Menu

EAGAINST.com

Έκτακτη ενημέρωση από κατάληψη Acta et Verba / Ιωάννινα

DSC_3057

ΔΕ ΤΟ ΚΟΥΝΑΜΕ Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ – Η ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΥ 5 ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ

Στις 7 του Μάρτη καταλάβαμε την εγκαταλελειμμένη μονοκατοικία στην οδό Κουρεμένου 5, στα Γιάννενα, ώστε να στεγαστούμε, κόντρα στους εκβιασμούς των ενοικίων και των τραπεζιτών, αλλά και να συμβάλλουμε στη διάχυση των πρακτικών της αυτοοργάνωσης, της αλληλεγγύης, στις γειτονιές της πόλης.

Κατά τη διάρκεια των δύο αυτών εβδομάδων, χάρις στη συλλογική δουλειά πολλών ανθρώπων, αλλά και με τη θερμή στήριξη της γειτονισσών/γειτόνων μας, η ερειπωμένη μονοκατοικία άρχισε να παίρνει τη μορφή ενός ζωντανού σπιτιού, ανοιχτό σε όλους/ες. Χαρακτηριστικότερη όλων η φράση ενός ηλικιωμένου γείτονα που μας επισκέφτηκε, λέγοντας πως «με την παρουσία σας εδώ άνθισε η γειτονιά μας» .

Δεν είμαστε ούτε οι τράπεζες, ούτε η εφορία, ώστε να βγάζουμε ανθρώπους απ’ τα σπίτια τους. Μόνο μας ενδιαφέρον είναι η χρήση ενός σπιτιού (και σε καμία περίπτωση η χρησικτησία) που έστεκε παρατημένο απ’ τους ιδιοκτήτες του (που βρίσκονται στην Αμερική) εδώ και 15, τουλάχιστον, χρόνια, αποτελώντας, μεταξύ άλλων, παράγοντα κινδύνου για τα παιδιά που παίζουν στο στενό σοκάκι της γειτονιάς.

Παρά, λοιπόν, την πολύχρονη αδιαφορία για τους μισογκρεμισμένους τοίχους, για τους σοβάδες που έπεφταν στο δρόμο, για το σκοτάδι που έπνιγε στο σημείο αυτό τη γειτονιά, με τη συλλογική κίνηση της κατάληψης, χρήσης και ανοικοδόμησης του σπιτιού, ξαφνικά….κάποιος ενδιαφέρθηκε γι΄αυτό. Την Πέμπτη, 19 Μαρτίου, λοιπόν, μάς επισκέφτηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Χρήστος Κακοσίμος, ο οποίος μάς ενημέρωσε πως έχει ήδη έρθει σ’ επαφή με τις αστυνομικές δυνάμεις, απείλησε με επέμβαση των ΜΑΤ και σύλληψη μας, δίνοντας μάλιστα διορία μίας ημέρας να εγκαταλείψουμε το σπίτι, που ουσιαστικά ξαναχτίσαμε. Προέταξε την απειλή του νόμου και την τιμωρία του αστυνομικού κλομπ, υπερασπίζοντας την παρηκμασμένη λογική που ορίζει πως είναι προτιμότερο ένα σπίτι να καταστρέφεται απ’ τις βαθιές χαρακιές της χρόνιας εγκατάλειψης, παρά να χρησιμοποιείται από ανθρώπους. Το βασικό του επιχείρημα είναι πως κάνει τη δουλειά του, κάποιες δουλειές όμως, όπως το να κινείς τις διαδικασίες ώστε να πεταχτούν άνθρωποι στο δρόμο, δε μπορεί να είναι τίποτε περισσότερο από ντροπή. Προφανώς, το παραδάκι της μίζας είναι ένα ισχυρό κίνητρο.

Κανένα απ’ αυτά τα γεγονότα δε μας εκπλήσσει, καθώς η αγοραπωλησία των αγαθών, και η επιδίωξη του κέρδους συνεχίζει να τίθεται υπεράνω της κάλυψης όλων των αναγκών, όλων των ανθρώπων, την ώρα που η υποτιθέμενη αριστερή κυβέρνηση περνάει νομοσχέδια για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Εμείς δηλώνουμε, ανοιχτά και δημόσια, πως κανένα σπίτι δεν στέκεται χωρίς ανθρώπους και κανένας άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει χωρίς στέγη. Υπερασπιζόμαστε την πολιτική επιλογή της κατάληψης των άδειων σπιτιών, με κάθε κόστος, χωρίς ίχνος φόβου ή δισταγμού, και είμαστε έτοιμοι/ες να προτάξουμε, καθημερινά και παντού, τη δική μας ηθική, απέναντι στα συμφέροντα κάθε λογής κερδοσκόπου, είτε αυτός είναι ιδιώτης, είτε ο κρατικός μηχανισμός.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 20/03, ΣΤΙΣ 11:00 πμ, ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

κατάληψη Acta et Verba / Κουρεμένου 5

νεο

Ανακατάληψη της Αντιβίωσης – Είμαστε εδώ

 

20150118_afisaantiviosi

Από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν τη γη για προσωπικό όφελος και κέρδος και όχι για τη συλλογική κάλυψη αναγκών, παίρνει μορφή η έννοια της ιδιοκτησίας, η οποία στη συνέχεια, εκτός από τη γη επεκτείνεται σε αγαθά, κτίρια, μέσα παραγωγής, ζώα, ακόμα και ανθρώπους. Οριοθετείται με νοητά ή υπαρκτά σύνορα και υπερασπίζεται με κάθε μορφή βίας απ’αυτούς που την κατέχουν. Μέσω της ιδιοκτησίας γίνεται εφικτή η συσσώρευση πλούτου και εξουσίας, γίνεται εφικτή μια κοινωνία βασισμένη σε ανισότητες και χωρισμένη σε τάξεις, αυτές των δυνατών και των αδύναμων, των καταπιεστών και των καταπιεσμένων, των προνομιούχων και των μη προνομιούχων. Καθ’αυτό τον τρόπο, η έννοια της ιδιοκτησίας είναι η θεμέλια δομή του καπιταλιστικού συστήματος.

Το κράτος για να προστατέψει αυτή τη συσσώρευση πλούτου και εξουσίας λειτουργεί με διάφορους μηχανισμούς αφόπλισης της σκέψης και της δράσης της κοινωνίας. Μέσω, κυρίως, της εκπαίδευσης, της θρησκείας, του στρατού και της συνεχής προπαγάνδας από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης προσπαθεί να δημιουργήσει πειθαρχημένα και υπάκουα άτομα, που δεν θα παρεκκλίνουν από τα εθνικιστικά, μιλιταριστικά, ρατσιστικά, θρησκευτικά, έμφυλα και σεξιστικά ιδεώδη, με απώτερο σκοπό να ανταποκρίνονται στις κυρίαρχες προσδοκίες, να δρούν ατομικιστικά, να είναι παραγωγικά και να μη σηκώνουν κεφάλι στο αφεντικό, να μην αμφισβητούν αυτό το σύστημα ιεράρχησης των ανθρωπίνων ζωών. Για όποιον δεν συμβιβάζεται με αυτό το μοντέλο ζωής και αντιδρά, για όποιον δε θέλει να είναι ούτε καταπιεστής αλλά ούτε καταπιεσμένος και αγωνίζεται ενάντια σ’αυτή τη καπιταλιστική μορφή της κοινωνίας, υπάρχει ο πιο εκδικητικός μηχανισμός του κράτους, οι μπάτσοι και οι δικαστές, οι φυλακές, ‘κανονικές’ ή υψίστης ασφαλείας.

