Menu

EAGAINST.com

Οι Todd May και Saul Newman στο διήμερο μετα-αναρχισμού

Κατά την πρώτη μέρα του διήμερου «Μετα-αναρχισμός και εξεγέρσεις», που συνδιοργανώθηκε από το περιοδικό «Βαβυλωνία» και το Postanarchist Forum και πραγματοποιήθηκε στον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο Nosostros, μίλησαν δύο από τους κυριότερους εκφραστές του μετα-αναρχισμού.

Σύντομη περίληψη:

Πρώτος μίλησε ο Todd May, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα «Ranciere, Κυβερνητισμός, αναρχισμός». Στην τοποθέτησή του ο May, υποστήριξε ότι ο Jaques Ranciere πλησιάζει τον αναρχισμό σε πολλές από τις ιδέες που ενυπάρχουν στο έργο του και στη συνέχεια προσπάθησε να υποστηρίξει ότι αναρχισμός δεν σημαίνει ακυβερνησία ή δεν πρέπει να ταυτίζεται με την ιδέα της ακυβερνησίας, αλλά αντίθετα, σημαίνει ή πρέπει να σημαίνει διακυβέρνηση μιας κοινωνίας υπό την προϋπόθεση της ισοπολιτείας, δηλαδή της ίσης συμμετοχής όλων στη λήψη αποφάσεων.

Στάθηκε στην πρακτική της συναίνεσης (consensus) και στην κριτική που γίνεται σ΄ αυτήν με την έννοια ότι το δικαίωμα veto ουσιαστικά την καθιστά από δυσλειτουργική έως ανεφάρμοστη και πέρα από την κλασσική επιχειρηματολογία των υποστηρικτών του consensus, μίλησε για την ιδέα της πρακτικής της μετα-συναίνεσης την οποία προσδιόρισε ως τη συναίνεση που θα υπάρξει στο επίπεδο της συμφωνίας των κανόνων βάσει των οποίων θα μπορούσε να συμφωνηθεί από μια κοινότητα ο τρόπος λήψης αποφάσεων με αυξημένη πλειοψηφία ή υπερπλειοψηφία και όχι πλέον με consensus.

Στη συνέχεια υποστήριξε ότι ο αναρχισμός διαχωρίστηκε κυρίως σε 2 ρεύματα: ένα που δίνει προτεραιότητα στην έννοια της ελευθερίας και ένα άλλο που θέτει ως υπέρτατη αξία την ισότητα και σε ερώτηση του Newman, είπε ότι ο ίδιος αν και πιστεύει πως οι 2 έννοιες δεν μπορούν παρά να συνυπάρχουν (κατά την κλασσική ρήση: ελευθερία χωρίς ισότητα σημαίνει αδικία και προνόμια, ισότητα χωρίς ελευθερία συνεπάγεται βαρβαρότητα), ωστόσο η ισότητα είναι αυτή πάνω στην οποία μπορεί και πρέπει να στηριχθεί η ελευθερία προκειμένου να υπάρξει αυτό που ο ίδιος ονομάζει «αναρχική διακυβέρνηση».

Τέλος είπε πως στην ερώτηση που τού γίνεται συχνά, πώς είναι δυνατόν να κατακρίνει τον καπιταλισμό ως σύστημα διακυβέρνησης τη στιγμή που δεν έχει να αντιπροτείνει ένα σαφές «σχήμα διακυβέρνησης» ως αντίπαλο δέος, αστειεύτηκε λέγοντας ότι η αδυναμία ίασης του καρκίνου δεν σημαίνει ότι μπορεί κάποιος να παραβλέψει ότι πρόκειται για αρρώστια, υπονοώντας ότι η «αναρχική διακυβέρνηση» που μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ισοπολιτείας, της ισονομίας, της ισότητας και της ελευθερίας είναι μία διαδικασία δυναμική και όχι στατική.

