Το Φάντασμα του Αναρχοσυνδικαλισμού (μέρος πρώτο)

rb_demo

του Murray Bookchin

μετάφραση από Eagainst.com (Efor, Μιχάλης Θεοδοσιάδης) και Στέλλα Μπρένθις

Μια από τις πιο επίμονες ανθρώπινες αδυναμίες είναι η τάση των ατόμων και των ομάδων να γυρνούν πίσω, στις εποχές μιας τρομερά κατακερματισμένης πραγματικότητας, σε ξεπερασμένες, ακόμη και αρχαϊκές ιδεολογίες για μια αίσθηση συνέχειας και ασφάλειας. Σήμερα αυτό το βρίσκουμε όχι μόνο στη Δεξιά, όπου οι άνθρωποι επικαλούνται τα φαντάσματα του ναζισμού και θανατηφόρες μορφές ενός εμπόλεμου εθνικισμού, αλλά και στην «αριστερά» (ό,τι κι αν σημαίνει πια αυτή τη λέξη), όπου πολλοί επικαλούνται τα δικά τους φαντάσματα, είτε αυτά είναι η λατρεία Νεολιθικών θεοτήτων που γιορτάζονται από πολλές φεμινιστικές και οικολογικές σέxτες είτε το αντι-πολιτισμικό κλίμα που υφίσταται μεταξύ των νέων της μεσαίας τάξης σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο.

Δυστυχώς, οπισθοδρομικές τάσεις δεν απουσιάζουν ούτε μεταξύ πολλών αυτοαποκαλούμενων αναρχικών, κάποιοι από τους οποίους έχουν στραφεί σε μυστικιστικές, συχνά ρητά πριμιτιβιστικές ιδέες σε συνδυασμό με οικολογικές θεολογίες και ιδεολογίες λατρείας γυναικείων θεοτήτων διαφόρων ειδών. Ακόμη, άλλοι έχουν στραφεί άκριτα στις αιώνιες αλήθειες του αναρχοσυνδικαλισμού, παρόλο που ως ιστορική δύναμη έφτασε στο τέλος στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο του 1936-1939. Αρκετή κριτική βιβλιογραφία σχετικά με τις οικολογικές θεολογίες είναι τώρα διαθέσιμη ώστε εκείνοι που τις παίρνουν στα σοβαρά να μπορούν να ξορκίσουν αυτά τα φαντάσματα από το φεμινισμό και την οικολογία. Αλλά ο αναρχο-συνδικαλισμός, μια από τις πιο εσωστρεφείς ελευθεριακές τάσεις σήμερα, εξακολουθεί να προκαλεί μεγάλη συμπάθεια λόγω των καταβολών του στο κάποτε μαχητικό εργατικό κίνημα.

Αυτό που βρίσκω ενοχλητικό με τις αναρχοσυνδικαλιστικές αφηγήσεις είναι η τάση τους να ισχυρίζονται ότι ο αναρχοσυνδικαλισμός είναι το άλφα και το ωμέγα του «αληθινού» αναρχισμού, σε αντίθεση με άλλες ελευθεριακές τάσεις που περιλαμβάνουν μια πιο ευρεία προσέγγιση αναφορικά με τους κοινωνικούς αγώνες, αντί να επικεντρώνονται σε μεγάλο βαθμό στις παραδοσιακές συγκρούσεις μεταξύ μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου. Σίγουρα δεν είναι όλοι οι αναρχοσυνδικαλιστές εχθρικοί, ας πούμε, στον οικοαναρχισμό ή τον κοινοτιστικό αναρχισμό που έχει να κάνει με τις συνομοσπονδίες χωριών, κωμοπόλεων και πόλεων, αλλά μεταξύ των αναρχικών που επικεντρώνονται στον εργάτη επικρατεί μια τάση δογματισμού και βαριάς στερεότητας που δεν πιστεύω ότι θα πρέπει να χαρακτηρίζει τους αριστερούς ελευθεριακούς.

Το να λέμε, όπως έγραψε ο αναρχοσυνδικαλιστής θεωρητικός Helmut Rüdiger το 1949, ότι ο συνδικαλισμός είναι η «μόνη» ιδεολογία «που μπορεί να συνδέει τις αναρχικές ιδέες με τους εργαζόμενους – δηλαδή, με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού» [der großen Menge der Bevölkerung ] φαίνεται σαν χοντρό αστείο για την πραγματικότητα της εποχής του 90′ (Rüdiger, 1949, σελ.. 160). Τουλάχιστον ο συγγραφέας ενός τόσο σαρωτικού ισχυρισμού έζησε σε μια άλλη εποχή, ήταν συντάκτης της Arbetaren (μια Σουηδική συνδικαλιστική εβδομαδιαία έκδοση), και έγραψε το 1949, όταν δεν ήταν ακόμα σαφές ότι το προλεταριάτο είχε πάψει να αποτελεί την«ηγεμονική» επαναστατική τάξη όπως μια δεκαετία νωρίτερα. Ο Rüdiger ήταν επίσης πρόθυμος να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της αναρχο-συνδικαλιστικής ιδεολογίας εισάγοντας κάποιες από τις πιο κοινοτιστικές απόψεις του Προυντόν στις ιδέες του. Αλλά σε συζητήσεις και γραπτά πιο σύγχρονων αναρχοσυνδικαλιστών, έχω όλο και περισσότερο συναντήσει παρόμοιες απόψεις που υποστηρίζουν ότι ο συνδικαλισμός ή ο «εργατικός έλεγχος» της βιομηχανίας είναι συνώνυμος με τον αναρχισμό. Πολλοί αναρχο-συνδικαλιστές φαίνεται να θεωρούν τις ελευθεριακές ιδέες που αμφισβητούν ακόμη και την «ηγεμονία» του συνδικαλισμού στις διάφορες μεταλλάξεις του γενικά αναρχο-συνδικαλιστικού χαρακτήρα ως «αντι-προλεταριακές», αντι-«ταξικές», προπαγανδιστικές μιας πολιτιστικής «απόκλισης» από τη δική τους θεμελιώδη αναρχική ανάλυση της ταξικής σύγκρουσης στην καπιταλιστική κοινωνία.

Το ότι το προλεταριάτο, που κάποτε συσπειρώθηκε στα πανό της ισπανικής Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργατών (CNT) και της πρώιμης γαλλικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGT), έχει αλλάξει τον προφανή του χαρακτήρα, τη δομή και τις προοπτικές του κατά τον τελευταίο αιώνα, το ότι ο καπιταλισμός σήμερα δεν είναι πλέον ο καπιταλισμός που προέκυψε γενιές πριν, το ότι διάφορα ζωτικής σημασίας ζητήματα που αναδύθηκαν έχουν μεγάλη σχέση με ιεραρχικές δομές που βασίζονται στη φυλή, το φύλο, την εθνικότητα και το γραφειοκρατικό καθεστώς (όχι μονάχα με τις οικονομικές τάξεις) αλλά και το ότι ο καπιταλισμός είναι πλέον σε πορεία σύγκρουσης με τον φυσικό κόσμο, όλα αυτά τα προβλήματα και πολλά άλλα (που απεγνωσμένα χρήζουν μια συνεπή ανάλυση και σαρωτική λύση) τείνουν να αγνοούνται σε μεγάλο βαθμό από τους αναρχοσυνδικαλιστές που έχω συναντήσει – δηλαδή, [οι αναρχοσυνδικαλιστές] απλά δεν ασχολούνται με αυτά, παρά μόνο επιφανειακά. Κάτι εξίσου ανησυχητικό: η συνδικαλιστική νοοτροπία κάποιων από τους δικούς μου επικριτές από τον χώρο του αναρχοσυνδικαλισμού τείνει να συσκοτίσει το γεγονός ότι ο ίδιος ο αναρχισμός ιστορικά έχει απαντήσει σε κοινωνικά και πολιτιστικά θέματα που είναι πολύ ευρύτερα από την ταξική πάλη ανάμεσα στους εργάτες και τα αφεντικά. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα, οι πιο ευρείες τάσεις στην αναρχική ιστορία είτε παραβλέπονται ή απλά διαγράφονται από το παρελθόν του κινήματος. Πόσο εύστοχος είμαι εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος στο θέμα της αναίρεσης τούτης της βαθιάς ριζωμένης συνδικαλιστικής νοοτροπίας, με τους ισχυρισμούς της περί ιδεολογικής «ηγεμονίας», είναι ένα ερώτημα. Όμως η καταγραφή του αναρχοσυνδικαλισμού θα πρέπει τουλάχιστον να διευκρινισθεί και ορισμένα από τα προβλήματα που παρουσιάζει πρέπει να αντιμετωπιστούν. Θα πρέπει να γίνει κάποια προσπάθεια για να ληφθούν υπόψη οι σαρωτικές αλλαγές που έχουν λάβει χώρα από το 1930, τις οποίες πολλοί αναρχοσυνδικαλιστές φαίνεται να αγνοούν, και ορισμένες αλήθειες που αποτελούν μέρος της ιστορίας του αναρχισμού πρέπει γενικά να ανακτηθούν και να διερευνηθούν. Πρέπει, επίσης, κάποια προβλήματα να αντιμετωπιστούν, όσο αμφιλεγόμενα κι αν είναι, και να επιλυθούν όσο το δυνατόν καλύτερα, ή τουλάχιστον να συζητηθούν χωρίς να επικαλείται κάποιο σταθερό δόγμα ως υποκατάστατο της καθαρότητας.