Εμείς αντιλαμβανόμενοι/ες τους εαυτούς/ές μας ως αγωνιζόμενα κομμάτια της κοινωνίας ενάντια σε όλα αυτά, δεν μπορούμε παρά να αμφισβητούμε έμπρακτα την έννοια της ιδιοκτησίας. Γι’αυτό, επιλέξαμε να κάνουμε κατάληψη, μέσα στην οποία θα μπορούμε καθημερινά να στεγάσουμε τις ανάγκες και επιθυμίες μας, αντιτιθέμενοι/ες στην καπιταλιστική συνθήκη, ανάγκες όπως αυτή της στέγασης τόσο ατόμων όσο και συλλογικοτήτων ή ομάδων που θα εκφράζουν λόγο, θα πραγματοποιούν εκδηλώσεις και δράσεις εχθρικές προς την υπάρχουσα δομή της κοινωνίας και του κράτους. Επιτακτική, για μας, είναι και η ανάγκη ύπαρξης ενός χώρου συνεύρεσης όσων πλήττονται και ταυτόχρονα αγωνίζονται ενάντια στο σύστημα και σε κάθε μορφή εκμετάλλευσης και εξουσίας. Έτσι, δεν θέλουμε αυτή η κατάληψη να χρησιμοποιηθεί ως μια επίπλαστη νησίδα ελευθερίας και για εσωτερική κατανάλωση των ανθρώπων που θα υπάρχουν μέσα σ’αυτή, αλλά ως ένα κέντρο αγώνα που θα έχει καθημερινή αλληλεπίδραση με τη γειτονιά και την τοπική κοινωνία, με στόχο την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση.

Μέσα απ’αυτή τη κατάληψη, προτάσσουμε την συλλογική και συντροφική διαβίωση μακριά από τα διαμερίσματα – κλουβιά που μας απομακρύνουν, την αλληλεγγύη μεταξύ των καταπιεσμένων έναντι του ατομικισμού και την αυτοοργάνωση των διαδικασιών και των αγώνων μας, χωρίς ιεραρχίες, ανάθεση και διαμεσολαβητές –κάθε είδους. Θέλουμε να αντιπαρατεθούμε στις εμπορευματικές σχέσεις και τη λογική του κέρδους που αλλοτριώνουν την καθημερινότητά μας. Δεν θέλουμε η ανθρώπινη ύπαρξη να ζυγιάζεται σύμφωνα με την καταγωγή, το φύλο, την εμφάνιση, την σεξουαλικότητα, τη μόρφωση ή τις ικανότητες, γι’αυτό και οποιαδήποτε ρατσιστική, ηγετική, έμφυλη, σεξιστική συμπεριφορά δεν χωρά σε αυτή την κατάληψη.

Σε μια προσπάθεια επανοικειοποίησης του χαμένου χώρου και χρόνου, που σύντροφοι και συντρόφισσες αγωνίστηκαν για να κερδίσουν, επιλέξαμε να κάνουμε ανακατάληψη του κτιρίου του παλιού νοσοκομείου «Χατζηκώστα» όπου για πέντε περίπου χρόνια υπήρχε η κατάληψη Αντιβίωση μέχρι και τις 29 Αυγούστου 2013 που εκκενώθηκε μέσα σε ένα κλίμα καταστολής των καταλήψεων πανελλαδικά, στοχοποιώντας τες ως εστίες ανομίας. Αν και οι εκκενώσεις κατάφεραν να αφήσουν πίσω τους ερειπωμένα κτίρια, δεν κατάφεραν να εκκενώσουν το νόημα των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύχθηκαν μέσα σ’αυτά και αποτελούν την αφετηρία για νέα εγχειρήματα. Δε μας απασχολούν οι διάφορες εξαγγελίες περί αξιοποίησης των κτιρίων του παλιού νοσοκομείου «Χατζηκώστα» ως πρότυπο κέντρο υγείας, νηπιαγωγεία ή γραφεία αποκεντρωμένης διοίκησης, ούτε τα πολιτικά παιχνίδια εντυπωσιασμού που στήνει, είτε αυτά εκφράζονται με δεξιό είτε με αριστερό λόγο. Ιδιαίτερα, σήμερα και σ’αυτή τη συγκυρία, δε μας ενδιαφέρει ποιος έχει στα χέρια του την εξουσία. Εμείς, απέναντι μας έχουμε το κράτος, τους καπιταλιστές και τους υπηρέτες τους και συνεχίζουμε να παλεύουμε εναντίον τους.

Η ΑΝΤΙΒΙΩΣΗ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ!
μπελογιάννη & παπανδρέου γωνία

Οι άλλες ιστορίες

Zapatistas

Του Σίμου Ανδρονίδη

«Ήταν η νύχτα του καϊμάν, νύχτα καθάρια πνιγμένη στα ρύγχη που πρόβαλαν μες απ’ τη λάσπη, κι απ’ τα υπναλέα τενάγη ένας μουντός θόρυβος από πανοπλίες γυρνούσε στη χθόνια καταγωγή». (Pablo Neruda, ‘Mερικά Ζωντανά’).

Οι εκδόσεις των συναδέλφων εξέδωσαν το 2014 το βιβλίο ‘Οι άλλες ιστορίες’ του υποδιοικητή Μάρκος, μίας εμβληματικής μορφή του κινήματος των Ζαπατίστας. Οι μικρές ιστορίες που περιέχονται σε αυτό το μικρό βιβλίο συμπυκνώνουν την στάση ζωής, την κουλτούρα και την σοφία των ιθαγενών της επαρχίας Τσιάπας του Μεξικού. Και αυτήν ακριβώς την σοφία κατέγραψε στις μικρές «αυτόνομες» ιστορίες του ο υποδιοικητής Μάρκος, ανασύροντας στην επιφάνεια όλο τον πνευματικό «πλούτο» των ιθαγενών. Θα λέγαμε πως η ώσμωση, η σύμφυση μεταξύ ιθαγενών και Ζαπατίστας αποκρυσταλλώνεται και στο κατεξοχήν λογοτεχνικό πεδίο, το οποίο δεν καταγράφει απλώς και μόνο ιστορίες, αλλά «εμπλουτίζει» την ζωή. Οι ‘άλλες ιστορίες’ του υποδιοικητή Μάρκος συγκροτούν την πράξη του διαρκούς στοχασμού πάνω στη ζωή και στη φύση, στο πολιτικό και στην ενεργή αντίσταση. Δεν εκμαιεύει την συγκίνηση των αναγνωστών, αντιθέτως, θα λέγαμε πως συμβάλλει στην ενεργοποίηση των αντανακλαστικών του ανθρώπου ως κατεξοχήν κοινωνικού και πολιτικού «ζώου». Με αυτόν τον τρόπο, οι ιστορίες του Μάρκος «επικοινωνούν» οργανικά με τις ευρύτερες συνηχήσεις της ρήσης του Αριστοτέλη.

Οι αφηγήσεις του Μάρκος κινούνται στον αντίποδα των «πλούσιων» λογοτεχνικών εικόνων και αφηγήσεων καθότι δεν προβάλλουν μόνο την λιτότητα εικόνων, αλλά κύρια την λιτότητα που εγγράφεται σε εκείνα τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά που συγκροτούν την ανθρώπινη ζωή και πράξη, όπως ένα δένδρο που «φιλτράρει» και «διαμεσολαβεί» το φως.