Ο Saul Newman στη συνέχεια (του οποίου η ομιλία περιέχεται στο παραπάνω video playlist) ανέπτυξε το θέμα «Ορίζοντες αναρχίας: Μετα-αναρχισμός και η σχέση του με το Συμβάν και τις σύγχρονες εξεγέρσεις». Αυτοσχεδίασε στην εισαγωγή του εγκαταλείποντας αυτήν που είχε δοθεί στους διερμηνείς προς μετάφραση…. και αφού κατέδειξε την συγγένεια κάποιων σκέψεων του Alain Badiou και του Slavok Zizek με τον αναρχισμό, εστίασε στα σημεία που διαφοροποιείται, ουσιαστικά ασκώντας κριτική στις θεωρίες και πρακτικές των επαναστατικών ελίτ, του επαναστατικού κόμματος (το οποίο για τον ίδιο δεν μπορεί παρά να ενυπάρχει μόνο σε συνάρτηση με το Κράτος), αναφερόμενος στον ιακωβινισμό και στα σημεία που ο Μαρξ είναι ξεπερασμένος και υποστήριξε την ανάγκη για τη μετατόπιση της επαναστατικής διαδικασίας σε «μικροπολιτικό» επίπεδο (π.χ. αυτόνομες ζώνες), απορρίπτοντας έτσι και την ιδέα του κλασσικού αναρχισμού για την στιγμή της επαναστατικής έκρηξης που έρχεται, καταργώντας το Κράτος άπαξ και δια παντός («μακροπολιτική»).

Ισχυρίστηκε ότι δεν είναι σίγουρος για την έννοια του Συμβάντος στο έργο του Badiou και ότι σε κάθε περίπτωση ο ίδιος πιστεύει ότι το Κράτος μπορεί να ξεπεραστεί με αντίσταση στο όλο πλέγμα των δομών εξουσίας που υπάρχουν σε μια κοινωνία (δείχνοντας ότι είναι επηρεασμένος από τη σκέψη του Foucault) μέσω μιας «μη βίαιης βίας» , η οποία θα έχει ως στόχο την υπεράσπιση της αντίστασης σε κάθε κίνηση που αντιμάχεται οποιοδήποτε εξουσιαστικό θεσμό.

Σε ερώτηση που του θέσανε αν «μετα-αναρχισμός σημαίνει τελικά και μετα-επανάσταση» με την έννοια ότι πρόκειται για μία πολύ μεταμοντέρνα έκδοση του κλασσικού επαναστατικού αναρχισμού η οποία έχει ενσωματωθεί από τους εξουσιαστικούς θεσμούς και έχει περιοριστεί στο να μοιράζει διδακτορικά, απάντησε ότι γι’ αυτόν ο μετα-αναρχισμός είναι η κριτική αναθεώρηση του κλασσικού αναρχισμού με σκοπό να μπορέσει να συνεχίσει να είναι μία διαρκής επαναστατική διαδικασία προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα, ότι κρατάει τις βασικές αρχές του κλασσικού αναρχισμού συνδέοντάς τις κατά κάποιο τρόπο με την ιδέα της αυτονομίας και παραδέχτηκε ότι η σκέψη του αν και επηρεασμένη από τον μεταμοντερνισμό σε καμία περίπτωση δεν υποτάσσεται σ’ αυτόν.

Αστειεύτηκε λέγοντας ότι δεν υπάρχει πρόβλημα αν γίνονται και μερικά διδακτορικά με θέμα τον μετα-αναρχισμό, αρνούμενος όμως την μομφή ότι η σύλληψή του είναι απλώς ακαδημαϊκή. Τέλος, υποστήριξε ότι οι επαναστάσεις και εξεγερσιακές διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη σήμερα στον αραβικό κόσμο, την Ελλάδα, την Ισπανία, τη Μ. Βρετανία, τις ΗΠΑ και αλλού, είναι εν τοις πράγμασι αναρχικές πρακτικές, με την έννοια ότι τα προτάγματά τους και οι διαδικασίες διαμόρφωσης του αγώνα είναι στενά συνδεδεμένες με τις βασικές αντιλήψεις του αναρχισμού, έστω και αν οι συμμετέχοντες στα κινήματα αυτά δεν έχουν συνείδηση αυτής της πραγματικότητας, έστω και αν δεν αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί.

Εν ολίγοις, επισήμανε την κομβική σημασία του πλήθους, την ανάγκη συνειδητοποίησης του κόσμου και εμμέσως πλην σαφώς έθεσε την ιδέα της αυτονομίας ως του δρόμου εξέλιξης του αναρχισμού.