Αναρχισμός: Η κοινοτιστική διάσταση

Το κατά πόσο ο αναρχισμός είναι κατά κύριο λόγο ένα προϊόν σχετικά σύγχρονων ατομικιστικών ιδεολογιών, του Διαφωτιστικού ορθολογισμού, ή μιας αρχικά ατελούς αλλά δημοφιλούς προσπάθειας να αντισταθεί στην κυριαρχία της ιεραρχίας (την τελευταία ερμηνεία τη μοιράζομαι με τον Κροπότκιν) μπορεί να συζητηθεί. Σε κάθε περίπτωση, η λέξη αναρχικός είχε ήδη εμφανιστεί στην Αγγλική Επανάσταση, όταν ένα κρομγουελικό περιοδικό κατήγγειλε τους πιο δριμείς επικριτές του Κρόμγουελ ως «Ελβετίζοντες αναρχικούς» (Bookchin, n.d., vol. 1, p. 161). Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης – μια γενιά πριν ο Προυντόν αναφερθεί σε αυτόν τον όρο [αναρχισμός] για να ορίσει τις δικές του απόψεις – βασιλόφρονες και Γιρονδίνοι επανειλημμένα χρησιμοποιούσαν τη λέξη «αναρχικοί» για να επιτεθούν στους λυσσασμένους. Το ότι οι Ρεφορμιστές αγρότες της Γερμανίας τη δεκαετία του 1520 που ξεσηκώθηκαν για να υπερασπιστούν την κοινή γη τους και την αυτονομία των χωριών τους στο όνομα μιας αυθεντικής λαϊκής εκδοχής του Χριστιανισμού, χαρακτηρίστηκαν ως αναρχικοί, όπως και ο Τολστόι, παρά τη ευλαβική του θρησκευτικότητα, δε θα πρέπει να αφήνει περιθώρια άρνησηςτου γεγονότος ότι η αναρχική παράδοση συμπεριλαμβάνει εκτεταμένα κινήματα λαϊκού τύπου.

Είναι αμφίβολο κατά πόσον ο ατομικισμός ως τέτοιος είναι αναπόσταστο κομμάτι του αναρχισμού – η δική μου άποψη για τον αναρχισμό είναι έντονα κοινωνική – αλλά μπορούμε να δούμε τον αναρχισμό να αναδύεται σε διαφορετικές κοινωνικές περιόδους και συνθήκες με πολλές διαφορετικές μορφές. Μπορεί να βρεθεί ανάμεσα σε φυλές που αντιστάθηκαν στην εμφάνιση κρατικών ιδρυμάτων, στη λαϊκή αντίσταση των αγροτών, των δουλοπάροικων, των δούλων και των μικροκτηματιών σε διάφορα συστήματα διακυβέρνησης, στη σύγκρουση των λυσσασμένων και των ριζοσπαστών sectionnaires των παριζιάνικων συνελεύσεων με τους συγκεντρωτικούς Ιακωβίνους, και στον αγώνα του προλεταριάτου στις πιο ηρωικές περιόδους του ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση – αυτό δε σημαίνει πως αρνούμαστε την ύπαρξη κρατικιστικών στοιχείων σε πολλές από αυτές τις μορφές λαϊκής αντίστασης. Ο Προυντόν φαίνεται να έχει μιλήσει κυρίως για τους τεχνίτες και τις αναδυόμενες εργατικές τάξεις του δέκατου ένατου αιώνα, ο Μπακούνιν για τους αγρότες και τo αναδυόμενο βιομηχανικό προλεταριάτο, ορκισμένοι αναρχοσυνδικαλιστές για τους εργάτες των εργοστασίων και το αγροτικό προλεταριάτο, ο Κροπότκιν για τους καταπιεσμένους ανθρώπους γενικά, σε μια ακόμη μεταγενέστερη περίοδο όταν μια κομμουνιστική κοινωνία που βασίζεται στην αρχή «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του» (ή «κοινωνία μετα-σπάνης» στη γλώσσα μου), φαινόταν απολύτως εφικτή.

Θα ήθελα να τονίσω ότι δεν προσπαθώ να παρουσιάσω ένα αυστηρό πρόγραμμα εδώ. Είναι η αξιοσημείωτη επισκίαση των εξελισσόμενων κοινωνικών συνθηκών και ιδεολογιών κατά τους τελευταίους δύο αιώνες που μπορεί να εξηγήσει αυτό που φαίνεται σα «σύγχυση» σε ένα αναπόφευκτα ανόμοιο σώμα ελευθεριακών ιδεών. Είναι σημαντικό να δωθεί έμφαση, κατά την άποψή μου, στο ότι ο αναρχισμός είναι πάνω απ’ όλα αντι-ιεραρχικός και όχι απλώς ατομικιστικός. Επιδιώκει να καταργήσει την κυριαρχία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο, όχι μόνο μέσω της κατάργησης του κράτους και της εκμετάλλευσης από τις κυρίαρχες οικονομικές τάξεις. Πράγματι, πολύ περισσότερο από το ν’ αποτελεί κάτι κυρίως ατομικιστικό ή να κατευθύνεται εξ’ ολοκλήρου εναντίον μιας συγκεκριμένης μορφής ταξικής κυριαρχίας, ο αναρχισμός ιστορικά υπήρξε πιο δημιουργικός και προκλητικός όταν επικεντρώθηκε στην κοινότητα αντί στις οικονομικές συνιστώσες της (όπως η φάμπρικα) και επιπλέον οι συνομοσπονδιακές μορφές της οργάνωσης που επεξεργάστηκε βασίστηκαν σε μια ηθική της συμπληρωματικότητας και όχι σε κάποιο σταθερό σύστημα υπηρεσιών και υποχρεώσεων.

Πράγματι, η σημασία της κοινότητας στην παραδοσιακή αναρχική σκέψη δεν έχει λάβει την προσοχή που της αξίζει, πιθανώς λόγω της επιρροής που ο μαρξιστικός οικονομισμός άσκησε στον αναρχισμό και ο ηγεμονικός ρόλος που απέδωσε στο βιομηχανικό προλεταριάτο. Αυτός ο οικονομισμός μπορεί επίσης να έχει υποστηριχθεί από τη σημαντική επιρροή των γραπτών του Προυντόν, τον οποίο πολλοί αναρχικοί αναφέρουν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το χρόνο και τις ιστορικές συνθήκες κατά τις οποίες έγραφε. Σήμερα, μόνο οι πιστοί του Προυντόν, για παράδειγμα, είναι πιθανό να συμφωνήσουν με τα πιστεύω του που εκφράζονται στο «Η Αρχή του Φεντεραλισμού», πως «η ιδέα της αναρχίας … σημαίνει ότι οι πολιτικές λειτουργίες ανάγονται στις βιομηχανικές [λειτουργίες], και ότι η κοινωνική τάξη πραγμάτων διαμορφώνεται εξ ολοκλήρου από τις συναλλαγές και τις ανταλλαγές» (Προυντόν, 1863, σ. 11.). Η οικονομίστικη ερμηνεία του Προυντόν αναφορικά με την αναρχία, με την εστίασή της στο αυτο-κυρίαρχο άτομο ως ένα συμβατικό φορέα αγαθών και υπηρεσιών (εστίαση που έρχεται και σε συμφωνία με τον παραδοσιακό φιλελευθερισμό ο οποίος βάσισε την κοσμοθεωρία του γύρω από τα ατομικά συμβόλαια καθώς και από ένα «κοινωνικό συμβόλαιο»), δεν αποτελεί την πιο εποικοδομητική ιδέα του.