Για τον σπουδαίο Σταγειρίτη φιλόσοφο, ο άνθρωπος είναι και λειτουργεί ως πολιτικό «ζώον», ως ζώον που δύναται να αντιληφθεί το όλον που τον περιβάλλει. Ο άνθρωπος, προικισμένος με τις λειτουργίες της σκέψης και της νόησης αίρει την κατάσταση του «άγριου θηρίου», στοχάζεται πολιτικά, συγκροτεί εκείνες τις πρωτόλειες συλλογικότητες που τείνουν να οδηγήσουν στη δόμηση οργανωμένων κοινωνιών. Έτσι, και οι ιστορίες του υποδιοικητή Μάρκος,1 μας υπενθυμίζουν το εύρος που έχει αποκτήσει η ρήση του Σταγειρίτη φιλόσοφου, ενώ, την ίδια στιγμή, καταδεικνύουν ότι το πολιτικό «ζώον» παραμένει διαρκές ζητούμενο για όλους όσοι δρουν και εναντιώνονται στην υπάρχουσα κοινωνικοπολιτική θέσμιση.

«Και όλα τα κοιτάγματα έμαθαν οι πρώτοι άντρες και οι γυναίκες. Και το πιο σημαντικό που έμαθαν είναι το κοίταγμα που κοιτά το ίδιο το κοίταγμα και το μαθαίνει και το γνωρίζει, το κοίταγμα που κοιτά το ίδιο κοιτάζοντας και κοιτάζοντας τον εαυτό του, που κοιτάζει δρόμους και κοιτάζει αύριο που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, δρόμους που είναι ακόμη να περπατηθούν και ξημερώματα που είναι να γεννηθούν».2 Το «κοίταγμα» παραμένει διαρκές και μεταβαλλόμενο, στοχαστικό και «ενεργητικό». Αυτό το στοχαστικό «κοίταγμα», μαζί με τις λέξεις που προφέρονται και αποτυπώνονται στο χαρτί αποτελούν τα «όπλα» των δραστήριων και σκεπτόμενων ανθρώπων. Το «κοίταγμα» πηγαίνει πέρα από τον ορίζοντα, κοιτάζει «βαθιά» τον «εαυτό» του, «προχωρά» όταν η δράση σταματά. Και αυτά τα «πρώτα κοιτάγματα που έμαθαν οι πρώτοι άντρες και οι γυναίκες», αποτελούν την πρώτη ύλη που «τρέφει» με στοχασμό και με αμφιβολία τον κόσμο.

Ο Μάρκος και οι ιθαγενείς, ο Μάρκος και οι Ζαπατίστας μας προσκαλούν στο ταξίδι των κοιταγμάτων, ένα ταξίδι γνώσης και αμφιβολίας, δράσης και σιωπής. Όταν οι λέξεις «σωπαίνουν», το κοίταγμα «κοιτάζει αύριο που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, δρόμους που είναι ακόμη να περπατηθούν και ξημερώματα που είναι να γεννηθούν». Ο γερό-Αντόνιο της ‘ιστορίας των κοιταγμάτων’ είναι η αρχετυπική μορφή της εξονυχιστικής παρατήρησης του κόσμου, που άλλοτε προσλαμβάνει την μορφή του κοιτάγματος και άλλοτε των λέξεων. Γιατί «Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο, Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος, ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…»[3]

O αιώνιος διαβάτης κοιτάζει, παρατηρεί, αφουγκράζεται την σιωπή της μιας στιγμής, συγκροτεί το όλον. Ο Μάρκος μιλά ως «άλλος», ως ένα «αντηχείο» που φέρει τις λέξεις των ιθαγενών, εκείνες τις λέξεις που ιεραρχούν την πολλαπλότητα του κόσμου, ενός κόσμου που ανήκει σε όλους τους ζώντες οργανισμούς. Το κοίταγμα και οι χιλιοειπωμένες λέξεις βρίσκουν το κρυμμένο νόημα της ζωής του ανθρώπου. Και ένα απλό κοίταγμα, ως το δώρο που έδωσαν «οι πιο πρώτοι θεοί» στον άνθρωπο βλέπει μέχρι τα «αγέννητα» ξημερώματα και τα υπέροχα και μεγάλα σύννεφα. Αυτός είναι ο πλούτος των ιθαγενών: η λιτότητας της εικόνας και το νόημα της μεγάλης λέξης, της λέξης που περνά μέσα από δύσβατους και «αδιάβατους» δρόμους.

Οι ‘άλλες ιστορίες’ του Μάρκος, παράγουν πλούσιες λέξεις, εικόνες και ιστορίες, ‘άλλες ιστορίες’. Δεν ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, αντιθέτως συνιστούν την «ρέουσα», «παρούσα» και ενεργή αφήγηση μίας κοινότητας ανθρώπων που, με τις δικές τους λέξεις εγγράφουν την λιτότητα και τον στοχασμό στις προϋποθέσεις συγκρότησης του αξιοβίωτου βίου. Το «φίλτρο» της προφορικής παράδοσης φτάνει έως εμάς, «νοτισμένο» με τις παραδόσεις της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής. «Ο γερο-Αντόνιο σηκώνεται αργά, παίρνει το δέρμα, το εξετάζει προσεκτικά. Μετά το τυλίγει και μου το παραδίδει. «Παρ’ το», μου λέει. «Σ’ το χαρίζω, για να μην ξεχάσεις ποτέ ότι το λιοντάρι και το φόβο τα σκοτώνεις αν ξέρεις που να κοιτάξεις…» Ο γερο-Αντόνιο γυρνά και μπαίνει στην καλύβα του. Στη γλώσσα του γερο-Αντόνιο αυτό σημαίνει: «Τελείωσα πια. Αντίο». Εγώ έβαλα σε μια πλαστική σακούλα το δέρμα του λιονταριού κι έφυγα…»[4]

Ο φόβος και το λιοντάρι «σκοτώνονται» από το κοίταγμα και τις λέξεις. ‘Οι άλλες ιστορίες’ ανασύρουν στην επιφάνεια τον άλλο άνθρωπο, το πολιτικό «ζώον» που ιδιαίτερα σήμερα, παραμένει το ζητούμενο. Λίγες ημέρες πριν την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών το μικρό βιβλίο του υποδιοικητή Μάρκος προσφέρει μία ιδανική ευκαιρία για έναν καίριο στοχασμό πάνω στο τι σημαίνει πολιτική και πολιτικό «ζώον». Αυτές οι πολλαπλές και «αντιλογοτεχνικές» αφηγήσεις, περιέχουν πολλαπλά επίπεδα, αποδομούν βεβαιότητες, «τινάζουν» σκέψεις, αφυπνίζουν συνειδήσεις, παρουσιάζουν τον «άλλο» άνθρωπο μιας άλλης αριστεράς βαθιά γειωμένης και συνδεδεμένης με τις προφορικές-πολιτισμικές παραδόσεις.

Η «ζώσα» λογοτεχνία συναντά ένα «αντιλογοτεχνικό» παράδειγμα που την «εμπλουτίζει» με τα οργανικά στοιχεία των «άλλων» ιδεών. ‘Οι άλλες ιστορίες’ συγκροτούν τον συλλογικό διανοούμενο που ενυπάρχει στο πνεύμα και στις πρακτικές ενός μαχόμενου πλήθους, ενός πλήθους που συγκροτείται μέσω της σύνδεσης «ατομικοτήτων». Σήμερα, το πολιτικό «ζώον» του Αριστοτέλη, το πολιτικό «ζώον» των Ζαπατίστας, το «ζώον» που σκέπτεται ολικά και δρα μαχητικά, είναι περισσότερο επίκαιρο από ποτέ.

