Menu

EAGAINST.com

Με αφορμή το βιβλίο του Γ. Χαμηλάκη «Το έθνος και τα ερείπιά του»

Απόσπασμα από τη βιβλιοκριτική του Α. Φασούλα που περιλαμβάνεται στο τρέχον, 7ο τεύχος του περιοδικού Πρόταγμα

Αρχαίος και Νέος Παρθενώνας: η τυραννία του παρελθόντος

«Μας πήρανε τα μάρμαρα! Ποιος θα ζητήσει τώρα τα οστά των προγόνων μας»; (Μ. Μερκούρη)

Τον Αύγουστο του 2013 ξέσπασε μια μηντιακή καταιγίδα σχετικά με την δήθεν ανακάλυψη του τάφου του Μεγαλέξανδρου στην Αμφίπολη. Το σύντομο αυτό επεισόδιο, ένα ακόμη στην μακρόχρονη σαπουνόπερα του κυνηγιού του χαμένου τάφου-θησαυρού, ξεφούσκωσε λίγες μέρες μετά, αφού προκάλεσε, βέβαια, σωρεία άρθρων. Η συζήτηση για τον «Μέγα Στρατηλάτη», την ελληνικότητα της Μακεδονίας και το ιστορικό συνεχές του ελληνικού έθνους, είχαν γι’ άλλη μια φορά την τιμητική τους κι όλο το ενδιαφέρον για την αρχαιολογική ανασκαφή ενός μνημειώδους τύμβου, έμελλε να ξοδευτεί, σαν ένα ακόμη κούτσουρο, στην φωτιά της εθνικής μας υπερηφάνειας.

Η είδηση για τον τάφο της Αμφίπολης, που επανήλθε και αυτόν τον Αύγουστο αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον, αποτελεί μια θαμπή αντανάκλαση ενός πολύ παλιότερου εγχειρήματος, της σχεδόν εμμονικής προσπάθειας του εθνικού μας αρχαιολόγου Μ. Ανδρόνικου ν’ αποκαλύψει το «μυστικό της Μεγάλης Τούμπας» στη Βεργίνα, ενός εγχειρήματος που κατέληξε το 1977 στην αποκάλυψη δύο τάφων, ένας εκ των οποίων ταυτοποιήθηκε από τον ίδιο τον ανασκαφέα ως ο τάφος του πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Φίλιππου Β΄ της Μακεδονίας. Το «σύνδρομο της Βεργίνας» όπως αποκάλεσε τις «θησαυροθηρικές εξάρσεις» της ελληνικής αρχαιολογικής έρευνας ο αρχαιολόγος Αντώνης Ζώης, φαίνεται να συνδέεται ουσιωδώς με τις εθνικιστικές μας αγωνίες. Το κυνήγι τάφων των Μακεδόνων βασιλέων αποτελεί, στην πραγματικότητα, κυνήγι της ταυτότητας του γένους.

κυνηγός νεκρών

Τα οστά του Φιλίππου βγήκαν από τη μακεδονική γη για να την θωρακίσουν «κατά των πολεμίων της» (ΕκΕ, σ. 153), δένοντας έτσι την μακεδονική αρχαιότητα με τον κλασικό ελληνικό πολιτισμό και το εθνικό συνεχές γενικότερα. Το ελληνικό πνεύμα, η προγονική αυτή ουσία που διαποτίζει την ιστορία του έθνους από την προϊστορία ως σήμερα, αποκτά υλική υφή, γίνεται απτό κι ορατό· και μέσω της αρχαιολογικής σκαπάνης, γεωγραφικές περιοχές ενώνονται φαντασιακά στο μεγάλο σώμα του έθνους. Παρελθόν, παρόν και μέλλον, οι χρόνοι αποκαθαίρονται και απορροφούνται από τον εθνικό μύθο. Ο Ανδρόνικος, όπως σημειώνει ο Χαμηλάκης, είχε απόλυτη συνείδηση του ρόλου του. Το έργο του εντάσσεται στην μεγάλη προσπάθεια του έθνους να ολοκληρωθεί. «Γι’ αυτόν, ο ελληνισμός, σύγχρονος και παρελθών, προϊστορικός, κλασικός και βυζαντινός, τα δημοτικά τραγούδια και τα αρχαία τέχνεργα, η ηπειρωτική Ελλάδα, η ελληνική Ανατολία και η Κύπρος ήταν ένα. Η συνέχεια του ελληνικού πνεύματος ήταν αδιαμφισβήτητη» (ΕκΕ, σ. 162- 163). Ο ελληνισμός του Ανδρόνικου μοιάζει, λοιπόν, με κολλάζ του Ελύτη, όπου κλασικά αγάλματα και ορθόδοξα χερουβείμ παντρεύονται με νησιώτικα ξωκλήσια και θαλάσσια όστρακα[1].