Αυτό που βρίσκω περισσότερο άξιο να τονιστεί σχετικά με τον Προυντόν είναι η εξαιρετικά κοινοτιστική έννοια της συνομοσπονδίας. Ήταν στα καλύτερά του (διατηρώντας κάποιες επιφυλάξεις) όταν διακήρυττε πως «το ομοσπονδιακό σύστημα είναι το αντίθετο του ιεραρχικού ή του διοικητικού και κυβερνητικού συγκεντρωτισμού», ότι η «ουσία» των ομοσπονδιακών συμβάσεων είναι «να διασφαλίζει πάντα τις περισσότερες εξουσίες για τον πολίτη παρά για το κράτος,αλλά και για τις δημοτικές ή επαρχιακές αρχές παρά για την κεντρική εξουσία»,κι ότι «η κεντρική εξουσία» πρέπει «ανεπαίσθητα να υποτάσσεται … στους εκπροσώπους των περιφερειών ή των επαρχιών. Η επαρχιακή εξουσία να υποτάσσεται στους εκπροσώπους των δήμων και η δημοτική αρχή στους κατοίκους του δήμου» (Προυντόν, 1863, σελ. 41, 45, 48). Πράγματι, ο Edward Hyams, στη βιογραφία του Προυντόν που συνέθεσε το 1979 (Pierre-Joseph Proudhon: his revolutionary life, mind and works, Edward Hyams) – που την χαρακτηρίζει μια εξαιρετική συμπάθεια για το πρόσωπο του – τονίζει ιδιαίτερα την εκτίμηση του καθώς συνοψίζει το φεντεραλισμό του Προυντόν:

“Είναι ουσιώδες στοιχείο του Προυντονικού ομοσπονδιακού συμβολαίου ότι κατά την είσοδό τους σε αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν ισοδύναμες και αμοιβαίες υποχρεώσεις το ένα απέναντι στο άλλο, ενώ το καθένα διατηρεί ένα μεγαλύτερο μέρος δικαιωμάτων, ελευθεριών, εξουσίας και ιδιοκτησίας απ’ αυτό που προσδίδει στην ομοσπονδιακή αρχή: ο πολίτης παραμένει κυρίαρχος του οίκου του, περιορίζοντας τα δικαιώματά του μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να αποφευχθεί η καταπάτηση των δικαιωμάτων των άλλων στην κοινότητα. Η κοινότητα είναι αυτοδιοικούμενη μέσω της συνέλευσης των πολιτών ή των αντιπροσώπων τους, αλλά μεταβιβάζει στη νομαρχιακή ομοσπονδιακή αρχή ορισμένες εξουσίες, από τις οποίες παραιτείται. Ο νομός, και πάλι αυτοδιοικούμενος μέσω της συνέλευσης των αντιπροσώπων από τις ομόσπονδες κοινότητες, μεταβιβάζει συγκεκριμένες εξουσίες στην ομοσπονδιακή αρχή των εθνικών ομοσπονδιών των χωρών , με ορισμένες εξουσίες από τις οποίες αποσύρεται. Έτσι, η ομοσπονδία των νομών ή των περιφερειών είναι η συνομοσπονδία στην οποία το πάλαι ποτέ κυρίαρχο κράτος έχει μετατραπεί και μπορεί, με τη σειρά της, να συμφωνήσει ομοσπονδιακά συμβόλαια με άλλες τέτοιες συνομοσπονδίες”. (Hyams, 1979, σ. 254)

Σαφέστατα, ο Hyams δίνει ανησυχητική έμφαση στον ατομισμό του πολίτη που εκφράζει ο Προυντόν, πολίτης ο οποίος φαίνεται να βρίσκεται σε διαρκή ένταση με την κοινότητα του, και με τις ίδιες τις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Ο Hyams αποδέχεται άκριτα τη θέση του Προυντόν για διαφορετικά ομοσπονδιακά επίπεδα της κοινωνίας με το καθένα να συνεπάγεται την «παραίτηση» των δικαιωμάτων αντί της διάρθρωσης σε απλά διοικητικά και συντονιστικά(σε αντίθεση με αυτά που χαράσσουν πολιτική) σώματα. Παρ’ όλα αυτά, η άποψη του Hyam για το «ομοσπονδιακό συμβόλαιο» του Προυντόν φορά ένα μοντέρνο μανδύα. Η νοοτροπία αυτή που εκλαμβάνει τα πάντα να στρέφονται γύρω από την έννοια και το θεσμό της ιδιοκτησίας που εμφανίζεται σε τόσο πολλά από τα γραπτά του Προυντόν – τα οποία κάλλιστα θα μπορούσαν να εκληφθούν ως σύγχρονες εκδοχές του«σοσιαλισμού της αγοράς» – είναι περιττή. Το σημείο που θέλω να τονίσω είναι ότι ο Προυντόν εδώ εμφανίζεται ως υποστηρικτής της άμεσης δημοκρατίας και της αυτοδιαχειριστικής συνέλευσης σε επίπεδο καθαρά αστικό, μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης για την οποία αξίζει να αγωνιστεί κανείς σε εποχές συγκεντρωτισμού και ολιγαρχίας.

Επίσης, πριν ο Μιχαήλ Μπακούνιν εμπλακεί σοβαρά με τη Διεθνή Ένωση Εργαζόμενων (IWMA) τη δεκαετία του 1870, στο όραμά του για μια αναρχική κοινωνία έδωσε πολύ μεγάλη έμφαση στην κοινότητα ή το δήμο. Στην Επαναστατική Κατήχηση του 1866 (δεν πρέπει να συγχέεται με αυτή του Nechayev του 1869), ο Μπακούνιν παρατήρησε:

Πρώτον: όλες οι οργανώσεις θα πρέπει να προχωρήσουν ομοσπονδιοποιημένες από τη βάση προς την κορυφή, από την κομμούνα προς τη συντονιστική ένωση της επαρχίας ή της χώρας. Δεύτερον: πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένας αυτόνομος ενδιάμεσος φορέας μεταξύ της κομμούνας και της επαρχίας, δηλαδή το τμήμα, η περιφέρεια ή ο νομός. […] Η βασική μονάδα της κάθε πολιτικής οργάνωσης σε κάθε χώρα πρέπει να είναι η πλήρως αυτόνομη κομμούνα, που συγκροτείται από την “πλειοψηφική ψήφο” όλων των ενηλίκων, και των δύο φύλων. […] Η επαρχία δεν πρέπει να είναι τίποτε άλλο παρά μια ελεύθερη ομοσπονδία αυτόνομων κοινοτήτων. (Bakunin, 1866, σελ. 82-83)

Με ακόμη μεγαλύτερη τόλμη, το 1870, ο Μπακούνιν τράβηξε μια νοητή γραμμή μεταξύ εθνικού κοινοβουλευτισμού και τοπικού εκλογικισμού, εκφράζοντας φανερή προτίμηση για το δεύτερο έναντι του πρώτου:

Λόγω των οικονομικών δυσχερειών τους, οι άνθρωποι είναι αδαείς και αδιάφοροι και έχουν επίγνωση μόνο των ζητημάτων που τους επηρεάζουν άμεσα. Καταλαβαίνουν και γνωρίζουν απλώς το πώς να φέρουν εις πέρας τις καθημερινές τους υποθέσεις. Έξω από τις προσωπικές τους ανησυχίες νιώθουν μπερδεμένοι, αβέβαιοι και πολιτικά συγχυσμένοι. Έχουν μια υγιή, πρακτική κοινή λογική όταν πρόκειται για κοινοτικές υποθέσεις. Είναι αρκετά καλά ενημερωμένοι και ξέρουν πώς να επιλέξουν από μεταξύ τους, τους πιο ικανούς αξιωματούχους. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο αποτελεσματικός έλεγχος είναι αρκετά εφικτός, επειδή η δημόσια επιχείρηση διεξάγεται υπό το άγρυπνο βλέμμα των πολιτών και αφορά ζωτικά και άμεσα την καθημερινή τους ζωή. Γι’ αυτό και οι δημοτικές εκλογές πάντα αντικατοπτρίζουν καλύτερα την πραγματική στάση και βούληση του λαού. Επαρχιακές και περιφερειακές κυβερνήσεις, ακόμη και όταν εκλέγονται άμεσα, ήδη εκπροσωπούν ελάχιστα το λαό. (Bakunin, 1870, σελ.. 223) [1]