Η πολιτική, η αριστερή πολιτική, χρειάζεται τις ρέουσες αφηγήσεις. Ας «κρύψουμε» τις δικές μας λέξεις και ας αφουγκραστούμε μαζί τους. «Κατέβασε το ποτήρι, την κοίταξε βαθιά στα μάτια και σαν συνέχεια των όσων είχε αναπολήσει της είπε: «Γυναίκα, τι λες; Να κρύψουμε τα βιβλία μας σε εκείνο το χωράφι που έχεις στο χωριό για παν ενδεχόμενο;»[5] Κι αυτά τα «κρυμμένα» βιβλία θα αποκαλύψουν την ζωή και την «κρισιακή» πολιτική πράξη.

[1] Ο Μάρκος έφερε τον τίτλο του υποδιοικητή (Subcomandante στα Ισπανικά), θεωρώντας πως τον τίτλο του διοικητή τον φέρει αυτοδικαίως ο λαός. Στην αντίληψη των Ζαπατίστας η ιεραρχία συγκροτείται και διαρθρώνεται από τα «κάτω» προς τα «άνω», καθότι οι πολλαπλές μορφές αυτοοργάνωσης και συγκρότησης του όλου καταλήγουν στην «θέσμιση» του «διοικητή» λαού. Ουσιαστικά, επρόκειτο για μία μορφή άμεσης και δικτυακής αντιιεραρχίας. Οι στρατιωτικοί τίτλοι που φέρουν τα διάφορα πρόσωπα παραπέμπουν σε δρώντα υποκείμενα που υπηρετούν τον διαρκώς επιδιωκόμενο στόχο της θέσμισης του «διοικητή» λαού. Στο πολλαπλό εξεγερσιακό γίγνεσθαι των Ζαπατίστας, το σημαίνον παραμένει η διαρκής απεύθυνση στις δυνατότητες δράσης του « πραγματικού διοικητή». Ο τίτλος φέρει «εντός» του, περιέχει τις μονάδες εκείνες που συγκροτούν το πλήθος των μαχόμενων ανθρώπων.

[2] Βλ. σχετικά, Υποδιοικητής Μάρκος, ‘Η ιστορία των κοιταγμάτων’, Οι άλλες ιστορίες΄, Μετάφραση: Καρατζάς Γιώργος, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα, 2014, σελ. 32.

[3] Βλ. σχετικά, Ματσάδο Αντόνιο, ‘Cantares’, 13/10/2012, www.poiein.gr

[4] Βλ. σχετικά, Υποδιοικητής Μάρκος, ‘Το λιοντάρι σκοτώνει κοιτάζοντας΄…ό.π, σελ. 36.

[5] Βλ. σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Το πραξικόπημα’. ‘Σχεδία Μνήμης’, Εκδόσεις Mars Poetica, Βέροια, 2014, σελ. 26.

Κορνήλιος Καστοριάδης: Οι διανοούμενοι και η ιστορία

Μέσω: After History
Το παρακάτω κείμενο βρίσκεται στο βιβλίο «Ο θρυμματισμένος κόσμος» που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Ύψιλον

‘Ιστορία. Μ’ αυτή τη λέξη δεν εννοώ μόνο την ιστορία πού έχει γίνει, αλλά και την ιστορία πού γίνεται, όπως και την ιστορία πού απομένει να γίνει.

Αυτή ή ιστορία είναι, ουσιαστικά, δημιουργία —δημιουργία και καταστροφή. Δημιουργία σημαίνει κάτι το εντελώς άλλο από την αντικειμενική απροσδιοριστία ή την υποκειμενική αδυναμία πρό­βλεψης των γεγονότων και της εξέλιξης της ιστορίας. Θα ήταν γε­λοίο αν λέγαμε ότι ή εμφάνιση της τραγωδίας ήταν απρόβλεπτη, και ανόητο αν βλέπαμε τα Κατά Ματθαίον Πάθη ως μια συνέπεια της απροσδιοριστίας της ιστορίας. Ή ιστορία είναι ό χώρος όπου το ανθρώπινο όν δημιουργεί οντολογικές μορφές — οι δε ιστορία και κοινωνία είναι οι πρώτες από αυτές τις μορφές. Δημιουργία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην (και ούτε συνήθως) «καλή» δημιουργία ή δημιουργία «θετικών αξιών». Το Άουσβιτς και το Γκουλάγκ εί­ναι δημιουργίες, το ίδιο όπως και ο Παρθενώνας ή τα Principia Mathematica. ‘Ωστόσο, μεταξύ των δημιουργιών της ιστορίας μας, της ελληνοδυτικής ιστορίας, υπάρχει μία πού εμείς την αποτιμούμε θετικά και την υιοθετούμε. Είναι η θέση σε αμφισβήτηση, η κριτι­κή, ή απαίτηση τού λόγον διδόναι, προϋπόθεση συγχρόνως και της φιλοσοφίας και της πολιτικής. Πρόκειται για μια θεμελιώδη αν­θρώπινη τοποθέτηση — ουδόλως καθολική στην αφετηρία της — , ή όποια προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει καμιά εξωανθρώπινη δικαιοδοσία, υπεύθυνη εν τελευταία αναλύσει για ό,τι συμβαίνει στην ιστορία, ότι δεν υπάρχει αληθινή αιτία της ιστορίας ή (μη ανθρώπινος) δημιουργός της ιστορίας με άλλα λόγια, ότι ή ιστορία δεν έγινε από τον Θεό, από τη φύση ή από οποιουσδήποτε «νόμους». ’Ακριβώς γιατί δεν πίστευαν σε τέτοιους εξωιστορικούς καθορι­σμούς (πέραν του εσχάτου ορίου της Ανάγκης), κατόρθωσαν οι Έλληνες να δημιουργήσουν τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία.

Επανυιοθετούμε, επαναβεβαιώνουμε, θέλουμε να επεκτείνουμε αυτήν τη δημιουργία. Βρισκόμαστε, και θέλουμε να βρισκόμαστε, μέσα σε μια παράδοση ριζικής κριτικής, γεγονός πού συνεπάγεται ότι βρισκόμαστε σε μια παράδοση ευθύνης (δεν μπορούμε να επιρρίψουμε το σφάλμα στον παντοδύναμο Θεό κλπ.) και σε μια παρά­δοση αυτοπεριορισμού (δεν μπορούμε να επικαλεστούμε καμία εξωϊστορική νόρμα ως γνώμονα του πράττει μας, το όποιο ωστόσο δεν μπορεί να στερείται γνώμονος). Κατά συνέπεια, έναντι αυτού πού υπάρχει ήδη, έναντι αυτού πού θα μπορεί ή θα πρέπει να γίνει, όπως και έναντι αυτού πού υπήρξε, τοποθετούμαστε ως δρώντες κριτικά. Μπορούμε να συμβάλλουμε έτσι, ώστε αυτό πού είναι να υπάρξει αλλιώς. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό πού υπήρξε, μπορούμε όμως να αλλάξουμε το βλέμμα επί τού υπάρξαντος —βλέμμα πού αποτελεί ουσιώδες συστατικό των παρουσών στάσεων (έστω και αν τις περισσότερες φορές αυτό συμβαίνει μη συνειδητά). Εν προκειμένω, δεν απονέμουμε, σε πρώτη προσέγγιση, κανένα φιλοσοφικό προνόμιο στην παρελθούσα και στην πα­ρούσα ιστορική πραγματικότητα. Παρελθόν και παρόν δεν είναι τίποτε άλλο από μάζες ακατέργαστων γεγονότων (ή εμπειρικών υλικών), εκτός και αν τα έχουμε εκ νέου κριτικά εγγυηθεί. Σε μία δεύτερη προσέγγιση, εφόσον βρισκόμαστε εντεύθεν τού παρελθόν­τος αυτού, και μπόρεσε συνεπώς αυτό να εισέρθει στις προϋποθέ­σεις αυτού πού στοχαζόμαστε και αυτού πού είμαστε, αυτό το πα­ρελθόν προσλαμβάνει ένα είδος υπερβασιακής σπουδαιότητος, γιατί ή γνώση του αλλά και ή κριτική πού του ασκούμε, αποτελεί τμήμα του αυτοστοχασμού μας. Και τούτο, όχι μόνον επειδή καθιστά φανερή τη σχετικότητα τού παρελθόντος μέσω της γνώσης άλ­λων εποχών, αλλά και επειδή αφήνει να διαφανεί ή σχετικότητα της συγκεκριμένης ιστορίας μέσω τού στοχασμού πού αφορά σε άλλες ιστορίες, ιστορίες πού ήσαν πράγματι δυνατές, χωρίς όμως να έχουν πραγματοποιηθεί.