Όσο κι αν φανεί περίεργο, η εικόνα αυτή θυμίζει τρομαχτικά την μεταξική ρητορεία περί του παρελθόντος του τόπου. Ο Σπυρίδων Μαρινάτος, ο κατεξοχήν τεταρταυγουστιανός αρχαιολόγος και υποστηριχτής της μεταξικής δικτατορίας, σε λόγο του το 1939, προσπαθεί να δείξει «πόσο αδιάσπαστος είναι η συνέχεια των γεγονότων, όσα εξειλίχθησαν από της απωτάτης εποχής επί του πατρίου ελληνικού εδάφους. Ηθέλησα να δείξω, ότι η προϊστορία και η ιστορία του εδάφους της πατρίδος μας αποτελούν μιαν συνεχή άλυσιν γεγονότων. [..] Διότι είναι πράγματι αφάνταστος η συνοχή και η συντηρητικότης της φυλής, της ψυχής και της γλώσσης, ήτις ανεπτύχθη επί του εδάφους τούτου επί του οποίου ζώμεν» (ΕκΕ, σ. 225).

Η σύνδεση των ιστορικών χρόνων συνοδεύεται από την επιθυμία σύνδεσης των γεωγραφικών τόπων, των μνημών και των υλικών καταλοίπων. Το εθνικό σώμα πρέπει να είναι ολόκληρο! Και είναι αυτή ακριβώς η «νοσταλγία για το όλον», κατά την έκφραση του Χαμηλάκη, που προστάζει και την επιστροφή των ελληνικών (κατά κανόνα κλασικών) αρχαιοτήτων από τα μουσεία όλου του κόσμου, πίσω, «στη χώρα που τα γέννησε». Το εθνικό φαντασιακό βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση ολοκλήρωσης. Η «Μητέρα-Πατρίδα» αποζητά τα τέκνα της: έλληνες ξενιτεμένους, αγάλματα και μάρμαρα, αλύτρωτες πατρίδες οφείλουν να επιστρέψουν στην θαλπωρή του κόρφου[2].

«Ο Τόμας Μπρους, κόμης του Έλγιν, αφαίρεσε περισσότερα από το ήμισυ των γλυπτών. Μερικά από αυτά τα πήρε από το έδαφος. Μερικά τα γκρέμισε από τον ίδιο το ναό! Από τότε, το πιο εμβληματικό μνημείο κλασικού πολιτισμού στον κόσμο παραμένει ακρωτηριασμένο. Από τότε, τα μάρμαρα της Ακρόπολης ζητούν την επιστροφή των μαρμάρων που λείπουν! Από τότε η χώρα μου προσπαθεί να επιτύχει την επανένωση του Παρθενώνα. Λίγα χρόνια μετά τη λεηλασία του Έλγιν, οι Έλληνες επαναστάτησαν εναντίον της Οθωμανικής κυριαρχίας και κέρδισαν την ανεξαρτησία τους. Αλλά τα κλεμμένα μάρμαρα εξακολουθούν να λείπουν από τον τόπο τους και από τις καρδιές μας». Με αυτά τα λόγια ο Α. Σαμαράς, απευθυνόμενος στου ευρωπαίους υπουργούς οικονομικών στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης, υπενθύμισε γι’ άλλη μια φορά την εθνική αξίωση της επιστροφής των τμημάτων του Παρθενώνα από το Βρετανικό μουσείο. Η αλυτρωτική αυτή υπενθύμιση, όμως, αποκαλύπτει και μιαν άλλη πλευρά της εθνικιστικής ρητορείας που, όπως υπογραμμίστηκε και σε προηγούμενα τεύχη μας[3], θέλει τον αγώνα του Γένους, έναν μεγαλειώδη αγώνα επιβίωσης κόντρα στην σκληρή κι αγνώμονα Δύση απ’ την μια πλευρά και στους «εξ ανατολάς εχθρούς» από την άλλη. Στριμωγμένο ανάμεσα σ’ αυτές τις συμπληγάδες, το «ανάδελφον έθνος» επιμένει να υπάρχει και να μεγαλουργεί!

Η Μ. Μερκούρη, πρωτεργάτρια της επιστροφής των γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα, έλεγε πως αυτά τα μάρμαρα είναι «η ουσία της ελληνικότητάς μας»[4]. Υπό μία έννοια η Μερκούρη είχε δίκιο. Το αίτημα της επιστροφής των μαρμάρων φαίνεται πράγματι να ενσαρκώνει απόλυτα όλα τα χαρακτηριστικά της «ελληνικότητας»: θυματικό εθνικισμό, αντιδυτικισμό και νοσταλγία για το όλον. Η μη επιστροφή των εξόριστων αδερφών μας στην πάτρια γη γίνεται σύμβολο των αδικιών που αυτός ο δύσμοιρος λαός, από την αρχή της ιστορίας του φαίνεται να υφίσταται, σύμβολο του ατελείωτου «ρωμαίικου καημού».

