Menu

EAGAINST.com

Ο Lewis Mumford για τον μύθο του homo faber

Στο παρακάτω κείμενο αντιγράφουμε την παράγραφο 3. Πέτρες, κόκαλα και εγκέφαλοι από το δεύτερο κεφάλαιο Τεχνική και ανάπτυξη του ανθρώπου του Lewis Mumford, 1967 το οποίο κυκλοφορεί στο opus magnum του συγγραφέα Ο μύθος της μηχανής (στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Νησίδες, τ. 1).

Με την αναδημοσίευση αυτή θέλουμε να υπογραμμίσουμε τη θέση του Μάμφορντ πως «ο νεοτερικός άνθρωπος σχημάτισε μια παράξενη διαστρεβλωμένη εικόνα του εαυτού του, ερμηνεύοντας την πρώιμη ιστορία του με όρους των σημερινών ενδιαφερόντων του να κατασκευάζει μηχανές και να κατακτά την φύση». Αυτό που διακρίνει την ανθρωπινότητα στον άνθρωπο, η νοητική ικανότητα του «να κάνει προτάσεις και σχέδια άλλα από εκείνα που ήταν προγραμματισμένα στα γονίδια του είδους του», να παράγει λόγο, νου και πολιτισμό, εν κατακλείδι αυτό που τον ανεβάζει από το ζωικό στο ανθρώπινο επίπεδο, διαμορφώθηκε επάνω σε πιο δαιδαλώδεις και ενδότερες διεργασίες που είχαν να κάνουν περισσότερο με την ανακάλυψη/κατασκευή της συνείδησης παρά με την γενικότερη θεώρηση των κυρίαρχων υλιστικών αφηγήσεων εξαιτίας της «εγγενούς φύσης» του να κατασκευάζει εργαλεία και να παράγει τεχνολογία και στις οποίες «έχει βασιστεί η προσκόλληση μας στις παρούσες μορφές τεχνικής και επιστημονικής προόδου, η οποία θεωρείται αυτοσκοπός».

Καθώς ο πρώιμος άνθρωπος είχε την ίδια εγκεφαλική δυνατότητα με τον σημερινό, η στοχαστική και φαντασιοδημιουργός του δραστηριότητα εγκλωβισμένη από την απουσία λόγου με την αστείρευτη ενέργεια της να αναλύει, να διαλύει και να συνθέτει εικόνες, νοήματα, αισθήσεις και σημασίες και σε σημείο να μην μπορεί να διακρίνει ακόμα όρια του φανταστικού από το αληθινό, του ονείρου από το πραγματικό, αποτέλεσε την γενεσιουργό δύναμη που τον ώθησε ίσως και πριν από εκατό χιλιάδες χρόνια, μέσα από χιλιάδες αποτυχίες ή μικρές επιτυχημένες στιγμές από τις πρώτες ζωώδεις κραυγές σε πιο σημαίνουσες αρθρώσεις φωνηέντων, και διαμέσου της επανάληψης, της τελετουργίας, του ερωτικού παιχνιδιού, της μητρικής φροντίδας και της κυνηγετικής συνεργασίας σε όλο και περισσότερο οργανωμένες φωνές που ταυτοποιούσαν εικόνες και σημασίες σε ένα ενιαίο λεκτικό σύνολο. Αυτή η βασανιστική ανακάλυψη της γλώσσας είναι για τον Μάμφορντ το υψηλότερο και το πιο περίτεχνο επίτευγμα της ανθρωπότητας μεγαλύτερο σε σπουδαιότητα και από τον οποιοδήποτε πυρηνικό αντιδραστήρα ή την ανακάλυψη των νόμων που διέπουν την βαρύτητα στο πιο απομακρυσμένο αστέρι του γαλαξία μας. Ο άνθρωπος πολύ πριν δημιουργήσει οτιδήποτε είδος στοιχειώδους τεχνολογίας έπρεπε πρώτα να δημιουργήσει τον εαυτό του. Χωρίς την ανακάλυψη της γλώσσας το σύμπαν, όπως το ερμηνεύουμε και το ανακαλύπτουμε εμείς σήμερα, δεν θα είχε καμία σημασία καθώς από μόνο του κανένα αστρικό σώμα δεν παράγει νόημα παρά μόνο αυτό που του δίνουμε εμείς. Είναι καιρός να δοθεί μια απάντηση στις αποκαρδιωτικές επιστημονικές αφηγήσεις που τάχα επανατοποθετούνε τον άνθρωπο από το ανθρωποκεντρικό συμπαντικό σύστημα στο επίπεδο της αστερόσκονης που να ταιριάζει πιο κοντά στην πραγματικότητα. Όσο μικρός και ταπεινός και αν στέκεται μπροστά στην αιωνιότητα και την απεραντοσύνη του σύμπαντος ο άνθρωπος είναι αυτός που δίνει κίνηση στον χρόνο και τον ταξινομεί σε δευτερόλεπτα και σε δισεκατομμύρια έτη, και το ερώτημα αν το σύμπαν έχει κάποιο νόημα θα ήταν αδιάφορο, πόσο περισσότερο αδύνατο καν να τεθεί, χωρίς την ύπαρξη του ανθρώπου.

Ήταν η υπαρξιακή έκρηξη της γλώσσας όπως υποστηρίζει ο Μαμφορντ που αποτέλεσε το καθοριστικό εκείνο σημείο που διέκρινε τους προγόνους μας από τα ζώα, καθώς με την ενασχόληση του ο πρώιμος άνθρωπος να εξωτερικεύει τον ονειρικό του κόσμο στον περιβάλλοντα και ταυτόχρονα να εσωτερικεύει τις αισθήσεις του εξώτερου κόσμου άρχισε να συνθέτει τις εικόνες με λέξεις και να συμβολίζει με λόγια τα αισθήματα του. Ο άνθρωπος πολύ πριν οικειοποιηθεί οποιοδήποτε ζώο ή φυτό χρειάστηκε να εξημερώσει πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό. Στο Μύθο της μηχανής ο Μάμφορντ έρχεται σε ρήξη με την μαρξιστική και επιστημονική άποψη που φυσικοποιεί τον σημερινό μας τεχνολογικό πολιτισμό, σαν να είναι τάχα στο DNA του ανθρώπου να αναπτύσσει διαρκώς τον τεχνολογικό του ορίζοντα ή σαν η ανθρωπινή του διάσταση να εξαρτάται από το βαθμό της τεχνολογικής του εξέλιξης. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που αναλύει, συνθέτει και μεταφέρει με τη γλώσσα του σκέψεις και ιδέες πολύ περισσότερο από όσο είναι απλά ένα «ζώο που κατασκευάζει εργαλεία».

Αν και είναι πολύ κρίμα που το πιο σημαντικό βιβλίο του Η πόλη στην Ιστορία εξακολουθεί και παραμένει αμετάφραστο και απρόσιτο στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό παρόλα αυτά στο Μύθο της μηχανής ( που κατά την προσωπική μου γνώμη πιάνει το νήμα της γραφής από το σημείο που το αφήνει ο Rousseau στη διατριβή του για την καταγωγή της ανισότητας ) έχουμε την ευκαιρία να αναγνωρίσουμε στον Lewis Mumford έναν από τους πιο σημαντικούς οικουμενικούς στοχαστές του 20ου αιώνα που η εξαιρετική του σκέψη και ανεπιτήδευτη προσιτή γραφή, σε σημείο να εκμυστηρεύεται προσωπικές στιγμές σαν να έχει απέναντι του ένα φίλο, όσο βαθυστόχαστη και με επιστημονική εγκυρότητα, δεν μπορεί να καταχωρηθεί (ευτυχώς) ανάμεσα στις συνήθεις κατηγοριοποιήσεις των «προοδευτικών» ή των «συντηρητικών» διανοούμενων.

«Μετά τον Καστοριάδη»: συζήτηση με τους συγγραφείς του βιβλίου, Α. Σχισμένο και Ν. Ιωάννου

10624058_807426589338953_4809139555377763372_o

Συνέντευξη του Αλέξανδρου Σχισμένου και Νίκυο Ιωάννου στην ιστοσελίδα Microvia, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου «Μετά τον Καστοριάδη: Δρόμοι της αυτονομίας στον 21ο αιώνα» στον κοινωνικό χώρο Μικρόπολις. Θέματα προς συζήτηση: η άμεση δημοκρατία, την έννοια του ατόμου στον Καστοριάδη, τον Serge Latouche, αλλά και το κίνημα των Πλατειών.

Πώς αποφασίσατε να γράψετε το βιβλίο και πώς κινηθήκατε κατά τη διάρκεια της έρευνας και της συγγραφής;

Νίκος Ιωάννου: Έχουμε μια επαφή με τον Καστοριάδη εδώ και πολλά χρόνια. Ασχολούμαστε με το έργο του, ακριβώς επειδή ασχολούμαστε με την πολιτική – με την έννοια που ο ίδιος όριζε την πολιτική και όχι, προφανώς, με την έννοια της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ως αναρχικοί στο χώρο όπου δραστηριοποιούμασταν, χρησιμοποιούσαμε το λόγο του για να κάνουμε πολιτική, αλλά δεν κατανοούσαμε ακριβώς αυτά που έλεγε, για παράδειγμα την άρνηση της ταύτισης της εξουσίας με το κράτος. Πλέον κατανοούμε πραγματικά τον Καστοριάδηη, καθώς μποορούμε να ανιχνεύσουμε τη σκέψη του στο σήμερα. Και η σκέψη του αποτελεί και το θέμα του βιβλίου, ως η κατάρρευση των παλαιών σημασιών και η ανάδυση νέων σημασιών που είναι πλέον ορατές.