Διανοούμενος. Ουδέποτε συμπάθησα (ούτε αποδέχτηκα για λο­γαριασμό μου) αυτόν τον όρο, και για λόγους αισθητικούς, εξαιτίας της άθλιας και αμυντικής υπεροψίας πού αυτός ο όρος προϋ­ποθέτει, άλλα και για λόγους λογικούς· ποιος δεν είναι διανοούμε­νος; Δίχως να υπεισέλθω σε προβλήματα θεμελιώδους βιοψυχολογίας, αν με τον όρο διανοούμενος εννοούμε εκείνον πού εργάζεται σχεδόν αποκλειστικά με το μυαλό του και σχεδόν καθόλου με τα χέρια του, τότε αφήνουμε απέξω ανθρώπους, τούς όποιους θα θέ­λαμε προφανώς να συμπεριλάβουμε (γλύπτες και άλλες κατηγορίες καλλιτεχνών) και συμπεριλαμβάνουμε ανθρώπους, στους όποιους ασφαλώς δεν αποβλέπαμε (πληροφορικούς, τραπεζίτες, χρηματιστές κλπ.).

Δεν βλέπω γιατί ένας εξαίρετος αιγυπτιολόγος ή ένας μαθηματι­κός, πού αδιαφορούν για οτιδήποτε άλλο έξω από τον επιστημονι­κό τους κλάδο, θα μας ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ξεκινώντας απ’ αυτήν την παρατήρηση, θα πρότεινα να συμπεριλάβουμε, για τούς σκοπούς της παρούσας συζήτησης, όλους εκείνους πού, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, επιχειρούν να υπερβούν τη σφαίρα της ειδίκευσής τους και ενδιαφέρονται ενεργά για ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία. ’Αλλά αυτό είναι, και θα πρέπει να είναι, ό ορισμός τού δημοκρατικού πολίτη, οποιαδήποτε κι αν είναι ή απασχόλησή του. (Ας παρατηρήσουμε εδώ ότι ο ορισμός αυτός είναι το ακριβώς αντίθετο του ορισμού της δικαιοσύνης όπως τον έχει δώσει ο Πλά­των, να ασχολείται δηλαδή κανείς με τις υποθέσεις του και να μην ανακατεύεται με τα πάντα —πράγμα πού δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού ένας από τούς στόχους τού Πλάτωνος είναι να δεί­ξει ότι μία δημοκρατική κοινωνία δεν είναι δίκαιη).

Δεν θα προσπαθήσω εδώ να απαντήσω σ’ αυτό το πρόβλημα. Οι παρατηρήσεις μου θα έχουν να κάνουν με εκείνους πού δια του λόγου και της ρητής διατύπωσης γενικών ιδεών, επιχείρησαν ή επιχειρούν να ασκήσουν κάποιαν επιρροή στην εξέλιξη της κοινωνίας τους και στην πορεία της ιστορίας. Ο κατάλογός τους είναι τερά­στιος. Τα ερωτήματα πού θέτουν τα λεγόμενά τους και οι ενέργειές τους είναι απεριόριστα. Έτσι, θα περιοριστώ στη σύντομη συζήτηση τριών σημείων. Το πρώτο σημείο άφορα σε δύο διαφο­ρετικούς τύπους σχέσεως μεταξύ του στοχαστού και της πολιτικής κοινότητας, όπως παραδείγματος χάριν τις προβάλλει ή ριζική αντίθεση μεταξύ Σωκράτους, του φιλοσόφου εντός της πόλεως, και Πλάτωνος, τού φιλοσόφου πού θέλει να είναι υπεράνω της πόλεως. Το δεύτερο σημείο είναι σχετικό με την τάση πού κατέλαβε τούς φιλοσόφους, από κάποια συγκεκριμένη ιστορική φάση και μετά, να εκλογικεύσουν το πραγματικό, δηλαδή να το νομιμοποιήσουν. Στην εποχή της οποίας είδαμε το τέλος, γνωρίσαμε περιπτώσεις ιδιαιτέρως θλιβερές με τούς συνοδοιπόρους τού σταλινισμού, άλλα επίσης, με κάποιον «εμπειρικά» μεν διαφορετικό, άλλα φιλοσοφι­κά ισότιμο τρόπο, με τον Heidegger και τον ναζισμό. Θα καταλήξω μ’ ένα τρίτο σημείο: Με το ερώτημα πού θέτει ή σχέση της κριτικής και της θεώρησης του φιλοσόφου-πολίτη με το γεγονός ότι, σ’ ένα πρόταγμα αυτονομίας και δημοκρατίας, ή πηγή της δημιουργίας, ό κύριος θεματοφύλακας του θεσμίζοντος φαντασιακού, είναι ή με­γάλη πλειονότης των ανδρών και των γυναικών μιας κοινωνίας, και αυτοί πρέπει να γίνουν τα δρώντα υποκείμενα της ρητής πολιτικής.