Αυτή η ουσιοκρατική αντίληψη περί ελληνικότητας, με τα παραπάνω πάντα χαρακτηριστικά, και η συνεπακόλουθη ένταξη των αρχαίων καταλοίπων σ’ αυτό το σχήμα, διατρέχει την ελληνική κοινωνία οριζόντια και κάθετα. Ο Χαμηλάκης, προσεγγίζοντας την λειτουργία του παρελθόντος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μακρονήσου, αναδεικνύει τις βαθιές ρίζες του εθνικιστικού φαντασιακού, καθώς ο πυρήνας του εντοπίζεται ακόμη και στην σκέψη των εξορίστων. Ο συγγραφέας επαναφέρει έτσι με θάρρος το ζήτημα του αριστερού εθνικισμού, σκαλίζοντας με προσοχή τις μνήμες των κολασμένων του «Νέου Παρθενώνα».

Με αυτόν τον τίτλο μοστράριζε το επίσημο κράτος εν μέσω Εμφυλίου, τον τόπο που είχε επιλεχθεί για την «αναμόρφωση» και την «εθνική επανένταξη» των κομμουνιστών κι άλλων αριστερών ή γενικώς «αντιφρονούντων» πολιτών. Η υποδήλωση του κλασικού παρελθόντος είναι πασιφανής. Οι εξόριστοι κατασκευάζοντας μικρογραφίες αρχαίων μνημείων και ανεβάζοντας αρχαίες τραγωδίες, έπρεπε να εξαγνιστούν, «ν’ ανανήψουν», να αποτινάξουν το «βαρβαρικό» -ουδόλως ελληνικό, αλλά ξενόφερτο- αριστερό τους παρελθόν και ν’ επιστρέψουν και πάλι στην αγκάλη του Έθνους. Το παρελθόν είναι πανταχού παρόν στη Μακρόνησο.

Έχει ενδιαφέρον ν’ αντιπαραβάλουμε την ανάλυση του Χαμηλάκη με αυτήν που επιχειρεί ο Άκης Γαβριηλίδης στο βιβλίο του Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού[5]. Ο Γαβριηλίδης περιγράφει καταρχάς με εξαιρετικό τρόπο τις διάφορες όψεις του αριστερού εθνικισμού. Προχωρώντας όμως στην ερμηνεία του φαινόμενου, υποστηρίζει πως πρόκειται για μια ψυχολογική προσπάθεια απ’ την πλευρά των αριστερών να επιβιώσουν υπό την ασφυκτική πίεση του κράτους της Δεξιάς, για μια στρατηγική επιλογή συνειδητή ή ασυνείδητη[6]. Εν πάση περιπτώσει, ο εθνικισμός παρουσιάζεται ως ένα χαρακτηριστικό εξωτερικό της αρχικής, αυθεντικής αριστερής σκέψης.

Ο Χαμηλάκης επιχειρώντας με τη σειρά του να ερμηνεύσει το φαινόμενο, φαίνεται να επιλέγει μια πιο σωστή, κατά τη γνώμη μας, ανάγνωση. Χρησιμοποιώντας την έννοια των «υποκρυπτόμενων κειμένων» του Τζαίημς Σκοτ, εξηγεί καταρχήν την υιοθέτηση του εθνικιστικού λόγου ως «στρατηγική συγκεκαλυμμένης αντίστασης». Η εξήγηση αυτή λίγο διαφέρει απ’ την «στρατηγική στροφή» του Γαβριηλίδη. Όμως, ο Χαμηλάκης προχωρά επισημαίνοντας πως «πολλές φορές στον δημόσιο λόγο που παρήγαγαν τα θύματα και οι πολέμιοι της Μακρονήσου, η ουσιοκρατική αντίληψη περί ελληνισμού και ελληνικότητας (που συνεπάγεται την άρρηκτη εθνική συνέχεια και την πολιτισμική ανωτερότητα), αν δεν αναπαραγόταν, τότε τουλάχιστον γινόταν σιωπηρά ή ρητά αποδεκτή. Η ηθική αυθεντία της κλασικής αρχαιότητας δεν αμφισβητούνταν»[7].