Αλέξανδρος Σχισμένος: Επίσης, στο βιβλίο ερχόμαστε σε διάλογο με το έργο του Καστοριάδη, αλλά και με άλλους στοχαστές, πάντα μέσα από το πολιτικό κίνημα. Από τη μία, η σκέψη του Καστοριάδη βοηθάει, ώστε να γκρεμιστούν παλαιοί δογματισμοί, από την άλλη ανοίγει νέους δρόμους. Στον 21ο αιώνα, σ’ αυτήν την τελευταία δεκαετία που υπήρξε όλη αυτή η κοινωνική αναταραχή, όλη αυτή η κοινωνική σύγκρουση, ανιχνέυσαμε τις ιδέες του Καστοριάδη μέσα στο κοινωνικό κίνημα. Αυτές οι ιδέες έβγαιναν σιγά σιγά σε διάφορα «κομμάτια»: σε άρθρα στο περιοδικό Βαβυλωνία, σε πολιτικά κείμενα, σε πολιτικές δράσεις (και δικές μας και άλλων). Το βιβλίο ουσιαστικά ξεκίνησε σαν μια προσπάθεια να κωδικοποιήσουμε ως ένα βαθμό νοήματα και σημασίες τις οποίες φέραμε μέσα από την πολιτική μας δράση και την κοινωνική πρακτική που βλέπαμε τριγύρω, σαν συντάκτες της Βαβυλωνίας. Αργότερα, διακρίναμε μέσα από αυτά τα κείμενα ξανά τις σημασίες του Καστοριάδη και μετά προχωρήσαμε σε μία έρευνα γύρω από το έργο του Καστοριάδη. Αρχίσαμε να συνομιλούμε γι’ αυτές τις ιδέες και να καταγράφουμε αυτή την “κουβέντα”.

Το βιβλίο οργανώνεται γύρω από τρεις άξονες: παρελθόν, παρόν, μέλλον. Ως συμπέρασμα από τη γνώση του παρελθόντος, την εμπειρία του παρόντος και την ελπίδα του μέλλοντος βγαίνει το πρόταγμα για την άμεση δημοκρατία. Το πρόταγμα αυτό έχει αρχίσει να υιοθετείται από την κοινωνία. Το ερώτημα είναι, γιατί τώρα; Πρόκειται για μια ουσιαστική πολιτική συνειδητοποίηση ή η πλειονότητα βλέπει την άμεση δημοκρατια ως «αντίδοτο» στην παγκόσμια καπιταλιστική κρίση;

Α.Σ.: Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο στα πρόσφατα κοινωνικά κινήματα ήταν ότι η άμεση δημοκρατία πραγματικά μπήκε σαν αίτημα του κόσμου από πολλές διαφορετικές πλευρές και χωρίς να υπάρχει ένα κεντρικό πρόγραμμα, όπως έχουμε συνηθίσει στην παλαιότερη πολιτική. Αυτό μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, επειδή ακριβώς ανιχνεύαμε τα στοιχεία της για να ξεφύγουμε από τις ιδεολογίες του επαναστατικού κινήματος – οι οποίες είχανε καταρρεύσει. Προσωπικά, παρατήρησα πως αυτές οι ιδέες που ανίχνευα μέσα στην συλλογικότητά μου ή προσωπικά, εκφράστηκαν κοινωνικά από κόσμο που δεν το περίμενα. Δηλαδή είναι ένα ερώτημα κατά πόσο υπήρξε πραγματικά συνειδητοποίηση ή κατά πόσο ο κόσμος “υπήρξε εκεί” μόνο συνθηματολογικά. Βέβαια, το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας δεν είναι απλώς ένα πολιτικό αίτημα ή σύνθημα, καθώς αυτόματα ανοίγει δρόμους και για περεταίρω ερωτήματα και αναζητήσεις. Ταυτόχρονα φάνηκε ότι η άμεση δημοκρατία είναι κάτι που συνένωνε πολλά επιμέρους κινήματα σε διάφορους τόπους σαν συνεκτικός τρόπος οργάνωσης. Όλες αυτές οι ενσαρκώσεις της άμεσης δημοκρατίας στις συνελεύσεις θέτουν ακόμα μεγαλύτερο το ζήτημα ορισμού της άμεσης δημοκρατίας. Όμως θέτουν και διεξόδους απέναντι σ’ αυτό που λένε τώρα “there is no alternative” ή σε μια διαχείριση του συστήματος που προβάλλεται ως φυσική ροή.

Ν.Ι.: Βλέπουμε μέσα στο έργο του Καστοριάδη ότι ο ίδιος έχει ανιχνεύσει νέα νοήματα και νέες σημασίες ήδη 40 χρόνια πριν (τη δεκαετία του 1970), τις οποίες τις βλέπουμε να αναδύονται σήμερα με ένα πιο συγκεκριμένο τρόπο. Αυτές έχουν να κάνουν με το άτομο και τη θέση του στην κοινωνία σήμερα, η οποία είναι εντελώς διαφορετική από τη θέση του στην κοινωνία του παρελθόντος. Ο Καστοριάδης μιλάει για το άτομο και για την αλλαγή του μέσα στον ιστορικό χρόνο κατά τον 20ο αιώνα. Σήμερα βλέπουμε το άτομο σε μία θέση, όπου δεν εκφράζεται από το σύνολο το θεσμισμένων κανόνων ή από τον τρόπο οργάνωσης των ανθρώπων του παρελθόντος. Επίσης, αυτό που στα σχήματα του παρελθόντος ονομάζαμε οργανώσεις αντίστασης, σήμερα παρατηρούμε ότι συρρικνώνται, αποχωρούν σταδιακά, ενώ δημιουργούνται νέου τύπου συλλογικότητες, όπου το άτομο πλέον δεν υποκύπτει σε κάποια γραφειοκρατία. Βλέπουμε να γεννιέται μια νέα συλλογικότητα ως δίκτυο ατόμων. Παράλληλα, βλέπουμε να παίρνουν μεγαλύτερη διάσταση νοήματα τα οποία πάλι άρχισαν να ανιχνεύονται 40 και 50 χρόνια πριν – που για παράδειγμα έχουν σχέση με την διατροφή, έξω από τον κόσμο της ανάπτυξης. Χρόνο με το χρόνο, βλέπουμε αυτά τα νοήματα γύρω από την παραγωγή, την ανάπτυξη, την ποσοτικοποίηση να μην έχουν εκφραστές στο πιο προωθημένο κομμάτι της κοινωνικής κίνησης παγκοσμίως, αλλά βλέπουμε άλλα νοήματα να βγαίνουν μπροστά σε τέτοιο βαθμό, που και το ίδιο το σύστημα το καπιταλιστικό προσπαθεί να τα χρησιμοποιήσει για να μπορέσει να υπάρξη (βλ. κοινωνική ευθύνη επιχειρήσεων, παραγωγή ποιοτικών προϊόντων ετικέτας κλπ). Αυτό που συμβαίνει στην παγκόσμια κοινωνική κίνηση, ο καπιταλισμός προσπαθεί να το οικειοποιηθεί, αλλά δεν το καταφέρνει. Αυτά τα νέα νοήματα επηρεάζουν την ίδια την οργάνωση της ζωής των ανθρώπων. Τα νεά κοινωνικά κινήματα προσπαθούν να δημιουργήσουν μια νέα χρονικότητα, να οικειοποιηθούν τον ίδιο το χρόνο τους. Βγαίνουμε λοιπόν έξω από το πλέγμα σκέψης που παράγει την ανάπτυξη, βγαίνουμε έξω από κάθε έννοια ηγεμονικού λόγου, καταρρέουν οι αυθεντίες. Επίσης το άτομο, αν και για τον καπιταλισμό λειτουργούσε ως προϊόν, σ’ αυτή την καινούρια περίοδο προσπαθεί να λειτουργήσει εκτός οικονομίας. Αυτά είναι νέα νοήματα τα οποία κατά κάποιο τρόπο πλαισιώνουν και επηρεάζουν μια ευρύτερη πολιτική κίνηση των ανθρώπων. Εδώ, κεντρική είναι η έννοια της ανταλλαγής προϊόντων: οι έννοιες που τη συνοδεύουν δεν είναι το “πόσο-τόσο”, αλλά “τι-από ποιον-για ποιον”. Αυτές είναι νέες σημασίες που σήμερα τις βλέπουμε να αναδύονται.

3

Διαβάζοντας τον Καστοριάδη, συχνά οδηγούμαστε σε μια αντίληψη ότι, προϋπόθεση για να κινηθεί μια κοινωνία σε μια αμεσοδημοκρατική κατεύθυνση, είναι η πολιτική αφύπνιση και η συνειδητοποίηση του ατόμου. Ωστόσο, για να φτάσουμε από τη «μονολιθική συλλογικότητα στη συλλογική ατομικότητα«, που βλέπουμε και στο βιβλίο σας, χρειάζεται ελεύθερος χρόνος και χώρος, αλλά και πολιτιστικό κεφάλαιο. Δεν καταλήγει η αφύπνιση να παίρνει ελιτίστικα χαρακτηριστικά;