Ο φιλόσοφος στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης αρχικής περιόδου, υπήρξε συγχρόνως και πολίτης. Γι’ αυτό ακριβώς εκλήθη αρκετές φορές να «νομοθετήσει», στην πόλη του ή σε κάποια άλλη πόλη. Ο Σόλων είναι το λαμπρότερο παράδειγμα. Αλλά και το 443 ακόμη, όταν οι Αθηναίοι δημιούργησαν στην ’Ιταλία μια πανελλήνια αποικία, τούς Θουρίους, από τον Πρωταγόρα ζή­τησαν να θέσει τούς νόμους. Ο τελευταίος αυτής της σειράς — ο τελευταίος μεγάλος εν πάση περιπτώσει— είναι ο Σωκράτης. Ο Σωκράτης είναι φιλόσοφος, άλλα είναι και πολίτης. Συζητεί με όλους τούς συμπολίτες του στην αγορά. Έχει οικογένεια και παιδιά. Συμμετέχει σε τρεις εκστρατείες. Αναλαμβάνει το ύπατο αξίωμα είναι Επιστάτης των πρυτάνεων (Πρόεδρος της Δημοκρατίας για μία μέρα) ίσως στην πιο τραγική στιγμή της ιστορίας της αθηναϊκής δημοκρατίας, την ήμερα της δίκης των στρατηγών πού νίκησαν στις Αργινούσες. Τότε πού, προεδρεύοντας στην Εκκλησία του Δήμου, αντιμετώπισε θαρ­ραλέα το έξαλλο πλήθος και αρνήθηκε να αρχίσει παράνομα τη διαδικασία κατά των στρατηγών. Όπως, λίγα χρόνια αργότερα, αρνήθηκε να υπακούσει στις διαταγές των Τριάκοντα και να συλλάβει παράνομα ένα πολίτη. Η δίκη και ή καταδίκη του είναι μια τραγωδία με την κυριολεκτική σημασία τού όρου, όπου θα ήταν ανόητο να ψάξουμε για αθώους και ένοχους. ‘Οπωσδήποτε, ο Δή­μος τού 399 δεν είναι πια ο Δήμος του 6ου και τού 5ου αιώνα, και, οπωσδήποτε, ή πόλις θα μπορούσε να εξακολουθήσει να αποδέχεται τον Σωκράτη, όπως το είχε κάνει επί δεκαετίες. Άλλα πρέπει επίσης να κατανοήσουμε ότι ή πρακτική του Σωκράτη παραβιάζει κυριολεκτικά τα όρια του ανεκτού σε μία δημοκρατία. Η δημοκρατία είναι το καθεστώς πού θεμελιώνεται ρητά στη δόξα, στη γνώμη, στην αντιπαράθεση των γνωμών, στη διαμόρφωση μιας κοι­νής γνώμης. Η αναίρεση των γνωμών του άλλου είναι κάτι παρα­πάνω από επιτρεπτή και νόμιμη, είναι ή ίδια ή ανάσα της δημόσιας ζωής. Άλλα ο Σωκράτης δεν περιορίζεται στο να δείξει ότι ή α ή β δόξα είναι λανθασμένη (και δεν προτείνει την δική του δόξα στη θέση κάποιας άλλης). Ο Σωκράτης δείχνει ότι όλες οι δόξες είναι λανθασμένες, ακόμη περισσότερο, ότι όσοι τις υπερασπίζονται δεν ξέρουν τι λένε. Όμως καμία κοινωνική ζωή και κανένα πολιτικό καθεστώς —και ή δημοκρατία λιγότερο από κάθε άλλο— δεν είναι δυνατά με βάση την υπόθεση ότι όλοι οι συμμετέχοντες ζουν σ’ ένα κόσμο ασυνάρτητων αντικατοπτρισμών, πράγμα πού ο Σωκράτης δείχνει διαρκώς. Βέβαια, ή πόλις θα μπορούσε να το ανεχτεί και αυτό ακόμη, το έκανε μάλιστα για μεγάλο διάστημα με τον Σωκρά­τη, όπως και με άλλους. Αλλά ο ίδιος ο Σωκράτης γνώριζε πολύ καλά ότι για την πρακτική του αυτή θα έπρεπε αργά ή γρήγορα να λογοδοτήσει. Δεν είχε ανάγκη να του προετοιμάσουν μιαν απολογία, λέει, γιατί πέρασε όλη του τη ζωή στοχαζόμενος την απολογία πού θα παρουσίαζε αν τού απευθύνετο κατηγορία. Και ό Σωκρά­της όχι μόνο αποδέχεται την απόφαση του δικαστηρίου πού αποτελείται από τούς συμπολίτες του, ό λόγος του στον Κρίτωνα, τον όποιο εκλαμβάνουμε τόσο συχνά ως ένα λόγο ηθικολογικό και ηθι­κοπλαστικό, αποτελεί μια εξαίρετη ανάπτυξη της θεμελιώδους Ελληνικής ιδέας της διαμόρφωσης του ατόμου από την πόλη του. Πό­λις άνδρα διδάσκει, έγραψε ο Σιμωνίδης. Ο Σωκράτης ξέρει ότι γεννήθηκε από την Αθήνα και ότι δεν θα μπορούσε να είχε γεννη­θεί πουθενά άλλου.

Είναι δύσκολο να σκεφθούμε ένα μαθητή πού πρόδωσε τόσο πο­λύ στην πράξη το πνεύμα του δασκάλου του, όσο ο Πλάτων. Ο Πλάτων αποσύρεται από την πόλη και ιδρύει στις πύλες της μια σχολή για επίλεκτους μαθητές. Δεν γνωρίζουμε καμία εκστρατεία στην όποια να έλαβε μέρος. Δεν γνωρίζουμε αν είχε οικογένεια. Στην πόλη πού τον έθρεψε και πού τον έκανε αυτό πού είναι δεν προσφέρει τίποτα από ό,τι κάθε πολίτης της οφείλει, ούτε στρατιω­τική θητεία, ούτε παιδιά, ούτε αποδοχή δημοσίων ευθυνών. Συκο­φαντεί την Αθήνα στον ύψιστο βαθμό. Χάρις στην τεράστια σκηνοθετική του ιδιοφυία, χάρις στη δεινότητά του ως ρήτορα, σοφι­στή και δημαγωγού, θα κατορθώσει να επιβάλει για τούς επερχόμενους αιώνες την ακόλουθη εικόνα: Οι πολιτικοί άνδρες των Αθηνών —Θεμιστοκλής, Περικλής— ήσαν δημαγωγοί, οι στοχα­στές της σοφιστές (με τη σημασία πού ό ίδιος επέβαλε), οι ποιητές της διαφθορείς της πόλεως, ο λαός της ένα χυδαίο κοπάδι αφημένο στα πάθη και τις ψευδαισθήσεις. Πλαστογραφεί ενσυνείδητα την ιστορία, είναι ό πρώτος επινοητής των σταλινικών μεθόδων σε αυτόν τον χώρο. ’Εάν γνωρίζαμε την ιστορία των Αθηνών μόνο από τον Πλάτωνα (Γ’ των Νόμων), θα αγνοούσαμε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, τη νίκη του Θεμιστοκλή και του ελεεινού αυτού δήμου των κωπηλατών. Θέλει να εγκαθιδρύσει μια πόλη εκτός χρόνου και ιστορίας, πού θα κυβερνάται όχι από τον λαό της, άλλα από τούς «φι­λοσόφους». Αλλά είναι επίσης —και αντίθετα προς όλη την προη­γούμενη ελληνική πείρα, όπου οι φιλόσοφοι είχαν δείξει μια φρόνη­ση πραγματική, μια σωφροσύνη στην πράξη — ο πρώτος πού εγκαινίασε αυτή τη βασική μωρία, ή όποια έκτοτε, και τόσο συχνά, θα χα­ρακτηρίζει τούς φιλοσόφους και τούς διανοουμένους απέναντι στην πολιτική πραγματικότητα. Φιλοδοξεί να γίνει σύμβουλος του πρίγκι­πα, στην πραγματικότητα του τυράννου —φιλοδοξία των φιλοσό­φων και των διανοουμένων, πού δεν έπαυσε έκτοτε— και αποτυγχάνει αξιοθρήνητα, αφού αυτός ο φίνος ψυχολόγος και ό θαυμάσιος πορτρετίστας εκλαμβάνει τούς βλάκες για φωστήρες και τον τύραν­νο Διονύσιο των Συρακουσών για δυνάμει βασιλέα-φιλόσοφο, το ίδιο όπως είκοσι τρεις αιώνες αργότερα ο Heidegger θα εκλάβει τον Χίτλερ και τον ναζισμό ως τις ενσαρκώσεις του πνεύματος του γερμανικού λαού και της ιστορικής αντίστασης εναντίον της βασιλείας της τεχνικής. Ο Πλάτων είναι εκείνος πού εγκαινιάζει την εποχή των φιλοσόφων πού αποσπώνται από την πόλη, αλλά ταυτοχρόνως, κάτοχοι της αλήθειας, θέλουν να της απαγορεύσουν νόμους παραγνωρίζοντας τελείως την θεσμίζουσα δημιουργικότητα του λαού, και οι οποίοι φιλόσοφοι, αδύναμοι πολιτικά, έχουν ως ύψιστη φιλοδοξία τους να γίνουν σύμβουλοι τού πρίγκιπα.