Για τον Πιοτρ Κροπότκιν, «η μορφή που η κοινωνική επανάσταση πρέπει να πάρει είναι η ανεξάρτητη κομμούνα» (Κροπότκιν, 1913, σελ. 163). Σχολιάζοντας τις απόψεις του Μπακούνιν, τις οποίες ο Κροπότκιν θεωρούσε περισσότερο κομμουνιστικές παρά κολλεκτιβιστικές στην πραγματικότητα, προσέθεσε πως το ομοσπονδιακό σύστημα και η αυτονομία δεν είναι αρκετά από μόνα τους. Παρόλου που, κριτικά, χαιρέτησε την Παρισινή Κομμούνα του 1871 σαν «μια προσπάθεια η οποία άνοιξε μια νέα εποχή στην ιστορία», αλλού στα γραπτά του, την είδε ως ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από κλειστότητα, και στο οποίο η ίδια η κομμούνα, η οποία αποτελούνταν κι από ένα αρκετά μεγάλο αριθμό Ιακωβίνων, ήταν διαχωρισμένη απ’ το λαό. Δεν θα πρέπει απλώς ο «σοσιαλισμός» να γίνει «κομμουνιστικός» με την οικονομική έννοια, τόνισε, αλλά θα πρέπει να υπάρχει και η πολιτική δομή των «αυτοδιαχειριζόμενων» κομμούνων, ή σε σύγχρονη γλώσσα, της «συμμετοχικής δημοκρατίας». «Στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αγγλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες», έγραψε με αισιοδοξία, «παρατηρούμε σε αυτές τις χώρες την εμφανή τάση της συγκρότησης σε ομάδες τελείως ανεξάρτητων κομμούνων, πόλεων και χωριών, που θα μπορούσαν να συνδεθούν μέσω της ελεύθερης ομοσπονδίας, έτσι ώστε να ικανοποιήσουν τις αναρίθμητες ανάγκες και την επιτευξη ορισμένων άμεσων στόχων. […] Οι μελλοντικές επαναστάσεις στη Γαλλία και την Ισπανία θα είναι κομμουναλιστικές – όχι συγκεντρωτικές» (Κροπότκιν, 1913, σελ 185-86.).

Τα θεμέλια των οραμάτων (του Προυντόν, του Μπακούνιν και του Κροπότκιν) ήταν βασισμένα στην κομμουναλιστική ηθική – μουτουαλιστική στον Προυντόν, κολλεκτιβιστική στο Μπακούνιν και κομμουνιστική στον Κροπότκιν- που αντιστοιχεί σε μια αίσθηση πολιτικής αρετής και δέσμευσης. Είτε με τη διαδικασία των συμβολαίων, είτε συμπληρωματικός, ο συνομοσπονδισμός είχε στόχο να αποτελέσει μια στέρεη ηθική και μια πηγή κοινοτικής αλληλεγγύης, που υπερέβη τον αστικό εγωτισμό ο οποίος βασίζεται στην ιδιοτέλεια. Ήταν ακριβώς αυτή η ευαισθησία που έδωσε στον αναρχισμό το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι -σε αντίθεση με την έμφαση του Μαρξ στα ταξικά οικονομικά συμφέροντα, και ακριβώς ως «τέτοια συμφέροντα»- ήταν ένας ηθικός σοσιαλισμός και όχι απλώς ένας επιστημονικός σοσιαλισμός: ο ζήλος του Κροπότκιν σε ό,τι αφορά το τελευταίο είναι χαρακτηριστικός (Κροπότκιν, 1905, σελ.. 298).

Αναρχισμος: Η Συνδικαλιστική Διάσταση

Η ιστορική αντίθεση των αναρχικών σε κάθε είδους καταπίεση, είτε έχει να κάνει με τους δουλοπάροικους, τους αγρότες, τους τεχνίτες ή τους εργάτες, αναπόφευκτα τούς οδήγησε στο να αντιτάσσονται επίσης στην εκμετάλλευση στο μόλις αναδυόμενο εργοστασιακό σύστημα . Πολύ νωρίτερα από ότι συχνά μπορεί φανταστεί κανείς, ο συνδικαλισμός – ουσιαστικά μια μάλλον ατελής, αλλά ριζοσπαστική μορφή του συνδικαλισμού – έγινε όχημα με το οποίο πολλοί αναρχικοί ήρθαν σε επαφή με την εργατική τάξη της δεκαετίας του 1830 και 1840. Στο δέκατο ένατο αιώνα, οι κοινωνικές περιγραφές αναφορικά με το τι μπορεί να ονομάζεται «προλεταριακός αναρχισμός» ήταν πολύ δύσκολο να προσδιοριστούν. Ήταν οι αγρότες, κυρίως οι ακτήμονες αγρότες, μέλη της εργατικής τάξης; Θα μπορούσαν οι αγρότες με μικρές ιδιοκτησίες γης να θεωρηθούν ως τέτοιοι; Τι θα μπορούσαμε να πούμε για τους διανοούμενους, μάλλον προνομιούχους, τεχνίτες, για τους εργαζόμενους που προσφέρουν υπηρεσίες σε γραφεία, τους δημόσιους υπαλλήλους, τους επαγγελματίες, και όλους αυτούς που ασχολούνται με παρόμοια επαγγέλματα αλλά σπάνια θεωρούν τους εαυτούς τους μέλη του προλεταριάτου;

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς προσωπικά απέφευγαν όρους όπως «εργάτες», «βιοπαλαιστές» και «δουλευτές», παρόλο που ήταν αρκετά πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν αυτές τις λέξεις στα δημοφιλή έργα τους. Προτίμησαν να χαρακτηρίζουν τους βιομηχανικούς εργάτες με βάση την «επιστημονικά» ακριβή ονομασία «προλετάριοι» – που αφορά τους ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν παρά την εργατική τους δύναμη, και ακόμη περισσότερο, αυτούς που ήταν αυθεντικοί παραγωγοί υπεραξίας στις γραμμές της παραγωγής (ένα χαρακτηριστικό που ακόμη και οι Μαρξιστές τείνουν να αγνοούν αυτές τις μέρες). Στο βαθμό που το ευρωπαϊκό προλεταριάτο ως τάξη εξελίχθηκε από τα εκτοπισμένα στρώματα της προβιομηχανικής διαστρωμάτωσης, όπως οι ακτήμονες αγρότες που είχαν μετακινηθεί προς τις πόλεις, το εργοστασιακό σύστημα έγινε το οικονομικό τους σπίτι, ένας τόπος που – προφανώς σε αντίθεση με τον αγροτικό λαό, διεσπαρμένο σε αγροικίες και χωριά – τους «οργάνωσε» σε ένα συνεκτικό σύνολο. Οδηγούμενο στην εξαθλίωση από την καπιταλιστική συσσώρευση και τον ανταγωνισμό, αυτό το ολοένα και περισσότερο (και μάλλον ευτυχώς) ταξικά συνειδητοποιημένο προλεταριάτο θα μπορούσε αναπόφευκτα να αναγκαστεί να συγκρουστεί με την καπιταλιστική τάξη ως μια «ηγεμονική» επαναστατική τάξη και τελικά να ανατρέψει την αστική κοινωνία, θέτοντας τα θεμέλια για το σοσιαλισμό και, τελικά, τον κομμουνισμό[2].