Α.Σ.: Υπάρχει ένα παράδοξο, ένας φαύλος κύκλος, που συνίσταται στο ότι ένα αυτόνομο άτμο προϋποθέτει μια αυτόνομη κοινωνία ή έναν αυτόνομο κοινωνικό χώρο και ότι ένας αυτόνομος κοινωνικός χώρος προϋποθέτει αυτόνομα άτομα. Αυτό είναι το ζήτημα της διευρημένης παιδείας. Ωστόσο, όσον αφορά την ελίτ, αυτή έχει να κάνει με την ιδιοποίηση και ουσιαστικά κλειστότητα/στεγανοποίηση του κεφαλαίου -προφανώς- και της γνώσης. Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για τη γνώση. Αυτό που φαίνεται μέσα από τα κοινωνικά κινήματα, μέσα από αυτά τα σπέρματα μικρών αυτόνομων χώρων που δικτυώνονται, αλλά και μέσα από την εμφάνιση και την ευρεία χρήση του ίντερνετ σαν ένας ψηφιακός αποσωματικοποιημένος δημόσιος χώρος με διαφορετικά χαρακτηριστικά, είναι πως έχουν δημιουργήσει νέες δυνατότητες ως προς την διάχυση της γνώσης. Και αυτό που μπορεί να διαφοροποιήσει μια κίνηση, μια κολλεκτίβα αυτόνομη, ένα δημόσιο χώρο μ’ αυτά τα χαρακτηριστικά από μία απλή συνεργατική συμπεριφορά ή έναν απλό συνεταιρισμό είναι ακριβώς ότι δημιουργείται μέσα σ΄αυτούς τους χώρους μια διαφορετική παιδεία, ότι οφείλουν να διαμορφώνουν αυτοί οι χώροι μια διαφορετική παιδεία. Εξάλλου, ζούμε πλέον σε μια κοινωνία όπου η παιδεία δεν άγεται πλέον μόνο από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αλλά είναι μια ευρύτερη κοινωνική διεργασία.  Είναι ανάποδο το να προσπαθεί να μας πείσει το σύστημα ότι η στεγανή γνώση και τα ιδρύματα παράγουν ακριβώς τον κριτικό λόγο. Για παράδειγμα, οι κουβέντες που γίνονται για τον Καστοριάδη σε κοινωνικούς χώρους είναι πιο ζωντανές και παράγουν περισσότερα νοήματα σε σύγκριση με αυτές που γίνονται στην Ακαδημία (και το λέω αυτό, έχοντας παρακολουθήσει τέτοιες συζητήσεις και στην Ακαδημία). Οι ακαδημαϊκοί προσπαθούν να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα με σχήματα θεωρητικά. Τα άτομα που σκέφτονται ελεύθερα – και λόγω της αγωνίας τους να διαχειριστούν τη ζωή τους – ουσιαστικά ερμηνεύουν και τη θεωρία με βάση το βίωμα. Κάπως έτσι πάει και το βιβλίο μας. Έχουμε ένα διάλογο με βάση τον Καστοριάδη, αλλά δεν διαβάζουμε το Καστοριάδη για να πούμε τι θα γίνει στον 21ο αιώνα. Βιώνουμε κάποια πράγματα στον 21ο αιώνα και τα θέτουμε ως θέματα, ως σκέψεις, απέναντι και στο έργο του Καστοριάδη. 

Ν.Ι.: Βλέπουμε στον Καστοριάδη ότι οι ανθρώπινες δημιουργίες του δημόσιου χώρου και του δημόσιου χρόνου, αποτελούν προϋπόθεση για την άμεση δημοκρατία. Αυτό που βιώνουμε εμείς σήμερα είναι η επαναδημιουργία του δημόσιου χώρου με σύγχρονους όρους ελευθερίας και η επανοικειοποίηση του δημόσιου χρόνου. Αυτό το βλέπουμε στη νέα κοινωνική κίνηση που αναδύεται παγκοσμίως. Και αυτό φέρνει τη σκέψη του Καστοριάδη στο σήμερα.

Α.Σ.: Επίσης, ένα στοιχείο της σκέψης του Καστοριάδη που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι ο ίδιος διαχωρίει τη θέση του από την ατομικιστική φιλοσοφία του 20ου αιώνα. 20ος αιώνας σημαίνει υπαρξισμός ή το ανάποδό του, η μαζική φιλοσοφία που δεν εξετάζει καθόλου το άτομο (μαρξισμός). Ο Καστοριάδης υπογραμμίζει ότι το άτομο είναι κοινωνικός θεσμός. Δηλαδή το άτομο, μέσα από τη γλώσσα, μέσα από τη σκέψη, την κίνηση, το συναίσθημα, φέρει τις κοινωνικές σημασίες. Ως άτομα, επενδύουμε τον ψυχικό μας κόσμο, ο οποίος δεν μπορεί να καλυφθεί από την κοινωνία, μένει πάντα ανυπότακτος, αλλά επενδύεται με βάση τις δεδομένες κοινωνικές σημασίες. Οπότε δεν υπάρχει αυτή η διάσταση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας που προβάλλεται. Η επιστροφή του ατόμου πέραν του κράτους και του κεφαλαίου, δηλαδή πέραν του συστήματος ουσιαστικά ανοίγει το δρόμο για μια νέα συλλογική ατομικότητα, το άτομο έτσι ξεφεύγεια και επανοικειοποιείται τον εαυτό του. Το κοινωνικό συλλογικό άτομο είναι ένα άτομο το οποίο γνωρίζει ότι η κοινωνία είναι ο χώρος δράσης του, επεμβαίνει σ’ αυτή, έχει ενεργό συμμετοχή. Σε αντίθεση ερχεται το άτομο του νεοφιλελευθερισμού, που είναι ένα άτομο ανάπηρο, δεν έχει καμία βλέψη πέρα από τον εαυτό του, έχει περιορισμένο ορίζοντα.

2

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης έχει αποτελέσει έμπνευση για πολλούς θεωρητικούς. Ένας από αυτούς, ο Serge Latouche, διαφοροποιείται από την άμεση δημοκρατία και μιλά για αποανάπτυξη, μια έννοια που έχει συζητηθεί πολύ. Σχετίζεται τελικά η αποανάπτυξη με τη σκέψητου Καστοριάδη;

Ν.Ι.: Η αποανάπτυξη του Latouche αποτελεί ένα υποερώτημα ενός συνολικού πολιτικού ερωτήματος. Ίσως να είχε δίκαιο ο Daniel Cohn-Bendit – έστω κι αν το πέταξε κοροϊδευτικά – όταν μετά την ομιλία του Latouche στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, είπε “μα η αποανάπτυξη γίνεται”. Η πραγματικότητα είναι ότι το κυρίαρχο αυτό φαντασιακό του καπιταλισμού που καθολικεύτηκε για ένα ολόκληρο αιώνα, το φαντασιακό της ανάπτυξης, σήμερα υποχωρεί. Και υποχωρεί σε τέτοιο βαθμό που πλέον, οτιδήποτε έχει σχέση με την οικονομία και είναι δεδομένο πάνω στην ανάπτυξη σήμερα καταρρέει. Βλέποντας το παράδειγμα της Ελλάδας, μπορούμε να πούμε ότι σήμερα δεν υπάρχει άλλο μοντέλο ανάπτυξης πέρα απ’ την εκμετάλλευση και τη λεηλασία του φυσικού πλούτου. Η πρόταση του Latouche διατυπώνεται πιο πολύ ως ένας προγραμματικός λόγος, ο οποίος δεν έχει καμία ανταπόκριση στο πολιτικό σύστημα στο οποίο απευθύνεται ο ίδιος στην πραγματικότητα. Γιατί όταν θεωρεί μη εφαρμόσιμη την πρόταση του Καστοριάδη για άμεση δημοκρατία και αντιπροτείνει ο ίδιος μια δημοκρατία “ολίγη” και προσπαθεί να το συνδυάσει με την συμβιωτικότητα του Ίλιτς, φτάνουμε σε ένα σημείο που η πρότασή του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε από το πολιτικό σύστημα αλλά ούτε από τους από τα κάτω, οι οποίοι ήδη το έχουν ξεπεράσει αυτό. Η κίνηση που περιγράφει ο Latouche, τα κύρια χαρακτηριστικά της, είναι η επανοικειωποίηση του δημόσιου χώρου και η επαναδημιουργία του δημόσιου χρόνου, πράγματα που ξεφεύγουν από αυτό που ονομάζει αποανάπτυξη, το ξεπερνάνε.

Α.Σ.: Επίσης, το πρόγραμμα του Latouche φαίνεται ως ένα πρόγραμμα που μπορεί να διαχειριστεί ένα κοινωνικό κράτος ή μια ριζοσπαστική – όπως τη λένε – δημοκρατία και ουσιαστικά το ριζοσπαστικό του στοιχείο είναι ότι έχει δικλίδες ανακλητότητας των κυβερνώντων. Κατά τη γνώμη μου, ο Latouche πέφτει σε δύο λάθη. Το πρώτο λάθος είναι ότι δέχεται τη φιλελεύθερη δημοκρατία, τη φιλελεύθερη ολιγαρχία, ως ηθικό μέσο, δηλαδή ως μέσο διαχείρησης της οικονομίας με ηθικούς τρόπους και κατά δεύτερο δεν συνειδητοποιεί το πόσο θεμελιακή έννοια είναι η ανάπτυξη για το σύγχρονο καπιταλισμό. Δηλαδή, το πρόγραμμα της αποανάπτυξης θέτει άμεσα το πολιτικό στίγμα: ποιος αποφασίζει για την αποανάπτυξη. Αν πούμε ότι το κράτος αποφασίζει για την αποανάπτυξη, δεν καταλαβαίνουμε τι είναι το κράτος, δεν καταλαβαίνουμε πώς λειτουργεί ο κρατικός μηχανισμός. Από την άλλη, δεν καταλαβαίνουμε τι είναι ο καπιταλισμός. Ο μόνος τρόπος να προτείνει κανείς μια αποανάπτυξη χωρίς άμεση δημοκρατία είναι είτε μέσα από μια επιλογή του κράτους η οποία βασίζεται σε συγκεκριμένα συμφέροντα είτε μέσα από μια επιλογή του κεφαλαίου ως κάτι το «ορθολογικό» – δηλαδή να γυρίσουν οι επιχειρήσεις και να πουν ότι “κάναμε λάθος, καταστρέφουμε τον πλανήτη”. Ο Latouche, άθελά του – γιατί είναι ένας άνθρωπος με ειλικρίνεια – χωρίς να προχωράει από τη ριζοσπαστική στην άμεση δημοκρατία, ουσιαστικά καταφέρνει να δώσει νομιμοποίηση σε κινήματα που θέλουν να εκφράσουν μια νέα νομιμοποίηση, που βάζουν την ανάπτυξη ως κεντρικό τους πρόταγμα, που δανείζονται το λόγο του ώστε να πάρουν μια επένδυση κινηματικού άλλοθι. Επιπλέον, ο ίδιος συζητώντας μέσα στα όρια που είναι βαλμένα από το σύστημα, προσφέρει ένα άλλοθι αδυναμίας στο κοινωνικό κίνημα. Από αυτή την έννοια δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε τα όρια της σκέψης του.

