέρβαση των σημερινών ανθρωπολογικών και οικολογικών αδιεξόδων. Μόνο εντός αυτού του πλαισίου θα μπορέσει μια δημοκρατική κοινωνία να θέσει η ίδια τα αναγκαία όρια στην νεοκατακτηθείσα ελευθερία της.

[20] Βλ. σχετικά με αυτό το σημείο τις αναλύσεις του Καστοριάδη περί Αρχαίας Ελλάδας: Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για εμάς σήμερα (Αθήνα, Ύψιλον, 1999), Η ελληνική ιδιαιτερότητα. Τόμος Α’: Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο (μτφρ. Ξ. Γιαταγάνας, Αθήνα, Κριτική, 2007).

[21] Βλ. π.χ. τις σχετικές αναλύσεις του Κ. Παπαϊωάννου, Η αποθέωση της Ιστορίας (1967), μτφρ. Σ. Κακουριώτης, Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1992, 1ο κεφάλαιο.

[22] Βλ. ως προς αυτό το σημείο τις δύο βιβλιοκριτικές αυτού του τεύχους όπου γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στην ανάδυση της αρχαιολογίας και της εθνολογίας μέσα στη Δύση ως χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της ικανότητας να σχετικοποιούμε τον εαυτό μας και να ανοιγόμαστε στον Άλλο.

[23] Άλλωστε ένα από τα βασικά προβλήματα της αναγωγής μιας τέτοιας προσέγγισης σε συνολικό σχήμα εξήγησης της κοινωνίας έγκειται στην πλήρη συσκότιση των διαφορών που υπάρχουν, ως προς το θέμα που μας απασχολεί, μεταξύ δυτικού και μη δυτικού κόσμου. Ένας οπαδός της αντι-αυταρχικής ιδεολογίας, για παράδειγμα, θα σου πει πως δε μπορούμε να κατηγορούμε το Ισλαμικό Κράτος ή το Ιράν για θεοκρατική βαρβαρότητα και καταπίεση των γυναικών ή των σεξουαλικών μειονοτήτων, εφόσον ακόμα και στις ίδιες τις ΗΠΑ έχουμε ως επίσημο μότο το “In God we Trust”, στις δυτικές χώρες οι αργίες ακολουθούν το χριστιανικό θρησκευτικό εορτολόγιο, σημειώνονται βιασμοί και ομοφοβικές επιθέσεις κ.λπ.

[24] Πρόσφατα, για παράδειγμα, διαβάσαμε πως στη Γερμανία εγκαινιάζονται οίκοι ανοχής για κτηνοβάτες, οι οποίοι υπερασπίζονται τις επιλογές τους απέναντι σε φιλοζωικές οργανώσεις με την ατάκα «Είμαστε μια μειονότητα που γινόμαστε στόχος διακρίσεων φανατικών εξ αιτίας του σεξουαλικού μας προσανατολισμού» («Ανοίγουν οίκους ανοχής για κτηνοβάτες στη Γερμανία!», topontiki.gr, 6/5/2014).

[25] Καθώς το έθεταν οι καταστασιακοί, στους οποίους βρίσκουμε τη διαυγέστερη, ίσως, σύνοψη των κυριότερων ουτοπικών εμμονών τόσο του μαρξισμού όσο και του αναρχισμού.

[ … ]

Η συνέχεια στην έντυπη έκδοση…