Όσο συναρπαστική κι αν έμοιαζε η μαρξική αυτή ανάλυση από τη δεκαετία του 1840 κι έπειτα, η προσπάθειά του να αιτιολογήσει τον «ηγεμονικό» ρόλο του προλεταριάτου σε μια μελλοντική επανάσταση, σε αναλογία με το φαινομενικά επαναστατικό ρόλο της αστικής τάξης στη φεουδαρχική κοινωνία ήταν τόσο αληθοφανής όσο αποδείχθηκε αργότερα πως ήταν και ιστορικά λανθασμένη (βλέπε Bookchin, 1971, pp. 181-92). Δεν είναι πρόθεσή μου να εξετάσω εδώ κριτικά το απατηλό αυτό ιστορικό σενάριο, το οποίο φέρει ιδιαίτερο βάρος μεταξύ πολλών ιστορικών μέχρι και σήμερα. Αρκεί να πω ότι ήταν ένα πολύ πιασάρικο πόνημα – και προσέλκυσε όχι μόνο ένα μεγάλο εύρος σοσιαλιστών, αλλά και πολλούς αναρχικούς. Για τους αναρχικούς, η ανάλυση του Μαρξ προσέφερε μία συγκεκριμένη απάντηση στο γιατί πρέπει να εστιάσουν την προσοχή τους στους βιομηχανικούς εργάτες, να υιοθετήσουν σε μεγάλο βαθμό μια οικονομίστικη προσέγγιση στην κοινωνική ανάπτυξη, και να επισημάνουν το εργοστάσιο σαν το μοντέλο της μελλοντικής κοινωνίας, πιο πρόσφατα ιδίως, με βάση ορισμένες μορφές «εργατικού ελέγχου» και «ομοσπονδιακής» μορφής της βιομηχανικής οργάνωσης. Αλλά εδώ υφίσταται μια σειρά από προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αναρχικοί ακόμη περισσότερο από τους μαρξιστές. Πώς σχετίζονται αυτοί [οι βιομηχανικοί εργάτες] με τους μικρούς αγρότες, τους τεχνίτες, τα ντεκλασέ στοιχεία και τους διανοούμενους; Πολλές από αυτές τις ομάδες ήταν στην πραγματικότητα περισσότερο διατεθειμένες στο παρελθόν να κρατήσουν μια ευρύτερη ελευθεριακή στάση απ’ ότι οι βιομηχανικοί εργάτες, οι οποίοι μετά από μία ή δύο γενιές βιομηχανικής πειθαρχίας έτειναν να φτάσουν στο σημείο να δεχθούν την ιεραρχία του εργοστασίου ως ένα κανονικό και πράγματι «φυσικό» τρόπο ζωής. Και ήταν στ’ αλήθεια οι βιομηχανικοί εργάτες τόσο «ηγεμονικοί» στον ταξικό τους αγώνα με τ’ «αφεντικά» όπως η ανθεκτική αναρχική αγροτιά της Ισπανίας, πολλοί εκ των οποίων εύκολα οδηγήθηκαν στο Μπακουνικό κολλεκτιβισμό, ή τους εργατοτεχνίτες που αγκαλιασαν την Προυντονική αμοιβαιότητα, ή τους είλωτες Ινδιάνους Ζαπατίστα του Μεξικό οι οποίοι, σαν τους Μαχνοβίτες της Ουκρανικής πολιτοφυλακής, προσεταιρίστηκαν μια διαισθητική αναρχική προοπτική; Στο βαθμό που οι αναρχικοί δεν προσπάθησαν να σμίξουν την οπτική τους περί ηθικής με τους μαρξικούς ισχυρισμούς περί «επιστημονικής» ακρίβειας, έθεσαν τη βάση για τις τάσεις που αργότερα θα διαχώριζαν σοβαρά το ίδιο το αναρχικό κίνημα και θα οδηγούσαν τους αναρχικούς με πιο οικονομίστικο προσανατολισμό σε συμβιβασμούς που έφθειραν την ηθική κατεύθυνση του αναρχισμού ως κοινωνικό κίνημα.

Η συμμετοχή των αναρχικών στην IWMA ενίσχυσε την αβέβαη συνδικαλιστική τάση που σίγουρα υπήρχε στο κίνημα πριν επινοηθεί η λέξη «αναρχο-συνδικαλισμός». Ήδη από τη δεκαετία του 1870, περισσότερο από μια μια δεκαετία προτού οι Γάλλοι αναρχικοί διακηρύξουν ότι ο αναρχο-συνδικαλισμός είναι η καλύτερη, και συχνά η μοναδική, προσέγγιση για την επίτευξη μιας ελευθεριακής κοινωνίας, οι Ισπανοί αναρχικοί, επηρεασμένοι πρωταρχικά απ’ τον Μπακουνισμό, είχαν δημιουργήσει ένα διάχυτο, αλλά σε μεγάλο βαθμό συνδικαλιστικού τύπου κίνημα που συνδύαζε τα οράματα μιας επαναστατικής-εξεγερσιακής γενικής απεργίας και μια δέσμευση για ένα συνομοσπονδιακά οργανωμένο σύστημα «εργατικού ελέγχου» (βλέπε Bookchin, 1977, σ. 137). Ούτε ο ίδιος ο Γαλλικός αναρχο-συνδικαλισμός προέκυψε εκ του μηδενός: η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT), που ιδρύθηκε το 1895 με τα δύο τμήματα της, των τοπικών και εθνικών βιομηχανικών συνομοσπονδιών, περιελάμβανε ένα ευρύ φάσμα ρεφορμιστικών, επαναστατικών, «καθαρά» συνδικαλιστικών και αναρχικών προσεγγίσεων. Ο αναρχο-συνδικαλισμός δεν κυριάρχησε ποτέ πλήρως στις τάξεις της CGT, ακόμη και στην πιο μαχητική της περίοδο, τη δεκαετία πριν απ’ το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (βλ. Stearns, 1971,που δείχνει πόσο πειθήνια υπήρξε πραγματικά η CGT.)

Ούτε ο αναρχο-συνδικαλισμός υπήρξε ποτέ πλήρως αποδεκτός ανάμεσα στους αναρχικούς. Πολλοί διακεκριμένοι αναρχικοί αντιτάχθηκαν στο συνδικαλισμό θεωρώντας τον πολύ παρωχημένο όσον αφορά την προοπτική του και την προλεταριακή του απεύθυνση. Στο περίφημο Συνέδριο του Άμστερνταμ, το 1907, ο Ερρίκο Μαλατέστα, ο γενναίος αυτός Ιταλός αναρχικός, αμφισβήτησε την άποψη ότι ο αναρχο-συνδικαλισμός θα έπρεπε ν’ αντικαταστήσει τον αναρχοκομμουνισμό (Die Narren der Freiheit, 1992)[3]. Χωρίς ν’ αρνείται «το όπλο που οι συνδικαλιστικές μορφές δράσης θα μπορούσαν να τοποθετήσουν στα χέρια [του αναρχισμού]», παρατηρεί ο George Woodcock στη μελέτη του για τον Μαλατέστα αναφορικά με τις διαφωνίες του στο συνέδριο, ο Μαλατέστα επέμεινε ότι ο συνδικαλισμός θα μπορούσε να θεωρηθεί μόνο ως μέσο, και μάλιστα ατελές, δεδομένου ότι βασίστηκε σε μια άκαμπτη ταξική αντίληψη της κοινωνίας που αγνοεί το γεγονός ότι τα συμφέροντα των εργαζομένων ποικίλουν τόσο πολύ που «μερικές φορές οι εργαζόμενοι είναι οικονομικά και ηθικά πολύ πιο κοντά στην αστική τάξη απ’ ότι στο προλεταριάτο». Οι ακραίοι συνδικαλιστές, κατά την άποψη του Μαλατέστα, αναζητούσαν μια απατηλή οικονομική αλληλεγγύη αντί για μια πραγματική ηθική αλληλεγγύη: έβαζαν τα συμφέροντα μιας μόνο τάξης πάνω από το πραγματικό αναρχικό ιδανικό της επανάστασης η οποία ζητά «την πλήρη απελευθέρωση όλης της ανθρωπότητας, η οποία σήμερα είναι σκλαβωμένη από την τριπλή οικονομική, πολιτική και ηθική άποψη» (Woodcock, 1962, σ.. 267).

Αυτή η θέση αγγίζει όλα τα προβλήματα που ο αναρχοσυνδικαλισμός-όχι μόνο ο «καθαρός συνδικαλισμός»- θα δημιουργούσε στο αναρχικό κίνημα. Ιδεολογικά, οι αναρχοσυνδικαλιστές σιγά-σιγά άρχισαν να υποτιμούν την αναρχοκομμουνιστική έμφαση στην κομμούνα, προς όφελος των συνδικάτων, την ανθρωπιστική ηθική της αλληλοβοήθειας, προς όφελος της οικονομίστικης ερμηνειας των κοινωνικών συγκρούσεων, της αντίθεσης στη γενικευμένη έννοια της κυριαρχίας και της εξουσίας, προς όφελος των αποσπασματικών ταξικών διεκδικήσεων του προλεταριάτου.