Σε πολλά σημεία του βιβλίου αναφέρετε τις Πλατείες ως βίωμα άμεσης δημοκρατίας. Ωστόσο σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, κάνοντας μια αποτίμηση, μπορούμε να εντοπίσουμε πολλές προβληματικές. Για παράδειγμα, οι Πλατείες έδωσαν μια βάση για την υιοθέτηση λαϊκιστικής και πατριωτικής ρητορικής από την αριστερά, ενώ δεν κατάφεραν να αποδομήσουν τη λογική της αναθεσης. Επίσης, υπάρχει το ζήτημα του αποκλεισμού: στην Θεσσαλονικη, τουλάχιστον, αφενός δεν υπήρχαν τοποθετησεις από μετανάστες/ριες, αφετέρου αρκετές τοποθετήσεις είχαν σεξιστική ή ομοφοβική επένδυση.

Α.Σ.: Καταρχάς, να έχουμε υπόψη μας ότι οι πλατείες της επαρχίας – εκτός Αθηνών δηλαδή – ακριβώς επειδή δεν είχαν επίδικο, με την εννοια ότι δεν είχαν μπροστά τους τη Βουλή, ήταν ουσιαστικά μια αντανάκλαση του τι συνέβαινε στο Σύνταγμα. Και υπήρξαν διαφορετικά χαρακτηριστικά ανά τόπους. Αλλού οι συνελεύσεις ήταν πιο αμεσοδημοκρατικές, αλλού ήταν περισσότερο συγκεντρώσεις όπου κομματικές οργανώσεις παλαιού τύπου μπόρεσαν να βγάλουν έναν άλλο λόγο, ωστόσο αυτό που είδαμε στο Σύνταγμα ήταν συνελεύσεις με αμεσοδημακρατική οργάνωση, με δημόσιο λόγο που έβγαζε ως πρόταγμα την άμεση δημοκρατία. Πράγματι, υπήρξε η προβληματική ότι καταπιεζόμενες ομάδες δεν βγήκαν μπροστά, ωστόσο υπήρξε ο χώρος που θα μπορούσαν να το κάνουν – και το ότι δεν βγήκαν μπροστά αντικατοπτρίζει γενικότερα προβλήματα της κοινωνίας. Να θυμόμαστε ακόμα ότι η πλατεία στο Σύνταγμα χτυπήθηκε όπως δεν χτυπήθηκε καμία άλλη πλατεία στην Ελλάδα. Επίσης, να θυμόμαστε ότι βλέπουμε τις πλατείες παγκοσμίως. Το Σύνταγμα έδωσε παλμό στο παγκόσμιο Occupy Movement, ήταν μια εικόνα που κυριάρχησε. Οι πλατείες έδειξαν τον τρόπο αμεσοδημοκρατικής οργάνωσης, αλλά και τα όρια. Δεν προχώρησαν σε κάτι άλλο πέρα από την οργάνωση της διαμαρτυρίας, δεν προχώρησε στη διαμόρφωση κάποιας πολιτικής απόφασης που να μην ήταν στα πλαίσια της διαμαρτυρίας. Και δε θα μπορούσαν κιόλας. Έδειξαν μ΄αυτό τον τρόπο ότι κάθε αμεσοδημοκρατική δομή οργάνωσης πρέπει να καθορίζει και το πεδίο δικαιοδοσίας της, αλλιώς ξεφεύγει. Το πρόβλημα με τις πλατείες είναι ότι δεν έσπασαν τα εθνικά στερεότυπα. Για παράδειγμα, έλεγαν “τι θα κάνουμε με την Ελλάδα”. Ωστόσο, έσπασαν και κάθε έννοια “επαναστατικής ελίτ”, καθώς έδωσαν λόγο και σε κόσμο που δεν είχε προηγούμενη επαφή με την άμεση δημοκρατία.

1

*Οι φωτογραφίες είναι από την παρουσίαση του βιβλίου στο Μικρόπολις. Το βιβλίο «Μετά τον Καστοριάδη: Δρόμοι της αυτονομίας στος 21ο αιώνα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάρχεια.

Πελατειακό κράτος και κυβέρνηση – διάλογος και προοπτικές

34-35a-thumb-large

Του Γιώργου Κουτσαντώνη, μέσω Art Version

Έχει ειπωθεί κατά καιρούς από εκπροσώπους όλων των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης πως είναι τεχνικά δύσκολο ή και αδύνατο να εντοπιστεί, να ελεγχθεί για παραβάσεις και να φορολογηθεί η – αριθμητικά ελαχιστότατη – ελληνική οικονομική ολιγαρχία. Η οικονομική ελίτ δηλαδή που σε στενή συνεργασία με την πολιτική εξουσία εδραίωσε το «στενό» πελατειακό κράτος. Ακούγεται μάλιστα πως αφού δεκαετίες τώρα δεν έγινε κάτι ουσιαστικό επ’αυτού, σήμερα είναι ακόμη πιο δύσκολο να γίνει σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον ανεξέλεγκτων χρηματοροών. Πλέον ο στενός πυρήνας των διαχρονικών (αριστοκρατικής καταβολής) εθνικών προμηθευτών και απομυζητών του δημόσιου χρήματος έχει διευρυνθεί και ισχυροποιηθεί, εμποτίζοντας όλες τις πτυχές της εγχώριας και εξωχώριας οικονομικής δραστηριότητας.

Την εν λόγω ελίτ έχουν πιάσει λίγο πολύ στο στόμα τους σχεδόν όλοι οι πολιτικοί ηγέτες, χρησιμοποιώντας μάλιστα – και κατά τους μεταπολιτευτικούς καιρούς – σκληρές εκφράσεις εναντίωσης. Ασφαλώς τόσο οι πολιτικοί όσο και οι δημοσιολόγοι έχουν καταπιαστεί (πολύ συχνότερα μάλιστα) και με το φαινόμενο μιας διευρυμένης μικρής και μικρομεσαίας πελατείας, αυτής που συνθέτει ένα «ευρύ» αυτή τη φορά πελατειακό κράτος. Στην δεύτερη περίπτωση μάλιστα ακούγονται πολύ συχνά επιχειρήματα ευτελούς λογικής που ενώ αγνοούν επιδεικτικά τον παράγοντα «ποσόστωση» (δηλαδή τα ποσοστά των χρηματικών ποσών που στερούν από το κράτος οι λίγοι ολιγάρχες σε σχέση με αυτά που του στερούν οι πολλοί και μικροί), ταυτοχρόνως υπερπροβάλλουν το φαινόμενο τονίζοντας την ευρύτητά του.

Αναφορές που, στα πλαίσια ενός εναλλασσόμενου δημοσιολογικού ρεπερτορίου, τη μια αποτελούν δυσφήμιση και ύβρη και την άλλη ευκαιρία για μεταρρυθμίσεις και πάταξη της διαφθοράς. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε μια συνολική εικόνα ενός αέναου φαύλου κύκλου, ενός άλυτου προβλήματος που εμπλέκει ασφαλώς τους λίγους ισχυρούς, αλλά συνάμα και το σύνολο του λαού. Με την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού η ισχυροποίηση των οικονομικών ολιγαρχών επέβαλε σταδιακά και παρασκηνιακά στην πολιτική εξουσία όλο και περισσότερους όρους εκβιασμού και πίεσης. Πιέσεις και εκβιασμοί που στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας, της οικονομικής ασφάλειας και της ησυχίας του λαού υπήρξαν ιδιαίτερα πειστικοί και ωφέλιμοι (τόσο για τους πολιτικούς, όσο και για τους ολιγάρχες).

Πολλές υπήρξαν και οι υποσχέσεις για εκκίνηση κεντρικών δράσεων από την πλευρά του κράτους που θα οδηγούσαν – κάποια αόριστη μελλοντική στιγμή – στην επίλυση αυτού του μεγάλου ζητήματος. Δράσεις που στην πραγματικότητα κανείς δεν γνωρίζει ποιες είναι ακριβώς και ποιους αφορούν (μόνο τους λίγους, μόνο τους πολλούς, και τους δυο, με εξαιρέσεις ή χωρίς), γεγονός στο οποίο συνέβαλε καθοριστικά το φαινόμενο της πολιτικής διαφθοράς σε συνδυασμό με την γιγαντιαία γραφειοκρατία, την επέλαση του τεχνοκρατισμού και τον εκφυλισμό της Δικαστικής εξουσίας.

Όπως και στο παρελθόν έτσι και σήμερα, η τρέχουσα κυβέρνηση έχει υποσχεθεί ότι θα αναλάβει κεντρικές δράσεις και δεδομένου του αφηγήματος του ΣΥΡΙΖΑ που τον φέρνει πιο κοντά στους αδύναμους και απέναντι στους ισχυρούς, είναι λογικό κανείς να αισιοδοξεί. Παρά τους κομματικούς μηχανισμούς που φέρει αξιωματικά στο σώμα της η σημερινή κυβέρνηση έχει ομολογουμένως μια νέα, διαφορετική χροιά. Απόρροια αυτής της χροιάς είναι και η καλή πίστη που της δόθηκε και που αφορά στην προγραμματική της συνέπεια και στις προθέσεις της να εντοπίσει και να υποχρεώσει τους λίγους και ισχυρούς να πληρώσουν τα αναλογούντα, αποτρέποντας την επιβολή νέων μέτρων στους αδύναμους. Η επιτυχία της σε αυτό το εγχείρημα δεν μπορεί παρά να είναι ευχή και προσδοκία της πλειοψηφίας των Ελλήνων.

Εδώ όμως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε εάν αυτές οι κεντρικές δράσεις (εάν όντως γίνουν πράξη κάποια στιγμή) θα αρκούσαν ώστε να βρεθεί ουσιαστική και τελική λύση. Η απάντηση είναι δυστυχώς αρνητική (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην μονιμότητα της λύσης) καθώς – εάν αυτή η λύση αφεθεί στο κεντρικό κράτος με την μορφή που έχει σήμερα- το φαινόμενο αυτό ακόμη και αν αντιμετωπιστεί πρόσκαιρα, σύντομα θα αναγεννηθεί.