Δεν αρχίζει όμως με τον Πλάτωνα, και δικαιολογημένα, αυτή ή άλ­λη αξιοθρήνητη πλευρά της δραστηριότητας των διανοουμένων απέναντι στην ιστορία, δηλαδή ή εκλογίκευση του πραγματικού, με άλλα λόγια ή νομιμοποίηση των υπαρχουσών εξουσιών. Ή λατρεία του τετελεσμένου γεγονότος είναι οπωσδήποτε άγνωστη και αδύνατη ως στάση πνευματική στην Ελλάδα. Πρέπει να κατεβούμε ως τούς Στωικούς για να αρχίσουμε να βρίσκουμε τέτοια σπέρματα. Είναι αδύνατο να συζητήσουμε εδώ και τώρα τις απαρχές αυτής της τάσης, πού προφανέστατα επανασυνδέεται, μέσω μιας τερά­στιας παράκαμψης, με τις αρχαϊκές και παραδοσιακές φάσεις της ανθρώπινης ιστορίας, για τις όποιες οι εκάστοτε υπάρχοντες θε­σμοί είναι ιεροί, και ή όποια κατορθώνει τον άθλο να θέσει τη φι­λοσοφία, από δημιουργίας της συστατικό στοιχείο της αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξεως, στην υπηρεσία της διατήρησης αυτής της τάξεως. Ωστόσο είναι αδύνατο να μη δούμε τον Χριστιανι­σμό, από τις πρώτες μέρες του, ως τον ρητό δημιουργό των πνευ­ματικών, αισθηματικών, υπαρξιακών θέσεων, οι όποιες θα στηρί­ξουν επί δεκαοκτώ και πλέον αιώνες την καθαγίαση των υπαρχουσών εξουσιών. Το «απόδοτε τα Καίσαρος τω Καίσαρι» μόνο σε συνάρτηση με το «πάσα εξουσία εκ Θεού» μπορεί να ερμηνευθεί. Η αληθινή χριστιανική βασιλεία δεν είναι αυτού τού κόσμου και εξάλλου ή ιστορία αυτού του κόσμου, καθιστάμενη ιστορία της Σω­τηρίας, αυτομάτως καθαγιάζεται ως προς την ύπαρξή της και τον «προσανατολισμό» της, δηλαδή στο ουσιαστικό της «νόημα». Εκμεταλλευόμενος για τούς δικούς του σκοπούς το ελληνικό φιλοσοφι­κό οπλοστάσιο, ο Χριστιανισμός θα προσφέρει επί δεκαπέντε αιώ­νες τις απαραίτητες συνθήκες για την αποδοχή τού «πραγματικού» ως έχει, μέχρι πού ο Καρτέσιος θα φτάσει να πει: «προτιμάω να αλλάξω ο ίδιος παρά ν’ αλλάξω την τάξη του κόσμου», και προφα­νώς ως την κυριολεκτική αποθέωση της πραγματικότητας στο εγελιανό σύστημα («ό,τι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό»). Παρά τα φαινόμενα, στον ίδιο κόσμο, κόσμο ουσιαστικά θεολογικό, α- πολιτικό, α-κριτικό, ανήκουν και ό Nietzsche, πού διακηρύσσει «την αθωότητα του γίγνεσθαι», και ο Heidegger, πού παρουσιάζει την ιστορία ως Ereignis και Geschick, έλευση του είναι και δωρεά/ προορισμό του είναι και από το είναι. Πρέπει κάποτε να τελειώ­νουμε μ’ αυτό το εκκλησιαστικό, ακαδημαϊκό και λογοτεχνικό σέ­βας. Πρέπει τελικά να μιλήσουμε για τη σύφιλη αυτής της οικογέ­νειας, της οποίας προφανώς τα μισά μέλη πάσχουν από γενικευμένη παράλυση. Πρέπει να πιάσουμε από το αυτί τον θεολόγο, τον εγελιανό, τον νιτσεϊκό, τον χαϊντεγκεριανό, και να τούς οδηγήσου­με στα στρατόπεδα της Κόλυμα, του Άουσβιτς, στα ρωσικά ψυχια­τρεία, στις αίθουσες βασανιστηρίων της αργεντινής αστυνομίας, και να απαιτήσουμε να μας εξηγήσουν αιδώ και τώρα και δίχως υπεκφυγές το νόημα των εκφράσεων «πάσα εξουσία εκ Θεού», «ό,τι είναι πραγματικό είναι και ορθολογικό», «αθωότητα τού γί­γνεσθαι» ή «η ψυχή ισοδυναμεί με την παρουσία των πραγμά­των».

Αλλά το πιο φανταστικό αμάλγαμα παρουσιάζεται όταν ο διανοούμενος πετυχαίνει, ύψιστο κατόρθωμα, να συνδέσει την κριτική της πραγματικότητας με τη λατρεία της δύναμης και της εξουσίας. Αυτό το κατόρθωμα γίνεται στοιχειώδες από τη στιγμή πού κάπου εμφανίζεται μια «επαναστατική εξουσία». ’Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει ή χρυσή εποχή των συνοδοιπόρων, πού μπόρεσαν να εξα­σφαλίσουν την πολυτέλεια μιας αντίθεσης φαινομενικά ανένδοτης εναντίον ενός τμήματος της πραγματικότητος, της πραγματικότητος «οίκοι», με την αποθέωση ενός άλλου τμήματος αυτής της ίδιας πραγματικότητες — εκεί κάτω, άλλου, στη Ρωσία, στην Κίνα, στην Κούβα, στην Αλγερία, στο Βιετνάμ ή και στην Αλβανία. Ελάχιστοι είναι, μέσα στα μεγάλα ονόματα της δυτικής ιντελιγκέντσιας, όσοι δεν έκαναν σε κάποια στιγμή μεταξύ τού 1920 και τού 1970, αυτήν «τη θυσία της συνείδησης», πότε — λιγότερο συχνά— με παιδαριώ­δη ευπιστία και άλλοτε —συχνότερα— με την πιο γελοία κατεργα­ριά. Ο Σαρτρ, βεβαιώνοντας απειλητικά: «Δεν μπορείτε να συζητά­τε τις πράξεις τού Στάλιν, εφόσον είναι ο μόνος πού κατέχει τις πληροφορίες πού τις δικαιολογούν», θα παραμείνει αναμφισβήτητα το πιο εύγλωττο δείγμα της αυτογελοιοποίησης τού διανοουμένου.