Αυτό δεν υποδηλώνει ότι οι αναρχικοί θα έπρεπε να αγνοήσουν τα συνδικάτα, τα οικονομικά προβλήματα, και τις ταξικές συγκρούσεις. Αλλά οι αναρχοσυνδικαλιστές με τη δική τους στενότητα εκτόπισαν εξ’ ολοκλήρου τον κοινοτικό, ηθικό, οικουμενικό και και αντι-αυταρχικό χαρακτήρα του αναρχισμού ως ένα ευρύτερο όραμα για την ελευθερία σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Τελικά, η τάση να καθιστούν τον αναρχισμό  ένα παρωχημένο ρεύμα, μαζί με τις οικονομίστικες και ταξικές γραμμές, περιόρισε σε μεγάλο βαθμό το πεδίο δράσης του [αναρχισμού] στη συνδικαλιστική σφαίρα. Όπως προειδοποίησε ο ίδιος ο Μαλατέστα, «τα εργατικά συνδικάτα είναι από τη φύση τους ρεφορμιστικά και ποτέ επαναστατικά». Επιπλέον: τα πραγματικά και άμεσα συμφέροντα των συνδικαλιζόμενων εργατών, που ρόλος των σωματείων είναι να υπερασπίζεται, έρχονται πολύ συχνά σε σύγκρουση με τα [επαναστατικά] ιδεώδη και τους μελλοντικούς στόχους. Και το σωματείο μπορεί να ενεργεί με επαναστατικό τρόπο αν διαπνέεται από ένα πνεύμα θυσίας και στο βαθμό που δίνεται προτεραιότητα στο ιδανικό αντί για το συμφέρον, δηλαδή μόνο όταν (και στο βαθμό που) παύει να είναι ένα οικονομικό σωματείο και μετατρέπεται σε μια πολιτική και ιδεαλιστική ομάδα (Malatesta, 1922, σ. 117: η υπογράμμιση δική μου).

Η πραγματικότητα ήρθε στη συνέχεια να επιβεβαιώσει τους φόβους του Μαλατέστα. Είναι δίκαιο να πούμε ότι η απόδοση του αναρχο-συνδικαλιστικού κινήματος υπήρξε ένα από τα πιο θλιβερά σημεία στην ιστορία δύο αιώνων του σύγχρονου αναρχισμού. Μερικά παραδείγματα είναι πιθανώς αρκετά για να δείξουν τη γενική παρακμή που έπληξε τα αυτοαποκαλούμενα ελευθεριακά σωματεία εργαζομένων. Στην Επανάσταση του Μεξικό, οι αναρχο-συνδικαλιστές ηγέτες του Casa del Obrera Mundial ξεδιάντροπα τοποθέτησαν τα προλεταριακά τους «Κόκκινα Τάγματα» στην υπηρεσία του Venustiano Carranza, ενός από τους εξόφθαλμα κακοποιούς της επανάστασης, για να καταπολεμήσει την επαναστατική πολιτοφυλακή του Emiliano Zapata – κι όλα αυτά ώστε να κερδίσουν μερικές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες ο Carranza απέσυρε αφότου η απειλή των Ζαπατίστας είχε διαλυθεί οριστικά με τη συνεργασία των αναρχοσυνδικαλιστών. Ο σπουδαίος Μεξικανός αναρχικός Ricardo Flores Magón δικαίως κατήγγειλε τη συμπεριφορά τους ως προδοσία (Magón, 1977, σελ 27.).

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για να μην παρασύρονται οι σημερινοί αναρχοσυνδικαλιστές από τους θρυλικούς Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου (IWW) ή «Wobblies», θα πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτό το συνδικαλιστικό κίνημα, όπως και πολλά άλλα αλλού στον κόσμο, δεν ήταν με κανένα τρόπο αφοσιωμένο στον αναρχισμό. Ο “Big Bill” Haywood, ο πιο διάσημος ηγέτης τους, δεν ήταν ποτέ αναρχικός, και αφού πλήρωσε εγγύηση στο δικαστήριο και κατέφυγε στη Μόσχα, αντί να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του δικαστηρίου – σε έκπληξη των “Wobblies” υποστηρικτών του- τελικά διολίσθησε στην Κομμουνιστική «Κόκκινη Διεθνή του Εμπορίου» (Profintern), όσο άβολα κι αν θα ένιωθε σ’ αυτή. Και άλλο, όμως, «Wobblies», όπως η Elizabeth Gurley Flynn, ο William Z. Foster, ο Bob Minor και ο Earl Browder, οι οποίοι είτε ήταν αναρχικοί είτε έκλιναν προς τον αναρχισμό, βρήκαν ζεστή φιλοξενία στο αμερικανικό Κομμουνιστικό Κόμμα στη δεκαετία του 40 κι έπειτα. Πολλοί «Wobblies» που συμμετείχαν στις συνεδριάσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς σύντομα άρχισαν ν’ αποφεύγουν την Emma Goldman και τον Alexander Berkamn στη Μόσχα, παρά τη στενή φιλία με τους δύο αυτούς αναρχικούς στην προ-μπολσεβίκικη περίοδο, όπως πιστοποίησε και η Goldman με πικρία(Goldman, 1931, τομ. 2 , σ.. 906).

Στη Γαλλία, όπου η φαινομενικά συνδικαλιστική Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT) έδωσε την ισχυρή συνδικαλιστική έμφαση ανάμεσα στους αναρχικούς σε όλο τον κόσμο στο τέλος του 19ου αιώνα, το συνδικάτο δεν ήταν ποτέ αναρχο-συνδικαλιστικό. Πολλοί Γάλλοι αναρχικοί (αυτό είναι βέβαιο) συνέρρευσαν σ’ αυτή την πολύ εύθραυστη συνομοσπονδία και προσπάθησαν να επηρέασουν τα μέλη της προς μια ελευθεριακή κατεύθυνση. Τα μέλη της CGT, ωστόσο, όχι λιγότερο από πολλούς απ’ τους ηγέτες της, έτειναν προς ρεφορμιστικούς στόχους και τελικά απορροφήθηκαν απ’ το κομμουνιστικό κίνημα μετά την επανάσταση των Μπολσεβίκων. Όχι μόνο η αναρχική επιρροή στη CGT περιορίστηκε, στην καλύτερη περίπτωση, αλλά όπως ο Peter Stearns μας λέει, «μια απεργία έληξε όταν ένας διευθυντής μίλησε για “αναρχία στο χώρο”, για τους εκσκαφείς (στο Παρίσι, αρκετά ενδιαφέρον), οι οποίοι ένιωσαν ότι τους είχε κατηγορήσει πως είναι αναρχικοί». Περαιτέρω:

Είναι σαφές ότι, ακόμη και στο Παρίσι, οι πεπεισμένοι συνδικαλιστές ήταν μια μικρή μειοψηφία των ενεργών μελών των συνδικάτων. Και μόνο μια μειοψηφία ακόμα και των πιο ενθουσιασμένων εργατών οργανώθηκαν σε συνδικάτα και συνεπώς ήταν πιο πιθανό να είναι συνδικαλιστές. Στο Παρίσι το 1908, δηλαδή στην περίοδο αιχμής των αναταραχών από τους ανειδίκευτους εργάτες του κατασκευαστικού κλάδου [οι οποίοι ήταν οι πιο πιθανοί υποψήφιοι για την υποστήριξη της αναρχοσυνδικαλιστικής προοπτικής – M.B], μόνο το 40% ανήκε σε εργατικό σωματείο. Η δυσαρέσκεια που εκφράζεται ενάντια στο να αποκαλείται κανείς αναρχικός συνιστά μια επίμονη δυσπιστία απέναντι στα ριζοσπαστικά δόγματα, ακόμη και μεταξύ των ενεργών απεργών. (Stearns, 1971, σελ. 58, 96)

Δε μπορούν να ειπωθούν πολλά περισσότερα για τη CNT στην Ισπανία, η οποία από το 1938 συμπεριέλαβε την πιο μαχητική και κοινωνικά συνειδητοποιημένη ​​εργατική τάξη στην ιστορία του εργατικού κινήματος και τουλάχιστον έδειξε σημαντικά περισσότερο αναρχικό ζήλο απ’ ότι οποιαδήποτε άλλη συνδικαλιστική ένωση. Ωστόσο, αυτή η εξαιρετική συνομοσπονδία έτεινε επανειλημμένα να κινείται προς τον «απλό και καθαρό» συνδικαλισμό στη Βαρκελώνη, όπου η εργατική τάξη θα μπορούσε κάλλιστα να παρασυρθεί από τη Σοσιαλιστική Γενική Ένωση Εργατών (UGT) σε περίπτωση που η καταλανική αστική τάξη έδειχνε λιγάκι περισσότερη γενναιοδωρία και επιτήδευση στην προσπάθειά της να αντιμετώπισει το προλεταριάτο της περιοχής. Η Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία (FAI), οργανώθηκε το 1927 σε μεγάλο βαθμό με στόχο να εμποδίσει τους μετριοπαθείς της CNT (όπως τον Salvado Segui) που έτειναν να έχουν απόψεις ταξικής συνεργασίας, αλλά και στην προσπάθεια των «Τριάντα» – οι οποίοι με πικρία εναντιώθηκαν στη μαχητικότητα της FAI και των εξεγερτικών συνδικάτων της CNT – να ελέγξουν συνολικά ολόκληρη τη συνομοσπονδία. Αυτή η μετριοπαθής τάση ήρθε εντονα στο προσκήνιο με το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου.

Υπήρχαν μια σειρά από περίπλοκα ζητήματα στις σχέσεις μεταξύ του κράτους της Καταλονίας και της συνδικαλιστικής CNT, τα οποία απορρόφησε η FAI τη δεκαετία του 1930 (της οποία συχνά ενώνουμε το ακρωνύμιο με αυτό του συνδικάτου ως “CNT-FAI”). Αλλά η αναρχοσυνδικαλιστική ηγεσία μετά την εξέγερση του Ιουλίου του 1936 δεν έκανε καμία προσπάθεια να κολλεκτιβοποιήσει την οικονομία στην πραγματικότητα. Αξίζει να σημειωθεί, όπως παρατηρεί ο Ronald Fraser πως «καμία αριστερή οργάνωση δε δημοσίευσε καλέσματα για επαναστατικές απαλλοτριώσεις εργοστασίων, γης ή άλλων χώρων εργασίας».

Πράγματι, η ηγεσία της CNT στη Βαρκελώνη, επίκεντρο του αστικού αναρχο-συνδικαλισμού, το πήγε ακόμη παραπέρα: απορρίπτοντας την πρόταση για εξουσία που της παρουσιάστηκε απ’ τον πρόεδρο Lluís Companys αποφάσισε πως η ελευθεριακή επανάσταση πρέπει να περιμένει ώστε να συνεργαστεί με τις δυνάμεις του Λαϊκού Μετώπου ενάντια στον κοινό εχθρό. Η επανάσταση που μεταμόρφωσε τη Βαρκελώνη μέσα σε λίγες ημέρες σε μια πόλη που διοικούνταν από την εργατική τάξη, ξεπήδησε αρχικά από μεμονωμένα σωματεία της CNT, ωθούμενη από τα πιο μαχητικά μέλη τους, και καθώς το παράδειγμα τους διαδιδόταν, καταλήφθηκαν όχι μόνο μεγάλες επιχειρήσεις αλλά και μικρά εργαστήρια και επιχειρήσεις (Fraser, 1984, σελ. 226-27).

Την ερμηνεία του Fraser επιβεβαιώνει ο Gaston Leval, ένας από τους πιο διακεκριμένους αναρχικούς του Ισπανικού ελευθεριακού κινήματος, του οποίου το Collectives in the Spanish Revolution (1975) θεωρείται γενικά ως το πιο ολοκληρωμένο έργο σχετικά με τις κολεκτίβες. Ο Leval τονίζει τη σημασία των συνήθως άγνωστων αναρχικών μαχητών, μια μειοψηφία στη CNT, οι οποίοι αποτελούσαν την αυθεντική και πιο ουσιαστική ώθηση για την κολλεκτιβοποίηση . «Είναι σαφές», παρατηρεί ο Laval, «ότι η κοινωνική επανάσταση που έλαβε χώρα τότε, δεν απορρέει από μια απόφαση των ηγετικών στελεχών της CNT ή από τα συνθήματα που διαδίδονταν από τους μαχητές και τους υποκινητές που βρίσκονταν στο δημόσιο προσκήνιο αλλά σπάνια ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις.

Ο Leval δε διευκρινίζει ποιές αυθεντίες εννοεί εδώ, αλλά συνεχίζει:

Αυτό συνέβη αυθόρμητα, φυσικά, και (για να αποφεύγουμε τη δημαγωγία) όχι επειδή «ο λαός» γενικά κατέστη ξαφνικά ικανός να κάνει θαύματα χάρη στο επαναστατικό όραμα που ξαφνικά τον ενέπνευσε, αλλά επειδή (και αξίζει να το επαναλαμβάνουμε) μεταξύ εκείνων των ανθρώπων υπήρξε μια μεγάλη μειονότητα που ήταν ενεργή, δυνατή, καθοδηγούμενη από ένα ιδανικό το οποίο συνέχιζε μέσω ενός χρόνιου αγώνα που ξεκίνησε από την εποχή του Μπακούνιν και της Πρώτης Διεθνούς. Σε αναρίθμητα μέρη που άνθρωπος μπορεί να βρεθεί, μαχητές,οι οποίοι επί δεκαετίες προωθούσαν δημιουργικούς στόχους, προικισμένοι όπως ήταν με δημιουργική πρωτοβουλία και πρακτική λογική η οποία ήταν απαραίτητη για την κατά τόπους προσαρμογή και της οποίας το καινοτόμο πνεύμα αποτελούν δυναμική αφετηρία, ικανοί να θέσουν πειστικές λύσεις κατά τον απαιτούμενο χρόνο. (Laval, 1975, σ.. 80)

Αυτοί οι «μαχητές» ήταν πιθανώς μεταξύ των πρώτων που στρατολογήθηκαν στις πολιτοφυλακές του 1936 και χάθηκαν στις μάχες του εμφυλίου πολέμου – μια ανεπανόρθωτη απώλεια για το ισπανικό αναρχικό κίνημα.

Για να λύσουμε και να αξιολογήσουμε κριτικά τα διαφορετικά είδη συλλογικοτήτων ή συστημάτων «εργατικού ελέγχου» που προέκυψαν έπειτα από τις οδομαχίες στη Βαρκελώνη, ακόμα περισσότερο, θα απαιτούνταν ένας τόμος σημαντικά μεγαλύτερος από ότι οι «Κολλεκτίβες» του Leval. Ο Leval, του οποίου τα αναρχο-συνδικαλιστικά διαπιστευτήρια είναι αψεγάδιαστα, με τιμιότητα, έκανε την ακόλουθη παρατήρηση:

Πολύ συχνά στη Βαρκελώνη και τη Βαλένθια, οι εργαζόμενοι σε κάθε επιχείρηση καταλάμβαναν τις φάμπρικες, τους χώρους εργασίας, ή τα εργαστήρια, τα μηχανήματα, τις πρώτες ύλες, και εκμεταλλευόμενοι τη συνέχιση του νομισματικού συστήματος και των κανονικών καπιταλιστικών εμπορικών σχέσεων, οργάνωσαν την παραγωγή για δικό τους λογαριασμό, πωλώντας για δικό τους όφελος το προϊόν της εργασίας τους. (Laval, 1975, σ. 227: η υπογράμμιση δική μου)

Διάταγμα της κυβέρνησης της Καταλονίας, τον Οκτώβριο του 1936, «νομιμοποιούσε» αυτές τις κολλεκτίβες με την έγκριση της CNT και άνοιξε την πόρτα για κυβερνητική συμμετοχή σε διάφορες επιτροπές «εργατικού ελέγχου», μετατρέποντάς τις όλες τελικά σε εθνικοποιημένες επιχειρήσεις. Αλλά ακόμη και πριν ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, ο Leval αναγνωρίζει ότι υπήρχε «ο νεο-καπιταλισμός των εργατών, ένας αμφίρροπος αυτοδιαχειριζόμενος καπιταλισμός και σοσιαλισμός, που υποστηρίζουμε ότι δεν θα είχε υπάρξει εάν η επανάσταση είχε φτάσει στην πλήρη έκταση της υπό τη διεύθυνση των Συνδικάτων μας» (Leval, 1975, σ.. 227-28).