Αυτό γιατί το πρόβλημα συνδέεται άμεσα με το ίδιο το πολίτευμα. Είναι ακριβώς η δομή του πολιτεύματος (κοινοβουλευτισμός και αντιπροσώπευση, δηλαδή η πίστη που δίνει ο πολίτης κάθε τέσσερα χρόνια στην κάλπη) και ασφαλώς η μετεξέλιξή του (μετακοινοβουλευτισμός), που επέτρεψε στην πολιτική εξουσία να ασκείται σχεδόν αποκλειστικά με όρους εμπορικούς-ανταλλακτικούς και με γνώμονα το συμφέρον των αγορών, αγνοώντας επιδεικτικά τη λαϊκή βούληση. Το αντάλλαγμα ή ίσως και η προϋπόθεση για την επικυριαρχία και ενίσχυση του «στενού» πελατειακού κράτους ήταν η δημιουργία ενός δεύτερου διευρυμένου πυρήνα πελατών (νεόπλουτοι, μικρό-επαίτες, επίδοξοι ταξικοί αναρριχητές κ.λπ.). Έτσι εξελίχθηκε η εμπορευματοποίηση των σχέσεων κράτους-πολίτη όπου οι όροι της αγοράς τελικά κυριάρχησαν «κατά κράτος». Αυτή η σχέση κράτους-πελάτη αυτοτροφοδοτείται και διαιωνίζεται μέσα από ένα εθνικής εμβέλειας (αλλά ασφαλώς όχι καθολικό) δίκτυο συνενοχής, ομερτάς, ανικανότητας, αφωνίας, κομματικοποίησης, απολιτικοποίησης, ιδιώτευσης και αιχμαλωσίας των συνειδήσεων. Γιατί θα ήταν τουλάχιστον αφελές, όσο και υβριστικό να θεωρήσει κανείς ότι το σύνολο των πολιτών, των πολιτικών και των οικονομικών παραγόντων αυτής της χώρας είναι διαπλεκόμενοι και διεφθαρμένοι. Εξίσου υβριστική και εξοργιστική είναι η θεώρηση που θέλει όλους τους πολίτες δυνάμει διεφθαρμένους, αρκεί να τους δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία και η συγκυρία.

Στους σημερινούς καιρούς βαθιάς οικονομικής κρίσης οι πολίτες, ενώ ενθυμούνται και αναγνωρίζουν το μέγεθος και τη σημασία του προβλήματος ως οικονομικού, αδυνατούν να εντοπίσουν την βαθιά πολιτική και κοινωνική του υπόσταση, έτσι ώστε να φανταστούν και επομένως να συμβάλουν ενεργά στη δημιουργία μιας νέας, διαφορετικής και απελευθερωμένης, από αυτή την χυδαία σχέση, κοινωνίας.

Το φαινόμενο είναι πολύ περισσότερο κοινωνικοπολιτικό και εκφράζεται πολύ εύστοχα από τον Γάλλο κοινωνιολόγο Πιέρ Ροζανβαλόν στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο του «Η κοινωνία των ίσων» (Εκδόσεις Πόλις) όπου και αναδεικνύει το «παράδοξο του Bossuet»… «στις μέρες μας έχουμε μια γενική απόρριψη της σημερινής μορφής της κοινωνίας, η οποία συνυπάρχει με μια μορφή αποδοχής των μηχανισμών που την παράγουν». Οι πολίτες λοιπόν ενώ απορρίπτουν – γενικά και αόριστα – αυτό το αρρωστημένο και χυδαίο σύστημα, ταυτόχρονα αποδέχονται σιωπηρά και φοβικά τους μηχανισμούς που διαιωνίζουν την ύπαρξή του. Η σιωπηρή αυτή αποδοχή και η πρόσδεση σε νοοτροπίες και συμπεριφορές που παραπέμπουν σε παλαιότερα καθεστώτα ιεραρχίας, υποταγής και ετερονομίας είναι και η βάση πάνω στην οποία εδράζεται και αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα το ίδιο το σύστημα.

Η βαρβαρότητα αυτού του συστήματος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο εάν απορρίψουμε τους μηχανισμούς που το αναπαράγουν και το διατηρούν ισχυρό. Όσοι από εμάς οραματίζονται και αγωνιούν για μια διαφορετική κοινωνία πραγματικής ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης αναζητούν και τα μέσα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυτή. Αξιόλογη προσπάθεια και ευκαιρία για διάλογο αποτελεί το φόρουμ – πολιτικό εργαστήρι «ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Προτάσεις για έναν άλλο κόσμο από κοινού» που διοργανώνεται από τις πρωτοβουλίες: Ηλιόσποροι (www.iliosporoi.net) και Reaserch & Degrowth Greece (www.degrowth.org), στις 20-22 Φεβρ. 2015 στο Πολυτεχνείο, Αμφιθέατρο Γκίνη (εδώ το πρόγραμμα του φόρουμ).

Η υπέρβαση του κοινοβουλευτισμού και της αντιπροσώπευσης, ο εμβολιασμός (έστω αρχικά) του πολιτεύματος με αμεσοδημοκρατικά εργαλεία, η πορεία επομένως προς την άμεση Δημοκρατία (όπου η θλιβερή σχέση κράτους-πελάτη θα μπορούσε να εκριζωθεί οριστικά), το πρόταγμα της αυτονομίας, η πολιτική παιδεία, η αυτοοργάνωση, η αποανάπτυξη (απομεγέθυνση) & παραγωγική ανασυγκρότηση, η αλληλέγγυα οικονομία, η αυτάρκεια, και η οικονομική αποκέντρωση είναι ισχυρά και πειστικά μέσα, τα οποία οφείλουμε να αναζητήσουμε, να συζητήσουμε και να διαδώσουμε.

Ο σαφής καθορισμός μιας πορείας πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού, για τον οποίο θα αξίζει να αγωνιστούμε συλλογικά, αποτελεί τόσο επιτακτική ανάγκη όσο και καθήκον.

Οι εκλογές σε συνθήκες μετακοινοβουλευτισμού

C1C6BAEF-C82A-4735-B3CC-4D2DF88B3DA8

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 20 Ιανουαρίου 2015]

Του Γιώργου Ν. Οικονόμου

Ακόμη μία φορά η κοινωνία σέρνεται σε εκλογές, χωρίς ουσιαστική ενημέρωση, πληροφόρηση και συμμετοχή σε αυτά που συμβαίνουν. Άλλη μία φορά καλείται να επικυρώσει το ολιγαρχικό κομματοκρατικό σύστημα που οδήγησε στην χρεοκοπία και είναι ανίκανο να σταματήσει την ολέθρια πορεία. Πάλι η κοινωνία είναι έτοιμη να αναθέσει τις τύχες και το μέλλον της σε αμφιλεγόμενους πολιτικούς, προβληματικά κόμματα, σε γραφειοκρατικές διακυβερνήσεις και θνησιγενή προγράμματα.

Πράγματι, η κομματική αντιπαράθεση εδώ και πέντε έτη εγκλώβισε τη συζήτηση στο δίπολο «μνημόνιο – αντιμνημόνιο», «τρόικα – αντιτρόικα». Οι μεν ισχυρίζονται ότι θα σώσουν τη χώρα με το μνημόνιο και το ευρώ, ενώ οι δε ότι θα σώσουν την κοινωνία από το μνημόνιο και από το ευρώ. Αυτό όμως που κατάφεραν και οι δύο πλευρές ήταν να σώσουν το αποτυχημένο και παραπέον σύστημα, βοηθώντας το να διατηρηθεί άθικτο χωρίς αναδόμηση, αναδιάρθρωση και ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές. Αυτά τα αντιθετικά δίπολα-διλήμματα, συγκαλύπτουν το ουσιαστικό και θεμελιώδες πρόβλημα της χώρας, που είναι η ανάγκη για βαθειές πολιτειακές και θεσμικές αλλαγές, οι οποίες λείπουν εκκωφαντικά από τις διαθέσεις και τα προγράμματα όλων των κομμάτων.

Ταυτοχρόνως λείπουν από την κοινωνία το όραμα, η επιθυμία και η βούληση για ριζικές αλλαγές, οι οποίες θα αφαιρέσουν εξουσία, προνόμια και πλούτο από τους παραδοσιακούς κατόχους και θα επιτρέψουν τη συμμετοχή των ατόμων στη λήψη των αποφάσεων και στη θέσπιση των νόμων. Χωρίς αυτή τη συμμετοχή δεν είναι δυνατόν να βρεθεί διέξοδος στην καταστροφική πορεία, διότι ένας από τους λόγους για την πορεία αυτή ήταν η πολιτική απουσία της κοινωνίας. Επίσης, οι δήθεν ειδικοί αποδείχθηκαν ανίκανοι, διαπλεκόμενοι και διεφθαρμένοι, ενώ η εκλογική νίκη δεν προσπορίζει την ουσιαστική εξουσία, η οποία στην πραγματικότητα ασκείται από την ολιγαρχία των τραπεζών, των επιχειρήσεων, των ΜΜΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αλήθεια αυτή επιβεβαιώνεται και από την σημερινή εικόνα των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων, τα οποία, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, έχουν μεταλλαχθεί σε μετα-αντιπροσωπευτικά, μετα-κοινοβουλευτικά πολιτεύματα. Ενώ δηλαδή διατηρούν ακόμη το κοινοβούλιο και τις εκλογές εν τούτοις αυτά δεν παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, διότι οι τελευταίες λαμβάνονται από τις αγορές, από κέντρα που δεν έχουν εκλεγεί από τις κοινωνίες. Σε αυτό συνετέλεσε η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και χρηματιστικοποίησης εκ μέρους των μεγάλων επιχειρήσεων, των τραπεζών και χρηματιστηρίων με τη βοήθεια των κοινοβουλίων όλων των δυτικών χωρών. Έτσι οι αποφάσεις λαμβάνονται όχι μόνο ερήμην της κοινωνίας αλλά και ερήμην του κοινοβουλίου. Αυτό σημαίνει απουσία τόσο δημοκρατίας όσο και αντιπροσώπευσης. Η κατάσταση αυτή έχει λάβει ακραία μορφή στην περίπτωση της Ελλάδας, στην οποία είναι έκδηλη η ανάθεση των αποφάσεων σε κέντρα εκτός της κοινωνίας και του κοινοβουλίου, στην εξωθεσμική τρόικα. Στο πλαίσιο αυτό οι εκλογές δεν συνιστούν ουσιαστικό όργανο πολιτικής και αντιπροσώπευσης. Δεν λύνουν τα θεμελιώδη προβλήματα. το κύριο που καταφέρνουν είναι να τα συγκαλύπτουν, να τα οξύνουν ή να τα μεταθέτουν. Το μόνο που επιτρέπουν οι εκλογές είναι η διαχείριση της εξουσίας προς όφελος των κομμάτων, των ισχυρών και της ολιγαρχικής ελίτ. Επί πλέον η άποψη πως τα κόμματα μπορούν να επαναφέρουν το κοινοβούλιο στην προτέρα κατάστασή του για να αποφασίζει κυριαρχικώς είναι φαύλος κύκλος, αφού από την προτέρα κατάσταση μεταλλάχθηκε σε μετακοινοβουλευτισμό εν πλήρει γνώσει και συνειδήσει.