Η μεταξική δικτατορία, η Δεξιά, η Χούντα αργότερα, κατηγορήθηκαν συχνά από την Αριστερά για ανθελληνισμό, για προδοσία του αυθεντικού ελληνικού πνεύματος και για προσβολή της μνήμης των προγόνων. Για ό,τι ακριβώς και η Δεξιά κατηγορούσε πάντα την Αριστερά. Η Αριστερά, απ’ την πλευρά της, προέβαλλε ανέκαθεν τον εαυτό της ως την πραγματική πατριωτική δύναμη, πιστή στο αληθινό πνεύμα του ελληνικού λαού που παλεύει αιώνια για την ελευθερία του ενάντια σ’ Ανατολή και Δύση. Λίγο παρεκκλίνουμε από την κυρίαρχη εθνική αφήγηση: «οι Έλληνες ξέρουν να πεθαίνουν για την λευτεριά, που δεν τους την εχάρισε κανένας ποτέ, παρά πάντα, από τον καιρό του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας ως το 21 και ως σήμερα, την καταχτήσανε με το αίμα τους και με τον ηρωισμό τους»[8].

[ … ]

[1] Ο κόσμος που παρουσιάζεται στα κολλάζ του ποιητή αντιστοιχεί βεβαίως στην ευρύτερη αντίληψή του για την ελληνικότητα η οποία διαπνέει όλη του τη δημιουργία, με το Άξιον Εστί, φυσικά, σε εξέχουσα θέση. Ο ελληνισμός κι εδώ αρθρώνεται ως ένα σύμπλεγμα στοιχείων διαφορετικών ιστορικών περιόδων του ίδιου αιώνιου Έθνους.

Σε αντίστοιχο εγχείρημα φαίνεται να επιδόθηκε πολύ πρόσφατα ο Τζιμ Φρέκλινγκτον, ο οποίος κατασκεύασε μια πραγματική άμαξα-κολλάζ για την βασίλισσα Ελισάβετ του Ηνωμένου Βασιλείου. Στην άμαξα αυτή συγκολλήθηκαν υλικά θραύσματα της βρετανικής ιστορίας, όπως κομμάτι του πλοίου που κυβερνούσε ο ναύαρχος Νέλσων το 1805 κατά τη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, μια παλιά πόρτα της πρωθυπουργικής κατοικίας στον αριθμό 10 της Ντάουνινγκ Στριτ, μια σφαίρα μουσκέτου που χρονολογείται από τη μάχη του Βατερλώ ή ακόμη κομμάτια προερχόμενα από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου, τον Πύργο του Λονδίνου, τα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ. Ο κατασκευαστής της άμαξας δήλωσε: «Ήθελα να δημιουργήσω κάτι αληθινά ιδιαίτερο για να σηματοδοτήσω τη βασιλεία της βασίλισσας».

[2] Ένα ακόμα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίληψης των αρχαίων μνημείων με όρους συγγένειας, είναι το πολύ πρόσφατο χάπενινγκ της σοπράνο Σόνιας Θεοδωρίδου, που με μια δραματοποιημένη εκδήλωση διαμαρτυρίας, ζήτησε «να επιστρέψουν την Καρυάτιδα στην γη που την γέννησε». Συγκεκριμένα, όπως έγραφαν οι διαδικτυακές σελίδες αναπαράγοντας με θαυμασμό την είδηση: «η διεθνούς φήμης σοπράνο, Σόνια Θεοδωρίδου, συνοδευόμενη από έξι πανέμορφες Ελληνίδες ντυμένες στα λευκά, ως άλλες Καρυάτιδες, μπήκαν στο Βρετανικό μουσείο αναζητώντας την χαμένη «αδερφή τους».

[3] Βλ. το κείμενο της ομάδας μας Η άνοδος της φασιστικής ακρο­δεξιάς και ο δημοκρατικός αντιφασισμός, Πρόταγμα τ.5, Δεκέμβριος 2012 και την βιβλικριτική του Ν.Ν. Μάλλιαρη, για τον Α. Γαβριηλίδη , Πρόταγμα τ.6, Δεκέμβριος 2013.

[4] Λόγος που εκφώνησε η τότε υπουργός εξωτερικών στο Oxford Union, στις 12 Ιουνίου 1985.

[5] Στο 6ο τεύχος του Προτάγματος δημοσιεύεται το πρώτο μέρος λεπτομερούς παρουσίασης και κριτικής στο συγκεκριμένο βιβλίο από τον Ν. Μάλλιαρη, ενώ σε αυτό το τεύχος δημοσιεύεται το δεύτερο μέρος.

[6] Βλ. τη παραπάνω βιβλιοπαρουσίαση, Πρόταγμα 6, σ. 239- 240

[7] Χαμηλάκης, ό.π, σ. 258

[8] Δημήτρης Γληνός, Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ, στο Εκλεκτές σελίδες, τομ. 1, Αθήνα, εκδ. Στοχαστής, 1975 [1942], σ. 142. Παρατίθεται στο Χαμηλάκης, ό.π., σ. 259. Αξίζει να σημειωθεί πως το έργο αναδιανεμήθηκε πέρσι, δωρεάν από την Αυγή, ενώ στον Ριζοσπάστη συχνά εμφανίζονται αποσπάσματά του, χαρακτηριζόμενα ως «Ευαγγέλια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα».