Menu

EAGAINST.com

Ποιοι και γιατί εχθρεύονται την αυτοδιαχείριση;

3463463

του Κώστα Χαριτάκη (δημοσιεύεται στο 17ο τεύχος του περιοδικού ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ που κυκλοφορεί)

Το εγχείρημα της αυτοδιαχειριζόμενης ΒΙΟΜΕ έχει βρεθεί αντιμέτωπο όχι μόνο με τους “φύσει” και “θέσει” εχθρούς της αυτοδιαχείρισης, τα αφεντικά και το κράτος, αλλά και με δυνάμεις της αριστεράς, κομμουνιστικές και αντικαπιταλιστικές, ακόμη και του αναρχικού κινήματος. Παρά τις διαφορές τους, οι δυνάμεις αυτές φαίνεται να συμφωνούν ως προς το ότι εντός του καπιταλισμού η αυτοδιαχείριση δεν μπορεί παρά να είναι ένα είδος “αυτοεκμετάλλευσης” των εργαζομένων, μια μορφή “συλλογικού κεφαλαιοκράτη”. Και επομένως, όχι μόνο δεν έχει να προσφέρει τίποτα στην υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης, αλλά, ακόμη χειρότερα, “απαλλάσσει” τον καπιταλισμό από την …υποχρέωσή του να βρίσκει δουλειά και να τρέφει όλους τους εργαζόμενους. Κατά μία άλλη παραλλαγή αυτών των απόψεων, αν και αναγνωρίζονται οι “καλές προθέσεις” τέτοιων εγχειρημάτων, είναι ωστόσο καταδικασμένα απλώς να διαχειρίζονται τη μιζέρια και να αναπαράγουν εντέλει τον καπιταλισμό όσο δε συμβαίνει μια “κεντρική” αλλαγή μέσω της κατάκτησης της κρατικής εξουσίας.

Στη συζήτηση αυτή, που πολλές φορές έχει πάρει διαστάσεις ανοιχτής πολεμικής και εχθρότητας απέναντι σε κάθε αυτοδιαχειριστική προσπάθεια, έχουν επιστρατευτεί τα βαρύτιμα θεωρητικά τσιτάτα από τις σκονισμένες βιβλιοθήκες, συνήθως, του μαρξισμού-λενινισμού, τα οποία αποδεικνύουν, “επιστημονικά” πάντα, τη μη επαναστατικότητα ή/και την ανοιχτή αντεπαναστατικότητα αυτών των προσπαθειών. Δύο είναι τα κύρια σημεία αυτής της επίθεσης: α) η αυτοδιαχείριση εκτρέπει τους εργαζόμενους από το κύριο έργο που θα πρέπει να έχει το “οργανωμένο εργατικό κίνημα” που είναι η διεκδίκηση αιτημάτων από το κράτος και τις κυβερνήσεις, και β) αρνείται, ή έστω υπονομεύει, την αναγκαιότητα του ρόλου του “κόμματος της εργατικής τάξης” που αυτό και μόνο, με τον αγώνα του για την οργάνωση της τάξης και την κατάκτηση της εξουσίας, μπορεί να “απελευθερώσει” την κοινωνία.

Είναι φανερό, και μόνο από αυτή τη συνοπτική περιγραφή, ότι δεν πρόκειται απλά για κάποιες πολιτικο-θεωρητικές διαφορές αλλά για ένα ολόκληρο πολιτισμικό και κοσμοθεωρητικό ρήγμα που χωρίζει αυτές τις απόψεις από την πνοή και το πνεύμα των αυτοδιαχειριστικών εγχειρημάτων. Στην πραγματικότητα, και γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον, αυτή η αντιπαράθεση συμπυκνώνει με εξαιρετικά διαυγή τρόπο τη διαφορά ανάμεσα στον ηττημένο και ασθμαίνοντα μπροστά στις νέες πραγματικότητες κόσμο της ιδεολογίας και των κάθε είδους “-ισμών” (κλειστών αυτοαναφορικών συστημάτων), από τη μια, και του ζωντανού και ανοιχτού κόσμου της πράξης που παλεύει εδώ και τώρα για απεξάρτηση από τις κυρίαρχες σχέσεις και αυτοκαθορισμό, από την άλλη. Με άλλα λόγια, ανάμεσα σε μια εκ των άνωθεν παλιού τύπου κομματοκεντρική και κρατικά εστιασμένη πολιτική, και σε μια νέου τύπου πολιτική που αναδύεται από τα κάτω, από αγωνίες, διεργασίες και μάχες που αφορούν το “πώς να ζήσουμε” και όχι απλώς το “υπό ποιους θα ζήσουμε”.

Φυσικά, η θεωρητική συζήτηση έχει την ιστορία της και η εξέτασή της έχει τη σημασία της, όμως σήμερα τα παλιά ερωτήματα τίθενται με νέους όρους και οι παλιές απαντήσεις, ανεπαρκείς όπως αποδείχθηκε και στον καιρό τους, δεν μπορούν να διεκδικούν την επάρκεια σήμερα… Είτε από τη σκοπιά των λεγόμενων “αντικειμενικών συνθηκών”, είτε από τη σκοπιά των λεγόμενων “υποκειμενικών συνθηκών” (διαχωρισμός που, στο όνομα μάλιστα του υλισμού, έχει καταντήσει μεταφυσικός), όλες οι έννοιες των παραδοσιακών ιδεολογιών έχουν ρευστοποιηθεί, προσβεβλημένες από τη διπλή απώλεια και του “υποκειμένου” (εργατική τάξη, όπως την ξέραμε) και του “αντικειμένου” (καπιταλισμός, όπως τον ξέραμε). Βεβαίως και τα δύο εξακολουθούν να υπάρχουν, μόνο που δεν αντιστοιχούν πλέον ακριβώς οι λέξεις με τα πράγματα. Και δεν είναι μόνο οι κυρίαρχοι που ξανασχεδιάζουν το χάρτη των εννοιών και των συμβολισμών της δικής τους κυριαρχίας, αλλά και το ανταγωνιστικό αντικαπιταλιστικό κίνημα επαναπροσδιορίζει τις έννοιες και τα μέσα της χειραφέτησης με τη δική του πολύπλευρη πρακτική.

Η αυτοδιαχείριση, λοιπόν, ως ζωντανή τάση του σημερινού (“κάτω”) κόσμου, δεν έχει ανάγκη να αντλήσει τα επαναστατικά διαπιστευτήριά της από τις ματαιωμένες σελίδες των απάντων οποιουδήποτε μεγάλου διδασκάλου, ούτε από την ηρωικότητα των ανεκπλήρωτων προσπαθειών του παρελθόντος. Της αρκεί, θα έπρεπε να της αρκεί, το ότι καταφέρνει να εμπλέκει σήμερα, εδώ και τώρα, ένα πλήθος υποκειμένων σε ένα εν δυνάμει σχέδιο αναδιοργάνωσης της ζωής με όρους αυτονομίας, ισότητας και ελευθερίας. Ποια σελίδα τίνος στοχαστή, ποια αφήγηση ποιας εποχής, μπορεί να διεκδικεί ανώτερη ισχύ από την παλλόμενη συγχρονική πράξη της προσπάθειας για απαγκίστρωση από τον ετεροκαθορισμό και την ετερονομία, την κυριαρχία, την ανισότητα και την εκμετάλλευση, αυτών που υποτίθεται ότι αποτελούν για όλους τους επαναστάτες τον “περιούσιο λαό” της κοινωνικής απελευθέρωσης; Η “πράξις” αυτή δεν είναι αστόχαστη, εμπεριέχει και θεωρητικές καταβολές και ιστορικές εμπειρίες, αλλά δε δημιουργεί κάποιου είδους “ιδεολογική ταυτότητα”. Κι ίσως αυτό είναι που ξενίζει περισσότερο τους θεωρητικούς “καθοδηγητές”, μαθημένοι καθώς είναι σε μια σκέψη πρωτίστως “ταυτοτική” που δομείται γύρω από το ερώτημα “πού κατατάσσεσαι” και όχι γύρω από το “τι είναι αυτό που κάνεις”.

Αλλά αυτό που κάνουμε είναι “περισσότερο ένα μοντέλο μετάβασης, παρά ένα μοντέλο κοινωνίας, όπου χτίζουμε προοδευτικά τις πρακτικές και παίρνουμε αποφάσεις που μας απομακρύνουν από το σημείο εκκίνησής μας εντός του συστήματος, προς τον κόσμο στον οποίο θέλουμε να ζήσουμε” (Ενρίκ Ντουράν – συνέντευξη για τη συνεταιριστική πρωτοβουλία CIC της Καταλονίας, διαθέσιμη στο www.x-pressed.org). Οι παραδοσιακές ιδεολογίες εστίαζαν κυρίως στην περιγραφή των αρχών και των δομών της νέας κοινωνίας (εν είδει άρθρων πίστης στην ιδανική κοινωνία που κάποτε θα φτάσουμε), η μετάβαση ήταν αφημένη στον “αυτόματο πιλότο” μιας κρατικά ελεγχόμενης και καθοδηγούμενης επαναστατικής διαδικασίας. Ο “νέος άνθρωπος” (η καθαρίστρια του “Κράτος και Επανάσταση” του Λένιν, που θα μπορούσε να αναλάβει τη διακυβέρνηση) θα προέβαλε μετά από δοκιμασίες και πολύχρονη κοπιαστική εκπαίδευση από το κόμμα και το κράτος. Μέχρι τότε, ολόκληρη η ιεραρχία του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας και της διεύθυνσης θα ήταν αναγκαία και αδιαμφισβήτητη. Τα εργοστασιακά συμβούλια και η αυτοδιαχείριση ήταν “αποδιοργάνωση”, ο κρατικός σχεδιασμός και η μονοπρόσωπη διεύθυνση ήταν “οργάνωση”. Ε, λοιπόν, αυτός ο “νέος άνθρωπος” δεν προέβαλε ποτέ τελικά, όπως όλοι ξέρουμε πια σήμερα, γιατί ακριβώς ενώ προσπάθησε να πάρει τα εργοστάσια και τη ζωή στα χέρια του, τελικά υπέκυψε στη διαπαιδαγωγητική λειτουργία του κόμματος και του κράτους.

Όπως φαίνεται από αυτή τη δραματική ιστορική εμπειρία, αλλά κυρίως από τη σύγχρονη ολοκληρωτική καπιταλιστική συνθήκη, το ερώτημα που έχουν να αντιμετωπίσουν θεωρητικά και πρακτικά, ή με μια θεωρητική πρακτική, τα κοινωνικά χειραφετικά κινήματα είναι “πώς μπορεί κανείς να καθιερώσει, στα διαλείμματα της υποτέλειας, τη νέα εποχή της ελευθερίας: όχι την εξέγερση των σκλάβων, αλλά την έλευση μίας νέας κοινωνικότητας μεταξύ ατόμων που ήδη έχουν, ο καθένας από μόνος του, αποτινάξει τα δουλοπρεπή πάθη που αναπαράγονται επ’ αόριστον από τον ρυθμό των ωρών εργασίας;” (Ζακ Ρανσιέρ – “The nights of labour: The workers’ dream in nineteenth century”, παρατίθεται στο “Ο Σίσυφος και η Εργασία της Φαντασίας”, Stevphen Shukaitis, http://www.rebelnet.gr). Κάτι τέτοιο απαιτεί τη δημιουργία “υλικών βάσεων” για την απεξάρτηση της ζωής μας από το κεφάλαιο και το κράτος. Αν θέλουμε να κινηθούμε από το επίπεδο της προπαγάνδας και των ακαδημαϊκών-πολιτικών μαθημάτων στο επίπεδο της ζωής, πρέπει να βρούμε ή να δημιουργήσουμε εδάφη όπου μπορούμε να ριζώσουμε και να αναπτυχθούμε με τα δικά μας ανεξάρτητα μέσα. Πρέπει να μπορούμε να δημιουργούμε λύσεις από εμάς και για εμάς, και όχι απλά να ζητάμε λύσεις από το κεφάλαιο και το κράτος διαιωνίζοντας την εξάρτησή μας από τις αλυσίδες της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας. Η αυτοδιαχείριση μπορεί να μας παρέχει τα μέσα για την επιβίωσή μας με αξιοπρέπεια και ελευθερία, δημιουργώντας ταυτόχρονα εκείνα τα δίκτυα αλληλεγγύης και οριζόντιας αμεσοδημοκρατικής διασύνδεσης που θα αποτελέσουν το πραγματικό έδαφος κοινωνικής χειραφετικής κίνησης και δημιουργίας των δικών μας κοινών.

Όπως το θέτει και πάλι ο Ρανσιέρ, “η απουσία του αφεντικού από την ώρα και το χώρο της παραγωγικής εργασίας μετατρέπει αυτή την εκμεταλλευόμενη εργασία σε κάτι περισσότερο: όχι απλώς μια συμφωνία που υπόσχεται στο αφεντικό μία καλύτερη απόδοση σε αντάλλαγμα της ελευθερίας της κίνησης των εργατών αλλά τη διαμόρφωση ενός τύπου κίνησης των εργατών που ανήκει σε διαφορετική ιστορία από αυτή των αφεντικών”. Ακριβώς αυτό: η δημιουργία της δικής μας ιστορίας. Ή με άλλα λόγια, η δική μας αυτοεκπαίδευση …στο να μην είμαστε εργάτες. Να μην είμαστε απλώς ο άλλος πόλος του κεφαλαίου, έτοιμοι να πεθάνουμε από ασφυξία μόλις κοπεί ο δεσμός μας (ή μάλλον τα δεσμά) μαζί του. Στην παραδοσιακή ιδεολογία και εργατική πολιτική υπάρχουν μόνο αφεντικά και εργάτες. Γι’ αυτό και τους εργάτες που επιλέγουν την αυτοδιαχείριση δεν μπορούν να τους κατατάξουν παρά μόνο ως καινούργια αφεντικά. Δεν υπάρχει χώρος για να κινηθούν οι εργάτες πέρα από αυτή τη σχέση, καταργώντας έτσι και τον εαυτό τους ως επιβεβαίωση του κεφαλαίου. Αυτόν το δρόμο πασχίζει να διασχίσει, με τεράστιες δυσκολίες και πλήθος αντιφάσεων, η αυτοδιαχείριση. Και αυτό είναι που πάνω απ’ όλα δε συγχωρούν οι εχθροί της…

Ερρίκο Μαλατέστα – Χωρίς εξουσία

«Τι είναι κυβέρνηση; Υπάρχει μια αρρώστια του ανθρώπινου μυαλού που ονομάζεται μεταφυσική τάση, η οποία κάνει τον άνθρωπο, αφού αφαιρέσει την ποιότητα από ένα αντικείμενο με λογική διαδικασία, να υπόκειται σ’ ένα είδος παραίσθησης του τον κάνει να συγχέει την αφαίρεση με το πραγματικό πράγμα». αναρωτιέται ο Ιταλός αναρχικός, εξηγώντας πώς η θεώρηση αυτή παρά του ότι έχει δεχθεί πλήγματα από τη θετικιστική σκέψη και την επιστήμη, παραμένει ακόμα γερά ριζωμένη στο μυαλό της ευρύτερης πλειοψηφίας των σημερινών ανθρώπων. Η ιδέα αυτή περί αναγκαιότητας του κράτους και της ποινικής καταστολής έχει τέτοια επιρροή (για το Μαλατέστα η εξουσία είναι συνώνυμη ακριβώς με την ύπαρξη των θεσμών αυτών, σε αντίθεση με άλλες πιο σύγχρονες προσεγγίσεις), που αρκετοί θεωρούν την κυβέρνηση σαν μια ηθική και πραγματική οντότητα, με ιδιότητες λογικής, δικαιοσύνης, ανεξάρτητα απ’ τους ανθρώπους που τη συγκροτούν.

Επαναστάτες- Eric Hobsbawm

b137738Ο E. J. Hobsbawm γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1917, από πατέρα βρετανό πολωνικής καταγωγής και μητέρα αυστριακή εβραϊκής καταγωγής, και σπούδασε στη Βιέννη, το Βερολίνο, το Λονδίνο και το Καίμπριτζ. Ήταν μέλος της Βρετανικής Ακαδημίας και της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών, επίτιμο μέλος του King’s College στο Καίμπριτζ και επίτιμος διδάκτωρ πολλών πανεπιστημίων σε αρκετές χώρες. Δίδαξε ως τη συνταξιοδότησή του στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου -ένα περιβάλλον/έμπνευση και κίνητρο για το ιστορικό του έργο, όπως ομολόγησε ο ίδιος- και κατόπιν στο New School for Social Research της Νέας Υόρκης. Εκτός από τα διάσημα βιβλία του «The Age of Revolution, 1789-1848» («Η εποχή των επαναστάσεων, 1789-1848», μτφρ. Μαριέτα Οικονομοπούλου, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.), «The Age of Capital, 1848-1875» («Η εποχή του κεφαλαίου, 1848-1875», μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.), «The Age of Empire, 1875-1914» («Η εποχή των αυτοκρατοριών, 1875-1914», μτφρ. Κωστούλα Σκλαβενίτη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.) και «Age of Extremes: The Short Twentieth Century 1914-1991» («Η εποχή των άκρων: ο σύντομος 20ος αιώνας 1914-1991», μτφρ. Βασίλης Καπετανγιάννης, εκδ. Θεμέλιο), έχει συγγράψει και τα βιβλία: «Primitive Rebels», «Labouring Man and Worlds of Labour», «Industry and Empire», «Nations and Nationalism Since 1780», «The Invention of Tradition» («Η επινόηση της παράδοσης», μτφρ. Θανάσης Αθανασίου, εκδ. Θεμέλιο), «The Jazz Scene» («Η σκηνή της τζαζ», μτφρ. Τάκης Τσήρος, εκδ. Εξάντας), «Uncommon People» («Ξεχωριστοί άνθρωποι», μτφρ. Παρασκευάς Ματάλας, εκδ. Θεμέλιο), «Bandits» («Ληστές») και «Globalisation, Democracy and Terrorism» («Παγκοσμιοποίηση, δημοκρατία και τρομοκρατία», μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, εκδ. Θεμέλιο), τα οποία έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, καθώς και την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφία του «Interesting Times: A Twentieth-century Life» («Συναρπαστικά χρόνια: μια ζωή στον 20ο αιώνα», μτφρ. Σταματίνα Μανδηλαρά, εκδ. Θεμέλιο). Έφυγε από τη ζωή, την 1η Οκτωβρίου 2012, στο Royal Free Hospital του Λονδίνου, σε ηλικία 95 ετών.

Το βιβλίο «Επαναστάτες» (εκδ. Θεμέλιο, 2008) αποτελείται από μια σειρά δοκιμίων με θέματα σχετικά μεταξύ τους. Το πρώτο μέρος πραγματεύεται την ιστορία του κομμουνισμού και των Κομμουνιστικών Κομμάτων, κυρίως κατά την περίοδο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Το δεύτερο μέρος πραγματεύεται τον αναρχισμό -ένα κίνημα για το οποίο έχει αναζωπυρωθεί τον τελευταίο καιρό το ενδιαφέρον-, και το τρίτο μέρος διάφορες πτυχές του διεθνούς διαλόγου γύρω από τον Μαρξ και το μαρξισμό, που διεξάγεται με ζωηρότητα από τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Αναλύει ζητήματα γύρω από την επανάσταση, τον ανταρτοπόλεμο, τη βία και κλείνει με την ενότητα «Διανοούμενοι και ταξική πάλη».

Ελπίδα στο σκοτάδι, η άγνωστη ιστορία της δύναμης των ανθρώπων – Solnit, Rebecca

H Rebecca Solnit συστήνεται ως αναρχική ακτιβίστρια και αδέκαρη συγγραφέας. Ζει σε ένα δωμάτιο με νοίκι στο Σαν Φρανσίσκο, δεν έχει εξαρτώμενα απ’ αυτήν πρόσωπα ούτε δουλειά με κανονικό ωράριο, προκειμένου να γράφει όποτε επιθυμεί. Δηλώνει άλλωστε πως το «να ζεις στο κατώτατο όριο αναγκών σού δίνει μια αίσθηση ελευθερίας». Την έχουν παρομοιάσει με τη Naomi Klein, παρόλο που η Solnit είναι σαφώς πιο ριζοσπαστική, καθώς και με τη Susan Sontag αν και είναι λιγότερο εστέτ. Ακτιβίστρια, δημοσιογράφος και ιστορικός του πολιτισμού, έχει γράψει επτά επιτυχημένα δοκιμιακά έργα, μεταξύ των οποίων το Motion Studies, Space and Eadweard Muybridge και το Wanderlust: A History of Walking. Της έχει απονεμηθεί η υποτροφία Guggenheim, το Εθνικό Βραβείο των Κριτικών Βιβλίου, το Λογοτεχνικό Βραβείο Lannan και το συγγραφικό έπαθλο των Los Angeles Times.

«Εδώ, σε αυτό το βιβλίο, θέλω να προτείνω ένα νέο όραμα για το πώς επέρχεται η αλλαγή, θέλω να απαριθμήσω λίγες από τις νίκες που παραβλέπονται ή έχουν λησμονηθεί, θέλω να προσδιορίσω τον ξέφρενα μεταβαλλόμενο κόσμο όπου ζούμε. Θέλω να διαλύσω τις παραλυτικές παραδοχές που εμποδίζουν πολλούς απο εμάς να γίνουν μια φωνή μέσα σε αυτό τον κόσμο. Επιθυμώ να κάνω μια νέα αρχή, με μια φαντασία ικανή να χωρέσει τις δυνατότητες, το απρόβλεπτο και τους κινδύνους αυτής της Γης, αυτή ακριβώς τη στιγμή».

Αναλύοντας πρόσφατες ιστορικές εξελίξεις -από το Tείχος του Βερολίνου μέχρι τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το γάμο των ομοφυλοφίλων- και σύγχρονα κινήματα –από την παγκόσμια διαδήλωση για τον πόλεμο στο Ιράκ έως την εξέγερση των Ζαπατίστας στο Μεξικό- η σκέψη της Rebecca Solnit για την αλλαγή στο 20ό αιώνα δημιουργεί ένα μανιφέστο αισιοδοξίας για τον 21ο.

Ρωμανός – Στα όρια της αγωνίας

romanos-video-708

«Τριγυρνάμε σκοντάφτοντας απ΄ την μια οφθαλμαπάτη στην άλλη, αποπροσανατολισμένα θύματα προφητών και τσαρλατάνων, που τα θαυματουργά γιατροσόφια τους για φτηνή ευτυχία δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να μας βουλώνουν τα αυτιά και τα μάτια: και πέφτουμε από την μια άβυσσο στην άλλη, περνώντας μες απ΄ τους καθρέφτες σαν μέσα από παγίδες» (Φ. Κάφκα)

Αυτές οι φράσεις αναγγέλλουν με αξιοσημείωτο τρόπο τη σύγχρονη τραγωδία που βιώνει η πολιτική ανθρωπότητα, μια ιλαρό τραγωδία όπως αυτή που περιγράφει ο Κάφκα στα έργα του, κυρίως στη Δίκη, όπου ο ήρωας Γιόζεφ Κ. προσπαθεί με όλη του την ύπαρξη να κατανοήσει τον λόγο για τον οποίο διώκεται από τους μηχανισμούς του Κράτους. Ο εχθρός είναι αόρατος, αλλά υπαρκτός, ζωντανός και αναπνέει, έχει γίνει η σιωπηλή σκιά που τον ακολουθεί σε κάθε του βήμα, καταδικάζοντας τον στην αιώνια αγωνία. Μπορεί το τέλος να μην είναι αίσιο, αλλά οι ήρωες, είτε το θέλουμε είτε όχι, γεννιούνται μέσα από τις τραγωδίες, μέσα από την σύγκρουση με υπέρτερες δυνάμεις. Το παράλογο ως αντίφαση είναι πάντα με το μέρος της αλήθειας και είναι λίγοι εκείνοι που είναι ικανοί να αντιληφθούν την ουσία του.

Η ιλαρό τραγωδία συνεχίζει να παίζεται. Αυτή τη φορά όχι μέσα απ’ τις σελίδες ενός λογοτεχνικού βιβλίου, αλλά στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου εδώ και είκοσι μέρες ο αναρχικός κοινωνικός αγωνιστής Ν. Ρωμανός κάνει απεργία πείνας, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια του την ζωή για να φέρει στο φως ακριβώς αυτό το Παράλογο της κρατικής εξουσίας, μιας εξουσίας που στηρίζεται όχι στην δύναμη της, αλλά στην ηλιθιότητα αυτών που την κρατάνε ζωντανή.