Από την άλλη, η εκλογική διαδικασία δεν δανείσθηκε τυχαίως όρους από την στρατιωτική και πολεμική ορολογία. Πρόκειται ακριβώς περί εκστρατείας, με όλη τη σημασία της λέξεως, που έχει σκοπό να αλώσει τη συνείδηση και να κάμψει τη θέληση των ανθρώπων, έτσι ώστε αυτοί, βομβαρδισμένοι με προεκλογικές υποσχέσεις, βαρύγδουπα συνθήματα, λεηλατημένοι από την πλύση εγκεφάλου, τους εκβιαστικούς μονόδρομους και τα εκφοβιστικά διλήμματα, να συρθούν εξουθενωμένοι και καθημαγμένοι στις κάλπες, να παραδοθούν και να παραδώσουν την εξουσία στα κόμματα, στους ολίγους. Ο αντίπαλος, δηλαδή, στην προεκλογική εκστρατεία, δεν είναι ο άλλος υποψήφιος ή το άλλο κόμμα – αυτοί, λίγο ή πολύ, είναι οι κερδισμένοι και οι νικητές, επειδή ούτως ή άλλως συμμετέχουν στη διανομή της εξουσίας και επωφελούνται από αυτήν. Ο ουσιαστικός αντίπαλος είναι οι πολλοί, οι οποίοι πρέπει να καμφθούν και να αλλοτριωθούν πολιτικώς, να καταντήσουν ψηφοφόροι, να παραδώσουν τα ψήγματα ελεύθερης σκέψης και πολιτικής δύναμης που κατέχουν στους ολίγους κομματικούς. Έτσι όμως χάνεται τόσο η διέξοδος από τη χρεοκοπία και την παρακμή όσο και το όραμα της δημοκρατίας. Οι μεγάλοι ηττημένοι των εκλογών είναι η κοινωνία και η δημοκρατία.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων τι μπορεί να κάνει η χειμαζόμενη κοινωνία; Η μόνη δύναμη που έχει η κοινωνία είναι η εφεδρεία της επανάστασης, λέει η Χάννα Άρεντ και συμφωνεί ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Επανάσταση δεν σημαίνει όπλα, φόνοι, εμφύλιοι και κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων, με τη μαρξιστική και λενινιστική έννοια, αλλά μία κινητοποίηση του κοινωνικού πλήθους για ριζοσπαστικές αλλαγές, για θεσμική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος. Προαπαιτούμενο είναι η κοινωνία να συμπεριφερθεί όχι ως εκλογικό παθητικό ενεργούμενο, αλλά ως ενεργητικό πολιτικό υποκείμενο, ως αυτόνομη συλλογικότητα με βούληση και όραμα για μία δημοκρατική κοινωνία.

Επίθεση κατά του Charlie Hebdo: Το δημοκρατικό γεγονός θα είναι μετά ή δεν θα είναι

Του Νίκου Ηλιόπουλου

Τι είναι ένα γεγονός

Γεγονός είναι το απροσδόκητο, το απρόβλεπτο, ό,τι δεν μπορεί να εξηγηθεί πλήρως. Μπορούμε τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να το καταλάβουμε, όπως έλεγε η Χάννα Άρεντ, ή να το διαυγάσουμε (αποσαφηνίσουμε), όπως θα έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Γεγονός είναι κατά κύριο λόγο αυτό που δημιουργεί μια νέα κατάσταση.

Η επίθεση κατά του Charlie Hebdo, όσο σοβαρή και αποκρουστική κι αν είναι, δεν αποτελεί από μόνη της ένα γεγονός. Με την ακριβή και συγκεκριμένη μορφή που πήρε, ήταν σίγουρα απρόσμενη, ή και ανυποψίαστη, αδιανόητη πριν, αλλά ως φονική πράξη βίας, ήταν αναμενόμενη και είχε προβλεφθεί. Θυμίζω ότι το λεγόμενο σχέδιο Vigipirate είναι από καιρό σε ισχύ στη Γαλλία· και ως πραγματικό, απτό, συμβάν, θυμίζω ότι τις τελευταίες ημέρες και εβδομάδες, η κυκλοφορία διακόπηκε πολλές φορές στο μετρό του Παρισιού «λόγω ενός ύποπτου δέματος». Για να είμαι ειλικρινής, φοβόμουνα την τοποθέτηση βόμβας σε ένα βαγόνι του μετρό, επίθεση αδιακρίτως εναντίον δικαίων και αδίκων, ενάντια σε όλους μας[1].

Αλλά το γεγονός έχει ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό. Είναι απρόβλεπτο όσον αφορά τις συνέπειες που έχει άμεσα και θα έχει στο μέλλον. Από αυτή την άποψη, η επίθεση εναντίον του Charlie Hebdo, και η φρικτή σφαγή που ακολούθησε, έδωσε αμέσως τα σημάδια ενός γεγονότος. Αυτά τα σημάδια είναι κυρίως η μεγάλη συγκίνηση που προκάλεσε, η έκταση της καταδίκης αυτής της πράξης, η αλληλεγγύη που πήρε το όνομα: Είμαι Charlie, και κυρίως οι μεγάλες συλλογικές κινητοποιήσεις υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης. Η άμεση συνέπεια της επίθεσης εναντίον του Charlie Hebdo είναι ότι αυτή ερμηνεύτηκε ως μια επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης – και πολύ σωστά.

Ωστόσο, μόνο ένα μακροπρόθεσμο μέλλον θα δείξει τις συνέπειες αυτού του γεγονότος, και είναι πρόωρο να πούμε σήμερα ότι θα υπάρχει ένα πριν και ένα μετά την 7η Ιανουαρίου του 2015, ως προς τις μεγάλες γραμμές της σημερινής γαλλικής κοινωνίας[2].

Η κατάσταση της γαλλικής κοινωνίας

Είναι, επομένως, αδύνατο να κάνουμε μια ανάλυση του γεγονότος χωρίς να λάβουμε υπόψιν τη σημερινή κατάσταση της γαλλικής κοινωνίας. Βρισκόμαστε σε μια κοινωνία όπου το τέλος των τεσσάρων θεμελιωδών αξιών, που φτιάχνουν αλυσίδα : θρησκεία-οικογένεια-εκπαίδευση-εργασία, έχει σημάνει. Είναι μια διαπίστωση που έχω κάνει εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα. Αυτό το τέλος σημαίνει γενικά έλλειψη νοήματος ζωής σε αυτήν την κοινωνία. Μακριά από το είναι μόνο κάτι αρνητικό, αυτό το τέλος ανοίγει ταυτόχρονα το δρόμο για την επινόηση νέων τρόπων ζωής για τον καθένα και για όλους.

Η έλλειψη νοήματος ζωής, νοήματος που εξασφάλιζε για μεγάλο χρονικό διάστημα η θρησκεία, δημιουργεί στην κοινωνία πολλά ρεύματα τελείως αντιφατικά : υπάρχουν αυτοί που αναζητούν αλλού, έξω από τις θεμελιώδεις αξίες, το νόημα της ζωής τους, υπάρχουν όμως και αυτοί που βρίσκουν καταφύγιο στη θρησκεία με τρόπο απόλυτο, ολοκληρωτικό, και φανατικά. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η καθυστέρηση της καθαυτής πολιτικής σκέψης και πράξης να ανοίξουν τουλάχιστον μια συζήτηση σχετικά με τη θρησκεία είναι σημαντική, αν όχι αβυσσαλέα. Σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων, θεωρώ ότι εγγράφεται η σημαντική συμβολή του Charlie Hebdo για να ανοίξει αυτή η συζήτηση, με βάση την ιδέα ότι τα πάντα πρέπει να συζητούνται στη σημερινή κοινωνία, τα πάντα μπορούν να κριτικαριστούν και να είναι αντικείμενο κριτικής, τα πάντα μπορούν να διακωμωδηθούν και να είναι αντικείμενο διακωμώδησης. Μέσα σε αυτή την καθυστέρηση, εισέρχεται ταυρόχρονα οποιαδήποτε ενέργεια που θέλει να σταματήσει κάθε εξέλιξη των πραγμάτων προς τη χειραφέτηση ως προς τη θρησκεία και τις θρησκείες. Με άλλα λόγια, η ιδέα της εγκοσμιότητας (laïcité) στη γαλλική κοινωνία είναι σήμερα περισσότερο από ξεπερασμένη. Ως ιδέα και θεσμική πραγματικότητα, η εγκοσμιότητα αντιστοιχεί σε μια άλλη εποχή. Μια άλλη σχέση πρέπει να θεσμιστεί ανάμεσα στη θρησκεία και την κοινωνία.

Όμως, η έλλειψη νοήματος ζωής και η διατάραξη της διαδρομής που χάραζαν για την ανθρώπινη ζωή οι τέσσερεις θεμελιώδεις αξίες που εκπνέουν, δεν οφείλονται μόνο στην παρακμή της θρησκείας. Υπάρχει η «αποσύνθεση» της οικογένειας, η «ανασύνθεση» της οποίας δεν λύνει το πρόβλημα παρά μόνο εν μέρει, υπάρχει η α-νοησία (μη νόημα) της εκπαίδευσης, υπάρχει η έλλειψη νοήματος της εργασίας περισσότερο από την έλλειψη εργασίας, υπάρχουν οι τεράστιες δυσκολίες στις ανθρώπινες σχέσεις όλων των ειδών. Τρομερή έλλειψη έμφανίζεται πάλι εδώ μιας ανοικτής και ρητής δημοκρατικής συζήτησης για το τι μπορεί να γίνει μπροστά σε αυτή την ιστορικά πρωτότυπη κατάσταση.

Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού επιτυγχάνουν, ωστόσο, να δώσουν νόημα στη ζωή τους επινοώντας άλλους τρόπους κοινής ζωής. Άλλα μεγάλα τμήματα του ίδιου πληθυσμού δεν το καταφέρνουν ή δεν θέλουν. Τι να κάνουμε σε μια κοινωνία που θέλει να είναι δημοκρατική ; Δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος παρά ο διάλογος. Σκέψη και πολιτική πράξη λείπουν επειδή τα πάντα είναι αποκλεισμένα από την καθεστηκυία (καθιερωμένη) πολιτική. Στο σημερινό αντιπροσωπευτικό πολιτικό καθεστώς, η καθεστηκυία πολιτική, όπως έχει οργανωθεί από τα πολιτικά κόμματα για την κατάκτηση της κυβερνητικής (κρατικής) εξουσίας, σημαίνει ότι για τους γενικούς προσανατολισμούς της κοινωνίας δεν αποφασίζουν οι πολίτες αλλά οι επαγγελματίες πολιτικοί. Οι ψηφοφόροι παρέχουν στους επαγγελματίες πολιτικούς μια ευκαιριακή νομιμότητα στο βωμό των εκλογών.

Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο βρίσκεται η σημερινή γαλλική κοινωνία, και σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αναλύσουμε τα συμβάντα που σχετίζονται με την επίθεση κατά του Charlie Hebdo, καθώς και αυτά που ακολούθησαν, όπως η ομηρία στο παντοπωλείο cacher[3]. Ο διεθνής παράγοντας υπεισέρχεται ασφαλώς στο πλαίσιο αυτό, αλλά σε ίσο βαθμό με αυτόν της κοινωνικής κατάστασης στη Γαλλία. Πρέπει να τονιστεί κυρίως το συνολικό κοινωνικό υπόβαθρο αυτών των συμβάντων, και όχι μόνο οι εθνοτικές, θρησκευτικές και άλλες πλευρές.

Οι συμβατικές αναλύσεις των συμβάντων και η γνώμη μου

Δεν είναι αλήθεια ότι η Γαλλία είναι σήμερα ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, συν ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους (laïcité). Και από αυτή την άποψη, δεν είναι επίσης αλήθεια ότι «η Γαλλία χτυπήθηκε στην καρδιά»4. Δεν είναι αλήθεια, όχι μόνο και κυρίως επειδή αυτά τα ιδανικά-αξίες δεν ανταποκρίνονται, και κατάφωρα μάλιστα, στην πραγματικότητα της σημερινής γαλλικής κοινωνίας, αλλά κυρίως επειδή η ελευθερία, η ισότητα, η αδελφοσύνη και η εγκοσμιότητα (laïcité) πρέπει να εφευρεθούν εκ νέου και να επαναπροσδιοριστούν ριζικά, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις κοινωνικές πραγματικότητες του παρόντος.

Πραγματικότητες που έχουν αλλάξει και αλλάζουν με εκπληκτική ταχύτητα.

Για παράδειγμα, δεν λέει τίποτα, πραγματικά, η εγκοσμιότητα, ως διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, ή ως διαχωρισμός θρησκείας και πολιτικής, όταν εκατομμύρια άνθρωποι διεκδικούν σήμερα τον αθεϊσμό τους, και άλλα εκατομμύρια άνθρωποι διεκδικούν τελετουργίες και τρόπους ζωής που ανήκουν ούτως ή άλλως στην πιο καθημερινή ζωή. Όταν εκατομμύρια γυναίκες διεκδικούν την ισότητα και την ελευθερία, και άλλα εκατομμύρια ανδρών και γυναικών εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι γυναίκες δεν είναι ίσες με τους άνδρες και πρέπει να υποτάσσονται σε αυτούς.

Όλα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με οποιοδήποτε αμάλγαμα και με οποιαδήποτε -φοβια, εκτός και αν ονομάζουμε αμάλγαμα και φοβία τη διαυγή ματιά στην κοινωνίας όπως είναι σήμερα. Από τη σκοπιά της ετερονομίας, και ειδικότερα αυτής που είναι η βαρύτερη ιστορικά και πραγματικά, της θρησκευτικής ετερονομίας, το ερώτημα τίθεται αναπόφευκτα : ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στις τρεις θρησκείες τις λεγόμενες του Βιβλίου, ιουδαϊσμός, χριστιανισμός και ισλάμ ;

Είμαι Charlie, απαντά σωστά και δίκαια, ωστόσο, σε αυτές τις αντιφάσεις που θα μπορούσαν να είναι και να γίνουν υπερβάσιμες5. Είμαι Charlie, σημαίνει ότι έχω το δικαίωμα να εκφράζομαι και να ζω ελεύθερα. Έχω αυτό το δικαίωμα, χωρίς να προσπαθεί κανείς με την ισχύ και τη βία να με κάνει να δρω και να ζω διαφορετικά. Έχω το δικαίωμα να πείθω με την έρευνα, τη μιλιά και την κριτική, και καταδικάζω σθεναρά, κατηγορηματικά, κάθε προσπάθεια για τη βίαιη φυσική εξάλειψη του άλλου.

Ωστόσο, έχω το δικαίωμα σημαίνει ότι είμαι μέλος μιας πολιτικής κοινωνίας που θα οικοδομηθεί στα υφιστάμενα δημοκρατικά θεμέλια αφού ταυτόχρονα τα αναθεωρήσει ριζικά. Η δημοκρατία, ως πολιτικό καθεστώς και ως μορφή κοινωνίας, πρέπει να γίνει το κύριο πρόταγμα-έργο της στιγμής. «Μία λέξη προσανατολίζει το στοχασμό μας όταν σκεφτόμαστε τη δημοκρατία, η λέξη απόφαση. Απόφαση από τους πολίτες.», έγραφα άλλοτε. Η λέξη της δημοκρατίας είναι επίσης η πειθώ, θα προσθέσω τώρα.

Ορισμένα πολιτικά ζητήματα

Τα πρώτα καθαυτά πολιτικά ερωτήματα που έθεσα στον εαυτό μου όταν έμαθα την επίθεση κατά του Charlie Hebdo ήταν: Γιατί τώρα; Γιατί αυτός ο στόχος; Γιατί αυτή η «αποτελεσματικότητα»; Ποιοι είναι οι στόχοι της επίθεσης; Και, κυρίως, ποιες θα είναι οι συνέπειες; Θέτοντας τα ορθά, κατά τη γνώμη μου φυσικά, ερωτήματα, κάνουμε ήδη ένα πρώτο βήμα για την κατανόηση αυτού του γεγονότος.

Δεν έχω μια ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα: Γιατί τώρα; Τα γεγονότα έδειξαν πάντως ότι οι δύο φανατικοί ισλαμιστές, παρόλο που είχαν ετοιμάσει την επίθεσή τους, δεν είχαν σχεδόν κανένα σχέδιο οπισθοχώρησης, με αποτέλεσμα να κάνουν ασυνάρτητα πράγματα. Θα ήθελα να κάνω εδώ μια παρατήρηση που θεωρώ σημαντική, από την άποψη της δημοσιογραφικής (και όχι μόνο) περιγραφής των πραγματικών περιστατικών. Πολλά ειπώθηκαν για τη ψυχραιμία και τον επαγγελματισμό των δολοφόνων. Περίεργη, πράγματι, αντίληψη για τον επαγγελματισμό. Ο χρόνος και ο χώρος δεν επιτρέπουν μια μακριά ανάλυση. Αλλά για κάποιον που έχει εργαστεί σε πολλούς τομείς, είναι ανατριχιαστικό να ακούει την έννοια του επαγγελματισμού στη δολοφονία, του επαγγελματισμού ο οποίος τουλάχιστον στο μυαλό των διευθυντών στην εργασία σημαίνει τα πάντα και τίποτα, και είναι καλός επαγγελματίας αυτός που υποτάσσεται στις πιο παράλογες εντολές.

Σχετικά με την επιλογή του στόχου, η γνώμη μου είναι ότι τα δύο άτομα που έκαναν την επίθεση δεν θα μπορούσαν επιλέξουν στόχο που θα τους απομόνωνε περισσότερο από την κοινή γνώμη, και από τους μουσουλμάνους ακόμη. Εκτέλεσαν εν ψυχρώ πολύ συμπαθητικούς ανθρώπους, για ένα συμβάν που φαίνεται μακρινό, τη δημοσίευση των γελοιογραφιών του Προφήτη, ένα θέμα επιπλέον που, κατά τη γνώμη μου, δεν θίγει ιδιαίτερα την ευαισθησία των πιστών, τουλάχιστον στη Γαλλία. Θα πρέπει να προϋποθέσουμε ακόμα ότι οι πιστοί ήξεραν αυτή τη δημοσίευση και επίσης την εφημερίδα Charlie Hebdo. Η διατύπωση του Edgar Morin είναι ορθή : «η έλλειψη σεβασμού από την εφημερίδα Charlie Hebdo τοποθετείται στο επίπεδο του γέλιου και του χιούμορ, πράγμα που δίνει έναν τερατωδώς ηλίθιο χαρακτήρα στην επίθεση» (Άρθρο που αναφέρεται παραπάνω).