Απέναντι σ’ αυτό το όργιο της ευσεβούς διαστροφής και της εκτροπής της χρήσης του λογικού, πρέπει να διακηρύξουμε έντονα αυτό το προφανές, πού όμως παραμένει βαθιά παραχωμένο: Δεν υπάρχει κανένα προνόμιο της πραγματικότητος, ούτε φιλοσοφικό, ούτε κανονιστικό, το παρελθόν δεν αξίζει περισσότερο απ’ ό,τι το παρόν, και το παρόν δεν είναι μοντέλο, άλλα υλικό. Η παρελθούσα ιστορία του κόσμου δεν καθαγιάζεται και θα μπορούσε μάλλον να είχε καταδικαστεί στο πυρ το εξώτερον από το γεγονός ότι ή ιστορία αυτή έχει παραμερίσει άλλες ιστορίες όντως δυνατές. Οι ιστορίες αυτές έχουν ίση σημασία για το πνεύμα, ενδεχομένως με­γαλύτερη άξια για τις πρακτικές συμπεριφορές μας απ’ ό,τι η «πραγματική» ιστορία. Η  εφημερίδα μας δεν περιέχει, όπως πί­στευε ο Hegel, τη «ρεαλιστική πρωινή μας προσευχή», άλλα μάλ­λον την καθημερινή σουρεαλιστική μας φάρσα. Περισσότερο από ποτέ, ενδεχομένως σήμερα. Ότι κάτι εμφανίζεται το 1987, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως και μέχρις αποδείξεως του εναντίου ένα ισχυρό τεκμήριο ότι αυτό το πράγμα ενσαρκώνει τη βλακεία, την ασχήμια, τη μοχθηρία και τη χυδαιότητα.

Αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση μιας αυθεντικής αποστολής του διανοουμένου στην ιστορία σημαίνει ασφαλώς, κατά πρώτον και κύριο λόγο, αποκατάσταση, επανεγκαθίδρυση, επαναθέσμιση της κριτικής του λειτουργίας. Ακριβώς διότι η ιστορία είναι πάντοτε, ταυτόχρονα, δημιουργία και καταστροφή, και η δη­μιουργία (όπως και η καταστροφή) άφορα το υψηλό εξίσου με το τερατώδες, για τον λόγο αυτό η διαύγαση και η κριτική αποτελούν καθήκον, περισσότερο παντός άλλου, εκείνου πού εξ επαγγέλματος και ως εκ της θέσεώς του μπορεί να αποστασιοποιηθεί από το καθημερινό και το πραγματικό: του διανοουμένου.

Εκείνου πού βρίσκεται σε απόσταση, όσο τούτο είναι δυνατόν, και από τον ίδιο τον εαυτό του. Και αυτό δεν παίρνει μόνο τη μορ­φή της «αντικειμενικότητας», αλλά και τη μορφή του διαρκούς αγώνος να υπερβεί την ειδίκευσή του, να κατορθώσει έτσι ώστε να τον άφορα πάντοτε ό,τι είναι σημαντικό για τούς ανθρώπους.

Αυτές οι στάσεις θα μπορούσαν να τείνουν βέβαια στον διαχω­ρισμό του υποκειμένου τους από τη μεγάλη μάζα των συγχρόνων τους. Αλλά υπάρχει διαχωρισμός και διαχωρισμός. Δεν θα βγούμε από τη διαστροφή πού έδωσε τον χαρακτήρα της στον ρόλο των διανοουμένων από τον Πλάτωνα και εφεξής, και για μία ακόμη φορά εδώ και εβδομήντα χρόνια, παρά μόνο αν ο διανοούμενος ξαναγίνει πραγματικά πολίτης. Πολίτης δεν είναι (δεν είναι αναγκαστικά) το «ενεργό κομματικό μέλος», αλλά κάποιος πού διεκδικεί ενεργά τη συμμετοχή του στη δημόσια ζωή και στα κοινά, στον ίδιο βαθμό με όλους τούς άλλους.

Κι εδώ προδήλως εμφανίζεται μια αντινομία, αντινομία πού δεν επιδέχεται θεωρητική λύση και πού μόνον ή φρόνησις μπορεί να μας επιτρέψει να υπερβούμε. Ο διανοούμενος πρέπει να θέλει τον εαυτό του πολίτη όπως κι οι άλλοι, και φιλοδοξεί να απηχεί, de iure, την παγκοσμιότητα και την αντικειμενικότητα. Δεν μπορεί να σταθεί σ’ αυτόν τον χώρο εάν δεν αναγνωρίσει τα όρια πού ή υποτιθέμενη αντικειμενικότητα και παγκοσμιότητά του επιτρέ­πουν. Οφείλει να αναγνωρίσει, και όχι σιωπηρά, ότι αυτό πού θέ­λει να ακουστεί είναι μια ακόμη δόξα, και όχι μια επιστήμη. Πρέ­πει κυρίως να αναγνωρίσει ότι ή ιστορία είναι ή περιοχή όπου εκδιπλώνεται η δημιουργικότητα όλων, ανδρών και γυναικών, λογίων και αναλφάβητων μιας ανθρωπότητας, όπου o ίδιος o διανοούμε­νος δεν είναι παρά ένα άτομο. Να είναι δημοκράτης και να μπορεί, αν το κρίνει έτσι, να πει στο λαό: κάνετε λάθος! —ιδού τι πρέ­πει ακόμη να απαιτούμε από τον διανοούμενο. Ο Σωκράτης μπόρεσε να το κάνει στη δίκη των Αργινουσών —η περίπτωση εμφα­νίζεται, εκ των ύστερων, προφανής, εκτός του ότι o ίδιος στηριζό­ταν σ’ έναν τυπικό κανόνα δικαίου. Τα πράγματα είναι συχνά πολύ πιο σκοτεινά. Κι εδώ, μόνο ή φρόνηση και το γούστο, η καλαισθη­σία, μπορούν να μaς επιτρέψουν να ξεχωρίσουμε την αναγνώριση της δημιουργικότητας τού λαού από την τυφλή λατρεία της «δύνα­μης των γεγονότων». Και δεν πρέπει να μάς εκπλήσσει το γεγονός ότι βρίσκουμε αυτόν τον όρο στο τέλος αυτών των παρατηρήσεων. Αρκούσε να διαβάσει κανείς πέντε γραμμές του Στάλιν για να κα­ταλάβει ότι η επανάσταση δεν μπορούσε να είναι αυτό το πράμα.

Ερρίκο Μαλατέστα – Χωρίς εξουσία

«Τι είναι κυβέρνηση; Υπάρχει μια αρρώστια του ανθρώπινου μυαλού που ονομάζεται μεταφυσική τάση, η οποία κάνει τον άνθρωπο, αφού αφαιρέσει την ποιότητα από ένα αντικείμενο με λογική διαδικασία, να υπόκειται σ’ ένα είδος παραίσθησης του τον κάνει να συγχέει την αφαίρεση με το πραγματικό πράγμα». αναρωτιέται ο Ιταλός αναρχικός, εξηγώντας πώς η θεώρηση αυτή παρά του ότι έχει δεχθεί πλήγματα από τη θετικιστική σκέψη και την επιστήμη, παραμένει ακόμα γερά ριζωμένη στο μυαλό της ευρύτερης πλειοψηφίας των σημερινών ανθρώπων. Η ιδέα αυτή περί αναγκαιότητας του κράτους και της ποινικής καταστολής έχει τέτοια επιρροή (για το Μαλατέστα η εξουσία είναι συνώνυμη ακριβώς με την ύπαρξη των θεσμών αυτών, σε αντίθεση με άλλες πιο σύγχρονες προσεγγίσεις), που αρκετοί θεωρούν την κυβέρνηση σαν μια ηθική και πραγματική οντότητα, με ιδιότητες λογικής, δικαιοσύνης, ανεξάρτητα απ’ τους ανθρώπους που τη συγκροτούν.