Ξεχνάμε όμως ποιός είναι ο Ν. Ρωμανός. Ο Νίκος δεν είναι κάποιο τυχαίο παιδί, είναι η αρχή και το τέλος μιας κοινωνικής εξέγερσης, αυτής του Δεκεμβρίου του 2008, όπου η αδικημένη νεολαία βγήκε στους δρόμους, τρομάζοντας τους πάντες, για να φωνάξει ότι υπάρχουν ακόμα ιδανικά άξια να αγωνιστεί κανείς, μέσα στη σαπίλα μιας κοινωνίας που συνεχώς καταρρέει. Είναι το 15χρονο παιδί που εκείνον τον παγωμένο Δεκέμβρη, έχασε τον καλύτερο του φίλο, ξεψυχώντας στην αγκαλιά του, από σφαίρες μπάτσου. Είναι εκείνος που βίωσε στο πετσί του (και όχι μέσα από μια αφηρημένη νουβέλα), την άβυσσο του θανάτου, την κρατική βία, την αδιαφορία, τη υπαρξιακή εγκατάλειψη, τον σαδισμό, ολόκληρο τον κοινωνικό κυνισμό. Τον κατηγορούν για αναρχικό μηδενιστή, αλλά ξεχνούν ότι Μηδενιστής δεν είναι εκείνος που δεν πιστεύει σε τίποτα, αλλά εκείνος που δεν πιστεύει σε αυτό που υπάρχει.

Ο Νίκος δεν είναι ένας απλός αντιεξουσιαστής, είναι σύμβολο αγώνα. Η ιστορία των κοινωνικών αγώνων θα τον κατατάξει στους τραγικούς εκείνους αγωνιστές που εξέθεσαν ένα ολόκληρο σύστημα καταστολής, αλλά και σε εκείνους τους λίγους που έσπειραν για ακόμα μια φορά τα σπέρματα της Eλευθερίας. Ο Νίκος με τον αγώνα που διεξάγει σχεδόν μόνος του, δεν ξεφτιλίζει απλά το σύστημα. Αυτό συνεχίζει να κάνει τη δουλειά του, εγγενώς ξεφτιλισμένο. Η ουσία του αγώνα του στην πραγματικότητα ξεβρακώνει μια ολόκληρη κοινωνία, καταρρακώνει τους ίδιους της τους θεσμούς, αποκαλύπτει τη συμπεριφορά της απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό. Η απεργία πείνας, χορεύοντας τανγκό με το θάνατο, ξεσκεπάζει ένα ολόκληρο σώμα ψευτο-πολιτών που ακόμα οδύρεται για τους καταναλωτικούς παραδείσους που έχασε, που ακόμα θεωρεί τον πλούτο ως την υλική απόδειξη της ανασφάλειας του, που μέσα στην πνευματική του φτώχεια ψάχνει για ταυτότητα και μεγαλείο στους τάφους της Αμφίπολης και στον σφαγέα Μ. Αλέξανδρο, που παραμένει πειθήνιο και υπάκουο στις καθημερινές μπούρδες των ΜΜΕ, αφήνοντας να του καθορίζουν τη ζωή, που η πολιτική του εθελοδουλία έχει πλέον ξεφύγει από τα πλαίσια κάθε λογικής, επιστημονικής και ψυχαναλυτικής ερμηνείας ή εξήγησης, που πνίγεται βαθύτερα μέσα στην εργασιακή αλλοτρίωση για μπορέσει να ξεπεράσει τον γείτονα του σε υλικά αγαθά, που αισθάνεται τυχερός για το πεπρωμένο του, ο ηλίθιος ο Σίσυφος, όταν ακούει ότι μετανάστες πνίγονται στη Μεσόγειο, που στοιβάζεται γύρω από κόμματα και σέχτες γιατί συνεχίζει να θεωρεί την Ελευθερία μικροαστική εμμονή.

Ο Νίκος με την πράξη του αυτή περικλείει όλη την σύγχρονη τραγικότητα, στέκεται όρθιος μέσα σε μια κοινωνία συνολικής παρακμής, θυμίζει τον ομηρικό Αχιλλέα που προτιμάει να πεθάνει νέος παρά να ζήσει ήρεμα δίπλα στην μητέρα του ακολουθώντας μια πετυχημένη καριέρα, θυμίζει όμως και τον Προμηθέα του Αισχύλου που τα βάζει με τους θεούς για να δώσει στους ανθρώπους το εργαλείο του πολιτισμού…την ΦΩΤΙΑ !!!

Αυτά τα ολίγα τα αφιερώνω στον αγωνιστή Ν. Ρωμανό

«Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που αρνείται να είναι αυτό που είναι.» (Α. Καμύ)