Γιατί αυτή η «αποτελεσματικότητα»;

Διότι, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, υπήρξε μια χαλάρωση της προστασίας των προσώπων που αποτελούσαν στόχο. Τα ανθρώπινα πράγματα, έλεγε ο Πλάτων, εξαρτώνται από τη φύση, από την πολιτική τέχνη και την τύχη. Δέκα λεπτά αργότερα, η συνεδρίαση της συντακτικής ομάδας της εβδομαδιαίας εφημερίδας θα είχε τελειώσει και τα μέλη της θα ήταν διασκορπισμένα στο κτήριο.

Ποιοι είναι οι στόχοι της επίθεσης; Και εδώ επίσης υπάρχουν σοβαρά ερωτηματικά σχετικά με την ικανότητα των φονταμενταλιστών ισλαμιστών που διέπραξαν την επίθεση να σκέφτονται πολιτικά. Ποτέ δεν ξέρουμε εκ των προτέρων τις συνέπειες των πράξεών μας, είναι αλήθεια. Αναλύσεις που είδαν αμέσως το φως της δημοσιότητας, όπως αυτή του Robert Badinter, μιλάνε για μια πολιτική παγίδα που στήθηκε από τους φανατικούς ισλαμιστές: «Τέλος, ας σκεφτούμε αυτή την ώρα της δοκιμασίας την πολιτική παγίδα που μας έστησαν οι τρομοκράτες. Αυτοί που κραυγάζουν “allahou akbar” κατά τη στιγμή της δολοφονίας ανθρώπων, προδίδουν οι ίδιοι από φανατισμό το θρησκευτικό ιδεώδες το οποίο επικαλούνται. Ελπίζουν επίσης ότι η οργή και η αγανάκτηση που κατακλύζουν το Έθνος θα βρουν σε ορισμένους την έκφρασή τους στην απόρριψη όλων των μουσουλμάνων της Γαλλίας και στην εχθρότητα εναντίον τους. Έτσι, θα μπορούσε να ανοίξει το χάσμα που ονειρεύονται ανάμεσα στους μουσουλμάνους και τους άλλους πολίτες. Να ανάψει το μίσος μεταξύ Γάλλων, να προκληθεί με το έγκλημα η δια-κοινοτική βία, να το σχέδιό τους, πέρα από την ενόρμηση του θανάτου, το οποίο κάνει αυτούς τους φανατισμένους να σκοτώνουν με την επίκληση του Θεού. Ας αρνηθούμε αυτό που θα αποτελούσε τη νίκη τους. Και ας προφυλαχτούμε από τα άστοχα αμαλγάματα και τα αδελφοκτόνα πάθη»[6]

Ποιες θα είναι οι συνέπειες της επίθεσης κατά του Charlie Hebdo;

Πρώτον, για την ώρα, και παρά κάποιες μεμονωμένες αλλά υπαρκτές πράξεις, βλέπουμε να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που οι φονταμενταλιστικές ισλαμιστές φέρεται να επεδίωκαν. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, όπως πολύ συνοπτικά προσπάθησα να πω σε αυτό το κείμενο, η πράξη της 7ης Ιανουαρίου 2015 δεν έγινε μέσα στο κενό. Αν υπάρχει ένα κενό, αυτό είναι το κενό νοήματος της σημερινής γαλλικής κοινωνίας. Μπορώ να το πω από τώρα : τα γεγονότα δείχνουν ότι αυτό το κενό σε μεγάλο βαθμό κατοικείται από μια σταθερή προσήλωση στη δημοκρατία και την ελευθερία της έκφρασης. Όπως ήδη έχω επισημάνει, πριν μερικά χρόνια, το κενό αυτό δεν είναι τόσο κενό όσο φαίνεται. Νέοι τρόποι ζωής, νέα νοήματα ζωής, έχουν ήδη δημιουργηθεί. Και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θέλει απολύτως και αδιαπραγμάτευτα να το καλύψει μέσα σε συνθήκες δημοκρατίας, ελευθερίας και αυτονομίας. Η επίθεση κατά του Charlie Hebdo, που έχει ήδη γίνει ένα γεγονός με την ορμητική ανάδυση της επιθυμίας για την ελευθερία της έκφρασης, θα είναι ένα γεγονός προς τη δημοκρατία αν οι συλλογικές κινητοποιήσεις αυτών των ημερών ανοίξουν το δρόμο της συζήτησης και της πράξης για τα πραγματικά προβλήματα της κοινής ζωής. Για να βρει η θρησκεία τη θέση της αυστηρά στην ιδιωτική σφαίρα, για να δώσει η οικογένεια τη θέση της σε άλλες μορφές κοινής ζωής, για να ξαναβρεί ένα νόημα η εκπαίδευση, για να πάψει η εργασία να είναι η υπέρτατη αξία της κοινωνίας. Για ένα πολιτικό καθεστώς άμεσης δημοκρατίας, για μια πλήρως αυτόνομη κοινωνία μέσα στην οποία η φιλία και ο έρωτας-σεξουαλικότητα, καθώς και το χιούμορ, θα θριαμβεύουν.

Παρίσι, 10-11 Ιανουαρίου 2015

[1] Η εμπειρία του Ιουλίου 1995 στο Παρίσι, που έζησα από κοντά, μπορεί να συνέβαλε στο γεγονός ότι σκέφτηκα αυτή την πιθανότητα. Υπενθυμίζω επίσης ότι για τις βομβιστικές επιθέσεις του Ιουλίου 1995, χρειάστηκε πολύ χρόνος για να επισημανθεί η ιδεολογική προέλευση των αιτίων, ενώ γνωρίζαμε εκ των προτέρων την προέλευση μιας πιθανής επίθεσης τώρα.

[2] Υπήρξε υπερβολή στα λόγια αυτές τις μέρες της συγκίνησης. Σημειώνω ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρώτη σελίδα της εφημερίδας Le Monde, 9 Ιανουαρίου 2015, «Η γαλλική 11η Σεπτεμβρίου». Συμφωνώ, λοιπόν, με την επιτυχημένη φράση του Edgar Morin : « Η συγκίνησή μας δεν πρέπει να παραλύσει τη σκέψη μας, όπως και η σκέψη μας δεν πρέπει να μειώσει τη συγκίνησή μας.» Edgar Morin, «Η Γαλλία χτυπήθηκε στην καρδιά του κοσμικού της χαρακτήρα και της ελευθερίας της», στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας, σ. 14.

[3] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, μεταξύ των δύο πράξεων βίας, υπάρχει μια διαφορά στόχων που οφείλεται ίσως στη διαφορετική οργανωτική ένταξη των πρωταγωνιστών· η επίθεση κατά του Charlie Hebdo είχε στόχο δημοσιογράφους που βλασφήμισαν τον Προφήτη, η κράτηση ως ομήρων είναι «μια τρομακτική αντισημιτική πράξη», πριν να είναι μια πράξη αντισπερισπασμού σε σχέση με την πολιορκία των δύο φυγάδων από την αστυνομία.

[4] Φράση του Φρανσουά Ολλάντ που ανάκτησε και συμπλήρωσε ο Edgar Morin, στο προαναφερθέν άρθρο.

[5] Αναφέρομαι πάλι στο άρθρο του Edgar Morin, ο οποίος γράφει : «Υπήρξε πρόβλημα κατά τη στιγμή της δημοσίευσης των γελοιογραφιών. Πρέπει άραγε να επιτρέψουμε στην ελευθερία να προσβάλλει την πίστη των πιστών του Iσλάμ, υποβαθμίζοντας την εικόνα του Προφήτη της, ή μήπως η ελευθερία της έκφρασης υπερισχύει κάθε άλλης θεώρησης ; Εκδήλωσα τότε την αίσθηση μιας ανυπέρβλητης αντίφασης, καθώς κατά μείζονα λόγο είμαι μεταξύ αυτών που αντιτίθενται στη βεβήλωση των ιερών χώρων και αντικειμένων.» Λίγο παραπάνω γράφει ότι η εφημερίδα Charlie Hebdo είναι «τυπικό δείγμα ασέβειας, και χλευασμού που αγγίζει το ιερό σε όλες τις μορφές του, κυρίως τις θρησκευτικές.» Από την πλευρά μου, καταρχάς, δεν ξέρω άλλες μορφές του ιερού από τις θρησκευτικές· κατόπιν, γιατί οφείλουμε να ξεχωρίζουμε την πίστη των πιστών του Ισλάμ από αυτή των πιστών στον χριστιανισμό, που έχει χλευαστεί εδώ και πάρα πολύ καιρό ; Συμφωνώ σε αυτό το θέμα με τον Bernard-Henri Lévy, ο οποίος στο άρθρο του « Le moment churchillien de la Ve République », που δημοσιεύθηκε στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας Le Monde, ίδια σελίδα, γράφει ότι οφείλουμε «να θεωρήσουμε επιτέλους ότι η λατρεία του ιερού αποτελεί, στη δημοκρατία, προσβολή στην ελευθερία της σκέψης, ότι οι θρησκείες είναι στη δημοκρατία, σύμφωνα με το νόμο, συστήματα πεποιθήσεων εξίσου σεβαστά με τις κοσμικές ιδεολογίες, και το δικαίωμα να γελάμε με αυτά και να τα συζητάμε είναι ένα δικαίωμα όλων των ανθρώπων.» Είναι μια ιδέα που έχω διατυπώσει εδώ και πολύ καιρό, αλλά στην προοπτική μιας κοινωνίας όπου η δημοκρατία δεν είναι μια λέξη τυπωμένη στο χαρτί.

[6] Κείμενο που βρήκα στην ιστοσελίδα της εφημερίδας Libération, 8 Ιανουαρίου 2015, με τίτλο : Robert Badinter : «Οι τρομοκράτες μας στήνουν μια πολιτική παγίδα».