Το κατά πόσον η πλήρης «κοινωνικοποίηση» (δηλαδή, έλεγχος από τη CNT) των κολλεκτιβοποιημένων εργοστασίων και επιχειρήσεων θα είχε περιορίσει την άκρως συγκεντρωτική, και παρ΄όλα αυτά συνδικαλιστική, οικονομική τάση στο εσωτερικό της CNT, είναι συζητήσιμο. Σε περιπτώσεις όπου η CNT πράγματι πετυχε το συνδικαλιστικό έλεγχο, «το σωματείο έγινε σαν μια μεγάλη επιχείρηση», σημειώνει ο Fraser στο αξιοσημείωτο Blood Of Spain: An Oral History of the Spanish Civil War. «Η δομή του έγινε όλο και περισσότερο άκαμπτη», παρατηρεί ο Eduardo Pons Prades, μέλος του Libertarian Youth. «Εξωτερικά άρχισε να μοιάζει με μια αμερικανική ή γερμανική επιχείρηση», και στη συνέχεια δηλώνει πως στο εσωτερικό των κολλεκτιβων (ιδιαίτερα σε αυτές του ξύλου και του επίπλου), οι εργάτες ένιωθαν πως δεν εμπλέκονταν ιδιαίτερα στη λήψη αποφάσεων. Αν το «γενικό επιτελείο» αποφάσιζε πως η παραγωγή σε δύο εργαστήρια θα πρέπει να αλλάξει, οι εργαζόμενοι δεν πληροφορούνταν για τις αιτίες αυτής της επιλογής. Η έλλειψη πληροφόρησης – η οποία θα μπορούσε εύκολα να αποφευχθεί με την έκδοση ενός φύλλου ειδήσεων π.χ – εξέθρεψε δυσαρέσκεια, ειδικά καθώς η παράδοση της CNT ήταν η συζήτηση και η εξέταση των πάντων. Οι δεκαπενθήμερες συναντήσεις των αντιπροσώπων έγιναν μηνιαίες και κατέληξαν, νομίζω, τριμηνιαίες[4] (Pons Prado στο Fraser, 1979, pp. 222-23)

Το ότι οι Ισπανοί εργάτες και αγρότες στα μέσα της δεκαετίας του τριάντα πραγματοποίησαν κοινωνικές αλλαγές και κινήθηκαν προς ένα είδος βιομηχανικής και γεωργικής δημοκρατίας χωρίς προηγούμενο στην ιστορία των προηγούμενων επαναστάσεων – αυτό, πρέπει να το τονίσω, σε μια εποχή που η νομιμοποίηση του «προλεταριακού σοσιαλισμού» φαίνονταν να δικαιολογείται από έναν αιώνα ανόδου της μαχητικότητας της εργατικής τάξης και της ταξικής συνείδησης ​​- δε μεταβάλλει τα προβλήματα που δημιουργούνται από την προοπτική μιας μελλοντικής κοινωνίας δομημένης γύρω από συνδικάτα και ένα πολύ συγκεκριμένο ταξικό συμφέρον. Βέβαια, το να κάνουμε τον αναρχοσυνδικαλισμό ισοδύναμο με τον αναρχισμό χωράει έντονη αμφισβήτηση. Πράγματι, δεν είναι καθόλου «απλά ιστορικού ενδιαφέροντος» το να ερωτηθεί αν μια τάση στην αναρχική παράδοση είναι ζωντανή ή νεκρή – ένα πρόβλημα το οποίο κάποιος συμπαθής των συνδικαλιστικών εκδοχών του αναρχισμού αντιμετωπίζει ιδιαίτερα σήμερα, βλέποντας το πραγματιστικό χαρακτήρα του δόγματος και του γενικότερου προσανατολισμού του. Κι αν δεν είναι ζωντανός ο αναρχοσυνδικαλισμός ανάμεσα στους προλετάριους, θα πρέπει να αναρωτηθούμε το γιατί. Διότι όταν εξετάζουμε τις δυνατότητες, τις αδυναμίες, και την ιστορία του αναρχοσυνδικαλισμού, εξετάζουμε το πώς ορίζουμε τον ίδιο τον αναρχισμό: αν τα ιδανικά του μπορεί να βασίζονται στα συμφέροντα ενός πολύ συγκεκριμένου κομματιού της κοινωνίας, που σε μεγάλο βαθμό καθοδηγείται από περιορισμένα οικονομικά συμφέροντα (ένα πρόβλημα που ο Μαλατέστα αντιλήφθηκε ξεκάθαρα) ή για έναν ηθικό σοσιαλισμό ή κομμουνισμό, που ναι μεν περιλαμβάνει, αλλά πηγαίνει πέρα από τα υλικά συμφέροντα της καταπιεσμένης ανθρωπότητας. Αν δε μπορούμε να θεωρήσουμε τον αναρχο-συνδικαλισμό βιώσιμο, πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε τι, από την υπάρχουσα κοινωνία, προσφέρει κάποια διέξοδο για μια ελεύθερη κοινότητα συνεργαζόμενων ανθρώπων που συνεχίζουν να διατηρούν την αυτονομία και την ατομικότητα τους σ’έναν αυξανόμενα μαζικοποιημένο κόσμο.

Σημειώσεις

1. Ο συντάκτης, Sam Dolgoff, παρενέβη σε αυτό το κομμάτι με τις δικές του ερμηνείες, τις οποίες έχω παραλείψει εδώ. Η προτίμηση του Dolgoff για τον συνδικαλισμό πολύ συχνά φαίνεται να χρωματίζει τις ερμηνείες που κάνει στα γραπτά του Μπακούνιν.

2. «Το προλεταριάτο μπορεί και πρέπει να λυτρωθεί γιατί πρακτικά έχει ολοκληρωθεί στο μορφωμένο τμήμα του η αφαίρεση από κάθε ανθρωπιά, ακόμη και η ψευδαίσθηση κάθε ανθρωπιάς. Διότι στους όρους της ζωής του συνοψίζονται στην πιο απάνθρωπη αποκορύφωσή τους όλοι οι όροι ζωής της σημερινής κοινωνίας. Διότι ο άνθρωπος χάνει τον εαυτό του, αλλά για να κερδίσει ταυτόχρονα όχι μόνο την θεωρητική συνείδηση αυτής της απώλειας, αλλά την πρακτική έκφραση της αναγκαιότητας, η οποία δεν αποτρέπει πια και δεν εξωραΐζει αυτήν την επιτακτική ανάγκη να εξεγερθεί εναντίον αυτής της ανθρωπιάς. Όμως δεν μπορεί να λυτρωθεί δίχως να καταργήσει τους όρους της ύπαρξής του». (Karl Marx and Friedrich Engels, The Holy Family [Moscow: Progress Publisher, 1956, σ.47]). Ένας τόμος θα μπορούσε να γραφτεί για τη βάση, τη φύση, και τις προβλέψεις του Μαρξ και του Ένγκελς σε αυτό το σημείο. Εμπνέει ουσιαστικά τις αναρχοσυνδικαλιστικές θέσεις για την ηγεμονία του προλεταριάτου, αλλά με μεγαλύτερη πολυπλοκότητα.

3. Αξίζει να σημειωθεί πως η σύγχρονη αναρχοσυνδικαλίστρια δημοσιογράφος, Ulrike Heider, απορρίπτει το Μαλατέστα ως έναν απλώς «ουτοπιστή» και κατακρίνει τον Vernon Richards απλώς για τη συμμετοχή του σε μια διαμάχη με τον Sam Dolgoff, για τον οποίο, μάλλον θερμά χρησιμοποιεί το παρατσούκλι «ο τελευταίος αναρχικός». Αυτή η αλαζονική βλακεία, υποθέτω, θα πρέπει να ξεκαθαρίσει το μέλλον του αναρχισμού για τα καλά, τώρα που ο Dolgoff δεν είναι πια μαζί μας, κάτι που δίνει μία εικόνα για το δογματισμό ενός τουλάχιστον αναρχο-συνδικαλιστή. Παρά τις μεταλλάξεις Dolgoff απ’τον αναρχο-συνδικαλισμό στον «ελεύθερο σοσιαλισμό» στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και στη συνέχεια πάλι πίσω στο αναρχοσυνδικαλισμό μετά την επανεμφάνιση της CNT στη δεκαετία του 1970, ο ίδιος φαίνεται να ηταν μέντορας της Heider. Δείτε το βιβλίο της Die narren der Freiheit (Βερολίνο: Karin Kramer Verlag, 1992)

4. Ο Eduardo Pons Prado, ας το σημειώσουμε ,επίσης ξεχωρίζει στην εξαιρετική σειρά των Granada Films με τίτλο «Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος», που περιέχει αυθεντικές συνεντεύξεις με ηγετικές φυσιογνωμίες και απλούς συμμετέχοντες στη σύγκρουση.

Στο δεύτερο μέρος του άρθρου, που θα δημοσιευτεί τις επόμενες ημέρες, ακολουθεί η ενότητα «Εργάτες και Πολίτες», καθώς και οι πηγές/αναφορές του κειμένου.

Οι βοηθητικοί σύνδεσμοι έχουν προστεθεί απ’ την ομάδα μετάφρασης. To κείμενο, με τίτλο «The Ghost of Anarcho-Syndicalism», δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1993 στο πρώτο τεύχος του Anarchist Studies. Mπορείτε να το διαβάσετε στα αγγλικά, εδώ

Μπορείτε να διαβάσετε το δεύτερο μέρος του κειμένου, εδώ

Αναρτήθηκε στις: 07/08/2014